Labels

Thursday, October 27, 2016

Μνήμες και Μαρτυρίες από το ΄40 και Την Κατοχή" - Συνέντευξη Αρχιεπισκόπου Σεραφείμ στην εφημερίδα ΕΘΝΟΣ, 30.09.1991

              "Αν υπήρξα αγωνιστής εις την Αντίστασιν 
                κατά των κατακτητών της χώρας μας, 
                αυτό υποδεικνύει ότι δεν φοβούμαι τον θάνατον"

Μνήμες και Μαρτυρίες από το ’40 και την Κατοχή, σελ. 100-102

– Πως βγήκατε στο βουνό Μακαριώτατε ;
– Το 1942, με χειροτόνησε ο Δαμασκηνός…, μου έδωσε το οφίκκιο του Αρχιμανδρίτου και με τοποθέτησε και πάλι ως Εφημέριο, ως Εφημερεύοντα Ιεροκήρυκα ακριβέστερα, στον Aγιο Λουκά Πατησίων. Εκεί, κατά το διάστημα που ήμουν διάκονος ακόμη, είχα αναπτύξει μια δράση, ας την πω εθνική.
Αναλογιζόμενος την πείνα και τη δυστυχία που είχε τότε η πατρίδα μας, ίδρυσα εκεί κάτι συσσίτια, στο προαύλιο του Ναού, σ’ έναν 
κήπο. Όταν εμείς δεν είχαμε να φάμε, εγώ τάιζα 600 παιδιά.

Στα κηρύγματά μου (…) ήμουν λιγάκι λαύρος κατά των κατακτητών και πολλές φορές κατά των εκτρεπομένων Ελλήνων ή Ελληνίδων, συμπραττόντων με τους κατακτητάς . Κινδύνευσε τότε και η ζωή μου ακόμη. Είχε έλθει στα αυτιά μου ότι « αυτός θα το φάει το κεφάλι του!» 
Όπως φαίνεται με παρακολουθούσε κι η οργάνωση του Ε.Δ.Ε.Σ. και μια μέρα με πλησίασαν και με βολιδοσκόπησαν, αν θέλω να βγω στο βουνό, στις αντάρτικες ομάδες του Ε.Δ.Ε.Σ. του Ζέρβα. Με προθυμία δέχθηκα και μυήθηκα μάλιστα από τον βιομήχανο που είχε εργοστάσια, Ευθύμιο Μπάρδη και τον δικηγόρο Ματσούκα στο κατάστημα του Μπάρδη .

– Θυμάστε την αναχώρησή σας; 
– Πήγα στο βουνό, σαράντα τρία η υπόθεση αυτή (…), δια μέσου Πατρών πέρασα στο Κρυονέρι με μια πνίχτρα , δεν θυμούμαι και τα’ όνομά της, ένα καραβάκι τέλος πάντων, του οποίου η ασφάλεια δεν ήταν και τόσο μεγάλη. Από εκεί με το τρενάκι έφθασα στο Αγρίνιο, βέβαια συστημένος πού θα πήγαινα, πού θα κατέλυα. Κατόπιν οδηγήθηκα έξω από το Αγρίνιο με τα πόδια, για να εξηγούμεθα, όδευα προς Ήπειρο παρακαλώ. Με τα πόδια. Στο δρόμο συνάντησα κι άλλους που πήγαιναν για αντάρτικο. Αξιωματικοί και λοιποί. Δεν θυμάμαι αν ήταν κι ο Λιλαίος τότε, ο νομικός σύμβουλος της Εκκλησίας σήμερα. Δεν θυμάμαι αν ήταν στην πορεία εκείνη κι αυτός . 
Περάσαμε τα χωριά του Αγρινίου και φθάσαμε στα Τζουμέρκα εν τέλει, στο στρατηγείο του Ζέρβα. Ο ίδιος μάλιστα ήταν σε περιοδεία εκείνες τις μέρες.

– Κληρικοί, Μακαριώτατε , είχαν πάει με το ΕΑΜ; 
– Από την άλλη πλευρά ήταν δύο Μητροπολίτες. Ο Ηλείας Αντώνιος και Κοζάνης Ιωακείμ. Αυτοί ήσαν με το ΕΑΜ. Ο Αρης Βελουχιώτης είχε και άλλους κληρικούς. Τον Ηγούμενο…

– Της Μονής Αγάθωνος, τον Γερμανό; 
– Ναι! Αυτός ο Γερμανός ήταν γνωστός ως καπετάν Ανυπόμονος. 
Επίσημα όμως εγώ ήμουν εκείνος πού αντιπροσώπευα την Εκκλησία της Ελλάδος στην Εθνική Αντίσταση. Αντιλαμβάνεσαι, μάχες από εδώ, μάχες από εκεί. Εναντίον των Γερμανών, εναντίον των Ιταλών και δυστυχώς, αυτό ήταν το άσχημο, και εναντίον των κομμουνιστών. Ενώ εμείς πολεμούσαμε τούς Γερμανούς,… μια ωραία πρωία μας επιτέθησαν κι οι κομμουνιστές στα υψώματα της Καλεντίνης και είμεθα μεταξύ δύο πυρών. 
Ο πόλεμος εμαίνετο… Ο στρατηγός Ζέρβας ενόμισε ότι ήμουν ό κατάλληλος για να μεταφέρω κάτι έγγραφα. Και τα μεν έγγραφα έφθασαν στην Αθήνα, όπου τα έστειλα, εγώ όμως έμεινα αμανάτι στην ‘ρτα, διότι προδόθηκα . Στην Καλεντίνη , θυμάμαι, ξημερωθήκαμε. Μ’ ένα σύνδεσμο που μου έδωσε ο Ζέρβας (…). Τότε δόθηκε σήμα ότι ανέβαιναν Γερμανοί. 
” Κάποτε, φθάσατε στην άρτα… 
” Οι άνθρωποι τρυπώσανε στους λόφους. Εγώ, λοιπόν, πήρα τον δρόμο για τον προορισμό μου. Ολομόναχος. Τόσο μυαλό είχα φαίνεται! Είχα κουράγιο όμως. Έφθασα στήν άρτα, αφού διανυκτέρευσα σ’ ένα χωριό άλλο, όπου είχε ο ΕΔΕΣ “σύνδεσμο”. Καλή του ώρα, ήταν διερμηνεύς στην Κομαντατούρ , πρέπει να ζει, τον λέγανε Λάμπρο Λάμπρου. Ήταν τότε υπάλληλος της Αγροτικής Τράπεζας στην ‘ρτα. Έμεινα το βράδυ στο σπίτι ενός δικηγόρου Παπαβησσαρίωνος , για να οδηγηθώ το πρωί στην Αρτα. 
Ήμουν χωρίς ταυτότητα. Δεν είχα ταυτότητα θεωρημένη. Ο “σύνδεσμος” με βοήθησε και πέρασα από το φυλάκιο των Γερμανών στη γέφυρα. Κατευθύνθηκα αμέσως στη Μητρόπολη, στο Δεσπότη, στον αείμνηστο άρτας και προκάτοχο μου στη Μητρόπολη αυτή Σπυρίδωνα, ο οποίος μάλιστα είχε εκφράσει στον Αρχιεπίσκοπο την επιθυμία να τον διαδεχθώ όταν πεθάνει. Αμέσως ενήργησε ή Μητρόπολις να βγει η άδεια μεταβάσεως μου στην Αθήνα. Αλλά φαίνεται ότι προδόθηκα. Τον πρώτο πού είδα μέσα στην πόλη από χιλιάδες κατοίκους ήταν ένας χασάπης, γνωστός στην άρτα. Χαιρετηθήκαμε. “Καλημέρα! Καλημέρα!” Αχ, λέω μέσα μου, κάηκα. Κακός οιωνός. Φαίνεται ότι με πρόδωσαν στους Γερμανούς κι οι Γερμανοί, ενώ τούς πήγα όλα τα χαρτιά, δεν μου έδιναν άδεια. Μου απαγόρευσαν την έξοδο…

