Labels

Sunday, October 9, 2016

Άγιος Ανδρόνικος και αγία Αθανασία - απόδοση Συναξαρίου




Γεννημένος στη μεγάλη Αντιόχεια το 540μ.Χ ο Ανδρόνικος, ευλαβής και πανέμορφος, έμαθε την τέχνη του αργυροπράτη απ' την οποία και πλούτισε. Παντρεύτηκε την Αθανασία. Του ταίριαζε στην σεμνότητα, την αρχοντιά και την ευλάβεια. Του ταίριαζε και στην ομορφιά. Αποφάσισαν να μοιράσουν την μεγάλη περιουσία τους σε τρία μέρη. Το ένα μέρος το δίνουν στους φτωχούς, το άλλο δάνειο χωρίς τόκο σε όσους έχουν ανάγκη και το τρίτο το οικονομούν για το αργυροπρατείο και το εργαστήριο, όσο να καλύπτουν τα αναγκαία. Αποκτούν δυο παιδιά, ένα αγόρι κι ένα κορίτσι. Ελεούν τους φτωχούς, περιποιούνται τους αρρώστους, μ' αυτά και μ' αυτά περνούν τα πρώτα δώδεκα χρόνια του κοινού τους βίου.

Στην ηλικία που τα παιδιά δίνουν χαρά τους γονείς τους, πεθαίνουν και τα δυο μέσα σε μία μέρα. Ο μακάριος Ανδρόνικος με φωνή Ιώβ βοά: Γυμνός ήρθα στον κόσμο, γυμνός και θα φύγω. Η Αθανασία όμως είναι απαρηγόρητη. Ενταφιάζει τα δυο της σπλάχνα στον ναό του αγίου μάρτυρα Ιουλιανού και μετά δε θέλει με τίποτα να βγει από κει μέσα. Όλες οι επιθυμίες της έχουν συμπυκνωθεί σε μία. Ισχυρή, ανυποχώρητη, αδιαπραγμάτευτη. Να πεθάνει για να ενταφιαστεί μαζί με τα παιδιά της. Τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο απ' αυτό. Ο Πατριάρχης παίρνει τον Ανδρόνικο κοντά του να τον παρηγορήσει. Η Αθανασία αρνείται να βγει απ' την εκκλησία.  Καρφωμένη εκεί, θρηνεί γοερά.

Τα μεσανυχτα εμφανίζεται μπροστά της ο μάρτυς Ιουλιανός ντυμένος το μοναχικό του σχήμα. «Τι έχεις γυναίκα και κλαις; Γιατί δεν αφήνεις αυτούς που βρίσκονται ενταφιασμένοι εδώ να ησυχάσουν;» «Μη στεναχωριέσαι για μένα, αφέντη μου, και μη βαραίνει, εξαιτίας μου, η καρδιά σου. Μεγάλο πόνο και θλίψη έχω. Δυο παιδιά είχα, σήμερα και τα δυο τα έθαψα». «Μην κλαις, γυναίκα, γι’ αυτά, γιατί σου το λέω πως, όπως είναι στη φύση του ανθρώπου να ζητάει το φαγητό και στέκεται αδύνατον να μην το επιτρέψει στον εαυτό του, το ίδιο και τα παιδιά ζητούν χρεωστικώς από τον Θεό να τους δώσει την μέρα που θα χαρούν τα μελλούμενα αγαθά, λέγοντάς του: «Δικαιοκρίτα Κύριε, αντί των επίγειων αγαθών που μας στέρησες μη μας στερήσεις τα επουράνια».

Ακούγοντας αυτά τα λόγια, η Αθανασία ησυχάζει. Η λύπη της μεταμορφώνεται σε χαρά. Τα μάτια της στηλώνονται στον τάφο. Μια αστραπή φωτός διαλύει το σκοτάδι του. «Ζουν, λοιπόν, τα παιδιά μου στους ουρανούς; Και τότε εγώ γιατί κλαίω;» Σηκώνει τα μάτια και στρέφει το κεφάλι να δει τον μοναχό. Δεν τον βλέπει πουθενά. Γυρνά απ' άκρη σ' άκρη τον ναό. Μοναχό δεν βρίσκει. Ρωτά τον θυρωρό πού πήγε ο καλόγερος. Εκείνος της δείχνει όλες τις πόρτες του ναού. Είναι όλες σφαλισμένες. Κανένας δεν μπήκε, κανένας δεν βγήκε. Τότε η γυναίκα αντιλαμβάνεται πως είδε οπτασία. Τρομαγμένη επιστρέφει στο σπίτι της. Τα εξιστορεί όλα στον άντρα της και τον παρακαλεί να την οδηγήσει σ’ ένα μοναστήρι. Αφού τα παιδιά της ζουν στους ουρανούς, θα κάνει τα πάντα για να τα πλησιασει. Αφού αυτά αντάλλαξαν τα επίγεια με τα επουράνια, κάτι θα ξέρουν. Γίνονται οδηγοι της. Άνοίγουν διέξοδο στη σφραγισμένη σπηλιά του πόνου της, ξέφωτο στη σκοτεινή χαράδρα του θανάτου.  Ο Ανδρόνικος χαίρεται. Το ίδιο επιθυμεί για τον εαυτό του. Μοιράζουν όλα τους τα υπάρχοντά. Τα δίνουν  στους φτωχούς, ελευθερώνουν τους εξαγορασμένους τους δούλους και ό,τι περισσεύει το εμπιστεύονται στον πατέρα της Αθανασίας να χτίσει ξενοδοχεία και νοσοκομεία για μοναχούς.

Οι δυο σύντροφοι φεύγουν μέσα στη νύχτα απ' τη μεγάλη Αντιόχεια. Μόνοι. Δυο σβησμένα κούτσουρα που διψούν καινούργια φωτιά μέχρι να γίνουν στάχτη. Αφού απομακρύνονται αρκετά, η Αθανασία στρέφει πίσω το κεφάλι. Τα μάτια της στέκονται στην πατρίδα της. Μένουν σιωπηλά. Ο ζωηρός παλμός της νυχτερινής πόλης δε φτάνει πια στ' αφτιά της. Τα σηκώνει στον έναστρο ουρανό. «Κύριε και Θεέ μου, Εσύ που είπες στον Αβραάμ και τη Σάρρα, έξελθε εκ της γης σου και εκ της συγγενείας σου και δεύρο εις γην αν σου δείξω, οδήγησέ μας. Για το όνομά Σου κι εμείς σαν κι αυτούς αφήσαμε ξεκλείδωτο το σπίτι μας και φύγαμε. Μην κλειδώσεις την πόρτα της βασιλείας Σου σε μας».

Εναγκαλισμένοι κλαίνε κι αφού κλάψουν όσο να στερέψουν τα δάκρυα, συνεχίζουν τον δρόμο τους μέχρι που φτάνουν στα Ιεροσόλυμα. Προσκυνουν τους αγίους τόπους, συναντούν πολλούς οσίους, κάποτε φτάνουν στην Αίγυπτο και στον αββά Δανιήλ. Η φήμη του πιο μεγάλη απ'  τον δρόμο που περπάτησαν. Του τα φανερώνουν όλα. Εκείνος, οδήγεί την Αθανασία σ’ ένα γυναικείο μοναστήρι. Τον Ανδρόνικο τον κρατά κοντά του. Τον ντύνει το αγγελικό σχήμα των μοναχών. Και περνούν άλλα δώεκα χρόνια του κοινού και διαχωρισμένου τους βίου. Μια μέρα παρακαλεί ο Ανδρόνικος τον αββά να του επιτρέψει να πάει δεύτερη φορά στα Ιεροσόλυμα να προσκυνήσει. Ο δεύτερος δωδεκαετής κύκλος της ζωής του έκλεισε. Θέλει να τον τιμήσει. Να τον γιορτάσει. Να τον αποδώσει. Ο αββάς δίνει ευχαρίστως την ευχή του κι ο Ανδρόνικος ξεκινά. Στο δρόμο βρίσκει ένα δέντρο και  στέκεται κάτω απ' τον ίσκιο του να δροσιστεί. Δεν περνά πολλή ώρα και κάτω απ' το ίδιο δέντρο έρχεται σε λίγο άλλος ένας μοναχός. Είναι η γυναίκα του. Έχει την ίδια ακριβώς επιθυμία με τον άντρα της για προσκύνημα στους αγίους τόπους και για δροσιά. Ο δεύτερος δωδεκαετής κύκλος της ζωής της έκλεισε. Θέλει να τον τιμήσει. Να τον γιορτάσει. Να τον αποδώσει. Είναι ντυμένη άντρας μοναχός. Τον λένε   Αθανάσιο. Δεν την αναγνωρίζει.

