Labels

Sunday, June 13, 2021

Κυριακή των Αγ. Πατέρων της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου (Ιωάν. 17,1-13)

 Τῷ καιρῷ ἐκείνω, ἐπάρας ὁ Ἰησοῦς 

1. τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ εἶπε· πάτερ, ἐλήλυθεν ἡ ὥρα· δόξασόν σου τὸν υἱόν, ἵνα καὶ ὁ υἱὸς δοξάσῃ σε, 

2. καθὼς ἔδωκας αὐτῷ ἐξουσίαν πάσης σαρκός, ἵνα πᾶν ὃ δέδωκας αὐτῷ δώσῃ αὐτοῖς ζωὴν αἰώνιον. 

3. αὕτη δέ ἐστιν ἡ αἰώνιος ζωή, ἵνα γινώσκωσί σε τὸν μόνον ἀληθινὸν Θεὸν καὶ ὃν ἀπέστειλας Ἰησοῦν Χριστόν. 

4. ἐγὼ σὲ ἐδόξασα ἐπὶ τῆς γῆς, τὸ ἔργον ἐτελείωσα ὃ δέδωκάς μοι ἵνα ποιήσω· 

5. καὶ νῦν δόξασόν με σύ, πάτερ, παρὰ σεαυτῷ τῇ δόξῃ ᾗ εἶχον πρὸ τοῦ τὸν κόσμον εἶναι παρὰ σοί. 

6. Ἐφανέρωσά σου τὸ ὄνομα τοῖς ἀνθρώποις οὓς δέδωκάς μοι ἐκ τοῦ κόσμου. σοὶ ἦσαν καὶ ἐμοὶ αὐτοὺς δέδωκας, καὶ τὸν λόγον σου τετηρήκασι. 

7. νῦν ἔγνωκαν ὅτι πάντα ὅσα δέδωκάς μοι παρὰ σοῦ ἐστιν· 

8. ὅτι τὰ ῥήματα ἃ δέδωκάς μοι δέδωκα αὐτοῖς, καὶ αὐτοὶ ἔλαβον, καὶ ἔγνωσαν ἀληθῶς ὅτι παρὰ σοῦ ἐξῆλθον, καὶ ἐπίστευσαν ὅτι σύ με ἀπέστειλας. 

9. Ἐγὼ περὶ αὐτῶν ἐρωτῶ· οὐ περὶ τοῦ κόσμου ἐρωτῶ, ἀλλὰ περὶ ὧν δέδωκάς μοι, ὅτι σοί εἰσι.

10. καὶ τὰ ἐμὰ πάντα σά ἐστι καὶ τὰ σὰ ἐμά, καὶ δεδόξασμαι ἐν αὐτοῖς. 

11. καὶ οὐκέτι εἰμὶ ἐν τῷ κόσμῳ, καὶ οὗτοι ἐν τῷ κόσμῳ εἰσί, καὶ ἐγὼ πρὸς σὲ ἔρχομαι. πάτερ ἅγιε, τήρησον αὐτοὺς ἐν τῷ ὀνόματί σου ᾧ δέδωκάς μοι, ἵνα ὦσιν ἓν καθὼς ἡμεῖς. 

12. ὅτε ἤμην μετ’ αὐτῶν ἐν τῷ κόσμῳ, ἐγὼ ἐτήρουν αὐτοὺς ἐν τῷ ὀνόματί σου· οὓς δέδωκάς μοι ἐφύλαξα, καὶ οὐδεὶς ἐξ αὐτῶν ἀπώλετο εἰ μὴ ὁ υἱὸς τῆς ἀπωλείας, ἵνα ἡ γραφὴ πληρωθῇ. 13. νῦν δὲ πρὸς σὲ ἔρχομαι, καὶ ταῦτα λαλῶ ἐν τῷ κόσμῳ ἵνα ἔχωσι τὴν χαρὰν τὴν ἐμὴν πεπληρωμένην ἐν αὐτοῖς.


https://aerapatera.wordpress.com/2021/06/13/κυριακή-των-αγ-πατέρων-της-α΄-οικουμεν-2/

Friday, June 11, 2021

Δεν είσαι ασφαλής αν δεν είναι όλοι ασφαλείς ΧΑΡΙΔΗΜΟΣ Κ. ΤΣΟΥΚΑΣ*

 Οι αστροναύτες του «Apollo 11» (1969) ανέφεραν ότι, βλέποντας για πρώτη φορά τη Γη από το Διάστημα, βίωσαν μια σημαντική αλλαγή στη συνείδησή τους: συνειδητοποίησαν την ενιαιότητα και τη μοναδικότητα της Γης στο σκοτεινό σύμπαν. «Ενα υπέροχο κόσμημα στον μαύρο, βελούδινο ουρανό», παρατήρησε ποιητικά ένας από αυτούς, ο Μπαζ Ολντριν. Πήγαν στη Σελήνη αλλά ανακάλυψαν τη Γη! Αυτή η νέα οπτική γωνία ήταν η απαρχή

δημιουργίας πλανητικής συνείδησης.

Η οικουμενική εμπειρία της πανδημίας υπογραμμίζει κάτι αντίστοιχο – τη βαθιά αλληλεξάρτηση των ανθρώπινων ενοίκων του πλανήτη. Παραδοσιακά ήταν οι φιλόσοφοι και οι λογοτέχνες αυτοί που

Πώς τη διαχειριζόμαστε; Ανθρώπινα, δηλαδή αντιφατικά: και δημιουργικά και στερεότυπα, και αλτρουιστικά και ιδιοτελώς. Ωστόσο, τα δύο σκέλη των ζευγών δεν είναι ισοδύναμα: ενστικτωδώς προκρίνουμε το οικείο και το συμφέρον. Η επιμονή της πανδημίας, όμως, μας ωθεί να αποκτήσουμε οικουμενική προοπτική, όχι μόνο γιατί είναι ηθικώς επιβεβλημένο αλλά και γιατί είναι υγειονομικά συμφέρον. Με νοιάζει η υγεία των Ινδών λ.χ. διότι επηρεάζει τη δική μου (ήδη η ινδική μετάλλαξη του κορωνοϊού κυριαρχεί στη Βρετανία), όπως μεριμνώντας για την υγεία μου προστατεύω τη δική

σου. Αλληλεξάρτηση σημαίνει σχέση – υπάρχω επειδή υπάρχεις. Σχετίζομαι μαζί σου θα πει ότι η συμπεριφορά μου δεν αντανακλά μόνο τις δικές μου επιθυμίες αλλά συνδιαμορφώνεται από τις δικές σου. Στο μέτρο που η σχέση υποδηλώνει διάρκεια, μετέχουμε σε ένα επαναλαμβανόμενο «παίγνιο»:

δεν μας νοιάζει μόνο το σήμερα αλλά και το αύριο· να εκταθεί η σχέση στον χρόνο. Η πρώτιστη ευθύνη κάθε. κυβέρνησης είναι, ευλόγως, η υγεία του πληθυσμού της. Ποιες χώρες είναι (ή γρήγορα γίνονται) οι πιο καλά εμβολιασμένες; Οι πλουσιότερες. Ποιες έχουν μείνει πίσω; Οι φτωχότερες. Παγκοσμίως, έχουν χορηγηθεί 26 δόσεις εμβολίων ανά 100 κατοίκους. Οι ανισότητες στην κατανομή τους είναι εντυπωσιακές: οι 29 φτωχότερες χώρες, με το 9% του παγκόσμιου πληθυσμού, έχουν λάβει το 0,3% των δόσεων. Διαφορετικά: το 85% των εμβολιασμών έχει γίνει σε χώρες άνω του μεσαίου εισοδήματος, ενώ μόνο το 0,3% έγινε σε χώρες χαμηλού εισοδήματος. Εν ολίγοις: οι πλούσιες χώρες πραγματοποίησαν τους περισσότερους εμβολιασμούς. Ηδη άρχισαν να εμβολιάζουν, χωρίς να είναι απολύτως απαραίτητο, και τους εφήβους τους, τη στιγμή κατά την οποία υπάρχουν δισεκατομμύρια ανεμβολίαστοι ενήλικες διεθνώς. Το στενό εθνικό συμφέρον παρακάμπτει την κοσμοπολίτικη ηθική της αλληλεξάρτησης.

Κανείς, όμως, δεν προστατεύεται πλήρως αν δεν προστατευθούν όλοι – οι μεταλλάξεις ταξιδεύουν ταχύτατα. Ξέρουμε ότι τα εμβόλια σώζουν ζωές. Με το 50% των Αμερικανών πλήρως εμβολιασμένο, τα κρούσματα μειώθηκαν τουλάχιστον δέκα φορές. Ωστόσο, η υπάρχουσα παραγωγή εμβολίων δεν αρκεί. Χρειάζονται 11 δισ. εμβόλια παγκοσμίως, ενώ μέχρι σήμερα έχουν διατεθεί 2 δισ. Εν τω μεταξύ, η πανδημία καλπάζει, ιδιαίτερα στην Αφρική, την Ασία και τη Λατινική Αμερική. Απαιτείται επείγουσα δράση. Η COVAX, η διεθνής υπηρεσία για την τροφοδοσία φτωχών χωρών με εμβόλια, πρέπει να ενισχυθεί από τις πλούσιες χώρες. Ενας κόσμος χωρίς κορωνοϊό θα είναι προσοδοφόρος για τις ανεπτυγμένες οικονομίες – σε 3,6 τρισ. δολάρια υπολογίζει το όφελος το ΔΝΤ.

 Σε αυτή την προβληματική εντάσσεται η προσωρινή άρση των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας των φαρμακευτικών εταιριών. Αν και αυτό το μέτρο δεν θα λύσει από μόνο του το πρόβλημα (παραμένει το θέμα των πρώτων υλών, ενώ η συναφής τεχνογνωσία δεν μεταφέρεται εύκολα), θα συμβάλλει στην επίλυσή του. Σκεπτόμενες στενά ιδιοτελώς (δηλαδή, μη σχεσιακά), οι εταιρείες αντιδρούν. Τα επιχειρήματά τους συνιστούν φενακιστική ιδεολογική κατασκευή.

Ο κ. Μπουρλά, επικεφαλής της Pfizer, δήλωσε: «Ο μόνος λόγος για τον οποίο έχουμε εμβόλια τώρα είναι γιατί υπάρχει ένας ζωντανός ιδιωτικός τομέας. Η ζωντάνια του, η ψυχή του,είναι η προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας». Παραβλέπει, ωστόσο, τα εξής. Πρώτον, η προσωρινή άρση των πατεντών προβλέπεται από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου (ΠΟΥ). Δεύτερον, εφαρμόστηκε από τον ΠΟΥ το 2003, στην περίπτωση φαρμάκων κατά του HIV, χωρίς καμία επίπτωση στην ευημερία της φαρμακοβιομηχανίας. (Από το εμβόλιο η Pfizer αναμένει έσοδα $26 δισ. φέτος). Και τρίτον, η ανάπτυξη του εμβολίου κατέστη εφικτή με πολύπλευρη κρατική υποστήριξη (μερική χρηματοδότηση, εκτεταμένη προαγορά, ταχύτατη ρυθμιστική έγκριση, νομική προστασία από διώξεις). Το ερώτημα είναι: πώς μπορεί η θεμιτή εταιρική επιθυμία για κέρδος να ενσωματώσει την πιεστική ανάγκη για ταχύτατο παγκόσμιο εμβολιασμό, δηλαδή την ιδέα ότι το εμβόλιο συνιστά οικουμενικό αγαθό;

Η αναγνώριση της αλληλεξάρτησης δίνει προτεραιότητα στην ηθική της ευθύνης – απαιτεί γνωστική ευρυχωρία, μακροχρόνιο ορίζοντα, μέριμνα για τον αδύναμο, θεσμούς διαχείρισης των παγκόσμιων δημόσιων αγαθών. Εχουμε ευθύνη, ιδιαίτερα οι πλούσιοι και ισχυροί, να προστατεύουμε τον παγκόσμιο ιστό της ζωής.


