Labels

Tuesday, January 28, 2020

Κατέβα αμέσως από τη συκομοριά!

Εκείνον τον καιρό ο Ιησούς περνούσε από την Ιεριχώ. Το χαμηλότερο σημείο του πλανήτη, διακόσια εξήντα μέτρα κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας, στο οποίο ζουν άνθρωποι εδώ και έντεκα χιλιάδες χρόνια. Βρίσκεται κοντά στη δυτική όχθη του Ιορδάνη. Είναι η παλαιότερη τειχισμένη πόλη. Η πόλη με τα φοινικόδεντρα. Εκεί επέστρεψαν οι Ισραηλίτες μετά την φυγή στην Αίγυπτο ακολουθώντας τον διάδοχο του Μωϋσή, Ιησού του Ναυή σύμφωνα με την παράδοση.
Εκεί φτάνει ο Ιησούς. Περνά τα τείχη, διασχίζει τον τόπο που η θάλασσα υπερβαίνει και τα πλήθη που τον αναμένουν ως βασιλιά και ελευθερωτή από τους άλλους βασιλίδες. Ως υπεράνθρωπο και υπερασπιστή των επιθυμιών τους. Ως κάτι άλλο απ’ αυτό που είναι. 
Εκεί και ο Ζακχαίος, ο αρχιτελώνης και πλούσιος. Αυτός που γνωρίζει καλύτερα απ’ όλους τι θα πει θησαυρός, τι χρυσός, τι πλούτος. Και είναι μικρόσωμος. Πολύ κοντός για να φτάσει να δει ποιος ειναι αυτός που έρχεται και τα πλήθη τρέχουν να προϋπαντήσουν. Κι όσο διψά χρόνια τώρα για τον πλούτο, τόσο κι ακόμα περισσότερο διψά να δει τον πλουσιότερο απ’ τους ανθρώπους, αυτόν που δεν έχει πού την κεφαλή κλίναι. Τρέχει μπροστά, τρυπώνει ανάμεσα στον κόσμο σαν τα παιδιά που τίποτα δεν τα εμποδίζει και είναι ικανά να περάσουν ακόμα και μέσα από την τρύπα της βελόνας. Και βλέπει την συκομορέα. Την ficus sycomorus. Το παράδοξο δέντρο που του μοιάζει. Αυτή είναι μια μουριά που καρπίζει σύκα. Αυτός, ένας πλούσιος που θέλει να περάσει μέσα από την τρύπα της βελόνας. Δεν είναι αυτός σαν τους άλλους πλούσιους, όπως και τα σύκα της μουριάς δεν είναι σαν τα άλλα σαν τα άλλα σύκα. Για να ωριμάσουν και να τα φάει κανείς, πρέπει πρώτα να τα χαράξει με μαχαίρι ώστε να γλυκάνουν σε τρεις μέρες. Κι η σκληρή καρδιά του αρχιτελώνη ένα μαχαίρι χρειάζεται. Της αγάπης το μαχαίρι. Μόνο αυτό μπορεί να θρυμματίσει μ’ ένα του άγγιγμα απαλό τις κοτρώνες που έφραξαν τις καθάριες πηγές της Θεόπλαστης καρδιάς του.
Και σκαρφαλώνει ο Ζακχαίος στη συκομορέα. Ας τον περιγελάσουν τα πλήθη, ας τον ειρωνευτούν οι πελάτες του, ας αγανακτίσουν μαζί του για την προσβολλή και την κατάντια του όλοι οι τελώνες του κόσμου. Μέσα του ξύπνησε το παιδί. Το παιδί που δε διστάζει μπροστά σε τίποτα, που δε νιώθει τους χλευασμούς, που αψηφά τους κινδύνους και παρακούει τις προσταγές των μεγάλων. Τις θλιβερά αξιοπρεπείς και στεγνές από κάθε βαθύ αίσθημα. 
Το παιδί καίγεται από επιθυμία να δει τον ασυνήθιστο άνθρωπο που διασχίζει την Ιεριχώ κι όταν το παιδί καίγεται από επιθυμία, τίποτα δεν το σταματά, ο κόσμος να γυρίσει ανάποδα.
Και πλησιάζει στη συκομορέα ο Κύριος. Ο Κύριος που αγαπά τα παιδιά. Και ίσως μέσα του να γελάει και λίγο. Κατέβα από κει βρε κουζουλέ, θα του έλεγε αν ήταν Κρητικός. Μα είναι Ιουδαίος, και κατέβα γρήγορα, Ζακχαίε, του λέει απλά, κι εγώ θα έρθω να μείνω στο σπίτι σου σήμερα. 
Πουθενά δεν πηγαίνει απρόσκλητος ο Κύριος. Απρόσκλητος πηγαίνει ο ζητιάνος. Ο Κύριος περιμένει να τον προσκαλέσουν. Είναι αρχοντικός ο Κύριος, είναι κιμπάρης. Και ο Ζακχαίος τον προσκάλεσε κι ας μην το συνειδητοποίησε καλά καλά. Τι σημασία έχει που λέξη δεν είπε; Τα λόγια περίσσευαν. Το σύκο της συκομορέας καρδιάς του ήταν έτοιμο για το άγγιγμα της αγάπης. Να γλυκάνει τον ίδιο, να ταϊσει και τους πεινασμένους. Ο Κύριος καδριές γνωρίζει. Αδιαφορεί παντελώς για τα φαινόμενα που εμάς παραπλανούν και μαγεύουν. Ίσα στην καρδιά κοιτά. Αυτήν βλέπει. Κι αφού η καρδιά τού ανοίξει την πόρτα, ο Κύριος εισέρχεται πανηγυρικά και η αόρατη μπάντα των αγγέλων σαλπίζει τα ουράνια άσματα. Να ετοιμάσει δείπνο ο Ζακχαίος. Το θαύμα έγινε. Και το θαύμα πάντα γιορτάζεται. Να στρωθεί το τραπέζι. Στην χαρά του θα συναντηθούμε.
Κόντεψε να γκρεμοτσακιστεί απ’ τη χαρά του ο αρχιτελώνης. Κατέβηκε αμέσως από τη συκομορέα και υποδέχτηκε στο σπίτι του τον Κύριο. Κι ας σχολιάζουν οι κακές γλώσσες πικρόχολα, κι ας θεριεύει η ζήλια, κι ας βγάζει κορώνες η ηθική των ανήθικων. Πώς πηγαίνει ο Διδάσκαλος στου αμαρτωλού το σπίτι;  Γιατί δεν έρχεται στα δικά μας; Εμεις είμαστε καθαροί και αμόλυντοι. Γιατί δεν προτιμά εμάς; Γιατί εν μας καταδέχεται; Αφού εμείς είμαστε πιο... είμαστε πολύ πιο... εμείς είμαστε και είμαστε εμείς, κι ανάθεμά μας κι αν ξέραμε τι είμαστε... 
Ωρίμασε η καρδιά του Ζακχαίου. Γλύκανε τόσο που δε βαστάζει το μέλι της. Και ξεχειλίζει το μέλι και ποτάμι γίνεται. Ποτάμι και καταράκτης. Κι ο μικρόσωμος άντρας τώρα κάνει χειρονομίες μεγάλες, κι είναι σχεδόν αστείο να τον βλέπεις. Υψώνει τα μικρά του χέρια, ανοίγει τα κοντά του δάχτυλα κι ίσως πατά και σ’ ένα σκαμνάκι να τον δουν και να τον ακούσουν όλοι. Αν είχε και μπαλκόνι στο σπίτι του, να βγει να το φωνάξει, θα έβγαινε δίχως ααμφιβολία καμιά. 
Τα μισά των υπαρχόντων μου δίνω στους φτωχούς και σε όποιον συκοφάντησα θα του δώσω τετραπλά. Και χαίρεται ο Ζακχαίος κι ούτε διστάζει να εξομολογηθεί σε μπροστά στα πλήθη πως κάποιους συκοφάντησε.  Και θλίβονται οι ομότεχνοί του και οι συκοφαντημένοι χαίρονται που θα δικαιωθούν. Και χαίρεται περισσότερο απ’ όλους ο Κύριος. Το παιδί του Αβραάμ και παιδί Του, επέστρεψε στο σπίτι και στον πατέρα του. Εισέρχεται δίχως βάρη περιττά που αν τα είχε δεν θα χωρούσε να δρασεκλίσει το κατώφλι που είναι σαν την τρύπα της βελόνας. Την στιγμή που η λυτρωμένη καρδιά ανοίγει στον Θεό, ανοίγει και στους  σσυανθρώπους της. 
Στρώσετε τώρα το τραπέζι της Βασιλείας. Είναι ώρα να γιορτάσουμε όλοι μαζί!








No comments:

Post a Comment

Σχόλια