Labels

Sunday, October 14, 2018

Κυριακὴ Δ’ Λουκᾶ

Αποτέλεσμα εικόνας για δ λουκα

(Λουκ. 8,5-15)

Εἶπεν ὁ Κύριος τὴν παραβολὴν ταύτην·
5. ἐξῆλθεν ὁ σπείρων τοῦ σπεῖραι τὸν σπόρον αὐτοῦ. καὶ ἐν τῷ σπείρειν αὐτὸν ὃ μὲν ἔπεσε παρὰ τὴν ὁδόν, καὶ κατεπατήθη, καὶ τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ κατέφαγεν αὐτό·
6. καὶ ἕτερον ἔπεσεν ἐπὶ τὴν πέτραν, καὶ φυὲν ἐξηράνθη διὰ τὸ μὴ ἔχειν ἰκμάδα·
7. καὶ ἕτερον ἔπεσεν ἐν μέσῳ τῶν ἀκανθῶν, καὶ συμφυεῖσαι αἱ ἄκανθαι ἀπέπνιξαν αὐτό· 8. καὶ ἕτερον ἔπεσεν εἰς τὴν γῆν τὴν ἀγαθήν, καὶ φυὲν ἐποίησε καρπὸν ἑκατονταπλασίονα.
9. Ἐπηρώτων δὲ αὐτὸν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ λέγοντες· τίς εἴη ἡ παραβολή αὕτη. 
10. ὁ δὲ εἶπεν· ὑμῖν δέδοται γνῶναι τὰ μυστήρια τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ, τοῖς δὲ λοιποῖς ἐν παραβολαῖς, ἵνα βλέποντες μὴ βλέπωσι καὶ ἀκούοντες μὴ συνιῶσιν. 
11. Ἔστι δὲ αὕτη ἡ παραβολή· ὁ σπόρος ἐστὶν ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ· 
12. οἱ δὲ παρὰ τὴν ὁδόν εἰσιν οἱ ἀκούσαντες, εἶτα ἔρχεται ὁ διάβολος καὶ αἴρει τὸν λόγον ἀπὸ τῆς καρδίας αὐτῶν, ἵνα μὴ πιστεύσαντες σωθῶσιν. 
13. οἱ δὲ ἐπὶ τῆς πέτρας οἳ ὅταν ἀκούσωσι, μετὰ χαρᾶς δέχονται τὸν λόγον, καὶ οὗτοι ῥίζαν οὐκ ἔχουσιν, οἳ πρὸς καιρὸν πιστεύουσι καὶ ἐν καιρῷ πειρασμοῦ ἀφίστανται. 
14. τὸ δὲ εἰς τὰς ἀκάνθας πεσόν, οὗτοί εἰσιν οἱ ἀκούσαντες, καὶ ὑπὸ μεριμνῶν καὶ πλούτου καὶ ἡδονῶν τοῦ βίου πορευόμενοι συμπνίγονται καὶ οὐ τελεσφοροῦσι. 
15. τὸ δὲ ἐν τῇ καλῇ γῇ, οὗτοί εἰσιν οἵτινες ἐν καρδίᾳ καλῇ καὶ ἀγαθῇ ἀκούσαντες τὸν λόγον κατέχουσι καὶ καρποφοροῦσιν ἐν ὑπομονῇ. [Ταῦτα λέγων ἐφώνει· ὁ ἔχων ὦτα ἀκούειν ἀκουέτω][5].

