Labels

Thursday, June 9, 2016

Ὁ Χριστὸς μετὰ τὴν Ἀνάσταση - ἀρχιμ. Βασιλείος Γοντικάκης




Μεθ' μν ψευδς πηγγείλω σεσθαι
Μετὰ τν νάσταση οἱ μαθηταὶ ἐμνήσθησαν τν ρημάτων ατο. Μόνο πὸ μακρυὰ φαίνεται καθαρὰ τὸ μυστήριο τς σωτηρίας. Μόνο οἱ Προφται, πρν γίνουν τὰ γεγονότα, τὰ βλέπουν. Καὶ ἡ Ἐκκλησία μετὰ τν νάσταση καὶ τν Πεντηκοστὴ ζῆ μὲ τν Κύριο καὶ τν γνωρίζει ντως ς πλήρωμα αωνίου ζως.
Τώρα καταλαβαίνομε τι πρεπε νὰ ἔλθη ὁ Κύριος, νὰ σαρκωθ. Καὶ ἦταν ἡ ἐπίσκεψή του ατὴ θεοφάνεια. «πεσκέψατο μς ξ ψους  Σωτρ μν»(ξαποστειλάριο Χριστουγέννων). πρεπε νὰ πάθη, νὰ σταυρωθ, γιὰ νὰ νικήση τὸ θάνατο; «Οχὶ τατα δει παθεν τν Χριστν καὶ εσελθεν ες τν δόξαν ατο (Λουκ. 24,26-27).
πρεπε νὰ φύγη, γιὰ νὰ τν γνωρίσωμε. ν δν φευγε, δν θὰ ἐρχόταν τὸ Πνεμα. ν δν ρχόταν τὸ πανάγιον Πνεμα, θὰ ἔμενε γνωστος γιὰ μς ὁ Κύριος. Θὰ τν χάναμε.
πρεπε νὰ ἀναληφθ, νὰ πορευθῆ πρς τν Πατέρα, γιὰ νὰ φανερωθῆ ὄντως ν Πνεύματι. «Ὁ Ἰησος ν Πατρὶ ὢν μλλον φαίνεται» (γιος γνάτιος).
ταν λθε, μς χαροποίησε, μς φώτισε. ταν φυγε, καταλάβαμε τι τότε λθε, πεκαλύφθη. Μένει μαζί μας. Μς βρίσκει. Μς παίρνει μαζί του. Μς τείνει καὶ μς διαστέλλει, γιὰ νὰ φτάσωμε στὰ δικά του μέτρα: «...μεθ' μν ψευδς γρ πηγγείλω σεσθαι μέχρι τερμάτων αἰῶνος, Χριστέ» (τροπάριον θ΄ δς κανόνος ναστάσεως).
Ἡ σάρκωσή του ἦταν θεοφάνεια καὶ φανέρωση τς γάπης του. Καὶ ἡ ἀναχώρηση, νάληψή του. Τὸ νὰ γίνη φαντος εναι ἡ ὄντως θεοφάνεια καὶ ἡ μεθ' μν παραμονή. «Οδες ον τν ησον μετὰ τν νάστασιν λόγος περιέκλεισεν, οὐ τόπος, οὐ χρόνος, οὐ ποσόν, οὐ ποιόν».
Ατός, ς περινόητος καὶ ἄφατος Θεός, φανερούμενος ναπόφευκτα κρύπτεται καὶ κρυπτόμενος φανεροται. Ἡ ὁποιαδήποτε φανέρωσή του στὰ δικά μας μέτρα εναι μιὰ κένωση καὶ μι μορφὴ ἀποκρυβς. Δν μπορομε νὰ κατανοήσωμε ἢ νὰ ἔκφρασωμε τὸ μυστήριο τς θείας πιφανείας. Γι' ατὸ ὁ θεος Διονύσιος μολογε«Κρύφιός στι καὶ μετὰ τν κφανσιν να θειότερον επω, καὶ ἐν τῇ ἐκφάνσει· καὶ τοτο γρ ησοῦ κέκρυπται καὶ οδενὶ λόγ, οτε ν τὸ κατ' ατν ξκται μυστήριον, λλὰ καὶ λεγόμενον ρρητον μένει καὶ νοούμενον γνωστον» (Ρ.G. 3, 1069).
Στν πορεία πρς μμαούς, μόλις πέγνωσαν ατόν, φαντος γένετο π' ατν. γινε φαντος, γιὰ νὰ μείνη γιὰ πάντα μαζί τους. Ἐὰν μενε, φοῦ τν γνώρισαν, θὰ τν χαναν, γιατ θὰ τν ντόπιζαν χρονικὰ καὶ τοπικά, θὰ ἔλεγαν: «Ατς εναι τώρα κε». γινε φαντος, φοῦ τν γνώρισαν, σημαίνει τι φανερώθηκε ντως καὶ μένει μαζί τους παντοῦ καὶ πάντα. ρται οράτως καὶ γινώσκεται γνώστως ὁ ὑπεράνω πάσης γνώσεως πάρχων.
Εναι τόσο μεγάλος, ποὺ ὄχι μόνο πρέπει νὰ ἀπομακρυνθ, γιὰ νὰ φανερωθῆ τὸ πραγματικό του μέγεθος, λλὰ πρέπει νὰ γίνη τελείως φαντος, γιὰ νὰ ἀποκαλυφθῆ ατς ποὺ εναι.
Φανερούμενος ατς ποὺ εναι, μς νιστ στὴ ζωή. Μς κάνει νὰ βρομε τν αυτό μας. Καὶ βρίσκει τν ψυχή του ὁ ἄνθρωπος χάνοντάς την νεκεν τοῦ Κυρίου καὶ τοῦ Εαγγελίου του.
τσι νασταίνεται ὁ ἄνθρωπος. ναλαμβάνεται στν ορανό. Παίρνει λλες διαστάσεις. πολαμβάνει τὸ ἴδιον μέγεθος καὶ τὸ ἀρχαον κάλλος. ρχεται «ν συναφείᾳ ἀσυγχύτ» μὲ τν αώνιο ζωή.