Ανταλλάσουν τον οικείο χαιρετισμό των καλογέρων. Η  Αθανασία αναγνωρίζει τον Ανδρόνικο. Δεν άλλαξε και τόσο. Τα δικά της χαρακτηριστικά είναι που αλλοιώθηκαν απ' την μεγάλη άσκηση. Μοιάζει με αράπη.
- Πού πας αββά; τον ρωτά.
- Στα Ιεροσόλυμα πηγαίνω, της απαντά εκείνος.
- Κι εγώ.
- Θέλεις να περπατήσουμε παρέα;
- Να περπατήσουμε αββά, λέει η Αθανασία, αλλά με σιωπή, σαν να μην είμαι εγώ μαζί σου.
- Θα γίνει όπως θέλεις, απαντά ανυποψίαστος ο Ανδρόνικος.
- Εσύ δεν είσαι μαθητής του αββά Δανιήλ;
- Ναι, εγώ είμαι.
- Και το όνομά σου είναι Ανδρόνικος;
- Ναι, έτσι με λένε.
- Οι ευχές του γέροντά σου να μας συνοδεύουν στον δρόμο μας...

Μετά από αυτές τις κουβέντες ξεκινούν. Αυτή τη φορά δε στρέφει πίσω το βλέμμα η Αθανασία ούτε και το σηκώνει στον έναστρο ουρανό. Η πατρίδα της, το μοναστήρι της, τα παιδιά της, ο άντρας της, ο ουρανός και τ' αστέρια του είναι όλα εκεί. Στο δρόμο που περπατά. Σε κάθε βήμα της. Κατοικούν μέσα στη σιωπή της. Σιωπηλοί μπαίνουν στα Ιεροσόλυμα. Σιωπηλοί προσκυνούν. Σιωπηλοί στην Αλεξάνδρεια επιστρέφουν. Τότε η Αθανασία τον ρωτά: « Θέλεις να μείνουμε στο ίδιο κελλί»; «Να μείνουμε, αλλά πρώτα να πάρω την ευχή και την άδεια του γέροντά μου». « Πήγαινε», του λέει, «και να έρθεις στον τόπο που λέγεται Οκτωκαιδέκατον. Να έρθεις όμως μόνο αν αντέχεις να μείνεις μαζί μου σιωπηλός. Αλλοιώς, να μην έρθεις». Πηγαίνει στον αββά Δανιήλ ο Ανδρόνικος και του τα φανερώνει όλα. Καταλαβαίνει ο αββάς πως ο Αθανάσιος έχει αρετή μεγάλη. Την αρετή της θάλασσας που μόνο αυτή μπορεί και σβήνει τη μεγάλη φωτιά των παθών. "Πήγαινε" του λέει. "Αγάπα την σιωπή και μείνε με τον αδελφό σου. Είναι ένας αληθινός μοναχός". Έτσι επιστρέφει ο Ανδρόνικος στον Αθανάσιο.

Άλλα δώδεκα χρόνια περνούν. Ο Ανδρόνικος ούτε για μια στιγμή δεν υποψιάζεται πως ζει κοντά στη γυναίκα του. Συχνά τους επισκέπτεται ο αββάς. Τους μιλά απαλά, τους συμβουλεύει με διάκριση. Μια απ' αυτές τις φορές και ενώ πια βρίσκεται στο δρόμο για το κελλί του, τον προφταίνει ασθμαίνων ο Ανδρόνικος και τον παρακαλεί να γυρίσει πίσω. Ο Αθανάσιος πάσχει από θέρμη.  Ψυχορραγεί.
Με το που βλέπει τον αββά, ο Αθανάσσιος αρχινά να κλαίει. « Μα γιατί κλαις», τον ρωτά ο αββάς. «Δε χαίρεσαι που ήρθε η ώρα να πας κοντά στον Χριστό»; « Δεν κλαίω για μένα», απαντά ο Αθανάσιος, «αλλά για τον αββά Ανδρόνικο. Διάβασέ μου, αββά, την ευχή, και λίγο πριν με θάψεις, ψάξε στο κεφάλι μου. Θα βρεις μες στα μαλλιά μου μια γραμμένη πινακίδα. Διάβασέ την κι ύστερα δώσε να την διαβάσει κι ο αββάς Ανδρόνικος».

Η ευχή διαβάστηκε. Ο Αθανάσιος μετέλαβε των Αχράντων Μυστηρίων. Μόλις κοιμήθηκε, ο αββάς Δανιήλ βρίσκει την πινακίδα. Πάνω της είναι γραμμένο ένα όνομα: Αθανασία. Δίνει την πινακίδα στον Ανδρόνικο. Τη διαβάζει κι εκείνος. Συγκλονίζεται. Τρεις δωδεκαετίες συντρίβονται μέσα του. Σαν χάρτινοι πύργοι καταρρέουν. Γίνονται σκόνη. Το νέο, από στόμα σε στόμα, κυκλοφορεί αστραπιαία σε όλη τη Λαύρα. Όσοι πατέρες κατοικούν στην έρημο, στα μοναστήρια της Λαύρας και της Αλεξάνδρειας, απ' την πόλη και τη Σκήτη, όλοι μαζεύονται ντυμένοι στα λευκά, όπως το ορίζει η συνήθεια σ’ αυτές τις περιπτώσεις, να ενταφιάσουν την αοίδιμη Αθανασία.

Ο αββάς Δανιήλ μένει ώσπου να τελέσει τα έβδομα μνημόσυνα. Κατόπιν ξεκινά για τη σκήτη του. Ζητά απ' τον Ανδρόνικο να τον ακολουθήσει. Εκείνος αρνείται. Όλες οι επιθυμίες του έχουν συμπυκνωθεί σε μία. Ισχυρή, ανυποχώρητη, αδιαπραγμάτευτη. Να πεθάνει για να ενταφιαστεί μαζί με τη γυναίκα του. Τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο απ' αυτό. Δε θέλει να φύγει. Επαναλαμβάνει τα λόγια που έλεγε η γυναίκα του όταν πέθαναν τα παιδιά τους, ελαφρώς παραλλαγμένα. «Θέλω να πεθάνω εδώ μαζί με την κυρία μου, την Αθανασία». Κανένας αββάς και κανείς πατριάρχης τώρα δεν μπορεί να του αλλάξει γνώμη. Αποχαιρειούνται. Ο γέροντας, γι’ άλλη μια φορά παίρνει τον δρόμο για τη σκήτη του. Δεν προλαβαίνει ν' απομακρυνθεί πολύ. Ένας μοναχός τον προλαβαίνει ασθμαίνων. «Ο αββάς Ανδρόνικος πάσχει από θέρμη. Γύρνα πίσω, αββά Δανιήλ». Ο υποτακτικός του θανάτου, αββάς, επιστρέφει. Στέλνει μήνυμα σε όλους τους αδελφούς της Σκήτης. «Ο αββάς Ανδρόνικος ακολουθεί τον αββά Αθανάσιο. Συγκεντρωθείτε!»

