Labels

Showing posts with label Μαγειρική. Show all posts
Showing posts with label Μαγειρική. Show all posts

Thursday, December 15, 2016

Μηλόπιτα νηστίσιμη με ζύήμη αμυγδάλου και κραμπλ καρυδιού (Μια ελαφρώς παραλλαγμένη συνταγή του Στ. Παρλιάρου)


Αφηνω τη συνταγή ως έχει, αντεγραμμένη από τις Γλυκές ιστορίες, τεύχος Σεπτεμβρίου 2010. Ως έχει, είναι βέβαια αρτήσιμη. Τη δοκίμασα ομως χωρίς το αβγό και αντικαθιστώντας το βούτυρο αγελάδας με το αντίστοιχο που είναι από ελαιόλαδο και έγινε τέλεια!

Υλικά:

Για τη ζύμη αμυγδάλου
150 γρ. αλεύρι
150 γρ. άχνη
150 γρ. λευκό αμύγδαλο σκόνη
1 αυγό
125 γρ. βούτυρο αγελάδας 
25 γρ. ρούμι μαύρο ή κονιάκ
λίγη κανέλα
1/2 κ.γλ. μπέικιν πάουντερ

Για τη γέμιση
4 μήλα
75 γρ. ζάχαρη
3 ξυλάκια κανέλας

Για το κραμπλ
80 γρ. αλεύρι
100 γρ. ζάχαρη μαύρη
80 γρ. βούτυρο αγελάδας 
100 γρ. αμύγδαλο αλεσμένο
1/2 κ.γλ. κανέλα

Εκτέλεση:
Για την ζύμη αμυγδάλου, 
ανακατεύουμε όλα τα υλικά μαζί με τον αυγογδάρτη ή το εργαλείο που ονομάζεται φτερό έως ότου σχηματιστεί μία μαλακή και ομοιογενής ζύμη. Την απλώνουμε σε ένα τσέρκι διαμέτρου 22-24 εκ. στη λαμαρίνα του φούρνου πάνω σε λαδόκολλα και την αφήνουμε να ξεκουραστεί στο ψυγείο για μια ώρα.
Για τη γέμιση 
Καθαρίζουμε τα μήλα, τα κόβουμε στα 6, τα τοποθετούμε σε μία κατσαρόλα και τα σκεπάζουμε με νερό. Ρίχνουμε τη ζάχαρη και τα ξυλάκια κανέλας και φτιάχνουμε μία κομπόστα βράζοντάς τα σε χαμηλή φωτιά έως ότου τα μήλα μαλακώσουν αλλά να μη διαλύονται (περίπου 15-20 λεπτά).Τα στραγγίζουμε και αφήνουμε να κρυώσουν.
Για το κραμπλ 
Ανακατεύουμε σε ένα μπολ με σπάτουλα, το αλεύρι, την αμυγδαλόσκονη, τη ζάχαρη και την κανέλα. Προσθέτουμε το βούτυρο λιωμένο και ανακατεύουμε έως ότου σχηματιστεί ένα συμπαγές μείγμα. Το διατηρούμε για 1 ώρα στο ψυγείο.

Τοποθετούμε τα μήλα πάνω από τη ζύμη αμυγδάλου το ένα δίπλα στο άλλο. Με έναν τρίφτη τρίβουμε το κραμπλ πάνω από τα μήλα.

Ψήνουμε σε προθερμασμένο φούρνο στους 160 βαθμούς για μία ώρα. Εαν χρειαστεί, ψήνουμε λίγο παραπάνω.
Αφού κρυώσει πασπαλίζουμε με άχνη ζάχαρη


Wednesday, September 23, 2015

Σάλτσα του φθινοπώρου από ντομάτα Ρόμα



Κάθε εποχή και τις ομορφιές της. Και το φθινόπωρο τα κυδώνια του, τα ρετσέλια του, τα χρυσάνθεμά, τα χρυσά του ηλιοβασιλέματα και τις σάλτσες του.