Τώρα καταλαβαίνομε γιατ επε στὸ Θωμ«τι ώρακάς με πεπίστευκας»(καλὸ εναι καὶ ατό, εναι ἡ ἀρχή). ληθινὰ μακάριοι μως εναι οἱ μὴ ἰδόντες καὶ πιστεύσαντες. Ατοὶ θὰ μὲ βλέπουν νεμπόδιστα πάντοτε (καὶ ὅταν μὲ χάνουν καὶ ὅταν μὲ βρίσκουν). Θὰ μὲ βλέπουν ν Πνεύματι. πότε, οτε ταν δν μὲ βλέπουν τος λείπω, οτε ταν μὲ βλέπουν ρχονται σὲ ἐπαφὴ μαζί μου, πειδὴ λειτουργον οἱ κτιστς καὶ ἐφήμερές τους ασθήσεις. λη τους ἡ ὕπαρξη εναι μι ασθηση, νας φθαλμός, καὶ βλέπουν μόνο μένα, τὸ ἄχρονο φς. Ζον λόκληροι ν μοὶ κγῶ ἐν ατοίς.
Γίνεται ὁ ἄνθρωπος Χριστς κατὰ χάριν. Δν βλέπει τν Κύριόν του καὶ Θεν μία στιγμὴ μὲ τὰ σαρκικά του μάτια καὶ μετὰ τν χάνει. Δν ψηλαφ μὲ ἕνα μέλος τς πάρξεώς του (τὸ δάκτυλο ἢ τὸ χέρι) ἕνα μέρος τοῦ Κυρίου (τς χείρας ἢ τν πλευράν). λλὰ ὁλόκληρη ἡ ὕπαρξη τοῦ πιστο, ψυχῆ τε καὶ σώματι, εναι νωμένη μὲ ὅλο τν Θεάνθρωπο, τὴ θεότητα καὶ τν νθρωπότητά του. Τρέφεται καὶ αξάνει λόκληρος ὁ ἄνθρωπος πὸ μιμυστική, πραγματικὴ καὶ ἀδιάστατη νωση μετὰ τοῦ Ἰησο«λον μενείληφας λος ν συναφείᾳ ἀσυγχύτ» (τροπάριο θ΄ δς ναστασίμου κανόνος Δ΄ χου).
Μι στιγμὴ βλέπεις καὶ δν χάνεις ποτὲ τὴ θέα του (ββς σαάκ). Μιὰ φορψηλαφς ντως καὶ ἀνακιρνσαι διὰ παντς μετὰ τοῦ Θεανθρώπου, μετὰ τς καινς ζως, ποὺ νίκησε καὶ κατήργησε τὸ θάνατο. Οἱ ἀπόστολοι ἤψαντο τοῦ Κυρίου, κράθησαν τ σαρκὶ καὶ τῷ πνεύματι ατοῦ καὶ ερέθησαν πρ θάνατον (γιος γνάτιος).
Ὁ Κύριος λθε γιὰ νὰ μς κάμη κοινωνος τς αωνίου ζως. λθε γιὰ νὰ μς μυήση ες τν γνωστον γνσιν, ες τὸ γινώσκειν γνώστως, ρν οράτως καὶ ἀκούειν τς συχίας Ατο. Γιὰ νὰ κερδίσωμε τὴ ζωὴ διὰ τοῦ θανάτου· νὰ βρομε τν ψυχή μας διὰ τς πωλείας· νὰ κάνη τὰ θεωρούμενα καλά (γεία, χαρά, πρόσκαιρη ζωή) ντως καλά, μεταμορφώσιμα, πιδεχόμενα ξαγιασμό, φθαρτοποίηση· νὰ μετατρέψη τς συμφορς (ρρώστια, πόνο, θάνατο) σὲ συμπεπυκνωμένη ελογία, γαλλίαση καὶ ζωὴ αώνιο.
τσι οἱ ἀληθινοὶ πιστοί, οἱ Ἅγιοι, δν ζητον τὴ ζωή, οτε ποφεύγουν τὸ θάνατο, ταν λθη ἡ ὥρα του. Ζητον τὸ Θεάνθρωπο, ποὺ δίδει νόημα στὴ ζωὴ καὶ τὸ θάνατο, στὰ οράνια καὶ τὰ ἐπίγεια.
Ατς κατεβαίνει στν δη. Καὶ τὰ τοῦ θανάτου κλεθρα διεσπάραξε. Προχωρεῖ στν ορανό, ναλαμβάνεται λεύθερα καὶ ἀνοίγουν πύλες οράνιες. «ρατε πύλας οἱ ἄρχοντες μν». Τοῦ δίδεται πάσα ξουσία ν ορανῷ καὶ ἐπὶ γς. Δεσπόζει τν πουρανίων καὶ τν πιγείων. νοίγεται δς πρόσφατος καὶ ζσα διὰ τοῦ καταπετάσματος, τουτέστι τς σαρκς ατο. Γίνεται βατς ὁ ορανς γιὰ τν νθρωπο καὶ ἡ γῆ παράδεισος. Ἡ θέωση ποδεικνύεται ξανθρώπιση. «κεῖ παραγενόμενος (μετὰ τὸ μαρτύριο καὶ τὸ θάνατο) ντως νθρωπος σομαι» ὁμολογεῖ ὁ θεοφόρο,ς γνάτιος (πρς Ρωμ. 6). Καὶ ἡ ἀπασχόληση μὲ ἐφήμερα καὶ ὑλικὰ πράγματα φανερώνεται ζωὴ ἐν Πνεύματι: «Ἃ δὲ καὶ κατὰ σάρκα πράσσετε, τατα πνευματικά στι· ν ησοῦ γρ Χριστῷ πάντα πράσσετε» (γιος γνάτιος, πρς φεσ. 8).
Θὰ ὁλοκληρωθ, θὰ φτάσω στὸ παρὰ τῷ Θεῷ ἀπηρτισμένον, ταν χαθν σῳ βρίσκομαι δ, καθ' δόν, στω καὶ ἂν πάσχω (φ' σον δν πέθανα, δν διαλύθηκα, δν χάθηκα λοκληρωτικά) εμαι ναπάρτιστος. Δν γεννήθηκα κόμα. Δν πάρχω ληθινά. «Ὁ δὲ τοκετός μοι ἐπίκειται» (γιος γνάτιος, πρς Ρωμ. 6), εναι ὁ θάνατός μου.
