Labels

Tuesday, August 8, 2017

Τραγούδι της ανάμνησης του θαύματος της Παναγίας των Βλαχερνών εναντίοντης βαβαρικής επιδρομής των Αβάρων και Περσών κατά της Βασιλεύουσας


Από τις συγκλονιστικότερες στιγμές της ιστορίας
Ήταν η αναχαίτιση της εχθρικής πορείας,
Επιδρομής σωστότερα, ενάντια στην Πόλη
Αβάρων όπως και Περσών που ΄ταν εχθροί της όλοι
Ενώ ο αυτοκράτορας Ηράκλειος πολεμούσε
Και αναχαίτιση Περσών με αγώνα προσπαθούσε
Το εξακόσια είκοσι και έξι στην Ασία
Αυτήν που ξέρουμε ως Μικρά. Πάνω στην εξουσία
Ανήλθε ο Ηράκλειος το εξακόσια δέκα
Μόλις την Ευδοκία του έλαβε ως γυναίκα
Ήταν υπό κατάρρευση η αυτοκρατορία
Απ’ τη διακυβέρνηση που ύστερα από ανταρσία 
Είχε αναλάβει ο Φωκάς που ήταν απ’ τη Θράκη
Κι άφησε πίσω ρημαδιό, πλήθος ανθρώπους ράκη
Οι Σλάβοι απειλητικοί, κι οι Άβαροι ναμάδες 
Που είχαν εγκατασταθεί στις ουγγρικές πεδιάδες
Μα ο πιο μεγάλος κίνδυνος οι Πέρσες που αφότου
Πήραν τα Ιεροσόλυμα και του αγίου τόπου
Κλέψαν τον Τίμιο Σταυρό, στα μέρη τους τον πήγαν
 Όμως δεν παραιτήθηκαν κι ας φάνηκε πως φύγαν
Θέλαν την Ανατολική Μεσόγειο δική τους
Και όλους τους Βυζαντινούς να διώξουν απ’ τη γη τους
Με κάθε τρόπο πάλευαν. Μα θα ξεκαθαρίσει
Τις σχέσεις ο Ηράκλειος και απ’ αυτό θα αρχίσει
Περσία απ’ το Βυζάντιο πρέπει να ξεχωρίσει
Γι’ αυτό και ισχυρό στρατό αυτός θα συγκροτήσει
Και θα προσδώσει κι ιερό μάλιστα χαρακτήρα
Στην εκστρατεία του αυτή αφού το ‘θέλε η μοίρα
Σύμβολο του Χριστιανισμού αυτοί να το κατέχουν
Θέλοντας και τα νώτα τους ασφαλισμένα να έχουν
Με τους Αβάρους συμφωνεί και έτσι ξεκινάει
Κατά Περσών τον πόλεμο που εξαετής κρατάει
Ο βασιλέας των Περσών, Χοσρόης, δε θα μείνει
Άπραγος. Με τους Άβαρους μια συμφωνία κλείνει
Τον αρχηγό τους, Χάγανο, πείθει να ενωθούνε
Και κατά του Ηράκλειου μαζί να επιτεθούνε
Αρχές Μαϊου ήτανε που ‘ρθαν στη Σαλονίκη
Οι Άβαροι που φρόντισαν πασχίζοντας για νίκη
Να ‘χουν μαζί τους σλαβικά φύλα βοηθειά τους
Μα η Σαλονίκη άντεξε κι έτσι λοιπόν, αλιά τους
Αυτοί κατατροπώθηκαν και φεύγοντας στραφήκαν
Προς την Κωνσταντινούπολη και φθάνοντας σταθήκαν
Έξω από τα τείχη της εικοσιεννιά Ιουνίου
Τριάντα ο Σαρβαραζά φτάνει του Ιουλίου
Φέρνοντας περσική στρατιά μέσα στην Χαλκηδόνα
Και η Κωνσταντινούπολη στο μάτι του κυκλώνα
Μοιάζει να μπαίνει η άμοιρη ως περικυκλωμένη
Τέλος Ιούλη οι Άβαροι, -καιρός πλέον δε μένει
Στήνουνε μηχανήματα και την πολιορκούνε
Άνδρες χιλιάδες, εκατόν πεντήκοντα θα πούνε,
Ήταν η πλέον πιθανή δύναμη των Αβάρων
Κι έλειπε κι ο Ηράκλειος κατά άλλων βαρβάρων
Στη Μικρά Ασία, των Περσών, αφήνοντας το γιο του
Τον Κωνσταντίνο ανήλικο πίσω του βοηθό του
Που ο πατριάρχης Σέργιος κι ο μάγιστρος ο Βώνος
Τον επιτρόπευαν κι οι δυο που είχε μείνει  μόνος
Απ’ την αρχή οι Βυζαντινοί ήδη θα δοκιμάσουν
Τον άπληστο τον Χάγανο γλυκά να δελεάσουν
Δίνοντας χρήματα, χρυσό, που θα τα θέλαν όλοι 
Μα κείνος ασυγκίνητος θα μείνει και την Πόλη
Ζητά να παραδώσουνε, μιας και υποδαυλίζαν
Πάντοτε οι Βυζαντινοί κινήσεις που πασχίζαν
Να κάνουν ανεξάρτητους τους Σλάβους κάθε τόσο
Απ’ των Αβάρων τα δεσμά κι αυτό κρατούσε όσο
Καιρό ο Χάγανος ήταν στην εξουσία.
Μονόξυλα πλοιάρια που φτιάξαν στην ουσία
Οι Σλάβοι, στον Κεράτιο ρίχνει να επιβιβάσει
ΌΛα του τα στρατεύματα, και των Περσών εκείνα
Που ήρθαν θα επιβιβασούν στις τρεις του άλλου μήνα
Μ’ άλλα πλοία μονοξυλα στον Βόσπορο θα μπούνε
Έξι Αυγούστου οι Άβαροι πρώτα θα επιτεθούνε
Σε ασθενές τμήμα τειχών και σ’ εκκλησιά θα μπούνε
Της Παναγιάς των Βλαχερνών . Θα οχυρωθούν κει πέρα
Παρόλα αυτά, Βυζαντινό, την επομένη μέρα,
Δίκτυο κατασκοπευτικό, το σύνθημα θα μάθει
Για των πλοίων επίθεση και θα αποφύγει λάθη
Μα και παγίδα έξυπνη ο Βώνος θα τους στήσει
Φωτιές ανάβοντας εκεί που ‘χαν αποφασίσει 
Θέση “Πτερόν” λεγότανε, για να επιτεθούνε
Τα Σλάβικα πλοιάρια θα αποδεκατιστούνε
Την ίδια τύχη βρίσκουνε κι οι Πέρσες μες στα πλοία
Καθώς ένα εικόνισμα κάνουνε λιτανεία
Της Παναγιάς, Βυζαντινοί επάνω απ’ τα τείχη
Και όλοι βλέπουν την Κυρά που έχουνε την τύχη
Να προστατεύει φρούριο απόρθητο την Πόλη
Να κυνηγάει τους εχθρούς όπου την τρέμουν όλοι
Χιλιάδες τέσσερις, θα πουν, πως χάσαν την ζωή τους
Οι πολιορκημένοι θάρρεψαν στη νίκη τη δική τους
Κι ακούγοντας πως σύντομα στην Πόλη καταφθάνει
Ο αδερφός του βασιλιά, Θεόδωρος, ορμούνε
Κι από τα τείχη βγαίνουνε να αντεπιτεθούνε
Ο Χάγανος αποχωρεί και παίρνει το στρατό του
Και δεν τους ξαναενοχλεί μήτε στο όνειρό του
Μαζί όμως με τους Άβαρους κι οι Πέρσες με αισχύνη
Γυρίζουν στην πατρίδα τους, κι ο αρχηγός τους χύνει
Δάκρυα ο Σαρβαραζάς και πίσω δεν κοιτάζει
Η νίκη θριαμβευτική και ο λαός την τάζει
Στην Παναγιά των Βλαχερνών καθώς όλοι το νιώσαν
Πως οδηγούσε η Κυρά κι έτσι της αποδώσαν
Όλα τα νικητήρια. Πήγαν στην εκκλησιά της
Και ψάλαν τον Ακάθιστο Ύμνο εκεί μπροστά της
Όρθιοι κλήρος και λαός, τη Υπερμάχω Στρατηγώ