https://aerapatera.wordpress.com/2018/10/14/κυριακὴ-δ-λουκᾶ-2/




Friday, October 12, 2018

Ταξιδιωτικό ημερολόγιο - από τον Καναδά στην Αμερική - Νιού Χαμσάιρ


Το πρωί της Κυριακής ίσα ίσα θα προλάβουμε το Δι’ ευχών στον μικρό ναό της αγίας Μαρκέλλας και της αγίας Ειρήνης Χρυσοβαλάντου. Κάθομαι σε μια καρέκλα της τελευταίας σιεράς μέχρι να φύγουν όλοι οι πιστοί. Ανασαίνω το λιβάνι, κοιτάζω τις φορητές εικόνες στους τοίχους της μακρόστενης σαν βαγόνι τρένου εκκλησίας και ακούω τις συζητήσεις των ενοριτών που περνούν από δίπλα μου. Καλωσορίσματα και αποχαιρετισμούς ανταλλάσσουν, μιας και άλλοι μόλις ήρθαν από την Ελλάδα κι άλλοι ετοιμάζονται να πάνε. “Ο άγιος την φύλαξε την Κέρκυρα”, λέει ένας ηλικιωμένος άρτι αφιχθείς από το νησί του σε έναν μεσήλικα. Αδειάζει ο ναός κι ο Κυριάκος βγαίνει στο δρόμο να περιμένει τον Κιγιά που θα έρθει να μας πάρει για έναν καφέ πριν φύγουμε. Κάθε φορά που αδειάζει ένας ναός, θυμάμαι τη γερόντισσα Γαβριηλία που συμβούλευε να μη φεύγουμε αμέσως από τον ναό μόλις τελειώνει η Λειτουργία, γιατί οι άγγελοι είναι ακόμα εκεί, μην τους αφήνουμε μόνους. Κάθομαι και ησυχάζω και το αφτί μου πιάνει χαμηλές φωνές πισω από το τέμπλο. Σηκώνομαι και πλησιάζω, στέκομαι στο δεξί αναλόγιο. Έχω τόσο ανάγκη να ακούσω δυο γράμματα και έτσι μένω εκεί και κατά κάποιον τρόπο “κρυφακούω” την κατάλυση του ιερέα και ευφορούμαι.
Βγαίνω κι εγώ έξω, ο Κιγιά καθυστερεί, ο ιερέας με τη σύζυγό του μας βλέπουν, μας πλησιάζουν αυθόρμητα και μας καλωσορίζουν σαν να μας γνωρίζουν και συνομιλούμε για λίγο. Η κοινή πατρίδα είναι ικανή συνθήκη για να έρχονται κοντά άγνωστοι άνθρωποι.  Θα αποχαιρετίσουμε το Μόντρεαλ πίνοντας τον καφέ μας με τον Πέρση μουσικό φίλο μας και την πανέμορφη Κεμπεκουά σύζυγό του. Θα επιστρέψουμε στο ξενοδοχείο για να πάρουμε τις αποσκευές μας και στη 1.00 θα δούμε τον ηλικιωμένο ελληνοαμερικάνο φίλο μας ιερέα με τον ανιψιό του. Θα μπούμε στο αυτοκίνητό τους για το δεύτερο κομμάτι του ταξιδιού μας στο Νιου Χάμςαιρ.
Δεν έχω συνειδητοποιήσει πως θα περάσουμε από τον Καναδά στην Αμερική. Εξάλλου, τίποτα στη φύση δεν προδίδει τον χωρισμό του κόσμου σε εθνικά κράτη. Η φύση παραμένει αδιαίρετη και στην προκειμένη περίπτωση σχεδόν εξουθενωτικά εντυπωσιακή. Σαν παλιό κρασί  που δε χορταίνεις να το πίνεις και να σε μεθά, σαν πρώτο φιλί που δε θες να τελειώσει, ο καταιγισμός των πλέον θερμών χρωμάτων σε πολιορκεί και μέσα τους λιώνεις. Δε θα ξαναπώ κακή κουβέντα για το Φθινόπωρο, σκέφτομαι. Εδώ δικαιώνεται η βασιλεία της χάρης του κι εγώ γίνομαι ορκισμένος υποτακτικός του.
Τρεις ώρες θα διασχίσουμε το όνειρο. Τα σύνορα θα αποτελέσουν ένα αιφνιδιαστικό ξύπνημα. Αμερικανοί στρατιώτες ντυμένοι με σκούρες μπλε στολές, θα ελέγξουν τα διαβατήριά μας και θα μας πουν να περιμένουμε. Μας παραπέμπουν σε άλλο γραφείο. Θα τα ξαναδούν και θα αρχίσουν τις ερωτήσεις. Εστιάζουν, βέβαια, στο διαβατήριο του Κυριάκου που έχει σφραγίδες σχεδόν από όλον τον κόσμο. Αυτή όμως που τους προκαλεί το ενδιαφέρον ειναι του Μαρόκου. Γιατί πήγατε στη Φες και τι κάνατε, τον ρωτούν. Τους εξηγεί πως ως μουσικός ταξιδεύει σε διάφορες χώρες και πως στη Φες συμμετείχε σε εάν μεγάλο φεστιβάλ. Ο αστυνομικός δε θα αρκεστεί στην απάντηση. Θα χτυπήσει το όνομα του φεστιβάλ στην αναζήτησή του ίντερνετ για να βεβαιωθεί πως αυτό υπάρχει πράγματι. Μ’ αυτά και μ’ αυτά κάποτε μας επιτρέπουν την είσοδο. Οι φίλοι, μάς λένε πως κάποιοι ξένοι που τους κρατούν έτσι λίγο παραπάνω για έλεγχο, μπαίνουν τρομαγμένοι στα αυτοκίνητά τους και φεύγουν παρατώντας τα διαβατήριά τους. Κανείς δεν τους κυνηγάει απ’ τα ύνορα και νομίζουν πως γλύτωσαν. Στα πέντε χιλιόμετρα όμως τους περιμένει ένα περιπολικό. 
Η κίνηση προς τα σύνορα ήταν τόσο μεγάλη που έχουμε καθυστερήσει με κίνδυνο ο ανιψιός του ιερέα να χάσει την πτήση του για Νέα Υόρκη. Σε είκοσι λεπτά όμως φτάνουμε στο αεροδρόμιο και τον αποχαιρετούμε. Ειναι κι αυτό το παλικάρι σαν ένας από τους πολλούς που ταξιδεύουν κάθέ βδομάδα Νέα Υόρκη, δουλεύοντας για μεγάλες πολυεθνικές για δέκα, δώδεκα, δεκαπέντε ώρες τη μέρα, και επιστρέφουν στο σπίτι που διατηρούν στο πολύ πιο ανθρώπινο Μόντρεαλ το Σαββατοκύριακο.
Ο ιερέας παίρνει το τιμόνι, είναι νωρίς το απόγευμα και λέμε να σταματήσουμε κάπου στο δρόμο να τσιμπήσουμε κάτι. Είναι ένα απ’ αυτά τα μαγαζιά που βλέπουμε στις ταινίες. Με το που μπαίνω, σκιάζομαι. Επικρατεί τόση φασαρία, άγριες φωνές, γέλια τρανταχτά σαν από θηρία, που από την ταραχή μου δεν ξέρω τι να κάνω και πού να πάω. Παράλληλοι πάγκοι πάνω στους οποίους υπάρχουν μερίδες φαγητών και μπύρες, καθισμένοι άνδρες και γυναίκες καθένας μόνος του, αλλά σαν μια καλή παρέα ξένων, κοιτάζουν τις οθόνες των τηλεοράσεων που κρέμονται πάνω απ’ το κεφάλι τους. Είναι Κυριακή απόγευμα και παρακολουθούν τους προκριματικούς αγώνες  ποδόοφαίρου. Σχολιάζουν, παθιάζονται, γελούν, βρίζουν και όλες οι εκφράσεις τους έχουν μια ακραία ένταση, σαν αντιδραστικό ξέσπασμα σε μια επιβεβλημένη διασκέδαση απ’ την οποία δεν μπορούν να ξεφύσουν. Τηγανητές πατάτες με γαρίδες, πράσινη σαλάτα και κόκα κόλα. Έτσι, για να νιώσουμε στο μεδούλι μας το Αmerica Dream.
Η νύχτα μας πιάνει στο δρόμο. Σταματούμε στη μέση του πουθενά για έναν καφέ στο χέρι. Μαι ηλικιωμένη γυναίκα που ψωνίζει, καταλαβαίνοντας πως είμαστε Έλληνες, μας λέει πως στο γυμνάσιο έκανε αρχαία ελληνικά και για να μας το αποδείξει αρχίζει και κλίνει το ρήμα  “λύω”. 
Πάίρνουμε τον καφέ μας σε ένα τεράστιο χάρτινο κύπελλο και πηγαίνουμε πισω από το μαγαζί δίπλα στο ποτάμι. Σπάνια σε ένα ταξίδι για δουλειά έχουμε την πολυτέλεια να κλέψουμε λίγες μέρες για να χαρούμε έναν τόπο, φίλους και την φιλοξενία τους. Φαίνεται όμως πως στην παρούσα περίπτωση, τίποτα δεν μπορούσε να αντισταθεί στην καλοσύνη του ογδοντάχρονου ιερέως και την Αβραμιαία φιλοξενία που θα μας χαρίσει για μια εβδομάδα. Όταν φτάνουμε στο σπίτι του, στο περίφημο Νιού Χάμσαϊρ, είναι νύχτα με ψιλόβροχο και αρκετή ψύχρα. Θα μας περιγράψει τη λίμνη που βρίσκεται στο βάθος, τη γειτονιά των είκοσι σπιτιών που αποτελούν τον οικισμό και τα βουνά που τον περιτριγυρίζουν. Τίποτα απ’ αυτά δε θα δούμε μέσα στο σκοτάδι. Θα σκαρφαλώσουμε στο ψηλό κρεβάτι για να κοιμηθούμε βαθιά και το πρωί θα ξετυλιχθεί στα μάτια μας το θαύμα της ομορφιάς που ο Θεός γενναιόδωρα χάρισε σ’ αυτόν τον τόπο.









