Labels

Monday, April 29, 2013

Όλα πλησίον μου και προς το Φως!



Πόσο μεγάλα ήταν όλα τότε. Πόσο μακρινά. Γίγαντες οι μεγάλοι, τα κρεβάτια πύργοι χωρίς ανεμόσκαλες. Τα πόμολα λίγο χαμηλότερα απ' τα αστέρια. Οι βρύσες άπιαστες όσο τα σύννεφα. Οι διακόπτες ραβδάκια στα χέρια των ενήλικων μάγων. Τα συρτάρια με τις κουτάλες σοφίτες εφτασφράγιστες. Το ψυγείο απροσπέλαστο μυστικό. Τα ντουλάπια με τις καραμέλες στην κορφή του Ολύμπου. Οι μεγάλοι, ζευγάρια παπούτσια, και πόδια, ρεβέρ και ποδόγυροι. Πόσο μεγάλος ήταν ο κόσμος, δεν τον έφταναν τα δυο μικρά μου χέρια. Ένας κόσμος ολόκληρος που αν δεν έσκυβε να με πάρει αγκαλιά για να με φέρει στο ύψος του, εγώ δεν μπορούσα να τον φτάσω, να δω το πρόσωπό του και να το χαϊδέψω. Να τον φιλήσω ζεστά. Δράκοι τα αυτοκίνητα, πέλαγος οι δρόμοι. Κι εγώ παιδί. Ένα μικρό παιδί που σαν όλα τα παιδιά τίποτα δε έφτανε.


Η ζωή έμοιαζε θεόρατη. Τα όνειρα εξωγήινα. Ο θάνατος ένα φαφούτικο αδηφάγο στόμα μαύρου φαντάσματος που κατάπινε τους μεγάλους, τους πολύ μεγάλους.



Κι εγώ μεγάλωνα. Κι όσο μεγάλωνα, πλησίαζα. Τους μεγάλους, τη μέση τους, το στέρνο τους, τους ώμους τους, τα πρόσωπά τους. Πλησίαζα και τα ντουλάπια, τους διακόπτες, τ' αστέρια. Οι χαρές μ' έκαναν να αισθάνομαι πως δε θα πεθάνω ποτέ. Οι λύπες μ' έκαναν να θέλω να πεθάνω για πάντα. Οι αδικίες να εξαφανιστώ. Το ξύλο να δραπετεύσω. Κι όμως όλα μαζί ύφαιναν αδιόρατα ένα προστατευτιό κουκούλι που τότε δεν ήξερα πως με προφυλάσσει απ' το κακό. Το κακό που γεννιέται εξαρχής ενήλικο. Δε γνώρισε ποτέ του παιδική ηλικία και γι' αυτό είναι αξιοθρήνητο. Για τον ίδιο λόγο στην πραγματικότητα δεν υπάρχει σαν ζωντανός οργανισμός, αλλά μόνο σαν παράσιτο σε μουχλιασμένες ψυχές και σκοτεινούς υπόγειους διαδρόμους εγκεφάλων.


Ώσπου, μια μέρα τα έφτασα όλα, κι όλα ήταν εύκολα, προσιτά, υποτακτικά στις διαθέσεις μου, κι όμως μακρινά όπως πριν. Ίσως πιο μακρινά από ποτέ. Δεν είχα διανύσει ακόμα τις εσωτερικές μου αποστάσεις. Δεν είχα γνωρίσει την εσωτερική μου έρημο, το αχανές τοπίο του είναι μου. Και για να το γνωρίσω έπρεπε να βγω απ' το κουκούλι. Πολλά χρόνια μου πήρε, προσπάθεια μεγάλη και φόβο πολύ. Αλλά περπάτησα πεινασμένη, διψασμένη και με πείσμα.  