χι μόνο πάρχει χρος ζως γιὰ τν νθρωπο κεῖ ποὺ πρν πὸ τν νάσταση δν πρχε καμμιὰ ἐλπίδα, λλὰ ἐκεῖ μόνο παραγενόμενος φτάνει στὸ πλήρωμα. παρτίζεται. Φτάνει στὸ «παρὰ τῷ Θεῷ ἀπηρτισμένον»«Ὢ θαύματος ντως περφυος! Ὢ πραγμάτων κπλήξεως! Ὁ πάλαι βδελυκτς καὶ μισούμενος θάνατος καὶ εφημεται καὶ μακαρίζεται. Ὁ πάλαι πένθους καὶ κατηφείας... πρόξενος, νν χαρς ναδέδεικται καὶ πανηγύρεως ατιος» (ω. Δαμασκηνός).
Καὶ δν θεωρεται ὁ θάνατος λευθερία, οτε φυλακὴ ἡ ζωή, ἡ μικρὴ καὶ πρόσκαιρη. Ζωὴ καὶ ἐλευθερία εναι ὁ Χριστς ς Θες καὶ ὡς νθρωπος, στγῆ καὶ στν ορανό, γιὰ τος ζντας καὶ τος κεκοιμημένους.
Οτε ἡ γῆ ἐμποδίζει τν πιστὸ νὰ ζῆ στν ορανὸ ἀπὸ σήμερα. Οτε ὁ ορανς τοῦ ἀποστερεῖ τὴ σωματικὴ χάρη, που βρίσκεται ὁ Κύριος μὲ ὁμόθεο τὸ ἄχραντο σμα του παρχ τς τελικς σωματικς ναστάσεως λων μας.
ναλαμβανόμενος  Κύριος μένει διάστατος (πληροῖ τὰ πάντα) καὶ βοᾶ τος γαπσιν ατόν: «Οὐ χωρίζομαι μν. γώ εμι μεθ' μν καὶ οδες καθ’ μν» (οκος ναλήψεως).
Ποιός μπορεῖ πράγματι νὰ εναι καθ’ μν, ταν εναι μαζί μας Ατός;
Ποιός θόρυβος μπορεῖ νὰ σκεπάση τὸ λόγο, πο κοινοποιεται μὲ τὴ σιωπή;
Ποιό παραπέτασμα νὰ κρύψη τὴ θέα ατο, πο φανερώνεται μὲ τὸ νὰ γίνεται φαντος;
Ποιός νὰ μς χωρίση π' ατν ποὺ μένει μαζί μας μὲ τὸ νὰ ἀναλαμβάνεται καὶ νὰ φεύγη;
Ποιός νὰ ἐντοπίση ἢ νὰ φυλακίση ατόν, ποὺ βρίσκεται πανταχοῦ καὶ οδαμο;
Ποιά δοκιμασία νὰ ἀπειλήση τὴ ζωὴ ἐκείνου πο σώζει τν ψυχή του μὲ τὸ νὰ τν χάνη νεκεν τοῦ Κυρίου;
λθε καὶ ἔφερε νέα ζωή. Τώρα ἡ φύσις μν ἡ πάλαι κπτωτος θρόνῳ ἐνίδρυται θείῳ ὑπρ ννοιαν.
Ὁ πονηρς προσπάθησε μετὰ τὴ σάρκωση τοῦ Θεοῦ Λόγου νὰ ἀποτρέψη πάσῃ θυσί τν κπλήρωση τοῦ ἔργου τοῦ Κυρίου.
Μετὰ τν νάσταση καὶ τν Πεντηκοστὴ προσπαθε, μὲ τὸ ἴδιο πεσμα, νὰ παραποιήση καὶ νὰ ἀποκρύψη διὰ τν παθν καὶ τν αρέσεων τὴ μία σώζουσα λήθεια, τν ν Πνεύματι γινωσκομένη, ποὺ εναι ὁ Θεάνθρωπος Κύριος.
Γι' ατὸ ἡ Ἐκκλησία, ποὺ εναι σμα Χριστοῦ καὶ ὁ ἴδιος ὁ Θεάνθρωπος πεκτεινόμενος στν στορία, μὲ θεία μμονὴ καὶ ἀμετακίνητη σταθερότητα ζῆ καὶ ὁμολογεῖ τν λήθεια τοῦ Θεανθρώπου, τὸ δόγμα τς Χαλκηδόνος.
Ατοὶ ποὺ πλησιάζουν τν Κύριο νθρώπινα, τν γνοον. Καὶ ετε τν καταδικάζουν στὸ ἀτιμωτικὸ ξύλο τοῦ σταυρο, ετε τν παραποιον μὲ τς αρέσεις, προσπαθώντας νὰ τν γνωρίσουν κατὰ σάρκα.
«Εἰ δὲ καὶ ἐγνώκαμεν Χριστν κατὰ σάρκα, λλὰ νν οκέτι γινώσκομεν» (Β' Κορ. ε΄, 16). Τώρα λα τὰ γνωρίζομε λλως, κατὰ Πνεμα. λα τὰ ζομε ν Χριστῷ ἀναστάντι. Τώρα χομε τν κκλησία, τν καινὴ κτίση. Μιὰ ἄλλη πραγματικότητα, τὴ θεανθρωπία.
χι λισμός. χι δεαλισμός. λλὰ θεανθρωπία. νας λλος σεβασμς τς λης καὶ τς δέας, τοῦ κτιστοῦ καὶ τοῦ ἀκτίστου. Τ πάντα ναμξ γέγονε. Τὰ ἄνω τος κάτω συνεορτάζει. Καὶ τὰ κάτω τος νω συνομιλε.
λος ὁ ἀγώνας, ὁ βίαιος καὶ γαλήνιος, γίνεται γιὰ νὰ σωθῆ ἡ Ὀρθοδοξία, ἡ θεανθρώπινη σορροπία. Νὰ μν πέσωμε οτε στν να οτε στν λλο κρημνό: Οτε νὰ ἑνώσωμε φιλάνθρωπα τν κτίση μὲ τν κτίσαντα κατακαίγοντας τὴ φύση της. Οτε νὰ διαλύσωμε τὴ θεότητα χάνοντάς τν στν εδωλολατρία του πανθεϊσμο.
«Γεύσασθε καὶ ἴδετε τι χρηστς ὁ Κύριος»
Δν χομε τίποτε λλο νὰ κάνωμε, παρὰ νὰ ζομε στν κκλησία, ποὺ εναι ὁ ἴδιος ὁ Θεάνθρωπος. Μέσα στν κκλησία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, που λη ἡ φύση καινουργεται καὶ θεουργεται, παλινδρομοσα ες τὸ πρτον. […]