Υπάρχουν πολλοί τρόποι να φτιάξουμε και να αποθηκεύσουμε σάλτσα ντομάτας για όλη τη χρονιά. Εγώ προτιμώ να τη διατηρώ σε γυάλινα βάζα. 


Βήματα:

1. Πολτοποιούμε το γνωστό ντοματάκι ρόμα στο μούλτι.

2. Το βάζουμε σε μεγάλη κατσαρόλα να βράσει.

3. Προσθέτουε λίγο αλάτι και λίγο λάδι, που βοηθούν στη συντήρηση, -και όχι όσο θα βάζαμε κανονικά ανάλογα με την ποσότητα. 

4. Αν έχουμε φρέσκο βασιλικό ή δυόσμο, τα ψιλοκόβουμε και τα ρίχνουμε στον ντοματοπολτό που βράζει.

5. Αφού πάρει μερικές βράσεις -και ενώ ακόμα βράζει-, αδειάζουμε τη σάλτσα με μια κουτάλα μέσα στο γυάλινο βάζο.

6. Τα βάζα αφού τα πλύνουμε και τα σκουπίσουμε, τα βάζουμε για λίγο στον φούρνο μικροκυμάτων ή σοτν κανονικό μας φούρνο για να αποστειρωθούν.

7. Μόλις γεμίσουμε ένα βάζο και αφού αφήσουμε μισό δάχτυλο από το χείλος του, το κλείνουμε με το καπάκι και το γυρνάμε αμέσως ανάποδα.

8. Αφήνουμε μια νύχτα τα βάζα μας αναποδογυρισμένα ώστε να φύγει όσος αέρας έχει εισχωρήσει.

9. Καλό είναι, αν έχουμε τα βάζα μας χρόνια, να βάζουμε καινούργια καπάκια που τα σφραγίζουν τέλεια.

Καλή επιτυχία!


Friday, April 10, 2015

Χορτόσουπα με ταχίνι




Πρόκειται για μία νοστιμότατη και δυναμωτική σούπα που θα λατρέψουν ακόμα και όσοι δεν συμπαθούν το ταχίνι. Συνίσταται στους πρωταγωνιστές των ημερών ιερείς και ψαλτάδες.


Για 4 μερίδες

Υλικά:


3 μέτριες πατάτες

2 καρότα
2 κολοκυθάκια
1 πράσινη πιπεριά
1 κόκκινη πιπεριά
Φύλλα σέλινου
1 φλ. του καφέ ρύζι γλασέ
αλάτι, πιπέρι
2 κ.σ. ταχίνι
1 μεγάλο ζουμερό λεμόνι



1. Ψιλοκόβουμε τις πατάτες, τα καρότα, τα κολοκυθάκια και τις πιπεριές, ενώ το κρεμμύδι το βαζουμε ολόκληρο και προσθέτουμε νερό για να βράσουν με λίγο αλάτι. 


2. Μόλις αρχίζουν και βράζουν, προσθέτουμε το ρύζι. 

3. Λίγο πριν το σβήσιμο προσθέτουμε τα ψιλοκομμένα φύλλα σέλινου. Αφαιρούμε το κρεμμύδι και χαμηλώνουμε πολύ τη φωτιά.



4. Σ' ένα μπολάκι βάζουμε τις δύο κουταλιές σούπας ταχίνι με το χυμό ενός μεγάλου λεμονιού και τα ανακατεύουμε καλά καλά να ενοποιηθούν σαν αλοιφή. Προσθέτουμε σιγά σιγά μια κουτάλα από το ζουμί της σούπας και το ανακατεύουμε καλά. Τέλος, το χύνουμε μέσα στη σούπα, αφού την έχουμε σβήσει, και την ανακατεύουμε. 


Το ταχίνι διαλυμένο με το λεμόνι σπάει την έντονη μυρωδιά του ταχινιού και όταν μετά το βάζουμε στη σούπα χυλώνει θαυμάσια σαν να είχαμε χτυπήσει αυγολέμονο.

Καλή επιτυχία!