Τρέχουν όλοι. Ένας ένας όλοι περνούν και δίνουν την ευχή τους στον ετοιμοθάνατο Ανδρόνικο. Ο Ανδρόνικος τώρα κοιμάται εν Κυρίω. Όπως ορίζει ο αββάς Δανιήλ ενταφιάζεται πλάι ατην κυρία του. Η θάλασσα που όλα τα σβήνει, όλα τα ξεπλένει και τ' αστραφτοκοπά νικήθηκε απ' τη φωτιά της αγάπης που ξύπνησε. Στο ξύπνημα της κοιμισμένης συζυγικής αγάπης η φωτια θέριεψε. Πυρπόλησε τον ουρανό. Αυτή ταξιδεύει τώρα το ζευγάρι μέσα στο άφλεκτο καράβι του κοινού τους βίου. Τους οδηγεί σε άλλα πέλαγα. Αδιατάρακτα. Σε άλλη φωτιά. Φλεγόμενη και μη καιόμενη. Η σιωπή γίνεται ουράνιο τραγούδι. Το καράβι φως. Οι δύο ένα. Kι εγώ κανείς.

Κυριακὴ Γ᾽Λουκᾶ

Αποτέλεσμα εικόνας για γ λουκα

(Λουκ. 7,11-16)

Τῷ καιρῷ ἐκείνω, ἐπορεύετο ὁ Ἰησοῦς
11. εἰς πόλιν καλουμένην Ναΐν· καὶ συνεπορεύοντο αὐτῷ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ἱκανοὶ καὶ ὄχλος πολύς.
12. ὡς δὲ ἤγγισε τῇ πύλῃ τῆς πόλεως, καὶ ἰδοὺ ἐξεκομίζετο τεθνηκὼς υἱὸς μονογενὴς τῇ μητρὶ αὐτοῦ, καὶ αὕτη ἦν χήρα, καὶ ὄχλος τῆς πόλεως ἱκανὸς ἦν σὺν αὐτῇ. 
13. καὶ ἰδὼν αὐτὴν ὁ Κύριος ἐσπλαγχνίσθη ἐπ’ αὐτῇ καὶ εἶπεν αὐτῇ· μὴ κλαῖε. 
14. καὶ προσελθὼν ἥψατο τῆς σοροῦ, οἱ δὲ βαστάζοντες ἔστησαν, καὶ εἶπε· νεανίσκε, σοὶ λέγω, ἐγέρθητι. 
15. καὶ ἀνεκάθισεν ὁ νεκρὸς καὶ ἤρξατο λαλεῖν, καὶ ἔδωκεν αὐτὸν τῇ μητρὶ αὐτοῦ.
16. ἔλαβε δὲ φόβος πάντας καὶ ἐδόξαζον τὸν Θεόν, λέγοντες ὅτι προφήτης μέγας ἐγήγερται ἐν ἡμῖν, καὶ ὅτι ἐπεσκέψατο ὁ Θεὸς τὸν λαὸν αὐτοῦ.







Friday, October 7, 2016

Στην Πόλη, στην Αγια Σοφιά - Ο επίσκοπος Αριανζού Γερμανός στον Τάσο Μιχαλάς - συνέντευξη 1984


Στην Πόλη, στην Αγιά Σοφιά
Τάσος Μιχαλάς
Αθήνα 1984
Ένας δεσπότης φορτωμένος με αρετές

Επίσκοπος Αριανζού Γερμανός:
"Δεν υπάρχει ξεχωριστή ηθική για τους κλληρικούς και διαφορετική για τους λαϊκούς. Όλοι οφείλουμε να βαδίσουμε τη στενή και τεθλιμμένη οδό της αρετής."

Ευχαρίστως ξαναγυρίζω τη σκέψη μου σ' εκείνη την πρώτη μας γνωριμία στα Θεραπειά, τότε που είχα την ευκαιρία και την ευχέρεια να καταγράψω ο ίδιος τις σπάνιες αρετές του, τις οποίες ο δικαιοκρίτης λαός, το ποίμνιο δηλαδή στην υπηρεσία του οποίου ο επίσκοπος μια ζωή τώρα εκδαπανάται, δεν χάνει ευκαιρία να τις ανασύρει και να τις φέρει στο φως.
Σχεδόν καθημερινά στρέφω τη σκέψη μου προσφιλέστατα στον επίσκοπο Αριανζού Γερμανό, βοηθό στη μητρόπολη Δέρκων, έτσι γιατί τούτη η στενή ενασχόληση της φαντασίας μου μ' έναν άνθρωπο που με συνέπεια υπακούει στην αρχιερατική κλήση του, εγκάρδια ει αφάνταστα την ψυχή μου δίνοντάς μου κουράγιο κι ελπίδα πως και σήμερα υπάρχουν αρχιερείς που η ζωή τους τελεί κάτω από τη δύναμη της Αγίας Τριάδας, επίσκοποι που αξίζει κανείς να τους ανιχνεύσει, να τους φέρει στην επιφάνεια και να τους παίρνει στα σοβαρά. Και αν δεν κινδύνευα να χαρακτηριστώ από εσάς σαν εκκλησιαστικά ανιστόρητος και απαράδεκτα ακατάρτιστος θεολογικά, θα τολμούσα να πω πως αυτός ο ιεράρχης είναι ένας πραγματικά άγιος επί γης. Δεν το επιχειρώ, όμως, γιατί ξέρω πως με το δίκιο σας θα αντιδράσετε, θα με καταδικάσετε και θα με κρίνετε αυστηρά, όντας οι ίδιοι εξαντλημένοι και αγαναχτισμένοι από τις συχνό γάτες "αγιοποιήσεις" ανθρώπων -η εκκλησία ανακηρύσσει πάντοτε αγίους μετά θάνατον που τον τελευταίο καιρό εδώ στην Ελλάδα βρίσκονται αδιάκοπα στα σκαριά. 
Έτσι θα περιοριστώ μόνο να πω πως ο επίσκοπος Αριανζού Γερμανός είναι ένας άνθρωπος άσχετος με όλες εκείνες τις μετριότητες των Αρχιερέων που το μόνο που κατορθώνουν με τη ζωή και την πολιτεία τους είναι να προσφέρουν στοιχειά για χιούμορ και σιασκέδαση στους πιστούς και να αποδεικνύονται "καθ' ημέραν" ευτελέστατο πανδοχείο, στα οποία φυσικά δεν ξενοδοχείο αι η αρετή, η ευσέβεια, και η μίμηση του Δεσπότου Χριστού, αλλά ευδοκιμεί η ευτέλεια, ο παρασιτισμός, ο φατριασμός, ο βαρβαρισμός και τα όμοια.
Αντίθετα, ο επίσκοπος Αριανζού Γερμανός ανήκει στους ιεράρχες που Γερμανός σαν δοχεία της χάριτος του Θεού και θα 'ταν στ' αλήθεια υπέροχα, αν βρίσκονταν ισάξιοι μιμητές του.

- Δεσπότη μου, σας ζητάμε συγνώμη που ήρθαμε σε ακατάλληλη ώρα και μάλιςτα Μ. Εβδομάδα που το πρόγραμμα ενός επισκόπου είναι εξαιρετικά φορτωμένο. Θα θέλατε να είχατε μαζί μας μια σύντομη συνομιλία;

- Βέβαια ήλθατε χωρίς να σας περιμένω, αλλά οι κληρικοί δεν έχουν ωράρια. Να μας συγχωρείτε μόνο που ο χώρος είναι στενός και δεν έχουμε και να σας κεράσουμε επειδή είναι Σαρακοστή. Βρίσκεστε στα Θεραπειά, στα γραφεία της Μητροπόλεως Δέρκων. Παλιότερα η έδρα της Μητροπόλεως βρισκόταν εδώ, αλλά στα γεγονότα του 1955, οι Τούρκοι έκαψαν τη Μητρόπολη για να μεταφερθεί στο Βουγιούκτερ που βρίσκεται σε απόσταση πέντε χιλιομέτων από εδώ όπου και κατοικεί ο Μητροπολίτης.

