Labels

Sunday, April 22, 2018

Κυριακὴ τῶν Μυροφὸρων

Σχετική εικόνα

(Μάρκ. 15,43-16,8)

Τῷ καιρῷ ἐκείνω,
43. ἐλθὼν Ἰωσὴφ ὁ ἀπὸ Ἀριμαθαίας, εὐσχήμων βουλευτής, ὃς καὶ αὐτὸς ἦν προσδεχόμενος τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, τολμήσας εἰσῆλθε πρὸς Πιλᾶτον καὶ ᾐτήσατο τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ.
44. ὁ δὲ Πιλᾶτος ἐθαύμασεν εἰ ἤδη τέθνηκε, καὶ προσκαλεσάμενος τὸν κεντυρίωνα ἐπηρώτησεν αὐτὸν εἰ πάλαι ἀπέθανε· 
45. καὶ γνοὺς ἀπὸ τοῦ κεντυρίωνος ἐδωρήσατο τὸ σῶμα τῷ Ἰωσήφ. 
46. καὶ ἀγοράσας σινδόνα καὶ καθελὼν αὐτὸν ἐνείλησε τῇ σινδόνι καὶ κατέθηκεν αὐτὸν ἐν μνημείῳ, ὃ ἦν λελατομημένον ἐκ πέτρας, καὶ προσεκύλισε λίθον ἐπὶ τὴν θύραν τοῦ μνημείου.
47. ἡ δὲ Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ Μαρία Ἰωσῆ ἐθεώρουν ποῦ τίθεται. 
1. Καὶ διαγενομένου τοῦ σαββάτου Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ Μαρία ἡ τοῦ Ἰακώβου καὶ Σαλώμη ἠγόρασαν ἀρώματα ἵνα ἐλθοῦσαι ἀλείψωσιν αὐτόν. 
2. καὶ λίαν πρωῒ τῆς μιᾶς σαββάτων ἔρχονται ἐπὶ τὸ μνημεῖον, ἀνατείλαντος τοῦ ἡλίου.
3. καὶ ἔλεγον πρὸς ἑαυτάς· τίς ἀποκυλίσει ἡμῖν τὸν λίθον ἐκ τῆς θύρας τοῦ μνημείου;
4. καὶ ἀναβλέψασαι θεωροῦσιν ὅτι ἀποκεκύλισται ὁ λίθος· ἦν γὰρ μέγας σφόδρα.
5. καὶ εἰσελθοῦσαι εἰς τὸ μνημεῖον εἶδον νεανίσκον καθήμενον ἐν τοῖς δεξιοῖς, περιβεβλημένον στολὴν λευκήν, καὶ ἐξεθαμβήθησαν.
6. ὁ δὲ λέγει αὐταῖς· μὴ ἐκθαμβεῖσθε· Ἰησοῦν ζητεῖτε τὸν Ναζαρηνὸν τὸν ἐσταυρωμένον· ἠγέρθη, οὐκ ἔστιν ὧδε· ἴδε ὁ τόπος ὅπου ἔθηκαν αὐτόν.
7. ἀλλ’ ὑπάγετε εἴπατε τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ καὶ τῷ Πέτρῳ ὅτι προάγει ὑμᾶς εἰς τὴν Γαλιλαίαν· ἐκεῖ αὐτὸν ὄψεσθε, καθὼς εἶπεν ὑμῖν. 
8. καὶ ἐξελθοῦσαι ἔφυγον ἀπὸ τοῦ μνημείου· εἶχε δὲ αὐτὰς τρόμος καὶ ἔκστασις, καὶ οὐδενὶ οὐδὲν εἶπον· ἐφοβοῦντο γάρ.

 






Saturday, April 21, 2018

Προσκύνημα στους Αγίους Τόπους - Πατριαρχείο, Μονή Αγίου Σάββα, Ναός τηςΑναστάσεως - 6η Ημέρα και 7η Ημέρα αναχώρησης


