Labels
- Εορτή (818)
- Ποίηση (492)
- Παρουσίαση βιβλίου (201)
- Διήγημα (199)
- Σκέψεις (196)
- Παραμύθι (191)
- φωτογραφία (173)
- Φωτογραφικό αφιέρωμα (152)
- χάι κου (148)
- Αφιέρωμα βίντεο (128)
- Μουσική (124)
- Προβληματισμοί (107)
- Πατέρες (96)
- φωτογραφια (93)
- Βιογραφία (89)
- Τραγουδι (75)
- Ταξιδιωτικά (67)
- Ημερολόγιο (62)
- Αποχαιρετισμός (59)
- Αφιέρωμα λογοτεχνικό (51)
- Συνέντευξη (51)
- Συναυλία (48)
- Δοκίμιο (47)
- Ο Αχτιδοϋφαντής (44)
- Ιστορία (40)
- Πολιτική (36)
- Πολιτισμός (35)
- Κριτική (34)
- Ως την άκρη του νερού (34)
- toportal (32)
- Ο τρελός του χωριού (29)
- Ζωγραφική (27)
- Ποιηση (27)
- Μυθιστόρημα (26)
- Αφιέρωμα κινηματογράφος (25)
- Διάφορα (24)
- Ερμηνεία Ευαγγελικών περικοπών (20)
- Σχόλιο της Δευτέρας (20)
- Μεγάλη Εβδομάδα (18)
- Παραβολή (17)
- Ημεροστίχιο (16)
- Ο μικρός μονομάχος (16)
- Γράμμα (14)
- Μέγας Βασίλειος (14)
- Χάι κου φωτογραφια (14)
- Τραγούδι (13)
- Αφιέρωμα Θέατρο (12)
- Νύχτα θαυμάτων (12)
- Οδύσσεια (12)
- Βραβεία (10)
- Ο λαμπερός πολεμιστής (10)
- fairy taile (9)
- Δοκκίμιο (8)
- Μαγειρική (7)
- Μικρές ιστορίες (7)
- ψηφιδωτό (7)
- Αφιέρωμα Εορτή (4)
- Εικόνα (4)
- Προσωνύμια Παναγίας (4)
- Όμηρος (3)
- Πόίηση (3)
- Φωτογραφίες (3)
- Αποφθεύγματα (2)
- Καληνύχτα Μαρία (2)
- Παλαιά Διαθήκη (2)
- Πρόσφυγες (2)
- αφήγημα (2)
- Απόδοση κειμένου (1)
- Βιβλία μου σε άλλες γλώσσες (1)
- Δημιουργική γραφή (1)
- Διασκευή παραμυθιού (1)
- Δοκί (1)
- Ευχή της ημέρας (1)
- Κυριακή του Πάσχα (1)
- Οι ιστορίες του Καλλίστρατου (1)
- Συνέδριο (1)
- Ταινία (1)
- ποί (1)
Tuesday, October 28, 2025
Ελσίνκι
Tuesday, April 9, 2024
Σταυροπροσκυνήσεως
Monday, April 1, 2024
Καλημέρα, Κεμαλ!
Στην πατρίδα ξημερώνει Κυριακή του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά. Εδώ ξημερώνει Πάσχα των Καθολικών. Αλλού στον κόσμο αργεί να ξημερώσει κι αλλού έχει ξημερώσει ήδη. Κάπου αλλού ίσως να μην ξημερώνει πια.
Saturday, February 3, 2024
Νῦν ἀπολύεις...
Friday, January 5, 2024
Μνήμη Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη

Wednesday, January 4, 2023
Πολιτισμός / Μορφές Τρύφων Τσομπάνης « Μνημονεύετε Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη»: 111 χρόνια από την κοίμησή του (με τη γλώσσα του κυρ-Αλέξανδρου)

Thursday, June 23, 2022
Ένας κοινός άγγελος
Αδιάφορο έως κακοφτιαγμένο σουλούπι, λίγα λόγια κι αυτά χαμηλών τόνων, ντύσιμο απλό χωρίς καμία επιτήδευση, κάποιες φορές και κιτς. Δε θα χρειαζόταν καθόλου φαντασία για να συμπεράνει ο παρατηρητής, πως καμία γυναίκα, -της προκοπής τουλάχιστον-, δε θα γυρνούσε ποτέ να τον κοιτάξει. Κι ακόμα, πως ολοφάνερα πρόκειται για έναν φιλήσυχο, ολίγον βολεμένο και οπωσδήποτε αυτάρκη άντρα, που η ζωή του κύλησε αδιάφορη γεμάτη μικρά επαναλαμβανόμενα μοτίβα με απουσία εξάρσεων.
Ωστόσο, όλα αυτά τα προφανή και ανώδυνα συμπεράσματα των ηλιθίων ισχύουν, όσο και το συμπέρασμα πως η γη είναι επίπεδη εφόσον ο ορίζοντας εκτείνεται στην ευθεία των ματιών μας.
Αυτός ο κοντός, ελαφρώς χοντρός και αρτσούμπαλος άντρας με τα βατραχίσια μάτια και τα πλατιά χείλη κάποτε παντρεύτηκε μία καλλονή που τον λάτρεψε όσο κι αυτός εκείνην. Μαζί της απέκτησε δύο παιδιά. Πάνω στη δεύτερη γέννα τον κάλεσαν επειγόντως στην κλινική γιατί κάτι δεν πήγαινε καλά. Μια αλλόκοτη αρρώστια μεταμόρφωνε ώρα την ώρα την καλλονή σε τέρας. Το ονειρεμένο σώμα της γέμιζε μελανιές και παραμορφωνόταν με ταχύτατο ρυθμό. Όταν την είδε δεν μπόρεσε να την αναγνωρίσει. Λίγες ώρες μετά η βασίλισσά του πέθανε στην αγκαλιά του.
"Είσαι λοιπόν στ' αλήθεια πουτάνα ρε ζωή;", αναρωτήθηκε τότε μέσα του, και απάντησε ευθύς αμέσως: "θα σε γαμήσω".
Από τότε κατέβαλλε μεγάλες προσπάθειες να μην αγαπήσει ξανά. Παρόλα αυτά η επιτυχία του στις γυναίκες ήταν αναμφισβήτητα σκανδαλιστική. Δεν άφησε ντόπιες στη μικρή επαρχία που έμενε, δεν άφησε ξένες που έρχονταν τα καλοκαίρια διψασμένες για θάλασσα και έρωτα. Οι φίλοι του τραβούσαν τα μαλλιά τους, κανείς δεν καταλάβαινε τι του βρίσκουν και πώς είναι δυνατόν να τον προτιμούν από μια ντουζίνα ωραιότερους και πλέον ελκυστικότερους εμφανισιακά άντρες. Μέγα μυστήριο αυτό που είχε πάνω του ο κύριος αυτός κι έπεφταν όλες με το πρώτο.
Γνωρίζοντάς τον δεν μου ήταν και τόσο δύσκολο να λύσω το αίνιγμα. Είχε πράγματι ένα σπάνιο χάρισμα. Αυτός ο άνθρωπος δεν είχε άμυνες. Του τις είχε αφαιρέσει όλες ο θάνατος. Και κατά δεύτερον, δεν έπαψε πραγματικά ποτέ να αγαπά τις γυναίκες και μάλιστα με τον τρόπο που εκείνες ήθελαν. Γνώριζε τη φύση της γυναίκας καλύτερα απ' όσο γνώριζε τον εαυτό του. Έκανε τα πάντα για να τους προσφέρει χαρά και απόλαυση με ευγένεια μοναδική. Ίσως να έπαιξε ρόλο και η μεγάλη του θλίψη, η απόγνωση που τον διακατείχε, χαρακτηριστικά ιδιαίτερα ελκυστικά στον κάθε άνθρωπο που δημιουργούν μια ιδιάζουσα ερωτική φύση αρκούντως θελκτική και πάντως ξεχωριστή. Γι' αυτό και άκρως ενδιαφέρουσα.
Στην πορεία της ζωής του έκανε έναν δεύτερο γάμο με μία ξένη, έναν τρίτο με μία Ελληνίδα. Ακολούθησαν διάφοροι αρραβώνες που δεν οδήγησαν σε γάμους, -δεν είχε εξάλλου και άλλα περιθώρια-, κι ένα πάθος που τον κυνήγησε και το κυνήγησε για χρόνια. Που του κατασπάραξε τα σωθικά ως οφείλει κάθε πάθος που σέβεται τον εαυτό του. Κάποτε τα άφησε όλα πίσω του κι έμεινε μόνος αφού έχασε ολάκερες περιουσίες, αφού μεγάλωσε σαν μάνα και πατέρας τα παιδιά του, διάβασε πολύ, λάτρεψε τη μουσική, έγινε συλλέκτης δίσκων που σπάνια άκουγε.
