Labels

Showing posts with label Παραμύθι. Show all posts
Showing posts with label Παραμύθι. Show all posts

Monday, February 20, 2023

if you love them they IΙ be back &The splendeed fighter / Bogaerts International School


Τη Δευτέρα 13 Φεβρουαρίου μια παρουσίασα δύο από τα τρία μεταφρασμένα στα αγγλικά παραμύθια μου που κυκλοφορούν από τον Εκδοτικό Οργανισμό Λιβάνη - Livani Publishing Organization στο Bogaerts International School των Βρυξελλών: Το «Αν τ’ αγαπάς ξανάρχονται» - «if you love them they IΙ be back» στα νήπια και «Ο λαμπερός πολεμιστής» - «The splendeed fighter» στις πρώτες και δευτέρες Παράλληλα με την αφήγηση γινόταν προβολή των παραμυθιών και τα παιδιά συμμετείχαν στην ανάγνωση. Παιδιά απ’ όλες τις φυλές της γης, Αφρικανάκια, Κινεζάκια, Γαλλάκια, Βελγάκια και άλλα που είχαν τις ίδιες απορίες με τα παιδιά που επισκέπτομαι στα ελληνικά σχολεία. Μόνο μια ερώτηση δεν μου είχαν κάνει ποτέ ως τώρα: 
Κυρία, τι αγαπάτε πιο πολύ; Τα βιβλία σας ή τα παιδιά σας;

Ευχαριστώ θερμά τη διεύθυνση του σχολείου για την πρόσκληση, τις δασκάλες και τις εκδόσεις Λιβάνη για τη χορηγία των βιβλίων προς το υπέροχο αυτό σχολείο που αγκαλιάζει όλα τα παιδιά με την ίδια αγάπη.



Thursday, December 8, 2022

Το Παραμύθι της Μουσικής στο 2ο Δημ. Σχ. Νέας Μαγνησίας 7/12/22


Ένα ξεχωριστό πρωινό ήταν για μένα το σημερινό στο 2ο Δημ. Σχ. Νέας Μαγνησίας. Ήμουν προσκεκλημένη της εμπνευσμένης εκπαιδευτικού Sofia Goudina, που δούλεψε με την Τετάρτη τάξη το Παραμύθι της μουσικής Εκδοτικός Οργανισμός Λιβάνη - Livani Publishing Organization - και το παρουσίασε σε ολόκληρο το σχολείο. Καλεσμένος του σχολείου ήταν και ο μουσικός Βασίλης Κασούρας που πριν την αφήγηση του παραμυθιού έδειξε στα παιδιά κάποια από τα παραδοσιακά μας όργανα. Καινούργιο κτίριο και όμορφο, έξω στα χωράφια και γεματο δροσερά παιδιά που διψούν για βιβλία και διαβάζουν με πάθος αλλά και με διευθυντή και εκπαιδευτικούς που χαίρεσαι να συναναστρέφεσαι μαζί τους και θέλεις να είσαι μέλος της ομάδας τους! Μετά την εκδήλωση είχα τη μεγάλη τιμή να εγκαινιάσω τη βιβλιοθήκη του σχολείου κόβοντας την κορδέλα! (Είπα πριν στα παιδιά να κρατήσουν την ανάσα τους και μόλις την κόψω να τσιρίξουν τόσο δυνατά ώστε να μας ακούσουν στο απέναντι χωριό- δεν δυσκολεύτηκαν καθόλου...). Και μετά καθίσαμε στα μικρά τραπέζια και τις μικρές καρέκλες της βιβλιοθήκης και τα είπαμε σαν καλά φιλαράκια και υπέγραψα με χαρά και αγάπη και τα βιβλία που είχαν αγοράσει. Ευχαριστώ μικρούς και μεγάλους για την τιμή και τη χαρά και εύχομαι κάθε προκοπή στο έργο τους!






 

Wednesday, May 25, 2022

Ο Αχτιδοϋφαντής στο 5ο Δημοτικό Σχολείο στο Τριάδι


Στην αυλή παίζουν τα παιδιά. Είναι το πρώτο μεγάλο διάλειμμα της μέρας. Ένα ολοκαίνουργιο σχολείο στην περιοχή Τριάδι - Θέρμης. Στο τηλέφωνο, την προηγούμενη μέρα, μου είπε η δασκάλα τι να πω στον ταξιτζή: βγαίνοντας απ' το χωριό αριστερά είναι τα νεκροταφεία και δεξιά το σχολείο... Κλείσαμε το τηλέφωνο και σκεφτόμουν πως αυτή είναι η ιδανική τοποθεσία ενός σχολείου, δίπλα στα κοιμητήρια κι αυτό για πολλούς λόγους....