Tuesday, March 31, 2015

Tο απόλυτο σοκολατάκι!


Αυτά τα σπιτικά σοκολατάκια γίνονται εύκολα, γίνονται γρήγορα, γίνονται τέλεια! Αν έχετε μεγάλη οικογένεια ή πολλούς φίλους, ακολουθήστε την παρακάτω δοσολογία. Αν θέλετε να τα φάτε μόνοι σας, ε, κάν' τε τη μισή -τουλάχιστον...

Υλικά:
1/2 κ. σαν φυστίκ
1/2 κ. κουβερτούρα
1 κ.σ σπορέλαιο 
(αυτό μου το πρότεινε η φίλη μου η Αναστασία από την Χαλκίδα, να τη βάζουμε στο μείγμα για να έχει γυαλάδα. Δεν το έχω δοκιμάσει, αλλά θα το δοκιμάσω)
Ξύσμα από πορτοκάλι 
(αυτό μου το πρότεινε ο φίλος μου ο Χρήστος. Το δοκιμάζουμε κι αυτό!)

Εκτέλεση:

1. Καθαίζουμε τα σαν φυστίκ.
Αν έχουμε στη γειτονιά μας καλό Ξηροκαρπάδικο, το προτιμάμε και από κει αγοράζουμε φρεσκοψημένο το σαν φυστικ και τις μεγάλες πλάκες κουβερτούρας ΙΟΝ. Τα υλικά θα είναι και φτηνότερα και φρεσκότερα.
Καθαρίζουμε τα σαν φυστίκ, -αν έχουμε και παρέα και πιάσουμε το λακιρντί είναι το τελειο, αλλιώς με λίγη καλή μουσική ούτε που παίρνουμε είδηση για πότε τελειώνουμε. (Καλό είναι να μην έχουμε βαμμένα τα νύχια μας, -εφόσον είμαστε κυρίες).

2. Σε μπεν μαρί -ή άλλως: βάζουμε να νερό να βράσει σε μια μεγάλη κατσαρόλα και μέσα της, από πάνω της, βάζουμε μια μικρότερη, φροντίζοντας ο πάτος της ν' ακουμπά στο βρασμένο νερό της μεγάλης-, τοποθετούμε τις πλάκες της κουβερτούρας.

3. Η κουβερτούρα λιώνει γρήγορα και τη βοηθάμε και μ' ένα μεγάλο κουτάλι.

4. Μόλις η κουβερτούρα λιώσει, χαμηλώνουμε τη φωτιά και προσθέτουμε το καθαρισμένο -εννοείται ψημένο και αλατισμένο, όπως το αγοράσαμε- σαν φιστίκ. Ανακατεύουμε καλά το μείγμα.

5. Τοποθετούμε μια λαδόκιλλα -όχι αλουμινούχαρτο, γιατί κολλάει-, σ' ένα ταψί που να χωράει στο ψυγείο μας.

6. Με το κουτάλι μας, παίρνουμε μία μία κουταλιά από το μείγμα μας και το αδειάζουμε στη λαδόκολλα.

7. Τα αφήνουμε λίγα λεπτα έξω, -να μην τα βάλουμε πολύ ζεστά στο ψυγείο-, και μετά τα βάζουμε. Κρυωνουν πολύ γρήγορα και τρώγονται αντιστοίχως!

Σημειώσεις:
α. Συστήνονται για δεκατιανό ή απογευματινό. Καλύτερο όχι το βράδυ γιατί ενδέχεται να σας φέρουν αϋπνία.
β. Μην φοβηθείτε το αλατισμένο σαν φυστίκ και κάνετε το λάθος να πάρετε ωμό άψητο, εκτός κι αν τίθεται θέμα διατροφικής αρχής. Το παιχνίδι που κάνει το αλάτι με το υπόγλυκο σαν φυστίκ και την πικρή κουβερτούρα, δίνει μια μοναδική γεύση!

Καλή επιτυχία!