Wednesday, October 10, 2018

Ταξιδιωτικό ημερολόγιο - Αποχαερετώντας το Μόντρεαλ - Το γλυπτό και η συναυλία του Constandinople και του Εν Χορδαίς


Περιδιαβαίνοντας το Μόντρεαλ σταματούμε μπροστά σε ένα πολυπρόσωπο γλυπτό και ο ελληνοκαναδός φίλος, μάς λέει πως θα αρκούσε αυτό για να εκφράσει όλη την ιστορία δημιουργίας της πόλης του, χωρίς λέξεις. Κάντε τον κύκλο του αγάλματος, συμβουλεύει. Κάνουμε τον κύκλο και έτσι όπως το παρατηρώ, σκέφτομαι πως αρχή του είναι το πίσω κομμάτι, η “ουρά” ας πω της σύνθεσης. Πως ξεκίνησαν με τόσα βάσανα και υποτυπώδη μέσα σε τόσο δύσκολες συνθήκες κάποτε οι άνθρωποι για να φτάσουν ως εδώ, πώς άλλοι πέθαιναν στον δρόμο από κακοχίες, άλλοι τρόμαζαν από επιθέσεις ιθαγενών, άλλοι χάνονταν, χωρίζονταν από τους αγαπημένους τους, μέχρι να φτάσουν, και να σταθούν στα πόδια τους αντικρίζοντας, επιτέλους, μια μέρα τη δική τους γη της επαγγελίας που εκφράζει η πρώτη σειρά της σύνθεσης με τα χαρούμενα πρόσωπα και τον άνθρωπο που δείχνει με το δάχτυλο αυτό το κάτι που υπόσχεται  καλύτερη ζωή. 
Καθώς συνεχίζουμε όμως το δρόμο μας, ο φίλος, μάς ρωτά αν καταλάβαμε τι είδαμε. Γνέφουμε καταφατικά δίχως να μιλούμε. Δεν ειμαι όμως ποτέ σίγουρη για το τι καταλαβαίνω και έτσι τον ρωτώ, αν το άγαλμα διαβάζεται από πίσω προς τα μπρος ή το ανάποδο. Μα φυσικά και διαβάζεται από μπρος προς τα πίσω, μου απαντά. Ξαφνιάζομαι αφάνταστα σαν να άκουσα το πιο παράδοξο πράγμα του κόσμου. Ούτε αραβίδα να ήμουν μαθημένη να διαβάζω τα βιβλία από το τέλος προς την αρχή. Δηλαδή; τον ρωτώ. Δηλαδή, μου λέει, έφτασαν εδώ, και όπως θα είδες ειχαν μια επιφανειακή χαρά στα πρόσωπά τους, κάτι σαν χαμόγελο, μια υποψία ελπίδας, αλλά με το καιρό τρόμαξαν, λαχτάρησαν, δέχθηκαν επιθέσεις από τον καιρό, την πείνα, την απάνθρωπη δουλειά μέχρι που στο τέλος άφησαν τα κοκκαλάκια τους…
Όσο ο φίλος ερμηνεύει το άγαλμα, τόσο περισσότερο εκπλήσσομαι. Όταν η περιγραφή τελειώνει, ασυναίσθητα δημιουργούνται μέσα μου αντιρρήσεις. Πολύ σοβαρές αντιρρήσεις. Σχεδόν δυσπιστώ, αν και ξέρω καλά πως, ότι ακούω δεν είναι προχειρολογίες. Αλλά πώς ένας άνρθωπος αφοσιωμένος στο παραμύθι να δεχθεί ένα τόσο φρικαλέο τέλος; Μπορεί; Δεν μπορεί. Μετά όμως το ξανασκέφτομαι και διαπιστώνω πως ορθώς διάβασα εγώ το γλυπτό κι ας το αντιμετώπισε αντίθετα ο καλλιτέχνης. Στη δική μας παράδοση, το παρόν μας φωτίζεται από το μέλλον, υπάρχει εξαιτίας του, ζούμε χάριν αυτού που θα ζήσουμε, η επουράνια Βασιλεία του Θεού ήρθε σε εμάς και πορευόμαστε εξαιτίας της στη ζωή μας ελπίζοντας πως και εκεί θα καταλήξουμε. 
Αφού ολοκληρώνουμε την ωραία βόλτα,  είναι πια προχωρημένο μεσημέρι και αποφασίζουμε να τσιμπήσουμε κάτι απλό. Η καλύτερη και πλέον ασφαλής λύση είναι βέβαια τα Λιβανέζικα. Μπαίνουμε σε μια είσοδο μετρό, αλλά όχι για να πάρουμε το ίδιο το μετρό. Κατεβαίνουμε με τις κυλιόμενες σκάλες στο πρώτο επίπεδο της πόλης που ζει κάτω από την πόλη. Υπάρχει κι άλλο επίπεδο παρακάτω. Ένα υπόγειο,  θηριώδες σε μέγεθος,  οικοδομικό συγκρότημα που συνδέεται με το υπέργειο, με τρόπο τέτοιον που πλήθος ανθρώπων τους μήνες που το κρύο είναι ανυπόφορο και απαγορευτικό, έχουν τη δυνατότητα να ζουν όπως ζουν και πάνω από το έδαφος τους υπόλοιπους μήνες. Πάρα πολλά συγκροτήματα έχουν ασανσέρ που σε βγάζει κατευθείαν στο -1 και στο -2 του Μόντρεαλ. Αυτό συμβαίνει με νοσοκομεία και ό,τι άλλο μπορείς να φανταστείς. Στοές επί στοών, εμπορικά, εστιατόρια, υπηρεσίες, τα πάντα. Η ζωή δεν διακόπτεται με τίποτα, μπορείς να ζήσεις μια χαρά μη βγαίνοντας στην επιφάνεια του εδάφους για όσο το θελήσεις. Τα τραπέζια σχηματίζουν ατέλειωτες σειρές, τα πλήθη κάθονται και τρώνε, αν μου έλεγαν να το επναλάβω, θα το έβαζα στα πόδια προς άγνωστη κατεύθυνση. Ωστόσο, τα φελάφελ είναι εξαιρετικά, η εξυπηρέτηση γρήγορη, έχει κόσμο πολύ, αλλά όχι σαν την ουρά που σχηματίζεται από νεαρά γιαπωνεζάκια που περιμένουν να πάρουν μια μερίδα σούσι στο χέρι. Είναι κυριολεκτικά άπειρα.
Θα ξεκουραστούμε λίγο, μιας και το βραδάκι είναι η συναυλία του En Chordais και του Conastandinople αφιερωμένη στον Δομήνικο Θεοτοκόπουλο στη Salle Burgie.
Το θέατρο είναι κατάμεστο, ο κόσμος του  θερμός από την πρώτη κιόλας νότα, το χειροκρότημα παρατεταμένο μετά πό κάθε κομμάτι και στο τέλος όρθιοι όλοι θα ξαναφέρουν τους μουσικούς στη σκηνή. Πριν αποχωρίσουμε για το Λιβανέζικο εστιατόριο για το αποχαιρετιστήριο δείπνο, ο Ελληνοκαναδός φίλος θα μου πει πως τα θαυμάσια βιτρώ στα παράθυρα του θεάτρου είναι του περίφημου Λούις Κόμφορτ Τίφανι. Ο Λούις Τίφανι (Louis Comfort Tiffany, 18 Φεβρουαρίου 1848 - 17 Ιανουαρίου 1933) ήταν Αμερικανός καλλιτέχνης και σχεδιαστής, ο οποίος είναι γνωστός για τα έργο του στην υαλουργία καθώς και στη διακόσμηση των εσωτερικών χώρων. Θεωρείται ένας από τους πρωτεργάτες της Αρ Νουβό και οι ιδέες του σε συνδυασμό με πειράματα που έκανε για την επεξεργασία του γυαλιού ήταν πρωτοποριακές για την εποχή του. Σχεδίασε παράθυρα από επεξεργασμένο γυαλί, επιτραπέζιες λάμπες, γυάλινα μωσαϊκά, κεραμικά, κοσμήματα και έργα από μέταλλο. Περισσότερα για την ζωή και την τέχνη του μπορείτε να διαβάσετε εδώ: https://el.m.wikipedia.org/wiki/Λούις_Κόμφορτ_Τίφανι

Η Καναδέζα κυρία που κάθεται δίπλα μου, θα με ρωτήσει από πού είμαστε και κατόπιν θα συμπληρώσει με απέραντο θαυμασμό πως ο Δρόσος της θυμίζει τον Μέγα Αλέξανδρο! Στο μάλλον έκπληκτο βλέμμα μου, θα μου πει -εννοείται σε βαριά αγγλικά- Μα, ναι, του μοιάζει πολύ! Εγώ τον Μέγα Αλέξανδρο τον έχω δει!