Περιμένω έξω από την καγκελόπορτα και η δασκάλα που την ξεκλειδώνει με υποδέχεται θερμά λέγοντάς μου πόσο αγαπάει τα βιβλία μου. Χαίρομαι βέβαια, αλλά αυτό που με συγκινεί ακόμα παραπάνω είναι η ομάδα των παιδιών της Τρίτης τάξης που ορμούν σαν σμάρι πουλιών φορώντας κίτρινα ρουχαλάκια -μιας και είναι ταχυδρόμοι του ήλιου- και φωνάζουν όλα μαζί: καλώς ήρθατε κυρία Ηλιοσκέπαστη! Τι είπατε, τα ρωτώ σχεδόν σοκαρισμένη. Επαναλαμβάνουν την υπέροχη αυτή προσφώνηση και μου έρχεται να βάλω τα κλάματα... Μα δεν ισχύει αυτή η προσφώνηση για όλο το ανθρώπινο γένος μας; Δεν είναι ηλιοσκέπαστο; Και συγκινούμαι βαθιά γιατί αυτή είναι μια λέξη που φτιάξαν τα παιδιά, δεν υπάρχει στον Αχτιδοϋφαντή που έχουν μελετήσει και θα τους αφηγηθώ σε λίγο και είναι τόσο αληθινή και ουσιαστική λέξη... Απαντά σε όλη την αγωνία και το άγχος που με κυρίευσε πριν ξεκινήσω, απότοκο νομίζω των καραντινών που με πιάνει κάθε φορά που έχω μια παρουσίαση τον τελευταίο καιρό...
Η δασκάλα τους, η κυρία Κατερίνα, με περιμένει στο γραφείο. Με χαιρετά θερμά και καλόκαρδα όπως και όλες οι δασκάλες που συναντώ, συστήνονται και μετά ανεβαίνουμε στην αίθουσα των εκδηλώσεων όπου τα παιδιά κρατώντας υφασμάτινες ηλιαχτίδες παρουσιάζουν ένα μικρό δρώμενο με τους δικούς τους άθλους και είναι υπέροχα. Παιδιά που ζουν μέσα στους κήπους, πλάι στα κυπαρίσσια και τους κεκοιμημένους, στον καθαρό αέρα κι έχουν και εξαιρετικούς δασκάλους όπως η Κατερίνα που είναι ίδιος ήλιος φωτεινός, ζεστός, εγκάρδιος. Όταν θα κατεβούμε στην αυλή και θα ξεκινήσω την αφήγηση του παραμυθιού θα έρθει και η εξαιρετική διευθύντρια όπως και τα παιδιά της Τετάρτης. Ακούνε με τρόπο απόλυτο. Ακούνε στ' αλήθεια... Και μετά για μία σχεδόν ώρα δεν χορταίνουν να κάνουν ερωτήσεις σχετικές με την έμπνευση, με τον χρόνο της συγγραφής, με τα αγαπημένα μου βιβλία, με τον εκδότη που τους απασχολεί αν μου αρνείται καμιά φορά αυτά που του προτείνω, με το αν μεγάλωσα κι εγώ με παραμύθια. Όχι, τους απαντώ, δεν είχα κάποιον να μου λέει παραμύθια κι ίσως γι' αυτό να ξεκίνησα να γράφω, να τα πω εγώ σ' εμένα γιατί μου έλειπαν...
Τα μοσχοβολιστά τριαντάφυλλα που μου έφεραν από τους κήπους τους τώρα είναι στο σαλόνι μου και κάθε τόσο σηκώνομαι και τα μυρίζω. Παίρνω θάρρος. Μα πιο πολύ κι απ' τα λουλούδια, κρατώ στην καρδιά μου το άρωμα των ψυχών τους, τις αγκαλιές τους, τα φωτεινά τους πρόσωπα και την αγάπη των δασκάλων τους... Αν ήμουν παιδί σ' αυτό το σχολείο θα ήθελα να πηγαίνω... Πρωί πρωί να καλημερίζω αυτούς που έφυγαν και κοιμούνται εκεί δίπλα και μετά να καλημερίζω αυτούς που ζουν εκεί και με περιμένουν... να καλημερίζω τον Θεό που ανέσπερος ήλιος μας σκεπάζει όλους...




 

Wednesday, February 10, 2021

Εξαγοραζόμενοι τὸν καιρόν

 «Βλέπετε οὖν πῶς ἀκριβῶς περιπατεῖτε, μὴ ὡς ἄσοφοι, ἀλλ' ὡς σοφοί, ἐξαγοραζόμενοι τὸν καιρόν, ὅτι αἱ ἡμέραι πονηραί εἰσι». (Ἐφ. ε΄ 15-16) 

Για να φωτιστεί η διαφορά «αγοράζω τον χρόνο» και «εξαγοράζω τον καιρό» ή, όπως λέει ο λαός μας, «περνάω τον καιρό μου» παραθέτω το παρακάτω απόσπασμα:

«Ένας άντρας γραβατωμένος και παρφουμαρισμένος κατευθύνθηκε σε μια από τις γυναίκες. 

-Είναι για πούλημα αυτά τα πορτοκάλια; 

-Βεβαίως, διαφορετικά γιατί θα τα είχα μαζέψει και γιατί θα βρισκόμουν εδώ;

-Σου αγοράζω όλα τα κοφίνια, λέει ο άντρας. 

-Καημένε μου κύριε. Ξόδεψα τρεις μέρες για να τα μα­ζέψω αυτά τα φρούτα και τα λαχανικά. Σηκώθηκα σήμε­ρα πολύ νωρίς. Περπατάω από το πρωί. Πηγαίνω στην αγορά του Αγαδίρ να πουλήσω τα αγαθά μου. Δεν ση­κώθηκα απ' την αυγή για να ξεφορτωθώ στο άψε-σβήσε όλα μου τα φρούτα και λαχανικά. Πηγαίνω στο Αγαδίρ για να εγκατασταθώ στη μικρή μου γωνιά, ν' απλώσω τα προϊόντα μου, να χαιρετήσω τον φύλακα, να μάθω νέα της Ράμα που είναι άρρωστη και να πουλήσω τα πορτοκάλια και τις ντομάτες μου σε πολλά πρόσωπα. Θα ήθελα πολύ το ποσό που μου προσφέρεις, αλλά από πολλά χέρια, με πολλά χαμόγελα και διαφορετικά πρόσωπα. Λυπάμαι δεν ξεφορτώνομαι το εμπόρευμα μου, το πουλάω. Και περνάω μια ολόκληρη μέρα για να το πουλήσω. Αλλιώς τι ζωή θα κάναμε».

Tahar Ben Jelloun


*Μας το έστειλε ο π. Βασίλειος Χριστοδούλου





Tuesday, September 15, 2020

Η κερασιά της παραμάνας - ΟΥΜΠΑ ΖΑΚΟΥΡΑ - Λευκάδιου Χερν



Πριν τριακόσια χρόνια στην πόλη Ασαμιμούρα της επαρχίας Οσεγκόρι του νομού Ιγιό ζούσε ένας καλός άνθρωπος που τον λέγανε Τοκουμπέι. Ο Τοκοουμπέι, ο πλουσιότερος άνθρωπος της περιοχής, ήταν επίσης μουρασόα, ο προεστώς δηλαδή του χωριού. Για πολλά πράγματα θεωρούσε τον εαυτό του ευτυχισμένο, ωστόσο είχε φτάσει κιόλας στα σαράντα χωρίς να έχει γευτεί την ευτυχία του πατέρα. Η γυναίκα του κι αυτός, στεναχωρημένοι που δεν είχαν παιδιά προσεύχονταν συνέχεια τον θεό Φούντο Μυό Ο, που ο φημισμένος του ναός Σαϊχοτζί βρίσκεται στην πόλη Ασαμιμούρα.