  • Ο κ. Χαρίδημος Κ. Τσούκας (www.htsoukas.com) είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Κύπρου και ερευνητής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Warwick.
  • Μας το έστειλε ο π. Βασίλειος Χριστοδούλου

Monday, June 7, 2021

π. Ανανίας Κουστένης: «Ἡ Βασιλική δρῦς» της Ορθοδοξίας-ο πιό ανυπεράσπιστος άνθρωπος του κόσμου από Μαντώ Μαλάμου -

 Βασιλική Δρῦς»! Έτσι τον χαρακτήρισα πριν πολλά χρόνια. Δεν το κατάλαβε και νομίζοντας ότι μιλάω για το περίφημο παπαδιαμαντικό διήγημα μού λέει εμφατικά: «Αριστούργημα, κόρη μου, αριστούργημα!». Και του ξαναλέω: «Εσείς είστε η Βασιλική Δρῦς!». Γέλασε και με…έδιωξε με τον αμίμητο τρόπο του…Αλλά «ἐπειδήπερ πολλοί τε ἐπεχείρησαν (και θα επιχειρούν συνεχώς στο μέλλον) ἀνατάξασθαι διήγησιν» περί τοῦ ἄρτι κοιμηθέντος πατρὸς ἡμῶν, αισθάνομαι την ανάγκη να καταθέσω τη δική μου άποψη για τα πολλά χρόνια που ευλογήθηκα να είναι πνευματικός μου πατέρας.

Για πολλούς που τον γνώρισαν παλαιότερα ή και τα τελευταία χρόνια ο πατήρ Ανανίας είναι ό «αναρχικός παππάς» των Εξαρχείων με την καλύτερη σημασία του όρου: αντισυμβατικός με άφθονα στοιχεία σαλότητος, τα οποία πολλούς -ειδικά στον χώρο των εκκλησιαστικών- σοκάρουν ως έκφραση κυρίως. Αγνοώντας ίσως ότι ο πατήρ Ανανίας με τον τρόπο αυτόν ασκούσε ποιμαντική με σύγχρονη μέθοδο, αφού ήταν ο άνθρωπος που γέγονε τοῖς πᾶσι τὰ πάντα ἵνα πάντας ἐλκύσει εἰς Χριστόν. Ο παππούλης, όπως τον αποκαλούμε οι περισσότεροι, είναι ο στύλος της Ορθοδοξίας, ο άνθρωπος με την απέραντη αγάπη και το αστείρευτο χιούμορ, ο επιεικής πνευματικός που συγκαταβαίνει στα πάθη μας και τα παίρνει όλα επάνω του: «σάς έχω κρεμασμένους όλους στο πετραχήλι μου» έλεγε, όπως κάθε ιερέας άξιος του ονόματος. Επιπλέον είναι ο λαμπρός φιλόλογος, ο μοναδικός μεταφραστής του Αγίου Ρωμανού και του Θεοφάνους, ο λάτρης της ελληνικής γλώσσας και της ιστορίας του διαχρονικού ελληνισμού, ο αγαπημένος του Θοδωράκη (έτσι τον έλεγε πάντα) Κολοκοτρώνη και του πρώτου Κυβερνήτη της πατρίδος -μερικές φορές του ξέφευγε κι έλεγε «του αγίου Ιωάννη Καποδίστρια». Και μετά το διόρθωνε…Για άλλους ήταν ίσως και λίγο γραφικός… Κατανοητό εν μέρει, γιατί το βάθος του π. Ανανία ήταν απέραντο και εκείνος το έκρυβε επιμελέστατα. «Άλλωστε ποιος μπορεί να μιλήσει για έναν άγιο; Μόνο ένας άγιος!» Για τον Άγιο Πορφύριο ειδικά έλεγε «Πώς μπορεῖ κανείς να περιγράψει την αύρα; Γίνεται; Δεν γίνεται!». Εδώ θα έπρεπε συνεπώς να σταματήσω κι εγώ να γράφω. Αλλά δεν γίνεται… Γιατί ακούω συνεχώς τη φωνή του όταν αναφερόταν στους μάρτυρες και στους Νεομάρτυρες  της Εκκλησίας μας: «Παιδιά, προσέξτε: Δεν άντεξαν το μαρτύριο οι άγιοι μάρτυρες επειδή είχαν απάθεια στον πόνο! Δεν ήταν φακίρηδες!… Πονούσαν και παραπονούσαν!… Άλλο αν στη συνέχεια τους επεσκίαζε η Θεία Χάρις και το άντεχαν. Αλλά πονούσαν απερίγραπτα, πονούσαν όπως κάθε κοινός άνθρωπος. Μην το ξεχνάμε αυτό! Μην το ξεχνάμε!…». (Οι επαναλήψεις του ήταν μουσική!) Γι’ αυτό κι εγώ -ίσως υπακούοντας στην προτροπή του, δυστυχώς μετά από πολλά χρόνια -όταν του έλεγα να καταγράψει τις δικές του “παπαδιαμαντικές” ιστορίες που μάς αφηγείτο με το απαράμιλλο ύφος του, επαναλάμβανε «εσύ να τις γράψεις!». Ισως να ήταν μοιραίο να καταγράψω κάτι από την τραγική, αθέατη και άγνωστη εν πολλοίς πλευρά του, όπως μπόρεσα να τη διακρίνω μέσα από κάποιες ρωγμές.

Για μένα ο πατήρ Ανανίας είναι ο λεβέντης του Θεού! Ο Άνθρωπος της Ελευθερίας του Χριστού! Ολόκληρη η ζωή του υπήρξε διηνεκής θυσία για την αγάπη του Χριστού και τη διακονία του ανθρώπου. «Δεν του περίσσευε κανένας», όπως έλεγε ο ίδιος για τον Χριστό. Ήταν ο πνευματικός πατέρας του οποίου η αγάπη ξεπερνούσε φαινομενικά τα όρια. Όπως λέει ο Άγιος Παΐσιος «ο καλός πνευματικός πρέπει να είναι αποφασισμένος να πάει στον πάτο της κολάσεως ο ίδιος προκειμένου να σωθούν τα παιδιά του». Με την απέραντη διάκρισή του μάς παραχωρούσε τόση ελευθερία ώστε δεν χρειαζόταν τις περισσότερες φορές να τη χρησιμοποιήσουμε…Ασκούσε διακριτική ποιμαντική με τόσο μυστικό και ανεπαίσθητο τρόπο που κάποιες φορές φαινόταν σκανδαλώδης. Σ’ αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και ο ιδιαίτερος τρόπος που εκφραζόταν. Πολλοί δεν μπορούσαν να το αντέξουν και αποχωρούσαν… Τους κατανοώ απολύτως γιατί κάποια φορά, για ένα βράδυ μόνο, έπεσα και η ίδια θύμα αυτού του μεγάλου πειρασμού. Εγώ, η αθυρόστομη, ενοχλήθηκα τάχα μου από ορισμένες λέξεις και έγινα ξαφνικά σεμνότυφη και πουριτανή!!! Εκείνη τη νύχτα έζησα οντολογικά την Κόλαση… Όταν ξημέρωσε του τηλεφωνώ. Πριν προλάβω να πω οτιδήποτε τον ακούω να μού λέει: «Έλα αμέσως!» Με το που μπαίνω με ρωτάει χωρίς περιστροφές «Τί σού είπε; Ξέρεις Ποιος!!! Γιατί αυτό δεν είναι δικό σου! Ο ανθρωποκτόνος από καταβολής κόσμου σου το σφύριξε για να σε διώξει από δω’ και να σε τρελλάνει τελείως!…».Όταν του περιέγραψα επιγραμματικά την εφιαλτική νύχτα που πέρασα, με κοίταξε αμίλητος και μετά είπε: «Αυτό, κόρη μου, είναι το αρχέγονο αίσθημα της εξορίας του Αδάμ…».

Τον γνώρισα στα 23 μου χρόνια, ανήμερα της αγαπημένης του εορτής της Παναγίας των Βλαχερνών. Είναι η Παναγία του Ακαθίστου Ύμνου, που της έχτισε εκκλησία στην ιδιαίτερη πατρίδα του, κι όπου τώρα αναπαύεται το μαρτυρικό του σώμα. Εξέφρασε έτσι την άφατη αγάπη του για κείνην, «την “ιδιαιτέρα” του Κολοκοτρώνη», όπως την έλεγε. Aλλά μάλλον έπρεπε να πει την δική του “ιδιαιτέρα”! Δεν το έλεγε  όμως ακολουθώντας το παράδειγμα του Ευαγγελιστή Ιωάννη. Ερμήνευε άλλωστε το Ευαγγέλιο «σαν μεγάλος βιρτουόζος της Θεολογίας», κατά την προσφυή παρομοίωση φίλης μουσικού για κείνον: «Ο πατήρ Ανανίας είναι όπως οι μεγάλοι δεξιοτέχνες: παίζουν ένα πολύ δύσκολο κομμάτι και νομίζεις ότι παίζουν κάτι εύκολο, καθώς δεν προβάλλεται καθόλου η προσπάθεια. Έτσι και ο πατήρ Ανανίας: σού λέει τις πιο βαθειές δογματικές αλήθειες με τρόπο απλό, κατανοητό και βιωματικό». Γιατί ο π. Ανανίας “κατανοούσε” τα μυστήρια του Θεού όχι με το μυαλό, την ψυχολογία  ή τον φιλοσοφικό στοχασμό, αλλά με την προσευχή και την ταπείνωση. Αναφερόμενος λοιπόν συχνά στον Ευαγγελιστή Ιωάννη και στον αυτοχαρακτηρισμό του «ὁ μαθητὴς ὅν ἠγάπα ὁ Ἰησοῦς», ερμήνευε τη φράση αυτή αντίστροφα: «ὁ μαθητὴς ὅς ἠγάπα τὸν ’Ιησοῦν», έλεγε, γιατί, ο Χριστός όλους τους αγαπούσε το ίδιο, αλλά από ταπείνωση λέει αυτό που λέει ο Ιωάννης. Και επειδή τον αγαπούσε τόσο, γι’ αυτό και τού αποκάλυψε τα περισσότερα ο Ιησούς. Κατά το μέτρο της Αγάπης γνωρίζουμε». Ή για να θυμίσω μια ακόμα προσφιλή του διαπίστωση: «ό, τι αισθάνεσαι εσύ για τον άλλον, αργά-γρήγορα θα αισθανθεί κι αυτός για σένα! Τηρουμένων των αναλογιών βγάλτε τα συμπεράσματά σας!…». Και κάτι ακόμα για την ερμηνεία του Ευαγγελίου: θυμάμαι όταν μού ερμήνευσε με την ιδιαίτερη ματιά του την ευαγγελική περικοπή της μοιχαλίδος γυναικός. «Νομίζω πως ο Χριστός λέγοντας “ὁ ἀναμάρτητος πρῶτος τὸν λίθον βαλέτω” εννοεί “ὁ ἀναμάρτητος ἀπέναντι τῶν γυναικῶν” …Γιατί κανένας  μας  δεν είναι αναμάρτητος απέναντί σας…». Αχ, πατέρα Ανανία, πόσο συχνά επαναλάμβανες την διαπίστωση του Ναζιανζηνού «ἄνδρες εἰσίν οἱ κατὰ γυναικῶν νομοθετήσαντες!»…

Ο πατήρ Ανανίας, για να έρθω σ’ αυτό που προεξανήγγειλα στον τίτλο του κειμένου μου, ήταν «ο πιο ανυπεράσπιστος άνθρωπος στον κόσμο». Τού το είπα στο τηλέφωνο ένα χειμωνιάτικο απόγευμα του 2007. «Είμαι, κόρη μου… Είμαι…Σε ευχαριστώ που το κατάλαβες…» μού είπε… Ήταν η μοναδική φορά που του τηλεφώνησα τέτοια ώρα κινούμενη από ακαταμάχητη ανάγκη «να τού εκφράσω την συμπαράστασή μου», όπως τού είπα, απορώντας κι εγώ εκ των υστέρων γι’ αυτή την παιδική έκφραση. Για πολλά χρόνια συνέβαινε να του χτυπούν την πόρτα οποιαδήποτε ώρα της μέρας. Ή να του τηλεφωνούν οποιαδήποτε ώρα της νύχτας. Αυτά συνέβαιναν τα παλαιότερα χρόνια, στην απέραντα μοναχική περίοδο της ζωής του. Δεν κοιμήθηκε και δεν έφαγε ποτέ σαν όλους μας: «Έφτιαξα ένα χαμομήλι, το ήπια και κοιμήθηκα…», είπε σε κάποιον δικό μου για τη νύχτα της Αναστάσεως. «Της Αναστάσεως» επέμεινε και όχι «της Ανάστασης», που ακούω συνεχώς και από κληρικούς ακόμα, για να μην υστερήσουν σε προοδευτισμό με τη «δημοκρατία των τριτοκλίτων», όπως χαρακτήριζε το φαινόμενο καθηγητής της Γλωσσολογίας. Ο πατήρ Ανανίας επαναλάμβανε συχνά το μάλωμα του Αγίου Πορφυρίου στον ίδιο: «Μού ξέφυγε κάποτε και είπα μπροστά στον Γέροντα Πορφύριο τη γενική «της φύσης». Και πώς νομίζετε αντέδρασε ο άγιος Γέροντας; “Τον κακό σου τον καιρό! Εσύ, το λές έτσι; «τῆς φύσεως» είναι το σωστό και το ωραίο. Αυτή είναι ή άγια γλώσσα μας!”. Ακούτε τί μού είπε ο άγιος; “Τον κακό σου τον καιρό”! Τί ωραίος που ήταν ο Γέροντας!».