- Έχετε δει στη ζωή σας κάποιο θαύμα συγκεκριμένο που θα ήταν χρήσιμο να υπογραμμισθεί ιδιαίτερα;

- Θαύματα πολλά, βέβαια. Κάθε στιγμή που ζούμε και αναπνέουμε, αυτό είναι θαύμα. Το ότι η γη δεν ανατινάχηκε με όλους αυτούς τους πολεμικούς και πυρηνικούς εξοπλιστικούς ανταγωνισμούς αλλά συνεχίζει να ζει, να βλασταίνει και να προσφέρει καρπούς, αυτό τι άλλο είναι παρά θαύμα; Όμως έχω δει και άλλα θαύματα. Το 1975 που είχα πάει στη Μεγαλόχαρη της Τήνου είδα μια παράλυτη να σηκώνεται και να περπατάει. Ακριβώς μόλις κοινώνηςε, σηκώθηκε η παράλυτη και άρχισε να περπατάει. Το 1955, όταν οι φλόγες είχαν περιζώσει το οίκημα της Μητροπόλεώς μας που ήταν ξύλινο, ανακαλύψαμε την τελευταία στιγμή μέσα στις φλόγες μία τρύπα, ένα παράθυρο, το οποίο στη θέση που βρισκόταν ήταν αδύνατον να το αναζητήσει κανείς σαν έξοδο σωτηρίας. Εμείς μπορέσαμε και πηδήσαμε από εκεί, ο Μητροπολίτης κι εγώ, κι έτσι σωθήκαμε. Κι αυτό είναι θαύμα. Όμως θαύμα είναι το κάθε λεπτό. Αν προσέξετε, αυτό θα το δείτε. Βέβαια στην άλλη ζωή, θα δούμε πολλά θαύματα. Γεγονός πάντως είναι ότι ο Θεός προστατεύει τον άνθρωπο.

- Μένετε μόνος ή σας φροντίζει η ανεψιά, κάποια καλόγρια ή η μητέρα σας;

- Μένω με τη μητέρα μου, αλλά εδώ και τρία χρόνια είναι κατάκοιτη. Την περιποιούμαι εγώ.

- Υπάρχει συγκεκριμένη ελπίδα που σας κάνει να μένετε εδώ με ανεξάντλητο το δυναμισμό σας;

- Η ελπίδα να υπηρετήσουμε το λαό του Θεού για να μείνει μία ρίζα. Η ελπίδα πως θα 'ρθουν καλύτεροι καιροί και θα υπάρξει συνεργασία ανάμεσα στους γειτονικούς λαούς. Αγωνιζόμαστε να βοηθήσουμε τους χριστιανούς μας να σηκώσουν το σταυρό τους. Βέβαια, όλες οι μέρες είναι του Θεού, και γι' αυτό είναι καλές. Χρειάζεται μόνο εγρήγορση. Σήμερα διαβάσαμε στην Προηγιασμένη τον πολύαθλο Ιώβ. Ο διάβολος πίστεψε πως με τις δυσκολίες του θα τον αφανίσει, όμως στη ζωή του Ιώβ δεν μπόρεσε να θριαμβεύσει οστανάς. Η αραίωση του πληθυσμού εδώ έγινε, επειδή δεν είμαστε έτοιμοι οι ομογενείς να δεχθούμε μια κάποια αλλαγή της καταστάσεώς. Το διάστημα 1950 -1955 απολαμβάναμε ελευθερία και πολλά προνόμια από την κυβέρνηση. Φαίνεται όμως, πως όταν οι άνθρωποι έχουμε την ελευθερία δεν τη χρησιμοποιούμε σωστά.

- Πώς βλέπετε την προσπάθεια για ενότητα των εκκλησιών;

- Πρέπει να προχωρήσουμε, αλλά με προσοχή και σύνεση. Πρέπει οι εκκλησίες να καταλάβουν ποιο είναι το θέλημα του Θεού και να το ακολουθήσουν. Όχι η μία, η ισχυρότερη εκκλησία, να θελήσει να επισκιάσει την άλλη, την φαινομενικά λιγότερο ισχυρή, γιατί αυτό θα ειναι αποτυχία. Αυτό θα είναι συγκόλληση και όχι ενότητα. Αυτό θα επιφέρει μεγαλύτερο χάσμα. Εμείς οι ορθόδοξοι έχουμε πλατιά καρδιά. Αγαπάμε όλον τον κοσμο. Αλλά δε θέλουμε και την αλήθεια του Θεού να τη νοθεύουμε και να παραγνωρίσουμε τα δώρα του Θεού για συμφέροντα κοσμιικά. Θυμηθείτε την ψευδοένωση της Φεράρας και της Φλωρεντίας. Ο Πάπας είχε τάξει στον Βησσαρίωνα αξιώματα υψηλά και ο Βησσαρίωνας καταγοητεύθηκε από την υπόσχεση του Πάπα ότι θα γίνει καρδινάλιος, ενώ στο Βυζάντιο ήταν επίκουρος, όμως αυτό δεν του ήταν αρκετό. Τελικά προχώρησε στην ενθουσιώδη υποστήριξη της ψευδοένωσης και πέθανε στη Ρώμη ως καρδινάλιος. Τα αποτελέσματα, δυστυχώς, είναι γνωστά. Και σήμερα η εκκλησία προσεύχεται για την ένωση. Η Ιδέα, το Σώμα του Χριστού, να ενωθεί και να μην είναι τεμαχισμένο, είναι υπέροχη. Χρειάζεται όμως πολλή προσοχή. Κάθε βήμα προς το σημείο αυτό θα πρέπει να είναι θετικό και όχι πρόχειρο.

- Πώς αξιολογείτε τις ενέργειες του Πατριάρχη Αθηναγόα για την ένωση των εκκλησιών;

- Ο Αθηναγόρας ήταν εδώ ένας πατέρας πραγματικός. Σαν ποιμενάρχης φρόντιζε για όλους και για όλα. Οργάνωσε στην Κωνσταντινούπολη τα κατηχητικά, τους συνδέσμους, τις φιλόπτωχος αδελφότητες και παρότρυνε τους επιτρόπους των κοινοτήτων να αξιοποίησουν την κτηματική περιουσία. Από την πλευρά του Οικουμενικού Διαλόγου ο Αθηναγόρας είχε ευρεία αντίληψη του πράγματος. Είχε ανθρωπιστικές σκέψεις. Έλεγε ότι η αγάπη πρέπει να μας ενώσει όλους τους ανθρώπους σε μια οικογένεια έστω και αν υπάρχουν διαφορετικές θεολογικές και κοινωνικές αντιλήψεις. Η αγάπη, έλεγε, θα αμβλύνει, όλες τις οξύτητες που υπάρχουν. Αλλά αυτό, κατά την ταπεινή μου κρίση, δεν ευσταθεί, επειδή χρειάζεται να υπάρχει κοινό πιστεύω για να αγαπήσεις πραγματικά.  

- Έχετε με τους ιερείς σας προβλήματα; Η σχέση σας με τους ιερεείς είναι περισσότερο διοικητική ή πνευματική;;

- Δεν έχουμε, δόξα τω Θεώ, με τους ιερείς μας προβλήματα. Οι κληρικοί όλοι είμαστε ενωμένοι μπροστά στο κοινό μεγάλο μας πρόβλημα, ότι δηλαδή αποδεκατίστηκε με την έξοδο το ποίμνιό μας. Έτσι οι ποιμαντικές ασχολιές μας περιορίστηκαν, όμως το χρόνο τον αξιοποιούμε. Τα εγκώμια θα ψαλλούν. Η Ανάσταση θα γίνει. Δεν υπάρχει απελπισία. Υπάρχει ελπίδα και ζωτικότης σε λαό και κλήρο. Βέβαια, άλλο να φροντίζεις για δέκα χιλιάδες πιστούς που είχε η Μητρόπολη πριν λίγα χρόνια και άλλο για δυο χιλιάδες που έχουμε τώρα.

- Σεις, σαν μοναχός που είστε, κάνετε καθημερινά τις ακολουθίες;

- Όταν ήταν εδώ η Μητρόπολη και υπήρχε δίπλα μας ο ναός, ήταν πολύ πιο εύκολο να βρίσκεται κανείς συχνότερα στο ναό. Σαν μοναχός που είμαι κι εγώ, κάνω καθημερινά όρθρο και εσπερινό. Φυσικά, Κυριακές και γιορτές κάνουμε λειτουργία. Βλέπετε έχουμε και καθήκοντα διοικητικά.