Tuesday, October 9, 2018

Ταξιδιωτικό ημερολόγιο - από το Κεμπέκ πίσω στο Μόντρεαλ


Η παλιά πόλη του Κεμπέκ, όπως κάθε παλιά πόλη του κόσμου, έχει το άρωμα περασμένων ταπεινών αιώνων που τη στάχτη τους σκόρπισε ο άνεμος κι ό,τι απ’ αυτούς απόμεινε είναι ό,τι άξιζε να διατηρηθεί στη μνήμη του παρόντος. Σπίτια μικρά σαν παιδιά που ποτέ δεν μεγάλωσαν, χειροποίητα όνειρα, πέτρες σμιλεμένες στην υπομονή, χιλιοπερπατημένα δρομάκια που ακόμα αντέχουν το βάρος μας κι ευτυχώς ακόμα τα ξεπλένει η βροχή και τα αναζωογονεί ο ήλιος, οι μαναδικοί συνομιλητές τους. 
Η περίφημη εταιρεία σιδηροδρόμων που ένωσε τις πολιτείες του Καναδά με αυτές της Αμερικής και στην οποία κατέφυγαν και πάρα πολλοί συμπατριώτες μας για να δουλέψουν, έχτιζε ξεονοδοχεία που στα μάτια του σημερινού επισκέπτη ομοιάζουν με αυτοκρατορικά παλάτια. Στο κέντρο της παλιάς πόλης, δεσπόζει μια πλατεία με δέντρα, επικλινείς δρόμοι την κυκλώνουν, μικρά μαγαζιά, σε ένα κατασκευάζουν μικροαντικείμενα από φυσητό γυαλί σαν αυτά που βλέπεις στο Μουράνο. Η γηραιά κομψή κυρία στο ταμείο, έχει σημαδεμένα τα δάχτυλα και τα μπράτσα από καψίματα που μαρτυρούν σιωπηλά επίπονη εργασία χρόνων πολλών. Σκέφτομαι πως ο σύγχρονος άνθρωπος κάνει το παν για να εξαφανίσει τα σημάδια και τη μαρτυρία τους, ίσως και την εργασία και το επίπονο μερτικό της.
Παίρνουμε στο χέρι έναν καφέ και ο Κιγιά μας ενημερώνει πως δεν μπορούμε να τον πιούμε ούτε καν έξω από το μαγαζί αν θέλουμε να καπνίσουμε. Ο πρόσφατος νόμος για το κάπνισμα, ορίζει να απομακρύνεται ο καπνιστής εννέα μέτρα από τα σπίτια ή τα μαγαζιά και τις υπηρεσίες. Η γελοιότητα του νόμου είναι πασιφανής, αλλά όπως συμβαίνει συνήθως με όλα τα προφανή, κανείς δεν τα αντλαμβάνεται. Ακόμα και στους μεγάλους δρόμους, αν μετρήσεις εννέα μέτρα από την αριστερή πλευρά και αντιστοίχως εννέα από τη δεξιά, εκ των πραγμάτων θα βρεθείς να καπνίζεις καταμεσής της λεωφόρου πάνω στη διακεκομμένη γραμμή…
Ψιλόβροχο, συννεφιά, τουρίστες και η σχετική κούραση της προηγουεμενης ημέρας για τους μουσικούς μας. Είναι ώρα να επιστρέψουμε στη βάση μας. Το Μόντρεαλ μας περιμένει.

Φτάνοντας το απόγευμα, μας δίνουν νέο δωμάτιο στο ξενοδοχείο που μέναμε πριν. Από τον 21ο όροφο προσγειωνόμαστε στον 17ο και λυπούμαι που δε θα ξαναδώ τον γείτονα με το παραδεισένιο μπαλκόνι. Καλά να είναι ο άνθρωπος που τόση χαρά μου έδωσε. Παρασκευή πρωί, ο παλιός μας φίλος, μάς περιμένει στις 11.00 το πρωί μπροστά στην είσοδο του Μακ Γκίλ, του περίφημου αγγλόφωνου πανεπιστημίου, για να μας ξεναγήσει στην νέα και στην παλιά πόλη. Για μας, ο φίλος αυτός, είναι ταυτισμένος με την πόλη του και χωρίς αυτόν το Μόντρεαλ μπορεί να μοιάζει με οποιαδήποτε άλλη πόλη της γης, ενώ μ’ αυτον γίνεται μοναδικό και ανεπανάληπτο. Και μήπως μπορεί να συνδεθεί κανείς ουσιαστικά με έναν τόπο, χωρίς η σύνδεση αυτή να περάσει μέσα από το κανάλι μιας ανθρώπινης σχέσης; Δεν ειναι ψυχή κάθε τόπου τα παιδια του, οι άνθρωποί του και οι ιστορίες τους; 
Ο πατέρας του έφυγε στις αρχές του αιώνα από τη Ρούμελη που δεν είχε να βάλει παπούτσια στα πόδια του. Εργάστηκε στην εταιρεία σιδηροδρόμων μέχρι που κατάφερε να φτιάξει ένα εστιατόριο. Ο πρόωρος θάνατός του, οδήγησε τη σύζυγό του να  πουλήσει το μαγαζί και το σπίτι και με τα χρήματα να μεγαλώσει τα τρία της παιδιά χωρίς να βγει στην εργασία. “Τότε αποκαλύφτηκε η αγιότητα της μητέρας μου”, θα μου πει μια μέρα αργότερα ο φίλος μας, ο οποίος κάτω από τη σκιά αυτού του θανάτου, δε θα καταφέρει να σπουδάσει και στα δεκαεννιά του θα εργαστεί σε μια εταιρεία βάζοντας για δέκα χρόνια σφραγίδες, μέχρι να μεταπηδήσει σε πολύ καλύτερη δουλειά που του θα του ανοίξει νέες προοπτικές δίνοντάς του ανάσες ζωής. Μέχρι τα δεκαπέντε του δε γνωρίζει γρι ελληνικά. Τότε όμως έρχονται πολλά ξαδέρφια του και αρχίζει η περίοδος της ελληνομάθειας που θα συνεχιστεί με μαθήματα στο Μακ Γκιλ. Ο αγώνας του θα είναι μεγάλος και ακατάπαυστος. Η φιλομάθειά του θα τον βοηθήσει και θα τον οδηγήσει να μάθει διάφορες γλώσσες, χορούς και βυζαντινή μουσική. Θα διαβάσει ιστορία ώστε να μπορεί να ξεναγεί τους φίλους που επισκέπτονται την πατρίδα του αφιερώνοντας τους πολύτιμο χρόνο και ενέργεια ψυχής και σώματος. 
Σταματούμε σε κάθε άγαλμα που συναντούμε στο δρόμο, σε κτίρια ιστορικά που παρέμειναν ή αλλοιώθηκαν ή τα γκρέμισαν για να χτίσουν ουρανοξίστες. 