Tuesday, March 24, 2015

Φελάφελ: το χορτοφαγοκό κεφτεδάκι της Ανατολής




Φελάφελ πρωτογεύτηκα στο Λίβανο και μαγεύτηκα από τη νοστιμιά τους. Συνοδευόμενα από χούμους, πράσινη σαλάτα και λεμόνι, αποτελούν ένα εξαίσιο φαγητό που εύκολα γίνεται και σάντουιτς για κολατσιό. Αργότερα, τα δοκίμασα στο Παρίσι και στο Μόντρεαλ, ως την καλύτερη και πλέον εγγυημένη λύση, πάντα από λιβανέζικα εστιατόρια. Γεύμα οικονομικό, νοστιμότατο και πολύ δυναμωτικό. Οι Λιβανέζοι σεφ, βέβαια, έχουν ένα ειδικό εργαλείο μεταφοράς του φελάφελ στο τηγάνι, που εδώ στην Ελλάδα δεν το βρήκα. Μοιάζει λίγο με το εργαλείο που σερβίρουμε το παγωτό, αλλά αυτό έχει έναν, ας πω, σαν κουμπί στη λαβή του, που πατώντας τον, βγαίνει αμέσως στο τηγάνι ο χορτοφαγικός κεφτές, χωρίς να έρθει σε επαφή με το χέρι, στο οποίο κολλάει. Δοκίμασα διάφορες συνταγές και σας παρουσιαζω τη χθεσινή που θεωρώ καλύτερη απ' όλες. Επειδή η ζύμη διατηρειται τουλάχιστον τρεις μέρες στο ψυγείο, εγώ κάνω αρκετή δόση που βγάζει περίπου σαράντα με πενήντα κομμάτια. Αν θέλετε λιγότερα θα κάνετε τη μισή. Μην κάνετε λιγότερα όμως. Θα το μετανιώσετε και θα είναι αργά...


Υλικά:

1 φλ. τσ. ρεβύθια
1 φλ. τσ. φάβα
1 φλ. τσ. πληγούρι
1 μεγάλο ξερό κρεμμύδι
2 δεματάκια φρέσκα κρεμμυδάκια
2-3 κ.σ. Νισεστέ
1 κ.σ. σκόνη κύμινο
λίγο -τριμμένο σε μύλο ή στο γουδί- κόλιανδρο ξερό
1 λεμόνι
1 κ.γλ. σόδα φαγητού
αλάτι και πιπέρι
ελαιόλαδο στη ζύμη
σπορέλαιο στο τηγάνι


Εκτέλεση:


1. Από βραδύς μουσκεύουν σε μπολάκια τα ρεβύθια, η φάβα και το πληγούρι. Εγώ βάζω βρασμένο νερό και τα σκεπάζω μ' ένα πιατάκι.

(Αν και οι περισσότερες συνταγές προτείνουν τα ρεβύθια να τα χτυπήσουμε στο Μούλτι, όπως θα κάνουμε και με τη φάβα, εγώ προτιμώ να τα βράζω για 5 λεπτά, γιατί μου έτυχαν ρεβύθια που δεν έγιναν στο χτύπημα σαν χοντρό συμιγδάλι, οπότε μετά χτυπούσαν στο δόντι.)
2. Αφού τα χτυπήσουμε, τα αδειάζουμε μαζί με το πληγούρι σε μια λεκανίτσα και προσθέτουμε όλα τα υλικά, εκτός από το ξερό κρεμμύδι και το σπορέλαιο.
3. Το ξερό κρεμμύδι το τσιγαρίζουμε ελαφρώς και μετά το προσθέτουμε.
4. Βάζουμε αρκετό κύμινο, λεπτοκομμένο το φρέσκο κρεμμυδάκι, αρκετό αλάτι και αρκετό πιπέρι και λίγο νισιστέ, μια δυο κουταλιές της σούπας. Προσθέτουμε στη ζύμη και λίγο ελαιόλαδο και ζυμώνουμε.

