Labels

Wednesday, February 29, 2012

Το ορφανοτροφείο των λέξεων




Μα εγώ δε γύρεψα χρυσά
Δεν πόθησα μετάξια
Μήτε πετράδια δώρα εραστών

Καμιά εντύπωση δε ζήλεψα
Ούτε γιρλάντες αισθημάτων
φωτοβολίδες υποσχέσεις μάταιες

Δεν τα λαχτάρησα τα λάγνα βλέμματα ποτέ
Τα προσκυνήματα τ’ απέφυγα όσο μπορούσα
σαν τα χειροκροτήματα των πλανεμένων θεατών

Να περπατώ μονάχα ήθελα
να οσφραίνομαι,
ν’ ακούω, να κοιτώ
Να γεύομαι αφή του χώματος
και τ’ ουρανού την αύρα ν’ ανασαίνω

Κι ύστερα... να περιμαζεύω λέξεις

Αχ, οι λέξεις
Αυτά τα άδολα παιδιά
Τα άτακτα παρατημένα κι ορφανά
Τα άκακα κι ανήμπορα αθώα
Να τα συλλέγω πορσελάνες εύθραυστες μονάκριβες
που ντύνω και ταϊζω
Να οργανώνω τα παιχνίδια τους
και γέλιο να χαρίζω στα χλωμά τους προσωπάκια
Όλα σε μια σειρά να τα τοποθετώ
και όλο να τα αλλάζω για να μη βαριούνται

Κι όταν κουράζονται
να στρώνω το κρεβάτι του λευκού χαρτιού τους
για να κλείνουν τ’ ασημένια βλέφαρα
Να τα φιλώ στ’ αραχνοϋφαντα μαλλιά
και να σιωπώ
ανάσκελα γερμένη
στα όνειρά τους τα γαλάζια...







Tuesday, February 28, 2012

Mικρή περιδιάβαση στην Αγία και μεγάλη τεσσαρακοστή…


byzantine-crucifixion.jpg




Μεγάλη Σαρακοστή,
ὀνομάζεται ἡ νηστεία ποὺ προηγεῖται τοῦ Πάσχα. Τὴν λέμε Μεγάλη γιὰ νὰ τὴν ξεχωρίζουμε ἀπὸ τὴν νηστεία ποὺ προηγεῖται τῶν Χριστουγέννων, ἡ ὁποία χαρακτηρίζεται «Μικρὴ» ἐπειδὴ εἶναι ἐλαφρότερη. Σαρακοστὴ ὀνομάζεται ἐπειδὴ γίνεται εἰς ἀνάμνηση τῆς σαρανταήμερης νηστείας τοῦ Χριστοῦ στὴν ἔρημο.
Ἡ Μεγάλη Σαρακοστὴ καθιερώθηκε τὸν 4ο αἰώνα. Ἡ ἀρχική της διάρκεια ἦταν ἔξι ἑβδομάδες, ἐνῶ ἀργότερα προστέθηκε καὶ μία ἕβδομη. Ἔτσι στὴν ἐποχή μας ἡ Μεγάλη Σαρακοστὴ ξεκινᾶ τὴν Καθαρὰ Δευτέρα καὶ τελειώνει τὸ Μεγάλο Σάββατο.
Σὲ ὅλη τὴν διάρκεια τῆς Σαρακοστῆς, κάθε Τετάρτη καὶ Παρασκευή, τελεῖται στὴν ἐκκλησία μας ἡ Προηγιασμένη Ἀκολουθία. Σὲ αὐτὴν οἱ πιστοὶ μποροῦν νὰ λάβουν Θεία Κοινωνία, ἡ ὁποία ὅμως ἔχει προαγιασθεῖ τὴν προηγουμένη Κυριακή. Γι’ αὐτὸ τὸν λόγο ὀνομάζεται ἡ Ἀκολουθία αὐτὴ Προηγιασμένη. Τὰ πρῶτα Χριστιανικὰ χρόνια ἡ ἀκολουθία αὐτὴ ἐτελοῦντο σχεδὸν καθημερινά, καθ’ ὅλη τὴν διάρκεια τῆς Σαρακοστῆς. Στὶς μέρες μας, ὅπως εἴπαμε, ἔχει περιορισθεῖ ἡ τέλεση τῆς κάθε Τετάρτη καὶ Παρασκευὴ τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς.
Κάποιες ἡμέρες τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς ἔχουν ξεχωριστὴ σημασία καὶ δική τους σημειολογία.
Ἂς τὶς δοῦμε μία – μία:
Σάββατο τῆς πρώτης ἑβδομάδας τῆς νηστείας εἶναι ἀφιερωμένο στὸ θαῦμα τῶν κόλλυβων τοῦ μεγαλομάρτυρα Θεοδώρου τοῦ Τήρωνος.

Θαῦμα ποὺ βοήθησε τοὺς Χριστιανοὺς τῆς Κωνσταντινούπολης, νὰ τηρήσουν τὴν νηστεία, ποὺ προσπάθησε μὲ δόλια μέσα νὰ μολύνει ὁ αὐτοκράτορας τοῦ Βυζαντίου, Ἰουλιανὸς ὁ Παραβάτης. Ὁ ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινούπολης εἶδε σὲ ὄνειρο τὸν μεγαλομάρτυρα Θεόδωρο, ὁ ὁποῖος τοῦ φανέρωσε τὶς προθέσεις τοῦ Ἰουλιανοῦ καὶ τὸν συμβούλεψε ἀντὶ τῶν ἀρτύσιμων φαγητῶν νὰ φτιάξουν καὶ νὰ φᾶνε ὡς τροφή, οἱ χριστιανοί, κόλλυβα. Ἔτσι φτιάχνοντας καὶ μοιράζοντας κόλλυβα, θυμόμαστε καὶ τιμοῦμε κάθε χρόνο τὸ θαῦμα τοῦ μεγαλομάρτυρα Θεοδώρου.
Η Ἃ’ Κυριακὴ τῶν νηστειῶν, εἶναι ἡ Κυριακή της Ὀρθοδοξίας.
Γιορτάζουμε τὴν ἀναστύλωση τῶν ἁγίων καὶ σεπτῶν εἰκόνων ἀπὸ τὴν αὐτοκράτειρα τοῦ Βυζαντίου Θεοδώρα τὸ 843μ.Χ.
Η Β’ Κυριακὴ τῶν νηστειῶν εἶναι ἀφιερωμένη στὴν μνήμη τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, Ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης (14ος αἰώνας).
Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὑπῆρξε κορυφαῖος διδάσκαλος τῶν ὀρθοδόξων δογμάτων καὶ πολέμιος τῶν αἱρέσεων.
Η Γ’ Κυριακὴ τῶν νηστειῶν, εἶναι ἡ Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως.
Αὐτὴ ἡ ἡμέρα εἶναι ἀφιερωμένη στὸν Τίμιο καὶ Ζωοποιὸ Σταυρό, τὸ σύμβολο τῆς πίστης μας. Ἡμέρα ποὺ οἱ πιστοὶ παίρνουν δύναμη νὰ συνεχίσουν τὴν πορεία τους, τὴν νηστεία, ποὺ θὰ τοὺς ὁδηγήσει στὴν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου.
Η Δ’ Κυριακὴ τῶν νηστειῶν, εἶναι ἡμέρα ποὺ τιμᾶται ἡ μνήμη τοῦ Ἁγίου Ἰωάννη, συγγραφέα τῆς Κλίμακας.
Ἡ κλίμακα εἶναι ἕνα βιβλίο μὲ ὁμιλίες τοῦ Ἁγίου Ἰωάννη. Ἀντικείμενο τῶν ὁμιλιῶν αὐτῶν εἶναι τὰ σκαλοπάτια τῆς πνευματικῆς ἀνάβασης τῶν Μοναχῶν, μέσα ἀπὸ τὴν προσωπική τους ἄσκηση.
Ἡ ἡμέρα Τετάρτη τῆς 5ης ἑβδομάδας τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς εἶναι ἡ Τετάρτη τοῦ Μεγάλου Κανόνος.
Συγγραφέας καὶ συνθέτης τοῦ Μεγάλου Κανόνα εἶναι ὁ Ἅγιος Πατέρας μᾶς Ἀνδρέας, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Κρήτης. Μέσα στὰ 250 τροπάρια ποὺ τὸν ἀπαρτίζουν, ἔχει συγκεντρώσει τὶς ἱστορίες ἀπὸ τὸν Ἀδὰμ ἕως καὶ τὴν Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου. Καλεῖ δὲ κάθε ἕναν ἀπὸ ἐμᾶς, νὰ παραδειγματιζόμαστε ἀπὸ αὐτές, νὰ μιμούμαστε τὰ καλὰ καὶ νὰ ἀποφεύγουμε τὰ ἄσχημα ποὺ ἔπραξαν οἱ πρόγονοί μας.
Τὴν Παρασκευὴ τῆς ἴδιας ἑβδομάδας εἶναι ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος.
Ἡμέρα ἀφιερωμένη στὴν Παναγία ποὺ στέκει πάντα βοηθὸς τῶν Χριστιανῶν σὲ περιόδους εἰρήνης ἢ πολέμου. Ἑορτάζουμε τὰ θαύματα ποὺ ἔκανε ἡ Παναγία προστατεύοντας τὴν Βασιλεύουσα ἀπὸ λαοὺς ποὺ ἤθελαν νὰ τὴν κυριεύσουν. Μετὰ ἀπὸ μία τέτοια νίκη ὁ λαὸς τῆς Κωνσταντινούπολης, ὄρθιος (ἀκάθιστος) εὐχαρίστησε τὴν Θεομήτορα ψάλλοντας. Θυμούμενοι αὐτὸ τὸ γεγονός, εὐχαριστοῦμε κι ἐμεῖς μὲ τὴν σειρά μας τὴν Παναγία ψάλλοντας ὄρθιοι.
Η Ἐ’ Κυριακὴ τῶν νηστειῶν, εἶναι ἀφιερωμένη στὴν μνήμη τῆς Ὁσίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας. Ἡ Ὁσία, ἀπὸ ἡλικία 12 ἐτῶν ἀκολουθοῦσε ἕναν ἰδιαίτερα ἔκλυτο βίο. Σὲ ἡλικία 30 ἐτῶν, ἦρθε σὲ ἐπαφὴ μὲ τὸν Χριστιανισμό, μετανόησε καὶ προσκύνησε. Τὴν ὑπόλοιπη ζωή της, 47 ἔτη, ἀσκήτεψε στὴν ἔρημο. Τὴν ἡμέρα αὐτὴ καλοῦνται ὅλοι νὰ μιμηθοῦν τὸ παράδειγμά της καὶ νὰ ἔρθουν πιὸ κοντὰ στὸν Χριστὸ μετανοώντας γιὰ τὶς ἁμαρτίες τους.
Τὸ Σάββατο πρὶν τὴν Μεγάλη Ἑβδομάδα εἶναι τὸ Σάββατο τοῦ Λαζάρου.
Ἡμέρα ἀφιερωμένη στὸ θαῦμα τῆς ἀνάστασης τοῦ Λαζάρου ἀπὸ τὸν Χριστό.
Τελευταία Κυριακή της Μεγάλης Σαρακοστῆς, εἶναι ἡ Κυριακὴ τῶν Βαΐων. Εἶναι ἡμέρα ἀφιερωμένη στὴν θριαμβευτικὴ εἴσοδο τοῦ Χριστοῦ στὰ Ἱεροσόλυμα ἀπὸ τὴν Βηθανία. Τότε ὁ λαὸς ὑποδέχθηκε τὸ Χριστὸ μὲ ἐπευφημίες καὶ μὲ «βάϊα φοινίκων», ἀπὸ τὰ ὁποία πῆρε καὶ τὸ ὄνομα τῆς αὐτὴ ἡ ἡμέρα.
Στὴ διάρκεια τῆς Σαρακοστῆς, δὲν ἐπιτρέπεται ἡ κατανάλωση κανενὸς ζωικοῦ προϊόντος. Ἐξαίρεση ἀποτελοῦν ἡ ἡμέρα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ στὶς 25 Μαρτίου καὶ ἡ Κυριακὴ τῶν Βαΐων ὅπου ἐπιτρέπεται ἡ βρώση ψαριῶν.
(Μatia.gr)


Πηγή:
http://aerapatera.wordpress.com/2012/02/28/mικρή-περιδιάβαση-στην-αγία-και-μεγάλη/: 

Monday, February 27, 2012

Καλή Σαρακοστή!



Το χόρτο κάτω απ' την πέτρα
είναι το δικό μου υπόστεγο

Εκεί μεθοκοπώ από μια στάλα της βροχής

Χορταίνω 
βλέποντας το σπόρο
που κουβαλά στην πλάτη το μυρμήγκι

Είναι το ελάχιστο που μου χαρίζει τη ζωή

Ένα μονάχα κλείσιμο βλεφάρων
με οδηγεί αταλάντευτα
στης προσευχής το όνειρο

Είναι το τίποτα που είμαι

Σκόνη σαν ψίχουλο πανάλαφρο κι ασήμαντο
τόσο φτωχό και έρημο, τόσον ανάξιο λόγου
που με σηκώνει ο αέρας ασυναίσθητα
κι από άνεμο σε άνεμο
με πάει στον ουρανό

Saturday, February 25, 2012

Friday, February 24, 2012

Η Δημοκρατία και οι "αθώες" παρενέσεις του ΟΑΣΘ




Όταν αποφοίτησα από το ΠΤΔΕ του ΑΠΘ εργάστηκα σ' ένα ιδιωτικό σχολείο της Θεσσαλονίκης για δύο χρόνια. Μετά το πέρας της διετούς σύμβασης με απέλυσαν, δίνοντάς μου τη νόμιμη αποζημίωση, -ό, τι καλύτερο έχω να θυμάμαι από εκείνο το σχολείο.

Πολλά ήταν τα "ευτράπελα" στη διάρκεια εκείνων των δύο χρόνων. Πολλά εκείνα στα οποία είχα σοβαρές αντιρρήσεις, τις οποίες βέβαια, εφόσον αφορούσαν τη δουλειά μου, δεν κρατούσα για τον εαυτό μου, αλλά εξέφραζα. 

Ένα από τα ευτράπελα, φαινομενικά ανώδυνο, ακίνδυνο  και με πρόσχημα προστατευτικό, ήταν η ανακοίνωση που γινόταν κάθε μεσημέρι από τα μεγάφωνα την ώρα που σχολούσαν τα παιδιά: 
"Μην ξεχάσετε να πάρετε μαζί σας τα μπουφάν σας και τις τσάντες σας!"

Είναι προφανές πως μετά τον πρώτο καιρό, όπου υπήρχε μια υπευθυνότητα των μαθητών για τα πράγματά τους, στη συνέχεια και για όλη την υπόλοιπη χρονιά, πάρα πολλά παιδιά ξεχνούσαν και τα μπουφάν και τις τσάντες τους. 
Διότι η διαρκής υπενθύμιση, αφενός αφαιρούσε την πρωτοβουλία της σκέψης και της αυτενέργειάς τους, και αφετέρου από τη στιγμή που η ανακοίνωση θεωρούσε δεδομένο ότι τα παιδιά ξεχνούν τα πράγματά τους, τα οδηγούσε ύπουλα ακριβώς σ' αυτό που εκ πρώτης όψεως προσπαθούσε να αποφύγει.

Αν τα θυμήθηκα όλα αυτά είναι γιατί εδώ και καιρό κάτι ανάλογο συμβαίνει στα λεωφορεία του ΟΑΣΘ της Θεσσαλονίκης. Οι επιβάτες ακούν διαρκώς την εξής ανακοίνωση από τα μεγάφωνα: 
"Παρακαλείσθε να επικυρώνετε το εισητήριό σας. Πραγματοποιούνται συνεχείς έλεγχοι."

Πόσο αθώα είναι μια τέτοια ανακοίνωση και ποιον εξυπηρετεί;


Καταρχάς, μας παρακαλούν για κάτι αυτονόητο, ότι δηλαδή εφόσον υπάρχει νόμος και τον σεβόμαστε, επικυρώνουμε το εισητήριό μας. 
Κατά δεύτερον, αυτή η συνεχής υπενθύμιση, εκ των πραγμάτων αδρανοποιεί τα φυσικά αντανακλαστικά του επιβάτη.
Κατά τρίτον ακυρώνεται πλήρως ο αυτονόητος σεβασμός μας προς τον νόμο τη στιγή που προστίθεται στην ανακοίνωση η δεύτερη πρόταση: "πραγματοποιούνται συνεχείς έλεγχοι". 
Δηλαδή: Δεν σας λέμε να πληρώνετε το εισητήριο επειδή το λέει ο νόμος, αλλά επειδή θα ελεγχθείτε γι' αυτό κι αν σας βρει ο ελεγκτής δίχως επικυρωμένο εισητήριο θα πληρώσετε πρόστιμο. 
Με άλλα λόγια: Πληρώστε το ελάχιστο αντίτιμο του εισιτηρίου για να μην πληρώσετε το υπέρογκο ποσό του προστίμου. Μήπως αυτό ονομάζεται "απειλή", ή μήπως "εκφοβισμός";

Τώρα τελευταία δε, στην παραπάνω ανακοίνωση περί εισητηρίου, προστέθηκε και μια δεύτερη, πολλαπλασίως εντυπωσιακότερη: 
"Παρακαλούμε πολύ να προσέχετε τα προσωπικά σας αντικείμενα".

Τι συνεπάγεται όλο αυτό το παραλήρημα της "προστασίας" του πολίτη και του νόμου;

Όσο ακόμα ο επιβάτης δεν έχει συνηθίσει τις ανακοινώσεις και τις ακούει προσεκτικά, αρχίζει και αμφιβάλλει για τον εαυτό του -πλήρωσε ή δεν πλήρωσε εισητήριο; 
Επιπλέον, γίνεται καχύποπτος με τον εκάστοτε διπλανό του, -είναι ή δεν είναι κλέφτης; Μήπως αυτό ονομάζεται καλλιέργεια "ανασφάλειας";

Όσο ο επιβάτης συνηθίζει τις ανακοινώσεις και παύει να τις ακούει, όσο τις προσπερνά θεωρώντας πως δεν τον αφορούν, αυτές εξακολουθούν να λειτουργούν υπογείως μέσα του και μάλιστα ερήμην του. Μήπως πρόκειται για "πλύση εγκεφάλου";

Πόσοι αντιλαμβάνονται το υπερκείμενο των ευγενικών παραινέσων του ΟΑΣΘ;
Πόσοι συνειδητοποιούν το υποβιβασμό του πολίτη σε ζώον που πρέπει να κάνει κάτι μόνον και μόνον επειδή αν δεν το κάνει θα τιμωρηθεί;
Πόσοι ακούν το κρυμμένο μήνυμα των ανακοινώσεων: 
Είστε όλοι κλέφτες και απατεώνες και αν δεν είστε εσείς είναι ο διπλανός σας. Πάντως κάποιος ανάμεσά σας οπωσδήποτε κλέβει, είτε τον ΟΑΣΘ είτε εσάς.


Αυτά τα μικρά και απλά πράγματα, όπως είναι τέτοιου τύπου πρωτοβουλίες από κάποιους οργανισμούς, επαναλαμβανόμενα μοτίβα παρενέσεων που εισβάλλουν ξαφνικά στη ζωή μας, είναι άραγε ανάξια λόγου και προβληματισμού; Προασπίζουν στην πραγματικότητα τα συμφέροντα αυτών των οργανισμών και λειτουργούν όντως προς την κατεύθυνση που θέλουν να μας πείσουν πως λειτουργούν;

Κατά τη γνώμη μου με τόσο απλό και μεθοδικό τρόπο λίγο λίγο διαλύεται -ασυνείδητα κι αυτό είναι το επικίνδυνο- η συνοχή μιας κοινωνίας, ο σεβασμός προς το νόμο, τον εαυτό μας και τον συνάνθρωπο. 


Βάλλεται το επιζητούμενο αίσθημα ασφάλειας, που όχι μόνο δεν συνδέεται με το φόβο και την ενοχή που οδηγούν ακριβώς στην αντίθετη κατεύθυνση, αυτήν της ανασφάλειας, αλλά που είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την ελευθερία και την υπευθυνότητα. Έτσι καταρρακώνεται το περήφανο αίσθημα ενός λαού, η αλληλεγγύη του, η αυτοεκτίμησή του. 


Επαναλαμβάνοντας στον τίμιο άνθρωπο πως ενδέχεται να είναι κλέφτης, τον μετατράπεις σε έναν εν δυνάμει κλέφτη. Επαναλαμβάνοντας διαρκώς στο κοινωνικό ον, που ονομάζεται άνθρωπος, να φυλάγει τα πράγματά του γιατί ενδεχομένως τον ληστέψουν, τον υποβιβάζεις σε ένα ζώο που ζει κυνηγημένο, έτοιμο να κατασπαραχθεί, -και βεβαίως την επόμενη στιγμή να κατασπαράξει.


Η Δημοκρατία όμως στηρίζεται πρώτα απ' όλα στην ελευθερία του πολίτη της, τον σεβασμό προς αυτόν και απ' αυτόν, στην τήρηση και πίστη, από μεριάς της και από μεριάς του πολίτη, στις υποχρεώσεις και τα δικαιώματά του. 
Οτιδήποτε παρεκκλίνει αυτού του κανόνα, όποια μάσκα κι αν φορά, όποια πρόφαση κι αν χρησιμοποιεί, όσο θετικά κι αν ακούγεται στ' αφτιά μας, αποτελεί μέτρο καταστολής της ελευθερίας μας, καλλιέργεια φόβου που φυλάει τα έρμα, και εν τέλει εργαλείο ενός φασιστικού συστήματος που σκοπό έχει την αποχαύνωση του ενεργού πολίτη και την απονέκρωση της ελεύθερης σκέψης και βούλησής του.



Wednesday, February 22, 2012

"Τα παιδιά είναι παιδιά και οι γέροι γέροι"



Όπου κι αν έχω ταξιδέψει, σε χώρες της Ευρώπης, της Αφρικής, της Μεσογείου, της γειτονικής Ανατολής και της μακρινής Ασίας, παρατηρώ τους ανθρώπους. Αυτούς που κυκλοφορούν στο δρόμο και μου είναι παντελώς άγνωστοι, αλλά και τους φίλους που συχνά αποκτώ από όλες αυτές τις φυλές στα διάφορα μήκη και πλάτη της γης.

Άγγλοι, Γάλλοι, Ιταλοί, Ισπανοί, Γερμανοί, Ολλανδοί, Καναδοί, Αιγύπτιοι, Σύριοι, Λιβανέζοι, Τούρκοι, Τυνήσιοι, Πέρσες, Κινέζοι, Ινδονήσιοι, όλοι σε κάτι μοιάζουν και σε κάτι διαφέρουν. Όσο περισσότερο ταξιδεύεις και συνδιαλέγεσαι με τους ανθρώπους του πλανήτη, τόσο, δίχως να το επιδιώκεις, οξύνεται η ματιά σου στο να αναγνωρίζει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των φυλών, των πολιτισμών και των παραδόσεών τους. 

Άλλοι πιο θερμοί, άλλοι πιο ψυχροί, άλλοι πιο μεθοδικοί, άλλοι πιο αυθόρμητοι, χαώδεις, εγκεφαλικοί, άλλοι φιλόξενοι κι άλλοι μικρόψυχοι, άλλοι αγέλαστοι κι άλλοι εγκάρδιοι, άλλοι πονηροί, ευφιείς, απλοϊκοί και αγαθοί και τόσα άλλα. Θα άξιζε ίσως τον κόπο να γράψω κάποτε αναλυτικά για όλα αυτά.

Μα εδώ τώρα θέλω να σημειώσω μία και μόνο παρατήρηση που κάθε φορά με εκπλήσσει. Είναι το πόσο μοιάζουν παντού όλα τα παιδιά και αντιστοίχως όλοι οι ηλικιωμένοι. Μοιάζει σαν η παιδική και η γεροντική ηλικία να έχουν ένα αποκλειστκό προνόμιο εξάλειψης των φυλετικών και γεωγραφικών διαφορών που επηρεάζουν και καθορίζουν ολοφάνερα τις ενδιάμεσες ηλικίες.

Όπου κι αν ταξίδεψα, όπου κι αν πήγα, τα παιδιά κλαίνε με τον ίδιο τρόπο. Με τον ίδιο τρόπο γελούν, περπατούν, τρέχουν, τρώνε, γλείφουν τα δάχτυλά τους, χτυπούν παλαμάκια, λένε ακατανόητες φράσεις δικής τους επινόησης, αγκαλιάζουν. Με την ίδια αθωότητα κοιτούν. Με την ίδια περιέργεια επεξεργάζονται το άγνωστο, κάνουν σκανδαλιές, εκλιπαρούν την προσοχή, λαχταρούν, φοβούνται. Με τον ίδιο τρόπο φωνάζουν τη μαμά τους και τον μπαμπά τους. Θυμώνουν όταν αδικούνται, χτυπούν το πόδι, συμπονούν, κοροϊδεύουν κ.ά.

Αντίστοιχη συγγένεια έχουν και οι απανταχού της γης ηλικιωμένοι. Το βάρος των χρόνων πάνω στην πλάτη τους τους χαρίζει συνήθως την ίδια ειρήνη, την ίδια επιείκια, την εγκαρτέρηση, τη σιωπή, καμιά φορά και σκληρότητα. Παρόμοια στάση στο σώμα τους, παρόμοιο βάδισμα, χειρονομίες, εκφορά του λόγου. Ένα βάθος στο βλέμμα που μέσα του καθρεφτίζεται όλο το παρελθόν, αλλά και το επέκεινα. Μειωμένες εντάσεις των συναισθημάτων, προσδοκία για έναν ακροατή στον οποίο θα χαρίσουν παρευθύς με μεγάλη προθυμία ωραίες ιστορίες της ζωής τους, είτε τον γνωρίζουν είτε όχι. Μια εμπιστοσύνη στον άγνωστο διπλανό και μια ετοιμότητα προς διάλογο -ή έστω μονόλογο.

Φυσικά κάθε άνθρωπος, σε όποια ηλικία κι αν βρίσκεται έχει τον χαρακτήρα του, την ιδιοσυγκρασία του, τα γονίδια που κουβαλά, τις καταβολές του. Αν όμως ήθελα να περιγράψω με μια εικόνα αυτό που λέω, θα έλεγα πως τα παιδιά είναι σαν τα μπουμπούκια μιας ομοειδούς ανθοδέσμης, που ολοένα ανθίζουν. Μεγαλώνοντας κάθε μπουμπούκι μεταμορφώνεται σ' ένα μοναδικό και διαφορετικό λουλούδι και η ανθοδέσμη αποκτά μεγάλη ποικιλλία και ίσως εκ των πραγμάτων  διασπάται σε πολλές μικρότερες που φτιάχνουν διαφορετικές συνθέσεις. Γηράσκοντας, όλα τα διαφορετικά λουλούδια επιστρέφουν στην πρώτη τους μορφή και λίγο λίγο στο ίδιο κοινό μπουκέτο, που αδιαφορώντας ολότελα για τη μοναδικότητά του κάθε είδους έχει σαν αποτέλεσμα να εξομοιώνονται και πάλι όλα  μεταξύ τους.

"Τα παιδιά είναι παιδιά και οι γέροι γέροι". 
Μήπως αυτό διασφαλίζει την ενότητα της ζωής;


  

Monday, February 20, 2012

Καλή βδομάδα!






Η φωτογραφία είναι από το βοτανικό κήπο της Σιγκαπούρης.

Τι έγραψε το "Κ" της Καθημερινής για "Το Κόκκινο κορδόνι", εκδ. Λιβάνη





Το περιοδικό "Κ" της Καθημερινής έγραψε για Το Κόκκινο κορδόνι:


"Το κορδόνι της Ηρώς


Ένα παραμύθι για τις δυσκολίες της ζωής


Για τον περισσότερο κόσμο ένα κορδόνι δεν είναι παρά ένα ευτελές αντικείμενο. 
Για την μικρή Ηρώ, όμως, το μακρύ, μεταξωτό, κόκκινο κορδόνι που της χάρισε η γιγιά της είναι ό, τι πολυτιμότερο έχει. Όχι μόνο γιατί της κρατάει συντροφιά τις στιγμές που νιώθει μόνη, ούτε επειδή μ' αυτό δίνει ζωή σε ό, τι αγαπά και της λείπει. Αλλά γιατί, χάρη σ' αυτό, μια μέρα θα σώσει τη χώρα της από μεγάλο κακό.

Η ευφάνταστη περιπέτεια που σκαρφίστηκε η Βασιλική Νευροκοπλή και οι 46 πολύχρωμες σελίδες της Αθηνάς Ρομπιέ, μας ταξιδεύουν σ' έναν κόσμο όπου ένα απλό κορδόνι είναι ικανό να σχηματίσει το χαμόγελο στα πρόσωπα των παιδιών και να πλημμυρίσει με χαρά ολόκληρο τον κόσμο."
Σ.Σ


"Το κόκκινο κορδόνι", εκδ.Λιβάνη, τιμή 10 ευρώ.
Απευθύνεται σε παιδιά άνω των 6 ετών.


Κυριακή 19 Φεβρουαρίου 2012
"Κ", σελ. 49

Thursday, February 16, 2012

"Ο άγγελος της πεινας" (παρουσίαση του βιβλίου από τη Βασιλική Νευροκοπλή για το Αντίφωνο)

Ο άγγελος της πείνας



Είναι οπωσδήποτε ολότελα ανορθόδοξο να γράφεις για ένα βιβλίο προτού το ολοκληρώσεις. Όμως, υπάρχει μια “οικογένεια” βιβλίων για τα οποία μπορείς να μιλήσεις μόνον ενόσω τα διαβάζεις και αφού τα τελειώσεις δεν μπορείς να πεις τίποτα γι’ αυτά. Σ’ αυτήν θα κατέτασσα “Το βιβλίο της ανησυχίας” του Πεσσόα, το “Όνειρο ενός γελοίου” του Ντοστογιέφσκι και το βιβλίο “Η αγάπη και ο θάνατος του σημαιοφόρου Χριστόφορου Ρίλκε” του Ρίλκε.






Είναι γιατί αυτά τα βιβλία κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης σε μεταμορφώνουν, σε αλλοιώνουν, τα ερωτεύεσαι και δεν μπορείς παρά όσο είσαι μαζί τους να μιλάς διαρκώς γι’ αυτό που σου προκαλεί η σπάνια ομορφιά τους. Μετά το πέρας της ανάγνωσης και της μεταμόρφωσής σου, όλα έχουν συντελεστεί μέσα σου σ’ ένα νέο είναι που αδυνατεί να κοιτάξει πίσω ή να προχωρήσει σε μια ανάλυση που θα σήμαινε αυτο-ανάλυση.






Διαβάζω τον Άγγελο της πείνας εδώ κι ένα μήνα, ένα, δύο, τρία κεφάλαια κάθε βράδυ. Όχι επειδή δεν αντέχω περισσότερο, όπως μου συνέβαινε με τον Πεσσόα, αλλά επειδή αυτή είναι η ικανή δόση που θεραπεύει την ψυχή μου. Κάτι σαν φάρμακο. Ή σαν ένα ποτήρι κόκκινο κρασί. Ίσως όμως να είναι που δεν θέλω να τελειώσει.






Είναι αλήθεια πως ένα καλό βιβλίο είναι κάτι πολύ περισσότερο από την ιστορία που διαπραγματεύεται. Πάντα κάτι περισσότερο από το επίπεδο της γλώσσας του, των νοημάτων, της τεχνικής και της πλοκής του. Αποτελεί ένα σύμπαν που άλλοτε προσπαθείς να μπεις εσύ μέσα του κι άλλοτε δεν παίρνεις είδηση για πότε εισχώρησε αυτό σ’ εσένα και σ’ έχει κυριεύσει. Του υποτάσσεσαι, το υπακούς, εν τέλει το ερωτεύεσαι και δε διανοήσαι να το αποχωριστείς. “Ο άγγελος της πείνας” ανήκει στην δεύτερη περίπτωση.






Κάθε σελίδα του, κάθε παράγραφος, κάθε του πρόταση αποτελεί όχι ένα, αλλά πλήθος από επουράνια και καταχθόνια σύμπαντα που σ’ αρπάζουν και -αφού σε αφοπλίσουν από όλες σου τις αντιστάσεις- σε οδηγούν τεχνηέντως στις μυστικές και συνάμα μαγικές συνάψεις που τα συνδέουν; Έτσι, κατά τη διάρκεια της ατελής μου ακόμα μεταμόρφωσης επιχειρώ την ατελή μου παρουσίαση.






“Ο άγγελος της πείνας” θα μπορούσε να είναι ένα ξεδοντιασμένο φρικαλέο φάντασμα που ορμά να μας κατασπαράξει. Θα μπορούσε να είναι ένα αφόρητα συναισθηματικό ρέκβιεμ. Μια βάναυση ιστορία που δε θα θέλαμε ούτε την αρχή της να ακούσουμε. Ένας ογκόλιθος θλίψης που κανείς μας δε θα είχε διάθεση να σηκώσει. Θα μπορούσε να είναι ό, τι ακριβώς δε θα θέλαμε να διαβάσουμε και ό, τι θα θέλαμε πάση θυσία να αποφύγουμε στην αγχωμένη, κουρασμένη, μελαγχολική ζωή μας. Και όμως, όχι μονον δεν είναι τίποτα από όλα αυτά, αλλά είναι αυτό ακριβώς που μπορεί να μας στηρίξει στις μέρες μας σαν ιδανικός εμψυχωτής. Ίσως, γιατί, αν και “της πείνας”, παραμένει “άγγελος”, σκέφτομαι.






Η Χέρτα Μύλερ καταφέρνει κάτι πραγματικά ακατόρθωτο κι επιτέλους, γι’ αυτό κι εγώ θέλω να μιλήσω γι’ αυτό. Θέλω να μάθω τι γίνεται στο τέλος, αλλά δεν είναι το πρώτο που μ’ ενδιαφέρει. Το ενδιαφέρον μου όλο το αποροφούν οι λέξεις της, το βλέμμα της, η ποίησή της, ο αναπάντεχος τρόπος που κοιτάζει τον κόσμο μέσα από το βλέμμα του νεαρού πρωταγωνιστή της. Το ίδιο ακριβώς θα με απορροφούσε αν δεν υπήρχε πρωταγωνιστής και ιστορία. Όταν συναντάς την ομορφιά δεν αναρωτιέσαι από πού ήρθε και πού πηγαίνει. Ποιος είναι ο σκοπός της. Βρέθηκε στο δρόμο σου κι αν είσαι γνήσιος εραστής της, μένεις καρφωμένος πάνω της. Σου αρκεί να την θωρείς.






Το κατόρθωμα της Μύλερ έγκειται στο γεγονός ότι η βαθύτατη ευαισθησία της συμβαδίζει με την ψυχραιμία της πάνω στο λεπτότατο σχοινί του τραγικού,. Όλο το κείμενο διακατέχεται από μια αναπάντεχη νηφαλιότητα που ειρηνεύει τον αναγνώστη, ακόμη κι όταν διαβάζει γεγονότα ιδιαίτερης σκληρότητας. Εκεί που το συμβάν είναι βαρύ σα μολύβι οι λέξεις της γίνονται μικρά αστραφτερά διαμάντια. Η ύλη: ο άνθρακας, η κίτρινη άμμος, οι τσιμεντόλιθοι, τα δέκα ρούβλια, γίνονται τίτλοι κεφαλαίων που ξεκινάς να διαβάζεις ολότελα ανυποψίαστος γι’ αυτό που θα συναντήσεις. Διότι αυτό που συναντάς διαπνέεται ολοκληρωτικά από έναν ατελεύτητο ερωτισμό.






Ο χρόνος μεταπηδά απροειδοποίητα από το παρόν στο παρεθλόν, από διαρκείας γίνεται στιγμιαίος, από αιωνιότητα στιγμή. Η Μύλερ ενώνει τα πάντα δίχως ίχνος κόμπλεξ. Αυτό, μόνον η ποίηση μπορεί να το κατορθώσει δίχως να θυσιάσει το νόημα στην έμπνευση ή το αντίθετο.






Μήπως, λοιπόν, “Ο άγγελος της πείνας” είναι στην πραγματικότητα ένα μακροσκελές ποίημα; Ένα κατ’ επίφασιν μυθιστόρημα που σεβόμενο τον τρόμο των θνητών μπροστά στην ποίηση, φόρεσε τη μάσκα του πεζού λόγου για να τρυπώσει υπογείως στην απαρηγόρητη ζωή μας προκειμένου να την παρηγορήσει;






Αντί απάντησης και επιλόγου, παραθέτω τρία αποσπάσματα.






“Οι λέξεις που περιγράφουν την πείνα, όπως και οι λέξεις που περιγράφουν φαγητά, επικρατούν στους διαλόγους, κι ωστόσο παραμένεις μόνος. Καθένας τρώει μόνος του τις λέξεις του. Η συμμετοχή στην πείνα των άλλων είναι μηδενική, δε γίνεται να συμμετάσχεις στην πείνα. Η λαχανόσουπα ως βασικό φαγητό ήταν η θεμελιώδης αιτία για να χάνεις τη σάρκα από το σώμα σου και τα λογικά από το κεφάλι σου. Ο άγγελος της πείνας τριγυρνούσε σαν υστερικός. Έχανε κάθε μέτρο, μεγάλωνε μέσα σε μια μέρα τόσο πολύ όσο δε ψηλώνει το χορτάρι ένα ολόκληρο καλοκαίρι ή το χιόνι έναν ολόκληρο χειμώνα. Τόσο πολύ ίσως όσο ψηλώνει ένα ψηλό μυτερό δέντρο σε όλη του τη ζωή. Μου φαίνεται πως ο άγγελος της πείνας δε μεγάλωνε απλώς, πολλαπλασιαζόταν. Παρείχε στον καθένα το δικό του, το προσωπικό του μαρτύριο, παρόλο που όλοι μοιάζαμε μεταξύ μας. Αφού με το τρισυπόστατο που αποτελούν το πετσί, το κόκκαλο και το νερό που προκαλεί δυστροφία, οι άντρες και οι γυναίκες δεν ξεχωρίζουν πια μεταξύ τους κι οι γενετήσιες ορμές καταστέλλονται. Συνεχίζεις βέβαια να λες Ο και Η, όπως λες ο γλόμπος και η χτένα. Όπως αυτά, έτσι κι οι μισοπεθαμένοι από την πείνα δεν είναι γένους ούτε αρσενικού ούτε θηλυκού παρά αντικειμενικά άφυλοι σαν αντικείμενα, -προφανώς ουδέτεροι.






… όλα όσα έκανα πεινούσαν. Κάθε αντικείμενο ισούται ως προς το ύψος, το βάρος, το μήκος και το χρώμα με τις διαστάσεις της πείνας μου. Ανάμεσα στην ουράνια σκεπή και στη σκόνη της γης, κάθε τόπος μυρίζει από ένα διαφορετικό φαγητό. Ο κεντρικός δρόμος του στρατοπέδου μύριζε καραμέλα, η είσοδος του στρατοπέδου φρεσκοψημένο ψωμί, ο δρόμος από το στρατόπεδο μέχρι το εργοστάσιο ζεστά βερύκοκα, ο ξύλινος φράχτης του εργοστασίου ζαχαρωμένα αμύγδαλα, η είσοδος του εργοστασίου ομελέτα…






… Ήταν μαγεία και μαρτύριο. Ακόμα κι ο αέρας έτρεφε την πείνα, ύφαινε ορατό φαγητό, καθόλου αφηρημένο…”






“Πώς κυκλοφορεί κανείς στον κόσμο όταν δεν μπορεί να πεί τίποτε άλλο για τον εαυτό του παρά μόνον ότι πεινάει. Όταν δεν μπορεί να σκεφτεί πια τίποτε άλλο. Ο ουρανίσκος είναι μεγαλύτερος από το κεφάλι, ένας θόλος ψηλός και διαπερατός, που φτάνει μέχρι ψηλά στο κρανίο. Όταν κανείς δεν αντέχει άλλο την πείνα, ο ουρανίσκος του τον τραβάει σάμπως πίσω από το πρόσωπο να του έχουν τεντώσει ένα φρέσκο λαγοτόμαρο για να στεγνώσει. Τα μάγλουλα ξεραίνονται και καλύπτονται μ’ ένα χνούδι…”






“Τα ταξίδια είναι πάντα ευτυχία.






Πρώτον: Όσο ταξιδεύεις, ακόμα δεν έχεις φτάσει. Όσο δεν έχεις φτάσει δεν χρειάζεται να δουλεύεις. Το ταξίδι είναι περίοδος χάριτος.






Δεύτερον: Όταν ταξιδεύεις, φτάνεις σε μια περιοχή που δε νοιάζεται καθόλου για σένα…”






Εύχομαι καλό ταξίδι στους αναγνώστες αυτού του εξαίσιου βιβλίου.


















“Ο άγγελος της πείνας”, Χέρτα Μύλερ, Εκδόσεις Καστανιώτη, Μυθιστόρημα








Tuesday, February 7, 2012

Στον Καιάδα, στον Καιάδα, ουρλιάζουν οι βάρβαροι






Λίγο πολύ οι περισσότεροι, αν όχι όλοι, συμφωνούμε στο να φτιαχτεί επιτέλους ένα κράτος μικρότερο ως μηχανισμός λειτουργικός και υποστηρικτικός των πολιτών του. Ένα κράτος που δε θα πληρώνει τους υπαλλήλους του με χρήματα δανεικά. Ένα κράτος που θα ανασάνει απολύοντας κάποιες χιλιάδες ανθρώπους που χρόνια τώρα έτρωγαν το ψωμί τους και μάλιστα χωρίς να παράγουν έργο.

Οι δημόσιοι υπάλληλοι που εν πολλοίς έθρεψαν το ρουσφέτι, -ή μήπως αποτέλεσαν και το θύμα του-, που μπήκαν χωρίς τυπικά προσόντα σε μια δουλειά, που ενδεχομένως πήραν τη θέση άλλων με περισσότερα ή ουσιαστικότερα προσόντα, πρέπει να απολυθούν.

Όπως και να έχει όλα αυτά διέπονται από μία λογική. Η λογική όμως δε χαρακτηρίστηκε ποτέ από φιλευσπλαχνία.
Οι δημόσιοι υπάλληλοι αποτελούν σήμερα μια μεγάλη ομάδα εργαζομένων που μέχρι σήμερα είχε τουλάχιστον το κοινό χαρακτηριστικό πως “βρέξει χιονίσει” το μηνιάτικο θα έρθει. Αυτό και μόνον το γεγονός είναι ικανό να δημιουργεί ένα στέρεο αίσθημα ασφάλειας στους ανθρώπους. Αίσθημα όχι εξ ορισμού αρνητικό.

Δεν είμαι υπέρμαχος της ασφάλειας που συχνά απενεργοποιεί τις εσωτερικές δυνάμεις του ανθρώπου και τον οδηγεί στο τέλμα, σε αντίθεση με την ανασφάλεια που τις ενεργοποιεί και τον οδηγεί στο να δρα και να σκέφτεται. Όμως, υπάρχει ένα “όμως”…

Το Δημόσιο, ακόμα και μέσα από τα ρουσφέτια του, ακόμα και μέσα από την πρόσληψη ανθρώπων με μηδαμινά τυπικά προσόντα, κατάφερε, -ενδεχομένως ερήμην του ή μέσα στο χάος της γραφειοκρατίας, αλλά και αναξιοκρατίας του- να θρέψει χιλιάδες ανθρώπους, να τους κρατήσει στη ζωή, να τους επιτρέψει να φτιάξουν οικογένειες, να μεγαλωσουν και να σπουδάσουν παιδιά. Ίσως δίχως να το υποψιάζεται καν επέδειξε ένα φιλάνθρωπο πρόσωπο ολωσδιόλου διάφορο από το πρόσωπο της αναλγησίας που συχνά έχει ο ιδιωτικός τομέας.

Να συρρικνωθεί το Δημόσιο. Να ταϊζει μόνον αυτούς που μπορεί. Και τι θα κάνουν όλοι αυτοί που θα απολυθούν; Να ψάξουν να βρουν μια δουλειά στον ιδιωτικό τομέα.

Αφήνω κατά μέρος το χάλι του ιδιωτικού τομέα που το γνωρίζουμε. Δεν είναι αυτό που με ενδιαφέρει σ’ αυτό το κείμενο. Αυτό που μ’ ενδιαφέρει εδώ είναι τι θα απογίνουν οι άνθρωποι που θα απολυθούν.

Αυτό που μ’ ενδιαφέρει κυρίως είναι οι άνθρωποι χωρίς προσόντα, χωρίς ιικανότητα να τα “καταφέρνουν”. Γιατί αποδεχόμαστε το αξίωμα πως όλοι κάπως μπορούν να τα καταφέρουν; Από πού το συμπεραίνουμε αυτό; Και βέβαια δεν πρόκειται μόνον για τα τυπικά προσόντα που ενδεχομένως η απουσία τους συνδέεται με ένα έλλειμα παιδείας για το οποίο είναι επίσης αμφίβολο κατά πόσο η ευθύνη βαραίνει έναν άνθρωπο. Υπάρχουν όμως και οι ασθενείς, οι άνθρωποι που πήγαιναν κάθε μέρα στη δουλειά τους και απλώς κάθονταν εκεί, αλλά τους ήταν αδύνατον να παράξουν έργο είτε γιατί είχαν ψυχολογικά προβλήματα, είτε άλλης φύσεως εμπόδια, και παρόλα αυτά πήγαιναν γιατί αυτό ήταν ήδη το μεγαλύτερο κατόρθωμα που μπορούσαν να κάνουν.

Αυτούς λοιπόν, τους πετάμε στον Καιάδα; Τι είδους κοινωνία είναι αυτή που στηρίζει και επιβραβεύει μόνον τα ικανά και υγιή της μέλη και αδιαφορεί για τα υπόλοιπα; Άλλης κατηγορίας άνθρωποι είναι οι μεν και άλλης οι δε; Ξεχνάμε πόσο κοντά είναι ένας άνθρωπος ικανός και υγιής να βρεθεί αίφνης ανίκανος και ασθενής; Και από πού κι ως πού ο ασθενής ταυτίζεται με τον άχρηστο; Από πού κι ως πού αυτός που απλώς κάθεται σ’ ένα γραφείο και δεν κάνει τίποτα, δεν πειράζει κανέναν και πληρώνεται δεν αποτελεί την ίδια στιγμή ένα παράδειγμα, ένα σημείο αναφοράς, κάτι για το οποίο θα άξιζε να παίρνει έναν κανονικό μισθό;

Δεν έχει χρέος μια Πολιτεία να στηρίζει τους αδύναμους, μόνο και μόνο επειδή είναι άνθρωποι; Δεν είναι οι αδύναμοι αυτοί που ορίζουν την υπόσταση των δυνατών; Αντί να τους πετάξουμε στον Καιάδα δε θα έπρεπε να βρούμε τρόπους και μηχανισμούς να τους στηρίξουμε; Αν η αξία της ανθρώπινης ζωής δεν είναι η πρώτη αξία για την οποία μεριμνούμε και η αξία ενός εξυγειασμένου φορέα, όπως το Δημόσιο, την υπερβαίνει, για ποιο πράγμα ακριβώς μιλάμε; Σε ποιο σημείο έχουμε φτάσει;

Δεν μιλώ βέβαια για τις πολλές περιπτώσεις δημοσίων υπαλλήλων, όπως των ΔΕΚΟ, που δικαιολογημένα επισύρουν την αγανάκτησή μας με τους παχυλούς μισθούς που εντελώς αδικαιολόγητα έπαιρναν. Ελπίζω πως καταλαβαίνετε για ποιες περιπτώσεις μιλώ. Και δεν είναι λίγες. Είναι προφανές πως σε μια αξιολόγηση αυτές οι περιπτώσεις θα κριθούν αρνητικά. Θα μείνουν χωρίς ψωμί και δε θα έχουν καμία δυνατότητα να βγάλουν αλλού το ψωμί τους. Διότι η αξιολόγηση θα εκτιμήσει την αξία και θα υποτιμήσει την ανικανότητα.

Θλίβομαι γι’αυτά. Και θλίβομαι ακόμη περισσότερο για την χαιρεκακία των ικανών έναντι των ανίκανων. Θλίβομαι και για τη βλακεία των ηλιθίων ικανών που αγνοούν πως οφείλουν την ύπαρξή τους στους άλλους, αυτούς που υποτιμούν. Μα επιτέλους, δικοί μας είναι κι αυτοί. Αδέρφια μας είναι. Εμείς είμαστε. Είναι τόσο δύσκολο να το δούμε;

Προσωπικά ένα τέτοιο Κράτος δε μ’ ενδιαφέρει καθόλου. Ένα Κράτος που ονειρεύεται να μετενσαρκωθεί σε Σπαρτιάτη και να πετάει στον Καιάδα τα ασθενή παιδιά του δεν με αφορά. Δε θεωρώ τον εαυτό μου κομμάτι του. Κι αν αυτή είναι η πατρίδα μου, τότε δεν έχω πια πατρίδα. Ούτε η πρώτη είμαι, μάλλον ούτε και η τελευταία.


Monday, February 6, 2012

Θεοφάνεια στον αέρα με προσγείωση στο 19ο του Παρισιού



Φτάνω στο Παρίσι μέσω Μονάχου. Χάλασε το πρωινό της Aegian, αλλά και της Lufthansa δεν τρωγόταν. Περασμένα μεγαλεία... Ας είναι… 

Με εντυπωσιάζουν οι Γερμανίδες αεροσυνοδοί. Είναι οι καλύτερα εκπαιδευμένες στην Ευρώπη. Παρατηρώ πως προσέχουν τα άτομα με ειδικές ανάγκες. Δεν γνωρίζουν μόνο ακριβώς πώς να τα βοηθήσουν, αλλά έχουν τον τρόπο να τους δίνουν χαρά.





Είναι λίγο παράξενο να βρίσκεσαι στον ουρανό Θεοφάνεια. Είσαι πράγματι στην «καρδιά των γεγονότων», όπως θα έλεγαν και στις ειδήσεις.




Φτάνουμε στο ξενοδοχείο. Είναι της αλυσίδας των Ibis. Το Ibis Paris la Villette στο 19ο διαμέρισμα του βόρειου Παρισιού. Αυτή η αλυσίδα των ξενοδοχείων έχει προσιτές τιμές, μικρά, εργονομικά δωμάτια ανάλαφρα στη διακόσμηση μ’ έναν τόνο νεανικότητας, φρεσκάδας, αλλά και ασφάλειας. Αν δεν βάλεις την κάρτα σου στο ασανσέρ δεν ανεβαίνεις στο δωμάτιο. Λευκά και κοραλλί στη ρεσεψιόν, λευκά και βεραμάν στα δωμάτια με τοίχους σαγρέ σαν καλοκαιρινά θέρετρα. Δε θα με ξάφνιαζε αν βγαίνοντας από το δωμάτιο στον διάδρομο έβλεπα κάποιον με μαγιό. 

Έχει μια ξεχωριστή ευχαρίστηση να μένεις εδώ, μακριά από το πολύβουο και φαντασμαγορικό κέντρο του Παρισιού. Είναι γειτονιά.



Το 19ο ήταν από τις πιο υποβαθμισμένες περιοχές του Παρισιού. Όταν αποφάσισαν να το αναβαθμίσουν το πρώτο που έκαναν ήταν ένα κανάλι, το Villette

Κατά τις έξι το απόγευμα, βγαίνω να περπατήσω, να καταλάβω πού βρίσκομαι. Προχωρώ κατά μήκος της όχθης του μεγάλου καναλιού. Το κρύο είναι μαλακό, ο ήλιος χαδιάρης. Ζευγάρια με τα μωρά τους στα καρότσια, έγκυες, άνθρωποι που κάνουν τζόκιγκ, φοιτητές, μαθητές με προσπερνούν. Περνώ κάτω από γέφυρες που κάθε τόσο συναντώ. Στρώματα και βρώμικα σκεπάσματα, άδειες φωλιές που περιμένουν τα νυχτερινά πουλιά τους. 

Φτάνοντας στην μεγάλη γέφυρα Lille κάθομαι να πιω μια σοκολάτα αφού πρώτα κατέβω από το ύψος του δρόμου πέντε σκαλιά. Είναι ενδιαφέρον να βλέπεις τους ανθρώπους από χαμηλότερο επίπεδο. Πόσο τεράστιοι πρέπει να φαινόμαστε στα ποντίκια…


Αφήνω το νεροζούμι της υποθετικής σοκολάτας στην κατάντια του και συνεχίζω τη βόλτα μου. Πήγε οχτώ, και τώρα αρχίζει να πέφτει η νύχτα. Όλα αντανακλώνται πάνω στο νερό. Φώτα, άνθρωποι, ρυθμοί, σκιές, νύχτα. Κι όλα κυλούν μαζί του ήσυχα. Φώτα, άνθρωποι, ρυθμοί, σκιές, νύχτα.
 


Το νερό βοηθά τη ζωή των ανθρώπων να ρέει. Την καθησυχάζει. Την παραμυθεί πως όλα υπάρχουν και ταξιδεύουν. Όλα ρέουν μαζί του. Όλα προχωρούν. 



Το νερό του καναλιού υπόσχεται στη ζωή πως κάπου στο βάθος, το βλέπει δεν το βλέπει, ένας απέραντος ωκεανός την προσμένει για να την αγκαλιάσει…