Ξημέρωσε ο Θεός το Σάββατο. 
Η αφύπνιση στις 9.00, η αναχώρηση στις 9.30 το πρωί. Είναι η πιο χαλαρή μας μέρα, έχουμε ξεκουραστεί και κατευθυνόμαστε προς τα Ιεροσόλυμα με σκοπό να συναντήσουμε τον Πατριάρχη. Σήμερα τα μαγαζιά των Εβραίων είναι κλειστά, θα ανοίξουν την Κυριακή όπου θα είναι αντιστοίχως κλειστά αυτά των χριστιανών. Φτάνουμε στο πατριαρχείο και περιμένουμε να μας επιτρέψουν την είσοδο.  Από το σοκάκι έρχεται ο Γεράσων, μας καλημερίζει εύχαρις, ελάτε στο σπίτ μιου, λέει. Μα, ξέρετε, περιμένουμε τον πατριάρχη. Τότε ελάτε μετά τον Πατριάρχη, μένω εδώ δίπλα, ρωτήστε κι ελάτε. Τον βλέπω να σπρώχνει μια πανύψηλη ξύλινη πόρτα διαγωνιώς απέναντι, βγαίνοντας δεξιά από την είσοδο του Πατριαρχείου. Ο φύλακας μας ειδοποιεί να περάσουμε. Ανεβαίνουμε τα μαρμάρινη σκαλιά, φτάνουμε σε μία μεγάλη σάλα, μπαίνουμε στο σαλόνι υποδοχής, είμαστε το πρώτο γκρουπ που έχει φτάσει, καθόμαστε στις βελούδινες καρέκλες και αφού βλέπουμε πως θα έχουμε λίγη αναμονή κάποιοι βγαίνουμε στο ωραιό μπαλκόνι να δούμε τον ήλιο να ανεβαίνει πάνω από τις Ιεροσολυμίτικες στέγες. Στέγες σπιτιών, ναών, προσκυνημάτων, κωνικές, αψηδωτές, κατακόρυφες. Ποικίλες στέγες που σκεπάζουν τα θαύματα, τη μικρή και μεγάλη ζωή, την εφήμερη και αιώνια της πόλης. Κουβεντιάζω με τις δύο μικρές της παρέας. Δυο τριανταφυλλένια κορίτσια που μόνα τους, χωρίς συνοδεία, αποφάσισαν να κάνουν αυτό το ταξίδι. Τις νιώθω σαν κόρες μου, τις έχω έννοια, ωραία και πολύ ευαίσθητα παιδιά στην ηλικία των παιδιών μου. Μας ειδοποιούν να μπούμε στο σαλόνι, έχουν φάσει όλα τα γκρουπ, καθόμαστε, έρχεται και ο πατριάρχης, σηκωνόμαστε να τον υποδεχθούμε. Το γκρουπ των Ρώσων έχει πολλούς ιερωμένους, ανάμεσά τους και ένας επίσκοπος, δεν γνωρίζω ποιος είναι. Κάποιοι στέκονται όρθιοι πίσω από τις καρέκλες και ψέλνουν το Χριστός Ανέστη στα ελληνικά. Ο πατριάρχης απευθύνεται  στον επίσκοπο και κατά συνέπεια και σε όλους μας, ο Ρώσος μεταφραστής μεταφράζει. Μιλά απλά, καίρια, χωρίς φλυαρίες για την ιστορία του τόπου, τη βαρύτητά των προσκυνημάτων, την ουσία των πραγμάτων. Αφού τελειώνει ο επίσκοπος τον ευχαριστεί για την υποδοχή. Σιηκωνόμαστε και αφού περνούν πρώτοι οι ιερωμένοι, περνούμε κι εμείς με σειρά και τάξη να πάρουμε την ευχή και να δεχθούμε την εικονίτσα που μας δίνει ως ευλογιά. 