Με τα πολλά λοιπόν οι προσευχές τους εισακούστηκαν: η γυναίκα του Τοκουμπέι γέννησε ένα κοριτσάκι. Ήταν ένα πανέμορφο μωρό, το ονόμασαν Τσουγιού. Το γάλα της μητέρας του δεν ήταν καλό κι έτσι προσλάβανε μια παραμάνα, την Ο Σοντέ, να το θηλάζει.

Η Τσουγιού μεγάλωσε κι έγινε ένα πανέμορφο κορίτσι. Στα δεκαπέντε της όμως αρρώστησε κι οι γιστροί δήλωσαν πω ήταν καταδικασμένη. Τότε η Ο Σοντέ που αγαπούσε την Τσουγιού σαν κόρη της, πήγε στον ναό Σαϊχοτζί κι έκανε δέηση στο Φούντο Σάμα να τη σώσει. Κάθε πρωί, εικοσιμία ολόκληρες μέρες, πήγαινε στο ναό και προσευχόταν. Ξαφνικά μια μέρα το νεαρό κορίτσι θεραπεύθηκε.

Μεγάλη χαρά βασίλεψε στο σπίτι του Τοκουμπέι. Οργάνωσε μεγάλη γιορτή και κάλεσε όλους τους φίλους του να γιορτάσουν το χαρούμενο γεγονός. Εκείνη τη νύχτα όμως, η Ο Σοντέ, η παραμάνα, αρρώστησε κι αυτή με τη σειρά της. Το επόμενο πρωί ο γιατρός που κάλεσαν να την εξετάσει τους ανακοίνωσε πως επρόκειτο να πεθάνει.

Όλα τα μέλη της οικογένειας, με θλίψη στην καρδιά, μαζεύτηκαν γύρω από το κρεβάτι της να την αποχαιρετήσουν. Εκείνη τότε τους είπε:

  • Ήρθε ο καιρός να σας φανερώσω κάτι που δεν ξέρετε. Οι προςευχές μου εισακούστηκαν. Δεήθηκα στο Φούντο Σάμα να επιτρέψει να πεθάνω εγώ αντί για την Τσουγιού κι αυτή η χάρη μού έγινε. Δεν πρέπει λοιπόν να κλάψετε για το θάνατό μου... Έχω όμως μια επιθυμία: Υποσχέθηκα στο Φούντο Σάμα ότι θα φυτέψω μια κερασιά στον κήπο του Σαϊχοτζί, το τάμα μου. Δεν θα μπορέσω όμως τώρα εγώ να φυτέψω το δέντρο. Σας θερμοπαρακαλώ όμως να το φυτέψετε εσείς... Αντίο σας, αγαπημένοι μου φίλοι, και να θυμάστε πως με μεγάλη χαρά έδωσα τη ζωή μου για να σώσω την Τσουγιού.

Αφού έθαψαν την Ο Σοντέ, οι γονείς της Τσουγιού φύτεψαν μια κερασιά στον κήπο του ναού Σαϊχοτζί. Το δέντρο μεγάλωσε και άπλωσε τα κλαριά του. Τη δέκατη έκτη ημέρα του δεύτερου φεγγαριού της επόμενης χρονιάς, επέτειο του θανάτου της Ο Σοντέ, άνθισε σαν από θαύμα.

Κάθε χρόνο λοιπόν, εδώ και διακόσια πενήντα τέσσερα χρόνια, συνεχίζει να ανθίζει τη δεκάτη έκτη ημέρα, πάντοτε του δεύτερου φεγγαριού. Τα άνθη του, ροζ και λευκά, μοιάζουν με τις ρώγες μιας γυναίκας που στις άκρες τους λάμπει σαν μαργαριτάρι σταγόνα γάλα. Οι κάτοικοι της περιοχής το ονόμασαν Ούμπα Ζακούρα, η «Κερασιά της Παραμάνας».



Κείμενα από την Ιαπωνία, Λευκάδιυ Χερν, εκδ. Ίνδικτος, 1997

Για την αντιγραφή, Βασιλική Νευροκοπλή

Tuesday, August 25, 2020

Όταν ο κλόουν παύει να είναι ο κλόουν

 


Ας υποθέσουμε πως ο δημοφιλέστερος καλλιτέχνης ενός τσίρκου είναι ένας συγκεκριμένος κλόουν. Το κοινό είναι ξετρελαμένο μαζί του, τον επευφημεί, τον ακολουθεί και τον καταχειροκροά. Κανείς δεν είναι σαν κι αυτόν. Κανείς δεν κάνει το κοινό να ξεκορδίζεται τόσο στα γέλια. Δικαιούται ποτέ αυτός ο κλόουν να περιμένει πως αν εμφανιστεί οπουδήποτε χωρίς τη στολή του, τα υπερμεγέθη στρογγυλεμένα του παπούτσια, τα βαμμένα κόκκινα μαλλιά και την αστεία στρογγυλή του μύτη ότι οι οπαδοί του θα τον αναγνωρίσουν και θα γελάσουν ακόμα και με τα ίδια αστεία που έκανε πριν; Μπορεί να ελπίσει ότι θα συνεχίσουν να τον ακολουθούν και να τον πιστεύουν, όταν ο ίδιος έχει αρνηθεί τον ρόλο του, έχει πετάξει τη στολή του και έπαψε να εμφανίζεται πλέον στο τσίρκο, αλλά τριγυρνά στις πλατείες και τα πάρκα με το κουστουμάκι του; Δεν είναι βέβαια ο κλόουν που ξέραμε, κι αφού δεν είναι, πώς θέλει να έχει ακόμα το κοινό του και την αναγνώριση που αυτό κάποτε του χάριζε; Θα τον περάσουν για τρελό και στην καλύτερη περίπτωση θα τον προσπεράσουν.