Στο τέλος του ζυμώματος είναι το κρίσιμο σημείο. Αν η ζύμη γίνει πολύ σφιχτή σαν πάστα, θα γίνουν πολύ σφιχτά τα φελάφελ και δεν θα είναι ωραία ούτε ζεστά ούτε και κρύα. Αν η ζύμη είναι πολύ αραιή, θα μας διαλύονται στο τηγάνι.

Μετά από αρκετές δοκιμές, κατέληξα να μην βάζω μπέικιν, όπως προτείνεται γενικώς, αλλά να διαλύω μια κουταλίτσα του γλυκού σόδα φαγητού μέσα σ' εάν ποτήρι με στημένο λεμόνι, που το προσθέτω στο τέλος του ζυμώματος και μετά ζυμώνω ελαφρά (αυτό το κάνω και στα κανονικά κεφτεδάκια και τα κάνει αφράτα). Προσθέτω συνήθως λίγο ακόμα νιςεστέ. Να μπορώ να τα πλάθω στα χέρια μου σαν κεφτεδάκια, νιώθωντας πως η ζύμη γίνεται ένα σώμα απαλό.

Ζεσταίνουμε το σπορέλαιο στο τηγάνι, -προτιμότερο ένα καλό και ελαφρύ- σε μέτρια φωτιά και μετά βάζουμε μέσα τα φελάφελ. 
Δε βιαζόμαστε να τα γυρίσουμε γιατί θα διαλυθούν, αλλά δεν τα ξεχνάμε κιόλας, γιατί εύκολα αρπάζουν. 
Μόλις πάρουν το χρυσαφένιο χρώμα τους, τα γυρίζουμε και όταν τα βγάλουμε με μια τρυπητή κουτάλα, τα αποθέτουμε σε πιάτο στο οποίο έχουμε βάλει χαρτί κουζίνας να στραγγίξουν το λάδι τους.





Καλή επιτυχία!






Tuesday, March 10, 2015

Κριθαρότο με γαρίδες, το πορτοκαλόχρωο!


Το φαγητό αυτό, ελαφρώς παραλλαγμένο ως "κριθαρότο με καραβιδοουρές", το πρωτοέφαγα σ' ένα καλαίσθητο και τίμιο στην κουζίνα του, εστιατόριο της Πυλαίας στη Θεσσαλονίκη, που ονομάζεται "Γλυκάνισος". Πάντα όταν δοκιμάζω ένα καινούργιο νόστιμο φαγητό, προσπαθώ να το αποκωδικοποιήσω. Πράγματι, την πρώτη φορά που το μαγείρεψα, αγοράζοντας καραβιδοουρές στο λάδι από τον "Κοσμά" -γνωστό παντοπωλείο στο κέντρο της πόλης-, το μαγείρευμα πλησίασε γευστικά πολύ στο πρωτότυπο, αλλά δεν με ικανοποίησε. Οι καραβιδοουρές στο λάδι δεν ήταν αυθεντικές -αυτό μου το είχε πει ο πωλητής-, το λάδι δεν ήταν πρώτης ποιότητας, ενώ όταν γύρεψα ιτς αυθεντικές, η τιμή τους ήταν απαγορρευτική. Όπως και να 'χει, σκέφτηκα τότε, πως τα φρέσκα θαλασσινά διατηρούν πιο ζωντανή και ακέραια τη γεύση τους, κι έτσι πειραματίστηκα με τις συγγενικές, πλην όμως φρέσκιες γαρίδες. Στην πρώτη απόπειρα, τις έβρασα για ένα λεπτό στο νερό που θα έβαζα κατόπιν το κριθαράκι, ώστε να τις προσθέτω μετά καθαρισμένες, αλλά έτσι νοστίμεψε μεν πολύ το κριθαράκι, αλλά οι γαρίδες έχαναν όλη τη γεύση τους. Επιπλέον, προτιμωντας τις εισαγόμενες ισπανικές γαρίδες από τις ελληνικές, που είναι μεν νοστιμότερες, αλλά κατά πολύ ακριβότερες, έπρεπε να βρω έναν τρόπο να "κλειδώσω" τη γεύση τους μέχρι το τέλος. Έτσι, προέκυψε αυτή η συνταγή, που τη συστήνω ως πολύ ενδιαφέρουσα, πρωτότυπη, εξόχως γευστική, αλλά και ελαφριά.