Ο πατήρ Ανανίας υπήρξε ασκητικότερος πολλών ασκητών της ερήμου. Κατοικούσε σε 30 τετραγωνικά, στο ισόγειο μιας πολυκατοικίας που δεν έβλεπε ποτέ τον ήλιο, αν και γεννήθηκε «πτωχό βοσκόπουλο εις τα όρη», για να θυμηθούμε τον αγαπημένο του Κυρ -Αλέξανδρο. «Ήμουν μικρός ποιμήν αλόγων προβάτων», μού είπε κάποτε, «και ο Κύριος με αξίωσε να γίνω ποιμήν λογικών προβάτων». Τον διέκοψα σχεδόν: «παραλόγων ἐριφίων»  θέλετε να πείτε, Γέροντα!  Πού την είδατε τη λογική σε μάς;». Με κοίταξε αμίλητος… Έζησε το μέγιστο μέρος της ζωής του «στο καμίνι των Εξαρχείων». Έτσι μού χαρακτήρισε επιγραμματικά ο ίδιος τη βιωτή του, όταν κάποτε του εξέφρασα την απορία: «Πώς μπορείτε, γέροντα, και μάς κρατάτε  όλους -και ειδικά εμάς τις γυναίκες, σ’ αυτή τη θαυμαστή απόσταση και ισορροπία στην κόψη του ξυραφιού; Χωρίς συναισθηματισμούς και αρρωστημένες προσκολλήσεις, ενώ εισπράττουμε την αγάπη σας όλοι σαν να είμαστε ο καθένας και η κάθε μία ο απόλυτος αποδέκτης; Πώς γίνεται;» Αφού με κοίταξε για λίγο αμίλητος, μου είπε με σιγανή φωνή: «Αν είσαι συνεχώς στο καμίνι, κόρη μου… Γίνεται…».

Πάντα αισθανόμουνα τη βαθειά του ευγνωμοσύνη, όταν υποψιαζόμασταν κάτι ελάχιστο από τον αγώνα του, ή αν τον βλέπαμε και λίγο ανθρώπινα. Αν δηλαδή δεν είμασταν συνεχώς «από την …Πάρο», όπως συχνά πυκνά επαναλάμβανε. Θυμάμαι πώς αντέδρασε όταν του σχολίασα  την περίπτωση ενός ξένου συγγραφέα, δεδηλωμένα άθεου ώς τότε, που είχε γνωρίσει. «Ο Ολλανδός σάς αγαπά πολύ» του είπα γυρίζοντας από τον γάμο του με την αδελφική μου φίλη στο Άμστερνταμ. Σημειωτέον ότι εκείνος, ενώ πρώτη φορά στη ζωή του έβλεπε Ορθόδοξο ιερέα, είπε μετά τη συνάντηση μαζί του στην Ελληνίδα γυναίκα του: «Να ξέρεις ότι από ένα σημείο και μετά ήσουν περιττή ως μεταφράστρια! Ο πατήρ Ανανίας με καταλάβαινε ενώ εγώ μιλούσα τη γλώσσα μου κι εκείνος τη δική του!» Χαρούμενος ο παππούλης αντέδρασε αυθόρμητα: «Το ξέρω, κόρη μου! Κι εγώ τον έχω στην καρδιά μου! Αυτός ο άνθρωπος με το που με είδε, με αγάπησε! Ξένος αυτός, χωρίς λέξη ελληνικά! Κι εγώ άνθρωπος είμαι!… Υπάρχει εδώ κόσμος και κοσμάκης που έχουν ευεργετηθεί ώς τα μαλλιά… Κι όμως δεν αιστάνθηκαν ποτέ τόση δα αγάπη για μένα (μού έδειξε στην άκρη του νυχιού) …». Καταλαβαίνω…» είπα. «Όχι», συνεχίζει με έντονη άρνηση του κεφαλιού, «Δεν μπορείς να καταλάβεις…». Είχε δίκιο! Αργότερα θα αντιλαμβανόμουνα κάτι ελάχιστο, μαθαίνοντας πάντα από πρώτο χέρι: Άλλος μού ομολογούσε ότι όταν επί δύο χρόνια ήταν άνεργος, ο πατήρ Ανανίας τού πλήρωνε το ενοίκιο. Άλλος ότι έστελνε κάποιον δικό του άνθρωπο να συντροφεύει ή να νοσηλεύει τους άρρωστους γονείς του, όσο εκείνος εργαζόταν…Και πόσα άλλα που δεν μπορώ όχι να περιγράψω, αλλά ούτε καν να φανταστώ…

Τα πάντα στον πατέρα Ανανία ήταν Θεολογία. Ενθυμούμενος τα γενέθλιά μας σε μένα ερμήνευσε το “ζώδιό” μου με ένα εύγλωττο παράδειγμα που παρέλκει να το αναφέρω: «Ζυγός σημαίνει δικαιοσύνη. Και δικαιοσύνη σημαίνει αποκατάσταση ισορροπίας». Αξίζει να αναφέρω -από αφήγηση άλλης φίλης- ότι σε συζήτηση νεολαίας «χωρίς θέμα», όπως θα ’λεγε κι ο  ίδιος, στο κελί του, κάποιοι επέμεναν ότι τα γενέθλια δεν έχουν έχουν καμμία σημασία. Μόνο η ονομαστική εορτή μετράει! Ο παππούλης που δεν είχε μιλήσει καθόλου ώς τότε, στρέφεται στη φίλη και την ρωτάει: «Πόσες χιλιάδες είναι, κόρη μου, οι δισμύριοι;» «Δέκα», απάντησε εκείνη. «Άντε που ξέρεις και αρχαία ελληνικά! Είκοσι χιλιάδες είναι!». Επιστρέφοντας στο σπίτι της, προβληματισμένη με την ερώτηση του Γέροντα, έψαξε στον Συναξαριστή τη λέξη. Και ανακαλύπτει ότι στις 28 Δεκεμβρίου είναι η μνήμη των Δισμυρίων μαρτύρων των εν Νικομηδεία κααίντων. Αυτή είναι η μέρα των γενεθλίων της την οποία αγνοούσε ωστόσο ο πατήρ Ανανίας.

Δεν θα αναφερθώ στον καιρό που «όλο το σύμπαν είχε πέσει επάνω του» (δικά του λόγια σε μένα) και κάθε τρίτη σχεδόν μέρα πάθαινε γαστρορραγία…Εἰρήσθω ἐν παρόδῳ ότι κάποτε, παρόντος του μακαριστού πατρός Πορφυρίου Δελλή («ο λεβέντης που τα άφησε όλα για τον Χριστό», όπως τον χαρακτήριζε ο ίδιος π. Ανανίας) θυμάμαι και τους δύο να ακούνε πολύ προσεκτικά το εκκλησιαστικό ραδιόφωνο να μεταδίδει  σε συνεχή ροή ειδήσεων κάποιο εκκλησιαστικό “σκάνδαλο”, που αργότερα αποδείχτηκε μεγάλη ευλογία. Βλέποντάς τους έτσι, αποτολμώ μια παρατήρηση: «Απορώ με μάς τους λεγόμενους Χριστιανούς», λέω, «που, όταν διαβάζουμε στα Συναξάρια και στο Γεροντικό ιστορίες για τους μεγάλους πειρασμούς των αγίων, ενθουσιαζόμαστε! Όταν όμως συμβεί κάτι ανάλογο στην πραγματικότητα που ζούμε εμείς, όπως τώρα παραδείγματος χάριν, αδυνατούμε να το κατανοήσουμε. Σκανδαλιζόμαστε και είμαστε έτοιμοι να κατασπαράξουμε τους πάντες…». Με κοίταξαν και οι δύο με πολλή μεγάλη σοβαρότητα και ο π. Ανανίας συμφώνησε επιλέγοντας: «Είπες μια πολύ μεγάλη αλήθεια αυτή τη στιγμή, κόρη μου! Δυστυχώς αυτοί είμαστε οι ταλαίπωροι…». Θα καταθέσω λοιπόν μια δική μου εμπειρία από τα ανείπωτα δύσκολα χρόνια του Γέροντα. Ένα περιστατικό που με σημάδεψε για μια ζωή και βρήκε μέσα μου δικαίωση τη μεγάλη μέρα της εκφοράς του, στη ανεπανάληπτη ατμόσφαιρα της χαρμολύπης μας. Είναι τον Νοέμβρη του 1987, όταν για πρώτη φορά βγαίνει από το Άγιον Όρος η εικόνα του «Άξιον Εστί». Την υποδέχονται στην Αθήνα με τιμές αρχηγού κράτους και την μεταφέρουν στην Μητρόπολη. Στα πλήθη του κόσμου που συρρέουν στην οδό Μητροπόλεως είμαι και εγώ στη δεκαετία των είκοσι ακόμα, και όπως θα ’λεγε και ο παππούλης, κάθε άλλο παρά «να με βλέπουν τα παιδιά και να τρώνε όλο το φαΐ τους!» Στο πεζοδρόμιο που αντιστοιχεί στο ιερό του μητροπολιτικού ναού συναντώ τον αδελφό μου. Στεκόμαστε να βλέπουμε τους ιερείς που, αφού προηγήθηκαν των λαϊκών στην προσκύνηση της Εικόνας, βγαίνουν από τον ναό κατευθυνόμενοι προς το Σύνταγμα. Για πρώτη φορά τώρα, στην πιο ανελέητη δεκαετία της αθεΐας των Ελλήνων, έχουν οι καημένοι την τιμητική τους. Περνούν ανά τριάδες και τετράδες συνομιλώντας μεταξύ τους χαρούμενοι. Ξαφνικά ο αδελφός μου τον διακρίνει και μού τον δείχνει σοκαρισμένος: «Ο πατήρ Ανανίας!» Γυρίζω και τον βλέπω. Μόνος του, ολομόναχος, με σκυμμένο το κεφάλι προχωρούσε αργά… Πήγε κι εκείνος να προσκυνήσει. Και τον είδαν…Όλος ο κλήρος παρών και η αρνητική φήμη πλανιόταν ακόμα στα στόματα και καθρεφτιζόταν στα μάτια των περισσοτέρων… (Υπήρχαν ακόμα τότε ιερείς που …απειλούσαν τις πνευματικές τους κόρες, ειδικά τις νεώτερες, με επιτίμια και «καλημέρα» αν τού λέγανε…). Τρέχουμε και τον προλαβαίνουμε ζητώντας συγγνώμη και σπρώχνοντας σχεδόν ιερείς και λαϊκούς. Τού φιλάμε το χέρι, του μιλάμε. «Ευχαριστώ, παιδιά. Χαίρομαι που σάς βλέπω. Η ευχή της Παναγίας μας να σάς σκέπει πάντοτε!» Είναι περίλυπος άχρι θανάτου…Μάς αποχαιρετά και χάνεται στο σκοτεινό δρομάκι. Αλλά για ένα πράγμα είμασταν εκείνη τη στιγμή βέβαιοι: Από όλους όσοι προσκύνησαν την Αγία Εικόνα αυτόν η Κυρία των Αγγέλων ξεχώρισε…

Αυτό το ανείπωτα λυπημένο του πρόσωπο έμεινε αδικαίωτο μέσα μου όλα αυτά τα χρόνια. Μέχρι την περασμένη Δευτέρα. Ως την ώρα που το πλήθος με ουρανομήκεις φωνές επαναλάμβανε «Άγιος, Άγιος, Άγιος» καθώς το τίμιο σκήνωμά του, τυλιγμένο με τη σημαία, εφέρετο για την οριστική κατοικία του και ο δρόμος είχε στρωθεί με ροδοπέταλα…Κατευόδιο για το ταξείδι του στα «Ρόδινα ακρογιάλια της Θείας Βασιλείας».


https://antifono.gr/πατήρ-ανανίας-κουστένης-ἡ-βασιλική/



Κυριακή του Τυφλού (Ιωάν. 9,1-38)

 Τῷ καιρῷ ἐκείνω, παράγων ὁ Ἰησοῦς 

1. εἶδεν ἄνθρωπον τυφλὸν ἐκ γενετῆς. 

2. καὶ ἠρώτησαν αὐτὸν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ λέγοντες· ῥαββί, τίς ἥμαρτεν, οὗτος ἢ οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ἵνα τυφλὸς γεννηθῇ; 

3. ἀπεκρίθη Ἰησοῦς· οὔτε οὗτος ἥμαρτεν οὔτε οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ἀλλ’ ἵνα φανερωθῇ τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ ἐν αὐτῷ.

4. ἐμὲ δεῖ ἐργάζεσθαι τὰ ἔργα τοῦ πέμψαντός με ἕως ἡμέρα ἐστίν· ἔρχεται νὺξ ὅτε οὐδεὶς δύναται ἐργάζεσθαι. 

5. ὅταν ἐν τῷ κόσμῳ ὦ, φῶς εἰμι τοῦ κόσμου. 

6. ταῦτα εἰπὼν ἔπτυσε χαμαὶ καὶ ἐποίησε πηλὸν ἐκ τοῦ πτύσματος, καὶ ἐπέχρισε τὸν πηλὸν ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ τυφλοῦ 

7. καὶ εἶπεν αὐτῷ· ὕπαγε νίψαι εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωάμ, ὃ ἑρμηνεύεται ἀπεσταλμένος. ἀπῆλθεν οὖν καὶ ἐνίψατο, καὶ ἦλθε βλέπων. 

8. Οἱ οὖν γείτονες καὶ οἱ θεωροῦντες αὐτὸν τὸ πρότερον ὅτι τυφλὸς ἦν, ἔλεγον· οὐχ οὗτός ἐστιν ὁ καθήμενος καὶ προσαιτῶν; 

9. ἄλλοι ἔλεγον ὅτι οὗτός ἐστιν· ἄλλοι δὲ ὅτι ὅμοιος αὐτῷ ἐστιν. ἐκεῖνος ἔλεγεν ὅτι ἐγώ εἰμι. 

10. ἔλεγον οὖν αὐτῷ· πῶς ἀνεῴχθησάν σου οἱ ὀφθαλμοί; 

11. ἀπεκρίθη ἐκεῖνος καὶ εἶπεν· ἄνθρωπος λεγόμενος Ἰησοῦς πηλὸν ἐποίησε καὶ ἐπέχρισέ μου τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ εἶπέ μοι· ὕπαγε εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωὰμ καὶ νίψαι· ἀπελθὼν δὲ καὶ νιψάμενος ἀνέβλεψα. 

12. εἶπον οὖν αὐτῷ· ποῦ ἐστιν ἐκεῖνος; λέγει· οὐκ οἶδα. 

13. Ἄγουσιν αὐτὸν πρὸς τοὺς Φαρισαίους, τόν ποτε τυφλόν. 

14. ἦν δὲ σάββατον ὅτε τὸν πηλὸν ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς καὶ ἀνέῳξεν αὐτοῦ τοὺς ὀφθαλμούς. 

15. πάλιν οὖν ἠρώτων αὐτὸν καὶ οἱ Φαρισαῖοι πῶς ἀνέβλεψεν. ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· πηλὸν ἐπέθηκέ μου ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμούς, καὶ ἐνιψάμην, καὶ βλέπω. 

16. ἔλεγον οὖν ἐκ τῶν Φαρισαίων τινές· οὗτος ὁ ἄνθρωπος οὐκ ἔστι παρὰ τοῦ Θεοῦ, ὅτι τὸ σάββατον οὐ τηρεῖ. ἄλλοι ἔλεγον· πῶς δύναται ἄνθρωπος ἁμαρτωλὸς τοιαῦτα σημεῖα ποιεῖν; καὶ σχίσμα ἦν ἐν αὐτοῖς.

17. λέγουσι τῷ τυφλῷ πάλιν· σὺ τί λέγεις περὶ αὐτοῦ, ὅτι ἤνοιξέ σου τοὺς ὀφθαλμούς; ὁ δὲ εἶπεν ὅτι προφήτης ἐστίν. 

18. οὐκ ἐπίστευσαν οὖν οἱ Ἰουδαῖοι περὶ αὐτοῦ ὅτι τυφλὸς ἦν καὶ ἀνέβλεψεν, ἕως ὅτου ἐφώνησαν τοὺς γονεῖς αὐτοῦ τοῦ ἀναβλέψαντος 

19. καὶ ἠρώτησαν αὐτοὺς λέγοντες· οὗτός ἐστιν ὁ υἱὸς ὑμῶν, ὃν ὑμεῖς λέγετε ὅτι τυφλὸς ἐγεννήθη; πῶς οὖν ἄρτι βλέπει; 

20. ἀπεκρίθησαν δὲ αὐτοῖς οἱ γονεῖς αὐτοῦ καὶ εἶπον· οἴδαμεν ὅτι οὗτός ἐστιν ὁ υἱὸς ἡμῶν καὶ ὅτι τυφλὸς ἐγεννήθη· 

21. πῶς δὲ νῦν βλέπει οὐκ οἴδαμεν, ἢ τίς ἤνοιξεν αὐτοῦ τοὺς ὀφθαλμοὺς ἡμεῖς οὐκ οἴδαμεν· αὐτὸς ἡλικίαν ἔχει, αὐτὸν ἐρωτήσατε, αὐτὸς περὶ ἑαυτοῦ λαλήσει. 

22. ταῦτα εἶπον οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ὅτι ἐφοβοῦντο τοὺς Ἰουδαίους· ἤδη γὰρ συνετέθειντο οἱ Ἰουδαῖοι ἵνα, ἐάν τις αὐτὸν ὁμολογήσῃ Χριστόν, ἀποσυνάγωγος γένηται. 

23. διὰ τοῦτο οἱ γονεῖς αὐτοῦ εἶπον ὅτι ἡλικίαν ἔχει, αὐτὸν ἐρωτήσατε. 

24. ἐφώνησαν οὖν ἐκ δευτέρου τὸν ἄνθρωπον ὃς ἦν τυφλός, καὶ εἶπον αὐτῷ· δὸς δόξαν τῷ Θεῷ· ἡμεῖς οἴδαμεν ὅτι ὁ ἄνθρωπος οὗτος ἁμαρτωλός ἐστιν. 

25. ἀπεκρίθη οὖν ἐκεῖνος καὶ εἶπεν· εἰ ἁμαρτωλός ἐστιν οὐκ οἶδα· ἓν οἶδα, ὅτι τυφλὸς ὢν ἄρτι βλέπω.

26. εἶπον δὲ αὐτῷ πάλιν· τί ἐποίησέ σοι; πῶς ἤνοιξέ σου τοὺς ὀφθαλμούς; 

27. ἀπεκρίθη αὐτοῖς· εἶπον ὑμῖν ἤδη, καὶ οὐκ ἠκούσατε· τί πάλιν θέλετε ἀκούειν; μὴ καὶ ὑμεῖς θέλετε αὐτοῦ μαθηταὶ γενέσθαι; 

28. ἐλοιδόρησαν αὐτὸν καὶ εἶπον· σὺ εἶ μαθητὴς ἐκείνου· ἡμεῖς δὲ τοῦ Μωϋσέως ἐσμὲν μαθηταί. 

29. ἡμεῖς οἴδαμεν ὅτι Μωϋσεῖ λελάληκεν ὁ Θεός· τοῦτον δὲ οὐκ οἴδαμεν πόθεν ἐστίν. 

30. ἀπεκρίθη ὁ ἄνθρωπος καὶ εἶπεν αὐτοῖς· ἐν γὰρ τούτῳ θαυμαστόν ἐστιν, ὅτι ὑμεῖς οὐκ οἴδατε πόθεν ἐστί, καὶ ἀνέῳξέ μου τοὺς ὀφθαλμούς. 

31. οἴδαμεν δὲ ὅτι ἁμαρτωλῶν ὁ Θεὸς οὐκ ἀκούει, ἀλλ’ ἐάν τις θεοσεβὴς ᾖ καὶ τὸ θέλημα αὐτοῦ ποιῇ, τούτου ἀκούει. 

32. ἐκ τοῦ αἰῶνος οὐκ ἠκούσθη ὅτι ἤνοιξέ τις ὀφθαλμοὺς τυφλοῦ γεγεννημένου. 

33. εἰ μὴ ἦν οὗτος παρὰ Θεοῦ, οὐκ ἠδύνατο ποιεῖν οὐδέν. 

34. ἀπεκρίθησαν καὶ εἶπον αὐτῷ· ἐν ἁμαρτίαις σὺ ἐγεννήθης ὅλος, καὶ σὺ διδάσκεις ἡμᾶς; καὶ ἐξέβαλον αὐτὸν ἔξω. 

35. Ἤκουσεν ὁ Ἰησοῦς ὅτι ἐξέβαλον αὐτὸν ἔξω, καὶ εὑρὼν αὐτὸν εἶπεν αὐτῷ· σὺ πιστεύεις εἰς τὸν υἱὸν τοῦ Θεοῦ; 

36. ἀπεκρίθη ἐκεῖνος καὶ εἶπε· καὶ τίς ἐστι, Κύριε, ἵνα πιστεύσω εἰς αὐτόν; 

37. εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· καὶ ἑώρακας αὐτὸν καὶ ὁ λαλῶν μετὰ σοῦ ἐκεῖνός ἐστιν. 

38. ὁ δὲ ἔφη· πιστεύω, Κύριε· καὶ προσεκύνησεν αὐτῷ.




https://aerapatera.wordpress.com/2021/06/06/κυριακή-του-τυφλού-ιωάν-91-38/



Saturday, June 5, 2021

ΣΤΗ ΜΝΉΜΗ ΤΟΥ ΓΙΏΡΓΗ ΣΙΔΕΡΉ - του Σωτήρη Γουνελά

 

Ώρες ώρες φάνταζε θεόρατος. Έφταιγαν τα αφημένα μαλλιά -κάτασπρα-, έφταιγε το αργό βάδισμα, το πανωφόρι, εν είδει αμπέχωνου ή πελώριου μπουφάν, που όλο και πιο φουσκωτό τον έκανε.

Αλήθεια, πως συναντιέσαι με τον άλλον; Είναι κάτι που πέφτει απρόσμενα, ή ενεργούν υπόγεια ρεύματα, νεύματα αόρατα από μακριά κι από κοντά, ανταλλαγές βλεμμάτων, μια λέξη, μια σιωπή;

Πόσες φορές μιλήσαμε τρώγοντας και πίνοντας, σε ταβερνεία, σε μαγαζιά, πιο πέρα κάθονταν άλλοι, μιλούσαν, φωνασκούσαν, γέλαγαν, εμείς οι δυο συνεχίζαμε το ζόρικο δρομολόγιό μας, άλλοτε συμφωνώντας, άλλοτε η διαφωνία μας κρυβόταν στη σιωπή, σ’ ένα μυστήριο χαμόγελο, σε μια αόριστη χειρονομία.

Μου κάναν εντύπωση οι παλάμες του, κομμάτια γέρικου δέντρου, απ’ τον κορμό κομμένα, ή από χοντρό κλαδί, ποιος ξέρει πόσα σώματα είχαν ψηλαφίσει, ιατρικά, γυρεύοντας σημεία πάθησης ή θεραπείας.

Γεμάτα μικρές ζαρωματιές, κατέγραφαν οδύνες, οιμωγές, κλάματα και θρήνους, που δεν λείπουν από κανενός τη ζωή, ακόμη κι αν το κρύβει.

Ποια μοναξιά χωμένη μέσαθέ του, όριζε τα αργά του βήματα, κι αυτούς τους άπειρους μονολόγους, με επαναλήψεις συχνές, με εμμονές, με θραύσματα μνήμης, με εικόνες που ξεσπούσαν ξαφνικά, θολές ή πάμφωτες, με αναδρομές σε χρόνους άλλους.

Κι αυτή η μανία για κρασί, αυτή η κίνηση να γεμίζει τα ποτήρια, κάποιες φορές απανωτά, άλλες με κάποιο σκόντο, πιο πολύ τρώγοντας για να πιούμε, κι όχι να φάμε πίνοντας.

Πού πήγαινε όλο κείνο το κρασί, τί διαδρομές ακολουθούσε στο φαρδύ το σώμα, στη ρωμαλέα πλάτη; Τί να γινόταν πίσω από τα στρώματα του δέρματος, στις διάφορες γωνιές και στα θαλάμια, μα προπαντός τί να ’λεε εκείνη η καρδιά, τί λαχανιάσματα ν’αντέξει και τί φάρμακα;

Τσούγκρισμα ποτηριών.

Είναι αλλόκοτο και ταυτόχρονα θαυμαστό ότι τον άκουγες εκεί που τα πράγματα ζόριζαν στο πολιτικό πεδίο να ανοίγει μια βρύση, να κόβει κομμάτια από το Ευαγγέλιο και την ‘καταλλαγή’, να τα φέρνει ολομπροστά μας, όπως δροσιά που έρχεται απρόσμενα και παίρνει τον πυρετό από το μέτωπο.

Οι ολονυχτίες. Με προσευχή και χωρίς προσευχή. Με ταινίες αμερικάνικες, με μπιστολίδι, ‘ο καλός, ο κακός και ο άσχημος’. Αλλά και για τον Κισλόφσκι να μιλά συχνά τονίζοντας την πίστη του.

Στιχουργική. Τον παλιό καιρό της μουσικής και της στιχουργικής δημιουργίας τον είχε διαδεχθεί σήμερα μια άλλη στιχουργική πιο μυστική και πιο καρδιακή με λίγη γεύση από Βυζάντιο. Έγραφε τα τραγούδια και χαιρόταν. Ο Ορφέας Περίδης έγραφε τη μουσική. Συναντιούνταν κατά διαστήματα και δούλευαν τους ήχους, τα λόγια, το ρυθμό. «Είναι δύσκολος ο στίχος του τραγουδιού» έλεγε, «είναι δύσκολος».

Και ξαφνικά ένιωθες ολόκληρο το βάρος του ανθρώπου να γέρνει μέσα του ωσάν πνιγμός, στρόφιγγα που γυρίζει αργά-αργά και αλέθει συναισθήματα και γόους κι ελπίδες και ζωές, καταρράχτης από αγωνίες και δονήσεις ψυχικές, ένα καρδιακό αγκομαχητό που στεκόταν εκεί στη μέση της ύπαρξης

Μικρή πυριφλεγής βόμβα.

Σαν φως που αναβόσβηνε κρυφά, διάπυρη ικεσία, καθώς ο ίδιος μετείχε παρακλήσεων και προσευχών, μα και καθώς αυτός ο ίδιος μετεωριζόταν και χανόταν ανάμεσα σε σκέψεις, διανοήματα, συζητήσεις, απέραντους μονολόγους, όπου αναζητούσε μια γενναία σύμπνοια με τον ίδιο του τον εαυτό και με εκείνο το άλλο Φως, ανάβοντας στη σκοτεινιά της ψυχής το καντήλι της αγάπης, κερί αναμμένο σε τόσες μνήμες και τόσες πληγές που τον κατακλύζαν και πολεμούσε να τις σπρώξει γλυκά στο εσώτερο μέρος της καρδιάς βαριανασαίνοντας.

Στο καλό, φίλε Γιώργη, φεύγεις αναστάσιμα.

ΣΩΤΗΡΗΣ ΓΟΥΝΕΛΑΣ

*Μάιος του 2021: η εκδημία του γιατρού, μουσικού (δεξιοτέχνη του μπουζουκιού), στιχουργού και καρδιακού φίλου Γιώργου Σιδερή.







Tuesday, June 1, 2021

Βασιλική Νευροκοπλή, απαντάει στις 11+1 ερωτήσεις του Διονύση Λεϊμονή στο Bookia.gr

 Εκπαιδευτικός, ηθοποιός, στιχουργός, συγγραφέας παιδικών βιβλίων… Ποιος από αυτούς τους «ρόλους» μπορεί να επισκιάζει τους άλλους ή συνυπάρχουν αρμονικά;

Η θάλασσα είναι μία και η αυτή. Η μεγάλη και ευρύχωρος. Θα μπορούσε να ισχυριστεί ποτέ κανείς πως άλλο «ρόλο» έχει η θάλασσα του Ατλαντικού και άλλο του Ειρηνικου ή ότι η θάλασσα του Αιγαίου επισκιάζει αυτήν του Κρητικού πελάγους; Κι όμως, ενώ παραμένει πάντα η μία και αυτή θάλασσα, στο συναπάντημά της με κάθε τόπο παρουσιάζει και κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Αυτό συμβαίνει επειδή δεν υπάρχει αφ’ εαυτού της ούτε ερήμην της ξηράς. Η θάλασσα βρίσκεται πάντα «σε σχέση». Σχέση με την ξηρά, σχέση με τον ουρανό, τα καιρικά φαινόμενα, τους βυθούς της και τα πλάσματα που περιέχει.

Κατ’ αντιστοιχία, εγώ είμαι ένας οδοιπόρος της εποχής του και της περιοχής του που βαδίζει στο δρόμο της ζωής που του δόθηκε. Και βρίσκομαι «σε σχέση» με αυτόν τον δρόμο και ό,τι κάθε φορά συναντώ. Δεν υπάρχω αφ’ εαυτού μου. Είμαι «εν τη οδώ». Ανάλογα μ’ αυτό που συσχετίζομαι, προκύπτει και κάτι άλλο: στίχοι, παραμύθια, ζωγραφική, μαγειρική και πλήθος άλλες εκφάνσεις της τέχνης στις οποίες καταφεύγω μετέχοντας στο μέγα μυστήριο της ζωής. Δεν παύω να είμαι ολόκληρη σε καθε τέτοια έκφανση, αλλά διεισδύοντας κάθε φορά και σε άλλο κανάλι, γεννιέται μια άλλη μορφή και ιδιότητα του είναι μου. Καμία απ’ αυτές δεν αναιρεί κάποια άλλη, δεν την καταργεί ούτε και την αντιμάχεται. Η ίδια η ζωή είναι μια αφάνταστα δυνατή συγκολλητική ουσία που ενώνει όλα τα θραύσματα του καθενός μας, εφόσον παραμένουμε στο δρόμο που μας δόθηκε.

Κουβαλάμε τις αφηγήσεις και τις αναγνώσεις μας… Ποιο είναι το δικό σας «φορτίο»;

Μακάρι να ξέραμε τι κουβαλάμε... ή ίσως και καλύτερα που δεν ξέρουμε... Ώρες ώρες νομίζω πως κουβλαώ μέσα μου όλους τους προηγούμενους αιώνες, αλλά και τους επερχόμενους. Δεν καταλογραφούνται τα φορτία μας ούτε απαριθμούνται. Νομίζω όμως πως υπάρχει πάντα ένας πυρήνας τέτοιων φορτίων που διαμορφώνεται κατά την παιδική μας ηλικία και μας καθοίζει σε πολύ μεγάλο βαθμό. Για μένα, λοιπόν, αυτός ο πυρήνας με μια λέξη είναι η Εκκλησία. Τα αρώματα του θυμιάματος, η ευωδιά από το ράσο και το καλυμαύχι του πατέρα μου, οι βυζαντινές μελωδίες και τα ποιητικότατα εκκλησιαστικά μελισματα, οι αγιογραφιές των ναών στους οποίους μεγάλωσα. Ίσως τελικά και γι’ αυτό να μην μπορώ να δεχτώ τον τεμαχισμό της ζωής και του ανθρώπου. Γεννήθηκα κι ανατράφηκα μέσα στην ενότητα του σύμπαντος κόσμου που σου χαρίζει η Εκκλησία και που όλες οι τέχνες και οι μορφές έκφρασης συνδιαλέγονται προς δόξαν Θεού. Γι’ αυτό και όλες οι τέχνες για μένα είναι ένα, όπως η θάλασσα που λέγαμε πριν, και όλα οδηγούν στο ίδιο σημείο. Αυτός είναι ο δικός μου πηρήνας «φορτίων» και ό,τι άλλο προστέθηκε μετά, αποτέλεσε προεκτάσεις αυτού του πρώτου οικοδομήματος των παιδικών μου χρόνων.

Πώς αυτό μεταπλάθεται, αξιοποιείται, εντοπίζεται στην τέχνη σας;

Εδώ εισχωρούμε στο χώρο του μυστηρίου, και τα μυστήρια ούτε εξηγούνται ούτε περιγράφονται. Στην καλύτερη περίπτωση ίσως κάποτε να αποκαλύπτονται. Τα έργα μας είναι πάντα κάτι περισσότερο –και ευτυχώς- από εμάς τους ίδιους και ό,τι κουβαλάμε. Ίσως γιατί βρίσκονται πάντα σε συνάρτηση με το αόρατο, σ’ ένα ατελέσφορο και διηνεκές ανοιχτό παιχνίδι με τις ακτές του ουρανού και της γης, κι ας μην το συνειδητοποιούμε. Δεν μπορώ να ξέρω ούτε πώς μεταπλάθονται μέσα στο νου και στην καρδιά μου ούτε πώς και αν αξιοποιούνται όλα όσα με έζησαν και με ζουν. Μόνο να εντοπίσω μπορώ κάποια από αυτά στα έργα μου και αυτό πάντα εκ των υστέρων.

Η εκζήτηση της αιώνιας αγάπης υπάρχει σε όλα τα βιβλία μου, το αίτημα της ενότητας του κόσμου, του ειρηνικού τέλους που δεν τελειώνει ποτέ μέσα στην αιώνια ομορφιά. Τώρα που το σκέφτομαι βλέπω πως τα βιβλία μου επαναλαμβάνουν, με άλλα λόγια, τα «Ειρηνικά» της Θείας Λειτουργίας.

Και το γύρω περιβάλλον σας στενότερο ή ευρύτερο; Ποιο ρόλο έπαιξε ή διαδραματίζει;

Το στενό μου περιβάλλον, όπως προείπα, είναι η Εκκλησία μέσα στην οποία βρίσκεται και η οικογένειά μου. Αυτή είναι η κυψέλη μου. Από κει ξεκινώ για να φτιάξω το μέλι μου, κι εκεί επιστρέφω για να το καταθέσω. Δεν μπορώ να ξεχωρίσω τον εαυτό μου απ’ αυτήν και τους αγαπημένους μου. Δεν υπάρχω έξω απ’ την κυψέλη, δεν υπάρχω έξω από τους άλλους και τον Θεό. Ο λόγος είναι υπαρξιακός. Ζω μέσα σε ένα διαρκή θαυμασμό για όλους και για όλα κι αυτό δημιουργεί μέσα μου μια ερωτική έκρηξη που με οδηγεί στο να εργάζομαι σχεδόν ακατάπαυστα. Έτσι γεννιέται ό,τι κάνω. Όλα τα κινεί η αγάπη, η υπομονή, η υπακοή, η υποχώρηση του εγώ χάριν του άλλου. Αφαιρώντας λίγο λίγο το θέλημά μου, έμαθα να αφαιρώ και τις περιττές λεξεις από τα κείμενά μου. Δε λυπάμαι τον εαυτό μου, δε λυπάμαι τις λέξεις μου, δε λυπάμαι τον κόπο μου. Όταν πέφτω στην παγίδα να τα λυπηθώ, τα έργα μου γίνονται αξιολύπητα. Αυτό που με στήριξε ως τώρα και με στηριζει είναι αυτή η προσπάθεια της συνέπειας με μόχθο και ειλικρίνεια προς τον πυρήνα της ζωής μου, την κυψέλη μου. Εφόσον η μέλισσα εργάζεται τίμια, η κυψέλη δεν έχει κανέναν λόγο να μην την υποστηρίξει ή να την αποδιώξει. Μπορεί να τη δυσκολέψει, μπορεί και να αυξήσει τις απαιτήσεις της, αλλά αυτό μόνο σε καλό βγαίνει. Προσωπικό και κοινό καλό.

Αγαπημένο άκουσμα (ιστορία-τραγούδι-φράση);

Δεν είναι βέβαια μία η φράση, είναι πολλές. Αναρίθμητα τραγούδια και ιστορίες πάμπολλες. Ας επιλέξω όμως μία φράση που συχνά επαναλαμβάνω κατ’ ιδίαν:

«Το έλεός σου, Κύριε, καταδιώξει με, πάσας τας ημέρας της ζωής μου».

Αγαπημένη εικόνα;

Η παράσταση που πρωταντίκρισα δεκαέξι χρονών στη Μονή της Χώρας της Κωνσταντινούπολης και σφράγισε τη ζωή μου όλη: Η Κάθοδος του Κυρίου στον Άδη.