Απόσπασμα πὸ τὸ κείμενο «πὸ τν παλαιὸ στὸ Νέο δάμ», δημοσιευμένο στὴ Σύναξη, τχ 2ο (άνοιξη 1982)

Εικόνα: "Η Ανάληψη". Έργο Θεοφάνους του Κρητός, που βρίσκεται στο τέμπλο του ιερού ναού της Μονής Σταυρονικήτα, στο Άγιο Όρος.



Monday, June 6, 2016

Αποχαιρετώντας τον Τάσο Ποταμιάνο



Κυριακή 5 Ιουνίου 2016
Ενώ το Κυριακάτιο φως της Λειτουργίας λούζει τον ναό του Αγίου Νικολάου Ορφανού μ' ένα θάμβος ουράνιο, μια λευκή πεταλούδα περνά από μπροστά μου... Κάνει δυο κύκλους ανάλαφρους, τόσο χαριτωμένους, εκεί, μπροστά στα μάτια μου, κι ύστερα γλυστρά από το ανοιχτό παράθυρο... Μια ψυχή που αγαπώ έφυγε, σκέφτομαι... Δεν θα ήταν η πρώτη φορά που μια ψυχή σαν πεταλούδα ερχόταν να με χαιρετίσει, ανακοινώνοντάς μου μ' αυτόν τον τρυφερό τρόπο την αναχώρησή της...

Δεν πέρασαν ούτε τρεις ώρες κι ενώ είχα λησμονήσει ολότελα την φτερωτή καλλονή, χτυπά το τηλέφωνο και ο κοινός μας φίλος, μου λέει περίλυπος πως ο Τάσος Ποταμιάνος έφυγε χθες ξαφνικά και απροσδόκητα απ' τη ζωή... Είχε παλέψει λίγο καιρό πριν με τον καρκίνο και τον νίκησε. Τον ξεγέλασε μάλλον με κάποιο αστείο που θα του σκάρωσε κι εκείνος το 'βάλε στα πόδια... Ο Τάςος έφυγε όμως τελικά με τρόπο αιφνίδιο μέσα σ' ένα ασθενοφόρο, προτού καλά καλά προλάβει να μεταβεί στο νοσοκομείο που τον μετέφεραν, από ανεύρυσμα... Φαίνεται πως αυτή τη φορά δεν πρόλαβε να αυτοσχεδιάσει για να ξεγελάσει και πάλι το θάνατο... Λίγο χρόνο αν είχε, είμαι βέβαιη πως θα το κατάφερνε και πάλι... Αλλά μάλλον δεν είχε... Αιφνίδιος ο θάνατός του για μας, αλλά μήπως όχι για κείνον; Μήπως ο ίδος  το ήξερε, το διαισθανόταν, ποιος ξέρει; Γιατί ένα από τα τελευταία του τραγούδια ήταν "Η ζωή συνεχίζεται";

Ο Τάσος ήταν... Τι δεν ήταν... Ένα πολυτάλαντο πληθωρικό παιδί που έπαιζε, γελούσε, αγαπούσε... Έπαιζε με τις λέξεις, τους στίχους, τις μουσικές, τα παραμύθια... Και θαρρείς πως είχε βάλει σκοπό της ζωής του να κάνει τους ανθρώπους να γελούν... Η σελίδα του στο facebook κατάμεστη ευφιών κωμκών σχολίων ακόμα και της πιο δραματικής επικαιρότητας, που προκαλούσαν το γέλιο... Είχε ένα βλέμμα αντίστροφο από το σύνηθες και σπάνια μιλούσε για τον εαυτό του. Όταν το έκανε, συνήθως αυτοσαρκαζόταν...
Στη σκηνή, όταν παρουσίαζε τις δικές του δουλειές, ήταν ένας  μεγάλος που κυκλοφορούσε με την άνεση παιδιού σε παιδική χαρά. Ένα παιδί που έπαιζε με μεγάλη σοβαρότητα τα παιχνίδια του και μόλις έβλεπε πως ήρθαν οι φίλοι του να τον παρακολουθήσουν, τους καλούσε στη σκηνή να συμμετέχουν, έτσι απλά, γιατί τους αγαπούσε, κι ας ήταν εκτός προγράμματος. Το πρόγραμμα του Τάσου ήταν η χαρά, το μοίρασμα, η αγάπη. Έπαιζε τα δικά του τραγούδια και πρόσθετε πάντα και τραγούδια που αγαπούσε, όπως του Χατζιδάκι, λέγοντας, ας ακούσουμε τώρα και κάτι αληθινά μεγάλο, ας ακούσουμε αληθινή μουσική...

Ο Τάσος Ποταμιάνος ήταν ένα αληθινό αρχοντόπουλο των παραμυθιών. Τόσο αρχοντόπουλο που δεν έίχε καμία ανάγκη να επιδειχθεί ή να αποδείξει πόσο άρχοντας ήταν. Εκεί που έκανε πλάκα, έβγαζε μια ευαισθησία μεγάλου ποιητή. Εκεί που διακωμωδούσε κάτι, σου μιλούσε για ένα ηλιοβασίλεμα που τον λάβωσε. Το γιαγντόσωμο αυτό παιδί, τούτο το αρχοντόπουλο που αν το γνώριζες δεν μπορούσες παρά να το αγαπήσες, έφυγε χαρούμενο κι ανάλαφρο σαν μια λευκή πεταλούδα που ξέρει απ' την αρχή πως προορισμός της είναι το απέραντο γαλάζιο...
Αναπαυμένος να είσαι, Τάσο, και καλή μας αντάμωση στην παδική χαρά του ουρανού...


ΤΟ ΑΣΑΝΣΕΡ - του Τάσου Ποταμιάνου - Καλό ταξίδι, φίλε...



    Το διαμέρισμα της οδού Καλλιδρομίου όπου έμεινα έξη χρόνια εργένης φοιτητήςβρίσκεται στον τέταρτο όροφο μιας πολυκατοικίας του τριάντα. Η πολυκατοικία είχε πολλά χρόνια να συντηρηθεί, ούτε μισό κιλό μπογιά δεν τόλμησε να ξανάρθει σ’ επαφή μαζί της από τότε που χτίστηκε. Έτσι λοιπόν ανενόχλητη, συνέχιζε την μεγάλη καριέρα της προς τη φθορά, πασχίζοντας να κατακτήσει μια θέση στο πάνθεον των ερειπίων και των αιώνιων γιαπιών της πρωτεύουσας. Ασανσέρ, φυσικά, δεν υπήρχε.