Βασισμένο και εμπνευσμένο από το Θερινό Συναξάρι του αρχιμανδρίτη Ανανία Κουστένη και την ιστοριία όπως αναγράφεται στον ακόλουθο σύνδεσμο: https://www.sansimera.gr/articles/960

Monday, August 7, 2017

Τραγούδι του αγίου οσιομάρτυρα Δομετίου του Πέρση και των δύο μαθητών του


Στου Κωνσταντίνου έζησε τα χρόνια του Μεγάλου
Που ο κόσμος κάποιου αντίστοιχου δεν είδε ως τώρα άλλου
Ο άγιος Δομέτιος. Αν και ειδωλολάτρης
Πλησίασε τον Άβαρο που ήταν Χριστού λάτρης
Η Χάρη τον οδήγησε, κι ο Άβαρος το νιώθει
Σε γη καλή και αγαθή σπαρμένοι ήταν οι πόθοι
Που είδε στον Δομέτιο και θα τον κατηχήσει
Μα σαν να γίνει χριστιανός ζητά, θα του συστήσει
Απ’ την Περσία, όπου ζουν, καλύτερα να φύγει
Εκεί οι πιστοί διώκονται κι αυτό το αντέχουν λίγοι
Στη Νίσυβη κατέφυγε, όπου Ιράκ καλούμε
Κι ένας επίσκοπος εκεί, τον βάφτισε. Να πούμε
Πως τέτοια χαρά γέμισε, δεν ξέρει τι να πράξει
Και μόλις βρίσκει μια μονή, ζητά να κατατάξει
Στο τάγμα το μοναχικό και σώμα και ψυχή του
Κι έτσι, εκάρη μοναχός. Τόση η δούλεψή του
Στα έργα τα πνευματικά, ώστε θα ξεχωρίσει
Σε αγάπη και ταπείνωση και πίσω του θα αφήσει
Αθέλητα κι αβίαστα τους άλλους τους πατέρες
Σε ύψη ανεβαίνοντας μέσα σε λίγες μέρες
Ο αρχέκακος των ημερών θα τον ζηλοφθονήσει
Και στις καρδιές των μοναχών τον φθόνο θα κινήσει
Έτσι, όπως ο Κύριος διά φθόνο Σαδουκαίων
Αλλά και των υποκριτών αυτών, των άλλων, Φαρισαίων 
Θα φύγει, έφυγε κι αυτός. Τα μάτια του θα πάρει
Και στη Θεοδοσιούπολη θα φτάσει καθώς άρει
Με υπομονή Ιώβεια, σταυρό που  αγαπάει.
Στου Ερζερούμ τα χώματα σαν έφθασε ζητάει
Σέργιου και Βάκχου τη μονή. Τον δέχονται με αγάπη
Τον γράφει ο ηγούμενος αμέσως στο κιτάπι
Της άγιας του κι ευγενικής καρδιάς και τον χειροτονάει
Σε διάκονο, διαβλέποντας πόσο ψηλά θα πάει
Αν κάπου, όντως γίνεται, κάποιοι να μη μας θέλουν
Κάπου αλλού, στα σίγουρα, άλλοι μας παραθέλουν
Μα όταν ο Ουρβέλιος θα το αποφασίσει 
Πρεσβύτερο τον άγιο κάποτε να τον χρίσει
Ο άγιος σηκώνεται και φεύγει, γιατί δόξα
Δεν θέλει, ούτε της τιμής τα φαρμακώδη τόξα
Σε ένα βουνό κατέφυγε κι εκεί έμεινε μόνος
Ο καύσωνας  το  στέμμα του και ο χειμώνας  θρόνος 
Μέσα σε σπήλαιο τεχνητό έμεινε, προσευχόταν
Κι αγίασε τόσο πολύ, θαυματουργός γινόταν
Που πλήθος έρχονταν σ’ αυτόν άρρωστοι, πονεμένοι
Και έβρισκαν παρηγοριά πολλοί αναγκεμένοι
Ειδωλολάτρες, χριστιανοί τον άκουγαν, μεθούσαν
Τα λόγια και τα έργα του, αυτούς παρηγορούσαν
Πλήθος πολύ βαφτίζονταν, ώσπου να έρθει η μέρα
Που πήγε ο Ιουλιανός ο Παραβάτης πέρα
Στα μέρη εκείνα, πόλεμο με Πέρσες να αρχινήσει
Τη  φήμη του Δομέτιου θα την ζηλοφθονήσει
Και τους φανατικούς σ' αυτόν στέλνει ειδωλολάτρες
Για να τον αφανίσουνε. Μαζί με τους δύο άντρες
Που μαθητές του ήτανε,  οι τρεις τους προσευχόνταν
Παίρνουνε πέτρες και πετούν επάνω τους, κι ερχόνταν
Βροχή το πετροβόλημα, ωσότου τους σκεπάσαν
Ωσάν τον Πρωτομάρτυρα, οι τρεις τους αγίασαν.  
Απαύστως συνεχίζουνε  όμως την προσευχή τους
Στων ουρανών τη θαλερή και άγια μονή τους.