Βγαίνοντας από το πατριαρχείο, ο νεραρός, καλός και φιλότιμος αρχηγός μας, μάς ανακοινώνει πως έχουμε δυο ώρες ελεύθερο χρόνο που μπορεί καθένας να τον διαθέσει όπως θέλει. Οι περισσότεροι θέλουν να τριγυρίζουν στην αγορά. Εγώ θα πάω στον Δεσπότη, λέω, μας κάλεσε. Μισό λεπτό να τον πάρω τηλέφωνο, απαντά ο αρχηγός. Τον καλεί δυο φορές, αλλά ο Γεράσων δεν απαντά. Εγώ ντρέπομαι να πάω έτσι, αν πρώτα δεν συννενοηθώ μαζί του, μας λέει. Έχει δίκιο, αλλά σκέφτομαι πως δεν ξέρουμε ποια σχέση έχει ο άνθρωπος με το κινητό. Εγώ θα πάω γιατί μας κάλεσε, λέω, κι όποιος θέλει ας έρθει μαζί μου. Αν δεν μπορεί, θα το διαπιστώσουμε, αν δεν είναι εκεί, θα φύγουμε. Με ακολουθούν εφτά οχτώ μέλη της ομάδας. Ανοίγω την μεγάλη πόρτα, ανεβαίνουμε λίγα πέτρινα σκαλιά, στρίβουμε δεξιά και βρισκόμαστε σε μια ταράτσα με δυο τρεις εξόδους. Δεν ξέρω ποιον δρόμο να διαλέξω. Εκείνη τη στιγμή έρχεται ο φύλακας, του λέμε ποιον γυρεύουμε και μας οδηγεί. Φτάνουμε σε μια αυλή που το μισό της τμήμα είναι ένας ονειρεμένος ολάνθιστος κήπος. Ο φύλακας χτυπά το ρόπτρο μιας χαμηλής πόρτας, ο Γεράσων έρχεται και μας υποδέχεται με πλατύ χαμόγελο. Χαμηλοτάβανο, ταπεινό σπίτι, παλιά αρχοντικά έπιπλα, βιβλιοθήκες κατάφρορτες βιβλία. Μόλις καθόμαστε παίρνει στα χέρια ένα όμορφο σκεύος γεμάτο σοκολατάκια και μας κερνά. Ντρέπομαι που κοτζάμ δεσπότης μας υπηρετεί. Σηκώνομαι να τον βοηθήσω, δεν το αρνείται, πηγαίνει στην μικρή κουζίνα να βάλει τα αναψυκτικά, τον ρωτώ αν θέλει βοήθεια, μοίρασε εσύ τα ποτήρια να περνώ εγώ να σερβίρω τον χυμό. Το πρωινό φως του ήλιου λούζει τα μικρό σαλονάκι ήσυχα και απαλά. Και τι γίνεται και πώς περάσατε και πόσο σας χάρηκα, λέει ο Θεοφάνης και κάποιες κυρίες της παρέας δράπτουν της ευκαιρίας να εξομολογηθούν τους καημούς τους. Τι να κάνουμε με τα παιδιά μας που δεν πάνε στην εκκλησία, τον ρωτούν. Τίποτα να μην κάνετε, αφήστε τα παιδιά ήσυχα. Καλό είναι όταν είναι μικρά να φυτέψτε τον σπόρο, μετά αφήστε τα ήσυχα. Αν είναι να φυτρώσει, θα φυτρώσει. Αν μπορούν ν ακοινωνούν Χριστούγεννα και Πάσχα, να είστε ευχαριστημένοι. Είκοσι με τριάντα χρονών ο άνθρωπος είναι τρελός. Θυμάμαι κι εγώ τον εαυτό μου. Πρέπει να πήξει λίγο το μυαλό του ανθρώπου για να αναρωτηθεί, να αναζητήσει τον Θεό. Εγώ δεν στεναχωριέμαι όταν δεν βλέπω νέους στην εκκλησια, στεναχωριέμαι όταν δεν βλέπω γέρους. Σημαίνει πως μεγάλωσαν και δεν κατάλαβαν τίποτα…
Μια ευγενική κυρία μας λέει πως πρέπει να φύγουμε. Εχει δίκιο, τον κουράσαμε τον άνθρωπο κι ας μην το δείχνει. Θέλω να μείνω εκεί όσο γίνεται περισσότερο. Βγαίνω τελευταία και τον ρωτώ αν μπορεί να μας δεχθεί σε λίγη ώρα που θα βρεθώ με τον Κυριάκο. Σκέφτεται λίγο, στην αρχή μου λέει πως θα λειτουργήσει αύριο στον ναό της Αναστάσεως, μετά μόνος του το διορθώνει και μου λέει να έρθουμε ό,τι ώρα μπορούμε. Πράγματι θα ζήσουμε λίγο αργότερα μαι ώρα χαράς, Χάρης και ευλογίας καθισμένοι σαν φίλοι παλιοί στην μικρή κουζίνα του...
Μπαίνουμε στο λεωφορείο για να πάμε στο μοναστήρι του αγίου Σάββα. Μεγάλο προσκύνημα, μεγάλη ιστορία, άγιοι που σημάδεψαν την εκκλησιαστική μας ιστορία και τη ζωή μας. Είναι άβατον για τις γυναίκες, μπαίνουν μόνον οι άντρες. Μέχρι σήμερα η ζωή εκεί είναι πολύ αυστηρή, ούτε ρεύμα δεν έχουν. Ο μοναχός βγάζει κάποιοα λείψανα στην είσοδο να τα προσκυνήσουμε κι εμείς κι ύστερα κάθεται μαζί μας κάτω από τα δέντρα. Ο ήλιος έχει ανέβει ψηλά. Κάτι με ενοχλεί στην ατμόσφαιρα, δεν ξέρω τι. Ο καλόγερος αρχίζει και μιλά σαν διστακτικά, λίγο χαμηλόφωνα, κανείς δε ρωτά τίποτα, έχει επιβάλλει μια παράξενη σιγή. Αν και μιλά για την αγάπη, ο λόγος του ειναι αόριστος, θα μπορούσε να τον εκφέρει έτσι ακριβώς οποιοδήποτε άλλος. Αναφέρει τρία παραδείγματα, τα δύο αφορούν στο πρόσωπό του, το τρίτο τον άγιο Παϊσιο. Μετά από ώρα κάνει