     Η σκάλα ήταν λευκή μαρμάρινη μέχρι τον πρώτο όροφο και στη συνέχεια ξύλινη μέχρι τον πέμπτο, που ήταν κι’ ο τελευταίος. 
     Μεγάλα παράθυρα με σκαλιστές αψίδες στόλιζαν τους τοίχους των εξωτερικών διαδρόμων. Στο πάτωμα, γαλάζια μωσαϊκά δελφίνια και νωχελικές ψηφιδωτές γοργόνες μισοφαγωμένες απ’ το χρόνο κολυμπούσαν κάτω απ’ τις βιαστικές σόλες των παπουτσιών μας σε μια απελπισμένη εικαστική προσπάθεια να διακοσμήσουν τα πλατύσκαλα των ορόφων. Κάθε μέρα, όλο και κάποιο λέπι άφηνε την τελευταία του πνοή στα σκονισμένα μας τακούνια. Χαμένες Ατλαντίδες, τα μεσοπατώματα…

      Μ’ άρεσε αυτή η περιπέτεια της σκάλας για να φτάσω ως το διαμέρισμά μου 
– ήταν ένα καθημερινό γλέντι. Διασταύρωνα τον συνταξιούχο του δευτέρου ορόφου όταν έβγαζε τα σκουπίδια (κάθε μέρα την ίδια ώρα), έπιανα ψιλοκουβέντα με τον  Βασίλη τον φοροτεχνικό του τρίτου, το ‘ριχνα στο κουτσομπολιό με τον Κυρ Ηλία και την Κυρα Μαρία του ρετιρέ που όλο στα παιδιά ήταν ο νους τους - και τι θα φάνε τα παιδιά, και τι θα παίξουν τα παιδιά, και μη κρυώσουν τα παιδιά -  που ‘σαι Ηρώδη αρχηγέ, και σκότωνα την ώρα μου με λογής καλαμπουράκια και χαζόλογα με τους άλλους νοικάρηδες.  
     Τέλος πάντων, ένα κοινόβιο αυτή η πολυκατοικία. Στο τέλος γνωρίζαμε καλά ο ένας τα χούγια του άλλου, ανά δύο κάναμε πλάκα για τους υπόλοιπους, ποιος ξέρει τι θάψιμο θα έπεφτε όταν γύριζα την πλάτη μου..

       Εκτός απ’ τη γριά του πρώτου. Αυτή η γριά μας κυνηγούσε όλους. Τη μια για τα ντεσιμπέλ του στερεοφωνικού που της παίρνουνε τ’ αυτιά, την άλλη για τις λάσπες από τις μπότες μας στην είσοδο, την τρίτη για το μηχανάκι που μπλοκάρει το πεζοδρόμιο, όλο κάτι έβρισκε για να γκρινιάξει και να μας ξεμπροστιάσει. 

 Παραμόνευε πίσω απ’ το ματάκι της πόρτας κι’ όποτε μπαινόβγαινε κάποιος ξένοςέκοβε κίνηση, σημείωνε και μέτραγε: ποιος μπήκε, πότε βγήκε, πόση ώρα έμεινε, γιατί ξανάρθε, άσε πια αν επέστρεφα νύχτα με καμιά γκόμενα. Ένοιωθα τ’ αγριεμένα μάτια της να παρακολουθούν και να κατασπαράζουν με λύσσα κι’ εμένα και το κορίτσι. Όλα τα ‘ξερε, τίποτα δεν της ξέφευγε, λες και είχε ακτίνες Χ που διαπερνούσαν τους τοίχους και όλο κάποιο σχόλιο θα έκανε την επομένη για την άστατη και ύποπτη ζωή μου, ότι σίγουρα ρούφαγα την πρέζα μου και ποιος ξέρει σε τι κόλπα και ανωμαλίες θα ήμουνα μπλεγμένος. 
       Την μισούσα τη σκατόγρια, τον φόβο και τρόμο της πολυκατοικίας, δεν πάει στο διάολο έλεγα να ψοφήσει να ησυχάσουμε.

    
  Όμως απ’ τον δεύτερο όροφο και πάνω, άνοιγαν οι ουρανοί. Είχα διασχίσει τις συμπληγάδες και μπορούσα να χαρώ ελεύθερα και πόντο πόντο τον Εύξεινο διάδρομο και την υπέροχη σκάλα. 
Μάντευα τις σκιές των απέναντι σπιτιών που διαγράφονταν πίσω από τα μεγάλα θολά τζάμια, παρατηρούσα προσεκτικά τις παλιές σκαλιστές εξώπορτες των διαμερισμάτων, μύριζα τις ευωδιές των φαγητών που ξεχείλιζαν απ’ τις κουζίνες προσπαθώντας να ερμηνεύσω το περιεχόμενο της κατσαρόλας, αυγολέμονο μυρίζει, μάλλον γιουβαρλάκια έχουν στον δεύτερο, κοτόσουπα στον τρίτο, μέχρι να φτάσω στο διαμέρισμά μου είχα τρελαθεί της πείνας, άνοιγα το ψυγείο και καταβρόχθιζα ότι αηδία έβρισκα.

Ήξερα μάλιστα κάθε σκαλοπάτι απ’ έξω: δεκαοχτώ σκαλοπάτια ανά όροφο. Στις άκρες η σκάλα ήταν πιο σκούρα ενώ στη μέση που πατιόταν πιο πολύ, τα ξύλα είχαν πετσικάρει και ξασπρίσει. Στο δωδέκατο σκαλοπάτι του δευτέρου ορόφου ένοιωθα ανεβαίνοντας την δεξιά πατούσα μου να γέρνει, όπα!, νάτο το στραβό το σκαλοπάτι, θα το ξαναβρώ στη δεξιά πατούσα κατεβαίνοντας. 
Χάιδευα  τον σιδερένιο μαύρο χειραγωγό που σε κάποια σημεία οι ανεπαίσθητες φουσκάλες της μπογιάς του  γαργαλούσαν ευχάριστα τις παλάμες μου, χτύπαγα ελαφρά με τα νύχια τους ορθοστάτες για ν’ ακούσω τον δροσερό μεταλλικό τους ήχο, ψηλάφιζα τις στρογγυλές χειρολαβές στα κεφαλόσκαλα σα να ‘ταν ολόφρεσκα σφιχτά εφηβικά βυζάκια.

Όλη αυτή η ανάβαση ήταν για μένα μια τελετουργία, ένα μικρό καθημερινό ταξίδιπου μου δημιουργούσε ασφάλεια και ζεστασιά.