- Ποιος βίος είναι αγγελικότερος; Του μοναχού ή του εγγάμου;

- Να σας πω. Εμείς δε γινόμαστε μοναχοί για να περιφρονήςουμε τον έγγαμο βίο, αλλά για να τον στηρίξουμε και να τον διακονήσουμε. Γινόμαστε μοναχοί για να μεριμνήσουμε με πρισσότερο ζήλο τα του Κυρίου, την εκκλησία δηλαδή. Υπάρχουν και έγγαμοι κλληρικοί που έχουν να επιδείξουν αγγελικό βίο.

- Υπάρχουν όμως και άγαμοι που δεν εκπροςωπούν τη ζωή των αγγέλων.

- Αυτά ο Θεός μπορεί να τα κρίνει. Η σωτηρία του ανθρώπου είναι μυστήριο. θα κοπιάσεις, θα δουλέψεις, θα αγωνιςτείς, αλλά τελικά ο Θεός θα σου δώσει το έπαθλο. Μεταξύ καλού και κακού μας χωρίζει μια τρίχα. Το μέλλον δεν το γνωρίζουμε. Εδώ έχουμε έγγαμους κληρικούς με υπέροχες οικογένειες και άγαμους που αγωνίζονται να δώσουν καλή μαρτυρία. Δεν υπάρχει ξεχωριστή ηθική για τους άγαμους κληρικούς, ξεχωριστή για τους έγγαμους, και διαφορετική για τους λαϊκούς. Όλοι οφείλουμε να βαδίσουμε τη στενή και τεθλιμμένη οδό της αρετής.

- Λένε πολλοί ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία κατά το μεγαλύ΄τερο ποσοστό της εκπροσωπεί μια παράδοση συντηρητική. Μήπως θα πρέπει να εξετάσουμε την περίπτωση εκσυχρονισμού της Ορθόδοξης Εκκλησίας;

- Η εκκλησία μας είναι απόλυτα εκσυγχρονισμένη. Πάντοτε προχωράει κρατώντας την ουσία και θέλοντας να βοηθήσει τον άνθρωπο με όλα τα σύγχρονα μέσα ώστε να γίνει η ζωή του πιο άνετη και ευτυχισμένη. Το μόνο που θέλει η ορθόδοξη εκκλησία είναι να χρησιμοποιηθούν τούτα τα μέσα για το καλό και την πρόοδο του ανθρώπου και για την πνευματική του αφύπνιση. Γιατί πολλά απ' τα σύγχρονα μέσα είναι μαχαίρι δίκοπο.
Θοφιλέστατε, πόσα παιδιά πρέπει να κάνει ο ορθόδοξος Χριστιανός ώστε να έχει τη βεβαιότητα πως στη ζωή του συγκεντρώνει την ευλογία και τη χάρη του Θεού;
Όπως ο άγαμος, έτσι και ο έγγαμος, θα πρέπει να βλέπει τον κόσμο με το μάτι του Θεού. Όχι μόνο ο άγαμος, αλλά και ο έγγαμος, επιβάλλεται να ασκείται στην εγκράτεια. Η τεκνογονία είναι προσωπικό θέμα των συζύγων και ανήκει στη σφαίρα της προσωπικής τους ευθύνης . Ένας Χριστιανός δεν μπορεί να φθάσει ποτέ σε ανταρσία κατά του θελήματος του Θεού που είναι η διαιώνιση του είδους και η συνέχιση της ζωής. Είναι καλό πράγμα οι Χριστιανικές να έχουν ένα, δύο, το πολύ τρία παιδιά. Να αρκούνται σ' αυτά, γιατί τα πολλά παιδιά έχουν και ανάλογες φροντίδες και οικονομικά βάρη και απαιτούν πολλή σωματική αντοχή. Όμως όταν υπάρχει οικονομική άνεση, αντί να έχουμε δέκα σκυλιά ή γατάκια ας μη διστάζουμε να προχωρούμε και στα τέσσερα και στα πέντε παιδιά. Η μεγάλη οικογένεια είναι κι αυτή δώρο Θεού, βέβαια υπό τον όρο ότι οι γονείς μπορούν με επιμέλεια και υπευθυνότητα να φροντίζουν για την υλική και πνευματική προκοπή των παιδιών τους. Ναι στα παιδιά, υπό τον όρο βεβαίως ότι θα παρεμβάλλουν στη ζωή των συζύγων ευτυχία και διασκέδαση και όχι φθορά πνευματική ή κλόνισμό της υγείας. Ο πατέρας μου είχε έξι αδέρφια και το ένα ήταν καλύτερο απ' το άλλο. Εμείς θα ήμασταν πέντε παιδιά, αλλά τα δύο τα δώσαμε στους ουρανούς.

- Τι γνώμη έχετε για τον τουρκικό λαό;

- Ειναι καλός. Εμείς που κάναμε στη Μ.Ασιά και στην Καλλίπολη τη στρατιωτική μας θητεία γνωρίσαμε πολλές υπηρεσίες από το λαό. Αλλά και εδώ οι γείτονες μάς εκτιμούν και τους εκτιμάμε. Δεν έχουμε προβληματα. Μάλιστα σε δύσκολες περιπτώσεις συνεργαζόμαστε στενά. Εδώ απέξω υπάρχει ένα ρυάκι που πολλές φορές το χειμώνα η στάθμη του ανέρχεται ενάμισυ ως δύο μέτρα. Τότε αγωνιζόμαστε όλοι μαζί να αντιμετωπίσουμε τον κίνδυνο. Επίσης, πολλοί Τούρκοι δημογέροντες της περιφέρειάς μας βοηθάνε Έλληνες που έχουν ανάγκη να πάρουν από την κυβέρνηση οικονομική ενίσχυση. Οι λαοί έχουμε όλοι καλές καταβολές. Οι πειρασμοί έρχονται άνωθεν. Είναι οι πονηρές επιδιώξεις τωνκατά καιρούς κυβερνήσεων που δημιουργούν εχθροπάθει.   