μια παύση. Θέλετε κάτι άλλο να σας πω; ρωτά. Μιλήστε μας για τον άγιο, λέω και την ίδια στιγμή το μετανιώνω που δεν κράτησα το στόμα μου κλειστό. Για τι άλλο σας μιλώ; απαντά και γελά ειρωνικά, γελούν και κάποιοι άλλοι, γελώ λίγο κι εγώ να μην τον προσβάλλω. Θέλω να απαντήσω πως τόση ώρα μας μιλά για τον εαυτό του και όχι για τον άγιο, αλλά δεν το λέω. Μόνο να φύγω θέλω. Δε με σηκώνει το κλίμα. Σηκώνομαι όσο πιο διακριτικά μπορώ και ανηφορίζω το μονοπάτι να δω γύρω γύρω το χτισμένο στον γκρεμό μοναστήρι. Αφού ξανασυγκεντρωννόμαστε κάποιοι από το γκρουπ μού λένε πως τους βοήθησε. Χαίρομαι. Πολλές οι ψυχές, κάθε μια κάτι άλλο θέλει, σε κάποια άλλη φάση βρίσκεται. Ποτέ δεν μπορείς να πεις τίποτα για κανέναν. Ο καθένας μακάρι να βρίσκει αυτό που διψά. 
Διασχίζουμε την έρημο, φτάνουμε στο ξενοδοχείο. Καθόμαστε στο Καφέ του και οι ουτίστες της παρέας, ο Κυριάκος και ο καλός οδηγός μας, θα παίξουν εναλλάξ για μας. Η νύχτα θα κυλίσει αγαπητικά για όλους όσους θα τη ζήσουμε στην αγκαλιά της μουσικής. 
Η επόμενη μέρα, η Κυριακή, είναι η ημέρα της αναχώρησης. Μα είναι κυρίως η ημέρα της αποκορύφωση του ταξιδιού. Γιατί αν η αποκορύφωση κάθε ταξιδιού είναι πάντα η Θεία Λειτουργία, πόσο μάλλον όταν αυτή λαμβάνει χώρα στον Ναό της Αναστάσεως των Ιεορσολύμων. Μεγάλη η τύχη μας να πρωτοστατεί ο δικός μας επίσκοπος. Βλέπω να τον ντύνουν οι διάκονοι μέσα στο Ιερό, να ανεβαίνει τα πολλά σκαλιά του θρόνου, να περνούν όλοι οι ιερωμένοι και να του βάζουν μετάνοια. Είναι ο ίδιος που την προηγούμενη μέρα μας κερνούσε σοκολατάκια, ο ίδιος που σαν παπαδάκι χωρίου γυρνούσε δυο μέρες μαζί μας, χωρίς να φάει και να πιει, με μια τσάντα στον ώμο που είχε μέσα του τα χρειαζούμενα. Βλέπω δυο τρεις λαϊκούς να ανεβαίνουν τα σκαλιά για να πάρουν την ευχή του. Άρα μπορώ κι εγώ, σκέφτομαι, να τον χαιρετίσω, γιατί θα φύγουμε πριν το τέλος της Λειτουργίας. Πηγαίνω και γελά με ένα πλατύ χαμόγελο. Λέμε δυο λόγια γλυκά και κατεβαίνοντας βλέπω την ομάδα των ανθρώπων που είχαν έρθει στο σπίτι του να πηγαίνουν να πάρουν την ευχή του. Χτυπούν οι καμπάνες χαρμόσυνα. Σε λίγο όλη η ιερή ακολουθία θα μετακινηθεί και θα την ακολουθήσει το πλήθος του κόσμου για να γίνει η Λειτουργία στον Πανάγιο Τάφο. Δεν το ήξερα αυτό. Οι ψάλτες ανεβαίνουν σε ένα μπαλκόνι και ψέλνουν από κει. Ανεβαίνω τα σκαλιά για να βλέπω. Να ακούς το Χριστός Ανέστη μπροστά στον Πανάγιο Τάφο, είναι πράγμα συγκλονιστικό. Να προετοιμάζει ο επίσκοπος τα Τίμια Δώρα εκεί, είναι ανεκδιήγητο. 
Λίγο πριν το Δι’ ευχών, αναχωρούμε. Θα περάσουμε πρώτα από τη Λήδα να προσκυνήσουμε τα λείψανα του Άη Γιώργη μας καιμετά από την πανέμορφη Γιάφα για να πιούμε εκεί έναν καφέ, αφού πρώτα προσκυνήσουμε τη μονή Αρχαγγέλων. Κατόπιν Τελ Αβίβ και αναχώρηση για Αθήνα και ακολούθως για Θεσσαλονίκη. Υποτίθεται πως προσγειωνόμαστε… 
Μια βδομάδα τώρα είμαι στην πόλη μου, μα ακόμα η καρδιά μου είναι εκεί. Στα ευλογημένα μέρη. Στα χώματα του Κυρίου. Χώμα κι εγώ. Πιο χώμα κι απ’ το χώμα. Γέματο βρωμιές, πέτρες, ξύλα. Με ρωτούν αν θέλω να ξαναπάω. Δεν ξέρω. Ούτε όταν γέννησα το πρώτο μου παιδί ήξερα να απαντήσω αν θέλω να κάνω άλλο και πότε. Όταν η οδύνη του τοκετού και η χαρά της κύησης φτάνουν στον ακραίο τους βαθμό, δεν μπορείς να μιλήσεις εύκολα. Μόνο ευγνωμονείς που τα αξιώθηκες. 
Χαίρομαι που το πρακτορείο Marios travel ήταν τόσο καλό, ο αρχηγός μας, ο Σιδέρης, εξαίρετος, ο οδηγός φιλότιμος και υπομονετικός, τα μέλη του γκρουπ άνθρωποι που είχαν αγάπη και ευλάβεια. Περισσότερο από όλα που είχαμε μαζί μας τον Θεοφάνη, τον άγιο Γεράσων. Αυτός ξεκλείδωσε τις στιγμές μας και την ουσία του ταξιδιού. Ο Θεός να τον έχει πάντα καλά και του χαρίζει το Φως Του, να βοηθά πάντα τους ανθρώπους. Το μόνο που μπορώ να πω πλέον είναι, και τω Θεώ, δόξα!