Μια μέρα μας κάλεσε ο ιδιοκτήτης της πολυκατοικίας να μας ανακοινώσει το μεγάλο νέο. Έπιασε δεκατριάρι στο προπό και αποφάσισε να συντηρήσει και να ανακαινίσει την πολυκατοικία, θα σοβαντίσει και θα βάψει, θα φτιάξει την είσοδο και θα βάλει λέει γυψοσανίδες, ψευδοροφές, μαρμαροποδιές, κρυφούς φωτισμούς, καθρέφτες, διακοσμητικά – μόνο τη Γκουέρνικα που δε θα κρεμάσει στο διάδρομο -  και ω του θαύματος θα μας βάλει επιτέλους, ασανσέρ.
Το χειροκρότημα και ο πανζουρλισμός που έπεσε μόλις ακούστηκε η λέξη ασανσέρθα ‘στελνε αδιάβαστη ως και την Παπαρήγα αν έβγαζε κυβέρνηση. Τέλος πια δια παντός όλη αυτή η ταλαιπωρία πάνω κάτω με τα πόδια κάθε τρεις και λίγο για να ψωνίσεις δυο λεμόνια και μια εφημερίδα. Θα ‘χαμε και μείς επιτέλους όπως όλος ο κόσμος, ασανσέρ.             
          Σενιαρίστηκε λοιπόν η πολυκατοικία, σοβαντίστηκε, μερεμετίστηκε, βάφτηκε, λούστηκε, τράβηξε ένα ξεγυρισμένο λίφτινγκ, τρίφτηκεβερνικώθηκε, και ετοιμάστηκε να υποδεχτεί το νέο της τέκνο, ένα πανέμορφο, ολοκαίνουργιο και απαστράπτον ΟΤΙS

         Όσο ζω δεν θα ξεχάσω ποτέ την ευλογημένη εκείνη μέρα που κατέφτασε το μεγάλο ανοξείδωτο κουτί. Επί πέντε ολόκληρες ώρες μπλόκαρε η Καλλιδρομίου απ’ το φορτηγό που το μετέφερε και όλη η γειτονιά επί ποδός στο πεζοδρόμιο, ούτε τελετή για την απελευθέρωση των Εξαρχείων να ‘ταν αυτή η τελετή ανέλκυσης και καθέλκυσης του νεότευκτου ΟΤΙS.



Όλοι οι θαμώνες ήσαν φυσικά διεθνούς φήμης ασανσερολόγοι και έδιναν οδηγίες στους εργάτες για τον τρόπο εκφόρτωσης και τοποθέτησής του. 

-Πιο δεξιά!  ο ένας  -Όχι, αριστερά!  ο άλλος  -Σπρώξτε! ο τρίτος  -Όχι, τραβήξτε! 
ο τέταρτος, ήταν ολοφάνερο ότι προερχόντουσαν από διαφορετικές φιλοσοφικές σχολές.
Είχαν μεγάλο ενδιαφέρον όλες αυτές οι απόψεις, αντιλήψεις και οπτικές γωνίες πάνω στο ίδιο θέμα. Κάτι σαν τις παραλλαγές Γκόλντμπεργκ του Μπαχ. 
Με τα πολλά, κατά το βραδάκι, εγκαταστάθηκε και άρχισε να λειτουργεί ο κομψός και φέρελπις νεαρός ανελκυστήρας.
       Από την άλλη μέρα όμως, νέκρα. Πάνε τα πηγαδάκια στα πλατύσκαλα, πάνε τα κουτσομπολιά μπροστά στις πόρτες, σβήσαν τα βήματα στη σκάλα, οι φωνές στο διάδρομο, τα στοιχήματα για το μενού του γείτονα, τα γέλια, τα πειράγματα.. Ακόμα κι η γριά εγκατέλειψε το πόστο της αφού δεν περνούσε πια κανείς.  
Η πολυκατοικία έχασε ξαφνικά το γούστο της, τη χάρη της, το κέφι της, τις ευωδιές της. Αμίλητοι και μόνοι απομείναμε ν’ ανεβοκατεβαίνουμε μουντοί μες’ το ψυχρό κουτί.
Και δώσ’ του πάνω κάτω ένας ένας, και μόνη μας παρηγοριά αυτός ο ρουφηχτός 
ο ήχος της μηχανής του ασανσέρ. Αυτού του κωλοασανσέρ που μας έκλεψε 
το πιο όμορφο κομμάτι της πολυκατοικίας, το πιο ζουμερό κομμάτι της ζωής μας. 
       Όλα αυτά με κρύωσαν, με άδειασαν, μου έλειψαν αφόρητα. Μα πιο πολύ απ’ όλα μου έλειψε η γριά. Σε μερικά χρόνια από σήμερα σκεφτόμουν, που θα ‘χω γίνει κι’ εγώ ένας ξενέρωτος αστός με γυναίκα και παιδιά και που θα ‘χω πια ξεχάσει τα κορίτσια που έφερνα στο σπίτι, πως θα μπορεί η καημένη η γριά να τα θυμάται, να με μισεί και να με βρίζει κι’ εγώ να την ακούω και γλυκά να αναπολώ τη σκάλα και το αισχρό μου παρελθόν;
                                                             






Sunday, June 5, 2016

Κυριακὴ τοῦ Τυφλοῦ

(Ιωάν. 9,1-38)

