
Sunday, February 28, 2010
Ασκήσεις εδάφους (άσκηση 24η: Σάββατο)

Saturday, February 27, 2010
Ασκήσεις εδάφους (άσκηση 23η: Συνειρμοί)

Thursday, February 25, 2010
Ασκήσεις εδάφους (άσκηση 22η: το φιλί)

Wednesday, February 24, 2010
Ασκήσεις εδάφους (άσκηση 21η: Το αγόρι που μου γύρισε την πλάτη)

Tuesday, February 23, 2010
Ασκήσεις εδάφους (άσκηση 20η: Πόλεμος και ειρήνη)

Πώς ν ’ αρχοσω; Άρχισα ήδη. Η πρώτη μου κιόλας λέξη, ακονισμμένο μαχαίρι δυο ώρες τώρα στη λίμα της σκέψης μου, έκοψε το καρβέλι του κενού. Του κενού χαρτιού. Του κενού χρόνου. Του κενού που δεν καταπίνεται ολόκληρο παρά μόνο αν κοπεί σε φέτες λέξεων.
Τέσσερις και είκοσι, πρωινό Τρίτης. Λίγο κονιάκ, ένα τσιγάρο, ένα μαύρο μαρκαδοράκι στο άσπρο μου χαρτί και χέρι.
Ξύπνησε ο χειρότερος εαυτός μου τις τελευταίες μέρες μπροστά στο δύσκολο εγχείρημα της προετοιμασίας της παράστασης. Όταν οι αόρατοι εχθροί δεν εργάζονται στις εξωτερικές συνθήκες της ζωής μας, εργάζονατι μέσα μας. Ο πόλεμος είναι σκληρότερος τότε. Έγινα όλη μία άρνηση. Δεν ήθελα να προετοιμαστώ, δεν ήθελα να πάω στις πρόβες, δεν ήθελα τίποτα. Άσχετα αν τα έκανα όλα. Έβλεπα μπροστά μου τον εαυτό μου να φεύγει. Να περπατά στην παραλία αμέριμνος. Ανεύθυνος. Μόνος. Δεν ήθελα άλλη μία έκθεση στο πλήθος. Πάλεψα πολύ.
Ξημέρωσε Κυριακή της Ορθοδοξίας. Δεν ήθελα να πάω εκκλησία. Προσπαθούσα να πείσω τον εαυτό μου πως είμαι κουρασμένη, πως θέλω να κοιμηθώ περισσότερο, πως επιτέλους σήμερα το δικαιούμαι, μιας και πρέπει να κάνω πρόβα το μεσημέρι και το βράδυ έχω την παράσταση. Τι κατάφερνα; Γινόμουν παίγνιο των εχθρών. Μ’ έκαναν ό,τι ήθελαν. Η άρνησή μου τους έδινε έδαφος.
Ώσπου άκουσα κάποια στιγμή τη φωνή μου να αρθρώνει αδιανόητα λόγια, επιθυμίες ποταπές, και τότε τρόμαξα. Ναι, τρόμαξα πάρα πολύ. Βίασα τον εαυτό μου και σηκώθηκα με πολύ κόπο. Αν όχι στον Άη Νικόλα, που θα έπρεπε να δώσω μία μάχη επιπλέον, για την οποία δεν είχα το σθένος, τουλάχιστον στον Άη Γιώργη της Ροτόντας που προχθές πήρε το μάτι μου πως λειτουργεί. Τόσο καιρό θέλω να εκκλησιαστώ εκεί. Κι εκεί κανείς δε με ξέρει. Άγνωστη μεταξύ αγνώστων. Κάποτε είναι τόσο παρήγορο. Πήγα.