Thursday, April 19, 2018

Προσκύνημα στους Αγίους Τόπους - Ναός της Γεννήσεως και Οδός του Μαρτυρίου - 5η Ημέρα



Παρασκευή Ζωοδόχου Πηγής
Αναχωρούμε στις 7.00 το πρωί για να προλάβουμε να προσκυνήσουμε τον ναό της Γέννησης, του σπηλαίου της Φάτνης του Κυρίου. Το σημείο του βράχου εκείνου, όπως όλα τα αντίστοιχα σημεία, βρίσκεται κάτω από την Αγία Τράπεζα του ναού. Αν ξεκινήσει η Θεία Λειτουργία, φυσικά δεν θα μπορούμε να το προσκυνήσουμε. Πρόκειται για δύο ναούς μέσα σε έναν. Στον επάνω μεγάλο και ευρύχωρο έχει ήδη ξεκινήσει η Λειτουργία. Έχουμε έρθει σε πολύ καλή ώρα και είμαστε πίσω από ένα άλλο ελληνικό γκρουπ. Κατεβαίνουμε λίγα σκαλάκια και μπαίνουμε στον κάτω σπηλαιώδη ναϊσκο. Τον κυρίως χώρο τον έχει καταλάβει ένα γκρουπ Ρώσων. Οι γυναίκες όρθιες με μαντίλια στο κεφάλι στέκονται ακίνητες. Μπαίνοντας αριστερά κατεβαίνουμε άλλα δύο μαρμάρινα σκαλάκια και στεκόμαστε εκεί, αφού προσκυνούμε το ευλογημένο σημείο που λένε ότι βρέθηκε κάποτε αποτυπωμένο το χρυσό αστέρι και αφού το αφαίρεσαν οι Σταυροφόροι, το αντικατέστησαν με ένα άλλο μεταλλικό. Αρχίζει η Λειτουργία. Πολλοί ιερείς από διάφορα μέρη και ποικίλες φυλές, ένας πολύ νεαρός και φιλότιμος ψάλτης που καμιά φορά τα χάνει λίγο και παραφωνεί, σχεδόν όλα στα ελληνικά, κάποτε στα ρωσικά και στα αραβικά. Ένας γιγαντόσωμος γηραιός ηλιοκαμένος ιερέας φέρει όλο το βάρος της ηλικίας, της εμπειρίας και του κυρίου του χώρου. Αρκεί ένα του βλέμμα για να υποδείξει στους άλλους τι πρέπει να γίνει, τι να ειπωθεί και πώς. Σε πλημμυρίζει μια ζεστασιά σ’ αυτόν τον χώρο, διάχυτη σαν το φως εκείνου του αστέρα, θωπευτικό. Κάθομαι στα σκαλάκια, βλέπω ένα οχτάχρονο ρωσάκι που κουράζεται. Είναι ένα γλυκό κατάξανθο αγοράκι με γυαλιά. Με νοιάζει πολύ να μην κουράζονται τα παιδιά στην εκκλησία κι ας λένε κάποιοι πως αυτά δεν κουράζονται. Κατεβαίνω ένα σκαλί και του δείχνω να κάτσει στο επάνω. Διστάζει λίγο, αλλά μετά κάθεται με μεγάλη ανακούφιση. Με κοιτάζει συνέχεια. Σηκώνομαι για μια στιγμή και μια Ρωσίδα παίρνει τη θέση μου. Την παρακαλώ να κάνει λίγο πιο πέρα για να βγάλω μια φωτογραφία. Είναι αμετακίνητη σαν πεσός. Κάτσε, της λέω, φωτογραφία θέλω να βγάλω. Χαμπάρι. Μετακινείται ο μικρός και βγάζω τη φωτογραφία. Οι πιστοί μεταλαβαίνουν με τάξη και ευλάβεια. Βγαίνουμε από την άλλη έξοδο της σπηλιάς στις 9.30 αφου έχει τελειώσει η Ακολουθία. Τώρα έχουν σειρά να λειτουργήσουν οι Αρμένιοι. Έξω από τον περίβολο έχει ένα Καφέ μέσα στα δέντρα, πανέμορφο και με καλό καφέ.  
Μπαίνουμε στην παλιά πόλη και επισκεπτόμαστε το Υπερώο. Εκεί έγινε ο Μυστικός Δείπνος, η ψηλάφιση του Κυρίου από τον Θωμά, η Πεντηκοστή. Οι εβραίοι υποστηρίζουν ότι στο υπόγειο βρίσκεται ο τάφος του Δαυιδ. Εμείς θεωρούμε πως ο τάφος του είναι στην πατρίδα του, Βηθλεέμ.
Πορευόμαστε για τον ναό της Κοίμησης της Θεοτόκου. Περνούμε την πύλη του Δαυίδ και την πύλη της Δαμασκού. Φτάνουμε στον ναό που ήταν ο τάφος της Παναγίας. Περιστοιχίζεται από δώδεκα κολόνες που συμβολίζουν τους Αποστόλους. Τα προσκυνήματα σαν αυτό που τα έχουν οι Καθολικοί, δεν έχουν βέβαια εικονες, αλλά αγάλματα. Αυτό σε μας προκαλεί μια  εντύπωση σχεδόν απωθητική. Το τρισδιάστατο άγαλμα  διατηρεί όλο το βάρος της ανθρώπινης ύπαρξης χωρίς να μπορεί να αποδώσει την πνευμαιτκότητα τέτοιων ιστορικών προσώπων. Σε αντίθεση η τέχνη των βυζαντινών εικόνων κατάφερε με την δυσδιάστατη απεικόνιση να εγκυβωτίσει αυτήν την πνευματικότητα και με την παράδοξη, σχεδόν κάθετη προοπτική του τοπίου να  περικλείει μέσα στο έργο αυτό που όντως επιτεύχθηκε, την ένωση ουρανού και γης. Πόσο βαριά και σάρκινα τα αγάλματα σε σχέση με τις ανάλαφρες λεπτεπίλεπτες εικόνες.
Κοντά στον ναό υπάρχει ένας κήπος με λιόδεντρα. Είναι ο κήπος της προδοσίας του Ιησού από τον Ιούδα και της πέτρας της αγωνίας πάνω στην οποία προσευχήθηκε τις τελευταίες στιγμές πριν από τη σύλληψή του ο Κύριος. Έχει οχτώ δέντρα πο χρονολογούνται δυο χιλιάδων ετών. Η ομορφιά του κήπου είναι σε απόλυτη αντιδιαστολή με το συμβάν.
Λίγα βήματα πιο πέτρα ο τόπος που λιθοβολήθηκε ο πρωτομάρτυρας Στέφανος. Σε τούτον τον τόπο που βρέθηκα, οι βράχοι φωνάζουν, οι πέτρες μιλούν. Μαρτυρούν τις πιο τραγικές στιγμές της ανρθωπότητας.