Τῷ καιρῷ ἐκείνω, παράγων ὁ Ἰησοῦς 
1. εἶδεν ἄνθρωπον τυφλὸν ἐκ γενετῆς. 
2. καὶ ἠρώτησαν αὐτὸν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ λέγοντες· ῥαββί, τίς ἥμαρτεν, οὗτος ἢ οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ἵνα τυφλὸς γεννηθῇ; 
3. ἀπεκρίθη Ἰησοῦς· οὔτε οὗτος ἥμαρτεν οὔτε οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ἀλλ’ ἵνα φανερωθῇ τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ ἐν αὐτῷ. 
4. ἐμὲ δεῖ ἐργάζεσθαι τὰ ἔργα τοῦ πέμψαντός με ἕως ἡμέρα ἐστίν· ἔρχεται νὺξ ὅτε οὐδεὶς δύναται ἐργάζεσθαι.
5. ὅταν ἐν τῷ κόσμῳ ὦ, φῶς εἰμι τοῦ κόσμου.
6. ταῦτα εἰπὼν ἔπτυσε χαμαὶ καὶ ἐποίησε πηλὸν ἐκ τοῦ πτύσματος, καὶ ἐπέχρισε τὸν πηλὸν ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ τυφλοῦ 
7. καὶ εἶπεν αὐτῷ· ὕπαγε νίψαι εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωάμ, ὃ ἑρμηνεύεται ἀπεσταλμένος. ἀπῆλθεν οὖν καὶ ἐνίψατο, καὶ ἦλθε βλέπων. 
8. Οἱ οὖν γείτονες καὶ οἱ θεωροῦντες αὐτὸν τὸ πρότερον ὅτι τυφλὸς ἦν, ἔλεγον· οὐχ οὗτός ἐστιν ὁ καθήμενος καὶ προσαιτῶν; 
9. ἄλλοι ἔλεγον ὅτι οὗτός ἐστιν· ἄλλοι δὲ ὅτι ὅμοιος αὐτῷ ἐστιν. ἐκεῖνος ἔλεγεν ὅτι ἐγώ εἰμι. 
10. ἔλεγον οὖν αὐτῷ· πῶς ἀνεῴχθησάν σου οἱ ὀφθαλμοί; 
11. ἀπεκρίθη ἐκεῖνος καὶ εἶπεν· ἄνθρωπος λεγόμενος Ἰησοῦς πηλὸν ἐποίησε καὶ ἐπέχρισέ μου τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ εἶπέ μοι· ὕπαγε εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωὰμ καὶ νίψαι· ἀπελθὼν δὲ καὶ νιψάμενος ἀνέβλεψα. 
12. εἶπον οὖν αὐτῷ· ποῦ ἐστιν ἐκεῖνος; λέγει· οὐκ οἶδα.
13. Ἄγουσιν αὐτὸν πρὸς τοὺς Φαρισαίους, τόν ποτε τυφλόν. 
14. ἦν δὲ σάββατον ὅτε τὸν πηλὸν ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς καὶ ἀνέῳξεν αὐτοῦ τοὺς ὀφθαλμούς. 
15. πάλιν οὖν ἠρώτων αὐτὸν καὶ οἱ Φαρισαῖοι πῶς ἀνέβλεψεν. ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· πηλὸν ἐπέθηκέ μου ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμούς, καὶ ἐνιψάμην, καὶ βλέπω. 
16. ἔλεγον οὖν ἐκ τῶν Φαρισαίων τινές· οὗτος ὁ ἄνθρωπος οὐκ ἔστι παρὰ τοῦ Θεοῦ, ὅτι τὸ σάββατον οὐ τηρεῖ. ἄλλοι ἔλεγον· πῶς δύναται ἄνθρωπος ἁμαρτωλὸς τοιαῦτα σημεῖα ποιεῖν; καὶ σχίσμα ἦν ἐν αὐτοῖς. 
17. λέγουσι τῷ τυφλῷ πάλιν· σὺ τί λέγεις περὶ αὐτοῦ, ὅτι ἤνοιξέ σου τοὺς ὀφθαλμούς; ὁ δὲ εἶπεν ὅτι προφήτης ἐστίν.
18. οὐκ ἐπίστευσαν οὖν οἱ Ἰουδαῖοι περὶ αὐτοῦ ὅτι τυφλὸς ἦν καὶ ἀνέβλεψεν, ἕως ὅτου ἐφώνησαν τοὺς γονεῖς αὐτοῦ τοῦ ἀναβλέψαντος 
19. καὶ ἠρώτησαν αὐτοὺς λέγοντες· οὗτός ἐστιν ὁ υἱὸς ὑμῶν, ὃν ὑμεῖς λέγετε ὅτι τυφλὸς ἐγεννήθη; πῶς οὖν ἄρτι βλέπει;
20. ἀπεκρίθησαν δὲ αὐτοῖς οἱ γονεῖς αὐτοῦ καὶ εἶπον· οἴδαμεν ὅτι οὗτός ἐστιν ὁ υἱὸς ἡμῶν καὶ ὅτι τυφλὸς ἐγεννήθη·
21. πῶς δὲ νῦν βλέπει οὐκ οἴδαμεν, ἢ τίς ἤνοιξεν αὐτοῦ τοὺς ὀφθαλμοὺς ἡμεῖς οὐκ οἴδαμεν· αὐτὸς ἡλικίαν ἔχει, αὐτὸν ἐρωτήσατε, αὐτὸς περὶ ἑαυτοῦ λαλήσει. 
22. ταῦτα εἶπον οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ὅτι ἐφοβοῦντο τοὺς Ἰουδαίους· ἤδη γὰρ συνετέθειντο οἱ Ἰουδαῖοι ἵνα, ἐάν τις αὐτὸν ὁμολογήσῃ Χριστόν, ἀποσυνάγωγος γένηται. 
23. διὰ τοῦτο οἱ γονεῖς αὐτοῦ εἶπον ὅτι ἡλικίαν ἔχει, αὐτὸν ἐρωτήσατε. 
24. ἐφώνησαν οὖν ἐκ δευτέρου τὸν ἄνθρωπον ὃς ἦν τυφλός, καὶ εἶπον αὐτῷ· δὸς δόξαν τῷ Θεῷ· ἡμεῖς οἴδαμεν ὅτι ὁ ἄνθρωπος οὗτος ἁμαρτωλός ἐστιν. 
25. ἀπεκρίθη οὖν ἐκεῖνος καὶ εἶπεν· εἰ ἁμαρτωλός ἐστιν οὐκ οἶδα· ἓν οἶδα, ὅτι τυφλὸς ὢν ἄρτι βλέπω. 26. εἶπον δὲ αὐτῷ πάλιν· τί ἐποίησέ σοι; πῶς ἤνοιξέ σου τοὺς ὀφθαλμούς; 
27. ἀπεκρίθη αὐτοῖς· εἶπον ὑμῖν ἤδη, καὶ οὐκ ἠκούσατε· τί πάλιν θέλετε ἀκούειν; μὴ καὶ ὑμεῖς θέλετε αὐτοῦ μαθηταὶ γενέσθαι; 
28. ἐλοιδόρησαν αὐτὸν καὶ εἶπον· σὺ εἶ μαθητὴς ἐκείνου· ἡμεῖς δὲ τοῦ Μωϋσέως ἐσμὲν μαθηταί. 
29. ἡμεῖς οἴδαμεν ὅτι Μωϋσεῖ λελάληκεν ὁ Θεός· τοῦτον δὲ οὐκ οἴδαμεν πόθεν ἐστίν. 
30. ἀπεκρίθη ὁ ἄνθρωπος καὶ εἶπεν αὐτοῖς· ἐν γὰρ τούτῳ θαυμαστόν ἐστιν, ὅτι ὑμεῖς οὐκ οἴδατε πόθεν ἐστί, καὶ ἀνέῳξέ μου τοὺς ὀφθαλμούς. 
31. οἴδαμεν δὲ ὅτι ἁμαρτωλῶν ὁ Θεὸς οὐκ ἀκούει, ἀλλ’ ἐάν τις θεοσεβὴς ᾖ καὶ τὸ θέλημα αὐτοῦ ποιῇ, τούτου ἀκούει. 
32. ἐκ τοῦ αἰῶνος οὐκ ἠκούσθη ὅτι ἤνοιξέ τις ὀφθαλμοὺς τυφλοῦ γεγεννημένου. 
33. εἰ μὴ ἦν οὗτος παρὰ Θεοῦ, οὐκ ἠδύνατο ποιεῖν οὐδέν. 
34. ἀπεκρίθησαν καὶ εἶπον αὐτῷ· ἐν ἁμαρτίαις σὺ ἐγεννήθης ὅλος, καὶ σὺ διδάσκεις ἡμᾶς; καὶ ἐξέβαλον αὐτὸν ἔξω. 
35. Ἤκουσεν ὁ Ἰησοῦς ὅτι ἐξέβαλον αὐτὸν ἔξω, καὶ εὑρὼν αὐτὸν εἶπεν αὐτῷ· σὺ πιστεύεις εἰς τὸν υἱὸν τοῦ Θεοῦ; 
36. ἀπεκρίθη ἐκεῖνος καὶ εἶπε· καὶ τίς ἐστι, Κύριε, ἵνα πιστεύσω εἰς αὐτόν;
37. εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· καὶ ἑώρακας αὐτὸν καὶ ὁ λαλῶν μετὰ σοῦ ἐκεῖνός ἐστιν. 
38. ὁ δὲ ἔφη· πιστεύω, Κύριε· καὶ προσεκύνησεν αὐτῷ.