Κάθε άνθρωπος, όπως και ο κλόουν μας, έχει κάθε δικαίωμα να αλλάξει ζωή, ιδιότητα και επάγγελμα, αν έτσι νομίζει. Αν όμως στη ζωή που αφήνει πίσω του τον εμπιστεύτηκε ένα πλήθος ανθρώπων, όχι μόνο δεν μπορεί να περιμένει πως το πλήθος θα συνεχίσει να τον ακολουθεί, αλλά αν δεν αποχχωρήσει σιωπηλά, μάλλον του οφείλει καταρχάς ένα συγνώμη που δεν κατάφερε να είναι μαζί του συνεπής στις υποσχέσεις του μέχρι το τέλος. Η παροιμία το λέει καθαρά: δεν μπορείς να έχεις και τον σκύλο χορτάτο και την πίτα ολόκληρη.

Συνταγές επιτυχίας δεν υπάρχουν. Κάθε άνθρωπος που επιτυχαίνει, πράγμα που φαίνεται μόνο αφότου πεθάνει, έχει μια διαδρομή με ξεχωριστά και ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που δύσκολα ομαδοποιούνται. 

Συνταγές αποτυχίας όμως υπάρχουν και τα χαρακτηριστικά της ομοαδοποιούνται σχετικά εύκολα γιατί διακρίνονται σε όλους τους αποτυχημένους. Η ασυνέπεια, είναι ένα. Η ελαφρότητα, άλλο. Η υπεροψία, ένα τρίτο. Η ευκολία, η βιασύνη, ο διδακτισμός, τα συναισθηματικά τσιτάτα, η αυτοπροβολή και πάει λέγοντας... 

Και όταν μιλώ για επιτυχία εννοώ το να παραμείνεις ως το τέλος της ζωής σου τόσο αυστηρός με τον εαυτό σου και τον δρόμο που διάλεξες που καμιά αναγνώριση από τους άλλους, κανένα εμπόδιο, καμιά στροφή του δρόμου και κανένα αδιέξοδο, να μην καταφέρει να σε οδηγήσει στο να προδώσεις τον εαυτό σου, τον δρόμο του και όσους σε ακολούθησαν. Αυτοί που έφτασαν στο τέλος του δρόμου και στην κορυφή του βουνού ήταν οι ήρωες και οι άγιοι και γι’ αυτό και τους τιμούμε, τους μνημονεύουμε και τους επικαλούμαστε. 

Σαν πολύ δεν επαινέσαμε, δεν θαυμάσαμε και δεν κανακέψαμε τα πάθη μας; 

Καμιά φορά, όταν κουρασμένοι αποκάμουμε στη μέση του δρόμου, μπορούμε πολύ απλά να ομολογήσουμε, αδέρφια τα σκατώσαμε...



Wednesday, April 1, 2020

Live μετάδοση παραμυθιών της Βασιλικής Νευροκοπλή από τη σελίδα των εκδόσεων Λιβάνη στο Fb


Αγαπητοί φίλοι, από το περασμένο Σάββατο ξεκινήσαμε 
σε συνεργασία με τον εκδοτικό οργανισμό Λιβάνη 
την ζωντανή μετάδοση αφήγησης των παραμυθιών μου
από τη σελίδα των εκδόσεων στο Fb και την δική μου σελίδα.
Κατ’ εξαίρεση στο πρόγραμμα αυτό
θα έχουμε μετάδοση και την προσεχή Πέμπτη
που γιορτάζουμε την Παγκόσμια Ημέρα Παιδικού Ββιλίου. 
Πρώτα ο Θεός, θα συνεχίσουμε για όσα Σάββατα
θα μένουμε σπίτι υγιείς, προκειένου να ενωνόμαστε
μ’ αυτόν τον τρόπο όλοι μαζί κάτω από τη στέγη των παραμυθιών.
Κάθε μετάδοση θα γίνεται στις 12:00
ενώ το βίντεο θα παραμένει στη σελίδα για όποιον επιθυμεί 
να το παρακολουθήσει οποιαδήποτε άλλη ώρα.
Για να μπορεί κάποιος να παρακολουθεί αυτές τις μεταδόσεις
θα πρέπει να είναι μέλος του Fb έχοντας σ’ αυτό μια σελίδα 
έστω και κενή, χωρίς να δημοσιεύει αναρτήσεις.
Ευχόμαστε καλή δύναμη σε όλους!
Η σελίδα των εκδόσεων Λιβάνη εδώ:
https://www.facebook.com/www.livanis.gr/?__tn__=kCH-R&eid=ARB_2A4DvuuH1tlHXHLAXK1p1hitxlXO4JUmybu49Ybui9TVkpL511crSy121ULLAlwAoUOhUszVEpmi&hc_ref=ARTVUvJtB8vHsJkRMM-Vxmse6rv_y96zs8McxhsKL4rNG0BP2ySvgTTcFgiCCbTA8NU&fref=nf


Saturday, March 2, 2019

Ο λαμπερός πολεμιστής στην Παιδική βιβλιοθήκη Ορέστου με την Κατερίνα Καραβαγγέλη - 13/02/19


Ήταν στις 13 του Φλεβάρη όταν στην Παιδική Βιβλιοθήκη Ορέστου, η χαρισματική Katerina Karavageli παρουσίασε τον Λαμπερό Πολεμιστή στους μικρούς αναγνώστες διαβάζοντας και παίζοντας μαζί τους! Μια φωτογραφική γεύση μπορεί να μας μεταφέρει εκεί και να πάρουμε λίγη από τη χαρά αυτής της συναρπαστικής συνάντησης που δυστυχώς ούτε εγώ μπόρεσα να γευτώ από κοντά. Ευχαριστώ όμως με όλη μου την καρδιά και την Κατερίνα και τη βιβλιοθήκη και βέβαια τα παιδιά, ευχόμενη να είναι στη ζωή τους οδηγός και προστάτης αυτό το φτερωτό πλάσμα που κατάφερε να νικήσει με τα όπλα του Φωτός, την κούραση, την απελπισία και πάνω απ' όλα την άγνοια -όπως λέει και το παραμύθι, χάρη στις δικές του προσπάθειες, αλλά και στη διάλειπτη συμπαράσταση του δίδυμου αστεριού του!