Στη wikipedia διαβάζουμε: “Σύμφωνα με αρχαιολογικές ενδείξεις, το νησί του Μόντρεαλ κατοικήθηκε χιλιάδες χρόνια πριν από την άφιξη των Eυρωπαίων από αυτόχθονες Ινδιάνους των φυλών Αλγκόνκιν, Χιούρον και Ιροκουά. Όταν ο Γάλλος εξερευνητής Ζακ Καρτιέ έφτασε στο νησί του Μόντρεαλ στις 2 Οκτωβρίου του 1535, βρήκε σ' αυτό το οχυρωμένο χωριό Χοσελάγκα (Hochalaga), όπου κατοικούσαν Ινδιάνοι Ιροκουά. Σήμερα, στον ηφαιστειογενή λόφο Μον Ρουαγιάλ, που δεσπόζει στο μέσο του νησιού, υψώνεται ένας μεγάλος μεταλλικός σταυρός, σε ανάμνηση της ύψωσης ενός ξύλινου σταυρού στην ίδια θέση από τον Ζακ Καρτιέ.
Το 1611, ο Γάλλος εξερευνητής Σαμουέλ ντε Σαμπλαίν εγκατέστησε στο νησί ένα μικρό φυλάκιο για το εμπόριο γουναρικών, και το 1642, οι Γάλλοι ιεραπόστολοι Πωλ Σομεντύ ντε Μαιζονέβ (Paul Chomedey de Maisonneuve) και Ζαν Μανς (Jeanne Mance) ίδρυσαν την αποικία Βιλ Μαρί. (Ville-Marie σημαίνει «Πόλη της Παναγίας», εξ ου και η ονομασία «Μαριανόπολις», την οποία έδωσαν στο Μόντρεαλ ορισμένοι ελληνομαθείς διανοούμενοι κάτοικοι του Μόντρεαλ του 19ου αι.) Η γαλλική αποικία στο νησί του Μόντρεαλ έγινε στόχος συχνών επιθέσεων εκ μέρους των αυτοχθόνων. Οι επιθέσεις σταμάτησαν το 1701 με την υπογραφή συνθήκης ειρήνης ανάμεσα στους Γάλλους και τους Ινδιάνους.
Το 1760 η γαλλική αποικία, που ονομάζονταν πλέον Μόντρεαλ (παραφθορά του Mont-Royal, που σημαίνει «βασιλικό βουνό»), παραδόθηκε στους Βρετανούς.” 