 






Saturday, June 4, 2016

Ο Αχτιδο¨υφαντής στη Δημόσια Βιβλιοθήκη Σερρών - 4.06.16



Καμιά φορά συμβαίνει εκδηλώσεις που προκύπτουν τελευταία στιγμή, αστρατπιαία σαν κεραυνοβόλος έρωτας, να είναι και από τις καλύτερες... Ένα πανηγύρι μού επιφύλαξε σήμερα η πατρίδα μου, ένα πανηγύρι γεμάτο ενθουσιασμό και πολλή, πολλή αγάπη... Στη Δημόσια Βιβλιοθήκη των Σερρών -ένα παραμύθι από μόνη της- κατέφθασαν οι μικροί Βιβλιοφάγοι από το τμήμα Βιβλιοθήκης του Συλλόγου Ορφέα του Νέου Σκοπού Σερρών με τις λαμπερές τους δασκάλες, τη Χρύσα, τη Λένα και την Ευδοκία, κουβαλώντας μαζί τους ήλιους και ηλιαχτίδες που έφτιαξαν και μοίραζαν για να γράψουν στο τέλος επάνω τους τις ευχές τους. 
Γονείς και δάσκαλοι καλλιεργημένοι, με υψηλό αναγνωστικό κριτήριο και άποψη που θα τη ζήλευαν και οι κριτικοί της λογοτεχνίας... Παιδιά που ήξεραν απέξω το παραμύθι και το συμπλήρωναν ενώ το αφηγούμουν και που στο τέλος έρχονταν γεμάτα χαρά και περηφάνια να τους υπογράψω τα βιβλία τους. Δύο τοπικά κανάλια που σκάσαν μύτη ξαφνικά για συνέντευξη, και κυρίως η Υφάντρα της εκδήλωσης όλης, η αξιολάτρευτη Μαρία Μαρνέρη, που το βιβλιοπωλείο της κοσμεί την πόλη και έχει αγαπηθεί πολύ από τους συντοπίτες της! 
Ποιον να πρωτοευχαριστήσω που όλοι τους, φανερά ή μυστικά, συνετέλεσαν σ' αυτό το πανηγύρι; Τους ευχαριστώ όλους, μικρούς και μεγάλους και μαζί τους τον Παύλο Κλαρίδη από τις εκδόσεις Λιβάνη που πάντα ανταποκρίνεται πρόθυμα για να βοηθήσει κάθε εκδήλωση. Ελπίζω και εύχομαι πως θα ξανανταμώσουμε και πάλι τη νέα χρονιά... Καλό καλοκαίρι!






Friday, June 3, 2016

Ο Αχτιδϊυφαντής ατο βιβλιοπωλείο ΅Πράσινο σύννεφο΅ - Θεσσαλονίκη 3.06.16


Χάι κου του Εγρί Καπού



1. Ποιος ο κηπουρός
κοιμητηρίου - κήπου
στο Εγρί Καπού;

2. Τριανταφυλλιές
με λίπασμα κόκαλα
Άρωμα μνήμης

3. Το νεκρό σώμα
άνθισε ποτισμένο
ύδωρ προσευχής

4. Το παλιότερο
κοιμητήριο Ρωμιών
ζει. Βασιλεύει;

5. Σε μνήμα άνθος
εύοσμο κι αμάραντο
η ταπείνωση  

Wednesday, June 1, 2016

Χάι κου της Πόλης - Καλό μήνα!


1. Βασιλεύουσα
πασών θλίψεων -θνητών
και αθανάτων

2. Πόλις άπολις
ίπταται σταυραετός
του Κωνσταντίνου

3. Ποιες θάλασσες
ταϊζουν το Βόσπορο
με ψάρια μνήμες;

4. Θεοσκέπαστη
έρημος πολυπληθής
η απόρθητη

5. Γεννήτωρ ξένος
ξένος ο κατακτητής
ξένοι τουρίστες


6. Ερειπωμένες
πετρόχτιστες φωνές
εκκωφαντικές

7.  Ο μουεζίνης
της Αγια Σοφιάς κράζει
ανελέητα

8. Τείχη σιωπηλά
απροστάτευτα πάντων
των πολεμίων

9. Πετάξτε πουλιά!
Τα Χερουβείμ πήρανε
των ομματιών τους 

10. Ποιος οδηγάει 
φυγάδες ναούς γι' αλλού;  
Πόλις εάλω...