Για την αντιγραφή: Βασιλική Νευροκοπλή

Tuesday, October 4, 2016

Τραγούδι της Αγίας Χαριτίνης


Επί Διοκλητιανού, ως χριστιανή, στη Ρώμη
η Χαριτίνη έζησε και των διωγμών οι τρόμοι
διόλου δεν την ετρόμαζαν ούτε το μαρτυρίου
ο ίσκιος τη σκοτείνιαζε. Στο σπίτι του Κλαυδίου,
ήτανε υπηρέτρια κι αυτός την είχε κόρη
τοσο που τη σεβότανε όσο ήλιο τα όρη
Ο κόμης ο Δομέτιος, πως χριστιανή λογιέται
η Χαριτίνη, έμαθε, κι αμέσως συλλογιέται
να στείλει να φωνάξουνε για να την ανακρίνει
Σαν το μαντάτο έφθασε, ανοίγουν σαν σε κρήνη
ο οφθαλμοί του Κλαύδιου και δεν χορταίνουν κλάμα
Τρίχινα ενδύματα φορά γνωρίζοντας πως άμα
την κόρη ο Δομέτιος θέλησε να εξετάσει
να την ξεχάσει θα 'πρεπε αυτός ως να γεράσει
Δε θα τη στείλω, σκέφτηκε. Μπορώ και να την κρύψω
Θα σπάσω το κεφάλι μου, το νου μου θα συντρίψω
αλλά τη Χαριτίνη μου, σ' αυτόν δε θα τη δώσω
"Σ' ευχαριστώ αφέντη μου που τόσο με φροντίζεις
Τόσο" του είπε "μ' αγαπάς που δάκρυα ραντίζεις
στα τρίχινα τα ρούχα σου και μέσα στην καρδιά μου
Μα αν απ' το αίμα λεκιαστεί η άσπρη η ποδιά μου
δε θα 'ναι από το Χριστό μόνο συγχωρημένες
όλες οι αμαρτίες μου στο αίμα ξεπλυμένες 
αλλά θα αφεθούν μετά και κι όλες οι δικές σου
Να μαρτυρήσω άσε με, και απαλά αφέσου
στο θέλημα του Ιησού, που έδωσε τα αίμα
το άγιο Του κι ενίκησε του θάνατου το ψέμα"
"Καλόν αγώνα, κόρη μου. Καλή ψυχή μου, φως μου
πήγαινε κι όταν θα Τον δεις, υπόσχεσή σου δώσ'  μου
πως δυο λογάκια θα τα πεις, για μένα τον καημένο
τόσο που Τον χρειάζομαι στον ταλαιπωρημένο
τον βίο μου, ψυχούλα μου. Άντε, λοιπόν, ξεκίνα"
Αγαλλομένω τω ποδί, τρέχει αυτή για κείνα
που θέλουν τη ζωούλα της. Σαν ελαφίνα πάει
με γενναιότητα πολλή, θαρρείς πια και πετάει
Τη βλέπει ο Δομέτιος. "Εσύ, Χριστό πιστεύεις;"
ρωτά, κι εκείνη απαντά: "Μην άδικα παιδεύεις
το νου σου, και το χρόνο σου άδικα μην τον χάνεις
Και ό,τι έχεις κάνε το, και ό,τι θέλεις κάνεις
Πίστευα και πιστεύω Τον και ώσπου να πεθάνω
θα τον πιστεύω και γι' Αυτόν ό,τι μου πεις θα κάνω"
Οργίστηκε ο άρχοντας κι αμέσως διατάζει
"Ξυρίστε το κεφάλι της κι εκεί που αίμα στάζει
πάρτε αναμμένα κάρβουνα και τρίψτε τα επάνω
Τέλος μια πέτρα στο λαιμό δέστε της για ένα μπάνιο"
Τη ρίχνουν μες στη θάλασσα την πικροκυματούσσα 
που αμαρτωλούς και άγιους χωρά η πλέον ούσα
μεγάλη και ευρύχωρος κι έτσι κι αυτή αγιάζει
με τόσους που αγάπησε, τόσους που αγκαλιάζει
Κυρίου όμως Άγγελος, τη λύνει την αγία
και πάλι στον Δομέτιο μπρος θα βρεθεί η θεία
Ίχνος από συγκίνηση δεν τον διαπερνάει
Την πωρωμένη την καρδιά τίποτα δεν τρυπάει
όταν η Χάρις του Θεού έρημη την αφήσει
Κι άλλα βασανιστήρια. Ποιος να τα ομολογήσει
δίχως κομμάτια η καρδιά μέσα στα σωθικά του
να γίνει μπρος στη φρίκη τους; Έτσι, και τα δικά του
τα δικαιώματα, εξαντλεί, αυτά της εξουσίας
να κομματιάσει θέλοντας το σώμα της οσίας 
Τα νύχια της σαν έβγαζαν και δάχτυλα αφαιρούσαν
πέταξε η ψυχούλα της και γύρω της πετούσαν
μύριες μυριάδες άγγελοι που νέα αγία εφάνη
να πάρει απ' τον Πλάστη τους τ' αμάραντο στεφάνι




Εμπνευσμένο από το Φθινοπωρινό Συναξάρι του Αρχιμανδρίτη Ανανία Κουστένη, τόμος Α ΄, Ακτή, Λευκωσία 2008 

   

Monday, October 3, 2016

Ο Θείος έρωτας - Αγίου Διονυσίου Αρεοπαγίτη



Ο θείος έρωτας είναι και εκστατικός, αφού δεν επιτρέπει στους εραστές ν’ ανήκουν στον εαυτό τους αλλά τους παραδίνει στους ερωμένους τους. [...] 
Γι' αυτό κι ο μέγας Παύλος κυριευμένος από το θείο έρωτα και κοινωνώντας την εκστατική του δύναμη φωνάζει μ’ ένθεο στόμα: ΄΄Δε ζω πια εγώ· μέσα μου ζει ο Χριστός΄΄, ως αληθινός εραστής, πού είναι, όπως ο ίδιος λέει, σ’ έκσταση από τον εαυτό του μέσα στο Θεό και δε ζει τη δική του ζωή αλλά του ερωμένου, πού του είναι εξαιρετικά αγαπητή. 
Πρέπει να τολμήσομε να πούμε για χάρη της αλήθειας και τούτο, ότι και ο ίδιος ο αίτιος όλων, εξαιτίας του ωραίου και αγαθού έρωτα προς όλα από υπερβολή ερωτικής αγαθότητας γίνεται έξω εαυτού με τις πρόνοιές Του προς όλα τα όντα και είναι σα να νιώθει ότι θέλγεται από αγαθότητα, αγάπη κι έρωτα. Και από την κατάσταση υπεροχής έναντι όλων και χωρισμού από όλα κατεβαίνει στην περιοχή όλων με μια υπερούσια δύναμη έκστασης πού δεν τον βγάζει ωστόσο από τον εαυτό του. Για το λόγο αυτό και οι δεινοί στα θεία Τον αποκαλούν ζηλότυπο, επειδή τρέφει πολύ αγαθό έρωτα προς τα όντα, έχει ζηλοτυπία, και όσα τον ποθούν ζηλεύει και για όσα Αυτός προνοεί. 
Ο έρως και το εραστό ανήκουν πέρα ως πέρα στο ωραίο κι αγαθό, προϋπάρχουν στο ωραίο κι αγαθό και υπάρχουν και δημιουργούνται εξαιτίας του ωραίου κι αγαθού.




Μας το έστειλε ο π. Βασίλειος Χριστοδούλου 

Sunday, October 2, 2016

Γαλάτεια Γρηγοριάδη Σουρέλη – Η μάνα μου, όπως δεν την γνώρισε κανείς

Έφυγε όπως της άξιζε. Με μια τελευταία πνοή μέσα στη γαλήνη και την ησυχία του σπιτιού της. Χωρίς νοσοκομεία και εντατικές, χωρίς πόνο και ταλαιπωρία. Της άξιζε γιατί όλη η ζωή της ήταν γεμάτη πόνο και αγώνα.

Χωρισμένοι οι γονείς της. Ο μπαμπάς της την κράτησε για υπηρέτρια της μητριάς της. Ο αδελφός της μακριά. Δεν της επιτρεπόταν ούτε να διαβάζει, ούτε να πάει σχολείο. Κλεισμένη στο σπίτι, έκανε τη δούλα αλλά έτσι έμαθε να μαγειρεύει όπως κανείς… Δεν ξεχνιούνται οι λαχανοντολμάδες της, το θρυλικό κοκκινιστό (που άμα δεν έχει πιάσει, δεν έχει γίνει καλό!), το χάιδεμα που ήθελε το φαί για να γίνει νόστιμο…

Ερωτεύτηκε νωρίς και έφυγε από το σπίτι της. Τρία παιδιά και πολύς πόνος. Ο έρωτας δεν ήταν αμοιβαίος. Την άφησε για μια άλλη που παραδόξως τη μνημόνευε στην εκκλησία σε όλη της τη ζωή. «Να είναι καλά που με έσωσε» έλεγε και της άναβε πάντα ένα κεράκι να συγχωρεθεί.

Χωρισμένη με τρία παιδιά εκείνη την εποχή ίσον καταδικασμένη και ατιμασμένη για πάντα. Όχι όμως για τη ΓαλάτειαΈπιασε δουλειά και πούλαγε την αγγλική εγκυκλοπαίδεια Caxton πόρτα- πόρτα. Αναδείχθηκε η κορυφαία πωλήτρια σε όλη την Ευρώπη. Μόνο στην εκδήλωση που έγινε προς τιμήν της ως αναγνώριση του επιτεύγματός της, ο Άγγλος γενικός διευθυντής και οι υπόλοιποι ιθύνοντες κατάλαβαν με έκπληξη ότι η Γαλάτεια δε μιλούσε λέξη Αγγλικά…

Μετά ο θεός τη βοήθησε. Ο παιδίατρός που παρακολουθούσε τα παιδιά της χωρίς αμοιβή, ένας άγιος άνθρωπος που λεγόταν Χατζηδάκης την πίεσε να γράψει. Την έβαλε στη Δαμασκό, που εκείνη την εποχή ήταν το κέντρο της διανόησης.Και έγραψε. Και πήρε το Κρατικό βραβείο, την ανώτατη διάκριση της εποχής. Και το κορίτσι που δεν είχε στον ήλιο μοίρα έβγαλε το πρώτο της βιβλίο στον Κολλάρο, στην Εστία. Κάτι που τότε θεωρούνταν αδύνατο.