Συνεχίζουμε για το σπίτι του Ιωακείμ και της Άννας και κατευθυνόμαστε προς την οδό του μαρτυρίου. Κάθε στάση και πόνος. Κάθε στάση και ναός που αγιάζει τον πόνο και τον οδηγεί εκεί που πόνος δεν υπάρχει. Από δω έδιωξε ο Καϊάφας τον Χριστό, εδώ τον  υποδέχθηκε ο Πιλάτος. Εδώ τον περιπαίζουν οι στρατιώτες και τον φτύνουν. Τον χτυπούν με το φραγκέλιο που έχει δεκατρείς απολήξεις με σφαιρίδια και αιχμηρά κόκκαλα ζώων. Σε κάθε χτύπημα δεκατρείς πληγές. Σαράντα χτυπήματα. Του βγάζουν τα ρούχα, του φορούν κόκκινη χλαμύδα να τον γελοιποιήσουν. Τα αίματα τρέχουν. Κολλάει η χλαμύδα πάνω τους. Την τραβούν να του ξαναβάλουν τα ρούχα του. Αφόρητοι πόνοι. Πάνω σ’ αυτό το μάρμαρο ρίχνουν τα ζάρια να μοιράσουν τα ρούχα του. Εδώ κραυγάζουν το “Σταυρωθήτω”, εδώ απελευθερώνουν τον Βαρραβά. Εδώ του φορούν το ακάνθινο στεφάνι. Εδώ το Πραιτώριο. Στο φρούριο της Αντωνίας η δίκη. Σ’ αυτό το σκοτεινό υπόγειο τον φυλακίζουν. Η Via Dolorosa είναι ο δρόμος που περπάτησε ο Κύριος φορτωμένος τον Σταυρό μέχρι να φτάσει στον Γολγοθά. Έναν σταυρό που δεν ήταν φτιαγμένος από δύο απλά ξύλα, αλλά από δύο κορμούς δέντρων. Εδώ πέφτει λυγίζοντας από το βάρος και τον βοηθά ο Κυρηναίος. Εδώ συναντά την Παναγία, εκεί τις μαθήτριες. Εδώ το αίμα του Θεανθρώπου ξέπλυνε μια για πάντα το αίμα όλων των αιώνων. Των πριν, των τότε και των ερχόμενων…
Ο κύριος Χρήστος είναι σήμερα ξεναγός μας.  Το όνομά του στα αραβικά είναι Issa, τουτέστι Ιησούς. Παλαιστίνιος γεννημένος στη Βηθλεέμ κρατά από παλιά γενιά που αιώνες τώρα ήταν όλοι χριστιανοί. Στα νειάτα του σπούδασε στη Θεσσαλονίκη. Μου επιτρέπεις να σε λέω, πατρίδα; με ρωτά. Η πόλη σου είναι για μένα πατρίδα. Ερωτεύτηκα εκεί, μα όταν τέλειωσα τις σπουδές μου αναρωτήθηκα ποια ελληνίδα θα μπορούσε να αντέξει αυτή τη ζωή σ’ αυτόν τον τόπο και έτσι γύρισα και παντρεύτηκα την κυρά μου. Ο λόγος του, οι κινήσεις του, η έκφραση του προσώπου του προδίδουν όλην την ευγένεια και την κουλτούρα της ράτσας του. Στον ελεύθερο χρόνο που μας μένει οι περισσότεροι σκορπίζουν στην αγορά. Πού θέλεις να πας, με ρωτά. Να φάω κάτι απλό και νόστιμο και να βγούμε από τον πολύ κόσμο που έχει το παζάρι, κάπου ήσυχα, ψηλά, με θέα. Προχωρούμε, περνούμε κάτω από τις καμάρες του Θεοδοσίου, ανεβαίνουμε σκάλες και βρισκόμαστε στην ταράτσα ενός εστιατόρίου σκεπασμένη με τέντες. Τρώμε ένα θαυμάσιο φελάφελ και πίνουμε ένα αναψυκτικό. Ησυχάζει η ψυχή βλέποντας τις στέγες και τον γαλάζιο ουρανό. Έχουν φύγει όλοι, μια κυρία μένει στο τέλος μαζί μας. Είναι ώρα για γλυκό, μας λέει, πάμε να φάτε κάτι που δεν έχετε ξαναφάει. Ξαναμπαίνουμε στη βουρερή αγορά. Είναι ένα παράξενο γλυκό ταψιού σαν από ψημένο συμιγδάλι με γέμιση τυρί, συροπιαστό, ζεστό, υπέροχο. Μας το κερνάει ο καλός άνθρωπος. Πάμε στο σημείο συνάντησης, απόγευμα πια. Ξεκουραζόμαστε λίγο. Σε λίγη ώρα μια ομάδα του γκρουπ θα έρθει μαζί μου για τη συναυλία του Κυριάκου έξω από τη Βηθλεέμ. “Τα μουσικά ταξίδια του Μάρκο Πόλο” θα αποτελέσουν το ονειρεμένο κλείσιμο αυτής της ευλογημένης ημέρας. 





