Στην πραγματικότητα, όπως μας λέει ο φίλος, οι Γάλλοι αποσύρουν τον στόλο τους, λέγοντας πως δεν μπορούν να αφιερώνουν ολόκληρο στόλο να φυλάει είκοσι εκτάρια χιόνι.
“Στα χρόνια της Αμερικανικής επανάστασης, οι επαναστατημένοι Βρετανοί άποικοι κατέλαβαν το Μόντρεαλ (1775), αλλά δεν μπόρεσαν να το κρατήσουν παρά μόνον για μερικούς μήνες.
Από τα τέλη του 18ου αι., το Μόντρεαλ γνώρισε μεγάλη ανάπτυξη ως το κύριο διακομιστικό κέντρο των βρετανικών αποικιών της Βόρειας Αμερικής. Στα μέσα του 19ου αι., διανοίχθηκε η διώρυγα Λασίν (Lachine) στα νοτιοδυτικά του νησιού του Μόντρεαλ και έτσι ο Άγιος Λαυρέντιος έγινε πλωτός από άκρη σε άκρη.”
Για να γίνει όμως πλωτός ο ποταμός, θα συμπληρώσει ο φίλος μας, εργάστηκαν σκληρά οι Ινδιάνοι που ήξεραν τα μονοπάτια, αλλά και να φτιάχνουν τεράστια κανό που μόνο αυτοί μπρούσαν να τα κουβαλούν για το εμπόριο που αναπτύχθηκε μετά. Στην Αγγλία έστελναν γούνες και ξυλεία και από κει εισήγαγαν το κόκκινο τούβλο. Σήμερα δεν επιτρέπεται να τους ονομάσει κανείς Ινδιάνους, αλλά πρέπει να τους λέει ντόπιους ή ιθαγενείς. Η υποκρισία, είναι παγκοσμιοποιημένο γεγονός και χαρατηριστικό της εποχής μας να αποφεύγουμε τις λέξεις που σηματοδοτούν την ταυτότητα, ή να χρησιμοποιούμε καλλιφωνότερες και ωραιοποιημένες λέξεις για να περιγράψουμε μια πληγή, μια αρρώστεια, μια αναπηρία.  
“Το Μόντρεαλ ήταν ο κύριος πόλος έλξης των νέων Ευρωπαίων μεταναστών στον Καναδά. Στο Μόντρεαλ ιδρύθηκαν μερικές μεγάλες καναδικές εταιρείες και έτσι δημιουργήθηκε μία νέα τάξη πλουσίων αποίκων που προέρχονταν κυρίως από την Βρετανία.
Από το 1844 και για μία πενταετία, το Μόντρεαλ ήταν πρωτεύουσα της «Επαρχίας του Καναδά». Ωστόσο, οι συγκρούσεις μεταξύ Αγγλόφωνων (Αγγλοκαναδών) και Γαλλόφωνων (Γαλλοκαναδών) και η πυρπόληση του καναδικού Κοινοβουλίου εκ μέρους των πρώτων, ανάγκασαν την βρετανική διοίκηση να μεταφέρει την πρωτεύουσα του Καναδά στο Τορόντο, στην Πόλη του Κεμπέκ και τελικά, το 1857, στην Οτάβα.”
Αφήνουμε την wikipedia στην άκρη, και μπαίνουμε στο μετρό για την παλιά πόλη, αφού πρώτα έχουμε διασχίσει το εκθαμβωτικό Μακ Γκιλ, έχουμε διαβάσει τα ανάγλυφα ονόματα των δωρητών του στον τοίχο κι έχουμε δει πλήθος φοιτητές να πηγαίνουν από τάξη σε τάξη και στη βιβλιοθήκη. 
Όλες οι φυλές της γης στο μετρό, καθισμένες ή όρθιες, σε νεαρή η όχι ηλικία, είναι προσηλωμένες στα κινητά τους. Μόνο μια Αφρικανή με λεπτοδουλεμένα δεκάδες κοτσίδια, κοιτάζει στο υπερπέραν. Ο φίλος μας, που δεν έχει καν κινητό, μας μεταφέρει τις μελέτες ενός διάσημου Αμερικανού επιστήμονα που υποστηρίαζει ότι αυτοί που έχουν σχεδιάσει τα κινητά και τα υπόλοιπα τεχνολογικά μέσα, είχαν έναν στόχο και τον κατάφεραν. Τα ηλεκτρονικά μέσα να προκαλούν στους ανθρώπους τέτοια φαγούρα ώστε να ξύνονται συνέχεια και να μην μπορούν να σκεφτούν τίποτα άλλο. Και έτσι κατάφεραν όλοι οι άνθρωποι να έχουν πλέον σκυμμένο το κεφάλι… Ο φίλος τελειώνει, κοιτάζω γύρω μου, όλα τα κεφάλια σκυμμένα…
Φτάνουμε στην παλιά πόλη, άλλος αέρας… Εδώ συστήθηκε ο πρώτος οικισμός του Μόντρεαλ, στις όχθες του ποταμού. Χωρίς τον άγιο Λαυρέντιο, Καναδάς πιθανόν δε θα υπήρχε. Νομίζεις πως βρίσκεσαι σε μια Μεσογειακή πόλη. Πλατείες μεγάλες, γιορτινή ατμόσφαιρα, χαλαροί πειπατητές. Στη μια άκρη η Κινέζικη πόλη, παραπέρα η Ελληνική και πιο κάτω η Ισπανική. Οι όχθες του ποταμού που καθόρισε την ιστορία του τόπου, σήμερα έχουν εστιατόρια ακριβά και κρουαζιερόπλοια, καραβάκια που μπαίνεις για μια βόλτα. “Υπάρχει ένα μικρό εξαιρετικό Αρχαιολογικό μουσείο”, λέει ο φίλος μαας. Με πιάνουν τα γέλια. “Τι εννοείς, Αρχαιολογικό Μουσείο;” τον ρωτώ. “Φυσικό να γελάς”, μου απαντάει, “αλλά αυτή είναι η δική μας Αρχαιότητα… τέσσερις αιώνες πίσω...”
Θυμάμαι την πρώτη φορά που επισκέφτηκα τον Καναδά. Είχα μια παράξενη αίσθηση πως οι άνθρωποι δεν πατούν στη γη, αλλά ίπτανται σαν φαντάσματα. Το ένστικτό μου ήθελε αποκρυπτογράφηση. Τότε ήταν που ο φίλος αυτός μου μίλησε πρώτη φορά για την ιστορία του τόπου και κατάλαβα πως όλοι αυτοί που βλέπω γύρω μου δεν είναι τα γνήσια παιδιά αυτής της γης. Τα γνήσια, στην αρχή τα εκμεταλλεύτηκαν οι φίλοι Ευρωπαίοι, μετά τα απομόνωσαν σε γκέτο, άλλα τα έστειλαν επάνω στα βουνά και στο τέλος, τα φλόμωσαν επιδόματα λόγω των “πολιτισμένων ενοχών” που είχαν οι δημοκρατικές κυβερνήσεις, με αοτέλεσμα οι Ινδιάνοι -που δεν τους λέμε πια Ινδιάνους-, να πέσουν στα ναρκωτικά και στον αλκοολισμό. Έτσι, λίγο πολύ όπως κατ’ αναλογίαν έγινε και στην Ελλάδα με τις γενναιόδωρες χρηματοδοτήσεις και τα δάνεια από την ΕΕ, το άκοπο χρήμα οδήγησε στην καταστρφοή των αυτόχθονων πολύ πιο καίρια απ’ ό,τι τα όπλα των Ευρωπαίων αποίκων. Έχασαν τον πολιτισμό τους, τις παραδόσεις τους, τη γλώσσα και την πίστη τους. Ένας ολόκληρος κόσμος αλλοτριώθηκε, κακοποιήθηκε και ευνουχίστηκε. Μόνο κατά τους πολύ πρόσφατους χρόνους, άρχισαν κάποιοι Ινδιάνοι να αφυπνίζονται, να σπουδάζουν, να αναζητούν τον χαμένο εαυτό τους, να στρέφονται προς τις τέχνες.
Επιστρέφοντας τότε από εκείνο το ταξίδι πίσω στην Ελλάδα και στη γερασμένη Θεσσαλονίκη μου, ένιωσα ξεχωριστά ευγνώμων για τις γενεές επί γενεών που προηγήθηκαν στον τόπο μου. Τα πόδια μου δεν πατούσαν απλώς στη δική μου γη, αλλά είχαν και ρίζες χιλιάδων αιώνων  από τις οποίες αντλούσα ζωή, αλλά και τεράστια  ευθύνη για τη διατήρησή τους.

*Κεμπέκ








..............










Sunday, October 7, 2018

Κυριακὴ Γ’ Λουκᾶ

Σχετική εικόνα

(Λουκ. 7,11-16)

Τῷ καιρῷ ἐκείνω, ἐπορεύετο ὁ Ἰησοῦς 
11. εἰς πόλιν καλουμένην Ναΐν· καὶ συνεπορεύοντο αὐτῷ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ἱκανοὶ καὶ ὄχλος πολύς. 
12. ὡς δὲ ἤγγισε τῇ πύλῃ τῆς πόλεως, καὶ ἰδοὺ ἐξεκομίζετο τεθνηκὼς υἱὸς μονογενὴς τῇ μητρὶ αὐτοῦ, καὶ αὕτη ἦν χήρα, καὶ ὄχλος τῆς πόλεως ἱκανὸς ἦν σὺν αὐτῇ.
13. καὶ ἰδὼν αὐτὴν ὁ Κύριος ἐσπλαγχνίσθη ἐπ’ αὐτῇ καὶ εἶπεν αὐτῇ· μὴ κλαῖε. 
14. καὶ προσελθὼν ἥψατο τῆς σοροῦ, οἱ δὲ βαστάζοντες ἔστησαν, καὶ εἶπε· νεανίσκε, σοὶ λέγω, ἐγέρθητι. 
15. καὶ ἀνεκάθισεν ὁ νεκρὸς καὶ ἤρξατο λαλεῖν, καὶ ἔδωκεν αὐτὸν τῇ μητρὶ αὐτοῦ. 
16. ἔλαβε δὲ φόβος πάντας καὶ ἐδόξαζον τὸν Θεόν, λέγοντες ὅτι προφήτης μέγας ἐγήγερται ἐν ἡμῖν, καὶ ὅτι ἐπεσκέψατο ὁ Θεὸς τὸν λαὸν αὐτοῦ.