Friday, March 1, 2019

Το παραμύθι του Μάρτη - Καλό μήνα!


«Μια φορά κι έναν καιρό αποφασίσανε οι δώδεκα μήνες να φτιάξουνε κρασί σε ένα βαρέλι ώστε να μπορούν να πίνουν όποτε τους ερχόταν η όρεξη.
Έτσι λοιπόν είπε ο Μάρτης:
– Εγώ θα ρίξω πρώτος μούστο στο βαρέλι για να γίνει κρασί και ύστερα ρίχνετε κι εσείς.
– Καλά, ρίξε εσύ πρώτος του είπαν οι άλλοι.
Ετσι και έγινε. Έριξε πρώτα εκείνος στο βαρέλι το μούστο και ύστερα ακολούθησαν και οι άλλοι μήνες.
Όταν λοιπόν ζυμώθηκε ο μούστος και έγινε το κρασί, είπε πάλι ο Μάρτης.
– Εγώ που έριξα πρώτος το μούστο, πρώτος θ’ αρχίσω και να πίνω.
-Βέβαια, είπαν οι άλλοι, έτσι είναι το σωστό.
Έτσι λοιπόν τρύπησε το βαρέλι στο κάτω μέρος, και άρχισε να πίνει, ως που ήπιε όλο το κρασί και δεν άφησε ούτε στάλα. Κατόπιν ήρθε η σειρά του Απρίλη να πάει να πιεί κρασί. Πηγαίνει και το βρίσκει άδειο. Θυμώνει, το λέει στους άλλους. Τ’ ακούνε εκείνοι θυμώνουνε και σκέφτωνται τι να κάνουν. Συμφωνούν όλοι λοιπόν να τον τιμωρήσει ο Γενάρης που ήταν και ο μεγαλύτερος αδελφός. Τον πιάνει λοιπόν ο Γενάρης και του τραβάει ένα γερό χέρι ξύλο. Του αφαιρεί και το πρωτείο που είχε, να αρχίζει δηλαδή το έτος κάθε Μάρτη, και έγινε να αρχίζει το έτος από το Γενάρη.

Από τότε όταν ο Μάρτης θυμάται το παιχνίδι που έκανε στα αδέλφια του και τους ήπιε όλο το κρασί, γελάει και ο καιρός ξαστερώνει. Όταν πάλι θυμάται το ξύλο που έφαγε κλαίει και βρέχει».



Friday, February 8, 2019

Η ζωή εν πέτρα - Ένα σπουδαίο βιβλίο της Άννας Μπατιστάτου



Η Μαρία μου χαρίζει αυτό το βιβλίο στέλνοντάς το μου με το ταχυδρομικό περιστέρι της καρδιάς μου. Το αφήνω τρεις μέρες πάνω στο τραπέζι της κουζίνας μου. Ούτε που το κοιτώ -σαν να το φοβάμαι. Κάποτε το παίρνω στα χέρια μου, διαβάζω τον παράξενο τίτλο του, -αγαπώ τις δοτικές. Ισως επειδή αν κάτι με ενδιαφέρει στη ζωή είναι ο τρόπος. Και οι δοτικές για μένα εκφράζουν τον τρόπο του υπάρχειν. 
Συλλαβίζω ξανά και ξανά το συνηθιστο επίθετο της Άννας. Το μόνο που ξέρω γι’ αυτήν από την Μαρία, είναι πως είναι παθολογοανατόμος, καθηγήτρια στο πανεπιστήμιο των Ιωαννίνων και πως της ανατέθηκε φέτος να εκφωνήσει την ομιλία της γιορτής των Τριών Ιεραρχών. Μετά από τόσους αιώνες, η γιατρος και συγγραφέας του βιβλιου έχει διαγνώσει πως ο Μέγας Βασιλειος ήταν ηπατικός.
Κάθε μου ξάφνιασμα το ακολουθεί και άλλο. Διαβάζω την τυπωμένη αφιέρωση στο βιβλίο:

“Στην Κατερίνα, τον πατέρα μου, την εκ μητρός γιαγιά μου
Η χάρις, η λιτότητα, η αδιαπραγμάτευτη αποφασιστικότητα 
που επέδειξαν βαδίζοντας προς το αναπόφευκτο 
ξερίζωσαν από μέσα μου το φόβο του θανάτου.”

Και το βιβλίο αρχίζει με μια παράξενη εικόνα σε απαλό πράσινο φόντο της σελίδας. Καθισμένη στο προσκεφάλι της γιαγιάς της, η Άννα της μιλάει, τη ρωτάει, αναρωτιέται δυνατά. Τόσο δυνατά που μας συνταράσσει.



Και περνάμε στο δεύτερο σαλόνι όπου ένα λυκαυγές διεισδύει στο μαύρο του φόντο. Εδώ μιλάει η καρδιά της Άννας. Το μικρό κείμενο έχει πίσω από τις λέξεις του μεγάλα και βαριά φορτία, φορτία ακριβά και πολύτιμα. Φορτία σχέσεων, αγάπης, εμπειρίας, βυθών που εξιχνίασε η συγγραφέας βουτώντας σε ψυχές άλλων και στη δικής της. 

Η κεφαλίδα γράφει: 
“Πεθαινεις όταν πεις κουράστηκα”

“Πεθαίνεις όταν πεις κουράστηκα. Πρέπει να το ξεστομίσεις, έστω και ψιθυριστά, για να τ’ ακούσουν και ο Θεός κι ο διάβολος.