Αδύνατο για τη Γαλάτεια; Δεν υπήρχε στο λεξιλόγιό της αυτή η λέξη. Οι δυσκολίες συνεχείς. Αλλά οι φίλοι της πολλοί και διαλεχτοί. Γερές φιλίες. Καρδιακές. Με βάθος και δόσιμο. Πολλή αγάπη και νοιάξιμο. Και πολλά θαύματα.

Το πιο μεγάλο; Ο Σουρέλης. Δέκα χρόνια μικρότερος. Αριστούχος φοιτητής Φιλοσοφικής. Ξυπόλητος από το χωριό. Γέλαγε λέγοντας ότι όταν έβαλε παπούτσια για πρώτη φορά κρυολόγησε. Αλλά διαννοούμενος εκ γενετής. Φωτογραφική μνήμη, γεμάτος γνώσεις και ανησυχίες. Θαμπώθηκε από τη λάμψη της και αφιέρωσε τη ζωή του σε αυτήν. Την παντρεύτηκε, έκαναν εμένα, μας σπούδασε και τους τέσσερις στο εξωτερικό και της στάθηκε όσο κανείς.

Ήταν το σύστημα μέσα στο χάος της μάνας μου. Αν δεν έλεγε ο Σουρέλης «τυπωθήτω» το βιβλίο ξαναγραφόταν. Ήταν αυτό ακριβώς που χρειαζόταν. Η Γαλάτεια ακούμπησε επάνω του και μεγαλούργησε. Σε κάθε τομέα. Ο ένας έκανε τον άλλο καλύτερο άνθρωπο. Τον δίδαξε αυθορμησία και ελευθερία. Τη δίδαξε αγάπη και υπομονή. Δε θα επεκταθώ. Ήταν σπουδαίος. Μεγάλο θαύμα για όλους μας…

14459100_10154531583484814_1567382002_nΞαναγυρνάω στη Γαλάτεια, γιατί γι’ αυτή είναι το σημερινό…

Μια μέρα είχε τριάντα χιλιάδες για να πληρώσει το ενοίκιό της. Όλα της τα λεφτά. Χτυπάει το κουδούνι και μια γειτόνισσα της εξηγεί την ανάγκη της και της τα ζητάει. Η Γαλάτεια τα δίνει και όλοι την κοιτάζουμε απορημένοι. «Έχει ο θεός», λέει, «τα έχει μεγαλύτερη ανάγκη από εμάς». Βγαίνει στην Πατησίων για δουλειά και όπως κατεβαίνει από το τρόλει, τη σταματά ένας παλιός γνωστός της, της δίνει ένα φάκελο και την ευχαριστεί για τα δανεικά που του είχε δώσει σε χρόνο ανύποπτο. Τον ανοίγει και μέσα έχει τριάντα χιλιάρικα. Έτσι απλά. Πάντοτε έτσι γινόταν σε όλη της τη ζωή.

Μπορώ να συνεχίσω επ’ άπειρον, γιατί η ζωή της ήταν γεμάτη συναρπαστικές στιγμές και θαύματα. Όχι τυχαία, γιατί πίστευε σε θεό με ένα δικό της πολύ άμεσο τρόπο. Διεκδικούσε με φωνή αυτό που ήθελε. Μιλούσε στην Παναγιά και την κατσάδιαζε. Της έλεγε «Άκου να σου πω, μάνα είσαι και καταλαβαίνεις. Πρέπει να δώσεις τη βοήθεια και πρέπει να το κάνεις γρήγορα γιατί άλλο δεν αντέχεται το πρόβλημα». Και την επόμενη μέρα γινόταν αυτό που ζητούσε.

Ήταν στην εντατική και την είχαμε ξεγραμμένη. Είχε ταλαιπωρηθεί πολύ με την καρδιά της. Πολλά εμφράγματα και την περιμέναμε. Μπαίνω και της λέω: «Ρε μάνα, εκεί που είσαι βλέπεις να συμβαίνει τίποτε;» Ανοίγει τα μάτια της και μου λέει: «Βέβαια και βλέπω! Είναι ο Άγιος Λουκάς εδώ και με έχει στο νου του». Σε μια βδομάδα ήταν στο σπίτι της…

Τελειώνω.

Τον τελευταίο καιρό δεν μπορούσε να γράψει («δεν μπορώ να συμμαζέψω το μυαλό μου» έλεγε, δεν μπορούσε να κάνει εκπομπές γιατί δεν είχε αναπνοή και δεν έβλεπε καλά. Όποτε της μιλούσα λοιπόν, μου έλεγε: «Άσχημο πράγμα τα γεράματα γιε μου… Δεν ξέρω τι να κάνω που αν και είμαι όσο είμαι (δεν έλεγε ποτέ την ηλικία της) εδώ μέσα, και χτύπαγε τη στήθος της, εδώ μέσα είμαι ακόμη είκοσι χρονών. Τι να κάνω γιε μου;

Καλό Παράδεισο μάνα μου. Η παρέα σου είναι εκεί πάνω και σε περιμένει με ανυπομονησία, να συνεχίσετε τα ωραία σας. Θα μου λείψεις. Θα μου λείψει η φωνή σου στα αυτιά μου: «Καλημέρα γαϊδούρι μου, γιαβρί μου, τι κάνεις; Μη ξεχνάς να μ΄αγαπάς».

Σ΄αγαπώ μάνα μου πολύ.

Από
 Γιάννης Σουρέλης
 - 

http://www.themamagers.gr/galatia-grigoriadi-soureli-mana-mou-opos-den-tin-gnorise-kanis/