Εμπνευσμένο από το Θερινό Συναξάρι του αρχιμανδρίτη Ανανία Κουστένη και τον Ορθόδοξο Συναξαριστή.

Sunday, August 6, 2017

Ἡ Μεταμὸρφωσις τοῦ Σωτὴρος Χριστοῦ

Αποτέλεσμα εικόνας για μεταμορφωση του σωτηρος


Θαβὼρ ὑπὲρ πᾶν γῆς ἐδοξάσθη μέρος,
Ἰδὸν Θεοῦ λάμψασαν ἐν δόξῃ φύσιν
Μορφὴν ἀνδρουμένην κατὰ ἕκτην Χριστὸς ἀμεῖψε.

Κατά τη διήγηση των Ευαγγελιστών, ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός πήρε από τους μαθητές τον Πέτρο, τον Ιωάννη και τον Ιάκωβο και ανέβηκε στό όρος Θαβώρ για να προσευχηθεί. Όπως σημειώνει ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης: «Eπήρε δε τρεις μόνους Aποστόλους, ως προκρίτους και υπερέχοντας. O μεν γαρ Πέτρος επροκρίθη, επειδή ηγάπα πολλά τον Xριστόν. O δε Iωάννης, επειδή ηγαπάτο από τον Xριστόν. O δε Iάκωβος, επειδή εδύνετο να πίη το ποτήριον του θανάτου, το οποίον και ο Kύριος έπιεν».Οι τρεις μαθητές Του, όπως ήταν κουρασμένοι από τη δύσκολη ανάβαση στο Θαβώρ και ενώ κάθισαν να ξεκουραστούν, έπεσαν σε βαθύ ύπνο.
Όταν, ξύπνησαν, αντίκρισαν απροσδόκητο και εξαίσιο θέαμα. Το πρόσωπο του Κυρίου άστραφτε σαν τον ήλιο, και τα φορέματα Του ήταν λευκά σαν το φως. 
Τον περιστοίχιζαν δε και συνομιλούσαν μαζί Του δυο άνδρες, ο Μωϋσής και ο Ηλίας . Γράφει χαρακτηριστικά ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης: 
«Έφερε δε εις το μέσον τους τον Mωυσήν και τον Ηλίαν, διά να διορθώση τας σφαλεράς υποψίας, οπού είχον οι πολλοί περί αυτού. Kαθότι, άλλοι μεν έλεγον τον Kύριον, πως είναι ο Ηλίας. 
Άλλοι δε, πως είναι ο Iερεμίας. Διά τούτο λοιπόν επαράστησεν εις το Θαβώρ τους πρώτους και κορυφαίους Προφήτας, διά να γνωρίσουν οι μαθηταί, και διά των μαθητών όλοι οι άνθρωποι, πόση διαφορά είναι αναμεταξύ του Xριστού, και των Προφητών. 
O μεν γαρ Xριστός, είναι Δεσπότης. Oι δε Προφήται, είναι δούλοι. Kαι ίνα μάθουν, ότι ο Kύριος έχει την εξουσίαν του θανάτου και της ζωής. Διά τούτο, από μεν τους αποθαμένους, έφερε τον Mωυσήν.
Aπό δε τους ζωντανούς, έφερε τον Ηλίαν».
Αφού οι μαθητές συνήλθαν κάπως από την έκπληξη, ο πάντα ενθουσιώδης, Πέτρος, θέλοντας να διατηρηθεί αυτή η αγία μέθη που προκαλούσε η ακτινοβολία του Κυρίου, ικετευτικά είπε να στήσουν τρεις σκηνές. Μια για τον Κύριο, μια για το Μωϋσή και μια για τον Ηλία.
Πριν προλάβει, όμως, να τελειώσει τη φράση του, ήλθε σύννεφο που τους σκέπασε και μέσα απ’ αυτό ακούστηκε φωνή που έλεγε: 
«Οὗτος ἐστὶν ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός· αὐτοῦ ἀκούετε» (Λουκά, θ’ 28-36). Δηλαδή, Αυτός είναι ο Υιός μου ο αγαπητός, που τον έστειλα για να σωθεί ο κόσμος. Αυτόν να ακούτε.
Οφείλουμε, λοιπόν, και εμείς όχι μόνο να Τον ακούμε, αλλά και να Τον υπακούμε. Σε οποιοδήποτε δρόμο μας φέρει, είμαστε υποχρεωμένοι να πειθαρχούμε.
Έθιμα της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος
Η Μεταμόρφωση του Σωτήρος, ως σπουδαία δεσποτική εορτή, αποτελεί εξαίρεση εθιμικά καθιερωμένης ιχθυοφαγίας, μέσα στην σύντομη αλλά αυστηρή νηστεία του Δεκαπενταύγουστου.
Σε πολλούς τόπους πιστεύουν ότι την παραμονή το βράδυ, κάποια ώρα, ανοίγουν ξαφνικά οι ουρανοί και φαίνεται το «άγιο φως», σε όσους είχαν την υπομονή και την πίστη να ξαγρυπνήσουν.
Ανήμερα δε, προσφέρουν στους ναούς τα πρώτα σταφύλια της χρονιάς, για να ευλογηθούν από τον ιερέα μετά την θεία λειτουργία, και να διανεμηθούν ως ευλογία στους πιστούς. 
Σε ορισμένους μάλιστα τόπους προσφέρουν στον ναό το πρώτο λάδι της χρονιάς, για να ευλογηθεί, ώστε η ευλογία να επεκταθεί και στην υπόλοιπη παραγωγή.
Πρόκειται για το αρχαίο έθιμο των απαρχών, της προσφοράς δηλαδή των πρώτων καρπών στον Θεό, μια μορφή αναίμακτης τελετουργικής θυσιαστικής προσφοράς, που πέρασε και στον χριστιανισμό. 
Ο λαϊκός άνθρωπος, προσκομίζοντας για ευλογία τις απαρχές των καρπών και των γεννημάτων του, αναθέτει ουσιαστικά την ελπίδα της επιβίωσής του στον Θεό, από τον οποίο ζητά ευλαβικά να συνεργήσει, για να επιτύχει η σοδειά, από την οποία εξαρτάται και η επιβίωση ολόκληρης της παραδοσιακής κοινότητας.
Ήδη στους Αποστολικούς Κανόνες επιτρέπεται η προσαγωγή στον ναό σταφυλιών, όχι όμως και άλλων οπωρικών, ενώ ο Θεόδωρος Βαλσαμών, ερμηνεύοντας τον Δ΄ Κανόνα των Αγίων Αποστόλων, ερμηνεύει την εξαίρεση αυτή των σταφυλιών από το ότι το κρασί, που προέρχεται από αυτά, χρησιμοποιείται για την παρασκευή της θείας κοινωνίας.
Έτσι, τα ευλογημένα σταφύλια μοιράζονται και τρώγονται μαζί με το αντίδωρο στην Λέσβο, ενώ στον Μοσχοπόταμο της Πιερίας άφηναν το πρώτο τσαμπί του τρύγου σε κάποιο εικόνισμα του ναού, για να πάει καλά η σοδειά.
Δεν πρέπει εξ άλλου να ξεχνούμε ότι στην Μεταμόρφωση του Σωτήρος είναι αφιερωμένοι οι ναοί των μεγαλύτερων και επιβλητικότερων ελληνικών φρουρίων, γεγονός που δείχνει την σημασία, θρησκευτική και εθνικά αναγεννητική, που ο λαός μας ανέκαθεν έδινε στην μεγάλη αυτή εορτή. 
Και φυσικά, ως σπουδαία εορτή είναι και εθιμικά καθιερωμένη αργία, η παραβίαση της οποίας, από κάποιους ασεβείς και φιλάργυρους, επέφερε την άμεση θεϊκή τιμωρία, σύμφωνα με τις παραδόσεις του ελληνικού λαού, για παραδειγματισμό και των υπολοίπων.
Ἀπολυτίκιον
Ἦχος βαρύς.
Μετεμορφώθης ἐν τῷ ὄρει Χριστὲ ὁ Θεός,
δείξας τοῖς Μαθηταῖς σου τὴν δόξαν σου,
καθὼς ἠδυναντο. Λάμψον καὶ ἡμῖν τοῖς ἁμαρτωλοῖς,
τὸ φῶς σου τὸ ἀΐδιον,
πρεσβείαις τῆς Θεοτόκου,
φωτοδότα δόξα σοι.
Κοντάκιον
Ἦχος βαρύς. Αὐτόμελον.
Ἐπὶ τοῦ ὄρους μετεμορφώθης,
καὶ ὡς ἐχώρουν οἱ Μαθηταί σου τὴν δόξαν σου,
Χριστὲ ὁ Θεὸς ἐθεάσαντο,
ἵνα ὅταν σε ἴδωσι σταυρούμενον,
τὸ μὲν πάθος νοήσωσιν ἑκούσιον,
τῷ δὲ κόσμῳ κηρύξωσιν,
ὅτι σὺ ὑπάρχεις ἀληθῶς,
τοῦ Πατρὸς τὸ ἀπαύγασμα.


https://aerapatera.wordpress.com/2017/08/06/ἡ-μεταμὸρφωσις-τοῦ-σωτὴρος-χριστο-2/


Τραγούδι της Θείας Μεταμορφώσεως του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού


Μέρες τώρα, ο Ιησούς, στους μαθητές μιλούσε
Του Σταυρικού θανάτου τα Πάθη ιστορούσε,
όμως τους προετοίμαζε και για το θάνατό τους
που σύντομα θα έρχονταν με το μαρτύριό τους
Περίλυποι εγένοντο ως άνθρωποι εκείνοι
Μα ο Χριστός δε θέλησε η λύπη τους να μείνει,
να γινει έλος που αργά ή γρήγορα θα πνίξει
την πίστη και το θάρρος τους, κι έτσι, να κάνει νύξη
αποφασίζει πάραυτα της Θείας Βασιλείας,
εκεί όπου θα πορευθεί Πρώτος της αλιειάς
των λατρεμένων Του ψυχών, στο πλάι του Πατέρα,
για να υποδεχθεί μετά κι αυτούς σαν πάει εκεί πέρα
Να δείξει πόσο πρόσκαιρα τα πράγματα του κόσμου
ειναι, και πόσο μάταια, ώστε να πούνε "Δώσ' μου 
κι εμένα σπιθαμή κοντά Σου για να μείνω.
Χάριν της Βασιλείας Σου, κάθε φαρμάκι πίνω"
Παίρνει, λοιπον, Ιάκωβο, Πέτρο και Ιωάννη
και ανεβαίνει στο Θαβώρ. Την προσευχή Του κάνει
ενώ οι τρεις, των μαθητών οι πρόκριτοι, κοιμούνται,
όπως λίγο αργότερα, -γιατί πολύ λυπούνται-, 
θα κάνουν στη Γεθσημανή κατά την προδοσία 
Μα διαγρηγορήσαντες, θα δούνε μια ουσία
που ως τότε δεν το γνώριζαν πως είχε ο Χριστός τους
Πριν ήταν ο Διδάσκαλος, μα τώρα ο Θεός τους
Εκεί που προσευχότανε, Τον βλέπουν να αλλάζει
Δεν ξέρουν τι τους ξύπνησε ή τι τους ετοιμάζει
Το πρόσωπό Του ήλιου φως, χιτώνες λευκασμένοι
Θαυμάζουν, καταπλήσσονται, χαίρονται οι καημένοι
Και βλέπουν και τον Μωϋσή στο πλάι Του να στέκει
και ο Ηλίας έρχεται και στέκεται παρέκει
Πώς ο Θεόπτης Μωϋςής  και ο αρματηλάτης
προλέγουν όσα έπονται κι όσα ο Μέγας Λάτρης
θα πάθει, απ' την έξοδο απ' την αγία πόλη
μέχρι και την Ανάσταση που οι μαθητές Του όλοι
θα δουν, και την Ανάληψη στων Ελαιών το Όρος
της Βασιλειας του Θεού που 'ναι αγγελιοφόρος;
Μέσα στη θεία μέθη του, ο Πέτρος εκστομίζει:
"Να στήσουμε, λέω, σκηνές, μία για τον καθένα,
δύο για τους προφήτες μας και άλλη μιά για Σένα.
Να μείνουμε για πάντα εδώ, μέσα στην ευτυχία,
αιώνια να 'ναι η χαρά και η καλοτυχία"
Το λόγο δεν απόσωσε. Νεφέλη κατεβαίνει, 
-ωσάν ουράνια σκηνή αυτήν καταλαβαίνει
ο μαθητής ο φλογερός-,  και τους τυλίγει όλους
Μία φωνή ακούγεται απ' του ουρανού τους θόλους:
"Ο γιος μου ο αγαπητός είναι Αυτός και πρέπει
Αυτόν εσείς να ακούετε". Όπου καθείς κι αν ρέπει
αυτή είναι η εντολή που πήρε απ' τον Πατέρα
πάνω στο όρος το Θαβώρ τη λαμπρή κείνη ημέρα
που 'ρθε Μωσής απ' τους νεκρούς, Ηλίας απ' τους ζώντες
για να αποδείξει ο Χριστός σε όλους μας, πως όντες
νεκροί, πια δεν υπάρχουνε, και πως ο Ίδιος είναι
Δεσπότης πάντων και Θεός κι ούτε Ηλίας είναι
μήτε προφήτης άλλος τις, όπως το λέγαν κάποιοι
και να ελπίζουμε κι εμείς οι άχρηστοι και σάπιοι
πως αν Τον αγαπήσουμε όπως οι μαθητές Του,
μέσα στη Βασιλεία Του και μες στις ανοιχτές Του
αγκάλες που 'ναι όλο φως, Εκείνος θα μας κλείσει
και του θανάτου τα δεσμά για μας, ναι, θα λύσει. 


  

Βασισμένο στο Φθινοπωρινό Συναξάρι, τόμος Β΄, του αρχιμανδρίτη Ανανία Κουστένη, Εκδ. Ακτή, Λευκωσία, 2009

Saturday, August 5, 2017

Τραγούδι της Ανάστασης των αγίων επτά παίδων εν Εφέσω


Επί Δεκίου έζησαν στην Έφεσο οι φίλοι
που έμελλε και οι επτά να μείνουνε ως θρύλοι
στην Ιστορία που συχνά τα χνάρια διαγράφει
κρατάει τα σημαντικά και τ' άλλα παραγράφει
Τους κάλεσε ο Δέκιος να απολογιθούνε
αν είναι όντως χριστιανοί κι αν αλλαξοπιστούνε
Μια προθεσμία ζήτησαν, δήθεν να ετοιμάσουν
αυτά που είχαν να του πούν. Έτσι, αφού μοιράσουν
τα περιουσιακά, κι όλα τα κανονίσουν
φεύγουν επάνω στο βουνό, σε μια σπηλιά να μείνουν
Τρώνε ψωμάκι ολόφρεσκο, νερό καθάριο πίνουν.
Το θάνατο φοβήθηκαν, μιας κι ο Θεός των όντων
που τόσο αγαπούσανε, είναι Θεός των ζώντων
Στα γόνατα προσεύχονται και Τον παρακαλούνε
Να πάρει την ψυχούλα τους με θέρμη Του ζητούνε
Κοιμούνται όντως τα παιδιά κι ύστερα δύο άλλοι
Το βίο τους συντάσουνε, τον κλείνουν σε μπουκάλι
Κι αφού το αφήνουν στη σπηλιά μετά αποχωρούνε
Τους γύρεψαν οι δήμιοι, όμως πού να τους βρούνε;
Σαν έμαθε ο Δέκιος πως στη σπηλιά κρυφτήκαν
Στέλνει για να σφραγίσουνε την είσοδο που μπήκαν  
Περνούνε χρόνοι και καιροί, ο χρόνος πάντα ρέει
Η βασιλεία του σκληρού Δέκιου καταρρέει
κι έρχεται ο Θεοδόσιος πάνω στην εξουσία 
αυτός που λέγονταν μικρός, αν κι ήταν στην ουσία 
πολύ μεγάλος και πιστός και ευσεβής τα μάλα
Ξεσπάει μία αίρεση που ανάμεσα στα άλλα
μεγάλο σάλο προκαλεί. Ανάσταση αρνείται,
όπως το Ευαγγέλιο σε εμας το  διηγείται,
οι Σαδδουκαίοι έκαναν. Εκείνος οδηγείται
στην προσευχή γονυπετής.  Με τρίχινο χιτώνα
νηστεύει και ασκούμενος κλεισμένος σε κοιτώνα
απάντηση απ' το Θεό και λύση καρτεράει
Και ο Μεγαλοδύναμος, κάποτε απαντάει.
Επτά παιδιά ανασταίνονται σε μια σπηλιά κρυμμένα
που αιώνες πριν, πεθάνανανε κι έμοιαζαν κοιμισμένα
Ο Εξακουστιδιανός είναι κι ο Αντωνίνος
είναι ο Μαρτινιανός, είναι κι ο Κωνσταντινος 
Ιαάμβλιχος, Διονύσιος κι ο έβδομος παρέα
Μαξιμιλιανός μαζί, εφτά παιδιά ωραία
Σαν από ύπνο ξύπνησαν κι ένιωσαν πεινασμένοι
"Πάρε αυτό το νόμισμα, αυτό μας απομένει,
Ιάμβλιχε, κι ένα ψωμί να φέρεις για να φάμε
γιατί χθες δε χορτάσαμε και σήμερα πεινάμε"
Χρόνους πολλούς ένας βοσκός κει γύρω  σαλαγούσε
κοπάδια πλήθος πρόβατα. Μια μέρα που απορούσε
τι να 'χει μέσα η σπηλιά, πάει και την ανοίγει
Δεν έψαξε μέσα να δει και κίνησε να φύγει. 
Δρόμο παίρνει ο Ιάμβλιχος, και όπου κι αν κοιτάει
βλέπει σταυρούς στις εκκληςιές και απορεί, ρωτάει:
Μη το μυαλό μου έχασα, μη σε έκσταση έχω πέσει,
το δρόμο μήπως μπέρδεψα, μήπως έχω σαλέψει;
Ζητά απ' το φούρναρη ψωμί, κάνει να το πληρώσει
το ασήμι βλέπει ο άνθρωπος, πάει να παλαβώσει
Φωνάζει κι άλλους να το δουν και όλοι απορούνε
"Πού βρήκες, βρε, το θησαυρό;" το νέο τον ρωτούνε
"Μα δεν τον βρήκα" απαντά, "΄Όχι, μας κοροϊδεύεις,
πες την αλήθεια, μην μπελά πηγαίνοντας γυρεύεις.
Κι εμεις ψυχούλα έχουμε, μερίδιο ζητούμε.
Τα θέλεις όλα μόνος σου; Εμείς φτωχολογούμε"
"Μου το 'δώσε ο πατέρας μου και στη σπηλιά το είχα"
τους λέει ο Ιάμβλιχος "αυτό μόνο κατείχα"
"Τίνος παιδάκι είσαι συ καιι ποια 'ναι η γενιά σου;" 
Ρωτούν κι ο νέος απαντά. "Κανείς τα γονικά σου
εδώ δεν ξέρει. Τι 'ναι αυτά; Πάψε τα παραμύθια
και πες μας, πού ναι ο θησαυρός" "Σας λέω την αλήθεια.
Αν είχα κάποιο θησαυρό, μ' εσάς τον μοιραζόμουν,
δεν έχω τέτοιο πρόβλημα. Τον Δέκιο φοβόμουν,
εγώ κι οι έξι φίλοι μου, γι' αυτό μες στη σπηλιά μας
κρυφτήκαμε να μη μας βρει και σβήσει τη γενιά μας".
"Τι πράγματα μυστήρια" λεν τότε και φωνάζουν
να έρθει ο επίσκοπος, λαό πολύ συνάζουν
και ανεβαίνουν στη σπηλιά, βρίσκουν τους άλλους έξι,
ακούν την ιστορία τους κι ως ο Θεός να φέξει
τη νέα μέρα, βρίσκουνε το βίο στο μπουκάλι
με όλα τα ονόματα που γράψαν οι δυο άλλοι
Νιώθουν το συγκλονιστικό συμβάν και προσκυνούνε
τους εφτά παίδες που μπροστά στα μάτια τους, πατούνε
και οι εφτά στα πόδια τους μετά από αιώνες 
Τον Θεοδόσιο ευθύς μηνούνε. Τους χιτώνες
βγάζει αυτός τους τρίχινους κι όλος συγκλονισμένος
τρέχει και πάει στη σπηλιά όπου αναστημένους
βρίσκει τους νέους και μιλά μαζί τους κι όλο κλαίει
Τους προσκυνάει και καθώς "απάντησε" τους λέει
"στην προσευχή μου ο Θεός", τα εφτά παιδιά νυστάζουν
Πέφτουν λοιπόν να κοιμηθούν κι όλα ευωδιάζουν
Ευφράνθηκε ο βασιλιάς και να τοποθετήσει
τα λείψανά τους σκέφτεται σε όλη του την κτίση
σε εκκλησίες και μονές. Μα θα εμφανιστούνε
στον ύπνο του και οι εφτά που τον παρακαλούνε
να τους αφήσει στη σπηλιά κι εκεί να περιμένουν
μαζί, Ανάστασιν κοινήν που όλοι αναμένουν