Saturday, October 6, 2018

Ταξιδιωτικό ημερολόγιο - Από το Μοντρεαλ στο Κεμπέκ


Πέμπτη πρωί μαζεύουμε τα πράγματά μας, να αφήσουμε τις μεγάλες βαλτίσες στο ξενοδοχείο στο οποίο θα επιστρέψουμε την επόμενη μέρα, και παίρνουμε μαζι μας ένα μικρό βαλιτσάκι με τα απαραίτητα της μιας διανυκτεύρευσης και των ρούχων της συναυλίας. Ο Κιγιά καθυστερεί λίγο στην εταιρεία από την οποία θα νοικιάσει μεγαλύτερο αυτοκίνητο, και έτσι πηγαίνουμε να πιούμε έναν καφέ. Οι δύο πλευρές του γωνιακού μαγαζιού που βλέπουν στον δρόμο έχουν μεγάλες τζαμαρίες. Από την οροφή του κρέμονται γλάστρες με αναριχώμενα. Πώς τα ποτίζουν, δεν ξέρω. Θα πρέπει να βάζουν κάθε φορά σκάλα, υποθέτω. Μας κερνάει η Ντιντέμ, η Τουρκάλα κανονιέρισσα που άφησε την πατρίδα της εδώ και έντεκα χρόνια και κάνει καριέρα εδώ. Έχω πιει ήδη έναν καφέ στο δωμάτιο, οπότε να δοκιμάσω ένα μάφιν. Είναι με σοκολάτα και μπανάνα, ζεστό, λαχταριστό, θεϊκό. Έρχεται και ο Κιγιά και ξεκινάμε. Ήρθε η
 στιγμή που περίμενα. Η στιγμή της διαδρομής. Μια απόσταση τριών ωρών ανάμεσα σε δέντρα. Αλλά τι δέντρα; Όχι, δεν είναι καθόλου σαν αυτά που ξέρουμε.
Την περασμένη φορά που ήρθα στον Καναδά, ήταν Φλεβάρης. Η θερμοκρασία ήταν -40 και ήταν όλα χιονισμένα. Το κρύο εκείνο με είχε δυσκολέψει πολύ. Τόσο όσο και το +40 που είχα ζήσει Ιούλιο στην Λάρνακα. Στην πρώτη περίπτωση νομίζα πως θα πέσει η μύτη μου κάτω και θα τη μαζεύω, στη δεύτερη ότι θα κοπεί η ανάσα μου και θα πέσω κάτω η ίδια. Οι φίλοι Καναδέζοι, τότε, μου έλεγαν και μου ξανάλεγαν πως πρέπει να ξανάρθω φθινόπωρο για να δω τα δέντρα τους. Ό,τι είναι για την Ελλάδα το καλοκαίρι στα νησιά, είναι και το φθινόπωρο εδώ. Αν δεν το έχεις ζήσει, δεν έχεις καταλάβει τίποτα από την ουσία του τόπου. Γιατί η ουσία κάθε τόπου είναι το ζενίθ της ομορφιάς του.  Γι’ αυτό και ήθελα πολύ να κάνω αυτό το ταξίδι, όσο κι αν ακούγεται υπερβολικό. Αν ήταν πάλι χειμώνας, δεν θα το έκανα. Τώρα όμως το ήθελα πολύ και ο Θεός μού το χάρισε και τον ευχαριστώ. Για τα δέντρα το ήθελα. Πρώτα και κύρια, για τα δέντρα…
Μα όσο και να περιγράψω αυτό που έζησα τις τρεις αυτές ώρες, πάντα θα υπολείπεται το θαύμα που λόγια δεν έχει. Σειρές ατελείωτες, χιλιάδες δέντρα με φύλλα σαν λεπτά πλατανόφυλλα σε όλα τα χρώματα. Κιτρινωπά, καφετιά, πορτοκαλιά και φούξια σε όλους τους τόνους και τις διαβαθμίσεις, πλεγμένα μεταξύ τους. Άλλοτε ξεφυτρώνουν μέσα από καταπράσινα έλατα διακοσμώντας τις κορφές τους, άλλοτε μπαίνουν μπροστά σημαιοφόροι του Κάλλους, άλλοτε συμπλέκονται αξεδιάλυτα σαν αναρίθμητα ουράνια τόξα τρελά ερωτευμένα μεταξύ τους. Και πού και πού, ω Θεέ μου, πού και πού εκκωφαντικά κόκκινα, πύρινες λάβες ξεχύνονται, σαν καταρράκτες ξεπηδούν και σκάνε και σου λαβώνουν τις αισθήσεις αθεράπευτα. Δεν είναι μέθη, δεν είναι παραλήρημα της ομορφιάς. Είναι το ακραίο ταλέντο ενός αόρατου χεριού που από τότε που υπάρχει ζωγραφίζει δέντρα και μόνο δέντρα, και τίποτα άλλο. Είναι ένας ύμνος ουράνιος, είναι άρρητα χρώματα, είναι το πλέον ποικίλλο και καλλίφωνο μυστικό τραγούδι της φύσης. Ειναι δοξολογία. Ακατάπαυστη δοξολογία προς τον Μέγα Ζωγράφο. Τον Υπέρτατο Καλλιτέχνη των αιώνων του Σύμπαντος Κόσμου.
Ο Κιγιά οδηγάει, δίπλα του κάθεται ο Κυριάκος και κουβεντιάζουν μετά από πολύ καιρό που έχουν να βρεθούν. Αγαπιούνται σαν αδέρφια, καταλαβαίνονται, η φιλία τους έχει πολύ βαθιές ρίζες η ιστορία τους πηγαίνει πολλούς αιώνες πίσω, στον κοινό εκείνο τόπο των Περσών και των Ελλήνων. Πίσω στην γαλαρία ο Δρόσος με τον Ηλία ξεκαρδίζονται σαν σχολιαρόπαιδα σε σχολική εκδρομή. Στη μέση κάθομαι αριστερά εγώ και δεξιά η Ντιντέμ. Ευτυχώς είναι αρκετά μοναχική η φίλη μας, ακούει μουσική με τα ακουστικά της, στέλνει μηνύματα και κάποια στιγμή βγάζει και το βιβλίο της. Δεν είμαι σε θέση να πιάσω κουβέντα με κανέναν εν μέσω του θαύματος που ζω. Βγάζω κι εγώ το βιβλίο του Πορφυρίου. Διαβάζω και κοιτώ τα δέντρα, κοιτώ τα δέντρα και διαβάζω και όλα βρίσκονται σε απόλυτη αρμονία γύρω μου και μέσα μου. Το ένα ζευγαρώνει με το άλλο. Γιατί ένα θαύμα μπορεί να ζευγαρώσει μόνο με ένα άλλο θαύμα. Είμαι στο σημείο που ο άγιος ακούει τον κελαηδισμό του αηδονιού που τον λαβώνει όσο λαβώνουν κι εμένα τώρα τα δέντρα. Και τότε συνειδητοποιώ πως όπως το αηδόνι του δοξολογούσε τον Θεό ακόύραστα, αδιαφορώντας πλήρως αν το ακούει κανείς, έτσι και τα χιλιάδες φύλλα των δέντρων δοξολογούνε ανιστοίχως τον Θεό σε όλες τις γλώσσες των χρωμάτων αδιαφορώντας αν τα βλέπει κανείς.