Αν δεν αναπνέατε με οξυγόνο, τι θα σας έδινε ζωή;

Τα μάτια των ανθρώπων και το φως που εκπέμπουν. Τα απορημένα μάτια των παιδιών, τα φλογερά των ερωτευμένων, τα βαθυστόχαστα των γερόντων, τα καθαρά των μοναχών. Αυτά τα μάτια που σε κοιτούν και σε γνωρίζουν με τον εαυτό σου, που τα κοιτάς και σε ξεπλένουν, τα μάτια που σε βαφτίζουν στο ανέσπερο φως.

Αν έπρεπε να στερηθείτε κάτι που αγαπάτε πολύ τι θα ήταν αυτό;

Το θέλημά μου.

Αγαπημένο: Όνομα; Λουλούδι; Γεύση; Μυρωδιά;

Από ανθρώπινα ονόματα το όνομα Ανανίας και από λουλούδια τα άνθη της κερασιάς. Γεύση θα προτιμήσω να πω ποτού – αφού όλα τα φαγητά τα αγαπάω - αλλά από τα ποτά, το χειμώνα το Μπας Αρμανιάκ και το καλοκάιρι το λικέρ μαστίχας. Η πιο αγαπημένη μυρωδιά είναι αυτή των βρεφών.

Ένας κακός εφιάλτης;

Πως ξεχνώ τη γλώσσα μου και δεν μπορώ να μιλήσω και να γράψω.

Ένας επόμενος στόχος στη ζωή σας, στην πορεία σας;

Ένας οδοιπόρος, όπως εγώ, δεν έχει στόχους. Είναι ο ίδιος, στόχος. Ένας στόχος κινούμενος. Ελκύει την καλοκαιρία και την κακοκαιρία. Τους αγαθούς οδοιπόρους και τους ληστές. Είναι πάντα σε εγρήγορση. Ασκείται στο να αναγνωρίζει τις παγίδες, να ξεγλυστράει από τις κακοτοπιές, να μη χάνει τον προσανατολισμό του. Σταματά μόνο μπροστά στην ομορφιά. Γίνεται κομμάτι της και συνεχίζει. Δεν επιλέγω τι θα κάνω ούτε και φαντασιώνομαι με τι θα ασχοληθώ. Αυτό φανερώνεται στο δρόμο μου κι όταν φανερώνεται μου προκαλεί το θαυμασμό, τη συγκίνηση, τον έρωτα. Όλα τα άλλα μετά, έρχονται μόνα τους. Το βέβαιο είναι πως δεν πορεύομαι μόνη ούτε αυτοσχεδιάζω σε ποιο μονοπάτι θα βαδίσω. Ο δρόμος είναι δοσμένος και χαραγμένος κι ας είναι το μονοπάτι του καθενός μας διαφορετικό. Για τους οδοδείχτες και τα σήματα κινδύνου φρόντισαν πολλοί άλλοι πριν από μας που μας κληρονόμησαν την εμπειρία τους και στέκουν στο πλευρό μας σαν φύλακες άγγελοι.

Αυτό που μου έφερε ο δρόμος μου τα τελευταία πέντε χρόνια και στο οποίο εργάζομαι είναι μια διασκευή της Οδύσσειας του Ομήρου με δεκαπεντασύλλαβο και ομοιοκαταληξία, και εδώ και λίγο καιρό συναντήθηκα και με την επανάσταση του 1821 και ξεκίνησα να μελετώ και να γράφω για μια παρεξηγημένη στιγμή της.

Σας δίνω πέντε λέξεις και σας παρακαλώ κάντε μου ένα μικρο διήγημα σε 43 ακριβώς λέξεις, αυτοβιογραφικό ή μη: όνειρο, θαύμα, θεός, σπορά και παραμύθι.

Μοιάζει με παραμύθι, αλλά όταν ο Θεός είδε πως τα όνειρα των ανθρώπων τα παίρνει ο άνεμος, τα έσπειρε βαθιά στο δρόμο τους. Από τότε, για να τα δει κάποιος να ζωντανεύουν σαν θαύμα, πρέπει να βαδίζει ποτίζοντας τον δρόμο του με δάκρυα.

Σας ευχαριστώ.

 


https://www.bookia.gr/index.php?action=Blog&post=43dbb236-ab3e-453e-947b-6a60f57a943a&fbclid=IwAR1Ttqb2wJL8F8iotkg2JClOlDJhjRoRlZSvEmQtC9hmt2OEpabJvqceNbo




Saturday, May 29, 2021

Αποχαιρετώντας τον ερημίτη των στίχων, Γιώργη Σιδερή


Αποχαιρετώντας τον ερημίτη των στίχων, Γιώργη Σιδερή, που έφυγε σήμερα για το μεγάλο και ανεπίστρεφο ταξίδι…

Μας άφησες να σ’ αγγίξουμε κι ήταν τούτο το άγγιγμα άρωμα φωτός… Ισως επειδή τη ζωή σου δεν την πήγες απλά λίγο παραπέρα, όπως στους στιχους σου έγραψες… αλλά την έφτασες ως την άκρη της, εκεί που πάντα διέκρινες ν’ αχνοφέγγει το φως… το φως που έτρεχες πάντα να φιλήσεις…
Κι έφτασες πριν από μας, Γιώργη μου…
το φίλησες και σε φίλησε…
του παραδόθηκες και σ’ άρπαξε…
Άγγελος ήρθες, σαν Ταξιάρχης ρωμαλαίος...
Αγγελος έφυγες, σαν βρέφος σε κούνια…
Καλό ταξίδι, Γιώργη...
Καλό ταξίδι, ερημίτη των στίχων...
Την ευχή σου να έχουμε...
........
Αυτός που πάει τη ζωή
λιγάκι παραπέρα
είν’ ο πιο όμορφος στη γη
όταν τελειώνει η μέρα
Λενε πως μες στους ουρανούς
οι άγγελοι πετάνε
μα εγώ τους βλέπω ζωντανούς
στη γη να περπατάνε
Αυτός που παίρνει μια σταλιά
και πέλαγο την κάνει
θα δει ποτάμια δάκρυα
π’ ανθρώπου νους δε φτάνει
Λενε πως μες στους ουρανούς
οι άγγελοι πετάνε
μα εγώ τους βλέπω ζωντανούς
στη γη να περπατάνε
Στίχοι: Γιώργος Σιδερής

Thursday, May 20, 2021

Εις μνήμην π. Ανανία Κουστένη: Προσκύνημα στην Καρκαλού - Δρ. Στέφανος Δημόπουλος, χειρουργός οφθαλμίατρος


17 Μαΐου 2021

Θυμίζει Καρακαλού ξέρω. Και όντως έχει σχέση με τον βυζαντινό τον στρατηγό όπως και το γνωστό αγιορείτικο μοναστήρι. Μόνο που η Καρκαλού της ευρωπαϊκής της Γορτυνίας είναι ένα χωριουδάκι ταπεινό κοντά στην Δημητσάνα της Αρκαδίας.

Εκεί λοιπόν στην Καρκαλού γεννήθηκε ο Γέροντας Ανανίας Κουστένης εκεί εβόσκησε αρνιά παιδάκι βοηθώντας από μικρός την οικογένεια του γιατί την εποχή εκείνη τα μικρά παιδιά δεν απαιτούσαν ρούχα και πατούμενα «σινιε» γιατί απλά τα περισσότερα δεν είχαν κάν παπούτσια.

Λίγα τα σπίτια και ένας νερόμυλος λίαν γραφικός ομως υπάρχει και ένα μικρό εργοστάσιο ζυμαρικών κάτι σαν βιοτεχνία γιατί έχουμε μακρά παράδοση σε αυτά τα μέρη για χυλόπιτες ,τραχανά κ. α. ζυμαρικά. Μου έδινε πάντα με καμάρι κάποια πακέτα η γιαγιά η Διαμάντω η Κουστένη όσο ζούσε. Και καρύδια επίσης μου έδινε απ το χωριό από τις καρυδιές της η γιαγιά και σας πληροφορώ τα έπαιρνα ευχαρίστως και την ευχαριστούσα δίχως ψευδοντροπές γιατί τρελαίνονταν για όλα αυτά τα εγγόνια μου.

Βλέπεις το αίμα!

Τι λες γιατρέ μου εσύ είσαι ο ευεργέτης μου μου απαντούσε πάντα η γιαγιά που ηταν οπως όλες οι καλλιεργημένες και άγιες ψυχές λίαν ευγνώμων που βοήθησα τον Γέροντα,τον γιο της με τα μάτια του όσο μπορούσα.

Εκεί λοιπόν κοντά στο σπίτι της οικογένειας του Γέροντα μας του Κουστένη του Ανανία σε ένα λοφάκο σαν τούμπα από αυτές που βρίσκουν τους αρχαίους τάφους και μνημεία οι αρχαιολόγοι ήταν και οι καρυδιές από όπου προέρχονταν και τα φιλέματα της γιαγιάς Κουστένη. Μια μέρα μάλιστα που ο άντρας της ήταν ανεβασμένος και εμάζευε καρύδια, έσπασε το κλαρί που στηριζότανε και έπεσε από πολύ ψηλά. Και θε να σκοτωνόταν ο φουκαράς αλλά τον μάζεψε στην αγκαλιά της και τον απίθωσε απαλά στο χώμα εκείνη η μαυροφόρα η γυναίκα που την εβλέπανε συχνά οι χωριανοί να τριγυρνά εκεί πέρα.

Να ήταν η Παναγία η μητέρα μας;

Ναταν εκεί θαμμένος ναός της παλαιός; Πολλά ακούγονταν μα ποιος να ξέρει;

Μετά το δημοτικό σχολείο τα παιδιά της Καρκαλούς φοιτούσαν στο γυμνάσιο της Δημητσάνας όπου πήγαιναν ποδαράτο κάθε Δευτέρα το πρωί μες στα σκοτάδια και γύρναγαν το επόμενο Σάββατο μεσημέρι γιατί τα χρόνια εκείνα τα παλιά,δεκαετία του πενήντα μάθημα κάναμε και Σάββατο στα σχολεία.

Έτσι και ο Αποστόλης όπως λέγανε τον Γέροντα Ανανία νοίκιαζε ένα δωμάτιο σε ένα σπίτι παλαιό και πέτρινο στην Δημητσάνα.

Σπούδασε ύστερα στην ιερατική σχολή στην Καλαμάτα, έγινε Διάκος και Παππάς στην Δημητσάνα, σπούδασε και στο Πανεπιστήμιο Αθηνών θεολογία και φιλολογία.

Στην Καρκαλού όμως είχε μείνει η καρδιά του. Έτσι σαν ήλθε ο καιρός ξεκίνησε και έκτισε μιαν Εκκλησία δίπλα στο πατρικό το σπίτι. Την Παναγία των Βλαχερνών με δυο πανηγυράκια μες τον χρόνο, (2/7 και 31/8). Είναι σε ύψωμα χτισμένος ο ναός στην τούμπα που σας έλεγα και έτσι μοιάζει με στέμμα μαζί με την αυλή του γύρω -γύρω. Η θέα από εκεί είναι καταπληκτική, τυφλά να έχουν τα χωριά στην Ελβετία.

Λίγο πιο κάτω διακριτικά αλλά πολύ κοντά στην εκκλησία είναι το φιλόξενο σπίτι του Αποστόλη του Κουστένη. Ξάδελφος και συνονόματος του Γέροντα μας Ανανία.

Ψάλτης ο Αποστόλης σε γειτονικό χωριό, όμως στα πανηγύρια της Παναγίας της Βλαχέρνας δεν ανεβαίνει στο ψαλτήρι. Αφήνει εμάς τους ξενόφερτους προσκυνητές και ο ίδιος διακονεί όλη την ώρα. Το σπίτι του ανοικτό για κάθε έναν από εμάς. Νεράκι και πολυθρόνα για τον έναν που λιποθύμησε και η τουαλέτα του πεντακάθαρη και συνεχώς κατειλημμένη. Μετά το «Δι ευχών» τρέχει για τους καφέδες και γλυκά και στην αυλή του είναι ήδη στρωμένο το τραπέζι.

Δεν προλαβαίνουν να τελειώσουν οι καφέδες και εκεί κατά τις δώδεκα πάλι ευλογητός για το πλούσιο γεύμα που έφθασε από τον φούρνο του χωριού ψημένο.

Όταν εζούσε η γιαγιά Διαμάντω καθόταν σαν μητέρα μας στην κεφαλή του τραπεζιού μαζί με τους παπάδες.

Ήταν πολύ χαρούμενη που έπαιρνε ζωή ο τόπος. Στην εκκλησία πάλι κάθονταν απέναντι απ τους Ψαλτάδες στην θέση που παλιά καθόντουσαν οι βασιλείς η οι νομάρχες. Χαιρόταν που μας έβλεπε όλους μαζί και αισθανόταν οικοδέσποινα στην χάρη της Βλαχέρνας.