Για 4 μερίδες
Υλικά:

1/2 κιλό γαρίδες
2 φλυτζάνια του τσαγιού κριθαράκι
1 μέτριο κρεμμύδι 
μία σκελίδα σκορδο
ελαιόλαδο
ζεστό νερό
λίγα σποράκια γλυκάνισο
ένα σφηνάκι τσίπουρο με γλυκάνισο
αλάτι
πιπέρι

1. Σε μια φαρδιά και ρηχή κατσαρόλα ζεσταίνουμε το λάδι και βάζουμε ιτς πλυμένες και σκουπισμένες γαρίδες, με τα μουστάκια τους κομμένα, να ροδίσουν ένα λεπτό από κάθε πλευρά. Τις βγάζουμε με μια τρυπητή κουτάλα σ' ένα πιάτο, χωρίς να βάλουμε από κάτω χαρτί κουζίνας, όπως θα κάναμε αν τις τρώγαμε κατευθείαν. Δεν τις τρώμε ακόμα, κάνουμε λίγη υπομονή. 
2. Προσθέτουμε το λεπτοκομμένο κρεμμύδι και πριν σκουρύνει, έτσι, ξανθοκόκκινο όπως είναι, βάζουμε το κριθαράκι, ενώ έχουμε δίπλα μας το βραστό νερό στο βραστήρα. Ανακατεύουμε διαρκώς μέχρι να σπάσει το χρώμα του και ν' αρχίσει να γίνεται διάφανο πορτοκαλί.
3. Λίγο λίγο αρχίζουμε να ρίχνουμε το βρασμένο νερό και ανακατεύουμε συνεχώς. Κάθε φορά που το πίνει, ρίχνουμε λίγο ακόμα. Επαναλαμβάνουμε αρκετές φορές αυτή τη διαδικασία μέχιρι να είναι σχεδόν έτοιμο το κριθαράκι.
4. Βάζουμε το αλάτι και τον γλυκάνισο και στο τέλος το σκορδάκι ψιλοκομμένο, ανακατεύουμε μια δυο φορές μέχρι να σκορπίσει το άρωμά του και αμέσως πάμε παρακάτω πριν μας αρπάξει.
5. Προσθέτουμε όλες τις γαρίδες, μαζί με το λάδι που έχουν αφήσει στο πιατο.
6. Σβήνουμε με το τσίπουρο και το βγάζουμε από τη φωτιά ενώ ακόμα έχει το ζουμάκι του. Δεν πρέπει με τίποτα να μείνει εντελώς στεγνό.
7. Πιπέρι προσθέτουμε στα πιάτα μας. Αν έχουμε μύλο για φρεσκοτριμμένο πιπέρι, αλέθουμε λίγο σ' ένα πιατάκι του καφέ και μετά το μεταφέρουμε στα πιάτα μας. Τα μαχαίρια του μύλου χαλάνε γρήγορα αν δουλεύουν πάνω από τους ατμούς.

Σερβίρεται με σαλάτα ρόκα και τσίπουρο με γλυκάνισο.

Καλή πιτυχία και καλή όρεξη!


Υγ. 1. Στην τελευταία απόπειρα πρόσθεσα και πέντε έξι ντοματάκια βελανίδι κομμένα στη μέση. Δεν το προτείνω όμως και δεν θα τα ξαναβάλω ούτε εγώ, γιατί εκτός από ομορφιά, δεν προσθέτουν κάτι γευστικά κι ίσως και να αδυνατίζουν τη συνολική γεύση.
  2. Πιθανόν θα περισσέψει φαγητό, αν είμαστε σχετικά λιτοδίαιτοι. Το περίσσευμα ή το βάζουμε στο ψυγείο, αν πρόκειται να το φάμε την επόμενη μέρα, ή το δίνουμε σε κάποισν που θα χαιρόταν πολύ μ' ένα πιάτο ωραίο φαγητό!




Μαγειρική: Η κοσμική ασκητική της αγάπης




Η μαγειρική αποτελεί την εφαρμοσμένη ποιητική διάθεση του ανθρώπου μέσα στην καθημερινότητα. Είναι η γευστική έκφραση της ψυχής και του νου του. Φορέας παραδόσεων και συλλογικής μνήμης, αλλά και κράμα αλληλοεπιρροών με ξένες παραδόσεις, η μαγειρική είναι ένας σιωπηλός καθημερινός διάλογος του εγώ με τα υλικά, αλλά παράλληλα κι ένας διάλογος του εγω με τον άλλο, που αν δεν εμπίπτει στα υπαρξιακά ζητήματα, ωστόσο τα στηρίζει και τα υποστηρίζει με τρόπο αδιόρατο, πλην όμως καίριο. 
Η μαγειρική ικανότητα αποτελεί ένα τάλαντο και συνάμα μια καρδιακή πρόθεση προσφροάς και αγάπης προς τον πλησίον. Σπάνια κάποιος μαγειρεύει για τον εαυτό του κάτι στο οποίο να ενσταλάζει όλο το μεράκι και το κέφι του, όπως αν μαγειρεύει για τους άλλους. Και ακόμη απανιότερα μπορεί να μαγειρεύει κάποιος πολύ καλά, αν δεν έχει προγευθεί κατά την παιδική του ηλικία υψηλής ποιότητας γεύσεις που καθορίζουν τη γευστική του μνήμη. 
Η παιδική γευστική μνήμη διαμορφώνει ένα "μαγειρικό ένστικτο" που όσο κι αν καταχωνιαστεί, μεγαλώνοντας μπορείς να το ανακαλέσεις σαν ένα λησμονημένο νανούρισμα, να το καλλιεργήσεις σαν ένα φυτό που αφού αναπτύχθηκε αποζητά μεγαλύτερη γλάστρα, και μαγειρεύοντας, διαβάζοντας, αλλά κυρίως κάνοντας πειραματισμούς, να το εξελίξεις. Έτσι φτάνεις κάποτε στο σημείο να σε οδηγούν οι μυρωδιές που σε ανάθρεψαν, ξεπηδούν από μέσα σου εικόνες λησμονημένες της μητέρας σου στην κουζίνα, το χέρι σου γνωρίζει τόσο ασυνείδητα τις δοσολογίες όσο τα δάχτυλά του. 
Η αγάπη προς τη μαγειρική είναι συνήθως κληρονομική, όχι βέβαια με την γονιδιακή έννοια του όρου, αλλά με την έννοια της στοργικής και δοτικής μητέρας που στηρίζοντας με τα φαγητά της όλες τις στιγμές της ανήλικης ζωής μας, μάς κληρονόμησε, ως παράδειγμα, αυτή την ολοζώνανη πρακτική της αγάπης. Η μαγειρική αποτελεί την καθημερινή έμπρακτη αγάπη προς τους δικούς μας, αλλά και τους άλλους, φίλους ή ξένους. 