Από τη γιαγιά μου έμαθα πως ότι σκεφτόμαστε το ξέρει μόνο ο Θεός, άμα όμως ξεφύγει από το νου και περάσει το φραγμό των δοντιών, τότε το μαθαίνει κι ο διάβολος.
Έχω ακούσει αυτό το κουράστηκα αρκετές φορές, όχι πολλές -πάντως περισσότερες απ’ όσες θα ’θέλα.
Οι ίδιοι άνθρωποι, εγώ, εσείς, λέμε συχνά κουράστηκα, πάντα με διαφορετικό φτιασίδωμα.
Κουράστηκα φωναχτά με θυμό, κουράστηκα συρτά με βαθιά ανάσα, κουράστηκα βαριά με ανστεναγμό, κουράστηκα συλλαβιστά με απειλή, κουράστηκα.
Αλλά εκείνο το τελευταίο κουράστηκα είναι εντελώς γυμνό, ανεξέρτητα από το ποιος το ξεστομίζει - πλούσιος ή πένης ή δίκαιος ή αμαρτωλός. Λέγεται σιγανά, με σοβαρή, ουδέτερη φωνή και σταθερό ρυθμό, σαν να μην έχει πια σημασία. Περνάει απαρατήρητο αν και είναι το πιο ουσιασικό. Είναι η στιγμή που ο προφέρων, συχνά ξαπλωμένος στο κρεβάτι, με μάτια μισόκλειστα, ρίχνει το τετρασύλλαβο σκοινί ως γέφυρα γι’ αλλού - απλή, λιτή, απέριτη.”

Μέσα σε αυτό το μικρό κείμενο έχουμε ήδη έναν ολόκληρο κόσμο. Ίσως έναν κόσμο που ολισθαίνει στην αφάνεια. Μια γιαγιά, ανεπίγνωστο αλλά ζωντανό φορέα της νηπτικής θεολογίας. Μια εγγονή που έχει επίγνωση βαθιά των ψυχικών εκφάνσεων των ανθρώπων του παρόντος που χρησιμοποιώντας τη λέξη “φτιασίδωμα” απογυμνώνει το ασήκωτο φορτίο της λέξης “κουράστηκα” που τόσο εύκολα κι άλλο τόσο συχνά χρησιμοποιούμε μέσα στην ανυπομονησιά, την ευκολία, τη μαλθοκότητα, την ατομικότητα και την αφιλαδελφία που μας χαρακτηρίζει. Μέχρι που φτάνουμε στην καταληκτική παράγραφο που είναι και η ίδια η κατάληξη του ανθρώπου που προφέρει το απαλό, συμφιλιωμένο, συντριπτικό σε απλότητα “κουράστηκα” που εκφράζει και την πλήρη ελευθερία του ετοιμοθάνατου που έχει αποτινάξει τα δεσμά του εγώ, των αιτήσεων, των απαιτήσεων, των δικαιωμάτων του για να περάσει πάνω στη γέφυρα που τον συνδέει με την αιωνιότητα αβαρής, πουλί πετούμενο.
Θα μπορούσε το βιβλίο να τελειώνει εδώ. Τι άλλο θα θέλαμε ή θα περιμέναμε; Τα έχει πει ήδη όλα η συγγραφέας. Κι όμως το βιβλίο συνεχίζει. Και μας ξαφνιάζει και πάλι. Η γιαγιά κοιμάται ακόμα. Η εγγονή ακόμα στο πλάι της αναρωτιέται. Και διψάει. Διψάει αφόρητα. Για τι άλλο; Για ένα παραμύθι. Οταν η γιαγιά σου έχει φτάσει στο τελευταίο της βήμα, σάλτο, πήδημα στην άλλη πλευρά του ποταμού κι εσύ τη βλέπεις ανήμπορος, δεν μπορείς να μείνεις πίσω αβοήθητος όπως και δεν μπορείς και να την ακολουθήσεις. Θέλεις τη δική σου γέφυρα για να επιστρέψεις εκεί που η ζωή σου ακόμα καρδιοχτυπά. Και η γέφυρα είναι μία. Το παραμύθι. Αλλά το παραμύθι το ξέρει η γιαγιά. Μόνο η γιαγιά. Πάντα η γιαγιά. Κι εκεί που κοιμάται βαθιά κουρασμένη, θα σου το πει. Όσο κουρασμένη και να είναι η γιαγιά, για ένα παραμύθι στην εγγονή της θα βρει το κουράγιο. Έστω και το ύστατο. Και θα αφηγηθεί έμπλεη τρυφερότητας το παραμύθι του Πέτρου που τον τιμώρησε ο κακός μάγος Μπεφάρ κλείνοντάς τον μέσα σε μια πέτρα για αιώνες ολόκληρους. Όμως μια μέρα το καλό που είχε κάνει όταν ζούσε στον κόσμο σαν μικρό παιδί σε έναν χρυσαετό, τού επιστρέφεται από τον βασιλιά των φτερωτών και τον ελευθερώνει…
Αναρωτήθηκα πολλές φορές τι είναι αυτή η πέτρα. Είναι άραγε η ζωή που ζούμε; Ίσως για κάποιους να είναι. Είναι η περίοδος που ο ασθενής ανήμπορος στο κρεβάτι περιμένει να περάσει την γέφυρα για να ζήσει ελεύθερος και πάλι; Μου φαίνεται πιο πιθανό. Θα μπορούσε να είναι άπειρες στιγμές της ζωής μας και η στιγμή που αλλάζει το βλέμμα μας, η στάση μας, αλλά και οι ουράνιες δυνάμεις συντελούν στην απελευθέρωσή μας από τα δεσμά που μας επέβαλλε ένας κακός Μάγος… ποιος; Είναι πολλοί. Ας τους βρει ο καθένας μας…