Λίγες καρέκλες ανά τριάδες, όλες πιασμένες. Στέκομαι πίσω αριστερά, πλάι στις σκαλωσιές. Το πρωινό φως διαχέεται ήσυχα από τα μικρά παράθυρα. Πονάει η μέση μου, το κεφάλι και τα μάτια μου. Γι' αυτό και δε βγάζω τα γυαλιά ηλίου. "Δε θα βγάλω την παράσταση σήμερα. Δε θα τα καταφέρω", είναι οι αφόρητες σκέψεις μου. Κλείνω τα μάτια να συγκεντρωθώ μήπως και μπορέσω να συλλαβίσω μια προσευχή. Τα μάτια μου αρχίζουν και τρέχουν. Παρακαλώ, αν δε βγάλω την παράσταση, αν τα θαλασσώσω με την ανάγνωση του κειμένου μου, ας φύγει τουλάχιστον η αγκύλωση που έχω τόσες μέρες στην περήφανη καρδιά μου. Σκουπίζω με τα δάχτυλα, όσο πιο διακριτικά μπορώ, τα δάκρυα. Κάθε δάκρυ κι ένα λύσιμο κόμπου.
Ξαφνικά κάποιος μου τραντάζει τους αγκώνες. Μια κομψότατη γριά μου δείχνει την καρέκλα της και με παροτρύνει να καθίσω. Κάθομαι και ξεκουράζεται λίγο η μέση. Σηκώνομαι σε λίγο και της την παραχωρώ. Την δίνει σε άλλη γυναίκα και μένει δίπλα μου. “Πάλι ξέχασα να πάρω μια εικόνα απ’ το σπιτι”, σκέφτομαι, “είμαι τόσο ανεπρόκοπη. Της Ορθοδοξίας σήμερα, δεν μπορούσα να θυμηθώ να πάρω ένα εικόνισμα;” “Έχεις εικόνα;”, με ρωτά η γριά. “¨Οχι, την ξέχασα”, “Έχω εγώ, θα σου δώσω, περίμενε”. Ανοίγει τη τσάντα και βγάζει μια μικρή πλαστικοποιημένη εικόνα. Την κοιτάζω. Μου θυμίζει τον Άγιο Νικόδημο, αλλά δεν πρέπει να είναι. Προσπαθώ να διαβάσω τι γράφει. Δεν τα καταφέρνω. “Ποιος είναι;”, τη ρωτώ. “Ωχ, δε βλέπω, πρέπει ν’ αλλάξω γυαλιά… Θα σου πως μετά” και γελάει. Περνάει ο ιερέας με τα παπαδάκια και τους ψάλτες κρατώντας τις εικόνες. Κάνουν τον γύρο της Ροτόντας.
Πάνω απ’ το κεφάλι μου αντιλαμβάνομαι μια κινούμενη σκιά. Σηκώνω τα μάτια. Ένας μαύρος σκύλος έχει μπει απ’ την ορθάνοιχτη πόρτα του ναού, έχει ανέβει όλες τις σκαλωσιές, είναι στο τελευταίο διάζωμα και κοιτάζει προσεχτικά, πηγαίνοντας πάνω κάτω, τα ψηφιδωτά. Η γριά σηκώνει κι αυτή το κεφάλι. Έχουμε μείνει να τον κοιτάζουμε. Κανείς άλλος δε φαίνεται να τον έχει αντιληφθεί. Τον παρακολουθώ. Ήσυχα και χωρίς να βγάλει κιχ, ξεκινά να κατεβαίνει τις σκαλωσιές πατάρι πατάρι. Πάει να προχωρήσει προς το ιερό. Σταματά, κάνει αναστροφή και βγαίνει έξω σαν κύριος.
Ξεκινά κήρυγμα. Δε θέλω ν’ ακούσω. Δε ξέρω τι θα πει, αλλά η φωνή δε μ’ αρέσει. Θέλω να ρωτήσω τη γριά αν θέλει πίσω την εικονίτσα. Πριν καλά καλά αναρωτηθώ μου λέει: “Κράτησέ την, αυτή είναι για σένα”. Μετά από ένα λεπτό βγαίνω έξω. Να περπατήσω λίγο στον περίβολο μέχρι να τελειώσει το κήρυγμα. Κάνω το γύρο της αυλής ανάμεσα στη χλόη και τα σπασμένα μάρμαρα. Κάθομαι σ’ ένα σκαλοπάτι, ακριβώς εκεί που χτυπά ο ήλιος με όλη του τη στοργή. Κλείνω τα μάτια και χαϊδεύομαι στη ζεστασιά του. Άρχισε να παρηγοριέται η ταλαίπωρη ψυχή μου. Μετά από λίγο ξαναμπαίνω. Έχω άγχος που δεν ευχαρίστησα τη γριά για την εικόνα. Κι αν έφυγε; Ο κόσμος έχει φύγει. Τελευταία η γριά παίρνει αντίδωρο απ’ τον ιερέα. Πηγαίνω πίσω της και παίρνω κι εγώ. Καθώς την ακολουθώ της λέω “ευχαριστώ πολύ για την εικόνα”. Κοντοστέκεται και με κοιτάζει διακριτικά: “Να είμαστε γερές και του χρόνου, βοήθειά μας”, και φεύγει.
Προχωρώ προς το σπίτι. Δεν αργώ να μάθω ποιος είναι ο άγιος της μικρής πλαστικοποιημένης εικονίτσας. Είναι ο Άγιος Λουκάς, ο Ρώσος. Αυτός που θεράπευε τους τυφλούς και τις ασθένειες των ματιών. Πάλι τρέχουν τα μάτια μου. Η ψυχή μου έχει γλυκαθεί. Δε μπορεί, θα μου πάρει τους πόνους στα μάτια κι έτσι θα μπορέσω να διαβάσω.
Ίσα ίσα προλαβαίνω να φάω, να κάνω ένα μπανάκι, να ετοιμάσω τα ρούχα της παράστασης και φεύγω για την γενική δοκιμή. Πολλοί άνθρωποι, μεγάλη παραγωγή, άγχος, ανασφάλεια, πολλές γλώσσες, προσπάθεια μεγάλη. Οι ώρες της κούρασης αυξάνονται, τα νεύρα τεντώνουν. Αγωνίζομαι πολύ κάποια στιγμή να συγκρατηθώ, να μη τα σπάσω, να μην την κοπανήσω. Είναι παράξενο, αλλά το ξέρω πως πάντα στις γενικές δοκιμές γίνονται όλα στραβά και μετά δεν αναγνωρίζεις την παράσταση που πάει ωραία και χωρίς προβλήματα.
Έχω δέκα λεπτά να πάρω μια ανάσα, να κλείσω λίγο τα μάτια, να ισιώσω το σώμα μου στον καναπέ που έχω στο καμαρίνι. Πάνω που ξαπλώνω μπαίνουν μουσικοί να κουρδίσουν. Τους βγάζω έξω. Μου είναι εντελώς απαραίτητα αυτά τα δέκα λεπτά. Δεν μπορεί να γίνει αλλιώς. Ο “αδερφός” μου δε με πήρε όλη μέρα τηλέφωνο. Η καρδιά μου ώρα την ώρα γεμίζει πίκρα. Ο εξ απ’ εδώ με πειράζει αναλέητα. Τώρα όμως νευριάζω μαζί του. Δε πάει άλλο. Σηκώνω εγώ το ακουτικό και παίρνω όσο κι αν το θεωρώ ταπεινωτικό. Είναι ωραίο καμιά φορά να σκύβεις λίγο το κεφάλι. Βοηθάει. Είχε μια πάρα πολύ δύσκολη μέρα. Μιλάμε όμορφα, μου δίνει δύναμη. Όλα γίνονται καπνός. Πώς θα έβγαινα με βαριά καρδιά στη σκηνή; Ούτε στη σκηνή ούτε πουθενά δε μπορώ έτσι.
Τώρα είμαι έτοιμη. Κανένας πόνος. Κανένα άγχος. Πίσω απ’ την πόρτα που θα ανοίξει για να βγω και να ανοίξω την παράσταση διαβάζοντας, νιώθω πως έχω έρθει περίπατο. Μια γλύκα ξεχειλίζει μέσα μου. Μια ψυχή έχει ανάψει κεριά. Το φως τους έχει φτάσει μέχρι εδώ, μίλια μακριά. Έγιναν καπνός τα σύννεφα, ο πόλεμος, η αγωνία. Ειρήνη. Σ’ ευχαριστώ όσο μπορώ, λέω μυστικά στην αγαπημένη ψυχή και στον άγιο Λουκά.
Αρχίζω να διαβάζω το κείμενο για τα μουσικά ταξίδια του Μάρκο Πόλο. Ακούω τη φωνή μου σα να διαβάζει κάποιος άλλος κι εγώ αναπαυμένη και χαλαρή τον παρακολουθώ. Η συναυλία κυλά σα νεράκι. Όλα στη θέση τους, όλα στην ώρα τους, όλα ομορφα, σεμνά, με τάξη, εξάρσεις και υφέσεις μουσικές, ζεστός ο κόσμος.
Και όμως κάποτε τελειώνει κι αυτό. Χειροκροτά θερμά το κοινό. Η κινέζα Liu Fang που έπαιξε pipa, παίρνει το πιο δυνατό χειροκρότημα επαξίως. Κόσμος πολύς στα καμαρίνια. Η αγάπη τους συγκινητική, οι αγκαλιές τους, τα επαινετικά λόγια τους. Είναι παράξενο, αλλά τέτοιες στιγμές, θέλω περισσότερο δυο ανθρώπους. Tους δυο στενότερους φίλους μου. Να απορροφήσουν όλο αυτό που κουβαλώ. Ξέρω πως και οι δυο με σκέφτονται με μεγάλη αγάπη. Αλλά δεν είναι εδώ. Κι όμως είμαι ακόμα πολύ άνθρωπος. Χρειάζομαι την αγκαλιά τους. Και πάρα πολύ. Ίσως όσο δεν το φαντάζεται ούτε ο ένας ούτε ο άλλος. Μα δεν πειράζει. Δεν μπορούμε να τα έχουμε όλα όπως τα θέλουμε.
Δευτέρα απόγευμα. Ένα δεκάχρονο κοριτσάκι έχει μάθημα κανονάκι στο "Εν Χορδαίς". Δείχνει στη δασκάλα του το τραγούδι που έβγαλε. Είναι “Ο Ξένος” που έγραψε ο Κυριάκος τη μουσική κι εγώ τους στίχους.Το τραγούδησε η χορωδία ψες. Το άκουσε το παιδί στη συναυλία και όλη τη μέρα πάσχιζε να το βγάλει. “Κυρία”, λέει στη δασκάλα της, “χθες ήταν η ωραιότερη μέρα της ζωής μου…”
Σε λίγο θα ξημερώσει η Τρίτη. Ποιος μπορεί να ξέρει οι μάχες που δίνουμε, οι αγώνες που κάνουμε και ό,τι προσπαθούμε, τι αποτελέσματα έχουν; Μα όταν ακούς ένα παιδί να μιλά έτσι, δε μπορείς παρά να συνεχίσεις. Έχει νόημα. Έχει τόσο νόημα που δε γυρνάς πίσω το κεφάλι σου το κλούβιο να μετρήσεις τις απώλειες σου, τον κόπο σου, ούτε τις ατελείωτες αδυναμίες σου που ανά πάσα στιγμή κοντεύουν να σε γκρεμοτσακίσουν. Δεν έχεις να πεις τίποτα άλλο παρεκτός: Και τω Θεώ Δόξα!
Friday, February 19, 2010
Ασκήσεις εδάφους (άσκηση 19η: Το λάχανο)

Wednesday, February 17, 2010
Ασκήσεις εδάφους (άσκηση 18η)

Tuesday, February 16, 2010
Ασκήσεις εδάφους (άσκηση 17η)

Sunday, February 14, 2010
Ασκήσεις εδάφους (άσκηση 16η)

"Tα μουσικά ταξίδια του Μάρκο Πόλο"

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ
ΜΟΥΣΙΚΕΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ
ΤΑ ΜΟΥΣΙΚΑ ΤΑΞΙΔΙΑ ΤΟΥ ΜΑΡΚΟ ΠΟΛΟ
21 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ (21:00)
Τη μουσική διαδρομή του “Δρόμου του Μεταξιού” μέσα από παραδοσιακά ακούσματα -μεσαιωνική μουσική από τη Βενετία, ψαλτικά μέλη από την Ιερουσαλήμ, ασίκικες παραδόσεις της Μ. Ασίας, λόγια περσική μουσική, αλλά και κλασική κινεζική μουσική- και σύγχρονες συνθέσεις του Κυριάκου Καλαϊτζίδη θα έχει την ευκαιρία να απολαύσει το κοινό στην παράσταση “Τα Μουσικά Ταξίδια του Μάρκο Πόλο”, στις 21 Φεβρουαρίου, στις 21:00, στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης. Συμμετέχουν το μουσικό σχήμα «Εν Χορδαίς» (Κυριάκος Πέτρας- βιολί, Κυριάκος Καλαϊτζίδης -ούτι, Δρόσος Κουτσόκωστας- τραγούδι, Άλκης Ζοπόγλου- κανονάκι, Πέτρος Παπαγεωργίου- κρουστά, Ηλίας Ανδρεουλάκης- πολίτικη & κρητική λύρα) και οι προσκεκλημένοι Ghada Shbeir (Λίβανος – τραγούδι), Özlem Özdil (Tουρκία – σάζι & τραγούδι), Marco Rosa Salva (Ιταλία – φλάουτο με ράμφος ή ρεκόρντερ), Pietro Prosser (Ιταλία – μεσαιωνικό λαούτο), Cristiano Contadin (Ιταλία -βιόλα ντα γκάμπα), Bijan Chemirani (Ιράν – τομπέκ), Liu Fang (Κίνα– pipa, πίπα). Στα κείμενα – αναγνώσεις είναι η Βασιλική Νευροκοπλή, η επιμέλεια της προβολής είναι του Νίκου Τερψιάδη και οι φωτισμοί της Μελίνας Μάσχα. Την καλλιτεχνική επιμέλεια έχει ο Κυριάκος Καλαϊτζίδης.
Πρόκειται για μια παράσταση μουσικής, εικόνας και λόγου εμπνευσμένη από το “Le Livre des Merveilles” ή “Τα ταξίδια του Μάρκο Πόλο”, που θα ταξιδέψει τους θεατές από την καρδιά της Ευρώπης έως την Άπω Ανατολή, συνθέτοντας ένα γοητευτικό μουσικό ψηφιδωτό. Το έργο « Τα μουσικά ταξίδια του Μάρκο Πόλο» ήταν παραγγελία του Leisure and Cultural Services Department και παρουσιάστηκε σε παγκόσμια πρεμιέρα στο Silk Road Music Festival του Hong Kong στις 31 Οκτωβρίου 2009.
Ήταν στα τέλη του 13ου αι., που ο Μάρκο Πόλο ξεκινάει από τη Βενετία και διαμέσου της Ιερουσαλήμ, της Κύπρου, της Μ. Ασίας και της Περσίας φτάνει μέχρι την Κίνα σε ένα ταξίδι εξερεύνησης, αλλά και εσωτερικής αναζήτησης. Σταθμοί του πολλοί διαφορετικοί τόποι, ενώ έρχεται σε επαφή και με διαφορετικούς ανθρώπους και πολιτισμούς.
Μετά από μία διαμάχη Βενετών και Γενοβέζων ο Μάρκο βρέθηκε αιχμάλωτος των τελευταίων. Κατά τη φυλάκισή του, μοιράστηκε το ίδιο κελί με το γνωστό συγγραφέα της εποχής από την Πίζα, τον Ρουστιτσέλο, και του διηγήθηκε την περιπετειώδη ιστορία του. Απελευθερώθηκε σχετικά σύντομα και συνέχισε τη ζωή του στη Βενετία, όπου τον βρήκε ένας ήσυχος θάνατος τον Ιανουάριο του 1324. Το βιβλίο με τα ταξίδια του Μάρκο Πόλο αντιγράφηκε σε αμέτρητα χειρόγραφα και γρήγορα διαδόθηκε σε όλη την Ευρώπη. Διαβάστηκε με πάθος, εξάπτοντας τη φαντασία των αναγνωστών με τις απίστευτες για την εποχή του διηγήσεις. Στη συνέχεια, το κείμενο προσέλκυσε το ενδιαφέρον της επιστημονικής κοινότητας, που με το πέρασμα του χρόνου πέτυχε να επαληθεύσει σε μεγάλο βαθμό τις μυθικές περιγραφές του μεγάλου ταξιδευτή.
Ο Κυριάκος Καλαϊτζίδης εξηγεί για τη δομή της παράστασης: “Στη σημερινή μας παράσταση ιχνηλατούμε τους «Δρόμους του Μεταξιού» μέσα από παραδοσιακές μουσικές που ακούγονταν στα τέλη του 13ου και τις αρχές του 14ου αι. στον αχανή γεωγραφικά χώρο που διέσχισε ο Μάρκο Πόλο. Παράλληλα, ακούγονται μουσικές που συνέθεσα ειδικά για την παράσταση, εμπνευσμένες από τις ποικίλες εσωτερικές διαδρομές του Βενετού ταξιδευτή, όπως αυτές αντικατοπτρίζονται στις αγωνίες του σύγχρονου ανθρώπου. Στο ίδιο κλίμα κινούνται και οι νησίδες λόγου της Βασιλικής Νευροκοπλή και οι προβολές διαφανειών του Νίκου Τερψιάδη συνθέτοντας μαζί με τις μουσικές μία μαγευτική περιπλάνηση στο χώρο και το χρόνο”.
Σχετικά με τα ιδιαίτερα όργανα που χρησιμοποιούν ο ίδιος προσθέτει: “Ο Μάρκο Πόλο πορεύτηκε στους αρχαίους δρόμους του μεταξιού. Διαδρομές, που σαν λεπτές μετάξινες κλωστές έφεραν κοντά για αιώνες ανθρώπους, πολιτισμούς, ήθη, έθη και μουσικά όργανα. Μία τέτοια διαδρομή, για παράδειγμα, συνδέει τρία από τα μουσικά όργανα της σημερινής συναυλίας: την pipa από την κλασική μουσική της Κίνας, το λαούτο της Μεσαιωνικής Δύσης και το ούτι της Ανατολικής Μεσογείου. Δεν είναι της παρούσης να διερευνήσουμε τις πιθανές σχέσεις των τριών οργάνων, ωστόσο, οι μορφολογικές ομοιότητες προσφέρουν ενδιαφέρουσες αφορμές. Και τα τρία παρουσιάζουν κοινά μορφολογικά χαρακτηριστικά με κυριότερο, το σώμα τους, γεγονός που τα κατατάσσει στην οικογένεια των λαουτοειδών.”
Η προπώληση εισιτηρίων γίνεται αποκλειστικά από τα εκδοτήρια του Μεγάρου Μουσικής Θεσσαλονίκης και από τα εκδοτήρια του ΟΜΜΘ, στην πλατεία Αριστοτέλους. Οι τιμές των εισιτηρίων είναι 30 25 20 και 15€
Με την παράκληση να δημοσιευθεί ή να μεταδοθεί
Saturday, February 13, 2010
Ασκήσεις εδάφους (άσκηση 15η)

Friday, February 12, 2010
Ασκήσεις εδάφους (άσκηση 14η)

Τόσo αγάπησε τον άντρα της η Θεοδώρα που δε δίστασε μετά το θάνατό του να καταφύγει σ’ ένα ευσεβές ψέμα, προκειμένου η Εκκλησία να δεηθεί για την άφεση των αμαρτιών του κεκοιμημένου εικονομάχου αυτοκράτορα Θεόφιλου. Ισχυρίστηκε, λοιπόν, πως ο σύζυγός της λίγο προτού εκπανεύσει, μετενόησε και ζήτησε να προσκυνήσει τις εικόνες, που η γυναίκα του τιμούσε και που αμέσως μετά τον θάνατό του αναστήλωσε. Οι άλλοι ιεράρχες άρχισαν τις δεήσεις για την ψυχή του, αλλά ο Πατριάρχης Μεθόδιος αφενός υπερασπίζοντας τη θέση της Εκκλησίας πως μπορεί να συγχωρεί τον άνθρωπο όσο μετανοεί εν ζωή, όχι όμως και τα θανάσιμα αμαρτήματα ενός αμετανόητου που έχει πεθάνει, και αμφιβάλλοντας αφετέρου σοβαρά για την αλήθεια των λεγομένων της αυτοκράτειρας, επινόησε ένα τέχνασμα προκειμένου να γνωρίσει τις βουλές της Θείας Πρόνοιας. Έγραψε σε μια περγαμηνή όλα τα ονόματα των εικονοκλαστών αυτοκρατόρων και την απόθεσε στην Αγία Τράπεζα της Αγίας Σοφίας. Το βράδυ κοιμήθηκε μέσα στο ναό, μέχρι τη στιγμή που ξύπνησε ταραγμένος καθώς μέσα στον ύπνο του είδε άγγελο Κυρίου να τον διαβεβαιώνει πως ο Θεός σπλαχνίστηκε και συγχώρεσε τον Θεόφιλο. Παίρνοντας την περγαμηνή στα χέρια του ο Πατριάρχης είδε στη θέση του ονόματος του Θεόφιλου ένα λευκό κενό, θαυματουργική απόδειξη της άφεσης των αμαρτιών του αυτοκράτορα -μετά θάνατον.
Αυτήν την Αγία Θεοδώρα τιμούμε σήμερα Πέμπτη 11 Φεβρουαρίου. Τη δεύτερη επιλογή του αυτοκράτορα, μιας και η πρώτη, την ώρα που αυτός περιδιάβαινε τις ωραίες παρθένες παίζοντας στα χέρια του ένα μήλο ως άλλος Αδάμ, προκειμένου να διαλέξει την ωραιότερη για βασίλισσα, ήταν η Κασσιανή. Η ποιήτρια όμως αντιμίλησε στον Θεόφιλο κι έτσι έχασε τα βασιλικά σκήπτρα, κερδίζοντας μια θέση στο μοναστήρι που επέλεξε κατόπιν να διάγει τον βίο της ως μοναχή και στο οποίο και συνέγραψε το περίφημο τροπάριο που ψάλλεται κάθε Μ.Τρίτη.
Την ιστορία αυτή που εδώ παρουσιάζω περιληπτικά, την αναφέρω με λεπτομέρειες και πιο ολοκληρωμένα στο βιβλίο μου: “Σε Τέμπο Κόκκινο”, στο προτελαυταίο κεφάλαιο, “Ηθοποιός”, και το μεγαλύτερο μέρος της είναι αποσπάσματα αντιγραμμένα από τον Παπαδιαμάντη, όπως τη διασώζει ο ίδιος.
Κατηφορίζω με το αστικό προς το κέντρο της πόλης για να πάω στο μάθημα ζωγραφικής. Για μια ακόμη φορά απολαμβάνω τη διαδρομή του. Περνάει από το Επταπύργιο, -μουσειακός χώρος σήμερα, φρικτές φυλακές στο παρελθόν στις οποίες διετέλεσε ως κρατούμενος και ο πατέρας του φίλου μου Κώστα Ζουράρι, περίφημου σεξολόγου της εποχής, αλλά για κακή του τύχη και αριστερού-, τους Αγίους Αναργύρους, -που δωρεάν έλαβαν και δωρεάν έδωσαν το χάρισμα της ίασης στους ασθενείς-, τη Σταυροπηγιακή μονή των Βλατάδων, ακριβώς μετά την Πορτάρα, με τα παγώνια της. Λίγο παρακάτω περνούμε από τους Ταξιάρχες, -τους οποίους ευλαβούμαι ιδιαίτερα και όχι μόνο γιατί αυτοί θα λάβουν την ψυχή μας τη δύσκολη ώρα-, και καθώς το λεωφορείο μπαίνει στην Κασσάνδρου, από τον Άγιο Δημήτριο, τον στρατιωτικό πολιούχο μας, καθώς και τον Άγιο Μηνά πάνω στο λευκό του άτι, λίγο παρακάτω, στην Ίωνος Δραγούμη μέχρι να καταλήξουμε στην πλατεία Ελευθερείας που αποτελει τον τερματικό σταθμό του λεωφορείου.
Είναι πολύ δύσκολο να ζεις στην Θεσσαλονίκη και να μην πιστεύεις στο Θεό και τους αγίους του. Η αρχαία και βυζαντινή πόλη σε καθορίζει είτε το συνειδητοποιείς είτε όχι. Μέχρι να φτάσω στον προορισμό μου κάνω ανά πέντε λεπτά το σταυρό μου, όπως και πολλοί άλλοι μέσα στο λεωφορείο. Ψάλλω μέσα μου τα τροπάρια των αγίων, εκτός του Αγίου Μηνά που ακόμα δεν έχω μάθει απέξω. Ζητώ τη συνδρομή τους σε όλα τα δύσκολα. Τους ευγνωμονώ για όλες τους τις δωρεές. Αισθάνομαι την προστασία τους. Την ώρα που μυστικά λέω το “Μέγαν εύρατο”, ακούω πίσω μου μια ανδρική φωνή να τραγουδά σ’ ένα μικρό παιδάκι: “Αχ, κουνελάκι, κουνελάλι, ξύλο που θα το φας…” και συνεχίζει όλο το γνωστό ρεπερτόριο: “Ήταν ένα γάιδαρος με μεγάλα αφτιά…” και άλλα παιδικά σουξέ. “Έλα, μη κοιμάσαι τώρα, θα πάμε να πάρουμε το βιβλιάριο της μαμάς και θα γυρίσουμε μετά γρήγορα σπίτι”, λέει ο νεαρός μπαμπάς στο γιο του που δε μπορεί να κρατήσει τα βλέφαρα ανοιχτά.
Χαμογελώ και σκέφτομαι πως λίγα τραγούδια έχουν να ζηλέψουν τη μακροβιότητα αυτών των τόσο απλών παιδικών τραγουδιών. Τόσα λίγα όσο και οι αγάπες οι αντίστοιχες της Θεοδώρας προς τον σύζυγό της. Όμως νομίζω πως μας αρκεί έστω και ένα παράδειγμα, σαν το παιδικό τραγούδι ενός ανώνυμου που ακόμα τραγουδιέται, σαν την αγάπη μιας βασίλισσας που νικά λογική του κόσμου και σαν το τροπάριο ενός αγίου που αιώνες τώρα δέεται στον ουρανό για μας, για να πιστεύουμε πως υπάρχει ελπίδα για όλους μας και πως όπως τόσο εύστοχα και παράλληλα τόσο σεμνά, το εκφράζει ο Μάνος Χατζιδάκις:
“Κάπου υπάρχει Θεός…”