Tuesday, April 17, 2018

Προσκύνημα στους Αγίους Τόπους - Ιεριχώς και Σαραντάρειο όρος - Η συκομορέα του Ζακχαίου - Μικρή Γαλιλαία - συνέχεια 4ης Ημέρας


Πλησιάζουμε προς την Ιεριχώ. Ο αρχηγός της εκδρομής μάς ενημερώνει πως υπάρχουν δύο επιλογές για να ανεβούμε στο Σαραντάρειο όρος ή με τα πόδια ή με το τελεφερίκ που κοστίζει 14 ευρώ. Ωστόστο τα περίπου εκατό σκαλιά για το μοναστήρι που έχει χτιστεί στην κορυφή δεν τα γλυτώνει κανείς. Οι περισσότεροι είτε είναι ήδη κουρασμένοι από τη διαδρομή στο μοναστήρι του Χοτζεβά, είτε προτιμούν το τελεφερίκ για λόγους εμπειρίας που δεν είχαν ξαναζήσει. Εγώ την έχω ξαναζήσει στη Βηρυτό και άριστα με τη συγχωρεμένη φίλη μας, την περίφημη κανονιέρισσα Ιμάν Χομσί. Ας μείνω με εκείνη την ανάμνηση, σκέφτομαι. Κι ας κάνω κάτι παραπάνω απ’ αυτό που θα ήθελα. Σαράντα μέρες δε θα μείνω στο όρος, όπως ο Χριστός, ούτε και θα νηστέψω και θα προσευχηθώ τόσο καιρό εκεί, όπως έκανε Εκείνος. Τουλάχιστον, ας το ανέβω με τα ποδαράκια μου, λέω. Το λεωφορείο μας αφήνει στη ρίζα του βουνού, η διαδρομή φαίνεται μικρή και όχι τόσο απότομη, το όρος λιγότερο ψηλό απ’ αυτό που φανταζόμουν. Είμαστε έξι συνοδοιπόροι, ο ήλιος ανεβαίνει, ξεκινάμε καθένας με τον ρυθμό του. Ανηφορίζω αργά και ήσυχα σε απόσταση από τους φίλους. Ήδη με τους περισσότερους έχουμε γίνει φίλοι πλέον κι αυτό έχει μια ομορφιά. Μικρά μαγαζάκια Παλαιστινίων βρίσκονται στην αρχή της σκάλας. Κάνω μια στάση, δεν ήταν τόσο κουραστική η διαδρομή. Τα σκαλιά που αρχίζω να ανεβαίνω είναι πλατιά, κάποιοι έχουν σταματήσει κάπου στη μέση, δεν αντέχουν παραπάνω είτε λόγω ηλικίας, είτε προβλημάτων υγείας. Φτάνοντας στην κορυφή διασχίζεις ένα στενό δρομάκι που απ’ τα αριστερά έχει μικρά οικήματα στα οποία υποθέτω πως έμεναν οι μοναχοί και στα δεξιά και πάνω κι απ’ το κεφάλι στου είναι ο βράχος. Μπαίνουμε στον σκοτεινό ναό, μαυρισμένος κι αυτός, με μια γλύκα ιδιαίτερη. Μια μικρή σκαλίτσες οδηγεί στην πέτρα που μένει εις ανάμνηση εκείνης που πάτησε ο Χριστός όταν αντιμετώπισε τους τρείς πειρασμούς του διαβόλου αμέσως μτά τη νηστεία. Ο πρώτος βιολογικός. Κάνε τις πέτρες ψωμί να χορτάσεις, του λέει. Ο Κύριος αρνείται. Δεν χορταίνεις και δεν ζεις μόνο με ψωμί, απαντά. Δεν έχει ανάγκη να αποδείξει τίποτα. Έτσι μας υποδεικνύει πως πνευματική ζωή υποτάσσει την βιολογική ανάγκη και μας οδηγεί από την έρημο της ισοτρίας στην χαρά της Βασιλείας του Θεού. Ο δεύτερος πειρασμός είναι πευματικός και ζητά να κλονίσει τη σχέση του Υιού με τον Πατέρα και μάλιστα μέσα στον Ναό. Παίρνει τον Κύριο και τον οδηγεί στον Ναό και του λέει “πέσε από εδώ στον γκρεμό κι ο Θεός θα σε σώσει διά των αγγέλων Του”. Ο διάβολος γνωρίζει τις γραφές, μιλά με απόσπασμα της Παλαιάς Διαθήκης. Νομίζω πως είναι αντίστοιχος πειρασμός με αυτόν στον οποίο υπέκυψαν οι πρωτόπλαστοι. Να γίνουν θεοί από μόνοι τους, έξω από τη σχέση τους με τον Πατέρα.  Είναι ο πειρασμός που λέει και σήμερα στους ανθρώπους πως θα πιστέψουν μόνο αν δουν ή ζήσουν ένα θαύμα. Ο Χριστός αρνείται και πάλι. Η πίστη δεν είναι καρπός θαυμάτων. Είναι δωρεά του Αγίου Πνεύματος και αποτέλεσμα της ελεύθερης βούλησης του ανθρώπου που αγαπά τον Θεό και δικαιώνεται από τους πνευματικούς της καρπούς. Και ο τρίτος πειρασμός είναι αυτός της εξουσίας και της δύναμης. Αν πέσεις και με προσκυνήσεις θα σου χαρίσω όλα τα βασίλεια του κόσμου. Ο Χριστός και πάλι αρνείται. Απαντά μέσα από τις Γραφές. Μόνο τον Θεό προσκυνούμε. Εξάλλου ο Κύριος το έχει πει καθαρά, δεν ήρθα να με υπηρτήσουν, αλλά να υπηρετήσω.