Βασισμένο στο Φθινοπωρινό Συναξάρι, τόμος Β΄, του αρχιμανδρίτη Ανανία Κουστένη, Εκδ. Ακτή, Λευκωσία, 2009


Friday, August 4, 2017

Περί αριστείας - του Ιωάννη Τσουκαλά



Είχα υποσχεθεί στον εαυτό μου να μην ανακατεύομαι, όμως οι βλακείες που άκουσα στο Κοινοβούλιο δεν μ´  άφησαν.
Από παλιά διάλεξη μου (2002) στην Επιτροπή Ερευνών του ΑΠΘ περί Αριστείας, παραθέτω σπαράγματα,που απαντούν στους "κενοσόφως περπερευομένους", στις διάφορες βλακείες που λένε.
Ο ορισμός της Αριστείας από τον Αριστοτέλη.
«Η αριστεία είναι μια τέχνη που κατακτάται με εκπαίδευση και εθισμό. Δεν φερόμαστε ορθά επειδή έχουμε αρετή ή αριστεία, αλλά έχουμε τις ιδιότητες αυτές επειδή έχουμε συμπεριφερθεί ορθά. Είμαστε αυτό που επανειλημμένα πράττουμε. Ως εκ τούτου, η Αριστεία, δεν είναι πράξη αλλά συνήθεια»
Ο Πίνδαρος στο σημείο αυτό είναι σαφής: «Αεί δε αμφ’ αρεταις, κόποι και αναλώματα μαρνάται». Κόπος λοιπόν και ξόδεμα χρειάζεται για να αριστεύσει κανείς, είναι η πρώτη υποθήκη.
Στην πολιτεία των αρχαίων προγόνων μας οι άριστοι είναι οι καταλληλότεροι για να διοικούν την Πόλη. Στις πέντε κατηγορίες πολιτευμάτων του Αριστοτέλη: το δημοκρατικό, το αριστοκρατικό, το ολιγαρχικό, βασιλικό, τυραννικό, το μεν δημοκρατικό «εν αις πόλεσιν κρατεί το πλήθος και τας αρχάς και τους νόμους δι εαυτόν αιρείται, αριστοκρατία δε εστιν, εν η μηθ’ οι πλούσιοι, μηθ’ οι πένητες, μηθ’ οι ένδοξοι άρχουσιν, αλλ’ οι άριστοι της πόλεως προστατούσιν.
Στην αρχαιότητα η αριστεία επαινείται δημόσια και επιβραβεύεται σε κάθε περίσταση, και μάς παραδίδεται και ο τρόπος της επιβράβευσης «πάντας αριστεύσαντας στεφάνοις στεφανούσιν, εξ αργυράς της ύλης με γραπταίς ταις αριστείαις». Τα οποία «κατειργάσατο φέρονται τυπωθέντα, και τη χειρί διδόασιν δάφνινον τούτω κλάδον»...

Σε σχόλιο της ανάρτηςής του, ο Ιωάννης Τσουκαλάς σημειώνει:
Από τον ορισμό του Αριστοτέλη κρατώ Νίκο το: " Είμαστε αυτό που επανειλημμένα πράττουμε" Είναι οι πράξεις μας που μας προσδιορίζουν, εμάς και τον χαρακτήρα μας. Όχι το αντίστροφο.

https://www.facebook.com/ioannis.tsoukalas.14?hc_ref=ARQ_NBRqGLNAeLKgS2Hcscc42iefjF8C34GijqgdG0cQKhW_OkquIr7lM0TgBmQGroc&fref=nf

Tuesday, August 1, 2017

Του Αιγαίου νεραϊδόσπιτα




Ανθρωποι που μιλούνε για τα σπίτια τους και σπίτια που μιλούν για τους ανθρώπους. Σπίτια και σπίτια,  άνθρωποι και άνθρωποι.
Σπίτια βουβά, στραγγαλισμένα από το ασαφές πνεύμα μιας μόδας που κωφεύει στων πραγμάτων τις φωνές. Σπίτια πνιγμένα απ’ τα συμφέροντα, σερνάμενα στα σκοτεινά δρομάκια της ιδιοτέλειας και φορτωμένα ίσκιους αποτρόπαιους, φαντάσματα  τρομαχτικά. Σπίτια που αθέλητα καμπούριασαν προτού ανακαλύψουνε τα δύσμοιρα πως από πάνω τους στεκόταν ουρανός. Σπίτια που οι ιδιοκτήτες τους αρέσκονται να τα παινεύουν όπως κάθε ατάλαντος τα έργα του. Σπίτια  που ποτέ δε δέχονται επισκέπτες και ποτέ ξένους δε φιλοξενούν. Εισερχόμενα τα καθαρόαιμα βλέμματα των άλλων θα παρατηρούσαν αναπότρεπτα πόσο τούτα τα σπίτια είναι σκοτεινά κι απορημένα θα καταμετρούσαν τις κλειδαριές που σφραγίζουν τα συρτάρια, τα ντουλάπια και τις πόρτες, τα σφραγισμένα παραθύρια τους τα ανήμπορα ωσότου να αηδιάσουν. Θα ‘λέγαν τότε πως αυτά δεν είναι σπίτια, είναι φυλακές ή ίσως και να έλεγαν πως αυτά τα σπίτια είναι που θα έπρεπε να φυλακίζονται πριν από τους ανθρώπους που τα κατοικούν μήπως και τις γλύτωναν κατόπι εκείνοι.