Την εκκλησιά την ευρίσκαμε κάθε φορά και περισσότερο αγιογραφημένη. Δια χειρός του φίλου μας και αδελφού Δημήτρη Κουστένη ανιψιού του Γέροντα Ανανία που τον διακονεί από μικρό παιδί σαν «παπαδάκι» στον Άγιο Χαράλαμπο στην Δημητσάνα και έως σήμερα στον Άγιο Νεκτάριο στα Εξάρχεια στις παρασκευβιατικες βραδινές λειτουργίες. Δούλευε στο χειρουργείο του Οφθαλμιατρείου Αθηνών ο Δημήτρης μα ότι χρόνο ελεύθερο εξοικονομούσε τον παίρναγε αγιογράφωντας στην Καρκαλού την Παναγία την Βλαχέρνα.

Δεν ξέρω πουθε βρήκε τόσα χρήματα και έχτισε την εκκλησία ο Γερο-Ανανίας. Ο ίδιος λέει ότι ήταν ένα ακόμα θαύμα της Παναγίας. Έρχονταν χρήματα από παντού, τα έστελνε η Παναγία. Ας είναι η μνήμη του αιώνια, μαζί με την γιαγιά θα είναι σίγουρα παρέα και θα χαμογελάει η ψυχή τους και θα χαίρεται όταν μας βλέπουν να συνεχίζουμε τα πανυγηράκια μας στην Καρκαλού της Παναγίας μας της Βλαχέρνας.

Άφησα για το τέλος το ποιο σημαντικό που επαναλαμβάνεται κάθε φορά στο πανηγύρι.

Δεν ξέρω πουθε το οικονόμησε ο Γέροντας τον θησαυρό αυτό, όμως επροίκισε την Βλαχέρνα του με τεμάχιο από την Αγία Ζώνη, το μέγα προσκύνημα της Παναγίας των Βλαχερνών στην Πόλη.

Αυτό λοιπόν το προσκυνούμε στις γιορτές αλλά στο τέλος όταν βγούνε όλοι από την εκκλησία ευωδιάζει με ένα τρόπο θαυμαστό σαν να μας ευχαριστεί και να μας αποχαιρετάει.

Μου το είπαν οι «παλιοί προσκυνητές» την πρώτη την φορά που πήγα αλλά συμβαίνει κάθε φορά από τότε που θα πάω και μάλιστα επί δικαίων και αδίκων. Σαν το Τίμιο Φως στα Ιεροσόλυμα που πολλοί το αμφισβητούν, πως είναι δυνατόν κατά παραγγελία θαύμα.

Εγώ πάντως την έστησα μια φορά και αντί να τρώω στο τραπέζι πρόσεχα την Εκκλησία, να δω μην μπαίνει κανένας με μύρο η κάποιο άλλο αρωματικό. Μπαινόβγαινα στην άδεια εκκλησία και δεν την άφηνα απ τα μάτια μου ούτε λεπτό μέχρι που ξαφνικά γέμισε με ευωδία όλη η εκκλησία, να σπάει μύτες….

Σαν να μου έλεγε άντε και συ ρε άπιστε Θωμά και γράψε και καμία αράδα να θαυμάσουν και άλλοι ολιγόπιστοι ωσάν και σένα.



https://www.pemptousia.gr/author/dr-stefanos-dimopoulos-chirourgos-ofthalmiatros/







Tuesday, May 18, 2021

Στον π. Ανανία Κουστένη (†14-5-2021) - του Αρχιμ. Εφραίμ τριανταφυλλόπουλου

 ananias koustenis 10https://www.romfea.gr/diafora/43633-14-5-2021

Γράφει ο Αρχιμ. Εφραίμ Τριανταφυλλόπουλος
Πρωτοσύγκελλος Ι. Μητρ. Σισανίου και Σιατίστης


Δὲ σὲ γνώρισα, σὲ ἄκουσα.
Δὲ σὲ εἶδα, σὲ διάβασα.
Κεῖνα τὰ κηρύγματά σου,
χαστούκι στὴν ἠθικιστικὴ ὑποκρισία,
τὸ φαρισαϊκὸ φτιασίδωμα,
θησαυρὸς
λόγου ἀνορθωτικοῦ,
ὑποστηρικτικοῦ, κατορθωτικοῦ τῆς ζωῆς.
Κεῖνο τὸ γλέντι τῆς Παλιγγενεσίας διαρκῶς παρόν,
τὸ Εἰκοσιένα,
μὲ τὰ χνῶτα τῶν Ἡρώων θαλπωρή μας.
Πρόταση ζωῆς μᾶς ἔκανες,
τῆς Μοναδικῆς.
Ξεκουράσου παπούλη,
παπᾶ μου πληγωμένε καὶ εὐωδιαστέ,
κορονο-στεφανωμένε κι ἐλόγου σου,
στὴν ἀγκαλιὰ τοῦ Χριστοῦ, τῆς Παναγίας, τῶν ἁγίων
καὶ τοῦ Θοδωράκη τοῦ Κολοκοτρώνη ντέ,
ποὺ μὲ τὰ παλληκάρια του σὲ ὑποδέχονται
χίλιοι-καὶ νοματαῖοι
βαρώντας κλαρίνα τῆς Ἀλωνίσταινας καὶ τῆς Δημητσάνας!
Τὴν εὐχή σου νὰ ἔχουμε!
Εὐχαριστοῦμε τὸ Χριστό μας
ποὺ σὲ ἔστειλε
ραβασάκι τῆς ἀγάπης Του ἀνάμεσά μας.
Δροσίσου πλέον, Λέον τῶν ραδιοκυμάτων!
Προεξάρχον τῶν Ἐξαρχείων!
Βλαστάρι τῆς ματωμένης γῆς τῆς Ἀρκαδίας!





Sunday, May 16, 2021

Tα βιβλία του Αρχιμανδρίτη Ανανία Κουστένη



Ίσως και να είναι φυσικό. Ακριβώς όπως στον έρωτα. Στην αρχή, θέλεις τον ερωτευόμενο δικό σου, αποκλειστικά δικό σου. Μετά από λίγο όμως, -και εφόσον καταφέρεις να μετουσιώσεις τον προσωπικό σου έρωτα σε συμπαντικό-, θέλεις να τον κοινωνήσεις σε όλους. Αφού άξιζε τον έρωτά σου, σίγουρα αξίζει να γνωριστεί και από άλλους, όσο γίνεται περισσότερους. Και ο έρωτας μπορεί να αφορά άνθρωπο, αντικείμενο τέχνης, λουλούδι, στιγμή, βιβλίο κοκ. Αυτό έχω πάθει εδώ και μέρες που διαβάζω τα βιβλία του π. Ανανία. Έχω αφήσει στην άκρη όλα μου τα αναγνώσματα, ο νους μου είναι συνέχεια σ' αυτά τα βιβλία, γυρεύω τον ελεύθερο χρόνο ή παρατώ κάποιες δουλειές, γιατί αδημονώ να προστρέξω στην αγκάλη τους. Μέχρι τώρα δεν έγραψα τίποτα, αλλά τώρα δεν μπορώ παρά να το μοιραστώ. Με ξεδιψούν και με διψούν ταυτόχρονα. Πώς γίνεται αυτό; Έλα μου ντε... Έρωτας, δεν το είπαμε;



Καταρχάς τα βιβλία αυτά δεν είναι προϊόν συγγραφής, αλλά προφορικού λόγου. Καρπός απομαγνητοφώνησης των ομιλιών του Αρχιμανδρίτη. Σε άλλη περίπτωση αυτό θα μπορούσε να αποβεί ιδιαίτερα προβληματικό περνώντας σε έντυπο κείμενο. Να μην διαβάζεται. Εδώ όμως, τουναντίον, σε συνεπαίρνει η χάρη του ολοζώντανου παλλόμενου λόγου του εξαίρετου αφηγητή, που προφανώς εκτός από το χάρισμα της αφήγησης, διαθέτει και αυτό της μνήμης, αλλά και της μεταποίησης του παλαιού λόγου  που έχει αφομοιώσει σε σύγχρονο. Μόνο μ' έναν τρόπο το καταφέρνει κάποιος αυτό. Προηγουμένως έχει κάνει εντελώς δικά του, αυτά που διηγείται και ξέρει σε ποιους απευθύνεται. Είναι εντός τόπου και χρόνου. 
Αν περιγράψω τον εαυτό μου ως ένα πλάσμα αφάνταστα πεινασμένο που κάθομαι σ' ένα τρπαέζι και περιμένω χρόνια το αγαπημένο μου φαγητό, που δεν έρχεται και ούτε κι εγώ γνωρίζω ακριβώς ποιο είναι, ο λόγος του π. Ανανία έχει καταφτάσει ως το εκλεκτότερο έδεσμα, στην κατάλληλη στιγμή, με το σερβίρισμα που μου ταιριάζει, στη σωστή θερμοκρασία και ποσότητα. 
Τι είναι αυτό, λοιπόν, που τόσο με έχει συνεπάρει και επιτέλους τώρα μπορώ να το μοιραστώ; Είναι το Παράδειγμα. Το καλό παράδειγμα. Χωρίς σάλτσες και φιοριτούρες, ρομαντισμούς και ηθικοδιδασκαλίες. Το ατόφιο παράδειγμα μέσα από γεγονότα της ζωής ανθρώπων αγίων, ιστορικών προσώπων και ηρώων, δίκαιων ψυχών, που ο αφηγητής ανασύρει από την ιστορία του τόπου μας, την Εκκλησιαστική ιστορία και τα συναξάρια, και μας το προσφέρει βιώνοντάς το.  



Βιβλιαράκια μικρά, σε κομψότατες εκδόσεις, Ακτή, Λευκωσία. Συνοπτικές περιγραφές που επικεντρώνουν στο καίριο και σημαντικό, αποφεύγοντας τις φλυαρίες. Δεν έχουμ ε χρόνο για φλύαρα λόγια. Δεν έχουμε αντοχές για ανούσια και γλυκερά κηρύγματα. Και επιζητούμε αυτός που μιλά ή γράφει να νιώθει αυτά που λέει. Να τα πιστεύει, να τα υπερασπίζεται και να τα συνδέει με τη δική μας πραγματικότητα στο σήμερα. Αυτό το στόιχημα κερδίζουν τα συγκεκριμένα βιβλία.
Μέσα στο χάος της πληροφόρησης, της σύγχισης στην οποία μας έφεραν οι προοδευτικοί και οι αδιάβαστοι, της υπερευαισθητοποίησης και μαλθακότητας της εύκολης ζωής μας, του άκρατου εξισωτισμού και της ισοπέδωσης των ιερών και των όσιων, εθνικών και θρησκευτικών, τα βιβλία αυτά μας δίνουν ξανά έναν μπούσουλα, φωτίζουν το σωστό δρόμο, διαλύουν τις παρεξηγήσεις του μυαλού μας και των πολλών θεωριών, επεξηγούν δυσερμήνευτα νοήματα με απλό τρόπο, εμπεδώνουν σε στέρεες βάσεις αυτό που μπορεί να πιστεύουμε ή να διαισθανόμαστε ως αληθές.

Ο π. Ανανίας, μέσα από τα πολυάριθμα αναγνώσματά του, 
-πράγμα ολοφάνερο, αλλά ουδόλως επιδεικτικό-, επιλέγει να ανασύρει για χάρη μας και να μας προσφέρει  το καλύτερο και πλέον αξιοζήλευτο παράδειγμα κάθε φορά. Διαβάζοντας, παρηγορείται η ψυχή, συναισθάνεται τις αδυναμίες της, ενθαρρύνεται, μα και ανεβάζει λίγο πιο ψηλά τους στόχους της, αν δεν τους βάζει και για πρώτη της φορά.  Μέσα στο τόσο εκωφαντικό κακό που μας περικυκλωνει από παντού, αυτά τα βιβλία μας βάζουν μέσα στο σιωπηλό κόσμο του καλού, που ήταν και θα παραμένει ασύγκριτα ισχυρότερος. 
Συχνά πυκνά παρεισφρύει ο καημός του ιερωμένου για την πατρίδα μας και τα δεινά της. Έτσι είναι, και πώς αλλιώς, αφού πονά για όλα αυτά που ζούμε όλοι μας; Κι επειδή όλοι μας πονάμε, και πεινάμε και διψάμε το καλό, το αγαθό, τον Χριστό και τους αγίους Του και τους αγγέλους Του και την Παναγία,  κι επειδή πολλοί σαν κι εμένα είμαστε ακόμα νήπια και γεμάτοι περισπασμούς, είναι σπουδαίο το δώρο αυτών των λόγων μέσα στα μικρά αυτά βιβλιαράκια, γιατί είναι η αποκρυστάλλωση χρόνιας μελέητς, συσσωρευμένης γνώσης και σοφίας, αλλά και περίσσιας αγάπης για όλους τους προαπελθώντας άξιους προς μίμηση ανθρώπους και για μας που αποζητούμε το παράδειγμά τους.

