Ήταν πριν από δέκα, δώδεκα, δεκαπέντε χρόνια.
Άγνωστοι άνθρωποι που τύχαινε να βρεθούν δίπλα μου σ’ ένα λεωφορείο, στα καλά καθούμενα και δίχως να τους ρωτήσω, μου εξιστορούσαν τη ζωή τους με λίγα λόγια, απλότητα και σαφήνεια. Ήταν τα χρόνια που ξέσπασε η οικονομική κρίση, ακολούθησε η πανδημία και τα κινητά δεν είχαν εδραιώσει ακόμα τη μοναρχική αυτοκρατορία τους. Οι απλοί άνθρωποι είχαν ανάγκη να μιλήσουν. Δεν ξέρω γιατί με επέλεγαν. Ίσως κι εγώ τότε να ήμουν πιο ανοιχτή. Δεν ξέρω, αναρωτιέμαι.
Οι περισσότερες ιστορίες στο βιβλίο «Τ’ αδέρφια του δρόμου» είναι οι αληθινές ιστορίες κάποιων συμπολιτών μου.
Είναι όμως και στιγμές συνάντησης που είχα με αλλοεθνείς, όπως τον επαίτη στο Παρίσι, τον Άραβα πωλητή χαλιών στην Τύνιδα, τη μουσουλμάνα στο αεροπλάνο, τον Τούρκο, τον Ρουμάνο και τον τσιγγάνο που μου ζήτησαν ένα τσιγάρο.
Είναι επίσης στιγμές συνάντησης στη λαϊκή αγορά που μαζί με τις φωνές των παραγωγών ξεδιπλώνονται και οι καρδιές οι δικές τους και των πελατών τους μέσα από αυθόρμητες και συχνά χιουμοριστικές συνομιλίες.
Και τέλος είναι και στιγμές κατά τις οποίες τίποτα δεν ειπώθηκε κι όμως συνδέθηκα με άγνωστους ανθρώπους στο δρόμο. Με εικόνες και τοπία της Θεσσαλονίκης και των πόλεων στις οποίες ταξίδεψα και με καθόρισαν.
Ένα ταξίδι στις ανθρώπινες καρδιές είναι «Τ’ αδέρφια του δρόμου» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αρμός. Στα πάθια και τους καημούς του κόσμου κατά τον Παπαδιαμάντη.
Το εξώφυλλο είναι έργο του Χρήστου Αλαβέρα, ενώ κάθε διήγημα κοσμεί μια ζωγραφιά με σπουργίτια της Ελένης Μπάρκα.
Στην έκθεση βιβλίου της παραλίας στη Θεσσαλονίκη θα έχουμε την πρώτη παρουσίαση αυτού του βιβλίου την Παρασκευή 28 Ιουνίου στις 9.30μμ. Εκεί που τα περίπτερα και τα βιβλία ατενίζουν τον Θερμαϊκό και στο βάθος τον Όλυμπο κι έχουν στην πλάτη τους την Άνω Πόλη και τον Άγιο Δημήτριο.
Οπισθόφυλλο
Από μικρή, η μαμά με αποκαλούσε «Πορτογύρα». Και είχε δίκιο.
Δεν ήθελα να μένω στο σπίτι. Να παίρνω τους δρόμους ήθελα.
Έτσι μεγάλωσα. Στις λαϊκές αγορές και στα παζάρια.
Στα μέσα μαζικής μεταφοράς. Στη Θεσσαλονίκη και σε όλους τους τόπους που αξιώθηκα να ταξιδέψω.
Τόση ήταν η λαχτάρα μου να συναντώ άγνωστους ανθρώπους, που πολλοί το καταλάβαιναν και μου εξιστορούσαν τους καημούς και τα πάθη τους.
Κάθε συνάντηση κι ένα θαύμα. Κάθε άνθρωπος σημαντικός μέσα στην ανωνυμία του, πολύτιμος στην ταπεινή ζωή του. Κάθε ψυχή κι ένα φως κρυμμένο.
Τους είμαι βαθιά ευγνώμων. Μ’ έκαναν δική τους κι έγιναν δικοί μου. Κι έφτασαν να είναι τόσοι πολλοί, που αισθάνομαι πως έχω παντού συγγενείς. Παντού αδέρφια.
Η παρούσα συλλογή διηγημάτων είναι ένα κεράκι για όλους. Τους εδώ και τους εκεί.