Όταν τελειώνω το βιβλίο σκέφτομαι πως η  Άννα θα μπορούσε να έχει γράψει ως τώρα χίλια παραμύθια κι αυτό να είναι το πρώτο της δεύτερης χιλιάδας. Τόσο άψογο, περιεκτικό, λιτό, αφαιρετικό, παραμυθένιο είναι το κείμενό της. Τόσο απόλυτα προορισμένο για όλες τις ηλικίες και τους ανθρώπους, τους πόνους και τις χαρές τους, τις αγωνίες τους και τη λατρεία της ζωής που φύσει μας διαποτίζει όλους. Τόσο ευγενικό, υπαινικτικό, συμβολικό και σαφές. Εγκάρδιο, ευφυές. Απόσταγμα μιας βαθιά ελληνικής και συνάμα πανανθρώπινης ψυχής.
Θα σας διηγηθώ με λίγα λόγια το παραμύθι που λέει η γιαγιά στην εγγονή της. Δεν μπορώ να αντισταθώ στον πειρασμό.
Ο Μπεφάρ είναι ένας κακός μάγος που καταστρέφει τον κόσμο. Ο Πέτρος, το τέταρτο παιδί μιας φτωχής οικογένειας που μη μπορώντας να ζήσει τα παιδιά της, τα μοιράζει για να βρούνε την τύχη τους μαθητεύοντας το καθένα και σε κάποιον επαγγελματία. Σχεδόν αδιόρατος ο μικροκαμωμένος ήρωας, περνά απαρατήρητος, αλλά τα μάτια του προδίδουν το φως της ψυχής του. Όταν το καταλαβαίνει, φοράει σκούρα γυαλιά, να μην αναγνωρίζουν τα εντός του οι άλλοι στο πρώτο κοίταγμα. Ο Πέτρος παρατηρεί, ακούει, διαβάζει. Ο Μάγος δεν έχει καμιά πρόθεση να του χαρίσει το παραμικρό μυστικό της τέχνης του και όταν διαπιστώνει πως ο καλόψυχος μικρός αρχάριος μάγος με τα λίγα που ξέρει καταφέρνει και ακυρώνει τα δικά του κακά μάγια, τον μισεί θανάσιμα.
Μια μέρα, μετά από μια νύχτα με κατταρακτώδη βροχή, ανεβαίνει στο πνιγμένο σύννεφα βουνό και βυθίζει τα χέρια του στο χώμα για να συγκεντρώσει όλες τις δυνάμεις του σκότους ώστε να φτιάξει ένα φίλτρο που όποιος θα το πίνει θα γίνεται δούλος του. Ένας χρυσαετός όμως που πετά ελεύθερος τον ενοχλεί. Η ελευθερία του πουλιού σκανδαλίζει τον υπηρέτη του σκότους. Και ετοιμάζεται να του στερήσει τα φτερά…
Ο μικρός Πέτρος διαισθάνεται τις προθέσεις του δασκάλου του. Υψώνει τα χέρια του στον ουρανό και παρακαλεί με όλη την καρδιά κι όλο το νου του να σωθεί ο αετός. Ο ήλιος σκάει θριαμβευτικά κι ο ουρανός γεμίζει αναρίθμητα πετούμενα. Ο αετός χάνεται μέσα τους και έτσι γλυτώνει. Σκέφτομαι πως ίσως το μοιραίο λάθος του μικρού ήρωα είναι πως εκείνη τη στιγμή του ξεφεύγει ένα μικρό γελάκι ικανοποίησης και χαράς. Ίσως αυτό να συνιστά μια ελάχιστη σtiγμή χαλάρωσής του, ένα τόσο δα χρονικό κενό στην εγρήγορση που τον χαρακτηρίζει. 
Έτσι, δεν παίρνει είδηση πως ο Μάγος διατάζει μia πέτρα να κλείσει τον ανταγωνιστή του μέσα της. Τον κλείνει μέσα της και μετά πετά την πέτρα πολύ μακριά για να καταποντιστεί στα βάθη του ωκεανού...