Τώρα το προστατευτικό μου κουκούλι δεν με περιλαμβάνει, το περιλαμβάνω. Κατοικεί μέσα στην καρδιά μου. Τώρα εγώ έχω την ευθύνη της προστασίας του. Και μέρα με τη μέρα μεγαλώνει κι η χωρητικότητά του αυξάνεται κάθε στιγμή που περνά. Αυξάνεται κάθε μέρα και κάθε νύχτα. Μεγάλωσε τόσο που έφτασε να χωρά το παρόν. Ανθρώπους οικείους. Ανθρώπους ξένους που δεν τους αισθάνεται πλέον ξένους. Τώρα χωρά λύπες και χαρές χωρίς πρόθεση δραπέτευσης ή πανηγυρισμού. Στις δύσκολες στιγμές μένει ακίνητο και περιμένει άφοβα. Ξέρει πως έτσι υφαίνεται. Αυτός είναι ο τρόπος της ύφανσης. Το σχέδιό του. Η υφή του. Τα χρώματά του. Τίποτα δεν οδηγεί. Οδηγείται. Τίποτα δεν επιθυμεί. Επιθυμείται. Κι αν προς στιγμή πλανευτεί, η  ανατροπή της επιθυμίας του το καθησυχάζει. 


Τώρα είναι όλα πλησίον μου. Άνθρωποι και πράγματα. Εικόνες και λέξεις. Απλώνω το χέρι και τα πιάνω. Ο απέραντος κόσμος είναι εδώ δίπλα μου. Τον κατοικώ και με κατοικεί. Πηγαίνω κοντά του κι έρχεται κοντά μου. Μαζί τρώμε, μαζί πίνουμε, μαζί κοιμόμαστε. Μέχρι κι ο θάνατος εδώ δίπλα στέκεται τώρα που γράφω, λύκος πεινασμένος, μα ακίνδυνος. Τι να φοβηθώ; Και το ενήλικο κακό είναι εδώ, τσακάλι ανήμπορο, ουρλιάζει θανάσιμα τραυματισμένο απ' την ομορφιά, τη θαλπωρή, την τρυφερότητα του πλησίον μου κόσμου που δεν του επιτρέπει να με δαγκώσει. Αν δεν υπήρχε ο θάνατος δε θα πέθαινε ποτέ το κακό, γι'  αυτό το κακό τρέμει τον θάνατο. Γι' αυτό δεν τον φοβάμαι πια. Μόνο το καλό ζει για πάντα, αφού υπάρχει από πάντα και κάθε φορά  γεννιέται βρέφος, μεγαλώνει, σταυρώνεται, πεθαίνει και ανασταίνεται. Σαν βρέφος πάλι ξυπνά.



Υπήρξα τόσο άδικη. Λαίμαργα άδικη με πλήθος ανθρώπους και πράγματα. Με τον εαυτό μου. Με τη ζωή και το θάνατο. Το νιώθω τώρα που όλα με πλησιάζουν, τα πλησιάζω, μ' αγκαλιάζουν, τ' αγκαλιάζω, με χωρούν και τα χωρώ. 


Ξαναγίνομαι παιδί μ' ένα τρόπο ακατανόητο. Τη θέση των μεγάλων τώρα την έχει πάρει ο Θεός. Τον παρακαλώ να με συγχωρέσει που δεν τον φτάνω με τίποτα. Όπως με σήκωναν οι μεγάλοι στην αγκαλιά τους, να με πάρει και να με σηκώσει. Λίγο λιγότερο φιλεύσπλαχνος αν ήταν δε θα άντεχα το βάρος μου. Περιμένω γι' ακόμη μια φορά ν' αναστηθεί για να πλησιάσουν όλα ακόμα περισσότερο μέχρι να ενωθώ μαζί τους. Να γίνουμε όλοι και όλα ένα σταυρωμένο σώμα που αγαπά και συμπονά όλα τα μέλη του, χωρίς να αδικεί κανένα. Ένα σώμα άνθρωποι, πράγματα, Θεός, που δεν το χωρά ο Άδης, σπάει το μαύρο κουκούλι του θανάτου και ανασταίνεται εκτυφλωτικό Φως εκ του Τάφου.

Καλή Μεγάλη Εβδομάδα και Καλή Ανάσταση!  





Η ζωγραφιά είναι της Gertrud Luise Sorensen 


No comments:

Post a Comment

Σχόλια