Τραγούδι του Αγίου Θεοδώρου Γαβρά


Επί του Μιχαήλ του Δούκα, ο γενναίος
Θεόδωρος, διέλαμψε ως στρατηγός σπουδαίος
και δούκας της του θέματος Χαλδίας ανεδείχθη
Γαβράς εις το επώνυμο, ο άγιος, αναμείχθη
και πρωτοστάτης έγινε στον πόλεμο της πόλης,
της Τραπεζούντας της τρανής, μα και της γύρω όλης
εκεί περιοχής, καθώς, η επίθεση των Τούρκων
-Χίλια εβδομήντα τέσσερα, ήτανε- των Σελτζούκων
διέλαυνε ακάθεκτη. Χωρίς καμιά βοήθεια 
απ' την Κωνσταντινούπολη, πώς να νικήσει αλήθεια;
Σελτζούκοι Τούρκοι πλείονες κι αυτός με λειψανδρία
προσεύχεται στον Κύριο για να του δώσει ανδρεία
Κι έτσι νικά ο ευσεβής, πόλη ελευθερώνει
και τη Χαλδία ολάκερη. Αυτή τον δικαιώνει
και ευεργέτη της μετά, αυτόν ανακηρύττει
Της Γεωργίας, ύστερα, ο βασιλιάς, κηρύττει
στην πόλη νέο πόλεμο. Πάλι αναχαιτίζει
ο στρατηγός μας τους εχθρούς, αλλού τους εκτοπίζει
Την Τραπεζούντα κυβερνά μετά, ως ηγεμόνας
μάλιστα ανεξάρτητος. Εγκαταλείπει μόνας
τας επαρχίας τού εκεί ελληνισμού του Πόντου
ο Μιχαήλ ο έβδομος. Αστέρι αυτού του φόντου
θα λάμψει τότε ο Γαβράς με τον ηρωισμό του
Γαβράς σημαίνει ήρωας και στο στρατιωτικό του
το βίο, η αγάπη του για τους φτωχούς προσθέτει
και άλλο φως στη λάμψη του που εκείνος διαθέτει
Ένας στρατιώτης κάποτε ένα τσαμπί σταφύλι
θα κλέψει από μια φτωχή. Όταν, λοιπόν, οι φίλοι
θα πουν αυτό στο στρατηγό, αμέσως θα διατάξει
ξυλοδαρμό δημόσιο, το σφάλμα να πατάξει
Η ευφροσύνη γίνεται πίκρα για να συνέρθει
ο κλέφτης. Σ' άλλον λογισμός τέτοιος μην ξαναέρθει
Πόθος για το μαρτύριο μες στην καρδιά γεννιέται
του Θεοδώρου του Γαβρά. Σαν αναμετριέται
με τους Σελτζούκους, μια φορά, αυτοί τον συλλαμβάνουν
Ν' αλλάξει πίστη του ζητούν, αρνιέται, κι υποβάλλουν
τον άγιο, τότε, σε φρικτά μαρτύρια που η Θεία
για κείνον παραχώρησε, Άγια Οικονομία.
Στις απειλές και νοσηρές των Τούρκων υποσχέσεις
ο άγιος ομολογεί τις άγιες του προθέσεις:
"Απ' όλα τα ορώμενα, γλυκύτερο, να πάθω
για τον Χριστό, ομολογεί. Ποια δόξα εγώ να μάθω
που δε θα έχει τον Χριστό και τι δόξα θα είναι;
Με απειλείς με θάνατο; Δεν ξέρεις πως θα ειμαι
ο πλέον ευτυχέστερος άνθρωπος εις την πλάση
πεθαίνοντας για τον Χριστό που θα με αγκαλιάσει;"
Μετά απ' αυτά τον ρίχνουνε γυμνό πάνω στο χιόνι
Τον μαστιγώνουν βάναυσα, μα κείνος δεν παγώνει
δεν κλαίει, δεν πισωγυρνά, την πίστη δεν αλλάζει
Προσεύχεται ολόθερμα και στον Θεό φωνάζει:
"Ευχαριστώ Σε, Κύριε, ότι ανάξιον όντα
μ' αξίωσες να αθληθώ για Σένα, και παρόντα
με έφερες έως εδώ. Ενίσχυσέ με τώρα
ευπρόσδεκτη θυσία Σου δέξου με αυτή την ώρα
για Σένα που σε τέντωσαν εις του Σταυρου τα ξύλα"
Μανιάζουνε οι δήμιοι. Τα των προσώπων μήλα 
αναψοκοκκινίζουνε. Του κόβουνε τη γλώσσα
του βγάζουνε τους οφθαλμούς και συνεχίζουν. Πόσα
δεινά ο άγιος τραβά. Τέλος του αφαιρούνε
όλο το δέρμα κι ύστερα το σώμα του πετούνε
μες στη φωτιά για να καεί. Δοξολογώντας πάει
και η ψυχή του στου Χριστού την αγκαλιά πετάει
Το χίλια ενενήντα οχτώ, στις δύο Οκτωβρίου
έφυγε ο Θεόδωρος διά του μαρτυρίου
Το μαρυρεί ο Ζωναράς, το μαρτυρούνε κι άλλοι
Μεγαλομάρτυς ο Γαβράς απέβη. Τώρα θάλλει 
εις τις ουράνιες μονές, μα πάντοτε κοντά μας
βρίσκεται στην ανάγκη μας μα και στα βάσανά μας.




Εμπνευσμένο από το βιβλίο "Ο μεγαλομάρτυς άγιος Θεόδωρος Γαβράς", Ιερά Μητρόπολις Δημητριάδος, επιμέλεια: Λάζαρος Κ. Καλαϊτζίδης, Θεσσαλονίκη 1972.








  


Κυριακὴ Β᾽Λουκᾶ

Αποτέλεσμα εικόνας για κυριακη β λουκα

(Λουκ. 6,31-36)

Εἶπεν ὁ Κύριος· 
31. καθὼς θέλετε ἵνα ποιῶσιν ὑμῖν οἱ ἄνθρωποι, καὶ ὑμεῖς ποιεῖτε αὐτοῖς ὁμοίως. 
32. καὶ εἰ ἀγαπᾶτε τοὺς ἀγαπῶντας ὑμᾶς, ποία ὑμῖν χάρις ἐστί; καὶ γὰρ οἱ ἁμαρτωλοὶ τοὺς ἀγαπῶντας αὐτοὺς ἀγαπῶσι. 
33. καὶ ἐὰν ἀγαθοποιῆτε τοὺς ἀγαθοποιοῦντας ὑμᾶς, ποία ὑμῖν χάρις ἐστί; καὶ γὰρ οἱ ἁμαρτωλοὶ τὸ αὐτὸ ποιοῦσι. 
34. καὶ ἐὰν δανείζητε παρ’ ὧν ἐλπίζετε ἀπολαβεῖν, ποία ὑμῖν χάρις ἐστί; καὶ γὰρ ἁμαρτωλοὶ ἁμαρτωλοῖς δανείζουσιν ἵνα ἀπολάβωσι τὰ ἴσα.
35. πλὴν ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν καὶ ἀγαθοποιεῖτε καὶ δανείζετε μηδὲν ἀπελπίζοντες, καὶ ἔσται ὁ μισθὸς ὑμῶν πολύς, καὶ ἔσεσθε υἱοὶ ὑψίστου, ὅτι αὐτὸς χρηστός ἐστιν ἐπὶ τοὺς ἀχαρίστους καὶ πονηρούς. 
36. Γίνεσθε οὖν οἰκτίρμονες, καθὼς καὶ ὁ πατὴρ ὑμῶν οἰκτίρμων ἐστί.




Saturday, October 1, 2016

Τραγούδι του Αγίου Ανανία - Καλό μήνα!




Από τη Δαμασκό, ήτανε, της Συρίας
και του Κυρίου μαθητής, ο άγιος Ανανίας
Εντέλλεται σε όραμα τον Παύλο να βαφτίσει 
Τον γίγαντα, ο ταπεινός έτσι θα συναντήσει
Και τον βαφτίζει πράγματι, μιας κι ο Καλός Χριστός μας
διαλέγει άσημους κι απλούς, που ο κόσμος ο δικός μας
τους προσπερνάει σαν τυφλός, ώστε να βοηθήσουν
αυτούς που 'ναι ασύγκριτοι. Η ενότις είναι μία
Ήταν στην αρχαιότητα κι είναι στην Εκκλησία 
Στη Δαμασκό επίσκοπος έγινε ακολούθως
και θαύματα αμέτρητα διενεργούσε ούτος
Έφερνε πλήθη στον Χριστό, τόσα που ο ηγεμόνας
των Σύρων ενοχλήθηκε. Τον πήρε κατά μόνας
και να αλλάξει, πρόσταξε, την πίστη στον Θεό του.
Πώς ν' αρνηθεί ο μαθητής τον Άγιο Δάσκαλό του;
Δεν άλλαξε, του έξυσαν με νύχια όλο το σώμα
με βούνευρα μαστίγωμα κι άλλα πολλά ακόμα
δεινά βασανιστήρια, ως να τον οδηγήσουν
έξω από τη Δαμασκό να τον λιθοβολήσουν
Αυτά μπορούνε οι δειλοί και άλλα δεν γνωρίζουν
Ξέρουνε να ταλαιπωρούν κι άλλους να βασανίζουν
Εκεί, λοιπόν, απέθανε, κι η τρυφερή ψυχή του
πέταξε για τους ουρανούς, όπου οι σύντροφοί του
κι ο αγαπημένος Παύλος του, άνοιξαν τις αγκάλες
να τον δεχτούνε στοργικά μες στις χαρές τις άλλες
Στη Δαμασκό του έφτιαξαν ναό να τον τιμούνε
κι ο τάφος του ιάματα βρύει σ' όσους πονούνε  




Εμπνευσμένο από το Φθινοπωρινό Συναξάρι του Αρχιμανδρίτη Ανανία Κουστένη, τόμος Α ΄, Ακτή, Λευκωσία 2008