Βγαίνω στο μικρό μπαλκονάκι του ναού. Η θέα είναι μοναδική. Σαν πιάτο κάτω απ’ τα μάτια σου απλώνεται όλη η Ιεριχώ. Μένω λίγο στον ναό. Κάθομαι στο ψαλτήρι. Αποχωρούν οι προσκυνητές. Σε λίγο αναχωρώ κι εγώ. Συναντιόμαστε πάλι κάτω και έρχεται το λεωφορείο να μας πάρει. Στον χρόνο που έχουμε γνωριζόμαστε λίγο παραπάνω. Όλα γίνονται λίγο λίγο, βήμα βήμα. Απαλά, θα έλεγε ο Πορφύριος.
Πορευόμαστε προς τον ναό του αν ενθυμούμαι καλώς είναι αφιερωμένος στον προφήτη Ελισσαίο. Βλέπω εικόνα του αγίου Ζακχαίου. Δεν ήξερα πως έγινε άγιος ο Ζακχαίος. Προσκυνούμε τις εικόνες του ναού και ο Γεράσων μας διαβάζει την περικοπή. Μας δείχνει την απολιθωμένη συκομορέα που προστατεύεται από μια βιτρίνα κάτω από μια αντίστοιχη ζώσα. Αειθαλές δέντρο και υπεραιωνόβιο που ανήκει στην ομάδα των φίλων με πλούσιο φύλλωμα που φτιάχνει καρπούς όμοιους των σύκων. Εκεί ανέβηκε ο κοντός Ζακχαίος που είχε διακαή πόθο να δει τον Κύριο. Τον είδε ο Κύριος, διάβασε την καρδιά του, θα έρθω στο σπίτι σου, του είπε. Και τότε ο Ζακχαίος έλιωσε από την αγάπη του Κυρίου. Τα μισά μου υπάρχοντα τα δίνω στους φτωχούς, φώναξε. Επισημαίνει ο Γεράσων, δεν τα χάρισε όλα. Φαίνεται πως ήθελε να βεβαιωθεί λίγο ακόμα. Βήμα βήμα προχωρούμε στην πίστη, όχι με άλματα.
Η τελευατία στάση της ευλογημένης αυτής ημέρας θα γίνει στην μικρή Γαλιλαία. Αγαπημένος τόπος του Κυρίου. Εκεί συνάντησε τους μαθητές του μετά την Ανάστασή του. Μπαίνουμε σε ένα κτήμα εκατόν είκοσι στρεμμάτων. Εκατέρωθεν του πλακόστρωτου δρόμου που το διασχίζει ελιές και κυπαρίσσια, λαξεμένες πέτρες μεγάλες που τις έχουν αφήσει εκεί προσωρινά από τότε που έφτιαξαν τον Πανάγιο Τάφο. Τα πουλιά δεν χορταίνουν να κελαηδούν κι εμείς να τα ακούμε. Καθώς προχωρά μπροστά ο Γεράσων συνομιλώντας με τους προσκυνητές μένω πίσω και τους κοιτώ. Τι ευλογία ήταν αυτή… Μπροστά ο διδάσκαλος και μαζί οι μαθητές του… αυτή είναι επιτυχημένη και ουσιαστική προσομοίωση… είμαστε στο όρος των ελαιών...
Στο τέλος της διαδρομής φτάνουμε σε ένα αίθριο που έχει από τη μια τον ναό που είναι ο ναός των Γαλιλαίων ανδρών και της Αναλήψεως και έχει απέναντι την παλιά πατριαρχική κατοικία. Εκεί διέμεναν όλοι οι παλιοί πατριάρχες Ιεροσολύμων εκτός από τους δύο τελευταίους που προτιμούν να μένουν μέσα στα Ιεροσόλυμα. Τώρα το παλιό αρχοντικό μένει και ρημάζει. Κι είναι κρίμα, γιατί η ομορφιά και η γαλήνη του τόπου δεν συγκρίνεται. Αναγαλλιάζει η ψυχή εδώ, ξεδιπλώνεται σαν πουλί που ανοίγει τα φτερά του για τους ουρανούς.
Ο ήλιος δύει. Μπαίνουμε στο λεωφορείο και παίρνουμε τον δόρμος της επιστροφής. Από αύριο χωρίς τον Γεράσων. Έχει νυχτώσει. Ο δρόμος είναι μακρύς. Λίγο πριν αφήσουμε τον σεβασμιότατο μας λέει: Σας ευχαριστώ για τη χαρά που μου δώσατε. Ήσασταν ένα πολύ καλό γκρουπ. Συγχωρέστε με που δεν κατάφερα να μιλήσω προσωπικά με όλους σας. Ήταν πολλά αυτά που είχαμε να επισκεφτούμε. Αν θέλετε να θυμάστε κάτι από μένα, σας παρακαλώ να θυμάστε μόνον αυτό. Να εκκλησιάζεστε, να λειτουργήστε. Όχι για να γίνετε καλύτεροι άνθρωποι. Δεν θα γίνουμε καλύτεροι άνθρωποι. Κακοί, στραβοί κι ανάποδοι θα μείνουμε για πάντα. Αλλά να μην αποκοπούμε ποτέ από τον Χριστό. Μόνον αυτό…
Κατεβαίνει ο δεσπότης μας, συνεχίζουμε για τη Βηθλεέμ και το ξενοδοχείο μας. Θα μας πεις ένα πραμύθι, ρωτούν κάοιοι, για να κοιμηθούμε; Θα σας πω, λέω, και πάω μπροστά στη θέση του δεσπότη που είναι και το μικρόφωνο. Για κοίτα, σκέφτομαι, είναι που μικρή ήθελα να γίνω δεσπότης... από δω το έχω, από κει το έχω, στη θέση του κάθομαι...  Τους λέω το άλλο ωραίο μικρασιάτικο παραμύθι με το σκύλο του Σουλτάνου. Τους αρέσει πολύ, γελούν και φτάνουμε στο ξενοδοχίο μας...