Διαβάζω και κοιτώ. Αλλά όσο διαβάζω, μου συμβαίνει κάτι παράδοξο. Την πρώτη φορά που διάβασα αυτό το βιβλίο, επικεντρωνόμουν αθέλητα σε κοινά σημεία αντίληψης της ζωής και της ύπαρξης με τον άγιο, πράγμα που με συγκίνησε πολύ και με έφερε πολύ κοντά του. Τώρα συμβαίνει σχεδόν το αντίθετο. Όσο τον διαβάζω, τόσο αποκαλύπτονται μέσα μου πράγματα που με διαφοροποιούν από εκείνον. Φανερώνονται κρυφά πάθη μου και αστοχίες μου που ως ώρα αγνοούσα. Ίσως αυτό να συμβαίνει επειδή είχα μέσα μου αυτό το αίτημα και μου το χαρίζει ο Θέός διά του αγίου του. Μα είναι τόσο θαυμαστό να διεισδύεις στη ζωή ενός αγίου και να αναδύονται τα σφάλματά σου καθώς αυτός σε διδάσκει χωρίς να σε διδάσκει… 
Φτάνουμε στο Κεμπέκ και μπαίνουμε στο ξενοδοχείο. Οι μουσικοί θα πάνε κατευθείαν για πρόβα ήχου. Εγώ θα ξεκουαστώ λίγο και μετά θα παρω το δρόμο για την παλιά πανέμορφη πόλη μέχρι να καταλήξω στη συναυλία. Έχει πολύ ανήφορο, πρέπει να ανέβω στην κορφή του λόφου, δεν ξέρω και τον δρόμο. Κάποια στιγμή με κυριαρχεί μια έντονη ανασφάλεια, θα έλεγα επιθετική. Και εκεί που τα χαίρομαι όλα, στραβώνω και άμα στραβώνω, τα βλέπω όλα στραβά. Δεν μ’ αρέσει όμως που είμαι έτσι. Θυμώνω με τον εαυτό μου. Τον μαλώνω. Προσπαθώ να τον βάλω στη θέση του, αλλά αυτός αντιδρά και ζητά το δίκιο του. Μα το δίκιο του είναι φτηνό και ξενέρωτο. Και γιατι να νιώθω τόση ανασφάλεια; Απαντήσεις υπάρχουν, αλλά είναι μίζερες, δεν μου κάνουν. Τις ξερνάω σαν εμετό. Δεν είμαι του Θεού; Με άφησε ποτέ; Με φτύνω και με ξαναφτύνω, μέχρι που κάπως ηρεμώ. Η ομορφιά γύρω μου αρχίζει να αποκαλύπτεται και πάλι. 
Καταφέρνω να φτάσω στην παλιά πόλη, πράγμα για το οποίο πριν πολύ αμφέβαλα, και κάνω μια μικρή βόλτα. Με παραξενεύει η εικόνα της. Την προηγούμενη φορά ήταν όλα χιονισμένα και είχε μείενι στην ανάμνησή μου σαν το ομορφότερο παραμύθι που είχα δει να ζωνταντεύει μπροστά μου. Πάλι όμορφη είναι, αλλά όχι όπως νόμιζα τότε. Σκέφτομαι πως το χιόνι είναι σαν το πέπλο, το βέλο, που φορούσαν καλύπτοντας το πρόσωπο παλιά οι νύφες. Κάτω από το ωραιότερο πέπλο μπορούσε να κρύβεται το ασχημότερο πρόσωπο. 
Πηγαίνω στη συναυλία. Αφιερωμένη στον Δομήνικο Θεοτοκόπουλο έχει παλιά τραγούδια της εποχής του και νέες συνθέσεις του Κυριάκου και του Κιγιά. Μουσικοί και ακροατές είναι όλοι πάνω στο πατάρι της σκηνής του μεγάλου θεάτρου. Καρέκλες με τραπεζάκια δημιουργούν μια φιλική συνθήκη ακρόασης. Κάποια στιγμή αισθάνομαι ένα ρεύμα να με χτυπά στο αφτί. Οι γιαγιάδες μπροστά μου δεν καταλαβαίνουν τίποτα. Εγώ όμως την ευαισθησία μου την ξέρω. Αν μείνω λίγο ακόμα θα πάθω ψύξη. Σηκώνομαι, πηγαίνω πίσω και στέκομαι όρθια, όχι επειδή δεν έχει καρέκλες, αλλά επειδή το προτιμώ. Δεν με προσέχει κανείς κα μου αρέσει πολύ που έχω την άνεση να περιφέρομαι την ώρα της συναυλίας. Είμαι πίσω από όλους. Ωραία είναι να είσαι πίσω από όλους. Πιο ωραία απ’ ό,τι να είσαι μπροστά τους. Οι πλάτες έχουν κι αυτές τη δική τους γλώσσα. Και είναι όλες ακίνητες και την ίδια στιγμή ιδιαίτερα εύγλωττες. Κάποια στιγμή κουράζομαι και έτσι κάθομαι στα σκαλιά που οδηγούν στην άδεια πλατεία που χωρίζεται με σκοινάκια από τη σκηνή. Προτιμώ τα σκαλιά και τις πεζούλες από τις καρέκλες. Εκεί που νομίζω όμως πως είμαι μόνη, βλέπω καταμεσής της κενής πλατείας έναν άνθρωπο να κάθεται και να παρακολουθεί τη συναυλία από τοσο μακριά. Τελικά υπάρχει πάντα κάποιος πιο πίσω απ’ αυτόν που μένει πίσω, όπως εξάλλου και κάποιος που είναι πάντα πιο μπροστά κι απ’ τον πρώτο. Είναι καλό να γνωρίζουμε και το ένα και το άλλο.
Μαγευτική η συναυλία, το μόνο που ξενίζει αρκετά τα αφτιά μου, σχεδόν τα γρατζουνά, είναι η Σούζυ, η σοπράνο. Όταν όλα τελειώνουν και αρχίζουμε τα συγχαρίκια, τη συγχαίρω. Μου αρέσει δε μου αρέσει, κι αυτή κουράστηκε. Μου θυμίζει τότε πως στην αντίστοιχη συναυλία της Αθήνας ήταν άρρωστη, θέλοντας μάλλον να μου πει πως τότε δεν είχε τραγουδήσει τόσο καλά όσο σήμερα. Το θυμάμαι, έχει δίκιο πως ήταν άρρωστη, αλλά θυμάμαι και πως εκεί εγώ όταν ανέβηκα στη σκηνή για να διαβάσω τους στίχους μου στο τραγούδι του Δομήνικου που θα τραγουδούσε μετά η Φαραντούρη, μπερδεύτηκα και χωρίς να το θέλω ανέβηκα νωρίτερα, με αποτέλεσμα να χαλάσω το πρόγραμμα, κόβοντας ένα τραγούδι της Σούζυ, ενώ η καημένη είχε ήδη σηκωθεί και βλέποντάς με, ξανακάθησε αμήχανα. Ήταν καιρός, λοιπόν, να της ζητήσω ένα συγνώμη. Δεν το θυμόταν καθόλου, μου είπε. Δεν πειράζει, ακόμα καλύτερα, σκέφτηκα. Ας ξεμπερδεύουμε όμως με τα συγνώμη του παρελθόντος, γιατί δεν προλαβαίνουμε τα τωρινά.
Η νύχτα μας θα κλείσει με φαγητό και όλη η παρέα συγκεντρωμένη χαλαρώνει. Το επόμενο πρωινό, ο Κιγιά θα μας πάει μια βόλτα στην παλιά πόλη για να τη δούμε και μέρα