Κι είναι ύστερα τα άλλα σπίτια. Τα σπίτια που μιλούν για τους ανθρώπους τους. Αυτούς που δε χρειάζεται τίποτα να πουν γιατί παραχώρησαν στα σπίτια τους τον λόγο κι εκείνα αδιάκοπα αφηγούνται. Και αφηγούνται παραμύθια εξαίσια όπως οι γιαγιάδες των παλιών καιρών. Σπίτια με ορθάνοιχτα παράθυρα που τις κουρτίνες τους φλερτάρουν τα μελτέμια. Σπίτια που πετούν πάνω απ’ τις θάλασσες σκίζοντας γαλανούς αιθέρες ως τις χώρες που ανθρώπου μάτι δεν αντίκρισε ποτέ. Σπίτια που τις γωνιές τους στρογγυλεύουν βότσαλα μέσα σε σκάφες ασημένιες σαν εκείνες που ‘πλενε τα ρούχα της, της Ναυσικάς η λυγερόκορμη παρέα. Σπίτια που οι μαγικοί καθρέφτες τους ομολογούν πως όλες οι γυναίκες είναι όμορφες σαν τραγουδούν και μάλιστα ομμορφότερες κι από τον ήλιο, και πως είναι σαν τα αστέρια λαμπερές όταν περιδιαβαίνουν τα πλακόστρωτα των αντρών τους στέρνα μέσα στα διάφανα χαμόγελά τους. Σπίτια που ‘χουν στα αιωνόβια τραπέζια τους κεραμικά λιτά και πιάτα πορσσελάνινα γεμάτα ρόδια και καρπούζια του μπαξέ και στους μπουφέδες τους βαμβακερές διάτρητες δαντέλες από το βελονάκι μιας υπομονετικής κυράς που ακόμα φτερουγίζει άγγελος στα δώματα μοιράζοντας αραχνοϋφαντα λουκούμια.
Αυτά τα σπίτια είναι καραβόσπιτα. Σε νανουρίζουν στων κρεβατιών τους τις καρίνες, ξένε μου, και σε ξυπνούν μέσα στα πέλαγα κάτω από το ακύμαντο γαλάζιο. Εκείνο το ανεξίκακο γαλάζιο που δε γράφει τίποτα, μονάχα σβήνει κι απαλύνει τις πληγές.
Αυτά τα σπίτια είναι παιχνιδόσπιτα. Μέσα τους, ξένε μου, το βλέμμα παιχνιδίζει, ακροβατούν τα δάχτυλα και το γυμνά σου πόδια δε χορταίνουν να γλιστρούν. Κι εσύ, την ομορφάδα τούτη, ξένε μου, δεν τη χορταίνεις, δεν χορταίνεις το παιχνίδι τους, ούτε τα θαύματα που ξεπηδούν σαν σκόνες μικροσκοπικές απ’ τις γωνιές τους.
Αυτά τα σπίτια είναι νεραϊδόσπιτα. Τα κατοικούν νεράιδες καστανές με μαύρα μάτια και κατάμαυρα τα βλέφαρα. Τις καλές αυτές νεράιδες, ξένε, πίστεψέ με, πως μπορείς ακόμα να τις συναντήσεις στα νησιά του Αιγαίου. Είναι φτιαγμένες από αλμυρό νερό και φως του θέρους που σε αλλοιώνει, αν σου ‘λαχε να πλάστηκες από αγνό κι ανόθευτο κερί. Κι αν βρεις το σπίτι τους, ξένε πίστεψέ με, ίσως να τις συναντήσεις. 




Αφιερωμένο στην Μαρία Φλάμου


Sunday, July 30, 2017

Κυριακὴ Η’ Ματθαὶου

Αποτέλεσμα εικόνας για η ματθαιου

(Ματθ. 14,14-22)

Τῷ καιρῷ ἐκείνω, εἶδεν 
14. ὁ Ἰησοῦς πολὺν ὄχλον, καὶ ἐσπλαγχνίσθη ἐπ’ αὐτοῖς καὶ ἐθεράπευσε τοὺς ἀρρώστους αὐτῶν. 
15. ὀψίας δὲ γενομένης προσῆλθον αὐτῷ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ λέγοντες· ἔρημός ἐστιν ὁ τόπος καὶ ἡ ὥρα ἤδη παρῆλθεν· ἀπόλυσον τοὺς ὄχλους, ἵνα ἀπελθόντες εἰς τὰς κώμας ἀγοράσωσιν ἑαυτοῖς βρώματα. 
16. ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· οὐ χρείαν ἔχουσιν ἀπελθεῖν· δότε αὐτοῖς ὑμεῖς φαγεῖν. 
17. οἱ δὲ λέγουσιν αὐτῷ· οὐκ ἔχομεν ὧδε εἰ μὴ πέντε ἄρτους καὶ δύο ἰχθύας.
18. ὁ δὲ εἶπε· φέρετέ μοι αὐτοὺς ὧδε. 
19. καὶ κελεύσας τοὺς ὄχλους ἀνακλιθῆναι ἐπὶ τοὺς χόρτους, λαβὼν τοὺς πέντε ἄρτους καὶ τοὺς δύο ἰχθύας, ἀναβλέψας εἰς τὸν οὐρανὸν εὐλόγησε, καὶ κλάσας ἔδωκε τοῖς μαθηταῖς τοὺς ἄρτους, οἱ δὲ μαθηταὶ τοῖς ὄχλοις. 
20. καὶ ἔφαγον πάντες καὶ ἐχορτάσθησαν, καὶ ἦραν τὸ περισσεῦον τῶν κλασμάτων δώδεκα κοφίνους πλήρεις. 
21. οἱ δὲ ἐσθίοντες ἦσαν ἄνδρες ὡσεὶ πεντακισχίλιοι χωρὶς γυναικῶν καὶ παιδίων. 
22. Καὶ εὐθέως ἠνάγκασεν ὁ Ἰησοῦς τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ ἐμβῆναι εἰς τὸ πλοῖον καὶ προάγειν αὐτὸν εἰς τὸ πέραν, ἕως οὗ ἀπολύσῃ τοὺς ὄχλους.


https://aerapatera.wordpress.com/2017/07/30/κυριακὴ-η-ματθαὶου-2/