Ένα μεγάλο "Ευχαριστώ" στον Αρχιμανδρίτη Ανανία Κουστένη, την ευχούλα του να έχουμε, κι ένα στις εκδόσεις Ακτή. 
Εγώ τα βιβλία τα αγόρασα από το βιβλιοπωλείο του Αρμού, πιθανόν να υπάρχουν και αλλού. 
Σημειώνω πως θα ήταν καλό στα στοιχεία του εκδότη να μπει και ένα τηλέφωνο, για όσους θέλουν πληροφορίες, γιατί υπάρχει μόνον η ταχυδρομική διεύθυνση, καθώς επίσης και πληροφορίες για το κάθε βιβλίο σε μια ιστοσελίδα.


Νευροκοπλή Βασιλική
Πρώτη σημοσίευση 9/04/13

Saturday, May 15, 2021

Ο ΠΑΤΕΡΑΣ του Κώστα Λάνταβου

 Τον αγαπούσα πολύ. Χέρι δεν σήκωσε πάνω μου. Ποτέ.

Όταν απειθαρχούσα με δυό λόγια κοφτά, καίρια, αποκαθιστούσε την τάξη. Τον αγαπούσα, ήμουν βέβαιος, αν και πολύ νέος για βεβαιότητες όταν άφησε τα εγκόσμια. 

     Περιέργως όμως, ο χαμός του δεν με διέλυσε. Η απουσία του, αισθητή ασφαλώς, δεν ταρακούνησε τον μέσα μου κόσμο. Δεν έφερε δυστυχία, απόγνωση, εγκατάλειψη, μοναξιά. Ένα κενό στην αρχή το άφησε, αλλά η ορμή της νιότης και η δίψα για ζωή γρήγορα έφεραν την ισορροπία. 

     Στην αρχή είχα ενοχές που δεν ένοιωθα συντριβή. Αναρωτιόμουν αν τον είχα αγαπήσει αρκετά.

     Αργότερα όμως κατάλαβα πως τα είκοσι χρόνια που ζήσαμε μαζί ήταν μάλλον επαρκή να μου εμπνεύσουν την αγάπη και τον σεβασμό μου για εκείνον και να σφυρηλατήσουν εντός μου την πλήρη αποδοχή.

     Κι αυτό ήταν έργο δικό του.

     Δεν ήταν μόνο ο πατέρας.

     Ήταν ο πρώτος και συνάμα ο καλύτερός μου φίλος μέχρι τη μέρα που έφυγε.

Όταν έφυγε ο πατέρας ήμουν εικοσιενός. Είπα τότε στον εαυτό μου: «Πάει, αυτό ήταν! Πρέπει να μάθεις να ζεις χωρίς πατέρα».

     Νόμιζα πως θα ήταν δύσκολο. Ήταν. Όχι πάντως όσο στην αρχή υπολόγιζα. Και σ’ αυτό με βοήθησε η αγάπη που του είχα. Η όμορφη και ήρεμη σχέση μας με τροφοδοτούσε για πολύν καιρό ακόμα κι αυτό απάλυνε τον πόνο της απώλειας, γλύκαινε την πίκρα της απουσίας. Οι αναμνήσεις που έχω από εκείνον ακόμα και σήμερα μου φέρνουν μια γλυκιά νοσταλγία, ένα αίσθημα ευφορίας, ένα αυθόρμητο ευχαριστώ για ό,τι στάλαξε στην ψυχή μου.

     Τον αγαπούσα περισσότερο απ’ όσο νόμιζα. Ποτέ δεν με πίεζε, μάλλον με έπαιζε με μιαν αρσενική τρυφερότητα που ημέρευε κάθε πιθανή εναντίωση. Δεν με νουθετούσε, μου μιλούσε με ιστορίες που έμοιαζαν με τις παραβολές του Ιησού. Δεν του άρεσαν οι συμβουλές. Εκείνος είχε ορφανέψει στα επτά του χρόνια, και χωρίς πατρικό πρότυπο είχε γίνει ένα ατίθασο πλάσμα. Δεν έπαιρνε από συμβουλές, δεν τις καταλάβαινε, του έφερναν αλλεργία. Πώς λοιπόν να τις απευθύνει στα παιδιά του. Μάλλον διαισθανόταν πως αρκούσε  να είναι ο ίδιος σωστός. 

     Τον αγαπούσα. Έλειπε όλη την ημέρα στη δουλειά. Έφευγε χαράματα και γύρναγε σχεδόν νύχτα. Τα περισσότερα βράδυα πήγαινα στο ΚΤΕΛ και τον περίμενα να γυρίσουμε μαζί στο σπίτι. Το καλοκαίρι επέστρεφε με διάφορα ζαρζαβατικά, κανένα καρπούζι ή πεπόνι και τον βοηθούσα στο κουβάλημα. Πόσο όμορφα ένοιωθα! Αληθινές στιγμές ευτυχίας! 

     Έλειπε πολλές ώρες στη δουλειά. Τον έβλεπα λίγο. Τον χαιρόμουν μόνο τις Κυριακές. Τότε οι άνθρωποι δούλευαν έξι μέρες, το πενθήμερο ο πατέρας δεν το πρόλαβε. Για να τον βλέπω λοιπόν περισσότερο δεν έβγαινα έξω με τους συμμαθητές μου, δεν έκανα φίλους. Καθόμουν σπίτι να χορταίνω τη συντροφιά του. Κι όχι μόνο δεν με στενοχωρούσε αυτή η κατάσταση, απεναντίας με γέμιζε, με ηρεμούσε και καμάρωνα που ο μεροκαματιάρης γονιός μου έβρισκε χαρά κουβεντιάζοντας μαζί μου. Του άρεσε να του διαβάζω την τοπική εφημερίδα. Δεν ήξερε γράμματα, κατάφερνε να χαράξει μόνο το ονοματεπώνυμό του. Ύστερα από τα νέα του Τύπου, αράδιαζε με σκωπτική διάθεση όσα περίεργα ή αξιομνημόνευτα είχαν συμβεί στη δουλειά του. Στο τέλος – κι εδώ ήταν το φόρτε του – έπιανε τις ιστορίες από τον πόλεμο στην Αλβανία. Βέβαια. Ήταν πολεμιστής του αλβανικού έπους, είχε φτάσει μέχρι το Τεπελένι. Και φούσκωνε από περηφάνεια. «Άχ, μπήκαν οι Γερμανοί και οπισθοχωρήσαμε. Ειδεμή θα τους είχαμε ρίξει στη θάλασσα τους μακαρονάδες». Το έλεγε με τόσο καημό, σαν να τον ενοχλούσε που άφησαν μια δουλειά στη μέση…

     Τον είχε τόσο σημαδέψει ο πόλεμος του ΄40 που είκοσι χρόνια μετά, και περισσότερα, δεν μπορούσε να  ξεκολλήσει. Είχα μάθει κάθε λεπτομέρεια της πολεμικής του δράσης. Κάθε 28η Οκτωβρίου σηκωνόταν πολύ πρωί, ξυριζόταν κόντρα, πάντα κόντρα, από εκείνον το πήρα κι εγώ, κοστουμαριζόταν κι έβγαινε με τους πρώτους στην πλατεία και έπιανε θέση ακριβώς πίσω από τις θέσεις των αναπήρων και παρακολουθούσε την παρέλαση έμπλεος τιμής και δόξης. Πριν φύγει απ’ το σπίτι τον πείραζα για το επίσημο ντύσιμό του κι αυτός μου αντέτεινε: «Σήμερα γιορτάζω εγώ και η γενιά μου που πολεμήσαμε στην Αλβανία! Σήμερα είμαι στην τρίχα. Δες τσάκιση στο παντελόνι. Κόκορα σφάζει». 

     Ένα άλλο του καμάρι ήταν η μεγάλη του ευχέρεια στο τραγούδι. Στο Δημοτικό τραγούδι. Καταγόταν από γενιά σπουδαίων τραγουδιστών. Τα αδέλφια του και δυό τρεις θείοι του τραγουδούσαν υπέροχα. Στο ορεινό χωριό των Τζουμέρκων, όπου γεννήθηκαν και μεγάλωσαν, έκαναν θραύση. Το ίδιο και στη Θεσσαλία όπου μετοίκησαν. Ήταν περιζήτητοι στα γλέντια. Ο ίδιος ήταν αγαπημένος τραγουδιστής του περίφημου Θεσσαλού κλαρινίστα, του Βάϊου Μαλλιάρα. Τον καλούσε σε γάμους και πανηγύρια. Αμισθί πάντα. Ποτέ δεν γύρευε αμοιβή. Τραγουδούσε για το κέφι του. Νόμιζε πως το χρήμα μόλυνε την αγάπη του για το τραγούδι. Ο Μαλλιάρας μάλιστα του πρότεινε να κατέβουν στην Αθήνα να βγάλουν δίσκο με δημοτικά τραγούδια, αλλά, όπως μου έλεγε «δεν μ’ άφησε η μάνα σου, μην μπλέξω με γυναίκες στην Αθήνα και με χάσει». Το έλεγε αυτό και υπομειδιούσε αυτάρεσκα. Τελευταία φορά μου τραγούδησε, βαριά άρρωστος, είκοσι μέρες πριν «φύγει». «Έλα δω να σου πω τον Μάρκο παν στην εκκλησιά τον Μάρκο παν στο μνήμα», μου είπε με την αδυνατισμένη του φωνή, λες και ήθελε να μου επισημάνει το επερχόμενο τέλος. Το είπε μάλλον ξεψυχισμένα και οι δυό προσποιηθήκαμε πως δεν συγκινηθήκαμε…

     Τον αγαπούσα. Ήταν μειλίχιος άντρας, όμορφος, αν και ο ήλιος – δούλευε πάντα στο ύπαιθρο - τον είχε τσακίσει, τον είχε γεράσει πρόωρα. Πάντα φρόντιζε τον εαυτό του. Και με παρότρυνε να κάνω το ίδιο. «Η καλή εμφάνιση, μου έλεγε, έχει να κάνει. Προδιαθέτει τον άλλο θετικά. Αυτό μου το έμαθε ο Δαβίδος στη Γεωργική Σχολή όταν δούλευα μαζί του στ’ άλογα. Ήξερε αυτός, ήταν Ρώσος άρχοντας, άνθρωπος του τσάρου». Όταν αργότερα, φοιτητής, του διάβασα τον Λιάπκιν  του Καραγάτση, δεν μπορούσε να πιστέψει πως ο επιστάτης «επιβητόρων ίππων», ο Νταβίντ Λιάπκιν, ο δικός του Δαβίδος είχε γίνει μυθιστορηματικός ήρωας. «Έτσι ήταν όπως τα γράφει, μπράβο του τού συγγραφέα. Λεβέντης, κεμπάρης άντρας, γυναικάς, αριστοκράτης, ήταν αυτός ο Ρώσος. Όλοι μας τον θαυμάζαμε».

     Τον αγαπούσα τον πατέρα. Ήταν ντόμπρος άντρας. Αργότερα κατάλαβα και ερωτικός. Σεβόταν πολύ τις γυναίκες. Τις φλέρταρε όλες, σχεδόν όλες, μ’ ένα ανάλαφρο παιγνιώδες ύφος που μπορεί να μη σήμαινε τίποτα, μπορεί όμως και πολλά. Όπως το ερμήνευε η καθεμιά. Γενικότερα όμως υπήρξε πειραχτήρι, ενίοτε ελαφρώς είρων και καμιά φορά σαρκαστικός. Αλλά πάντοτε υπονόμευε τον λόγο του φορώντας το πιο αθώο του χαμόγελο.

     Και σήμερα ακόμα μου λείπει. Πάντα μου έλειπε. Αλλά όχι μ’ έναν τρόπο μίζερης απώλειας. Μου έλειψε και μου λείπει η ξένοιαστη αύρα του που έκανε τη ζωή μας ένα δροσερό κι ευχάριστο πέρασμα.


* Δημοσιεύτηκε στο 65ο τεύχος του περιοδικού Δέκατα με θέμα την Απώλεια.