Εκατοντάδες χρόνια περνούν. Τον Μπεφάρ δεν τον θυμάται πια κανείς. Ο Πέτρος όμως παραμένει ζωντανός, αλλά φυλακισμένος μέσα στην πέτρα. Ακολουθούν όλα τα στάδια μιας ψυχής που περνάει μια μεγάλη δοκιμασία. Στην αρχή ελπίζει πως ο Μάγος δεν μπορεί- αργά ή γρήγορα θα τον λυπηθεί. Μετά, πως όλο αυτό ένα κακό όνειρο είναι και θα ξυπνήσει. Προσπαθεί μάταια να κουνηθεί. Παραμένει έκπληκτος που τίποτα δεν μπορεί να αλλάξει. Ώσπου του έρχεται η ιδέα να εξαγνιστεί από κάθε κακία για να εξουδετερώσει την απόλυτη κακία του τιμωρού του. Μέσα σε λίγα χρόνια καταφέρνει να τους συγχωρήσει όλους. Ακόμα και τους γονείς του που τον παρέδωσαν στον κακό Μάγο. Αλλά τίποτε άλλο δεν καταφέρνει να αλλάξει από τη σκληρή του πραγματικότητά. Επιστρατεύει τη λογική του, τα ξόρκια του. Τίποτα. Του έρχεται παροξυσμός. Τεντώνεται, προσπαθεί, ούτε μια ρωγμή στην πέτρα. Ψυχή, νου και σώμα, εξαντλούνται. Κουράστηκα, λέει μια μέρα. Και αποκοιμάται…
Αρχίζει να ονειρεύεται. Το πρώτο όνειρο του αφαιρεί τον φόβο. Το δεύτερο τον οδηγεί στο συμπέρασμα πως αν ποτέ ελευθερωθεί, θα ακούει πλέον μόνο την καρδιά και το νου του. Το τρίτο του χαρίζει γαλήνη και αισιοδοξία. Πρέπει να ζήσει ώσπου κάτι να γίνει…
Μέσα στο απόλυτο σκοτάδι δεν βλέπει τίποτα. Μόνο ακούει. Το πλατάγισμα της ουράς της γοργόνας, τα υποβρύχια που περνούν, τις νάρκες του πολέμου που σκάνε γύρω του. Πόσες φορές δεν ευχήθηκε μια απ’ αυτές να πέσει πάνω του για να δώσει επιτέλους ένα τέλος στη μαρτυρική ζωή του.
Μα όσο περνούν οι αιώνες, η ανταριασμένη θάλασσα μετακινεί την πέτρα, μέχρι που κάποτε την ξεβράζει σε μια ακτή. Ο ήλιος τη ζεσταίνει κι ο Πέτρος ξαναβρίσκει την ελπίδα που χαρίζει το φως. Η τιμωρία ήταν άδικη, άρα δεν μπορεί να κρατήσει για πάντα, σκέφτεται. Ακόμα κι η γερασμένη πέτρα άρχισε να ξανανιώνει και να λάμπει. Είναι καλοκαίρι...
Στην γεμάτη από κόσμο παραλία, ένα μικρό παιδί συλλέγει πέτρες για να τις ζωγραφίσει. Παρόλο που η πέτρα -που εσωκλείει τον ομώνυμό της ήρωά μας- δεν είναι για ζωγραφική, την παίρνει το παιδί και την αφήνει στο πισω μπαλκόνι του εξοχικού του σπιτιού. Εκεί την ξεχνάει. Μπροστά όμως στο μπαλκόνι είναι το πευκόδασος και στο βάθος το βουνό…
Ένας πεινασμένος χρυσαετός περνάει την πέτρα για καβούκι χελώνας και την αρπάζει στα νύχια του. Όταν την αφήνει να σκάσει στη γη για να τη φάει κατόπιν, με έκπληξη βλέπει από μέσα της να ξεπηδά ένας τοσοδούλης Πέτρος. Θυμάται την ιστορία των προπάππων του και χαίρεται που την ολοκλήρωσε θριαμβευτικά. Η μοίρα έκανε τον κύκλο της…
Ο Πέτρος είναι ελεύθερος! Ανάσα την ανάσα γίνεται ένας άνθρωπος κανονικός. Το πρώτο βράδυ κοιμάται στη βάρκα ενός ψαρά και την επόμενη μέρα ο ψαράς τον παίρνει βοηθό και γίνεται πατέρας του. Μετά από λίγο καιρό όμως ο Πέτρος τον αποχαιρετά για να πάει σε ένα μεγάλο πλοίο και να γίνει δύτης. Θέλει να ζήσει έντονες συγκινήσεις, να γεμίσει εμπειρίες που για αιώνες στερήθηκε. Έτσι, μετά από χρόνια ξαναβρίσκεται στα βάθη των ωκεανών. Αλλά τώρα δεν είναι κλεισμένος σε μια φυλακή, αλλά ελεύθερος δύτης. Βλέπει κοράλλια, βλέπει τις νάρκες που ευτύχως δεν έπεσαν ποτέ πάνω του όπως είχε ευχηθεί, βλέπει και τη γοργόνα και ερωτεύονται. Η γοργόνα του μαθαίνει πολλά, του χαρίζει άλλα τόσα. Αλλά το κυριότερο: του χαρίζει την αθανασία για να τριγυρνά για πάντα στους βυθούς που τόσο ο ίδιος αγαπά. Τέλος, τον αποδεσμεύει από όλους τους όρκους αγάπης που της είχε δώσει για να μπορεί ελεύθερος να φεύγει μακριά της, αλλά του δίνει κι ένα μενταγιόν σύμβολο της αιώνιας αγάπης της.

Εδώ τελειώνει το παραμύθι, όχι όμως και το βιβλίο. Η εγγονή θυμάται πάλι τα σοφά λόγια της γιαγιάς...
“Αχ, παιδάκι μου, η καρδιά δε γερνάει ποτέ.” Και η εγγονή προχωράει της γιαγιάς της τη σοφία που τέλος δεν έχει. “Αχ, γιαγιάκα μου, η καρδιά δεν πεθαίνει ποτέ. Ακόμα κι όταν ακουστεί το ύστατο κουράστηκα, και ο εγκέφαλος δώσει εντολή στο πειθήνιο σώμα για να εκτελεστεί.”

Θα αφήσω άγραφο το αστραφτερό φινάλε του βιβλίου. Βλέπετε, η γιαγιά στάθηκε πολύ τυχερή. Η εγγονή που της έλαχε εκτός από γιατρός, είναι και φορέας μεγάλης ποιητικής ευαισθησιάς εμποτισμένης από την ουσία της αιωνιότητας. Αξίζει να πάρετε το βιβλίο και να το διαβάσετε.

Θα αντιγράψω μόνο το σχόλιο της ιατρού - συγγραφέως για τις μοναδικές εικόνες που συνοδεύουν το παραμυθητικό της κείμενο.

“Σχόλιο εικόνων
Οι εικόνες του βιβλίου είναι φωτογραφίες από τα ονειρικά τοπία που αντικρίζω καθημερινά μέσα από τους φακούς του μικροσκοπίου. Είναι κύτταρα, κάποτε δικά μου, και κάποτε δικά σας, όλων τα ίδια και όλα μοναδικά. Κύτταρα που απελευθερώνονται σε θάλασσες, σε ολάνθιστα λιβάδια, σε απέραντους ουρανούς και σε φθινοπωρινούς δρόμους.
Αιώνια κύτταρα στο τυπωμένο χαρτί. Αφουγκραστείτε τα, αφού κι εκείνα ένιωσαν τους χτύπους της καρδιάς σας. Ξέρω πως κοιτάξατε ψηλά στον ουρανό τα μακρινά αστέρια.
Εδώ σας προσκαλώ να σκύψετε για λίγο να δείτε και εντός.”

Ευχαριστώ από καρδιάς την Μαρία Ζουμπούλη που γνωρίζοντάς με ελάχιστα, μού χάρισε αυτό το βιβλίο, και που όπως διαβάζω στις ευχαριστίες της Άννας, συνέβαλε καίρια και στη δημιουργία του. Ευχαριστώ την Άννα γιατί πλημμύρισε την καρδιά και το μυαλό μου απέραντο θαυμασμό για το έργο της και μύρια άλλα φωτεινά αισθήματα…

Βασιλική Νευροκοπλή


Η ζωή εν πέτρα, Άννα Μπατιστάτου, Εκδόσεις Fagotobooks, 2016

Μία συνέντευξη της ιατρού - συγγραφέως μπορείτε να διαβάσετε εδώ: