Labels

Showing posts with label Μυθιστόρημα. Show all posts
Showing posts with label Μυθιστόρημα. Show all posts

Thursday, January 28, 2010

"Το Συμβάν" - κεφ. 25ο (Τελευταία προδημοσίευση από "Το Συμβάν")




25

Tελευταίες μέρες του Ιούλη. Τελευταίες λέξεις στο τετράδιο. Μέρα με τη μέρα επιδεινώνεται η όρασή μου. Τα μάτια μου θολώνουν ολοένα και περισσότερο. Όλα τα βλέπω μέσα από ένα ομιχλώδες τζάμι άλλοτε φωτεινό κι άλλοτε γεμάτο σκιές. Απομακρύνεται ο καιρός που είχα καλή όραση. Βάδίζω προς ένα τούνελ δίχως να εξουσιάζω τα βήματά μου. Με μαγνητιίζει και με ρουφά σα κινούμενη άμμος χωρίς να με ρωτά. Δεν έχω καμιά εξουσία πάνω της. Οι γονείς μου και η Καλλιόπη αντιλαμβάνονται πως δεν πάνε καλά τα πράγματα. Επιμένουν να επισκεφτώ το γιατρό, αλλά εγώ αρνιέμαι πεισματικά. Τους λέω πως είμαι μια χαρά και πως μπορώ να το παλέψω μόνος μου. Ξέρω πως ο γιατρός δεν μπορεί τίποτα πλέον να κάνει για μένα. Αν μπορούσε να κάνει κάτι θα το είχε κάνει ήδη. Είναι ανήμπορος όσο κι εγώ. Δεν έχω διάθεση για συζητήσεις και αναλύσεις. Καμιά όρεξη δεν έχω να περιγράφω πώς βλέπω, τι βλέπω, τι δεν βλέπω, σ’ αυτούς που βλέπουν. Χάνω το έδαφος κάτω από τα πόδια μου και κανείς δε μπορεί να μου το επαναφέρει ούτε να με στηρίξει μη πέσω.

Βάζω τα χέρια στις τσέπες και βγαίνω στα στενά γνώριμα δρομάκια του Κάμπου. Περπατώ αργά. Όταν απομακρύνομαι από το σπίτι βγαζω το δεξί μου χέρι και πιάνω τους πωρόλιθους των περιβολιών που γνωριζω σπιθαμή προς σπιθαμή. Επιστρέφω σιωπηλός στο σπίτι και τρώω ανόρεχτα το φαγητό μου. Ανεβαίνω στο δωμάτιο κι εκεί δεν κάνω τίποτα. Δεν μπορώ να διαβάσω, δεν μπορώ να χαζέψω έξω από το παράθυρο. Μπορώ μόνο να γράφω σ’ αυτό το τετράδιό όπως όπως, μιας και δεν βλέπω τις γραμμές της σελίδας, αγγίζοντας τα περιθώρια  και βάζοντας τον αριστερό μου δείκτη οδηγό για να μην γράφω τη μια σειρά πάνω στην άλλη. Ανοίγω το ραδιόφωνο, ακούω μουσική και κοιτώ τα τελευταία ίχνη του φωτός σα διαβάτη που ολοένα απαμακρύνεται από κοντά μου.

Δεν μπορώ να κοιμηθώ κι όταν επιτέλους με παίρνει ο ύπνος βλέπω συνέχεια τον ίδιο εφιάλτη που πολύ σύντομα θα είναι η νέα μου πραγματικότητα: χάνω το φως μου. Ξυπνώ πανικόβλητος και καταϊδρωμένος. Μου είναι αδύνατον να αποδεχθώ πως πλησιάζει η ώρα που δεν θα ξαναδώ τον ήλιο, τον κόσμο λουσμένο απ’ τη χάρη του. Τα μάτια μου πονούν, αλλά αυτό είναι το τελευταίο που με νοιάζει. Ας καθάριζε η όρασή μου κι ας πονούσα, αυτό εύχομαι συνέχεια. Μέσα μου γνωρίζω πως ο δρόμος αυτή τη φορά δεν θα έχει επιστροφή. Το τούνελ που με τραβά έχει μεγαλύτερη δύναμη από μένα. Δεν έχω τρόπο να του αντισταθώ κι αυτό με συγκλονίζει. Από μικρός είχα μάθει να παλεύω τις δυσκολίες. Είχα μάθει πως ένα πρόβλημα όσο δύσκολο κι αν είναι, πάντα έχει μια λύση. Ό,τι είχα μάθει τινάζεται στον αέρα. Είναι ζήτημα ημερών να σκάσει σαν ωρλογιακή βόμβα η παντελής απώλεια της όρασής μου και να κάνει θρύψαλα τη ζωή μου. Ακούω το ρολόι. Μετρώ τους χτύπους του.

Μετανιώνω για όσα δεν πρόλαβα να δω. Για όσα βαρέθηκα να κοιτάξω. Για τις ώρες που ενώ μπορούσα να τρέξω δεν έτρεξα, ενώ μπορούσα να απολαύσω δεν απόλαυσα, ενώ μπορούσα να δω δεν είδα. Μετανιώνω που τόσες νύχτες και τόσα μεσημέρια της ζωής μου, αντί να ζω με όλες μου τις αισθήσεις την πραγματικότητα, κοιμόμουν στο κρεβάτι μου αποφεύγοντάς την. Μετανιώνω που δεν πήγα ούτε μια φορά στη Μυτιλήνη να δω τις αδερφές μου, ούτε στο μοναστήρι της Αγγελικής να την δω με το μαύρο ρασάκι της, αν της πάει ή δεν της πάει. Που δεν κάθισα μια φορά να μιλήσω με τον πατέρα μου και να δω το πρόσωπό του καθώς θα μου λέει όλα αυτά που ποτέ δεν μου είπε. Μετανιώνω που είμαι ακόμα τόσο μικρός κι έχω ζήσει τόσα λίγα στη ζωή μου. Που είμαι τόσο διψασμένος και πεινασμένος για όλα αυτά που δεν ήρθαν και θα είναι τόσο διαφορετικά από δω και πέρα όταν θα ’ρθούν.

Πού είναι τώρα ο κύριος Ιωάννης και τι θα μπορούσε να μου πει; Για ποια ταξίδια θα μου μιλούσε; Τώρα θα μπορούσα να του φέρω σοβαρές αντιρρήσεις και να υπερασπιστώ τη χαρά του να ταξιδεύεις σε τόπους και λιμάνια, βλέποντας. Θα μπορούσα να του πω πως ακόμα και τα εσωτερικά ταξίδια είναι αλλιώτικα όταν ξέρεις πως ανά πάση στιγμή μπορείς να κάνεις και τα άλλα, κι ας μην τα πραγματοποιήσεις ποτέ. Που είναι η Ελισώ μου και τι ζει; Πώς θα ακούσει μετά από καιρό πως εγώ δεν μπορώ να ξαναδώ το ωραίο της πρόσωπο; Πού είναι ο παππούς μου και τι κάνει για μένα αυτός που η τελευταία του κουβέντα ήταν πως δε θα με αφήσει ποτέ; Ο Θεός μου, πού είναι; Ναι, Αυτόν ψάχνω περισσότερο απ’ όλους κι Αυτόν έχω χάσει απ’ όλους πιο πολύ. Η αδικία αρχίζει να με τρελαίνει. Εγώ τυφλώνομαι και ο Γιώργης που ήταν η αιτία γι’ αυτό, βλέπει μια χαρά. Με βλέπει να χάνω το φως μου κι εγώ δεν μπορώ να δω τι βλέπει. Είναι στιγμές που εύχομαι να τον είχα σκοτώσει. Νόμιζα πως τον είχα συγχωρήσει, αλλά τώρα που χάνω τα μάτια μου, χάνω μαζί και κάθε φιλευσπλαχνία. Η πίκρα και η οργή με κυριαρχούν. Ξεσπώ αναίτια στους δικούς μου. Εντελώς παράλογα τους θεωρώ κι αυτούς υπαίτιους. Τι μου φταίνε οι άνθρωποι; Τι μπορούσαν να κάνουν που δεν το έκαναν; Τίποτα. Γίνομαι άδικος μαζί τους και βαθιά μέσα μου το καταλαβαίνω, μα δεν μπορώ να το ελέγξω και δεν έχω το σθένος να το παραδεχθώ, να τους ζητήσω εκ των υστέρων ένα συγνώμη. Μου ξεφεύγουν κουβέντες βαριές στη μάνα μου που δεν θα έπρεπε ποτέ να βγουν από το στόμα μου. Κουβέντες που ποτέ δε φανάστηκα να λέω. Κι εκείνη λιώνει σα κερί. Είναι συνέχεια κλαμένη. Το καταλαβαίνω όσο κι αν προσπαθεί να το κρύψει. «Καλά γιε μου», λέει συνέχεια, «ό,τι θέλεις μαναράκι μου, έχεις σε όλα δίκιο». Όσο μου απαντά έτσι άλλο τόσο εξαγριώνομαι. Πόσο θα ήθελα κάποιος να μου μιλήσει πάρα πολύ άσχημα, να με βρίσει, να με χτυπήσει, να μου πει τέλος τέλος πως εγώ φταίω για όλα, πως είναι δικό μου το φταίξιμο. Δεν το κάνει κανείς. Γι’ αυτό το κάνω εγώ μόνος μου στον εαυτό μου. Τον στήνω κάθε τόσο στον τόίχο και τον πυροβολώ με σκέψεις, λόγια, όλη μου την κακεντρέχεια. Τον διαλύω για να ανακουφιστεί. Τι μου φταίει ο εαυτός μου; Γιατί μου συμπεριφέρομαι έτσι; Δεν ξέρω. Ξέρω πως επιτίθεμαι ανηλεώς σε όλους και σε όλα. Μέσα στο σατανικό δίχτυ της τυφλότητας που μέρα με τη μέρα με σκεπάζει εγώ αντιδρώ με τυφλά χτυπήματα προς όλες τις κατευθύνσεις. Ο πόνος που προκαλώ στους άλλους και στον εαυτό μου, κατά παράδοξο τρόπο με ανακουφίζει. Πόνος στον πόνο. Μεγάλη ανακούφιση. Ίσως δεν έχω παραιτηθεί από την αιτία. Ψάχνω ακόμα τον λόγο που χάνω την όρασή μου και δεν βρίσκω απάντηση. Τον λόγο που με πυροβόλησε ο Γιώργης. Τον λόγο που δεν θεραπεύτηκα μετά τις εγχειρήσεις. Τον λόγο που ενώ για λίγες μέρες ήμουν τόσο καλά, άρχισαν πάλι οι αιμορραγίες χωρίς να μπορεί να τις σταματήσει κανείς. Ζητώ μια απάντηση που δεν έρχεται από πουθενά και κανείς δεν μπορεί να μου δώσει. Κοντεύω να τρελαθώ.

Ξημέρωσε πρώτη Αυγούστου του 1969. Το φως δεν μπήκε ούτε από το ανοιχτό μου παράθυρο, ούτε απ’ τη χαραμάδα της πόρτας. Όσες φορές κι αν ανοιγόκλεισα τα μάτια μου, τίποτα δεν άλλαξε. Όσες φορές κι αν προσευχήθηκα, το σκοτάδι δεν οπισθοχώρησε. Όσες φορές κι αν ορκιστηκα πως αυτό που μου συμβαίνει είναι ένα εφιαλτικό ψέμα, η πραγματικότητα δε με πιστεύει.

Σα λαβωμένο ζώο περπατώ πάνω κάτω στο δωμάτιο χτυπώντας από έπιπλο σε έπιπλο, αδιαφορώντας για τις μελανιές και τα τραύματα. Δεν απαντώ στις παρακλήσεις της μάνας μου ούτε στις φωνές της Καλλιόπης που έξω απ’ την κλειδωμένη μου πόρτα με ικετεύει να την αφήσω να περάσει. Δεν θέλω να φάω, δεν θέλω να πιω. Με κανέναν δε θέλω να μιλήσω. Θέλω πίσω το φως μου. Το φως που χάρηκα δεκαεφτά χρόνια, το φως που χαίρονται οι περισσότεροι άνθρωποι του κόσμου. Δε θέλω να με βλέπουν. Θέλω εγώ να τους δω. Μου ’ρχεται να μπήξω τα δάχτυλα και να βγάλω τα μάτια μου. Χτυπώ το κεφάλι μου στον τοίχο, στα κάγκελα του κρεββατιού, κλαίω, ουρλιάζω. Δεν αλλάζει τίποτα.

Νύχτωσε η πρώτη του Αυγούστου. Όπως ξημέρωσε, ακριβώς με τον ίδιο τρόπο νύχτωσε. Μέσα στο απόλυτο σκοτάδι. Το γράμμα του παππού έμελλε να είναι το τελευταίο κείμενο που θα διάβαζα έχοντας το φως μου. Μ’ αυτό έκλεισε άλλο ένα μεγάλο κεφάλαιο απ’ αυτά που του άρεσαν να κλείνει όπως αποδείχθηκε όχι μόνο με τη γέννηση και το θάνατό του, αλλά και με τις λέξεις του: το κεφάλαιο της ζωής μου που μέχρι τώρα βλέποντας έχω γράψει.

Τέλος Σεπτέμβρη. Μετά το μεγάλο μου θυμό ήρθε η κατάθλιψη. Μια βαθιά, αργή, νωθρή κατάθλιψη. Βούλιαζω μέσα της και της τα επιτρέπω όλα. Με χειρίζεται σα να είμαι η υπάκουη μαριονέτα της. Τώρα με διατάζει να πάψω το γράψιμο κι εγώ την υπακούω σα μαγεμένος. Τώρα έχω να διαχειριστώ το σκοτάδι όσο μπορεί κάποιος να πει πως διαχειρίζεται αυτό που επίσημα ονομάζεται, τύφλωση.

-Γιατί; ρώτησα χθες τον γιατρό που επικύρωσε την τύφλωσή μου.
-Γιατί έτσι το θέλησε ο Θεός, μου απάντησε τσιμπώντας μου το μάγουλο.

Γράφω στο κενό αυτές τις τελευταίες λέξεις και θα κλειδώσω, -δεν ξέρω μέχρι πότε-, αυτό το τετράδιο στο ντουλάπι.
Αντίο τετράδιο, αντίο λέξεις, αντίο χρώματα, αντίο βυθέ, πρόσωπα, σχήματα, πράγματα, ουρανέ, πορτοκαλιά μου. Αντίο φως που τόσο σ’ αγάπησα...

 ..............................................................................................................

Σημείωση:
Φίλοι και φίλες, σ' αυτό το κεφάλαιο σταματούν οι προδημοσιεύσεις αυτού του βιβλίου. Αφήνω το τελευταίο μέρος του για να το διαβάσετε με την έκδοσή του. Αφορά τη ζωή του Ισίδωρου αρκετά χρόνια μετά, σε μια μεγαλούπολη. Τη ζωή του τυφλού, τις καθημερινές του στιγμές, την εσωτερική του πάλη, το εσωτερικό του φως. Γνωρίζω πως αυτό το κεφάλαιο στο οποίο σταματώ φέρνει λύπη, και ίσως δεν θα ήταν καλό να σταματήσω εδώ. Όμως αξίζει να περιμένει κανείς διανύοντας με προσδοκία το έδαφος της λύπης, προκειμένου να βρει τη χαρά, γιατί η χαρά θα έρθει για τον Ισίδωρο στο τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου. Σας ευχαριστώ που ήσασταν μαζί μου σ' αυτή την έκθεση των γραφομένων μου και του εαυτού μου. Θα σας κρατήσω ενήμερους για την έκδοση του βιβλίου και θα συνεχίσω να γράφω άλλα κείμενα.

Sunday, January 24, 2010

"Το Συμβάν" - κεφ. 24ο (Προδημοσίευση)





24.

«Γιε μου,
αποφάσισα να σου γράψω αυτό το γράμμα για να καταλάβεις καλύτερα όλα τα άλλα που θα διαβάσεις και που το πιθανότερο είναι πως θα σε ξαφνιάσουν. Εξάλλου, η αλληλογραφία που κρατάς στα χέρια σου δεν περιέχει γεγονότα ή περιγραφές που αφορούν την γέννηση και την εξέλιξη αυτής της σχέσης. Φαίνονται αλλόκοτα και κυρίως από δικής μου μεριάς, γιατί εσύ το ξέρεις καλά πως εγώ δεν έγραφα ποτέ μου και ποτέ δεν φαντάστηκα πως θα μπορούσα να γράψω σε κάποιον και μάλιστα μ’ αυτόν τον τρόπο. Εδώ όμως είναι όλο το μυστήριο, και ό, τι περιέχει βαθιά κλεισμένο μέσα του είναι ένα μαργαριτάρι μέσα σε όστρακο: το σπάνιο και μονάκριβο μαργαριτάρι του πάθους που γεννιέται ανάμεσα σε δυο ανθρώπους δίχως να τους ρωτήσει και τους παρασέρνει σε μια δίνη, ένα παλιρροιακό κύμα που τους στροβιλίζει και βρίσκονται ξαφνικά στο μάτι του κυκλώνα που αργά ή γρήγορα τους καταπίνει και από τον ουρανό που στην αρχή τους εκτόξευσε τους στέλνει ίσα στον πάτο της θάλασσας. Όταν θα έρθει η νηνεμία κανείς δε θα θυμάται τι προηγήθηκε. Δυο νεκρά κορμιά θα αναδυθούν κάποια στιγμή στην επιφάνεια. Κι ύστερα θέλει μεγάλο κουράγιο να συνεχίσεις τη ζωή σου σα νεκρός και μη θαρρείς πως είναι στο χέρι σου να χειριστείς τον πεθαμένο εαυτό σου. Εξάλλου, ούτε το πάθος ήταν στο χέρι σου. Αν όμως αντέξεις, αν καταφέρεις να υπομείνεις το πάθος και τον θάνατο που σου χαρίζει απλόχερα μόλις φύγει, τότε το όφελος είναι τεράστιο. Αλλά για το όφελος δεν έχει νόημα να σου μιλήσω. Αν δεν ζήσεις το πάθος δε θα καταλάβεις το όφελος της πυρκαγιάς του, που αφού κάψει τα πάντα, σε παρατά ένα αποκαϊδι ασήμαντο και αδιάφορο. Πώς να σου εξηγήσω την δύναμη που κρύβει μέσα στα σπλάχνα του ένα αποκαϊδι; Δεν ξέρω πότε θα διαβάσεις αυτά τα γράμματα. Σε ποια ηλικία, κάτω από ποιες συνθήκες και μετά από ποιες εμπειρίες. Δεν ξέρω τίποτα, και γι’ αυτό είναι πολύ τολμηρό αυτό που κάνω τώρα, με κίνδυνο να με παρεξηγήσεις βαθιά, να γκρεμιστεί μέσα σου ό, τι πίστευες κι ένιωθες για μένα. Το μόνο που μπορώ να σου ζητήσω τώρα, είναι να μη βιαστείς να με κρίνεις. Μη βιαστείς να καταλάβεις. Ίσως δεν μπορέσεις να με νιώσεις κι έτσι γεμίσει η καρδιά σου συγκρούσεις αναίτιες, άδικες κρίσεις ή και μίσος ακόμα. Μη βιαστείς. Τίποτε άλλο δεν σου ζητώ.

Η αλληλογραφία που κρατάς στα χέρια σου είναι οι φάσεις του παθιασμένου παλιρροιακού κύματος ενός μεγάλου έρωτα. Τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο απ’ αυτό. Ούτε εγώ ούτε εκείνη γράφαμε πριν κι από όσο ξέρω ούτε και μετά αφότου επανήρθαμε και οι δυο στην, ας πω, κανονική ζωή μας κι ας βάλω σε εισαγωγικά το «επανήρθαμε» και σε άλλα δύο το «κανονική.»


Τον Δεκέμβρη του 1930 το ατμόπλοιο «Αίολος», στο οποίο είμαι καπετάνιος, αγκυροβολεί στο λιμάνι της Μασσαλίας για μια βδομάδα. Έχει αρχίσει να πέφτει η νύχτα και ο β΄ μηχανικός μας προτείνει να πάμε να δούμε μια ελληνική θεατρική παράσταση στην οποία έπαιζε μια ξαδέρφη του. Οι περισσότεροι είμαστε πολύ κουρασμένοι και πάντως δεν έχουμε όρεξη τουλάχιστον για τέτοια θεάματα. Αυτός όμως επιμένει κι έτσι ξεκινάμε μια παρέα πέντε αντρών και πηγαίνουμε.

Αιχμαλωτίστηκα απ’ την πρώτη στιγμή που την είδα να βγαίνει στη σκηνή. Μέχρι τότε όλα μου φαίνονταν αδιάφορα και η κούραση δεν μου επέτρεπε την παραμικρή ευχαρίστηση. Όμως με το που την είδα τα ξέχασα όλα. Κάθε της βήμα ήταν σαν να μη πατούσε στη γη. Κάθε της κίνηση ήταν απόκοσμη. Μέσα σε όλο το πλήθος του θιάσου εκείνη άστραφτε σαν κεραυνός φωτίζοντας όλο το θέατρο. Μου κόπηκε η ανάσα. Δεν πρόσεχα το έργο, δεν άκουγα τα λόγια, δεν έβλεπα τα σκηνικά. Από τη στιγμή που βγήκε εκείνη στο πατάρι υπήρχα μόνο για να την κοιτώ.

Όταν τελείωσε η παράσταση τούς καληνύχτισα όλους βρίσκοντας μια ανόητη δικαιολογία, σαν ανώριμο ψέμα μικρού παιδιού που κανείς δεν το πιστεύει, και προχώρησα στα καμαρίνια. Δεν πήγα επειδή το ήθελα. Δεν πήγα γιατί είχα κάτι να της πω. Μόνα τους πήγαιναν τα πόδα μου χωρίς να μπορώ να τα εξουσιάσω. Δεν είχα την παραμικρή δύναμη ν’ αντισταθώ. Δεν ξέρω αν μπορείς αυτό να το καταλάβεις. Απλώς, πήγαινα κοντά της.

Περίμενα στην είσοδο μέχρι να φύγουν όλοι όσοι πήγαν να την συγχαρούν και μετά , τρέμοντας σαν άβγαλτος έφηβος, χτύπησα τη μισάνοιχτη πόρτα της. Μου είπε ευγενικά «περάστε». Καθισμένη μπροστά στον καθρέφτη της ξεβαφόταν. Μέσα απ’ τον καθρέφτη με κοίταξε μ’ εκείνα τα τεράστια μαύρα αμυγδαλωτά της μάτια γεμάτα απορία. Μόλις είχε κάνει ντους και φορούσε ένα κάτασπρο μπουρνούζι. Την κοιτούσα ολότελα αμήχανος, μαγεμένος από την εκτυφλωτική ομορφιά του αγγέλου που έβλεπα με τα ίδια μου τα μάτια τόσο κοντά μου. Δεν ήμουν σε θέση να αρθρώσω την παραμικρή κουβέντα. Δεν είμαστε συνηθισμένοι να συνομιλούμε με αγγέλους ούτε και με κεραυνούς. Δεν ήξερα γιατί πήγα, ο εαυτός μου πρώτη φορά μου προκαλούσε μεγάλη δυσφορία. Το μόνο που ήξερα ήταν πως δεν μπορούσα να μην πάω. Μείναμε να κοιταζόμαστε έτσι παγωμένοι κάποιες στιγμές που μου φάνηκαν αιώνας. Αν κάποτε έρθει η ώρα της Κρίσης είμαι βέβαιος πως θα περιέχει κάτι από αυτή την αμήχανη εναγώνια συνάντηση. Το χέρι της με το βαμβάκι του ντεμακιγιάζ είχε μείνει μετέωρο περιμένοντας κάτι να πω. Το βλέμμα της καρφωμένο βέλος στο κέντρο των ματιών μου.

-Παρακαλώ…, είπε στο τέλος βρισκόμενη ίσως σε μεγαλύτερη αμηχανία από τη δική μου, βλέποντας μπροστά της έναν άντρα βουβό που κάτι ήθελε να πει και δεν τα κατάφερνε. Το μόνο που μπόρεσα να πω ήταν:
-Θα έρθω πάλι αύριο, και κίνησα να φύγω.

Άκουσα πίσω μου το σύρσιμο της καρέκλας της και τη φωνή της:
-Μια στιγμή… Πώς σας λένε;
Έστρεψα το κεφάλι, όχι όμως και το σώμα.
-Νικήτα… Εσάς;
-Θάλεια...

Έφυγα σαν να με κυνηγούσαν χίλιοι διαβόλοι. Αισθάνθηκα φοβερά γελοίος που δεν κατάφερα να πω τίποτα περισσότερο από το όνομά μου κι αυτό επειδή εκείνη μου το ζήτησε. Πήρα τους δρόμους σα χαμένος. Δεν ήξερα πού πατώ και πού βρίσκομαι. Δεν κατάλαβα για πότε έφτασα στο καράβι. Με φώναξαν οι φίλοι να κάτσω μαζί τους να πιω ένα ποτηράκι κρασί. Ούτε που γύρισα να τους κοιτάξω. Έπεσα στο κρεβάτι μου εξουθενωμένος σαν να είχα ζήσει σε μια στιγμή, ζωή ολόκληρη. Όλη νύχτα δεν κοιμήθηκα. Σκεφτόμουν και ξανασκεφτόμουν όλα αυτά που είχαν συμβεί. Αυτά τα λίγα, τα ελάχιστα λόγια που ανταλλάξαμε και ό, τι είχα νιώσει. Τι θα σκεφτόταν αυτή για μένα που σαν ηλίθιος είχα σταθεί ένας ξένος μουγγός μπροστά της που το έβαλε αμέσως στα πόδια;

Ετοίμαζα αμέτρητες φορές αυτά που θα της έλεγα το επόμενο βράδυ και τίποτα δεν μου φαινόταν καλό. Ζούσα για το επόμενο βράδυ. Με το που ξημέρωσε, η πρώτη μου δουλειά ήταν να πάω να βγάλω εισιτήριο για την παράσταση. Ήθελα να κάτσω στην πρώτη σειρά. Να την βλέπω από όσο πιο κοντινή απόσταση μπορούσα. Το θέατρο δεν είχε ανοίξει ακόμα.

Κάθισα και ήπια έναν καφέ ακριβώς απέναντι περιμένοντας να ανοίξει το ταμείο. Δυο ώρες περίμενα, ελπίζοντας πως από κάπου θα φανεί, ίσως θα έρθει για πρωινή πρόβα, ίσως να μένει κιόλας κάπου εκεί κοντά και περνώντας για να πάει στο φούρνο ν’ αγοράσει το ψωμί της ημέρας, θα την συναντούσα. Αμέτρητα σενάρια στο φτωχό μυαλό μου και ολότελα ατυχή στη ρουλέτα του ρεαλισμού. Άνοιξε το ταμείο, έβγαλα το εισιτήριο που επιθυμούσα και μετά άρχισα να γυρνώ στους δρόμους της Μασσαλίας ελπίζοντας μάταια πως υπήρχε έστω και μία περίπτωση να τη βρω.

Αργά το απόγευμα επέστρεψα στο πλοίο βαθιά απογοητευμένος. Δεν έβαλα μπουκιά στο στόμα μου κι άρχισα να ετοιμάζομαι για την βραδινή μου έξοδο. Κοιτούσα τα ρούχα στη ντουλάπας μου και δεν μου άρεσε τίποτα. Όλα τα έβρισκα τελείως ακατάλληλα για την περίσταση. Όλα μου φαίνονταν άκομψα, φτηνά, πρόχειρα. Σε ποιον; Σ’ εμένα που δεν με σκότισε ποτέ το ντύσιμο.

Να λοιπόν που μπορεί να έρθει μια ώρα που όλα ανατρέπονται και δεν αναγνωρίζεις τον εαυτό σου, απλά, γιατί δεν σου ανήκει. Ανήκει σε άλλον και μέσα του ζει τώρα εκείνος αντί για σένα. Κοιτάς στον καθρέφτη και δεν είσαι πια ο ίδιος γιατί μέσα στο βλέμμα σου καθρεφτίζεται ο άνθρωπος που ξαφνικά, ανεξήγητα και τελείως παράλογα, λίγες μόνο ώρες πριν, λάτρεψες. Αυτόν κοιτάς μες στον καθρέφτη, αυτόν αντικρίζεις σε κάθε πρόσωπο του δρόμου, σε κάθε γουλιά καφέ τον πίνεις, σε κάθε μυρωδιά τον οσφραίνεσαι, σε κάθε χειρονομία τον αγγίζεις. Γιατί ο κόσμος όλος απέκτησε πρόσωπο. Το ομορφότερο, το μοναδικό, το ένα. Όλα απέκτησαν νόημα εξαιτίας του και τίποτα δεν υπάρχει πλέον έξω απ’ αυτό.

Φόρεσα το καλό μου μαύρο κουστούμι κι ας μου φαινόταν αταίριαστο σαν να πήγαινα σε γάμο και όχι σε θέατρο. Έφτασα μία ώρα πριν την έναρξη. Περίμενα απέξω μήπως φανεί, αλλά δε φάνηκε. Προφανώς οι ηθοποιοί είχαν άλλη είσοδο. Μπήκα και κάθισα στη θέση δεκαεφτά. Ήμουν στο κέντρο της πρώτης σειράς όπως ακριβώς ήθελα. Αν άπλωνα λίγο το χέρι θα μπορούσα ν’ αγγίξω τον αστράγαλό της. Δεν μπορώ να περιγράψω αυτά που ένιωθα όταν η Θάλεια έβγαινε στη σκηνή. Θα ήταν ίσως και λίγο κουραστικό για σένα. Για κάποιον απολύτως ακατανόητο λόγο είχα την πεποίθηση πως το βράδυ εκείνο έπαιζε για μένα και μόνο για μένα. Και ποιος ήμουν εγώ; Τι ήμουν εγώ για κείνην; Γιατί να συγχέω αυτό που εγώ ζούσα με τα δικά της αισθήματα; Δεν ήμουν παρά ένας ακόμα θαυμαστής και μάλιστα μουγγός και γελοίος στην πρώτη μας συνάντηση, που υποσχέθηκε πως θα επιστρέψει το επόμενο βράδυ θαρρείς και τον ρώτησε κανείς ή αγωνιούσε εκείνη αν θα με ξανάβλεπε ή όχι. Γιατί το πιθανότερο ήταν πως της ήταν παντελώς αδιάφορο αν θα με ξανασυναντούσε. Κρατιόμουν από μια λεπτή κλωστή υπόθεσης κι έτσι δικαιολογούσα την φανταστική της ανταπόκριση στο ζαλισμένο μου μυαλό: ρώτησε το όνομά μου. Αν δεν την ενδιέφερα καθόλου δεν θα το ρωτούσε, θα το ρωτούσε; Τι έκανε; Συνέλλεγε ονόματα θαυμαστών σ’ έναν μακρύ αυτάρεσκο κατάλογο που διάβαζε τις νύχτες πριν κοιμηθεί για να βλέπει φιλόδοξα όνειρα; Δυσκολευόμουν να πιστέψω κάτι τέτοιο γι’ αυτό το αέρινο πλάσμα όλο φωτιά. Δεν είχε ανάγκη από ονόματα ούτε μακροσκελείς καταλόγους. Ίσως ούτε από φιλόδοξα όνειρα.

Είμαι ήδη πολύ κουρασμένος για να σου τα πω όλα λεπτομερώς, αν και θα ήθελα να σου περιγράψω κάθε στιγμή αυτής της σύντομης ιστορίας κι ας το έβρισκες κουραστικό ή και αδιάφορο. Είναι βαρύ γιε μου να παίρνεις στον τάφο ένα τέτοιο μυστικό, μα μέχρι τώρα ήσουν αρκετά μικρός για να σου μιλήσω και τώρα που μεγάλωσες είμαι ήδη βαριά άρρωστος και με πολύ κόπο σου γράφω εδώ και μια βδομάδα αυτό το γράμμα.

Όχι, δεν της ήμουν καθόλου αδιάφορος. Την διακατείχαν με τον ίδιο παράδοξο τρόπο όλα όσα φλόγιζαν κι εμένα. Για τα τρία επόμενα βράδια βγαίναμε μετά την παράσταση και βολτάραμε στους σκοτεινούς υγρούς δρόμους της Μασσαλίας. Μιλούσαμε για τις ζωές μας. Εγώ για την παιδική μου ηλικία στην χερσόνησο της Ερυθραίας κι εκείνη, με μια επιμονή ακατανόητη, αποκλειστικά για τα χρόνια των θεατρικών σπουδών της, τη σχέση της με το θέατρο και τις παραστάσεις στις οποίες είχε παίξει.

Το τέταρτο βράδυ ήταν το τελευταίο που θα την έβλεπα. Το επόμενο ξημέρωμα σαλπάραμε για την Ελλάδα. Το συνειδητοποίησα τα χαράματα της ίδιας μέρας. Ήταν η Κυριακή πριν τα Χριστούγεννα και για πρώτη φορά μετά από τέσσερις μέρες θυμήθηκα την πατρίδα μου, την οικογένειά μου, την Μαρικούλα και την κόρη μας. Το ξέρω πως ακούγεται παράξενο και ίσως αποκρουστικά βδελυρό, αλλά αυτή είναι η αλήθεια. Τα είχα ξεχάσει όλα. Δεν μου είχαν περάσει ούτε για μια στιγμή απ’ το μυαλό κι αυτό με τρομοκράτησε. Με πολλή προσπάθεια απέβαλλα αυτόν τον τρόμο στη διάρκεια της μέρας και το βράδυ ξαναβρεθήκαμε. Αυτή τη φορά με κάλεσε στο σπίτι της. Μέχρι το βράδυ εκείνο δεν την είχα αγγίξει. Ανταμώναμε και αποχαιρετιόμασταν με μια κοινή, αλλά πολύ θερμή χειραψία κι ένα φιλί στις άκρες των χειλιών μας.

Μπήκαμε σιωπηλοί. Μου έπιασε το χέρι και με οδήγησε χωρίς να πει ούτε μία λέξη στην κρεβατοκάμαρα. Στάθηκε μπροστά μου όρθια και κοιτώντας με βαθιά στα μάτια άρχισε να βγάζει τα ρούχα της με κινήσεις αργές, ήσυχες, σχεδόν ιεροτελεστικές. Το βλέμμα της δεν είχε καμιά φιληδονία, καμία πρόκληση οι κινήσεις της. Αντιθέτως, υπήρχε μια απροσδόκητη ειλικρίνεια και εντιμότητα. Μια παράξενη σοβαρότητα σαν να επρόκειτο για κάτι αναπόφευκτο. Κάτι στο οποίο με μεγάλο σεβασμό υπάκουε η ίδια αναντίρρητα και προσκαλούσε κι εμένα. Την κοιτούσα παγωμένος και ό, τι ήθελα να της χαρίσω, ό, τι ποθούσα αβάσταχτα από κείνην, μέσα σ’ εκείνο το βλέμμα μου τα στρίμωχνα σαν το πιο πολύτιμο θησαυρό μέσα σε θησαυροφυλάκιο. Ξάπλωσε στο κρεβάτι και με περίμενε. Ποτέ μου δεν ένιωσα παρόμοια αμηχανία. Ποτέ μου δεν αντέδρασα έτσι με καμία γυναίκα κι ας είχα πάει με πολλές τόσα χρόνια ταξιδευτής στα λιμάνια της γης.

Ήταν τόσο μεγάλος ο πόθος μου, τέτοιος ο σεισμός που συντάραζε τα σωθικά μου που δεν μπορούσα να κάνω τίποτα. Τέτοια η αθωότητα του κάλλους της, η καθαρότητα των ματιών της, τόσο άδολη η φωτιά της, που με είχε κεραυνοβολήσει καθιστώντας με εντελώς ανίκανο για οτιδήποτε.

Ντυμένος όπως ήμουν κάθισα στο κρεβάτι της. Πήρα το σεντόνι και την σκέπασα όπως ένα γυμνό παιδί, μη τρομάξει στα φιλήδονα βλέμματα των παιδεραστών, μη φοβηθεί στη νύχτα που ζήλεψε τόσο το φως του ώστε είναι έτοιμη να του επιτεθεί, μη ντραπεί που εγώ δεν ήμουν τόσο αθώος όσο το άξιζε.

Ανασηκώθηκε τότε κι αγκάλιασε με τα δυο της χέρια το πρόσωπό μου:

-Έλα, επιτέλους! Τόσα χρόνια σε περιμένω. Μα δε θυμάσαι τίποτα; Άλλαξα τόσο πολύ;

Ένα ρίγος διέτρεξε το σώμα μου σα να με χτύπησε ηλεκτρικό ρεύμα. Τι έπρεπε να θυμηθώ που είχα ολότελα ξεχάσει; Ήταν ποτέ δυνατόν να έχω ξανασυναντήσει αυτό το πλάσμα και να το έχω λησμονήσει; Μέσα στην έκστασή μου την κοίταξα γεμάτος απορία πιο μουγγός από ποτέ.

-Νικήτα, ξέχασες λοιπόν, τόσο γρήγορα την μικρή Ευθαλία που οκτώ χρονών έπαιζες μαζί της στον κήπο της γιαγιάς σου;

Λιγότερη έκπληξη θα δοκίμαζα αν καταποντιζόταν το ατμόπλοιο από αυτήν που δοκίμασα ακούγοντας αυτές τις λέξεις. Δεν κατάλαβα για πότε άρχισαν να τρέχουν απ’ τα μάτια μου δάκρυα. «Η Ευθαλία μου, ο πρώτος μου παιδικός έρωτας, η πρώτη μου φίλη, το κορίτσι που πριν φύγει με την οικογένειά της στη Μασσαλία, είχα ορκιστεί πως μια μέρα θα το παντρευτώ».
Έπεσα στην αγκαλιά της και έκλαψα μ’ αυτό το πικρό κλάμα που έχει μόνον ένας άντρας που ξαφνικά συνειδητοποιεί την εγκληματική του πράξη και όσο κι αν μετανιώνει είναι ολότελα περιττό. Δεν μπορεί να αποκαταστήσει το κακό που διέπραξε άθελά του.

Εκείνη μου χάιδευε τα μαλλιά, με γέμιζε φιλιά κι έτρεχαν και τα δικά της μάτια, αλλά τα δικά της έτρεχαν ήσυχα σα σταγόνες πρώτης ανοιξιάτικης σεμνής βροχής. Αφού ησύχασα κατάφερα να της πω:
-Παντρεύτηκα Ευθαλία. Έχω και μια κόρη, την Αλεξάνδρα. Συγχώρεσέ με…
-Δεν πειράζει Νικήτα… δεν πειράζει… τουλάχιστον τώρα ξέρουμε πως δεν ήταν ένας απλός παιδικός έρωτας… ήταν κάτι πολύ περισσότερο και για τους δυο μας… έστω και για τόσο λίγο… βρεθήκαμε πάλι… Τουλάχιστον… μπορείς λίγο να με φιλήσεις;

Τράβηξα αργά το σεντόνι και είδα πάλι το θαύμα γυμνό. Τα μάτια μου έτρεχαν ακόμα. Φίλησα κλαίγοντας όλο το ονειρεμένο κορμί της απ’ άκρη σ’ άκρη όπως δε φίλησα ποτέ καμιά γυναίκα. Σαν εικόνισμα τη φίλησα κι ας μη το θεωρήσεις βλάσφημο αυτό που λέω. Στο τέλος σηκώθηκα, κράτησα τρέμοντας τα δυο της χέρια και τα ξαναφίλησα.
-Θα μου γράφεις; Θα μπορώ να έχω έστω για λίγο καιρό τις λέξεις σου; την ρώτησα.
-Ναι, αγάπη μου πρώτη και παντοτινή. Θα σου γράφω.

Βγήκα στη νύχτα ένα κουρέλι, εξαπατημένος από τον ίδιο μου τον εαυτό. Φλογισμένος ακόμα από το μεγάλο πάθος μου που στάθηκα ανίκανος να ικανοποιήσω. Δεν ξέρω τι ήπια το βράδυ εκείνο. Με μεγάλη δυσκολία γύρισα χαράματα στο πλοίο κι έπεσα στο κρεβάτι μου ένας σωρός από συντρίμμια.

Από δω και πέρα γιε μου, αρχίζει η αλληλογραφία που κρατάς στα χέρια σου. Αν δεν με καταλαβαίνεις τώρα, ελπίζω πως κάποτε θα με καταλάβεις. Σε έχω περισσότερο κι από παιδί μου. Δεν ξέρω γιατί. Μόνο σ’ εσένα μπορούσα να μιλήσω για τον κεραυνό μου. Σ’ αγαπώ γιε μου, κι ίσως να σ’ αγαπώ ακριβώς γιατί νιώθω πως εσύ καταλαβαίνεις… Αν την αγάπησες πολύ την Ελισώ μην την ξεχάσεις… ψάξε και βρες την όσο είναι καιρός. Μη κοιτάς εμένα. Πόλεμοι, διωγμοί, προσφυγιά, ανέχεια, ταξίδια, κάματος, μ’ έκαναν να ξεχάσω. Πάντα θα βρίσκονται λόγοι για να λησμονούμε το γραφτό μας. Η μοίρα όμως δε λησμονεί. Κάποτε μας φέρνει αντιμέτωπους με το παιδικό της πρόσωπο κι εμείς πρέπει να διαλέξουμε, όταν δεν υπάρχει πια στην πραγματικότητα κανένα δίλημμα, αφού την αγνοήσαμε και τραβήξαμε γι’ αλλού γεμάτοι έπαρση εφηβική πως τάχα μπορούμε να ορίσουμε το γραφτό μας. Σαν εκδίκηση μοιάζει το παιχνίδι της, αλλά δεν είναι. Εμφανίζεται στη στροφή της ζωής μας. Εκεί που αν αντέξουμε να αντικρύσουμε το παιδί που χάσαμε και τη μοίρα του, κερδίζουμε πίσω ό, τι απερίσκεπτα θυσιάσαμε στον βωμό της ενηλικίωσης και της ανάγκης. Κι ύστερα το στιλέτο της μνήμης χαράζει στο κορμί μας μια αθεράπευτη μαχαιριά που είναι και η μόνη μας ελπίδα αν δεν την αγνοήσουμε να ξαναβρούμε τον εαυτό μας. Γιατί η μοίρα μια φορά μας επιτρέπει να την λησμονήσουμε. Δεύτερη δεν έχει. Αν την αρνηθούμε δεύτερη φορά με το ίδιο μας το χέρι υπογράφουμε την καταδίκη μας να ζήσουμε για πάντα ζωή διχασμένη. Ποιος ξέρει; Ίσως όλα εξηγηθούν εκεί που τώρα πάω. Ίσως κιόλας ν’ ανταμώσουμε πράγματι εκεί πάνω, όπως το είπε η γιαγιά σου, και οι τρεις, και να είναι ωραία. Ίσως εκεί να μπορέσουμε όλοι ν’ αγαπηθούμε χωρίς πόνο και συγκρούσεις. Χωρίς βασανιστικές επιλογές που πάντα κάποιον αφήνουν πληγωμένο.

Δεν ξέρω τίποτα. Ξέρω μόνο πως έζησα την αγάπη με την γιαγιά σου, το πάθος με τη Ευθαλία και τη συγγένεια της ψυχής μαζί σου. Δεν είναι και λίγα. Δόξα τω Θεώ, λέω, τα έζησα όλα. Κάνε ό, τι αγαπάς, μα μη λησμονήσεις ποτέ την αγάπη σου, ακόμα κι αν δεν επιλέξεις να ζήσεις μαζί της. Αντίο γιε μου και καλή αντάμωση.»


Δίπλωσα το πολυσέλιδο γράμμα που τόσες ώρες αργά, πολύ αργά, μέσα από το θολό τζάμι των ματιών μου, -που δεν ήμουν σίγουρος αν ήταν από τις πληγές του οπτικού μου νεύρου θολό ή από τα δάκρυα-, διάβαζα. Έπεσα στο κρεβάτι πλημμυρισμένος αισθήματα, απορίες και σκέψεις ανάκατες, συγκίνηση που συντάραζε το απόρθητο τείχος της μεγαλύτερης ευαισθησίας μου μοιρασμένης σε δυο ανθρώπους: τον παππού μου και την Ελισώ. Άκουσα την μάνα μου να με φωνάζει για φαγητό. Επανήλθα στην πραγματικότητα και σηκώθηκα. Έβαλα γρήγορα τα γράμματα πίσω στο ντουλάπι και κράτησα μόνον αυτό που μόλις είχα διαβάσει. Αυτό ήθελα να το εξαφανίσω. Δεν ξέρω τι έγραφαν τα υπόλοιπα, αλλά σίγουρα αυτό δεν έπρεπε να πέσει στα χέρια κανενός. Θα το έσκιζα ή θα το έκαιγα, πάντως δεν θα το κρατούσα κι ας ήταν η περιουσία μου όλη. Θα την φυλούσα στην καρδιά μου. «Κι αν μια μέρα ξεχάσω κι εγώ;». Η σκέψη αυτή σαν άγριο τρυπάνι τρύπησε το μυαλό μου.

Κατέβηκα για φαγητό και μόλις επέστρεψα στο δωμάτιο αντέγραψα το γράμμα στο αγαπημένο μου τετράδιο που κι αυτό το φυλούσα στο κλειδωμένο μου ντουλάπι. Δεν ξέρω γιατί το έβρισκα πιο ασφαλές να είναι αντιγραμμένο εκεί παρά πρωτότυπο, γραμμένο από το χέρι του παππού. Στην ανάγκη θα κατέφευγα σ’ ένα θεάρεστο ψέμα πως όλα αυτά τα φαντάστηκα σαν μέρος μιας ιστορίας που έφτιαχνα. Ενός παραμυθιού χωρίς φινάλε. Ύστερα πήγα και το έθαψα στις ρίζες της πορτοκαλιάς μου. Αυτή ήξερε να φυλάει τα μυστικά μου.


Friday, January 22, 2010

"Το Συμβάν" - κεφ. 23ο (Προδημοσίευση)




23.

Πέρασε ο Μάης. Κι ο Ιούνης διάβηκε βιαστικός. Είχα επιστρέψει στο σχολείο και αυτό ήταν για μένα γιατρικό. Εκεί ξεχνιόμουν και η ενασχόλησή μου με τα μαθήματα απάλυνε τη βαθιά μου θλίψη για την απώλεια του παππού και την έλλειψη της Ελισώς. Μέσα σ’ αυτό το διάστημα υπήρχαν πολλές στιγμές που τα μάτια μου θόλωναν για λίγο και μετά πάλι καθάριζαν. Δεν το είπα σε κανέναν εκτός από τον γιατρό στο νοσοκομείο της Χώρας που επισκεπτόμουν κάθε τόσο. «Αγωνίζονται τα ματάκια σου Ισίδωρε. Δίνουν μάχες σκληρές για να τα καταφέρουν. Το οπτικό νεύρο στο μεγαλύτερο μέρος του είναι γερό, αλλά έχει τις πληγές του που άρχισαν να αιμορραγούν. Για να δούμε. Πιστεύω πως στο τέλος θα καταφέρουν να νικήσουν…».

Ίσως θα έπρεπε να το εκμυστηρευτώ έστω στην Αγγελική, να είναι τουλάχιστον αυτή υποψιασμένη μη τυχόν πάρουν αρνητική τροπή τα πράγματα και χρειαστεί να αναλάβει τη στήριξη των γονιών μας που ένα ακόμα χτύπημα ίσως τους αποτελείωνε, πάνω που είχαν ησυχάσει. Η Αγγελική όμως και η Ιουλία ήταν εδώ και ενάμιση μήνα στη Μυτιλήνη και δεν θα καθόμουν ποτέ να γράψω ένα τέτοιο γράμμα στη μεγάλη μου αδερφή τη στιγμή που είχε ήδη μπει στο μοναστήρι σαν δόκιμη. Ξεκινούσε μια καινούρια ζωή και δεν ήθελα με τίποτα να την ταράξω. Έτσι αποφάσισα να μην της δώσω καινούρια λαχτάρα μέχρι να σιγουρευτώ για την εξέλιξη της κατάστασής μου. Προσπαθούσα να το κρύψω όσο μπορούσα. Κάποιες στιγμές βέβαια μη μπορώντας να αναγνωρίσω κάτι ή να περπατήσω με άνεση, έφτανα να φαίνομαι στα μάτια των γονιών μου και της Καλλιόπης -που συχνά με παρακολουθούσε καχύποπτα-, παράξενος κι αλλόκοτος, με αποτέλεσμα να κλείνομαι στον εαυτό μου προκειμένου να μην προδίδω την αδυναμία μου, πράγμα που όπως και να ’χει δημιουργούσε στους οικείους μου στην καλύτερη περίπτωση απορία και στην χειρότερη δυσαρέσκεια, όχι όμως και υποψία πως κάτι δεν πηγαίνει καλά, κι εμένα αυτό μού ήταν αρκετό. Ή έτσι τουλάχιστον ήθελα να πιστεύω.

Όλα ήταν αβέβαια ακόμα, και όσο πιο αβέβαια ήταν τόσο πιο αχόρταγα ρουφούσα τη ζωή και τη ζούσα με όλες μου τις δυνάμεις και για πρώτη φορά σε τόση μεγάλη ένταση. Τα απογεύματα έτρεχα στα χωράφια και δεν το χόρταινα, γιατί αν κάτι μου είχε λείψει πολύ τον καιρό του σκοταδιού, εκτός από τη θέα του κόσμου, των προσώπων που αγαπούσα και των βιβλίων μου, ήταν το τρέξιμο. Σκαρφάλωνα στα δέντρα κι αγνάντευα από ψηλά τη θάλασσα. Ξάπλωνα στα χορτάρια και χάιδευα το χώμα. Παρατηρούσα ώρες τα μυρμήγκια, τις πασχαλίτσες, τα πιο μικρά πλασματάκια που δούλευαν ακατάπαυστα πάνω του. Θόλωναν ξαφνικά τα μάτια και όλα γλιστρούσαν και πνίγονταν μέσα σ’ ένα βούρκο. Τα έκλεινα και περίμενα με κομμένη την ανάσα. Τα άνοιγα, τα έκλεινα πάλι και πάλι, αμέτρητες φορές μέχρι να καθαρίσουν ξανά κι όταν αποκτούσα πάλι όραση καθαρή, στεκόμουν έκθαμβος μπροστά σε ένα κοινό πράσινο φυλλαράκι που δεν ήταν πια καθόλου κοινό για μένα. Περίμενα να το χτυπήσει μια αχτίδα ήλιου στην καρδιά και να γίνει διάφανο πράσινο, δίνοντας χρώμα φωσφορούχο στη στιγμή μου. Έπεφτα μπρούμυτα στο λατρεμένο μου χώμα και παρατηρούσα τις ρωγμές του. Προσπαθούσα να μαντέψω την ηλικία του από τις ρυτίδες στο γερασμένο του πρόσωπο. Το ρωτούσα αν αυτό με βλέπει και περίμενα να μου απαντήσει. Γεμάτο λαβυρίνθους ήταν το σώμα του και μυστικά περάσματα σαν τις πληγές του οπτικού μου νεύρου, καλά φυλαγμένο από δικέφαλους δράκους, κώδικες εφτασφράγιστους και αδιάβατες στοές που οδηγούσαν σε ανερμήνευτα θαύματα που ακόμα δεν ήταν καιρός να αποκαλυφτούν. Ζούσα. Και όσο πιο ολόκληρος ζούσα, τόσο πιο πολύ διψούσα να ζω την παραμικρή λεπτομέρεια. Την μοναδική και ανεπανάληπτη λεπτομέρεια που σαν μικρόκοσμος σου φωτίζει τα πιο μεγάλα και ευδιάκριτα, τα αυτονόητα και υποτιμημένα φαινόμενα που ποτέ δεν μπήκαμε στην διαδικασία να ανακαλύψουμε. Αν αληθεύει πως για να εκτιμήσεις κάτι πρέπει πρώτα να το χάσεις ή έστω να κινδυνέψεις να το χάσεις, τότε μάλλον αυτό μου είχε συμβεί. Και στην περίπτωσή μου αποκτούσε ακόμη μεγαλύτερη ένταση μιας και τίποτα δεν ήταν ακόμα τελεσίδικο. Οι στιγμές μου άλλοτε ήταν θάλασσα σε νηνεμία κι άλλοτε σε μεγάλη αναταραχή. Άλλοτε θάλασσες ολοκάθαρες και λαμπερές κι άλλοτε θάλασσες θαμπές πολιορκημένες από ομίχλη. Δεν ήξερα στη μάχη των ματιών μου ποιος θα ήταν νικητής και ποιος ηττημένος και δεν είχα χρόνο ν’ ασχοληθώ μ’ αυτό το ερώτημα, αφού δεν μπορούσα να συμβάλλω στην ευοίωνη λύση του. Το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν αυτό που έκανα: Να ζω.

Όσο κι αν παρέλυα τις ώρες που έχανα την εικόνα του κόσμου, όσο κι αν πάγωνε το αίμα μου μέσα σ’ εκείνη την καταχνιά, μόλις ξανάβρισκα την όραση, η ψυχή μου και το σώμα μου ξεδιπλωνόταν σαν αιιλοροειδές που ετοιμάζεται για το μεγάλο του σάλτο. Αυτό έκανα: σάλτα πάνω από τις παγίδες του σκοταδιού που με απειλούσε. Μόλις συναντούσα τις φωτεινές οάσεις της μέρας μεθούσα από έναν πρωτόγνωρο έρωτα για ό,τι μπορούσα να δω. Έπεφτα στα γόνατα τις νύχτες και παρακαλούσα την Παναγία το ερχόμενο ξημέρωμα να αξιωθώ τον ήλιο. Έκλαιγα βουβά τις νύχτες στο μαξιλάρι μου όταν ο τρόμος με κυριαρχούσε και καταπολεμούσα τους φόβους μου φτιάχνοντας σχέδια για την επόμενη μέρα, να πάω εδώ, να πάω εκεί, να δω το ένα, το άλλο, ό,τι ήθελα να ξαναδώ και ό,τι γνώριζα πως αξίζει να το ζήσω μ’ αυτό το ανεκτίμητο αισθητήριο της όρασης. Συχνά δεν ακολουθούσα κανένα από τα προγράμματά μου. Αφηνόμουν και πήγαινα. Απλώς περπατούσα χωρίς λόγο και σκοπό. Αυτό το τόσο απλό πράγμα, αυτό το ανούσιο τίποτα, το έβρισκα συναπαρστικό. Και πάντα κάτι καινούριο ανακάλυπτα ή κάτι μου αποκαλυπτόταν. Συναντιόμουν με τα πράγματα, τη φύση, τα χρώματα. Κάθε συνάντηση είχε μέσα της ένα «καλωσόρισες» κι ένα «αντίο». Μια ζωή ολόκληρη είχε κάθε συνάντηση, κάθε τέτοια στιγμή μου. Αυτούς τους δύο μήνες ένιωσα βαθιά να ενηλικιώνομαι ρισκάροντας ανά πάσα στιγμή, ακροβατώντας πάνω στην αβεβαιότητα και παλεύοντας κάθε φορά να μην τα παρατήσω. Η πάλη ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι των ματιών μου γινόταν θαρρείς πάλη του έφηβου με τον γέρο, του ζωντανού με τον νεκρό, του θνητού με τον αθάνατο. Καθημερινά κατέβαινα στον άδη, καθημερινά έβγαινα απ’ αυτόν. Όσο περνούσαν οι μέρες τόσο πλήθαιναν οι καταβάσεις και μειώνονταν οι αναβάσεις. Κλεινόμυν περισσότερο στο δωμάτιό μου, δεν ήθελα να βλέπω τους δικούς μου φοβούμενος μη καταλάβουν τι περνάω. Παρακολουθούσα τις σκιές να μεγαλώνουν και κάποτε τις έβλεπα τέρατα μοχθηρά να απλώνονται πάνω μου και να ζητούν να με πνίξουν. Ο ύπνος μου γέμιζε εφιαλτικές αγωνίες. Το μυαλό μου προσπαθούσε να καταμετρήσει και να χωρέσει όλα αυτά που θα έχανα αν έχανα το φως μου. Όμως όσο και να προσπαθούσα δεν χωρούσαν μέσα του όλα αυτά που αγαπούσα. Τίποτα δε μετριόταν. Η ταφόπλακα της απελπισίας μπροστά στο ενδεχόμενο της πιθανής απώλειας άρχισε όλο και συχνότερα να ζητά τον ενταφιασμό της ζωής μου ενόσω ήταν ακόμα ζωή.

Αφού έκλεισαν τα σχολεία για το καλοκαίρι, ένα βράδυ το έβαλα πείσμα πως δεν θα τα παρατήσω. Αποφάσισα να πάω κόντρα στην απόγνωση κι ήταν εκείνο το βράδυ που άνοιξα το ντουλάπι μου και πήρα πάλι στα χέρια μου τα γράμματα του παππού. Ώρα πολλή τα κρατούσα, αναποφάσιστος αν είχε έρθει η ώρα να τα διαβάσω ή έπρεπε να περιμένω λίγο ακόμα. Όμως μέσα μου κάτι μού έλεγε για μια ακόμη φορά να μην αναβάλω. Κρατούσα το λίπασμα που έγινε ο παππούς για χάρη μου και ήμουν εγώ το νέο δέντρο που το λίπασμα τού ήταν απαραίτητο: να μεγαλώσω, να καταλάβω, ν’ ανθίσω και κάποτε να καρπίσω τους δικούς μου καρπούς με τη βοήθειά του. «Ποιος ξέρει τι ξημερώνει αύριο; Ξέρω αν θα μπορώ ή δεν θα μπορώ; Τώρα λοιπόν. Τώρα.».

Έλυσα τον σπάγκο, ξετύλιξα το κίτρινο χαρτί που τύλιγε τα γράμματα και τα κοίταξα με δέος σαν να είχα μπροστά μου το χειρόγραφο της αρχέγονης Βίβλου. Όλα ήταν κιτρινισμένα απ’ την πολυκαιρία. Όλα, εκτός από ένα που πάνω στο φάκελο με τρεμουλιαστά γράμματα στο όνομα του παραλήπτη είχε γραμμένο το δικό μου. Το άνοιξα τρέμοντας. Με δυσκολία έβγαζα τα παλλόμενα, απ’ την αρρώστια και τα κύματα μιας πολυτάραχης ζωής, γράμματα του παππού.


Monday, January 18, 2010

"Το Συμβάν" - κεφ. 22ο (Προδημοσίευση)



  
22.

Μαζευτήκαμε όλοι ένα γύρο απ’ το κρεβάτι. Κανείς δε μιλούσε. Λίγο πιο πίσω μας, δίπλα στην πόρτα, στεκόταν διακριτικά ο κύριος Ιωάννης.

-Παιδιά μου... ήρθε η ώρα... αρκετά σας κούρασα..., ψέλλισε ο παππούς.

Έσκυψε πρώτη η μάνα μου και τον φίλησε. Έμεινε για λίγα δευτερόλεπτα κοντά του και κάτι ψιθύρισε ο ένας στον άλλο. Αποτραβήχτηκε και τα μάτια της πλημμύρισαν λάμψεις υγρές. Μετά τον φίλησε ο πατέρας μου κι ακολούθησαν με τη σειρά τα κορίτσια. Σε όλους κάτι έλεγε. Έμεινα τελευταίος. Τον κοιτούσα ασάλευτος. Βγήκαν όλοι έξω και μας άφησαν μόνους.

Ένα αόρατο χέρι μ’ έσπρωξε απαλά στην πλάτη κι έκανα τρία βήματα. Κάθισα για τελευταία φορά στο κρεβάτι του και ακούμπησα πλάι στο μάγουλό του το λουλούδι της πορτοκαλιάς μου.

-Εσύ όταν γεννήθηκα μου έφερες καρπούς. Εγώ σου φέρνω τώρα ένα λουλούδι απ’ την πορτοκαλιά μου.
-Έτσι πρέπει… Καρποί για το καλωσόρισμα... λουλούδια για το "αντίο"...

Έσκυψα, τον αγκάλιασα με τα δυο μου χέρια, με όλο μου το σώμα. Με όλη μου την καρδιά τον αγκάλιασα κι ακούμπησα το κεφάλι μου στο δικό του πάνω στο μαξιλάρι του.

-Βούτα στη ζωή... με τα μάτια… της καρδιάς ανοιχτά... φτάσε στο βυθό της... εκεί τα χρώματα… έχουν… άλλη λάμψη... ερωτική...
-Σ’ αγαπώ παππού... κανέναν δεν αγαπώ όσο εσένα...
-Βούτα στη ζωή… εκεί η αγάπη… απέραντη... ατέλειωτη... εσύ μπορείς... όπως κι εγώ... κι η γιαγιά σου… θυμάσαι… τι μου είπε… φεύγοντας...
-Ναι, θυμάμαι πάρα πολύ καλά. Το είχα σημειώσει στο τετράδιό μου και το διάβαζα συχνά: "Εσύ θα προλάβεις να γυρίσεις πίσω, άναψε ένα κερί σ’ αυτούς που αφήσαμε, σ’ αγάπησα, ήσουν καλός, μη λυπάσαι, θα ξανανταμώσουμε..."
-Και μετά... ψιθύρισε… κάτι ακόμα… «και οι τρεις»...
-Ποιοι τρεις;
-Τότε κατάλαβα... ήξερε… για την άλλη γυναίκα... δεν μου το είπε… ποτέ... την χώρεσε... αυτό είναι… αγάπη... χωράει… τα αχώρητα... πήγαινε γιε μου… φώναξε την μάνα σου... μη φοβάσαι... δε θα σ’ αφήσω ...
-Δε φοβάσαι παππού;
-Ε… γιε μου… μια θάλασσα είναι… περνάς και φτάνεις... δεν είναι τίποτα... από θάλασσες... ξέρω...

Σαν μαγεμένος σηκώθηκα. Άνοιξα την πόρτα. Όλοι περίμεναν στον διάδρομο. Είπα της μάνας μου και μπήκε. Δεν πέρασε πολλή ώρα και μας φώναξε. Ήταν κλειστά τα γαλάζια του μάτια. Για πάντα κλειστά. Τώρα ενώνονταν με την τελευταία θάλασσα που είχε να διασχίσει.

Ήθελα να πέσω στην αγκαλιά του και να τον ταρακουνήσω τόσο όσο να ξυπνήσει απ’ τον βαθύ ύπνο του. Να φωνάξω ήθελα, να τσιρίξω. Να ουρλιάξω. Να χτυπήσω ό, τι έβρισκα μπροστά μου.

Έμεινα ακίνητος να τον κοιτώ. Κοκαλωμένος. Δεν πίστευα πως ήταν νεκρός. Δεν μπορεί να πεθαίνουν τέτοιοι άνθρωποι. Άλλοι ίσως και να μπορεί, αλλά τέτοιοι, όχι. Μέσα σε όλο το βάσανο που πέρασε, ήταν ακόμα όμορφος. Ίσως και πιο όμορφος από ποτέ. Μια ξεχωριστή γαλήνη ζωγραφιζόταν στο πρόσωπό του κι ένα απαλό, πολύ απαλό χαμόγελο διακρινόταν.

Δεν κατάλαβα για πότε άρχισα να κλαίω. Αθόρυβα δάκρυα έτρεχαν. Έτρεχαν κι έτρεχαν. Σκέφτηκα πως άδικα τρέχουν τώρα τα δάκρυά μου. Τι να προσφέρουν σ’ ένα δέντρο που ξεράθηκε; Τίποτα. Για ποιον έκλαιγα, λοιπόν; Για μένα... μόνο για μένα... από δω και πέρα, και δίχως τον παππού...

-Πήγαινε γιε μου στη γειτονιά να δώσεις τα μαντάτα, είπε η μάνα μου, που, αφού έκλαψε με την καρδιά της, είχε ξεκινήσει ήδη να τον πλένει και να τον ετοιμάζει.
-Δεν μπορώ, απάντησα με φωνή τρεμάμενη, αλλά αποφασιστική, και κίνησα να φύγω.

«Να γυρίσω εγώ τη γειτονιά και να πω στον κόσμο πως πέθανε ο παππούς μου; Ο δικός μου παππούς; Γίνεται να πεθάνει ο δικός μου παππούς; Πώς να ξεστομίσω ένα τόσο μεγάλο ψέμα;»

-Άφησέ τον, θα πάω εγώ. Θα σε βοηθήσει η Ιουλία, είπε η Αγγελική και μ’ έβγαλε απ’ τη δύσκολη θέση.

Τότε το βλέμμα μου έπεσε στην Καλλιόπη. Κολλημένη σε μια γωνία του τοίχου είχε λυγίσει τα γόνατα, είχε χώσει το πρόσωπο μέσα στις χούφτες της κι έκλαιγε απαρηγόρητη. Πήγα και την σήκωσα, την αγκάλιασα και τότε ξέσπασα κι εγώ σ’ ένα κλάμα που τράνταξε τα σπλάχνα μου.

-Κι εγώ τον αγαπούσα πολύ, είπε η Καλλιόπη μέσα στα αναφιλητά της, θαρρείς και κάποιος είχε αμφισβητήσει την αγάπη της.
-Το ξέρω Καλλιοπάκι μου, το ξέρω κορίτσι μου, της έλεγα ξανά και ξανά κι όλο της χάιδευα τα μαλλιά.
-Εκείνος το ήξερε όμως;
-Εκείνος τα ήξερε όλα... όπως και η γιαγιά... όλα τα ήξεραν... και οι δυο...όλα... και μας καταλάβαιναν όλους…

Την πήρα και βγήκαμε από το δωμάτιο. Τον είχα ολότελα ξεχάσει τον κύριο Ιωάννη που στεκόταν τώρα στην άκρη του διαδρόμου.

-Με συγχωρείτε..., προσπάθησα να δικαιολογηθώ.
-Τι λες Ισίδωρε; έλα παιδί μου. Και με το «έλα παιδί μου» άνοιξε τα δυο τεράστια χέρια του και μας έκλεισε μέσα και τους δυο. Κατεβήκαμε στο περιβόλι. Έπεφτε το σούρουπο.

Το σούρουπο οι μυρωδιές των λουλουδιών έχουν την μεγαλύτερή τους ένταση. Μια ένταση που την διασχίζεις σαν ομίχλη, ποτίζει σα θάλασσα τα κύτταρά σου μέχρι το μεδούλι. Τα αρώματα μαλάκωσαν την καρδιά μου. «Τι Απρίλης κι αυτός...» σκέφτηκα. Τελευταία μέρα του μήνα ήταν. Στη σκέψη αυτή μειδίασα: του άρεσαν του παππού οι τελευταίες μέρες. Θαρρείς και κάποιος τον είχε ορίσει να μένει αυτός τελευταίος απ’ όλους για να κλείνει την αυλαία, είτε με τη γέννησή του είτε με τον θάνατό του. Τις σκέψεις μου διέκοψε ο αποχαιρετισμός του κυρίου Ιωάννη. Μας είπε πως θα ερχόταν αργά το βράδυ που θα ξενυχτούσαμε τον παππού και το επόμενο πρωί για την κηδεία. Το απόγευμα θα έφευγε για την Αθήνα. Κι αυτός θα έφευγε. Είχα αρχίσει να τον νιώθω κάτι περισσότερο κι από φίλο μου, κάτι σαν «αναπληρωματικό» του παππού μου. Δεν είπα τίποτα. Απλά τον καληνύχτισα.


-Πάμε να κόψουμε λουλούδια για το στόλισμα; ρώτησε το Καλλιοπάκι. Την πήρα από τη μέση και προχωρήσαμε. Στάθηκα μπροστά στην πορτοκαλιά μου. Την κοίταξα καλά καλά σαν να ήταν άνθρωπος. Συνάψαμε μυστική συμφωνία πως δεν την πείραζε και πολύ το ερχόμενο φθινόπωρο να μην κάνει πορτοκάλια. Έτσι, έκοψα όλα τα άνθη της.

Μόνον απ’ αυτήν έκοψα. Από κανένα άλλο δέντρο. Αυτά του ταίριαζαν πιο πολύ απ’ όλα. Αφού τα άνθη της πορτοκαλιάς μου ήταν λευκά...



Friday, January 15, 2010

"Το Συμβάν" - κεφ. 21ο (Προδημοσίευση)




21.

Μετά την πρώτη μας συνάντηση, πολλές φορές είχε έρθει στο νου μου αυτός ο άνθρωπος. Δεν ξέρω τι ακριβώς μου είχε κάνει τόση εντύπωση. Είχε όμως έναν τρόπο που από την πρώτη δτιγμή με είχε μαγέψει. Ένα φως που το εξέπεμπε ακόμη και σε μάτια κλειστά. Ήθελες να είσαι κοντά του. Και μπορούσες να είσαι κοντά του όπως ήσουν: Ο εαυτός σου, χωρίς προσχήματα, τύπους, ντροπές. Ο εαυτός σου ατόφιος.

Αφού πρώτα τον ξενάγησα στο σπίτι, κατεβήκαμε στο περιβόλι και του έδειξα ένα ένα όλα τα δέντρα του περιβολιού μας Καθίσαμε στο ξύλινο παγκάκι που βρισκόταν ακριβώς μπροστά στην αγαπημένη μου πορτοκαλιά κι εκεί καθισμένοι, άρχισε να μου περιγράφει τις μέρες που πέρασε στα μαστιχοχώρια και κυρίως στο Πυργί. Γεμάτος ενθουσιασμό μου έλεγε πόσο τον εντυπωσίασε ο τρόπος παραγωγής και επεξεργασίας της μαστίχας, με το χάραγμα των σχοίνων την εποχή του κέντους, που πάλι πλησίαζε. Όλα αυτά που μου έλεγε δεν μου ήταν άγνωστα, αλλά σε όλα έδινε μια ξεχωριστή ζωντάνια και οι λέξεις του είχαν μια πρωτόγνωρη γεύση. Όλες αυτές τις δουλειές, που τόσο καλά γνώριζα, στην περιγραφή του κυρίου Ιωάννη, τις ανακάλυπτα απ’ την αρχή. Ήξερα πως πάνω από εικοσιπέντε φορές χαράζουν οι μαστιχοπαραγωγοί τον κορμό του θαμνοειδούς δέντρου για να τρέξει το πολύτιμο δάκρυ, άλλοτε μικρό σαν ανθρώπινο κι άλλοτε μεγάλο σαν καμήλας, να το μαζέψουν αφού στεγνώσει, και μετά να το «ταχταρίσουν» οι γυναίκες σε μεγάλα ταψιά για να μείνουν καθαρά τα δάκρυα από φύλλα, χώματα και πετρούλες, αλλά δεν σκέφτηκα ποτέ αυτό που πρόσθεσε σαν δικό του σχόλιο, πως, τα δάκρυα έχουν αξία μόνο αν είναι καθαρά. Ήξερα πως μετά το πλένουν, το στεγνώνουν ξανά, και πάλι απ’ την αρχή, αλλά δεν ήξερα πως μέσα από την άχαρη επανάληψη, όπως μου είπε, φτάνεις πολλές φορές να πλησιάσεις την τελειότητα. Μέσα από τα πιο απλά και καθημερινά πράγματα, είχε την ικανότητα να συλλαμβάνει νοήματα που φώτιζαν κρυμμένες πλευρές της ζωής. Στο τέλος, μου μίλησε για τους ανθρώπους που γνώρισε και την αγωνία τους τέτοια εποχή μη πιάσει βροχή και καταστραφεί όλη η παραγωγή και πεινάσουν το χειμώνα ολόκληρα χωριά. Ο συγγραφέας ανακάλυπτε τον οικείο μου τόπο και όσο τον άκουγα τον ανακάλυπτα κι εγώ μαζί του απ’ την αρχή. Και αφού μου είπε ό, τι άλλο τον είχε μαγέψει -γιατί αυτός ήταν ένας άνθρωπος που επέτρεπε στον εαυτό του να μαγευτεί-, ήρθε η ώρα να τον ρωτήσω αυτό που ήθελα από την πρώτη στιγμή της γνωριμίας μας.

-Τι είναι το ταξίδι;

Εγώ δεν είχα ταξιδέψει. Άλλους τόπους δεν γνώρισα εκτός από τον τόπο που μεγάλωσα. Τόσα χρόνια με είχε ταξιδέψει βέβαια ο παππούς με τις διηγήσεις του και μαζί του είχα γυρίσει σχεδόν όλον τον κόσμο, αλλά ήθελα να καταλάβω τι είναι το ταξίδι για έναν συγγραφέα και μάλιστα ειδικά γι’ αυτόν τον άνθρωπο. Είχα αρχίσει να αντιλαμβάνομαι πως όλα αποκτούν ένα άλλο νόημα ανάλογα με το βλέμμα που πέφτει πάνω τους. Κι εμένα το βλέμμα αυτού του ανθρώπου με ενδιέφερε πολύ, -σαν να μου ταίριαζε.

Μέσα από την πρόσφατη περιπέτεια της υγείας μου, άρχισα να αναρωτιέμαι περισσότερο και πιο επίμονα πάνω σε πράγματα αυτονόητα. Πράγματα που κάποτε νόμιζα πως καταλαβαίνω. Ξανακοιτούσα τη ζωή με καινούριο βλέμμα, κι αυτό ήταν κάτι πρωτόγνωρο που το ένιωθα μέχρι το μεδούλι μου. Κοιτούσα τον κόσμο σαν παιδί που μόλις γεννήθηκε και τα μαθαίνει όλα από την αρχή. Έχει για όλα απορίες. Δεν καταλαβαίνει τίποτα και διψά ανελέητα να μάθει ό, τι αφορά αυτή τη μυστήρια ιστορία που την ονομάζουμε ζωή. Ψάχνει την αλήθεια της και μαζί την δική του αλήθεια. Σίγουρα αν κάποιος με άκουγε να ρωτώ τι είναι ταξίδι, θα γελούσε και θα έλεγε πως πρόκειται για μια εντελώς ηλίθια ερώτηση. Για μένα όμως είχε σημασία. Εξάλλου, ηλίθιες ερωτήσεις δεν υπάρχουν και ο κύριος Ιωάννης σ’ αυτό συμφωνούσε απόλυτα μαζί μου.

Τα ταξίδια πάντα με γοήτευαν πολύ, μα τώρα περισσότερο από ποτέ. Τι είναι όμως ένα ταξίδι; Τι είναι αυτό που κάνει έναν άνθρωπο να θέλει τόσο πολύ να ταξιδέψει; Τι προσθέτει στη ζωή του; Από πού ξεκινά αυτή η διακαής επιθυμία του; Σ’ αυτά τα ερωτήματα αισθανόμουν πως μόνον ο κύριος Ιωάννης μπορούσε να μου δώσει απαντήσεις και δεν θα έχανα την ευκαιρία να τον ρωτήσω τώρα που τον είχα μπροστά μου δεύτερη φορά. Είχα αποφασίσει να μην χάνω πια καμία ευκαιρία που θα ξεδιψούσε την ψυχή μου. Μέσα στην νέα μου πραγματικότητα ζούσα χωρίς καμιά βεβαιότητα πως το επόμενο λεπτό θα συνέχιζα να ζω. Έβλεπα, σαν την επόμενη στιγμή να μην ήξερα αν θα ξαναδώ. Αυτό το αίσθημα είχε κυριέψει ό, τι έκανα, ό, τι άγγιζα, ό, τι σκεφτόμουν, ό, τι συναντούσα. Και είχε δώσει ένα άλλο νόημα στην κάθε μου στιγμή. Καταλάβαινα πως τλεικά όσα μαθήματα κι αν πάρει κανείς, ακόμα κι από έναν μεγάλο δάσκαλο σαν τον παππού του, τα πιο αληθινά και ουσιαστικά σου τα δίνει η ίδια η ζωή. Αν δεν βιωθούν, θα μένουν πάντα κάποια θεωρητικά μαθήματα στα οποία όσο κι αν προσπαθείς δεν θα καταφέρεις ποτέ τίποτα περισσότερο από το να τα παπαγαλίσεις. Κι έτσι θα μένουν κενά από νόημα. Λέξεις μιας γλώσσας νεκρής που κανείς πια δε μιλάει.


-Το ταξίδι είναι ένα μεγάλο μυστήριο, ξεκίνησε να λέει μ’ εκείνη την ήσυχη φωνή του που μπορούσε να γαληνέψει ανταριασμένη θάλασσα. Όταν ταξιδεύεις για να φτάσεις σ’ έναν τόπο, γρήγορα συνειδητοποιείς πως διανύεις αχανείς αποστάσεις για να συναντήσεις τον εαυτό σου. Κάθε διαδρομή και κάθε τόπος φωτίζει τα εσωτερικά σου τοπία: των εμπειριών, των σχέσεων, των σκέψεων, ακόμη και του χαρακτήρα σου. Οι καινούριοι τόποι ανοίγουν πόρτες δωματίων του είναι σου που την ύπαρξή τους αγνοούσες. Μπαίνεις και σεργιανάς μέσα τους σαν παιδί που ανακαλύπτει μια σοφίτα γεμάτη καινούρια παιχνίδια. Διακατέχεσαι από τον ενθουσιασμό του παρθενικού βλέμματος που στέκεται πάνω σε ό, τι βλέπει μ’ έναν πρωτόγνωρο θαυμασμό, παντελώς ανίκανο να διακρίνει το κακό, το ελαττωματικό, το άσχημο. Όλα αυτά συμβαίνουν όταν επισκεφτείς για πρώτη φορά έναν τόπο.

-Έχει διαφορά η πρώτη φορά από τη δεύτερη ή την τρίτη;

-Οι τόποι που επισκέπτεσαι για δεύτερη, τρίτη ή τέταρτη φορά γίνονται λίγο λίγο απαιτητικοί, όπως μια ανθρώπινη σχέση, καθώς αναπτύσσεται στον χρόνο. Αρχίζουν να αποκτούν δικαιώματα. Ζητούν να εδραιώσουν τη σχέση αυτή μέσα σου. Να την ξεκαθαρίσουν. Έχεις όπως σε όλα τα πράγματα, μόνον δύο επιλογές: ή αφήνεις ανοιχτή την πόρτα του δωματίου τους και τους κάνεις σιγά σιγά αναπόσπαστο κομμάτι του εαυτού σου, ή αποφασίζεις να κλείσεις πίσω σου οριστικά την πόρτα. Τους εγκαταλείπεις στο έλεος της αδηφάγου αράχνης που ονομάζεται λήθη.

-      Και πώς ξέρεις ποιους τόπους θα κάνεις δικούς σου και ποιους θα λησμονήσεις;
-      Συνήθως αυτό γινεται μόνο του, ασυναίσθητα. Δεν εισαι εσύ που το αποφασίζεις. Αποφασίζεται κατά κάποιον τρόπο αυτοβούλως, ή οδηγείσαι βήμα βήμα σ’ αυτήν την απόφαση μετά από μια σειρά εσωτερικών αποκαλύψεων.
-      Δηλαδή;
-      Θα σου εξηγήσω. Κάποτε συμβαίνει επισκεπτόμενος δεύτερη φορά έναν τόπο που την πρώτη φορά λάτρεψες να αναρωτηθείς πανικόβλητος: εγώ ήμουν που αγάπησα και θαύμασα τόσο πολύ αυτόν τον τόπο; Βιαστικά κι από φόβο, ίσως αποφανθείς πως ο κόσμος αλλάζει τόσο γρήγορα που μέσα σε λίγα χρόνια φτάνεις να μην τον αναγνωρίζεις και γι’ αυτό δεν αισθάνεσαι να έχεις πια καμιά σχέση μαζί του. Όμως η αλήθεια είναι πως αν είσαι ένας γνήσιος ταξιδευτής, εσύ αλλάζεις πιο γρήγορα από τους τόπους και ό, τι σκέφτηκες πριν, ήταν ένα μεγάλο ψέμα προκειμένου να αποφύγεις την γυμνή διαπίστωση: δική σου είναι η αλλαγή και αυτός ο τόπος δεν είναι πια για σένα.
-      Μεγάλη απογοήτευση...
-      Μέσα από τέτοιες διαψεύσεις όμως πλησιάζουμε στην αλήθεια μας. Όσο κι αν είναι οδυνηρό, νομίζω πως δεν υπάρχει άλλος δρόμος. Θα σου πω ένα προσωπικό μου παράδειγμα. Όταν πρωτοπήγα στη Βενετία γυρνούσα μαγεμένος μέσα στα στενά της δρομάκια. Απορούσα στα αδιέξοδα των δρόμων που αιφνιδιαστικά σταματούσαν μπροστά στο νερό σαν να βρισκόμουν μπροστά σε ανερμήνευτα θαύματα. Μεθούσα κοιτάζοντας τα σπίτια που τα θεμέλιά τους βυθίζονται στη θάλασσα κι έλεγα: «ζω ένα μελαγχολικό γλυκό παραμύθι φτιαγμένο από χώμα και νερό σ’ αυτήν την νεκρόπολη. Θέλω να κατοικήσω εδώ για πάντα».
-      Και κατοικήσατε;
-      Ξαναπήγα δεύτερη φορά, σπρωγμένος από αυτήν την επιτακτική ανάγκη, να την ξαναδώ και να αποφασίσω οριστικά, αν όντως μπορώ να μείνω εκεί. Απομακρύνθηκα μέσα στις πρώτες κιόλας ώρες από τα στενά της δρομάκια και τα μαγευτικά αδιέξοδα, τα μικρά κανάλια με τις ονειρεμένες γόνδολες, τους αρρενωπούς γονδολιέρηδες ντυμένους μαύρα ξεκούμπωτα πουκάμισα που ταξίδευαν ερωτευμένα ζευγαράκια συνοδεία κάποιου μουζικάντη προκειμένου να ευθυμήσουν. Άφησα στην άκρη την αρχική μου επιθυμία και εμπιστεύτηκα χωρίς δεύτερη σκέψη ένα βαθύ μου ένστικτό που το άφησα να με οδηγήσει, χωρίς καλά καλά να το συνειδητοποιώ, στις προβλήτες. Πήρα το θαλάσσιο λεωφορείο κι έφτασα στο νησί Μουράνο, εκεί που σπουδαίοι τεχνίτες φτιάχνουν γλυπτά από φυσητό γυαλί. Βλέποντας τότε από απόσταση την αγαπημένη μου πόλη στο βάθος του ορίζοντα, είπα μέσα μου: «η Βενετία είναι από άμμο και φωτιά. Δεν μπορείς να ζήσεις την εύθραυστη ομορφιά της. Ή θα σε ρουφήξει η άμμος της για να σε πνίξει ή θα σε κάψει η φωτιά της. Στην καλύτερη περίπτωση, και μόνο με την προϋπόθεση πως είσαι ένας άξιος και έμπειρος τεχνίτης, μπορείς να την πλάσεις γυάλινη μνήμη που θα εκθέτεις στο σαλόνι της ύπαρξής σου έργο τέχνης για τα μάτια του κόσμου.
-      Οπότε δεν ξαναπήγατε. Αποφασίσατε πως αυτή η πόλη δεν είναι για σας ή αποφασίστηκε αυτοβούλως από την σχέση σας.
-      Κι όμως καμιά φορά δεν μπορούμε εύκολα να δεχθούμε έναν αποχωρισμό. Ζητούμε άλλη μια επιβεβαίωση. Επιδιώκουμε άλλη μια δοκιμασία. Μετανιωμένος γι’ αυτό που είχα εκστομίσει την δεύτερη φορά, πήγα και τρίτη και μάλιστα μετά από αρκετό καιρό. Ξεκίνησα το ταξίδι σχεδόν με μια ερωτική λαχτάρα σαν αυτή του εραστή που επιστρέφει μετά από χρόνια στην παλιά του ερωμένη: το σώμα που αγάπησε, το μύρισε, το περπάτησε, το έζησε μέσα από έναν καυτό πόθο. Πόθο που εξάντλησε ολόκληρο. Φτάνοντας όμως, συνέβη κάτι ολωσδιόλου απροσδόκητο. Με το που πάτησα το πόδι μου πάνω της μ’ έπνιξαν τα στενοσόκακα. Περπατούσα και σε κάθε στροφή του δρόμου σκόνταφτα πάνω σε μαύρες σακούλες σκουπιδιών που ποτέ άλλοτε δεν είχα προσέξει. Η μπόχα της ήταν αφόρητη. Τα στίφη των τουριστών λόγχες αιχμηρές τρυπούσαν το σώμα μου και τότε είπα: «η Βενετία είναι μια πόρνη πολυτελείας. Πούλησε το κορμί και την ψυχή της στον διάβολο. Δεν έχω πια καμιά σχέση μαζί της. Η λάμψη της για μένα έσβησε». Κι ακόμα είπα: «δεν θα επιστρέψω ποτέ ξανά σ’ εσένα. Η εικόνα σου πόλη με πονά σαν ένα παρελθόν που δεν ωφελεί πλέον να ανασύρω από τη μνήμη γιατί δηλητηριάζει το παρόν. Δεν υπάρχεις και δεν θα υπάρξεις ποτέ ξανά για μένα. Δεν είσαι άμμος και φωτιά, άξια να σε πλάσω γλυπτό στη μνήμη μου. Δεν είσαι σπίτια, ούτε νερό. Η εικόνα σου σε προδίδει. Σε εξαπατά και σε ξεγελάει. Είσαι μονάχα οι γέφυρες που ενώνουν σπίτια με νερό κι εγώ αν γυρεύω μια γέφυρα δεν είναι καμιά απ’ τις δικές σου. Ψάχνω αυτήν που ενώνει χώμα με ουρανό.
-      Κι έτσι καταλάβατε κάτι από τον εαυτό σας.
-      Ναι, γιατί τότε μου αποκαλύφτηκε πως η πόλη αυτή ήταν πάντα τέτοια. Εγώ ήμουν ένας άλλος την πρώτη φορά, ένας άλλος την δεύτερη κι ένας άλλος την τρίτη. Εγώ ήμουν άμμος και φωτιά. Νερό και σπίτια. Γέφυρες των ανερμάτιστων αδιεξόδων μου. Κι ακόμα κατάλαβα πως ίσως δεν έχει τόση σημασία ο τόπος στον οποίο πηγαίνεις, όσο ο τόπος από τον οποίο ξεκινάς για να πας. Σημασία έχει από πού ξεκινάς. Γιατί την τρίτη φορά συνέβη να πάω στη Βενετία ερχόμενος από έναν τόπο πολύ διαφορετικό.
-      Την έχω τόσο όμορφη τη Βενετία στο μυαλό μου που δεν μπορώ να φανταστώ τόπο ωραιότερο απ’ αυτήν.
-      Κι όμως, όσο ταξιδεύέις γνωρίζεις, κι όσο γνωρίζεις γκρεμίζονται και χτίζονται μέσα σου εντυπώσεις, μύθοι, αισθήματα.
-      Και ποιος ήταν αυτός ο ωραιότερος τόπος, ο τόσο διαφορετικός;
-      Ήταν ένας τόπος με ανοιχτούς ορίζοντες, απέραντο ουρανό, νερά καθαρά, βουνά πανύψηλα, δρόμους αστραφτερούς και πουλιά. Εκατοντάδες πουλιά που κελαηδούσαν κάθε μου βήμα. Έμοιαζε πολύ με τον τόπο που ονόμασα Καρδιά και που τον έπλασα παίρνοντας αφορμή απ’ αυτόν. Αν δεν πήγαινα στην Βενετία αμέσως μετά απ’ αυτό το ανοιχτόκαρδο μέρος, ίσως να μην προχωρούσα σε μια τέτοια ρήξη με αυτήν την πόλη που κάποτε λάτρεψα. Ναι, μάλλον δεν θα προχωρούσα. Ο άλλος τόπος όμως μου έδωσε λέξεις πρωτόγνωρες. Χάιδεψε με χέρι ιαματικό τις πληγές μου. Καταπράυνε τους μώλωπες. Ανακούφισε τους πόνους. Πώς μπορούσα μετά απ’ αυτόν να επιστρέψω πίσω στη σκοτεινή, στενάχωρη, αν και γοητευτική, Βενετία; Τι δουλειά είχα πια με τα ανήλιαγα δρομάκια, τους αμήχανους τουρίστες και την μπόχα, εγώ που είδα τον ουρανό σ’ όλο το μήκος και το πλάτος του να ξημερώνει και να βραδιάζει, ανέπνευσα πεύκο και μαντζουράνα και αντάλλαξα βλέμματα με μάτια ζεστά των κατοίκων αυτού του παραδείσου;
-      Καταλαβαίνω, αλλά έτσι δεν είσαι ποτέ σίγουρος γι’ αυτό που θα προκύψει.
-      Όχι, δεν είσαι. Είναι όλα τα ενδεχόμενα ανοιχτά. Το ταξίδι Ισίδωρε ξεκινά απ’ τον δικό σου τόπο. Και δικός σου τόπος είναι αυτός που τον έζησες και ενώθηκε με το αίμα της καρδιάς σου. Αυτόν κουβαλάς φτάνοντας στον πρώτο προορισμό του ταξιδιού σου. Δεν μπορείς να τον ξεφορτωθείς έτσι εύκολα επειδή αγόρασες ένα εισιτήριο και πέταξες τρεις ώρες μ’ ένα αεροπλάνο. Κι όταν θα φτάσεις στον επόμενο σταθμό θα κουβαλάς και τον τόπο από τον οποίο ξεκίνησες και αυτόν που μόλις άφησες.
-      Δεν μπορείς με κάποιον τρόπο να είσαι πιο προετοιμασμένος; Δεν είναι μεγάλο ρίσκο να εκτίθεσαι έτσι σε κάθε ενδεχόμενο;
-      Ίσως να στάθηκα απρόσεκτος και αδαής, το σκέφτηκα κι εγώ για μια στιγμή. Για να αποφύγω τη ρήξη μάλλον έπρεπε να προηγηθεί η Βενετία του παραδείσου μου. Κάποτε ίσως πρέπει να μάθουμε να ταξιδεύουμε επιλέγοντας πιο προσεκτικά τι θα προηγείται και τι θα έπεται, αν δεν θέλουμε να διαγράψουμε στο τέλος όλους τους προορισμούς που κάποτε αγκαλιάσαμε εγκάρδια. Ίσως όμως έτσι να πρέπει, γιατί είμαστε φτιαγμένοι για να προχωράμε. Κι ίσως δεν προχωράμε αν δεν διαγράφουμε κι αν δεν ερχόμαστε σε ρήξεις. Ίσως κανένα λάθος δεν διέπραξα κι ίσως έκανα αυτό ακριβώς που έπρεπε να κάνω: επέστρεψα σε μια πόλη τρίτη φορά και μάλιστα μετά από μια άλλη που πρωταντίκρυσα. Στο αθώο βλέμμα του πρωτόγνωρου δοκιμάστηκε το παλιό. Αν άντεχε, θα άξιζε να το ξαναζήσω και να το θυμάμαι. Αφού όμως δεν άντεξε, το απέβαλλα γρήγορα σαν βάρος περιττό. Εξάλλου θα μπορούσε κάλλιστα να αντέξει. Δεν γκρεμίζονται ούτε ακυρώνονται όλα. Κάποια αντέχουν στις δοκιμασίες. Αφού όμως ο στόχος του ταξιδιού είναι να ανακαλύπτεις όλο και μεγαλύτερη ομορφιά, δεν επιτρέπονται άχρηστα βαρίδια σ’ αυτό το ταξίδι.
-      Και τι τα κάνεις τα βαρίδια; Πώς ξεφορτώνεσαι αυτά με τα οποία κάποτε ενώθηκες;
-      Τα εγκαταλείπεις στν άκρη του δρόμου κι αν κάποιοι άλλοι τα βρουν ίσως να αποτελέσουν θησαυρό για κείνους. Δεν λυπάμαι για κείνα που πέταξα ούτε κι εκείνους που θα τα δουν σαν πολύτιμα. Γιατί καθένας μας βρίσκεται σε άλλο σημείο της μεγάλης του διαδρομής κι αλλιώς αξιολογεί κάθε φορά τι είναι θησαυρός και τι σκουπίδι.
-      Και στο τέλος τι μένει; Μένει τίποτα;
-      Είμαστε φτιαγμένοι από Ομορφιά, Ισίδωρε, που στο διάβα της ζωής μας κάπου την χάσαμε. Για να την ξαναβρούμε ταξιδεύουμε και στο ταξίδι μας έχουμε να απελευθερώσουμε μεγάλες εκτάσεις αιχμαλωτισμένες μέσα μας απ’ την ασχήμια. Η Ομορφιά είναι η μόνη που μπορεί να ξεκλειδώσει τα δωμάτια που θα μας οδηγήσουν στο Κάλλος και την πλήρη ένωσή μας μ’ αυτό, που δεν είναι άλλο από ολόκληρο το Είναι μας. Ένα Είναι απέραντο, αστραφτερό. Λαμπερό σαν ήλιος.


Όσο μου μιλούσε ο κύριος Ιωάννης, είχα βυθίσει το βλέμμα μου στα άνθη της πορτοκαλιάς μου. Της δικής μου πορτοκαλιάς. Την είχα φυτέψει με τα χέρια μου στα πρώτα μου γενέθλια. Ήταν κι αυτή ενός έτους όταν μου την έφερε ο πατέρας μου σαν δώρο γενεθλίων και με πήρε από το χέρι πάνω που είχα αρχίσει να στέκομαι στα πόδια μου για να με οδηγήσει στο περιβόλι. Αφού μου το έδειξε όλο, με ρώτησε: «πού θέλεις να φυτέψεις την πορτοκαλιά σου, πού θα την βάλεις Ισίδωρε;». Δεν ξέρω γιατί διάλεξα να την βάλω ακριβώς εκεί που ήταν ήδη αυτό το παγκάκι στο οποίο τώρα καθόμασταν με τον κύριο Ιωάννη και που είχε φτιάξει κάποτε σαν δώρο πρώτων γενεθλίων στην Αγγελική και την Ιουλία, αλλά ξέρω πως μεγαλώνοντας μαζί της, συνομήλικοι πάντα κι αχώριστοι σύντροφοι, πέρασα πολλές ώρες καθισμένος στη ρίζα της, παρατηρώντας πώς μεγαλώνει, πώς ανθίζει, πώς βγάζει καρπούς. Μόνον εγώ έκοβα τα πορτοκάλια αυτής της πορτοκαλιάς και μετά τα μοίραζα σε όλους όσους αγαπούσα. Συχνά καθόμουν και της μιλούσα ή όταν έγραφα κάτι πήγαινα και της το διάβαζα. Είχαμε μια σχέση μυστική και βαθιά. Και τώρα για μια ακόμη φορά δεν κατάλαβα για πότε βρισκόμουν πάλι κοντά της και γιατί ήθελα να μοιραστεί μαζί μου όλα όσα θα μου έλεγε αυτός ο άνθρωπος που ειχα αρχίσει να τον αισθάνομαι φίλο μου. Ίσως γιατί ένα από τα χαρακτηριστικά που είχα από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου ήταν πως ήθελα όλα να τα μοιράζομαι και κυρίως τα πιο πολύτιμα, ό, τι είχε σημασία για μένα. Η δυστυχία μου ξεκινούσε από τη στιγμή που δεν μπορούσα να μοιραστώ κάτι. Κι αν πέρασα δύσκολες ώρες στο νοσοκομείο, αυτός ήταν ο βασικός λόγος: δεν είχα αυτούς στους οποίους θα μπορούσα να μιλήσω, να μοιραστώ τις στιγμές μου. Δεν είχα ούτε την πορτοκαλιά. Αντίθετα, προσπαθούσα να κρύψω κάθε μου σκέψη και κάθε μου αγωνία για να μην στεναχωρήσω τη μάνα μου. Αυτό όμως σίγουρα δεν με βοηθούσε.

Τόση ώρα αυτός ο αξιαγάπητος άνθρωπος μου μετέδιδε γενναιόδωρα εμπειρίες και σκέψεις του κι εγώ σα χώμα στεγνό του Κάμπου ρουφούσα σαν ιαματική βροχή τα λόγια του. Μιλούσε σαν μέσα από κάποιο όνειρο. Δεν έβλεπε το περιβόλι. Δε σταματούσε στα άνθη των δέντρων, ούτε στις μυρωδιές τους. Το βλέμμα του ήταν αλλού κι έκλεβε και το δικό μου. Μόνο που το δικό μου όπου και να το οδηγούσε, είχε ματόκλαδα της πορτοκαλιάς τα άνθη και το άρωμά τους, ανάσα μου, μαζί τους ταξίδευε.

Ένιωσα κάποια στιγμή τη μοίρα μου να είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη μοίρα αυτού του δέντρου και είπα:

-Πόσο πρέπει να ζηλεύουν τα δέντρα, τα πουλιά. Καρφωμένα στον ίδιο τόπο, στην ίδια θέση πάντα, είναι καταδικασμένα να μην ταξιδέψουν ποτέ... άραγε εγώ θα μπορέσω ποτέ να γυρίσω τον κόσμο;

Μετά από μια μεγάλη παύση που επέτρεψε στον καθένα μας να βυθιστεί στις δικές του σκέψεις, συμπλήρωσα συμπερασματικά:

-Το θέμα είναι αν γεννήθηκες δέντρο ή πουλί. Αν πλάστηκες να ’χεις ρίζες ή φτερά. Τι ταξίδια να κάνει ένα δέντρο...

-Ίσως να έχεις δίκιο Ισίδωρε, αλλά ίσως και όχι. Αυτή είναι η εξωτερική πλευρά των φαινομένων. Υπάρχει και η άλλη, αυτή που δε φαίνεται στο γυμνό μάτι. Πώς θα σου φανεί αν σου πω πως ίσως τα πιο ωραία ταξιδιωτικά κείμενα δεν τα έγραψαν αυτοί που ταξίδεψαν και ενδεχομένως γύρισαν τη γη απ’ άκρη σ’ άκρη, αλλά αυτοί που πόθησαν αφάνταστα να ταξιδέψουν μα ποτέ δεν βγήκαν από το σπίτι τους, δεν απομακρύνθηκαν ούτε μια μέρα από τον τόπο τους, κάποτε ούτε απ’ το δωμάτιό τους;
-Θέλετε να πείτε πως τον κόσμο τον έχουμε μέσα μας.
-Ναι, καλό μου παιδί. Μέσα μας τον έχουμε, αλλά δεν μπορούμε πάντα να τον δούμε. Κάποιοι μπορεί να ταξιδεύουν συνέχεια και να μην ανακαλύψουν τίποτα. Κάποιοι, όπως σου είπα, μέσα από τα ταξίδια βρίσκουν τον τρόπο να ανακαλύπτουν άγνωστες πτυχές του εαυτού τους. Υπάρχουν όμως κι αυτοί που έχουν την ικανότητα να βλέπουν μέσα τους όλον τον κόσμο χωρίς να χρειάζεται να μετακινηθούν εξωτερικά. Αυτοί είναι οι μεγάλες ψυχές του κόσμου.
-Αυτοί μετακινούνται εσωτερικά. έτσι;
-Ναι Ισίδωρε. Η σκέψη τους δεν σταματά ούτε λεπτό. Η συνείδησή τους είναι το άγρυπνο μάτι του κόσμου. Μια ελάχιστη αφορμή, μια κοινή για τους άλλους εικόνα, αυτούς τους βάζει σε τέτοια διαδικασία ώστε γεννούν αλήθειες που ποτέ δεν συνάντησαν άλλοι ταξιδεύοντας, διαβάζοντας, γνωρίζοντας τόπους και ανθρώπους. Θα έλεγα πως ένα τέτοιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο Διονύσιος Σολωμός.

Εδώ ο κύριος Ιωάννης σταμάτησε να μιλά. Έσκυψε το κεφάλι του στο χώμα.

-Πέρα από το τι μπορούμε και τι δεν μπορούμε, πέρα από τι είμαστε και τι δεν είμαστε, μετράει πολύ το τι θέλουμε να μπορούμε και το τι θέλουμε να είμαστε. Ποιον δρόμο διαλέγουμε και πόσο αποφασισμένοι είμαστε να τον περπατήσουμε πάση θυσία... έτσι νομίζω... Να στο πω με όρους φυσικής; μπορείς μελετώντας τον μικρόκοσμο να αντιληφθείς τον κανονικό κόσμο. Να στο πω με θεολογικούς όρους; μπορείς μέσα από το ορατό να πλησιάσεις το αόρατο. Να στο πω με όρους μαγειρικής; γνωρίζοντας τις πρώτες ύλες των τροφών, τις ιδιότητες και το άρωμά τους, μπορείς να μαγειρέψεις όλα τα φαγητά. Ή αλλιώς, αρκεί να γνωρίσεις βαθιά μια καρδιά για να καταλάβεις τις καρδιές όλες. Ακόμα κι αν αυτή η καρδιά δεν είναι η δική σου.
-Δηλαδή αυτή η πορτοκαλιά, μπορεί να ταξιδέψει; τον ρώτησα, γιατί όσο κι αν καταλάβαινα τα λόγια του, εξακολουθούσα να μην τα καταλαβαίνω όλα όσο κι αν ένιωθα τη σπουδαιότητά τους.
-Αυτή η πορτοκαλιά συνδέεται άρρηκτα με το χώμα που την στηρίζει και της δίνει ζωή. Και το χώμα... το χώμα τα γνωρίζει όλα. Δεν υπάρχει ταξίδι που να μην ξεκινά και να μην τελειώνει στο χώμα. Δέχεται τα πάντα. Τα βήματά, τα δάκρυα, τις σχέσεις μας. Ποτίζεται τον ουρανό, στεγνώνει απ’ τον ήλιο του, ενώνεται με τις θάλασσες και τα ποτάμια, με όλα τα φυτά. Τα πουλιά, τα ζώα, οι άνθρωποι, πάνω του ξεκουράζονται, κοιμούνται, ξυπνούν, ερωτεύονται, ανασαίνουν, πεθαίνουν. Τι λες λοιπόν; Η πορτοκαλιά αυτή που έχει απλώσει τις ρίζες της βαθιά στο χώμα, δεν ταξιδεύει; Δεν γνωρίζει συνέχεια άλλους τόπους, πολιτισμούς, ανθρώπους ξένους, που τα νέα τους ταξιδεύουν νερό μέσα στις φλέβες των υπόγειων ποταμών της γης και γίνονται τροφή στις ρίζες της; Ίσως να ταξιδεύει περισσότερο και από τα πουλιά. Γιατί το αληθινό ταξίδι Ισίδωρε δεν είναι να φύγεις απ’ τον τόπο σου και να πορευθείς σε τόπο ξένο. Είναι να ανοίξεις το είναι σου ολόκληρο για να δεχθείς το άλλο, το διαφορετικό, το ξένο και να το φιλοξενήσεις, να το γνωρίσεις, να το αγαπήσεις, να το κάνεις δικό σου. Αν την βλέπεις Ισίδωρε, την πορτοκαλιά σου να μεγαλώνει, να πρασινίζει, να ανθίζει και να γεννά πορτοκάλια όμορφα και γλυκά, είναι γιατί κάνει μεγάλα, πολύ μεγάλα ταξίδια και από όλα τα ταξίδια κρατά κυρίως τις ομορφιές που κάθε φορά συναντά κι έτσι αυξάνεται.

-Κι αν μια μέρα ξεραθεί;

-Αν μια μέρα ξεραθεί ίσως να είναι γιατί χόρτασε ομορφιά. Εκπλήρωσε τον απόλυτο προορισμό της. Μπορεί και να κουράστηκε...

-Ποιος είναι ο απόλυτος προορισμός;

-Ίσως, Ισίδωρε, ίσως... ο απόλυτος προορισμός να είναι, να γίνουμε μια μέρα λίπασμα, όπως έγιναν τόσοι άλλοι πριν από μας για μας. Λίπασμα που θα θρέψει τα νέα δέντρα... Πεθαίνοντας ένα δέντρο γίνεται τροφή και ζωή για άλλα δέντρα, όπως θα γίνουμε κι εμείς για άλλους ανθρώπους... ίσως για να ενωθούμε έτσι κάποτε όλα και όλοι με το Κάλλος. Το Κάλλος με Κ κεφαλαίο....

-Το Κάλλος;

Μαζί με την ερώτησή μου ήρθε ένα ψιλόβροχο απαλό σα μωρουδιακό χάδι. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή έφτασε ασθμαίνουσα η Ιουλία:

-Έλα γρήγορα... μας ζητά ο παππούς…

Σηκωθήκαμε αμέσως. Αμίλητοι και βαθιά συλλογισμένοι προχωρήσαμε με γρήγορο βήμα προς το σπίτι. Το νόημα αυτής της επιτακτικής πρόσκλησης ήταν ξεκάθαρο. Φωτίστηκε σαν από αστραπή στο μυαλό μου ο λόγος που έμεινε μετέωρη η συζήτηση με τον κύριο Ιωάννη. Την είχα ήδη αποθέσει στο θησαυροφυλάκιο του νου μου. Το μέγα θησαυροφυλάκιο από το οποίο όταν έρχονται οι δύσκολες ώρες –που πάντα έρχονται- και τον άνθρωπο επισκέπτεται η απώλεια, ανοίγει και σου δίνει πλουσιοπάροχα ό, τι πολλές φορές δίχως να το θυμάσαι, αποθήκευσες, για να μη μείνεις απαρηγόρητος.

Πριν ξεκινήσω, άπλωσα το χέρι και χάιδεψα μ’ ένα φευγαλέο χάδι, την πορτοκαλιά μου. Ήταν λευκά τα άνθη της. Έκοψα το ομορφότερο...