Έφτασε μια μέρα σε οριακό σημείο φτώχειας. Έκανε το σταυρό του κι αγόρασε ένα λαχείο. Κέρδισε τον πρώτο λαχνό και σώθηκε. Μια άλλη φορά για να κάνει δώρο σε μια ερωμένη του τη μέρα της γιορτής της και μη έχοντας λεφτά, πήγε κρυφά στον χρυσοχόο και του πούλησε τις κρυμμένες σ' ένα κουτί βέρες των πολλαπλών αρραβώνων του. Ο χρυσοχόος τον έκλεψε κι αυτός το ήξερε, αλλά το χρυσό δαχτυλίδι τής το πήρε. Μια τρίτη φορά που ο πόνος του ξέσκιζε τα σπλάχνα, -γιατί αυτός ο άντρας τα ζούσε όλα στον ακραίο τους βαθμό-, είδε στο δρόμο έναν γέρο. Σταμάτησε με το αμάξι και τον πήρε να τον πάει εκεί που θα ήθελε. Τον παρηγόρησε ο παππούς, του γλύκανε την ψυχή, έφτασε στον προορισμό του και κατέβηκε. Μόλις όμως κατέβηκε απ' το αμάξι εξαφανίστηκε. Τον έψαχνε από δω, τον έψαχνε από κει, πουθενά ο γέρος. Έσπαζε το κεφάλι του ο άντρας να θυμηθεί πού ήξερε αυτόν τον παππού, ώσπου θυμήθηκε. Δεν είχε πολλή ώρα που μπροστά στο εικόνισμά του είχε ανάψει κερί στο ξωκλήσι του βουνού και του είχε ζητήσει με όλη του την καρδιά βοήθεια. Ο Άη Νικόλας ήταν.
Μια φορά λίγο έλειψε να εγκληματήσει. Μια άλλη παρά τρίχα γλίτωσε τη φυλακή. Έσπασε άνθρωπο στο ξύλο γιατί πρόδωσε τη φιλία τους. Πολλές φορές χάρισε χρέη σε οφειλέτες. Σε γυναίκες ούτε λόγος να γίνεται. Από γενναιόδωρος μέχρι σπάταλος.
Τον συνάντησα πάλι πρόσφατα. Πάντα μιλούσαμε με ειλικρίνεια απ' την πρώτη στιγμή που γνωριστήκαμε κι ας βρεθήκαμε μέχρι σήμερα ελάχιστες φορές. Κυρίως μου μιλούσε αυτός. Και μιλούσε σπάνια σε κάποιον. Δεν άνοιγε εύκολα την πολυτάραχη παθιασμένη ψυχή του.
"Μόνος;" τον ρώτησα. "Ανδρέας και μόνος δεν γίνεται" μου απάντησε χαμογελώντας. "Προχθές μου είπε η γυναίκα πως μ' αγαπάει μετά από ένα μήνα σχέσης, κι εγώ της απάντησα, εμένα δε γίνεται να μη μ' αγαπήσεις, σε είχα προειδοποιήσει."
Βούρκωσα από χαρά και τον αγκάλιασα. Ναι, υπάρχουν άνθρωποι σ' αυτόν τον κόσμο που δεν είναι για να μένουν μόνοι και κυρίως δεν γίνεται να μην αγαπηθούν.
Προσωπικά δεν θα μπορούσα ποτέ να φανταστώ τον εαυτό μου ερωτικά στο πλάι του. Θα μπορούσα όμως άνετα να με φανταστώ να αφήνομαι στην αγκαλιά του και να βγάζω κάποια στιγμή τον πόνο μου. Κι απ' την άλλη καταλαβαίνω και όλες τις γυναίκες που τον ερωτεύτηκαν και τον αγάπησαν και τις δικαιολογώ απολύτως. Μεγάλης αγκαλιάς άντρας παρόλο το μικρό του δέμας. Βράχος άφοβος. Στήριγμα και απάνεμο λιμάνι που δε σκιάζεται πια φουρτούνες. Τόσο χώνεψε τον πόνο, τόσο κατάπιε τα πάθη της ζωής και τόσο αποδέχθηκε το διπλό της πρόσωπο που παρκάρει κάθε φορά το αυτοκίνητο στο σπίτι του με τη μούρη προς τα έξω ώστε να είναι έτοιμος ανά πάσα στιγμή να φύγει αν τύχει κάτι κακό και πρέπει να τρέξει για τον εαυτό του ή τους δικούς του.
Αυτός ο φαινομενικά κοινός άντρας είναι φιλόστοργος, καθαρός σαν παιδί, φιλότιμος όσο δεν πάει και περισσότερο από όλα, ταπεινός. Δεν έχει καμία απολύτως ιδέα για τον εαυτό του. Διαρκώς τονίζει πως είναι ένα "τίποτα" και το εννοεί.
Κι επειδή το πιστεύει το εννοεί, κάθε πρωί εδώ και είκοσι χρόνια, -από τότε που έχασε τη βασίλισσά του-, μόλις ξυπνήσει κι ανοίξει τα βατραχίσια μάτια του στο φως, κάνει τον σταυρό του και λέει: Σ' ευχαριστώ Θεέ μου που με αξίωσες να ξημερώσω... αξίωσέ με να βραδιάσω κιόλας..." Και το λέει με όλη του τη θέρμη που δεν είναι καθόλου κοινή όπως βέβαια και ο ίδιος...
Άραγε, υπάρχουν άνθρωποι κοινοί άνθρωποι. Ακούω προσεκτικά τον Πεσσόα να λέει: "Δεν υπάρχουν εξαιρέσεις, όλοι οι άνθρωποι είναι εξαίρεση σ' έναν κανόνα που δεν υπάρχει."
Στην ταινία του Κουροσάβα "Ο μεθυσμένος άγγελος" ένας γιατρός προσπαθεί να σώσει από τον αλκοολισμό έναν άντρα. Κάθονται σ' ένα μπαρ κι αφού τον έχει ζορίσει, ο αλκοολικός τον ρωτά: Τι θέλεις, ρε γιατρέ; Γιατί προσπαθείς να με σώσεις; Μήπως είσαι ο άγγελός μου;
Και ο γιατρός του απαντά: Δηλαδή εσύ νομίζεις ότι οι άγγελοι είναι ψηλές, ξανθιές κοπέλες ντυμένες στα μεταξωτά;
Δεν ξέρω αν υπάρχουν κοινοί άνθρωποι. Ξέρω όμως πως υπάρχουν κάποιοι λίγοι, μοναδικοί κι άλλο τόσο σπάνιοι κοινοί άγγελοι...
Friday, January 28, 2022
ΝΑΡ ΘΑ ΠΕΙ ΡΟΔΙ του Θωμά Κοροβίνη
Monday, January 3, 2022
Άλέξανδρος Παπαδιαμάντης +3/1/1911
«Καὶ ὁ μπαρμπα-Γιαννιὸς ἄσπρισεν ὅλος, κ᾽ ἐκοιμήθη ὑπὸ τὴν χιόνα, διὰ νὰ μὴ παρασταθῇ γυμνὸς καὶ τετραχηλισμένος, αὐτὸς καὶ ἡ ζωή του καὶ αἱ πράξεις του, ἐνώπιον τοῦ Κριτοῦ, τοῦ Παλαιοῦ Ἡμερῶν, τοῦ Τρισαγίου»
«Ὁ Ἔρωτας στὰ χιόνια»
Άλέξανδρος Παπαδιαμάντης 4/3/1851, Σκιάθος - 3/1/1911, Σκιάθος
Κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς κηδείας του Άλέξανδρου Παπαδιαμάντη χιόνιζε, καὶ τὸ φέρετρο, ποὺ μεταφερόταν ξεσκέπαστο ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν στὰ Μνημούρια, στρώθηκε μὲ χιόνι, σὰν σάβανο. Τὴ συνθήκη αὐτὴ εἶχε περιγράψει ὁ ἴδιος στὸ διήγημα «Ὁ Ἔρωτας στὰ χιόνια», ὅπου ὁ μπαρμπα–Γιαννιός, ὁ ἥρωας τοῦ διηγήματος, πεθαίνει σαβανομένος ἀπὸ τὸ χιόνι!
Δημήτρης Μαυρόπουλος - Ἐκδόσεις ΔΟΜΟΣ
Friday, December 24, 2021
Saturday, October 30, 2021
Με στολή κατακτητή και καρδιά αντιναζί Ν.Δ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΠΟΥΛΟΣ 23.10.2021
Friday, October 29, 2021
Δευτέρα 28 Οκτωβρίου 1940. - Γιώργος Θεοτοκάς - Αντίφωνο
“Κηφισιά, Δευτέρα 28 Οκτωβρίου 1940.
Ξυπνώ με τις καμπάνες, που σημαίνουν την κήρυξη του πολέμου και τον πρώτο συναγερμό. Ο ωραιότατος καιρός, οι καμπανοκρουσίες, κάποια κίνηση ιδιαίτερη, κάποια έξαψη, που αισθάνομαι αμέσως τριγύρω μου, στο σπίτι, στον δρόμο, στα άλλα σπίτια και στους κήπους, όλα αυτά προσδίδουν από την πρώτη στιγμή στην ημέρα, που αρχίζει μια όψη εορτάσιμη, πανηγυρική. Η πρώτη μου σκέψη είναι: “Το μεσημέρι, το αργότερο, θα έρθουν τα αεροπλάνα να μας βομβαρδίσουν”.
Ξεκινώ για την Αθήνα νωρίτερα από τη συνηθισμένη μου ώρα. Στο δρόμο, ενώ πηγαίνω προς τον Πλάτανο να πάρω το λεωφορείο, με συνοδεύει μια γριά προσφυγίνα, μαγείρισσα σε κάποιο σπίτι, που τρέχει να πάει στον Πειραιά να δει τι γίνονται τα παιδιά της. Είναι πανικόβλητη, μου μιλά για την καταστροφή της Σμύρνης, για τα πτώματα στους δρόμους.
Στο λεωφορείο διαβάζω την εφημερίδα και ξεχνιέμαι. Οι επιβάτες μιλούν για τον πόλεμο με πολλή ψυχραιμία και κάποτε με ευθυμία.
Μετά τους Αμπελόκηπους, μπαίνοντας στην Αθήνα, αντικρίζω την πρώτη πολεμική εικόνα και αισθάνομαι την πρώτη συγκίνηση της ημέρας. Μια στρατιωτική μονάδα φεύγει από τα Παραπήγματα. Οι στρατιώτες είναι άοπλοι. Είναι πολύ νέοι και καλά ντυμένοι. Γελούν, τραγουδούν, κάνουν σαν παιδιά, που ξεκινούν και πορεύονται σε μια ευχάριστη εκδρομή. Μες το λεωφορείο μια γυναίκα ξαφνικά αρχίζει να κλαίει με λυγμούς, μια άλλη κλαίει κρυφά, στρέφει το πρόσωπό της προς τα έξω, για να μην τη δουν.
Φτάνω στο γραφείο και ύστερα βγαίνω στην οδό Βουκουρεστίου. Παντού υπάρχει μια κίνηση ασυνήθιστη, αλλά τίποτε που να μοιάζει με φόβο. Ο κόσμος είναι γενναίος και εύθυμος, πηγαινοέρχεται στους δρόμους, συζητεί με θέρμη, αλλά χωρίς υπερβολική νευρικότητα.
Ξαναβρίσκω όλη την απάθειά μου, που είχε θαρρείς κλονιστεί για μια στιγμή στο λεωφορείο. Αισθάνομαι ότι ανήκω σ’ ένα σύνολο, που δεν έχασε την αυτοπειθαρχία του. Το αίσθημα αυτό μου γεννά κάποια υπερηφάνεια.
Στη γωνία Βουκουρεστίου και Σταδίου μια αρκετά μεγάλη διαδήλωση νέων έχει επιτεθεί στα γραφεία της ιταλικής αεροπορικής εταιρείας Ala Litoria. Σπάζουν τις πόρτες, μπαίνουν μέσα και τα σπάζουν όλα, γεμίζουν το δρόμο με συντρίμμια και χαρτιά. Το νεανικό πλήθος φωνάζει και γελά. Αισθάνομαι ότι μου μεταδίδει τον ενθουσιασμό του, φωνάζω και εγώ και γελώ.
Σιγά-σιγά η Αθήνα παίρνει το ύφος των μεγάλων εθνικών εορτών, κάτι που θυμίζει λ.χ. τα Εκατόχρονα της Ελληνικής Επανάστασης, αλλά πιο αυθόρμητα, πιο νεανικά. Καιρός θαυμάσιος, καταγάλανος ουρανός. Πλήθη νέων έχουν χυθεί στους κεντρικούς δρόμους με λάβαρα, σημαίες, δάφνες, μουσικές. Ο κόσμος συμμετέχει σ’ αυτές τις εκδηλώσεις, χειροκροτεί, ζητωκραυγάζει. Είχα πολλά, πάρα πολλά χρόνια να δω τέτοιον ενθουσιασμό στην Αθήνα. Αισθάνεται κανείς ένα πάθος μες τον αέρα, ένα φανατισμό, μια λεβεντιά. Ξύπνησε το ελληνικό φιλότιμο, είναι κάτι ωραίο. Και μια τέλεια εθνική ενότητα. Είναι η πρώτη φορά στη ζωή μου, που αισθάνομαι τέτοια ομόνοια να βασιλεύει στον τόπο.
Κανείς δεν σκέπτεται αυτή τη στιγμή ότι ο εχθρός είναι δέκα φορές ισχυρότερος, ότι ο θάνατος κρέμεται από πάνω μας μέσα σ’ αυτόν τον λαμπρό ουρανό. Αισθάνομαι μια μεγάλη αγάπη για τον ελληνικό λαό, μια αγάπη γεμάτη αλληλεγγύη, στοργή και αντρική εκτίμηση. Είναι ένας όμορφος, λεβέντικος, ευγενικός και έξυπνος λαός, είναι ένας λαός που αξίζει περισσότερο από ορισμένους μεγάλους λαούς του κόσμου και ασφαλώς πολύ περισσότερο απ’ αυτούς τους ξιπασμένους, που ξεκίνησαν σήμερα να μας κατακτήσουν.
Μου κάνει εντύπωση πως όλες οι εκδηλώσεις της Αθήνας σήμερα, ακόμα και οι εκδηλώσεις που έχουν ένα τόνο μίσους και βίας, γίνονται με κάποιο ύφος αυθόρμητης ευγένειας, με κάποια αξιοπρέπεια, με κάποιον ορμέφυτο πολιτισμό, που απεχθάνεται τη χυδαιότητα. Στις κρίσιμες ώρες οι Ελληνες βρίσκουν τον πιο αληθινό εαυτό τους, ενώ στις ομαλές περιπτώσεις συμβαίνει τόσο συχνά να τον ξεχνούν!
Επιστρέφω στο γραφείο ύστερα από αρκετή ώρα, αφού συναντώ στην οδό Σταδίου ένα σωρό φίλους, τον Κατσίμπαλη, τον Δημαρά, τον Σεφέρη, τον Ελύτη και άλλους.
Στον δρόμο με βρίσκει συναγερμός. Δεν κάνει αίσθηση σε κανέναν, ο κόσμος περιδιαβάζει σαν να μη συνέβαινε τίποτα, ψάχνει να δει τα αεροπλάνα στον ουρανό. Οταν φτάνω στο γραφείο, αντηχούν τα πρώτα αντιαεροπορικά πυρά, που μοιάζουν πολύ κοντινά. Κατεβαίνει όλη η πολυκατοικία στο καταφύγιο.
Ξαναβγαίνω σε λίγο και συναντώ τον Σαραντίδη και τον Βακαλόπουλο. Ο τελευταίος συγκρίνει την εορτάσιμη όψη της Αθήνας με την όψη που είχε το Παρίσι τη μέρα που η Γαλλία κήρυξε τον πόλεμο και μιλά για την κατήφεια και τη μελαγχολία των Γάλλων. Υστερα συναντώ τον διπλωμάτη Νικολαρεΐζη, που μόλις έφτασε από το Αργυρόκαστρο, όπου ήταν υποπρόξενος. Μου κάνει λόγο για τη στρατιωτική κατάσταση στην Ηπειρο, για το χαμηλό ηθικό των Ιταλών, για το εξαίρετο ηθικό των δικών μας. Στον δρόμο ξανά συναγερμός, αντιαεροπορικά πυρά κλπ. Πηγαίνω στο σπίτι, προσπαθώ να διαβάσω Σολωμό, ενώ αντηχεί ξανά συναγερμός. Κλείνω το βιβλίο, αλλά μένω στο δωμάτιό μου και δε συλλογίζομαι να βγω έξω και να προφυλαχτώ.
Αργότερα περιδιαβάζω στην Αθήνα, παρακολουθώ την κίνηση των επιστράτων, που πηγαίνουν συνεχώς να καταταγούν. Γελούν, φλυαρούν, χειρονομούν ζωηρά. Ως τις 5μ.μ. περίπου που φεύγω για την Κηφισιά, η Αθήνα διατηρεί την εορτάσιμη όψη της.
Το βράδυ επικράτησε μαυρίλα και ησυχία βαριά. Παράξενη ησυχία. Περίμενα ότι θα είχαν συμβεί περισσότερα γεγονότα. Στην Πάτρα σκότωσαν τα αεροπλάνα αρκετό κόσμο και εξάλλου έχομε και τη νύχτα μπροστά μας. Αν ζήσομε, θα έχομε να διηγούμαστε ενδιαφέρουσες ιστορίες…”
Friday, June 11, 2021
Δεν είσαι ασφαλής αν δεν είναι όλοι ασφαλείς ΧΑΡΙΔΗΜΟΣ Κ. ΤΣΟΥΚΑΣ*
Οι αστροναύτες του «Apollo 11» (1969) ανέφεραν ότι, βλέποντας για πρώτη φορά τη Γη από το Διάστημα, βίωσαν μια σημαντική αλλαγή στη συνείδησή τους: συνειδητοποίησαν την ενιαιότητα και τη μοναδικότητα της Γης στο σκοτεινό σύμπαν. «Ενα υπέροχο κόσμημα στον μαύρο, βελούδινο ουρανό», παρατήρησε ποιητικά ένας από αυτούς, ο Μπαζ Ολντριν. Πήγαν στη Σελήνη αλλά ανακάλυψαν τη Γη! Αυτή η νέα οπτική γωνία ήταν η απαρχή
δημιουργίας πλανητικής συνείδησης.
Η οικουμενική εμπειρία της πανδημίας υπογραμμίζει κάτι αντίστοιχο – τη βαθιά αλληλεξάρτηση των ανθρώπινων ενοίκων του πλανήτη. Παραδοσιακά ήταν οι φιλόσοφοι και οι λογοτέχνες αυτοί που
Πώς τη διαχειριζόμαστε; Ανθρώπινα, δηλαδή αντιφατικά: και δημιουργικά και στερεότυπα, και αλτρουιστικά και ιδιοτελώς. Ωστόσο, τα δύο σκέλη των ζευγών δεν είναι ισοδύναμα: ενστικτωδώς προκρίνουμε το οικείο και το συμφέρον. Η επιμονή της πανδημίας, όμως, μας ωθεί να αποκτήσουμε οικουμενική προοπτική, όχι μόνο γιατί είναι ηθικώς επιβεβλημένο αλλά και γιατί είναι υγειονομικά συμφέρον. Με νοιάζει η υγεία των Ινδών λ.χ. διότι επηρεάζει τη δική μου (ήδη η ινδική μετάλλαξη του κορωνοϊού κυριαρχεί στη Βρετανία), όπως μεριμνώντας για την υγεία μου προστατεύω τη δική
σου. Αλληλεξάρτηση σημαίνει σχέση – υπάρχω επειδή υπάρχεις. Σχετίζομαι μαζί σου θα πει ότι η συμπεριφορά μου δεν αντανακλά μόνο τις δικές μου επιθυμίες αλλά συνδιαμορφώνεται από τις δικές σου. Στο μέτρο που η σχέση υποδηλώνει διάρκεια, μετέχουμε σε ένα επαναλαμβανόμενο «παίγνιο»:
δεν μας νοιάζει μόνο το σήμερα αλλά και το αύριο· να εκταθεί η σχέση στον χρόνο. Η πρώτιστη ευθύνη κάθε. κυβέρνησης είναι, ευλόγως, η υγεία του πληθυσμού της. Ποιες χώρες είναι (ή γρήγορα γίνονται) οι πιο καλά εμβολιασμένες; Οι πλουσιότερες. Ποιες έχουν μείνει πίσω; Οι φτωχότερες. Παγκοσμίως, έχουν χορηγηθεί 26 δόσεις εμβολίων ανά 100 κατοίκους. Οι ανισότητες στην κατανομή τους είναι εντυπωσιακές: οι 29 φτωχότερες χώρες, με το 9% του παγκόσμιου πληθυσμού, έχουν λάβει το 0,3% των δόσεων. Διαφορετικά: το 85% των εμβολιασμών έχει γίνει σε χώρες άνω του μεσαίου εισοδήματος, ενώ μόνο το 0,3% έγινε σε χώρες χαμηλού εισοδήματος. Εν ολίγοις: οι πλούσιες χώρες πραγματοποίησαν τους περισσότερους εμβολιασμούς. Ηδη άρχισαν να εμβολιάζουν, χωρίς να είναι απολύτως απαραίτητο, και τους εφήβους τους, τη στιγμή κατά την οποία υπάρχουν δισεκατομμύρια ανεμβολίαστοι ενήλικες διεθνώς. Το στενό εθνικό συμφέρον παρακάμπτει την κοσμοπολίτικη ηθική της αλληλεξάρτησης.
Κανείς, όμως, δεν προστατεύεται πλήρως αν δεν προστατευθούν όλοι – οι μεταλλάξεις ταξιδεύουν ταχύτατα. Ξέρουμε ότι τα εμβόλια σώζουν ζωές. Με το 50% των Αμερικανών πλήρως εμβολιασμένο, τα κρούσματα μειώθηκαν τουλάχιστον δέκα φορές. Ωστόσο, η υπάρχουσα παραγωγή εμβολίων δεν αρκεί. Χρειάζονται 11 δισ. εμβόλια παγκοσμίως, ενώ μέχρι σήμερα έχουν διατεθεί 2 δισ. Εν τω μεταξύ, η πανδημία καλπάζει, ιδιαίτερα στην Αφρική, την Ασία και τη Λατινική Αμερική. Απαιτείται επείγουσα δράση. Η COVAX, η διεθνής υπηρεσία για την τροφοδοσία φτωχών χωρών με εμβόλια, πρέπει να ενισχυθεί από τις πλούσιες χώρες. Ενας κόσμος χωρίς κορωνοϊό θα είναι προσοδοφόρος για τις ανεπτυγμένες οικονομίες – σε 3,6 τρισ. δολάρια υπολογίζει το όφελος το ΔΝΤ.
Σε αυτή την προβληματική εντάσσεται η προσωρινή άρση των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας των φαρμακευτικών εταιριών. Αν και αυτό το μέτρο δεν θα λύσει από μόνο του το πρόβλημα (παραμένει το θέμα των πρώτων υλών, ενώ η συναφής τεχνογνωσία δεν μεταφέρεται εύκολα), θα συμβάλλει στην επίλυσή του. Σκεπτόμενες στενά ιδιοτελώς (δηλαδή, μη σχεσιακά), οι εταιρείες αντιδρούν. Τα επιχειρήματά τους συνιστούν φενακιστική ιδεολογική κατασκευή.
Ο κ. Μπουρλά, επικεφαλής της Pfizer, δήλωσε: «Ο μόνος λόγος για τον οποίο έχουμε εμβόλια τώρα είναι γιατί υπάρχει ένας ζωντανός ιδιωτικός τομέας. Η ζωντάνια του, η ψυχή του,είναι η προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας». Παραβλέπει, ωστόσο, τα εξής. Πρώτον, η προσωρινή άρση των πατεντών προβλέπεται από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου (ΠΟΥ). Δεύτερον, εφαρμόστηκε από τον ΠΟΥ το 2003, στην περίπτωση φαρμάκων κατά του HIV, χωρίς καμία επίπτωση στην ευημερία της φαρμακοβιομηχανίας. (Από το εμβόλιο η Pfizer αναμένει έσοδα $26 δισ. φέτος). Και τρίτον, η ανάπτυξη του εμβολίου κατέστη εφικτή με πολύπλευρη κρατική υποστήριξη (μερική χρηματοδότηση, εκτεταμένη προαγορά, ταχύτατη ρυθμιστική έγκριση, νομική προστασία από διώξεις). Το ερώτημα είναι: πώς μπορεί η θεμιτή εταιρική επιθυμία για κέρδος να ενσωματώσει την πιεστική ανάγκη για ταχύτατο παγκόσμιο εμβολιασμό, δηλαδή την ιδέα ότι το εμβόλιο συνιστά οικουμενικό αγαθό;
Η αναγνώριση της αλληλεξάρτησης δίνει προτεραιότητα στην ηθική της ευθύνης – απαιτεί γνωστική ευρυχωρία, μακροχρόνιο ορίζοντα, μέριμνα για τον αδύναμο, θεσμούς διαχείρισης των παγκόσμιων δημόσιων αγαθών. Εχουμε ευθύνη, ιδιαίτερα οι πλούσιοι και ισχυροί, να προστατεύουμε τον παγκόσμιο ιστό της ζωής.
- Ο κ. Χαρίδημος Κ. Τσούκας (www.htsoukas.com) είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Κύπρου και ερευνητής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Warwick.
- Μας το έστειλε ο π. Βασίλειος Χριστοδούλου
Saturday, May 15, 2021
Ο ΠΑΤΕΡΑΣ του Κώστα Λάνταβου
Τον αγαπούσα πολύ. Χέρι δεν σήκωσε πάνω μου. Ποτέ.
Όταν απειθαρχούσα με δυό λόγια κοφτά, καίρια, αποκαθιστούσε την τάξη. Τον αγαπούσα, ήμουν βέβαιος, αν και πολύ νέος για βεβαιότητες όταν άφησε τα εγκόσμια.
Περιέργως όμως, ο χαμός του δεν με διέλυσε. Η απουσία του, αισθητή ασφαλώς, δεν ταρακούνησε τον μέσα μου κόσμο. Δεν έφερε δυστυχία, απόγνωση, εγκατάλειψη, μοναξιά. Ένα κενό στην αρχή το άφησε, αλλά η ορμή της νιότης και η δίψα για ζωή γρήγορα έφεραν την ισορροπία.
Στην αρχή είχα ενοχές που δεν ένοιωθα συντριβή. Αναρωτιόμουν αν τον είχα αγαπήσει αρκετά.
Αργότερα όμως κατάλαβα πως τα είκοσι χρόνια που ζήσαμε μαζί ήταν μάλλον επαρκή να μου εμπνεύσουν την αγάπη και τον σεβασμό μου για εκείνον και να σφυρηλατήσουν εντός μου την πλήρη αποδοχή.
Κι αυτό ήταν έργο δικό του.
Δεν ήταν μόνο ο πατέρας.
Ήταν ο πρώτος και συνάμα ο καλύτερός μου φίλος μέχρι τη μέρα που έφυγε.
Όταν έφυγε ο πατέρας ήμουν εικοσιενός. Είπα τότε στον εαυτό μου: «Πάει, αυτό ήταν! Πρέπει να μάθεις να ζεις χωρίς πατέρα».
Νόμιζα πως θα ήταν δύσκολο. Ήταν. Όχι πάντως όσο στην αρχή υπολόγιζα. Και σ’ αυτό με βοήθησε η αγάπη που του είχα. Η όμορφη και ήρεμη σχέση μας με τροφοδοτούσε για πολύν καιρό ακόμα κι αυτό απάλυνε τον πόνο της απώλειας, γλύκαινε την πίκρα της απουσίας. Οι αναμνήσεις που έχω από εκείνον ακόμα και σήμερα μου φέρνουν μια γλυκιά νοσταλγία, ένα αίσθημα ευφορίας, ένα αυθόρμητο ευχαριστώ για ό,τι στάλαξε στην ψυχή μου.
Τον αγαπούσα περισσότερο απ’ όσο νόμιζα. Ποτέ δεν με πίεζε, μάλλον με έπαιζε με μιαν αρσενική τρυφερότητα που ημέρευε κάθε πιθανή εναντίωση. Δεν με νουθετούσε, μου μιλούσε με ιστορίες που έμοιαζαν με τις παραβολές του Ιησού. Δεν του άρεσαν οι συμβουλές. Εκείνος είχε ορφανέψει στα επτά του χρόνια, και χωρίς πατρικό πρότυπο είχε γίνει ένα ατίθασο πλάσμα. Δεν έπαιρνε από συμβουλές, δεν τις καταλάβαινε, του έφερναν αλλεργία. Πώς λοιπόν να τις απευθύνει στα παιδιά του. Μάλλον διαισθανόταν πως αρκούσε να είναι ο ίδιος σωστός.
Τον αγαπούσα. Έλειπε όλη την ημέρα στη δουλειά. Έφευγε χαράματα και γύρναγε σχεδόν νύχτα. Τα περισσότερα βράδυα πήγαινα στο ΚΤΕΛ και τον περίμενα να γυρίσουμε μαζί στο σπίτι. Το καλοκαίρι επέστρεφε με διάφορα ζαρζαβατικά, κανένα καρπούζι ή πεπόνι και τον βοηθούσα στο κουβάλημα. Πόσο όμορφα ένοιωθα! Αληθινές στιγμές ευτυχίας!
Έλειπε πολλές ώρες στη δουλειά. Τον έβλεπα λίγο. Τον χαιρόμουν μόνο τις Κυριακές. Τότε οι άνθρωποι δούλευαν έξι μέρες, το πενθήμερο ο πατέρας δεν το πρόλαβε. Για να τον βλέπω λοιπόν περισσότερο δεν έβγαινα έξω με τους συμμαθητές μου, δεν έκανα φίλους. Καθόμουν σπίτι να χορταίνω τη συντροφιά του. Κι όχι μόνο δεν με στενοχωρούσε αυτή η κατάσταση, απεναντίας με γέμιζε, με ηρεμούσε και καμάρωνα που ο μεροκαματιάρης γονιός μου έβρισκε χαρά κουβεντιάζοντας μαζί μου. Του άρεσε να του διαβάζω την τοπική εφημερίδα. Δεν ήξερε γράμματα, κατάφερνε να χαράξει μόνο το ονοματεπώνυμό του. Ύστερα από τα νέα του Τύπου, αράδιαζε με σκωπτική διάθεση όσα περίεργα ή αξιομνημόνευτα είχαν συμβεί στη δουλειά του. Στο τέλος – κι εδώ ήταν το φόρτε του – έπιανε τις ιστορίες από τον πόλεμο στην Αλβανία. Βέβαια. Ήταν πολεμιστής του αλβανικού έπους, είχε φτάσει μέχρι το Τεπελένι. Και φούσκωνε από περηφάνεια. «Άχ, μπήκαν οι Γερμανοί και οπισθοχωρήσαμε. Ειδεμή θα τους είχαμε ρίξει στη θάλασσα τους μακαρονάδες». Το έλεγε με τόσο καημό, σαν να τον ενοχλούσε που άφησαν μια δουλειά στη μέση…
Τον είχε τόσο σημαδέψει ο πόλεμος του ΄40 που είκοσι χρόνια μετά, και περισσότερα, δεν μπορούσε να ξεκολλήσει. Είχα μάθει κάθε λεπτομέρεια της πολεμικής του δράσης. Κάθε 28η Οκτωβρίου σηκωνόταν πολύ πρωί, ξυριζόταν κόντρα, πάντα κόντρα, από εκείνον το πήρα κι εγώ, κοστουμαριζόταν κι έβγαινε με τους πρώτους στην πλατεία και έπιανε θέση ακριβώς πίσω από τις θέσεις των αναπήρων και παρακολουθούσε την παρέλαση έμπλεος τιμής και δόξης. Πριν φύγει απ’ το σπίτι τον πείραζα για το επίσημο ντύσιμό του κι αυτός μου αντέτεινε: «Σήμερα γιορτάζω εγώ και η γενιά μου που πολεμήσαμε στην Αλβανία! Σήμερα είμαι στην τρίχα. Δες τσάκιση στο παντελόνι. Κόκορα σφάζει».
Ένα άλλο του καμάρι ήταν η μεγάλη του ευχέρεια στο τραγούδι. Στο Δημοτικό τραγούδι. Καταγόταν από γενιά σπουδαίων τραγουδιστών. Τα αδέλφια του και δυό τρεις θείοι του τραγουδούσαν υπέροχα. Στο ορεινό χωριό των Τζουμέρκων, όπου γεννήθηκαν και μεγάλωσαν, έκαναν θραύση. Το ίδιο και στη Θεσσαλία όπου μετοίκησαν. Ήταν περιζήτητοι στα γλέντια. Ο ίδιος ήταν αγαπημένος τραγουδιστής του περίφημου Θεσσαλού κλαρινίστα, του Βάϊου Μαλλιάρα. Τον καλούσε σε γάμους και πανηγύρια. Αμισθί πάντα. Ποτέ δεν γύρευε αμοιβή. Τραγουδούσε για το κέφι του. Νόμιζε πως το χρήμα μόλυνε την αγάπη του για το τραγούδι. Ο Μαλλιάρας μάλιστα του πρότεινε να κατέβουν στην Αθήνα να βγάλουν δίσκο με δημοτικά τραγούδια, αλλά, όπως μου έλεγε «δεν μ’ άφησε η μάνα σου, μην μπλέξω με γυναίκες στην Αθήνα και με χάσει». Το έλεγε αυτό και υπομειδιούσε αυτάρεσκα. Τελευταία φορά μου τραγούδησε, βαριά άρρωστος, είκοσι μέρες πριν «φύγει». «Έλα δω να σου πω τον Μάρκο παν στην εκκλησιά τον Μάρκο παν στο μνήμα», μου είπε με την αδυνατισμένη του φωνή, λες και ήθελε να μου επισημάνει το επερχόμενο τέλος. Το είπε μάλλον ξεψυχισμένα και οι δυό προσποιηθήκαμε πως δεν συγκινηθήκαμε…
Τον αγαπούσα. Ήταν μειλίχιος άντρας, όμορφος, αν και ο ήλιος – δούλευε πάντα στο ύπαιθρο - τον είχε τσακίσει, τον είχε γεράσει πρόωρα. Πάντα φρόντιζε τον εαυτό του. Και με παρότρυνε να κάνω το ίδιο. «Η καλή εμφάνιση, μου έλεγε, έχει να κάνει. Προδιαθέτει τον άλλο θετικά. Αυτό μου το έμαθε ο Δαβίδος στη Γεωργική Σχολή όταν δούλευα μαζί του στ’ άλογα. Ήξερε αυτός, ήταν Ρώσος άρχοντας, άνθρωπος του τσάρου». Όταν αργότερα, φοιτητής, του διάβασα τον Λιάπκιν του Καραγάτση, δεν μπορούσε να πιστέψει πως ο επιστάτης «επιβητόρων ίππων», ο Νταβίντ Λιάπκιν, ο δικός του Δαβίδος είχε γίνει μυθιστορηματικός ήρωας. «Έτσι ήταν όπως τα γράφει, μπράβο του τού συγγραφέα. Λεβέντης, κεμπάρης άντρας, γυναικάς, αριστοκράτης, ήταν αυτός ο Ρώσος. Όλοι μας τον θαυμάζαμε».
Τον αγαπούσα τον πατέρα. Ήταν ντόμπρος άντρας. Αργότερα κατάλαβα και ερωτικός. Σεβόταν πολύ τις γυναίκες. Τις φλέρταρε όλες, σχεδόν όλες, μ’ ένα ανάλαφρο παιγνιώδες ύφος που μπορεί να μη σήμαινε τίποτα, μπορεί όμως και πολλά. Όπως το ερμήνευε η καθεμιά. Γενικότερα όμως υπήρξε πειραχτήρι, ενίοτε ελαφρώς είρων και καμιά φορά σαρκαστικός. Αλλά πάντοτε υπονόμευε τον λόγο του φορώντας το πιο αθώο του χαμόγελο.
Και σήμερα ακόμα μου λείπει. Πάντα μου έλειπε. Αλλά όχι μ’ έναν τρόπο μίζερης απώλειας. Μου έλειψε και μου λείπει η ξένοιαστη αύρα του που έκανε τη ζωή μας ένα δροσερό κι ευχάριστο πέρασμα.
* Δημοσιεύτηκε στο 65ο τεύχος του περιοδικού Δέκατα με θέμα την Απώλεια.
Friday, February 19, 2021
Το χρέος - Βασιλική Νευροκοπλή - Διήγημα στο περιοδικό Δίοδος.
Δεν έχεις παράπονο. Πλυμένος, καθαρός, με τα ωραία σου χρυσάνθεμα σε φρέσκο δροσερό νερό. Ξαναμπήκαν τα πράγματα στη θέση τους. Ας κάτσω τώρα να στα πω όλα με τη σειρά. Έλα, μη μου κρατάς κακία. Μόνο τρεις μέρες σ’ άφησα στα χέρια της κυρά Μαρίκας. Σου φάνηκαν αιώνας, ε; Εμένα να δεις. Μια χαρά όμως σε φρόντισε. Δε σου ’λειψε τίποτα. Πρώτη φορά μετά από δέκα χρόνια, θα μου το συγχωρέσεις, έτσι; Κι υπόσχομαι να μην ξανασυμβεί. Εσύ καταλαβαίνεις. Καλύτερα απ’ όλους καταλαβαίνεις. Ξέρεις τι ήτανε για μένα ο πρίγκιπας. Ξέρεις πόσα χρόνια δεν μπορούσα να του ανταποδώσω κάτι για όλα αυτά που έκανε για μένα. Ήταν αδύνατον. Ήταν πάνω απ’ τις δυνάμεις μου. Θα στα πω απ’ την αρχή. Τα περισσότερα τα ξέρεις. Άλλο όμως να τα ξέρεις κι άλλο να στα λέω.
Εσύ το χώμα το αγαπούσες από μικρός. Ήταν το αγαπημένο σου παιχνίδι. Ο καλύτερος φίλος σου. Εγώ όμως δεν το αγάπησα ποτέ. Ο χειρότερος εχθρός μου ήταν. Και πώς να τ’ αγαπήσω; Εσύ όταν χόρταινες το παιχνίδι, ερχόσουν να σε πλύνει η μάνα σου στο σπίτι. Κι είχες ένα σπίτι κανονικό. Με πάτωμα, με σκάλες, με δωμάτια και στέγη. Εγώ μέρα νύχτα πολιορκημένος απ’ το χώμα ήμουν. Έξω απ’ το σπίτι χώμα, μέσα στο σπίτι χώμα. Μια παράγκα όλη κι όλη. Και πάνω απ’ το καψερό μου κεφάλι αντί για στέγη ελενίτ στην παράγκα του Παλιού Σταθμού. Ήθελα να ξεφύγω. Κι απ’ το χώμα να ξεφύγω κι απ’ το ελενίτ να ξεφύγω. Έβρεχε κι απ’ το θόρυβο δεν κοιμόμουν. Το πύρωνε ο ήλιος και ψηνόμασταν σαν σαρδέλες. Κι άμα χιόνιζε, η παράγκα γινόταν καταψύκτης. Να ξεφύγω κι απ’ τη μοίρα του πατέρα μου ήθελα. Με το βελόνι προσπαθούσε ο έρμος να μας θρέψει. Μέρα νύχτα σκυμμένος πάνω απ’ τα ρούχα. Δεν πα να ’ταν σπουδαίος ράφτης. Δε πα να δούλευε κι η μάνα στο καπνεργοστάσιο. Τσίμα τσίμα τα φέρναμε βόλτα. Όσο να πληρώνουμε το νοίκι της παράγκας και να γεμίζει ο τέντζερης για δυο πιάτα, που τα μοιραζόμασταν ένα οι γονείς μου κι ένα εγώ με την αδερφή μου. Άντε κι ένα τρίτο για τους άπορους της γειτονιάς, που δεν είχαν μήτε κι αυτό. Υπάρχουν και χειρότερα, έλεγε η μάνα μου όταν έφευγαν. Και τότε μια φωνή μέσα μου ούρλιαζε, υπάρχουν και καλύτερα. Κι όλα αυτά μέχρι που παράτησα το σχολείο και βγήκα στη δουλειά. Οχτώ χρονώ παιδί έβγαζα με τα κουλούρια δέκα φορές περισσότερα απ’ αυτά που έβγαζε ο πατέρας με το βελόνι. Κι έτσι ξεκίνησε η μάνα μου να φτιάχνει την προίκα της αδερφής μου. Της έδινα ό,τι έβγαζα κι ήμουν περήφανος. Όχι μόνο για τα λεφτά. Το ξέρεις πως δεν ήταν μόνο τα λεφτά που μ’ έκαναν περήφανο. Ήταν οι δρόμοι, το αλισβερίσι, ο κόσμος. Ο κόσμος που κυκλοφορoύσε έξω απ’ τα στενοσόκακα, τα χώματα και τη μιζέρια τους. Ο άλλος κόσμος. Όπως ο αμερικάνικος στόλος, που όταν ερχόταν στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης έτρεχα να οδηγήσω τους ναύτες στα μπορντέλα, για να μου δώσουν κανένα πακέτο τσιγάρα, να το μοσχοπουλήσω. Στα δεκατέσσερα ήμουν πια σίγουρος. Εγώ ήμουν γεννημένος για έμπορος. Μη μ’ έκλεινες εμένα σε τέσσερις τοίχους. Θα πέθαινα. Αλλά η γιαγιά σου, την ξέρεις τώρα, φοβήθηκε. Φοβήθηκε τους δρόμους και τα τσιμέντα τους. Φοβήθηκε το αλισβερίσι. Φοβήθηκε και τον κόσμο. Τον άλλο κόσμο. Αυτόν που δεν πατούσε στο χώμα. Που ταξίδευε με τα καράβια, τα τρένα και τ’ αεροπλάνα.«Θα μου το χαλάσουν το παιδί», είπε μια μέρα στον πατέρα μου που πάντα την άκουγε σιωπηλός. «Μάνα του είμαι, πρέπει να το σώσω». Και πήγε στον μαστρο-Νικόλα και τα κουβεντιάσανε. «Πάρ’ το στη δούλεψή σου. Φαίνεται τζαναμπέτης, αλλά είναι καλό παιδί και τα παίρνει εύκολα. Θα στρώσει». Κι εκείνος συμφώνησε. Δε σήκωνε και πολλά πολλά η κυρά Λένη. Ποιος θα της αρνιόταν; Όταν γύρισε σπίτι και μου τα ’πε, έπεσα να πεθάνω. Αλλά κουβέντα δεν είπα. Και τι μπορούσα να πω; Η τρυπητή κουτάλα θα πήγαινε σύννεφο. Εσύ δεν ξέρεις τι σημάδια αφήνει μια τρυπητή κουτάλα. Μια βδομάδα δεν μπορείς να κάτσεις πουθενά. Ευτυχώς που δεν ξέρεις. Την άλλη μέρα πήγα στον μάστορα με κατεβασμένο το κεφάλι. Μούγκα. Εγώ που διαλαλούσα την πραμάτεια μου και μ’ άκουγαν από τον Παλιό Σταθμό μέχρι το Βαρδάρι, δεν μπορούσα πια να βγάλω άχνα. Το μόνο που κατάφερα να ψελλίσω ήταν, «είμαι ο γιος της κυρά Λένης». «Έλα, παιδί μου», είπε ο μάστορας. Κι αυτό ήταν. Κλείστηκα στους τέσσερις τοίχους σαν ποντικός που πιάστηκε στη φάκα. Κι έμεινα στη φάκα μέχρι τα είκοσι. Έμαθα τη δουλειά, έμαθα και τρόπους. Ο μάστορας ήταν δάσκαλος. Δάσκαλος της δουλειάς και της ζωής. Τα ξέρεις. Δεν τ’ ακούς πρώτη φορά. «Σαν κορίτσια θα μπαίνετε στα σπίτια. Δεσποινιδούλες θα είσαστε. Κι ούτε φωνές ούτε σκουπίδια. Όταν θέλετε κάτι θα ψιθυρίζετε και πριν φύγετε θα τα σκουπίζετε όλα». Κι άλλα πολλά μας έλεγε ο συγχωρεμένος. Άκουγα, μάθαινα, πρόκοβα. Μια μέρα κλώτσησα ένα μαδέρι, γιατί σκόνταψα πάνω του κι έπεσα. Ήταν η μόνη φορά, που ο μάστορας με χτύπησε. Σήκωσε το μαδέρι από κάτω και μου το κόλλησε στο στόμα. «Φίλα το βρε» μου ’πε, κι εγώ το φίλησα. «Αυτό σου δίνει ψωμί». Κι έτσι έμαθα να τιμώ τα ξύλα και τη δουλειά. Τον αγάπησα τον μάστορα. Δέθηκα μαζί του. Χρυσός άνθρωπος ήτανε. Μαζί του περνούσα περισσότερες ώρες απ’ όσες με τον πατέρα μου. Μ’ αυτόν βγήκα στη ζωή. Αυτός μ’ έκανε άνθρωπο. Αλλά οι τέσσερις τοίχοι στο μαραγκούδικο δεν έπαψαν ούτε μια μέρα να με πνίγουν. Ο Παλιός Σταθμός μ’ έπνιγε. Το χώμα κάτω απ’ τα ξυλιασμένα μου πόδια και το ελενίτ πάνω απ’ το ξυρισμένο μου κεφάλι μ’ έπνιγαν και νόμιζα πως θα σκάσω. Μέχρι που έγινα είκοσι. Και στα είκοσι δεν ακούς πια τη μάνα σου. Κι εσύ τη δική σου δεν την άκουγες. Έπαιρνες τη μηχανή κι όπου φύγει φύγει. Πήρα κι εγώ τα μάτια μου κι ήρθα εδώ ν’ αλλάξω τη ζωή μου. Να ξεφύγω. Ν’ ανασάνω.
Χτίζανε τότε ξενοδοχεία κι είχαν ανάγκη από μαστόρους. Έπιασα αμέσως δουλειά. Στην αρχή έπαιρνα εργολαβίες, μετά έφτιαξα το δικό μου μαραγκούδικο. Θα μου πεις, τέσσερις τοίχοι δεν ήταν πάλι; Ήταν. Και βέβαια ήταν. Αλλά ήταν οι δικοί μου τοίχοι. Κι όποτε ήθελα έμπαινα κι όποτε ήθελα έβγαινα. Δεν ήταν το ίδιο. Κι εξάλλου, αυτούς τους τοίχους τους έφτιαξα για κείνον. Όλοι οι τοίχοι για τον «Πρίγκιπα» ήταν. Με πήρε να δουλέψω για τα ξενοδοχεία του. Δεν ήταν ούτε οι δουλειές ούτε τα χρήματα, που τόσα δεν είχα δει ούτε στον ύπνο μου. Ήταν που αυτός ο άνθρωπος ήταν απ’ άλλο κόσμο. Ένα κόσμο μαγικό. Όχι σαν τον κόσμο του παλιού σταθμού, ούτε σαν τον κόσμο που ταξίδευε με τ’ αεροπλάνα και τα πλοία. Απ’ άλλο πλανήτη ήταν. Μπορεί κι απ’ το φεγγάρι. Και για χάρη του κατέφτανε εδώ ένα πλήθος ανθρώπων. Κόσμος ξένος, απρόσιτος, λαμπερός. Με άλλα ρούχα, άλλες συνήθειες, άλλες γλώσσες. Κι ερχόνταν οι φίλοι του Πρίγκιπα στα ξενοδοχεία του κι εγώ τους κρυφοκοίταζα σαν χαζός. Καλλιτέχνες, επιστήμονες, πολιτικοί, τι δεν ήταν. Απ’ την Ευρώπη, απ’ την Αμερική, δεν ξέρω κι εγώ από πού αλλού. Αυτοί έρχονταν για ν’ αλλάξουν τον αέρα τους κι ούτε υποψιάζονταν πως άλλαζαν και τον δικό μας. Τότε θαρρείς και ξύπνησαν μέσα μου δυνάμεις, που μέχρι τότε κοιμούνταν. Δούλευα μέρα νύχτα. Σαν μεθυσμένος δούλευα. Σαν ερωτευμένος. Με παγωνιές, με βροχές και λιοπύρια. Τότε για πρώτη φορά στη ζωή μου ονειρεύτηκα. Ακόμα και το όνειρο, γιε μου, θέλει μια μαγιά. Χωρίς μαγιά, όνειρο δεν ζυμώνεις. Το αλεύρι είναι ό,τι κουβαλάς μέσα σου. Τη μαγιά όμως πρέπει να την αναζητήσεις έξω από σένα, πρέπει κάποιος να στη δώσει –αν σταθείς τυχερός. Απ’ τα χώματα είχα ξεφύγει. Είχα δραπετεύσει μια για πάντα. Και ονειρεύτηκα να φτάσω μια μέρα ψηλά. Όσο πιο ψηλά μπορούσα.
Έρχονταν οι αρχιτέκτονες και μου έδιναν τα σχέδιά τους. Έφευγαν κι εγώ τα γύριζα γύρω γύρω στο τραπέζι και μου φαίνονταν κινέζικα. Πώς να τα διαβάσω; Γράμματα δεν ήξερα. Δεν τους ρωτούσα όμως, γιατί ντρεπόμουν. Έκανα πως τάχα καταλάβαινα. Έσπαζα το κεφάλι μου και μετά ρωτούσα κανέναν γνωστό μου γραμματιζούμενο. Έτσι σιγά σιγά έμαθα να συλλαβίζω τα σχέδια. Κι ήρθε κάποτε η μεγάλη ώρα. Ανέβηκα στις σκαλωσιές. Άρχισα να φτιάχνω τα πρώτα μου ταβάνια, κι άρχισα να πιστεύω πως σίγουρα μια μέρα θ’ αγγίξω και το ταβάνι τ’ ουρανού. Κι αυτά ήταν ταβάνια αληθινά, δεν ήταν από ελενίτ και παλιολαμαρίνες. Ήταν από καστανιές, που το κάθε δοκάρι ήθελε τέσσερα παλικάρια για να σηκωθεί πέντε και δέκα μέτρα πάνω απ’ το χώμα. Κι εγώ έδινα την ψυχή μου να τα κάνω όλα καλά κι όλα τέλεια. Όχι για τα λεφτά, ούτε για να μου πούνε μπράβο. Για τον Πρίγκιπα. Για κείνον τα ’δινα όλα. Βλέπεις, δεν είχα ξαναδεί ποτέ μου αληθινό πρίγκιπα κι έμελλε ένας τέτοιος άνθρωπος να καθορίσει τη ζωή μου όλη. Θα μου πεις τώρα, τι πάει να πει, βρε πατέρα, αληθινός πρίγκιπας; Κι εγώ θα σου απαντήσω, γιε μου, πως αληθινός πρίγκιπας είναι αυτός που δεν είναι πρίγκιπας μόνο με τον πρωθυπουργό και με τον καλλιτέχνη, αλλά είναι πρίγκιπας και με τον εργάτη και με τον χαμάλη. Αυτό θα πει αληθινός πρίγκιπας!
Αλλά τα χρόνια της ευτυχίας πέρασαν. Πάντοτε περνούν. Η μάνα μου προίκισε και πάντρεψε την αδερφή μου, παντρεύτηκα κι εγώ τη μάνα σου κι ήρθες στη ζωή πρώτα εσύ κι ύστερα ο αδερφός σου. Κι αυτό ήταν. Ύστερα γύρισαν τα πάνω κάτω. Συγχωρέθηκε ο Πρίγκιπας. Πώς γίνεται να πεθαίνουν ακόμα και οι πρίγκιπες; Μπορείς να μου πεις; Δεν μπορείς. Τον πήραν από δω και πήγαν να τον θάψουν στο νησί του. Στην άλλη άκρη της χώρας τον πήγαν. Μωρά ήσασταν. Πού να σας αφήσω; Τότε δεν είχαμε νταντάδες και τέτοια. Κι η μάνα σου ούτε που να τ’ ακούσει. Κι έτσι δεν πήγα στην κηδεία του. Δεν άργησαν να ’ρθουν τα χειρότερα. Πώς έγινε, ποιοι τα μαγείρεψαν και πώς τα κατάφεραν, πήραν απ’ τον συγχωρεμένο ό,τι είχε και δεν είχε και ήρθε άλλο αφεντικό. Κι εγώ ξαναπιάστηκα σαν ποντικός στη φάκα κι οι τέσσερις τοίχοι άρχισαν πάλι να με ζώνουν σαν φίδια. Μέρα με τη μέρα τα φίδια μ’ έσφιγγαν όλο και πιο πολύ, να με πνίξουν ήθελαν, να με συνθλίψουν, να με λιώσουν. Κι είπα χειρότερα απ’ αυτά δεν υπάρχουν. Μεγάλη κουβέντα είπα. Κι οι μεγάλες κουβέντες, γιε μου, είναι όλες ψεύτικες. Έκανα υπομονή. Να μεγαλώσεις κι εσύ κι ο αδερφός σου. Και κατάπινα, γιε μου. Όλο κατάπινα. Κατάπινα τις προσβολές, τις περικοπές στις πληρωμές, κατάπινα και τους τοίχους. Αλλά τα χειρότερα δεν είχαν έρθει ακόμα. Σαν να μην έφταναν αυτά, ήρθε μια μέρα και το ανεπανόρθωτο. Το αδιόρθωτο φευγιό σου. Το αγιάτρευτο. Κι όρμηξε σαν δαίμονας να με καταπιεί, να με πάρει κι εμένα μαζί του. Ένας Θεός ξέρει πόσο το πάλεψα. Αλλά στο τέλος, το κατάπια κι αυτό μαζί με όλα τ’ άλλα. Έτσι μουγκάθηκε η φωνή που κάποτε μέσα μου ούρλιαζε, «υπάρχουν και καλύτερα». Τα τύλιξε όλα το σκοτάδι κι έπνιξε όλες τις φωνές.
Κι όμως ήρθανε και οι καλύτερες μέρες. Πάντοτε έρχονται. Δεν υπάρχουν μόνο τα χειρότερα. Υπάρχουν και τα καλύτερα. Κι αν αξίζει να ζεις είναι για να τις δεις να καταφτάνουν σαν άγγελοι εξ ουρανού. Πριν από δυο μήνες έμαθα πως καινούργιο αφεντικό πήρε τα ξενοδοχεία και το σπίτι του Πρίγκιπα. Δε θα στέριωνε ο προηγούμενος. Πώς να στεριώσει; Αθεόφοβος ήτανε. Αργά ή γρήγορα θα φαλίριζε. Αλλά εγώ δεν ήξερα. Θα ’ναι τώρα για καλό ή για κακό η αλλαγή; Μήπως μας έβρισκαν χειρότερα κι απ’ τα προηγούμενα; Ποτέ δεν ξέρεις. Όλα στην πράξη αποδείχνονται, όχι στα λόγια. Κι όμως όλα φωτίστηκαν σχεδόν σαν και πρώτα. Κι άρχισα πάλι να πληρώνομαι κανονικά, να δουλεύω με την ψυχή μου, κι οι τοίχοι με τα φίδια τους ν’ απομακρύνονται. Όχι βέβαια πως άρχισα να ονειρεύομαι κιόλας. Τα όνειρα όλα έγιναν στάχτη μόλις ήρθε το κακό. Πριν απ’ αυτό θαρρούσα πως δεν υπήρχε χειρότερο απ’ το να πατάς στο χώμα, να κοιμάσαι στο χώμα, να τρως στο χώμα. Δεν ήξερα τότε πως όσο το χώμα σε βαστά όρθιο και το πατάς, είσαι μια χαρά κι όλα τα παλεύεις. Δεν ήξερα πως το θέμα είναι να μην υποχωρήσει η γη κάτω απ’ τα πόδια σου. Να μην ανοίξει η αχόρταγη ρωγμή που και θεριά καταπίνει. Τέλος πάντων. Και τη ρωγμή την κατάπια. Αγιάτρευτη ήταν. Γυρισμό δεν είχε. Την κατάπια κι ας μην τη χώνεψα ως σήμερα. Κι αν ήθελα στα είκοσι να φτάσω ψηλά και να ξεφύγω απ’ το χώμα, ήταν που δεν ήξερα ακόμα τις ρωγμές του. Ανέβηκα όμως, γιε μου. Πράγματι, ανέβηκα ψηλά. Θα μ’ ακούσει κανένας τώρα και θα γελάσει. «Πού ανέβηκες, βρε ανόητε;», θα με ρωτήσει. Κι εγώ θα του πω ότι έφτασα στο ψηλότερο σκαλί της σκαλωσιάς. Δεν το λες και λίγο. Ξέρεις πόσο αλλιώτικος είναι ο κόσμος από κει πάνω; Δεν έχω παράπονο. Από κει είδα τον απέραντο ορίζοντα και τη μεγάλη θάλασσα. Είδα τον ουρανό και το ταβάνι του. Και το Θεό είδα, κι εσένα είδα.
Πριν λίγες μέρες ανεβασμένος εκεί, πάνω στο τελευταίο σκαλί, εβδομήντα χρονών άνθρωπος πια, ξανάδα από κοντά τις καστανιές που τότε κουβάλησαν τα παλικάρια για να φτιάξω το αληθινό ταβάνι στο σπίτι του αληθινού πρίγκιπα. Είδα τις καστανιές, παιδί μου, και θαρρείς εκείνη τη στιγμή οι καστανιές ζωντάνεψαν. Μη σου πω ότι μου μίλησαν κιόλας. Εγώ πάντα το ’λεγα πως τα ξύλα είναι ζωντανά κι έχουν ψυχή. Ας μη με πίστευαν. Εγώ με τα ξύλα μιλώ. Τ’ ακούω και μ’ ακούν. Κι ας είναι και κομμένα στα δυο, στα τρία, σε χίλια κομμάτια. Κι εγώ κομμένος στα χίλια δεν είμαι από τότε που έγινε το κακό; Είμαι. Δε μιλώ; Μιλώ. Και μιλώ και νιώθω και γελώ και κλαίω. Κι εκεί, δέκα μέτρα πάνω απ’ το χώμα και κάτω από το πρώτο αληθινό ταβάνι της ζωής μου, με πήραν, μωρέ γιε μου, τα δάκρυα. Κι έκλαψα από ευγνωμοσύνη. Α ρε, πρίγκιπα, είπα. Με τάισες όταν έφτασα μόνος κι έρημος εδώ, τάισες μετά και την οικογένεια που έφτιαξα. Και συνέχισες να με ταΐζεις και αφότου έφυγες απ’ αυτόν τον ψεύτη κόσμο. Και με τον χαραμοφάη που πήρε τη θέση σου με τάισες, και με τον καινούργιο που ήρθε τώρα με ταΐζεις. Πενήντα χρόνια τώρα, πρίγκιπά μου, δεν χόρτασες να με ταΐζεις...
Και είπα πως ήρθε η ώρα να κάνω το χρέος μου. Το παλιό κι ανεξόφλητο χρέος που βάραινε τόσα χρόνια την καρδιά μου. Έτσι πήρα την απόφαση γι’ αυτό το ταξίδι κι έμεινα μακριά σου τρεις ολάκερες μέρες που κι εμένα αιώνες μου φάνηκαν. Πήγαμε με τη μάνα σου στο νησί και γυρέψαμε το μνήμα του πρίγκιπα. Και το πλύναμε και το φροντίσαμε και βάλαμε και λουλούδια και φωνάξαμε κι έναν παπά. Και τόσο συγκινήθηκε ο καλός εκείνος παπάς, γιατί ταξιδέψαμε ως την άλλη άκρη της πατρίδας μας χωρίς να είμαστε συγγενείς του νεκρού, που δεν έψαλλε ένα απλό τρισάγιο, αλλά έκανε μνημόσυνο κανονικό με όλα τα γράμματα. Μισή ώρα έψελνε κι έψελνε. Κι έκλαιγε η μάνα σου κι έκλαιγα κι εγώ. Κι αλάφρωσε η ψυχούλα μου, γιε μου, αλάφρωσε και της μάνας σου. Κι ο παπα-καλόγερος τόσο γλυκά έψελνε που θαρρείς κι η ψαλμωδία του κατέβασε το ταβάνι τ’ ουρανού στο χώμα. Αχ, αυτό το χώμα... Τι να σε κάνω; Φταις κι εσύ. Εγώ που το ’χα για εχθρό στέκομαι τώρα πάνω του και το πατώ. Εσύ τι θαρρούσες; Δε θα σ’ αγαπούσε κι αυτό, τόσο που το αγάπησες εσύ; Δε θα ’κανε τα πάντα να σε κρατήσει στην αγκαλιά του; Τέλος πάντων. Βρε, που να πάρει, τον αναθεματισμένο αέρα!
-Μας πήρε η νύχτα, μπαρμπα-Θόδωρε. Τέλειωσες με το γιο σου; Θα με κατεβάσεις κι εμένα με τ’ αμάξι στο χωριό;
-Τέλειωσα, κυρά Μαρίκα. Μια στιγμή να ξανανάψω το καντήλι γιατί φύσηξε αέρας κι έσβησε. Μου ’λειψέ η κουβέντα μας, γιε μου. Στα ’πα και ξαλάφρωσα! Πρώτα ο Θεός, τα λέμε πάλι το πρωί. Καληνύχτα...
* Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Δίοδος», τ.19ο - Ιανουάριος 2021