– Τελικά, τα καταφέρατε… 
– Εν πάση περιπτώσει κι η οργάνωση ενήργησε και μου έστειλε χαρτιά από την Αθήνα ότι “μεταβαίνω εις άρταν μετ’ επιστροφής”. Έτσι, ένα πρωί τα βάζω στην τσέπη… κι ανεβαίνω σ’ ένα φορτηγό αυτοκίνητο, ένα γκαζοζέν, που μετέφερε πορτοκάλια. Μπήκα μέσα και είπα “Ό θεός βοηθός!” Το έσκασα από εκεί κι ήρθα στην Αθήνα. Μόλις έφθασα εδώ, οι Γερμανοί άρχισαν να ενοχλούν τον Δεσπότη στην άρτα, άλλοι πήγαιναν στον Αρχιερατικό Επίτροπο και με ζήταγαν. Έρχεται κάτω ο Δεσπότης και μου λέγει: “Φυλάξου! Θα σε πιάσουν οι Γερμανοί και θα σε σκοτώσουν”. Τότε έβαλα κάτι τζάμια γυαλιά και πήγαινα στην Σύνοδο. 
Τα βράδια όμως άλλαζα σπίτια, άλλοτε κοιμόμουν εδώ κι άλλοτε εκεί, ώσπου ξεκουμπίστηκαν…”.



Ο Μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος Σεραφείμ, (26.10.1913 – 10.04.1998) κατά κόσμον Βησσαρίων Τίκας του Χρήστου, διετέλεσε Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και Πάσης Ελλάδοςαπό το 1974 μεχρι το 1998.

Γεννήθηκε στις 26 Οκτωβρίου 1913 στο χωριό Αρτεσιανό Καρδίτσας. Ολοκλήρωσε τις βασικές του σπουδές στην Εκκλησιαστική Σχολή Κορίνθου και το 1940 αποφοίτησε από την Θεολογική Σχολή Αθηνών. Εκάρη μοναχός στη Ιερά Μονή Πεντέλης το 1938. Την επομένη μέρα της κουράς του, χειροτονήθηκε διάκονος από τον τότε Μητροπολίτη Κορινθίας Δαμασκηνό και τοποθετήθηκε εφημέριος στον Ιερό Ναό Αγίας Τριάδος στο Νέο Ηράκλειο. Το 1942, χειροτονήθηκε από τον τότε Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Δαμασκηνό πρεσβύτερος και αρχιμανδρίτης και υπηρέτησε ως εφημέριος και ιεροκήρυκας στον Ιερό Ναό του Αγίου Λουκά Πατησίων, αναλαμβάνοντας παράλληλα τη μέριμνα συσσιτίων που είχε πρωτοδημιουργήσει ο Αρχιεπίσκοπος Χρύσανθος. Την επόμενη χρονιά συμμετείχε στην Εθνική Αντίσταση, ενώ ο ίδιος σε συνέντευξή του στην εφημερίδα «ΕΘΝΟΣ» στις 30 Σεπτεμβρίου 1991 αναφέρει, «Το 1942, με χειροτόνησε ο Δαμασκηνός…, μου έδωσε το οφίκκιο του Αρχιμανδρίτου και με τοποθέτησε και πάλι ως Εφημέριο, ως Εφημερεύοντα Ιεροκήρυκα ακριβέστερα, στον Άγιο Λουκά Πατησίων. Εκεί, κατά το διάστημα που ήμουν διάκονος ακόμη, είχα αναπτύξει μια δράση, ας την πω εθνική.

Αναλογιζόμενος την πείνα και τη δυστυχία που είχε τότε η πατρίδα μας, ίδρυσα εκεί κάτι συσσίτια, στο προαύλιο του Ναού, σ’ έναν κήπο. Όταν εμείς δεν είχαμε να φάμε, εγώ τάιζα 600 παιδιά.
Όπως φαίνεται με παρακολουθούσε κι η οργάνωση του Ε.Δ.Ε.Σ. και μια μέρα με πλησίασαν και με βολιδοσκόπησαν, αν θέλω να βγω στο βουνό, στις αντάρτικες ομάδες του Ε.Δ.Ε.Σ. του Ζέρβα. Με προθυμία δέχθηκα και μυήθηκα μάλιστα από τον βιομήχανο που είχε εργοστάσια, Ευθύμιο Μπάρδη και τον δικηγόρο Ματσούκα στο κατάστημα του Μπάρδη». 
Στις 6 Σεπτεμβρίου του 1949, επί αρχιερατείας του Αρχιεπισκόπου Αθηνών Σπυρίδωνα εξελέγη Μητροπολίτης Άρτης, όπου και ανέπτυξε αξιόλογη δραστηριότητα ποιμαντορικού και φιλανθρωπικού χαρακτήρα, όπως ίδρυση νέων ναών, αποκατάσταση ζημιών παλαιοτέρων, ίδρυση γηροκομείου, οικοτροφείου απόρων μαθητών, παιδικό σταθμό, κατηχητικά σχολεία, φιλόπτωχα ταμεία και άλλες διακονίες. 
Στις 11 Μαρτίου του 1958, επί αρχιερατείας του αρχιεπισκόπου Αθηνών Θεοκλήτου Β΄, μετατέθηκε στη μητρόπολη Ιωαννίνων, και εκεί ανέπτυξε ευρύτερη εκκλησιαστική δράση, εθνική, κοινωνική και φιλανθρωπική. 
Στις 12 Ιανουαρίου 1974, εξελέγη Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος. Ο Μακαριστός Αρχιεπίσκοπος είχε ανακηρυχθεί επίτιμος διδάκτορας σε πολλά ξένα πανεπιστήμια, ενώ τιμήθηκε με σημαντικές ανώτατες διακρίσεις, όπως το Χρυσό Αριστείο Ανδρείας και τον Πολεμικό Σταυρό Α΄ τάξεως, καθώς και με το Μετάλλιο Εξαίρετων Πράξεων, όπως επίσης, του απονεμήθηκε και ο Μεγαλόσταυρος του Τάγματος της Τιμής.

 Οι πληροφιίες, όπως και όλη η εξόδιος ακολυθία του Ιεράρχη με κάποιους εξαίρετους και ιστορικούς επικήδειους λόγους που αξίζει να ακουστούν και σήμερα, βρίσκονται στον ακόλουθο σύνδεσμο:


Μεσάνυχτα στο ναό του αγίου Δημητρίου της Θεσσαλονίκης



26 Οκτωβρίου στη Θεσσαλονίκη.
Συννεφιά. Υγρασία. Ησυχία. Η πόλη έχει στραμμένο το βλέμα στον πολιούχο της. Βλέμα βουρκωμένο από συγκίνηση. Οι εκκλησιές λειτουργούν. Υμνούν τον μεγαλομάρτυρα. Το νεαρό λεβέντη που στα εικοσιδύο του χρόνια τα έδωσε όλα για την αγάπη του Χριστού. Η πόλη ανασαίνει την ανάσα του. Μυρίζει την ευωδιά που ξεχύνει το μύρο του και ο Οκτώβριος γίνεται άξαφνα Απρίλης. Οι εορτάζοντες απαστράπτουν. Οι τιμώντες την εορτή λάμπουν. Τηλέφωνα, επισκέψεις, αγάπες πολλαπλασιάζονται κι αυξάνουν στο φως που ξεχειλίζει από τη χάρη του. Το χνώτο του το νιώθεις στην ατμόσφαιρα. Το αλαφρό του βάδισμα το ακούς στις λεωφόρους. Το τροπάριό του, "Μέγαν εύρατο εν τοις κινδύνοις, σε υπέρχμαχον η οικουμένη..." φέρνει δάκρυα. Πολλοί οι κίνδυνοι, μεγάλη η οικουμένη, υπέρμαχος ο Δημήτριος. Μέσα σε κάθε μάχη, πάνω από κάθε μάχη νικητής. Μπροστά στους θηριώδεις γίγαντες των καιρών, νηφάλιος. Μπρος στην απελπισία, ελπιδοφόρος. Ο τρανός χιλίαρχος που κατατρυπούν οι λόγχες των άσημων και ανώνυμων στρατιωτών του σκότους που τα ονόματά τους η Ιστορία έσβησε, βαφτίζεται για δεύτερη φορά. Μετά το αγιασμένο νερό της βάφτισης λούζεται στο αίμα του μαρτυρίου για να γίνει όλος φως. Φως οικουμενικό.

Μεσάνυχτα στο σπίτι του. Στον ιερό ναό του. Πλήθος κόσμου. Ποιος είναι αυτός που τον προσκυνά ένα τόσο ετερόκλητο πλήθος; Φρικιά, θεούσες, φτωχολογιά, κουστουματισμένοι, παιδαρέλια, γέροντες; Άπειρος κόσμος από κάθε γειτονιά, κάθε τάξη, κάθε νοοτροπία, χαρακτήρα, παρελθόν και παρόν; Μπαίνουν στη σειρά. Περιμένουν υπομονετικά στην ουρά για ένα σταυρό, μια μετάνοια. Να προσκυνήσουν τον άγιο. Να τρυπώσουν στην μεγάλη στοργική αγκαλιά του. Όλους τους χωρά. Κανέναν δεν αρνείται. Όλους τους καταδέχεται. Τους ασπάζεται όλους. Δίνει δύναμη. Θα νικήσουμε βρε, μη φοβάστε, ψιθυρίζει. Τους σταυρώνει όλους. Τους ευλογεί. Τους χαϊδεύει απαλά στο κεφάλι. Είναι δικοί του. Παιδιά του. Ένα παιδί που έχει άπειρα παιδιά δικά του. Τα περισσότερα μεγαλύτερά του στην ηλικία. Μα η ηλικία της χάριτος που τον λούζει τον κάνει πατέρα τους. Μεσάνυχτα κι όμως θαρρείς πως είναι χάραμα. Θαρρείς και ξημερώνει νέα μέρα. Μεσάνυχτα. Κι όμως δεν είναι. Η πόλη ξυπνά σαν από λήθαργο. Οπλίζεται με θάρρος απαράμιλλο. Συνεπαίρνεται από τη ρωμαλαία προστασία του αγίου Δημητρίου. Χαμογελά. Μεθά. Σαν μέσα σε όνειρο σηκώνει το κεφάλι. Το κεφάλι που θέλησαν πολλοί να το τσακίσουν. Θα περάσουμε. Θα βγούμε πέρα. Σεισμοί πολλοί. Η πόλη ξέρει από σεισμούς. Κάθε άνθρωπος ξέρει από σεισμούς. Μα δεν είναι μόνος. Ούτε η πόλη είναι μόνη. Και πυρκαγιές πέρασε και σεισμούς και κατοχές και πολέμους. Δεν είναι μόνη. Ούτε η πόλη ούτε ο άνθρωπος. Ο Δημήτριος και ο Θεός του είναι εδώ ασπίδα και τείχος απροσμάχητο. Η Παναγία είναι εδώ. Είναι παντού. Όπου υπάρχει θλίψη, πόνος, αρρώστια, φτώχεια, πένθος. Μέσα στα συντρίμια, μέσα στα καταγώγια, στα βρώμικα σοκάκια. Τίποτα δεν αυτά βρε, λένε. Να δοκιμαστείτε λίγο, να δυναμώσετε, να βγείτε πέρα, κι εμείς από κοντά. Πώς να μεγαλώσει το τείχος της πόλης, αλλιώς; Πώς αλλιώς να γενεί η καρδιά σας πέλαγος για να χωρέσει τον κόσμο;
Θεέ του Δημητρίου, βοήθει μοι, λέει ο Νέστωρ. Μαζί του όλη η πόλη κι η οικουμένη ολάκερη επαναλαμβάνει: Θεέ του Δημητρίου, βοήθει μοι. Και ο άγιος καλπάζοντας πάνω στο κόκκινο άλογό του φτάνει αμέσως όπου τον καλούν και σκοτώνει τον κάθε Λυαίο.
Δοξασμένο το όνομά του.
Πάντα και του χρόνου...  

Monday, October 24, 2016

Σβήσε τα μάτια μου - Ράινερ Μαρία Ρίλκε - μτφ. Κωστής Παλαμάς



Σβήσε τα μάτια μου - μπορώ να σε κοιτάζω
Τ' αφτιά μου σφράγισέ τα, να σ' ακούω μπορώ
Χωρίς τα πόδια μου μπορώ να 'ρθω σ' εσένα
Και δίχως στόμα θα μπορώ να σε παρακαλώ
Κόψε τα χέρια μου, θα σε σφιχταγκαλιάζω
σαν να 'ταν χέρια, όμοια καλά, με την καρδιά
Σταμάτησέ μου την καρδιά και θα καρδιοχτυπώ με το κεφάλι
Κι αν κάνεις το κεφάλι μου συντρίμμια, στάχτη, εγώ
μέσα στο αίμα μου θα σ' έχω πάλι.


Rainer Maria Rilke (μτφρ. Κ.Παλαμάς)
Μας το έστειλε ο π.Βασίλειος Χριστοδούλου  

Sunday, October 23, 2016

Όταν χωρίζουν φίλοι - Καλή βδομάδα


Όταν χωρίζουν φίλοι
που χρόνια έπιναν κρασί από κοινό ποτήρι
δεν είναι αιτία μια κουβέντα
που 'πε ο ένας σε μια άκαιρη στιγμή στον άλλο
Αν η συγνώμη δεν τον φέρει πίσω
και την πλάτη ανεπίστροφα γυρίσει
στα χρόνια της απλόχεροης αγάπης
όχι, δε θα φταίει ποτέ μια κουβέντα παρπάνω 
που ειπώθηκε άστοχα
Θα φταίει ένα παλιό κρυφό βουβό σαράκι 
που κατέφαγε το ξύλο της φιλίας
πάθος παλιό κι αγιάτρευτο 
καμωμένο από ζήλια
ανάγκη επιβεβαίωσης, 
τρόμο αμφισβήτησης 
φαντάσματα που διαφεντεύουνε καμιά φορά 
τις άμοιρες καρδιές
Ήτανε πράγματι πικρό το μπρούσκο που σε κέρασα
Έσπασες το ποτήρι κι έφυγες 
σαν να μην πίναμε για χρόνια 
τα πικρά με τα γλυκά παρέα
Μες στη κόκκινη λίμνη 
που στο τραπέζι σχηματίστηκε 
έπεσαν αλμυρά τα δάκρυά μου
Νέρωσε, φίλε, το παλιό κρασί 
Ούτε να το μαζέψω μπόρεσα
ούτε και να το κεράσω σ' άλλον
Το αίμα έγινε νερό
Καλά να είσαι









Κυριακὴ ΣΤ᾽Λουκᾶ



Αποτέλεσμα εικόνας για στ λουκα

(Λουκ. 8,26-39)

Τῷ καιρῷ ἐκείνω, ἐλθόντι τῷ Ἰησοῦ 

26. εἰς τὴν χώραν τῶν Γαδαρηνῶν, 

27. ὑπήντησεν αὐτῷ ἀνήρ τις ἐκ τῆς πόλεως, ὃς εἶχε δαιμόνια ἐκ χρόνων ἱκανῶν, καὶ ἱμάτιον οὐκ ἐνεδιδύσκετο καὶ ἐν οἰκίᾳ οὐκ ἔμενεν, ἀλλ’ ἐν τοῖς μνήμασιν. 
28. ἰδὼν δὲ τὸν Ἰησοῦν καὶ ἀνακράξας προσέπεσεν αὐτῷ καὶ φωνῇ μεγάλῃ εἶπε· τί ἐμοὶ καὶ σοί, Ἰησοῦ, υἱὲ τοῦ Θεοῦ τοῦ ὑψίστου; δέομαί σου, μή με βασανίσῃς.
29. παρήγγειλε γὰρ τῷ πνεύματι τῷ ἀκαθάρτῳ ἐξελθεῖν ἀπὸ τοῦ ἀνθρώπου. πολλοῖς γὰρ χρόνοις συνηρπάκει αὐτόν, καὶ ἐδεσμεῖτο ἁλύσεσι καὶ πέδαις φυλασσόμενος, καὶ διαρρήσσων τὰ δεσμὰ ἠλαύνετο ὑπὸ τοῦ δαίμονος εἰς τὰς ἐρήμους.
30. ἐπηρώτησε δὲ αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς λέγων· τί σοί ἐστιν ὄνομα; ὁ δὲ εἶπε· λεγεών· ὅτι δαιμόνια πολλὰ εἰσῆλθεν εἰς αὐτόν·
31. καὶ παρεκάλει αὐτὸν ἵνα μὴ ἐπιτάξῃ αὐτοῖς εἰς τὴν ἄβυσσον ἀπελθεῖν. 
32. ἦν δὲ ἐκεῖ ἀγέλη χοίρων ἱκανῶν βοσκομένων ἐν τῷ ὄρει· καὶ παρεκάλουν αὐτὸν ἵνα ἐπιτρέψῃ αὐτοῖς εἰς ἐκείνους εἰσελθεῖν· καὶ ἐπέτρεψεν αὐτοῖς.
33. ἐξελθόντα δὲ τὰ δαιμόνια ἀπὸ τοῦ ἀνθρώπου εἰσῆλθον εἰς τοὺς χοίρους, καὶ ὥρμησεν ἡ ἀγέλη κατὰ τοῦ κρημνοῦ εἰς τὴν λίμνην καὶ ἀπεπνίγη. 
34. ἰδόντες δὲ οἱ βόσκοντες τὸ γεγενημένον ἔφυγον, καὶ ἀπήγγειλαν εἰς τὴν πόλιν καὶ εἰς τοὺς ἀγρούς. 35. ἐξῆλθον δὲ ἰδεῖν τὸ γεγονός, καὶ ἦλθον πρὸς τὸν Ἰησοῦν καὶ εὗρον καθήμενον τὸν ἄνθρωπον, ἀφ’ οὗ τὰ δαιμόνια ἐξεληλύθει, ἱματισμένον καὶ σωφρονοῦντα παρὰ τοὺς πόδας τοῦ Ἰησοῦ, καὶ ἐφοβήθησαν. 
36. ἀπήγγειλαν δὲ αὐτοῖς οἱ ἰδόντες πῶς ἐσώθη ὁ δαιμονισθείς.
37. καὶ ἠρώτησαν αὐτὸν ἅπαν τὸ πλῆθος τῆς περιχώρου τῶν Γαδαρηνῶν ἀπελθεῖν ἀπ’ αὐτῶν, ὅτι φόβῳ μεγάλῳ συνείχοντο. αὐτὸς δὲ ἐμβὰς εἰς τὸ πλοῖον ὑπέστρεψεν.
38. ἐδέετο δὲ αὐτοῦ ὁ ἀνήρ, ἀφ’ οὗ ἐξεληλύθει τὰ δαιμόνια, εἶναι σὺν αὐτῷ· ἀπέλυσε δὲ αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς λέγων· 
39. ὑπόστρεφε εἰς τὸν οἶκόν σου καὶ διηγοῦ ὅσα ἐποίησέ σοι ὁ Θεός. καὶ ἀπῆλθε καθ’ ὅλην τὴν πόλιν κηρύσσων ὅσα ἐποίησεν αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς.


Saturday, October 22, 2016

Καιρός δεν είναι;


Έξω απ' το σπίτι κοκκινίζουν τα φύλλα
Έξω απ' το σπίτι τα φύλλα πέφτουν
Έξω απ' το σπίτι άλλα φύλλα πατώ 
και άλλα με πατούνε
Ήρθε ο καιρός να ανοίξω τα παράθυρα 
Να μπουν τα φύλλα μες στο φτωχικό μου
Στη φτωχή μου καρδιά
Στα άπορα χέρια μου
Ήρθε ο καιρός να γίνω φυλλοβόλο δέντρο




Thursday, October 20, 2016

Το Δέντρο του Αίματος


Καταμεσής του καταπράσινου δάσους
ένα δέντρο γηραιό όσο κι ο κόσμος
είχε φωτιά τα φύλλα κατακόκκινα
Πώς σε λένε δέντρο; το ρώτησα
Το όνομά μου κανένας δεν το πρόφερε, απάντησε
Άλλοι με είπανε Μηλιά, άλλοι Συκιά, Ροδιά οι τρίτοι
Δέντρο Ζωής
Δέντρο της Γνώσης του Καλού και του Κακού
Δέντρο της ρίζης Ιεσσαί
Σταυρό
Ήμουνα πράγματι ο πρόγονος όλων αυτών 
Στάθηκα και απόγονος τους παραδόξως
Μα τ' αληθινό μου όνομα ήταν
και θα παραμείνει όσο ζω
Δέντρο του Αίματος

Το Φθινόπωρο έβαψε το δάσος
Το δάσος το χώμα
Το χώμα το νερό
Το νερό τον ουρανό
Για να μην το λησμονήσω

Wednesday, October 19, 2016

Φθινοπωρινό βράδυ στο βουνό - Wang Wei


Έρημο όρος κατόπιν βροχής
βράδυ έρχεται το φθινόπωρο
λαμπρή σελήνη φέγγει στα πεύκα
γάργαρη πηγή ρέει στις πέτρες
φωνές στα μπαμπού: επιστρέφουν οι κοπέλες 
                                                     από πλύσιμο
κινούνται οι λωτοί: κατεβαίνει η ψαρόβαρκα
ευωδία ανοιξιάτικη σταματά
αλλ' εσύ αρχοντόπουλο μπορείς να μείνεις



Monday, October 17, 2016

Από την ΜΕΘΟΔΟ ΤΟΥ «ΑΡΑ» - Ελύτη


Μπαίνοντας ο εικοστός αιώνας στο τελευταίο του τέταρτο, αισθάνομαι άστεγος και περιττός. Όλα είναι κατειλημμένα – ως και τ’ άστρα. Οι άνθρωποι έχουν απαλλαγεί από κάθε παιδεία, όπως στην εποχή του Τσέγκις Χαν, και δεν ερωτεύονται ούτε κατ’ ιδέαν. Πρωθυπουργοί συναλλάσσονται με προσωπιδοφόρους, ποικίλες ομάδες καταλαμβάνουν αεροπλάνα και συλλαμβάνουν ομήρους, ενώ οι κολεγιόπαιδες λύνουν εκπληκτικές εξισώσεις με μιαν ευκολία που είναι ν’ απορείς: συν, πλην, διά, επί -άρα. Το μυστικό στη ζωή αυτή, φαίνεται, δεν είναι αν είσαι δούλος ή όχι· καθόλου. Είναι να οδηγείσαι με συνέπεια σε κάποιο «άρα» και να ‘χεις έτοιμη την απάντηση. Πολύ ωραία. Μπροστά όμως σε μια φράση ποιητική, για ποιο λόγο αυτό το «άρα» στομώνει;
Το μυαλό μας κάνει μαιάνδρους απίθανους προκειμένου στο μέλλον να σταδιοδρομήσει στα εργαστήρια, στους ηλεκτρονικούς εγκεφάλους, οπουδήποτε οσφραίνεται όφελος χειροπιαστό. Προκειμένου όμως να καταλήξει σε μια συνειδητοποίηση του είναι παραμένει στην πρώτη του Δημοτικού. Γιατί; 
Λευκό βουνάκι πρόβατα κινούμενο βελάζει· άρα; Μηδέν ο μαθητής. -Ο ήλιος κυκλοδίωκτος, ως αράχνη, μ’ εδίπλωνε· άρα; Κενό.
Το τρανζίστορ μας, ναι· αυτό ξέρουμε να το λύνουμε και να το επανασυνδέουμε στο άψε σβήσε.

 

Επειδή -να το πούμε κι αυτό- ελευθερία δεν είναι να κινείσαι ανεμπόδιστα στο πεδίο που σου έχει δοθεί. Να διευρύνεις αυτό το πεδίο, και δη κατά τη διάσταση της αναλογίας των αισθήσεων, αυτό είναι. Διαθέτοντας καινούριες μονάδες για τη μέτρηση του κόσμου. Τότε μόνον προχωρείς ταυτόχρονα προς όλες τις κατευθύνσεις, που σημαίνει: αναπτύσσεις ένα πρίσμα διάφανο, ικανό να σε κάνει να βλέπεις όπως ακούς, ή ν’ ακούς όπως βλέπεις, και ούτω καθεξής, όπως μόνον η ψύχη γίνεται να το επιτρέψει. Ένα ρυάκι δεν είναι απλώς λίγο νερό που κατρακυλάει τον κατήφορο· είναι η λαλούσα κι εύχαρις υποδήλωση της παιδικής ηλικίας των πραγμάτων. Λίγη ξερή, τριμμένη στα δάχτυλά σου, μέντα σε πάει ολόισια στη σκέψη των Ιώνων. Τα χάδια σου είναι η μετάθεση μιας απαλής μουσικής, με όλα τα andante και τα allegro της, πάνω στην επιδερμίδα. Κι εκείνο το φυτό αντικρύ σου, που διαιρεί άνισα πλην σωστά το χώρο, είναι η αόρατη γεωμετρία που διέπει στο βάθος ολάκερη την οικουμένη. Να, αυτή είναι μια ελευθερία πραγματική, που έχει τη δύναμη τη γενική ν’ αναστέλλει όλες τις επιμέρους αναστολές σου και να σε κάνει, κάθε φορά που τρως μια συναγρίδα ψητή, να τρως κι από λίγο Αιγαίο, με αντίς  λεμόνι δυο τρεις οξείς στίχους του Αρχίλοχου.

«ΕΝ ΛΕΥΚΩ» Εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ
¹Η ΜΕΘΟΔΟΣ ΤΟΥ «ΑΡΑ» (1976) δημοσιεύτηκε στο ειδικό αφιέρωμα στον Οδυσσέα Ελύτη του περιοδικού ΧΑΡΤΗΣ 21-23, 1986

Sunday, October 16, 2016

Κυριακὴ Δ᾽Λουκᾶ

Αποτέλεσμα εικόνας για δ λουκα

(Λουκ. 8,5-15)

Εἶπεν ὁ Κύριος τὴν παραβολὴν ταύτην·
5. ἐξῆλθεν ὁ σπείρων τοῦ σπεῖραι τὸν σπόρον αὐτοῦ. καὶ ἐν τῷ σπείρειν αὐτὸν ὃ μὲν ἔπεσε παρὰ τὴν ὁδόν, καὶ κατεπατήθη, καὶ τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ κατέφαγεν αὐτό·
6. καὶ ἕτερον ἔπεσεν ἐπὶ τὴν πέτραν, καὶ φυὲν ἐξηράνθη διὰ τὸ μὴ ἔχειν ἰκμάδα·
7. καὶ ἕτερον ἔπεσεν ἐν μέσῳ τῶν ἀκανθῶν, καὶ συμφυεῖσαι αἱ ἄκανθαι ἀπέπνιξαν αὐτό· 
8. καὶ ἕτερον ἔπεσεν εἰς τὴν γῆν τὴν ἀγαθήν, καὶ φυὲν ἐποίησε καρπὸν ἑκατονταπλασίονα.
9. Ἐπηρώτων δὲ αὐτὸν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ λέγοντες· τίς εἴη ἡ παραβολή αὕτη.
10. ὁ δὲ εἶπεν· ὑμῖν δέδοται γνῶναι τὰ μυστήρια τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ, τοῖς δὲ λοιποῖς ἐν παραβολαῖς, ἵνα βλέποντες μὴ βλέπωσι καὶ ἀκούοντες μὴ συνιῶσιν.
11. Ἔστι δὲ αὕτη ἡ παραβολή· ὁ σπόρος ἐστὶν ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ·
12. οἱ δὲ παρὰ τὴν ὁδόν εἰσιν οἱ ἀκούσαντες, εἶτα ἔρχεται ὁ διάβολος καὶ αἴρει τὸν λόγον ἀπὸ τῆς καρδίας αὐτῶν, ἵνα μὴ πιστεύσαντες σωθῶσιν. 
13. οἱ δὲ ἐπὶ τῆς πέτρας οἳ ὅταν ἀκούσωσι, μετὰ χαρᾶς δέχονται τὸν λόγον, καὶ οὗτοι ῥίζαν οὐκ ἔχουσιν, οἳ πρὸς καιρὸν πιστεύουσι καὶ ἐν καιρῷ πειρασμοῦ ἀφίστανται.
14. τὸ δὲ εἰς τὰς ἀκάνθας πεσόν, οὗτοί εἰσιν οἱ ἀκούσαντες, καὶ ὑπὸ μεριμνῶν καὶ πλούτου καὶ ἡδονῶν τοῦ βίου πορευόμενοι συμπνίγονται καὶ οὐ τελεσφοροῦσι. 
15. τὸ δὲ ἐν τῇ καλῇ γῇ, οὗτοί εἰσιν οἵτινες ἐν καρδίᾳ καλῇ καὶ ἀγαθῇ ἀκούσαντες τὸν λόγον κατέχουσι καὶ καρποφοροῦσιν ἐν ὑπομονῇ.
[Ταῦτα λέγων ἐφώνει· ὁ ἔχων ὦτα ἀκούειν ἀκουέτω][5].



Friday, October 14, 2016

Τραγούδι του αγίου Λουκιανού


Εκεί στην Αντιόχεια, τον τρίτο τον αιώνα
θα ζήσει ο Λουκιανός. Στα δώδεκά του χρόνια
θα ορφανέψει από γονείς. Θα τον περιμαζέψουν
πατέρες απ' την ξακουστή μεγάλη Εκκλησια
αφού μοιράσουν στους φτωχούς όλη την περιουσία
την πατρική, που του 'λαχε για να κληρονομίσει
Απείραστος στον πειρασμό του πλούτου θα βαδίσει
ελεύθερος κι ανάλαφρος να καρπωθεί τη γνώση
Μαθαίνει γράμματα πολλά κι όλα θα τα ενώσει
ιδρύοντας τη Θεολογική σχολή Αντιοχείας
που ερμηνεύει τις Γραφές και γίνεται ευωχίας
κέντρο μεγάλο και τρανό. Αφού χειροτονείται
πρεσβύτερος, το άστρο του πλέον δε συγκρατείται
Γίνεται όλος ένα φως όπως το όνομά του
σημαίνει, και σκορπά το φως σιμά και μακριά του
Πάει στη Νικομήδεια για να ενδυναμώσει
τους χριστιανούς που βάλλονται και να τους εμψυχώσει
Ένας στους δέκα μαρτυρεί και οι εννιά αλλάζουν
έχουν ανάγκη οι ψυχές όταν τις δοκιμάζουν
Γίνεται αλείπτης των πιστών, είναι ο προπονητής τους
και βοηθάει πάμπολλους σαν καθοδηγητής τους
Τόση είναι η χάρη του που όταν περπατάει
τον βλέπουν όσοι επιθυμεί και όσους αγαπάει
κι όσοι δεν πρέπει να τον δουν, αόρατος διαβαίνει
μπροστά από τα μάτια τους, δεν ξέρουν τι συμβαίνει
Τα 'μάθε ο Μαξιμιανός, κατ' άλλους Μαξιμίνος
Να τον καλέσει σκέφτεται, πέφτει πάνω του σμήνος
"Μην τον καλέσεις, βασιλιά, και μην τυχόν κοιτάξεις
τα μάτια του που αν σε δουν κι εσύ μετά θ' αλλάξεις"
του λεν "θα γίνεις χριστιανός προτού το καταλάβεις.
Για τούτο, βάλε παραβάν, αφότου τον συλλάβεις
κι εξέτασέ τον ύστερα". Συναίνεσε εκείνος
Κρύφτηκε και του ζήτησε ν' αλλάξει. Όμως τίνος
την αλλαγή απαίτησε; "Έβγα και κοίταξέ με",
του λέει ο Λουκιανός. "Μετά κανόνισέ με,
γιατί εγώ για αλλαγή ούτε το συζητάω.
Αν θέλεις, εσύ άλλαξε. Εγώ αυτό ζητάω"
Πού να κοιτάξει ο βασιλιάς; Είναι σπαθί, που λέει
και ο λαός, το πρόσωπο. Στη θάλασσα να πλέει
τον πέταξε, αφού πιο πριν μαρτύρια υπέστη
Μα ξάφνου μέσα από τους βυθούς το σκήνωμα ανέστη
καβάλα σε ολόγλυκο δελφίνι που τον βγάζει
ως τη στεριά, ώστε αυτό το πλήθος που κοιτάζει
να μείνει έκθαμβο, κι ευθύς σε τάφο να τον θάψουν
Όταν οι μπόρες των διωγμών κάποτε πια θα πάψουν
η αγία Ελένη θε να 'ρθει για να τον προσκυνήσει
και μες στη Νικομήδεια ναό θε να του χτίσει
Που ήταν άγιος λαμπρός, μάρτυς από τους λίγους
κι έκανε και την κριτική έκδοση της Αγίας
Γραφής με επιστημονικό τρόπο της Ιστορίας
Κάθε σελίδα τρίστηλο με σχόλια, σημειώσεις 
πλήρη αποκατάσταση και δίχως αλλοιώσεις

  
Εμπνευσμένα από το Φθινοπωρινό Συναξάρι του Αρχιμανδρίτη Ανανία Κουστένη, τόμος Α ΄, Ακτή, Λευκωσία 2008 





Thursday, October 13, 2016

ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ ΥΜΝΟΣ ΣΤ´ -- Πρωτότυπο και απόδοση -


Πρωτότυπο

1. Πῶς καὶ πῦρ ὑπάρχεις βλύζον,
πῶς καὶ ὕδωρ ἦς δροσίζον,
πῶς καὶ καίεις καὶ γλυκαίνεις,
πῶς φθορὰν ἐξαφανίζεις;

2. Πῶς θεοὺς ποιεῖς ἀνθρώπους,
πῶς τὸ σκότος φῶς ἐργάζῃ,
πῶς ἀνάγεις ἐκ τοῦ ᾅδου,
πῶς θνητοὺς εξαφθαρτίζεις;

3. Πῶς πρὸς φῶς τὸ σκότος ἕλκεις,
πῶς τὴν νύκτα περιδράσσῃ,
πῶς καρδίαν περιλάμπεις,
πῶς με ὅλον μεταβάλλεις;

4. Πῶς ἑνοῦσαι τοῖς ἀνθρώποις,
πῶς υἱοὺς Θεοῦ ἐργάζῃ,
πῶς ἐκκαίεις σου τῷ πόθῳ,
πῶς τιτρώσκεις ἄνευ ξίφους;

5. Πῶς ἀνέχῃ, πῶς βαστάζεις,
πῶς εὐθὺς οὐκ ἀποδίδως,
πῶς ὑπάρχων εξω πάντων
βλέπεις πάντων τὰ πρακτέα;

6. Πῶς μακρὰν ἡμῶν τυγχάνων
καθορᾷς ἑκάστου πρᾶξιν;
Δὸς ὑπομονὴν σοῖς δούλοις,
μὴ καλύψει τούτους θλῖψις!

Απόδοση 

1. Πώς και πυρ Συ αναβλύζον,
πώς και ύδωρ που δροσίζει,
πώς και καίεις και γλυκαίνεις
πώς φθορά εξαφανίζεις;

2. Πώς θεούς ποιείς ανθρώπους,
πώς το σκότος, φως το κάνεις,
πώς εξάγεις εκ του άδη,
πώς θνητούς αθανατίζεις;

3. Πώς προς φως το σκότος έλκεις,
πώς την νύχτα διαλύεις,
πώς καρδία φωτολούζεις,
πώς μέ όλον μεταβάλεις;

4. Πώς ενώνεσαι με ανθρώπους,
πώς υιούς Θεού τους κάνεις,
πώς φλογίζεσαι από πόθο,
πώς χωρίς σπαθί λαβώνεις;

5. Πώς ανέχεσαι, προσμένεις,
πώς και δεν ανταποδίδεις,
πώς σαν είσαι έξω από όλους
όσα κάνουμε τα βλέπεις;

6. Πώς υπάρχοντας μακράν μας
καθενός την πράξη βλέπεις;
Δώσε υπομονή στους δούλους
θλίψη μην τους καταπνίξει!




Απόδοση: Βασιλική Νευροκοπλή

Τραγούδι των αγίων Κάρπου, Πάπυλου, Αγαθόδωρου και Αγαθονίκης


Ήταν, τότε, ο Δέκιος, τον τρίτο τον αιώνα,
που έζησε λίγο καιρό μα έφερε χειμώνα
στην Εκκλησία και διωγμούς όσο θα φέρουν λίγοι
και ας μην αφανίστηκε η πίστη που δε λήγει
με εκδιωγμούς και βάσανα κι αντίθετα θεριεύει
Τον Κάρπο και τον Πάπυλο, πίστη τους αντρειεύει
κι ενώ είναι κι οι δυο γιατροί, κι οι δυο χειροτονούνται
και κληρικοί. Πορεύονται σαν φίλοι που αγαπιούνται
Ο Πάπυλος διάκονος κι ο Κάρπος Θυατείρων
επίσκοπος, ως τη στιγμή που ο τύραννος ο είρων
τους κάλεσε για ανάκριση κι άρχισε τα μαρτύριο
Ακλόνητοι στην πίστη τους έμεναν εις τον Κύριο
και ζωντανούς τους κρέμασε. Ο διακονητής του
και υπηρέτης που 'τανε του Κάρπου, ο μαθητής του,
ο άγιος Αγαθόδωρος, τους βλέπει και φωνάζει:
Κι εγώ λογιούμαι χριστιανός! Δήμιος τον αρπάζει
και τον κρεμάει κι αρχινά ευθύς να τον ραβδίζει
και η ψυχή δεν άντεξε, γρήγορα φτερουγίζει
Ανοίγουνε οι ουρανοί τον άγιο να δεχθούνε
κι ο Κάρπος μπρος στη θέα τους χαίρεται. Θα τον δούνε
και τον ρωτά ο τύραννος: Κάρπε προς τι το γέλιο;
Βλέπω τη δόξα του Θεού! Τι άλλο πια να θέλω;
Τους ξεκρεμούν, ραβδίζουνε πάλι τα σώματά τους
τους ρίχνουνε στη φυλακή, κι ύστερα στη φωτιά τους
που σε καμίνι άναψαν, τους βάζουν να καούνε
Η αδερφή του Πάπυλου, που όλοι θα την δούνε
πάει κοντά στον αδερφό, είν' η Αγαθονίκη
Τον Κάρπο και τον Πάπυλο, βλέπει πως για τη νίκη
των πόνων που υπέφεραν, να 'ναι στεφανωμένοι
Κι εγώ λογιούμαι χριστιανή, λέει και επιμένει
Κι εγώ στεφάνι μάρτυρα θέλω όπως εκείνοι
κι ορμάει μέσα στη φωτιά και μέσα στο καμίνι
Ο Θείος έρωτας νικά κάθε μας δυσκολία
Μπρος στο σχολείο του Θεού, μάταια τα σχολεία
που 'χει η κάθε βιοτή. Δεν κάηκε κανένας
Μαζεύτηκαν τα σύννεφα κι ο ουρανός ο ένας
έριξε τόσο πια νερό που 'σβήσε το καμίνι
Οι άλλοι ξευτελίστηκαν. Μέγα πλήθος θα μείνει  
καθώς λέμε, μ' ορθάνοιχτο το στόμα, να κοιτάζει
Ειδωλολάτρες, χριστιανοί, μοιάζει να κάνουν χάζι
Πόσοι δεν ξεκλειδώνονται και πόσοι δεν αλλάζουν
Πόσοι Χριστόν πιστεύουνε και άφοβα φωνάζουν
Είν' ο Θεός των χριστιανών μέγας και τ' όνομά Του
του Ιησού Χριστού, λοιπόν, μεγάλο! Αχ, αλιά του,
αμήχανος ο τύραννος απ' των πολλών την όψη
τες των αγίων κεφαλές, διατάζει να αποκόψει
ο δήμιος. Και πέθαναν, έτσι, κι αυτοί διά φόνου
μαχαίρας της ανάλγητης, ώστε άστρα του φόντου
που μας τυλίγει όλους μας, να λάμπουν, να φωτίζουν
τ' ανήλιαγα μας σωθικά κι ελπίδα να χαρίζουν



Εμπνευσμένα από το Φθινοπωρινό Συναξάρι του Αρχιμανδρίτη Ανανία Κουστένη, τόμος Α ΄, Ακτή, Λευκωσία 2008 


Wednesday, October 12, 2016

Αγιου Συμεών του Νέου Θεολόγου - απόδοση π.Βασίλλειος Χριστοδούλου


Και όταν πια απελπισμένος τον θρήνο μου αρχίσω, 
με βλέπει και τον βλέπω, εκείνος που όλα τα εποπτεύει, 
καταπλήττομαι θαυμάζοντας το κάλλος, την ομορφιά του, 
και πώς ανοίγοντας τους ουρανούς σκύβει σ' εμένα πάνω 
δείχνοντάς μου την πρωτόγνωρη κι ανέκφραστή του δόξα
Και ποιος μπορεί άραγε κοντύτερα σ'  εκείνον να βρεθεί 
ή πώς σε ύψος αμέτρητο μπορεί φτερά ν' ανοίξει;
Σκεφτόμενος αυτά εγώ εκείνος βρίσκεται εντός μου 
μες στη δόλια μου καρδιά αστράφτοντας με δόξα, 
τυλίγοντάς με φως από παντού με την αθάνατή του αίγλη 
κι όλα μου τα μέλη με τις ακτίνες του τα λούζει, 
όλος παντού επάνω μου με πνίγει στα φιλιά του
και σε μένα τον ανάξιο τον εαυτό του παραδίδει,
γεμίζω απ' την αγάπη του, τη θεία ομορφιά του,
ξεχείλισμα θείας ηδονής και γλυκασμού αρρήτου.
Το φως του κοινωνώ, στη δόξα του μετέχω,
λάμπει το πρόσωπό μου όμοια με κείνο του ποθητού μου
κι όλα τα μέλη μου, το φως εκείνου, ακτινοβολούνε.
Και να εγώ που γίνομαι πιο ωραίος από τους ωραίους
πλουσιότερος των πλουσίων, πιο δυνατός των δυνατών, 
τρανότερος των βασιλιώδων
κι απ' όλη την κτίση γύρω μου πιότερο τιμημένος
κι όχι μόνο απ' τη γήινη αλλά κι απ' την ουρανία
γιατί εγώ τον πλάστη όλων κρατώ βαθιά στην ύπαρξή μου.
Σ' αυτόν η δόξα πρέπει και τιμή
και τώρα και πάντοτε και σ' όλους τους αιώνες.


Συμεών ο Νέος Θεολόγος 
Προσπάθεια ατελούς μ.τ.φρ. π Β.Χρ.

Tuesday, October 11, 2016

Τραγούδι των αγίων Ταρασίου, Πρόβου και Ανδρονίκου

               Οι άγιοι Πρόβος, Ταράσιος, Ανδρόνικος

Επί Διοκλητιανού στη Ρώμη, καταγγέλουν 
τον Τάραχο για χριστιανό κι ευθύς τον αποστέλλουν
στον άρχοντα Φλαβιανό για να τον τιμωρήσει 
Παρόλα τα άσπρα του μαλλιά, δε θα λιποψυχήσει
μπροστά στα κολαστήρια όπου του ετοιμάζουν
Ήτανε στρατιωτικός κι ότι και να του τάζουν
δεν τον αρνείται τον Χριστό, ανήκει στο στρατό του
και με γενναίο φρόνημα σηκώνει το σταυρό του
Φρικτά περνά μαρτύρια και ποιος να τα διαβάσει
και να μη φρίξει σύγκορμος. Στο τέλος θα περάσει
ατάραχος ο μάρτυρας με την αγία κράση
και το φρικτότερο συμβάν να του διαμελίζουν
λίγο λίγο το σώμα του, τα μέλη να σκορπίζουν
ωσότου η ψυχούλα του σαν άσπρο περιστέρι
να φύγει για τους ουρανούς και του Θεού τα μέρη
Σε χρόνους διαφορετικούς, αλλά την ίδια μέρα
αν κι επί Διοκλητιανού, στη Μικρά Ασία πέρα 
τον Πρόβο, τον στρατιωτικό,  τύραννος θα καλέσει
την πίστη που 'χει στον Χριστό για να την αναιρέσει
Δεινά βασανιστήρια ο Πρόβος υπομένει
μα ακλόνητος στην πίστη του κι εκείνος παραμένει
μέχρι που αρπάζουν μάχαιρες για να τον μαχαιρώσουν
και διά φόνου μάχαιρας αυτόν αποτελείωνουν
Ήταν και ο Ανδρόνικος απ' τη Μικρά Ασία
και τούτος στρατιωτικός και είχε παρρησία
Θεράπευε, ανάσταινε, πρόσφερε κι αγαπούσε
και τους εχρθούς με λεβεντιά αμέσως συγχωρούσε
Δεινά, κι αυτός μαρτύρια, παρόμοια με τους άλλους
μα και παρόμοιο θάνατο είχε με τους μεγάλους
συναθλητές του. Μάχαιρες κατέσφαξαν το σώμα
Της νίκης άνδρας έγινε και σήμερα ακόμα
σαν οδοδείχτης και αυτός με όλους τους αγίους
δείχνει το δρόμο προς το Φως σ' εμάς τους τρισαθλίους



Εμπνευσμένα από το Φθινοπωρινό Συναξάρι του Αρχιμανδρίτη Ανανία Κουστένη, τόμος Α ΄, Ακτή, Λευκωσία 2008 



Monday, October 10, 2016

Τραγούδια των αγίων Φιλίππου Διακόνου και Θεοφάνους Γραπτού επισκόπουΝικαίας


Διάκονος ο Φίλιππος της πρώτης Εκκλησίας
των Αποστόλων εκλογή ήταν. Υπηρεσίας
πολλάς κι αυτός επρόσφερε μαζί με άλλους έξι
διακόνους τόσο εκλεκτούς που ο λύχνος τους θα φέξει   
από τον παλαιό καιρό εκείνον έως τώρα
Ως έγγαμος, ο Φίλιππος, είχε τέσσερα δώρα
Κόρες που 'ταν προφήτιδες της πρώτης Εκκλησίας 
Κήρυξε στη Σαμάρεια και της Αιθιοπίας
τον υπουργό εβάπτισε, τον λέγανε Κανδάκη
Το Άζωρον, επάτησε τ' άγιο του ποδαράκι
της Παλαιστίνης, που Ιωνάς έζησε παλαιόθεν
και κήρυξε κι εκεί Χριστόν και εις το τέλος, όθεν
στις Τράλλεις της Μικράς, έφτα ε, της Ασίας
κήρυξε ευαγγέλιο και μίας εκκλησίας
έχτισε οικοδόμημα για των πιστών ανάγκες   
κοιμήθηκε ειρηνικά στου Πλάστη τις αγκάλες


Ο Θεοφάνης ο Γραπτός, επίσκοπος Νικαίας
της Βιθυνίας ήτανε, γόνος μίας σπουδαίας
οικογενείας που 'βγαλε δυο μοναχούς συνάμα 
αυτόν, και τον Θεόδωρο. Κι οι δυο τους, λοιπόν, άμα
έγιναν  και πρεσβύτεροι, ξενώνα διακονούσαν
στην Ιερουσαλήμ μαζί, κι έτσι υπηρετούσαν
τους αδερφούς τους στη μονή, στης Εικονομαχίας
της δεύτερης τα δίσεκτα τα έτη. Συμμαχίας
είχαν αγγέλους κι άγιους, τον Ιεροσολύμων
επίσκοπο που έγραψε προς τον ανελεήμων
Θεόφιλο, αυτοκράτορα τότε του Βυζαντίου
μιά επιτιμητική γραφή. Του εναντίου
ο των εικόνων πόλεμος πως εξυπηρετούσε
τα σχέδια. Ο βασιλεύς με διάταγμα ζητούσε 
να φέρουν τον επίσκοπο, τους αυο αδελφούς μαζί του
Να φυλακίσει τους σεπτούς ήτανε η βουλη του
Αμέσως τους φυλάκισε και μια μέρα βγάζει
τον μοναχό Θεόφιλο. Στο πρόσωπο χαράζει
με εργαλείο αιχμηρό υβριστικούς δυο στίχους
Τον κλείνει πάλι στου κελιού τους τέσσερις τους τοίχους
και βγάζει τον Θεόδωρο, και επαναλαμβάνει
υβριστικά, χαράζοντας, λόγια, μα δεν του φτάνει
Τους εξορίζει ύστερα και στη Θεσσαλονίκη
Όταν πια ήρθε ο καιρός για των εικόνων νίκη
η Θεοδώρα, σύζυγος που 'ταν του Θεοφίλου,
του πατριάρχη ζήτησε, προσωπικού της φίλου,
και φέρανε τον άγιο από την εξορία
Τέτοια αφού διένυσε, ο άγιος, πορεία
επίσκοπο της Νίκαιας θα τον χειροτονήσει
Πολλούς κανόνες,  ο Γραπτός,  εκεί θα στιχουργήσει
κι αφού ποιμάνει τον λαό, όπως Κύριος θέλει
θα αναπαυθεί στο Φως αυτό που πάντα  ανατέλλει
Υπάρχει δε η άποψη πως είναι συγγραφέας
και του Μικρού του Παρακλητικού Κανόνα και γραφέας
ύμνων και Ιδιόμελων για εορτές μεγάλες
Συ, Θεοφάνη, πρέσβευε για τες του βίου ζάλες


Εμπνευσμένα από το Φθινοπωρινό Συναξάρι του Αρχιμανδρίτη Ανανία Κουστένη, τόμος Α ΄, Ακτή, Λευκωσία 2008 

Τραγούδι των αγίων Ευλαμπίου και Ευλαμπίας - Καλή βδομάδα!


Τρίτο αιώνα των διωγμών τα δυο αδέρφια ζούσαν
εκεί στη Νικομήδεια που τόσο αγαπούσαν
Όταν βγήκε διάταγμα για τους διωγμούς πηγαίνουν
μαζί με άλλους χριστιανούς και σ' όρος ανεβαίνουν
Δεν πήγαιναν αυτόκλητοι ώστε να μαρτυρήσουν
πριν του Θεού το θέλημα καλά να το γνωρίσουν
Μια μέρα τον Ευλάμπιο τον στέλνουν για να φέρει
ψωμί, καθώς πεινάσανε μες στου βουνού τα μέρη
Στην πόλη κατεβαίνοντας στέκεται και διαβάζει
το διάταγμα πως Μάξιμος έπαρχος διατάζει
όπου κι αν δούνε χριστιανό να του τον παραδώσουν
Οι ειδωλολάτρες πάραυτα τον παίρνουν να τον δώσουν
στον έπαρχο της πόλης τους για να τον ανακρίνει
Ο Ευλάμπιος ακλόνητος στην πίστη του θα μείνει
και έτσι τα μαρτύρια αρχίζουν για τον άγιο
καθώς ήτανε αίτημα των βασιλέων πάγιο
Ο Διοκλητιανός διέταζε απ' τη Ρώμη
και ο Μεξιμιανός μαζί, δυο ήτανε οι θρόνοι
Οι μέρες σαν περνούσανε, πήγε η Ευλαμπία
να μάθει του Ευλάμπιου ποια ήταν η αιτία
που τόσο αργοπόρησε και δεν ξανάρθε πίσω
Τον βρίσκει στα μαρτύρια. "Κι εγώ δε θα γυρίσω
Ευλάμπιε, απ' τον Κύριο, ζήτα να μαρτυρήσω
Ζήλεψε η ψυχούλα μου, θέλω στη Βασιλεία
πάλι μαζί να είμαστε. Στην άγια Ασυλεία
αδέρφια, όπως στη ζωή ήμασταν, κι αιωνίως
εκεί να παραμείνουμε, στο λέω εναγωνίως."
Το λόγο δεν απόσωσε κι ο Μάξιμος θυμώνει
Καμίνι, με πολλά υγρά ποικίλλα, το πυρώνει
και τα αδέρφια σπρώχνοντας μέσα εκεί τα βάζει
Αλώβητα μένουν αυτά μες στο ζουμί που βράζει
και οι διακόσιοι θεατές μ' ένα στόμα φωνάζουν
"Είναι μεγάλος ο Θεός των αδερφών που βράζουν
και δεν παθαίνουν τίποτα. Κι εμείς, λοιπόν, μαζί τους
Γινόμαστε και χριστιανοί μα και ακόλουθοί τους"
Οργίστηκε ο τύραννος, τους αποκεφαλίζει
μαζί με τον Ευλάμπιο. Το αίμα συγκλονίζει
την Ευλαμπία, τρυφερή σαν μίσχος ανεμώνης
και της αγίας της ψυχής του ουρανού ο Κόμης
την παίρνει στα χεράκια Του προτού ν' απλώσουν χέρι
οι δήμιοι με τα σπαθιά, κοντά Του να τη φέρει.



Εμπνευσμένο από το Φθινοπωρινό Συναξάρι του Αρχιμανδρίτη Ανανία Κουστένη, τόμος Α ΄, Ακτή, Λευκωσία 2008