Η ελληνική κοινωνία δομήθηκε γύρω από το κοινό τραπέζι που αποτέλεσε τον ακρογωνιαίο λίθο της οικογένειας και μέχρι σήμερα ακόμη ανθίσταται σε μεγάλο βαθμό, σε σχέση με άλλες κοινωνίες, στην εύκολη επιλογή του έτοιμου και αγορασμένου φαγητού, αλλά και στην κατά μόνας διατροφική διεκπεραίωση. 
Δεν είναι τυχαίο ότι σε πολλές οικογένειες, σχεδόν όλα συμβαίνουν στο τραπέζι της κουζίνας. Εκεί, μικροί και μεγάλοι, όχι μόνον τρώνε, αλλα διαβάζουν, παίζουν, ζωγραφίζουν, πίνουν τον καφέ τους, εναποθέτουν τους λογαριασμούς, τα βιβλία ή τους δίσκους, τα κάθε λογής σημειώματα, τους τηλεφωνικούς καταλολόγους, εκεί πολλές φορές βρίσκεται και το εικονοστάσι. 
Το κοινό τραπέζι αποτελεί τον πιο στέρεο πυρήνα της οικογένειας. Οι μυρωδιές, τα αρώματα, οι καπνοί, η ανεβασμένη θερμοκρασία, τα χρώματα των υλικών, όλα δημιουργούν μια θαλπωρή στους ανθρώπους που καθώς βρίσκονται εκεί συναγμένοι και ευχαριστιούνται ένα φαγητό, ή το προσδοκούν ανυπόμονα,  ξεκλειδώνονται κι αρχίζουν να μιλούν, να γελούν, να συζητούν ή και να τσακώνονται. Το τραπέζι της κουζίνας είναι ένα ολοζώντανο πεδίο, όπου τα μέλη της οικογένειας συνυπάρχουν δυναμικά χτίζοντας τη σχέση τους. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως το καλομαγειρεμένο και νόστιμο φαγητό μπορεί να λειτουργήσει καταλυτικά σ' αυτή τη σχέση. Είναι σε θέση να μαλακώσει τις καρδιές, να απαλύνει τις αντιθέσεις, να κάνει το πικραμένο χείλι να χαμογελάσει, να ενώσει τους μαλωμένους και να εξομαλύνει ακόμα και πολύ δύσκολες καταστάσεις. Ακόμα κι αν φύγουμε από το οικογενειακό περιβάλον και πάμε σε χώρους όπου οι άνθρωποι είναι αναγκασμένοι να συμβιώνουν για πολύ καιρό, ο καλός μάγειρας αποτελεί ένα σταθερό συνδετικό κρίκο της ομάδας. Από τα ποντοπόρα πλοία μέχρι τα μοναστήρια, ο μάγειρας είναι ο καταλύτης των σχέσεων της ομάδας. Μπορεί να την ενώσει ή να τη διαλύσει.
Η χαρά που προσφέρει ένα ωραίο φαγητό είναι μια χαρά που προσφέρεται απλόχερα και γενναιόδωρα και μπορείς να της αντισταθείς όσο μπορείς να αντισταθείς και στο χάδι του ήλιου. Εάν δε, το νόστιμο φαγητό συνοδεύεται και από ένα καλό κρασί, τότε η ευφροσύνη κατακλύζει όλους τους συνδαιτημόνες. Άνθρωποι που δεν τρώνε καλά, γίνονται πολλές φορές γκρινιάρηδες, εριστικοί ή μίζεροι. Όσοι πεινούν, μπορεί να γίνουν πολύ ευκολότερα επιθετικοί από τους χορτασμένους. 
Ακόμα και τον Θεό, τον τρώμε. Η Θεία Ευχαριστία αποτελεί το κέντρο της λατρείας μας. Το ψωμί και το κρασί μετουσιώνονται σε Σώμα και Αίμα του Κυρίου μας που θα στηρίξουν το σώμα μας και την ψυχή μας. Το Κοινωνικό της Προηγιασμένης Θείας Λειτουργίας, μάς προτρέπει: "Γεύσασθε και ίδετε ότι Χριστός ο Κύριος".


Πότε, όμως, είναι ωραίο κι επιτυχημένο ένα φαγητό; Κατά τη γνωμη μου, είναι με τρόπο ανάλογο μ' αυτόν κατά τον οποίο είναι ωραίο κι επιτυχημένο ένα ποίημα. Τα βασικά του χαρακτηριστικά είναι, η κατασκευή του να διέπεται από ειλικρινή πρόσθεση χωρίς διάθεση επίδειξης, να έχει λιτότητα στη χρήση των υλικών, έμπνευση, μέτρο, αρμονία και ισορροπία, αίσθηση του ρυθμού, καθώς και της θερμοκραασίας της φωτιάς, αλλά και άρτια εικόνα της παρουσίασής του στο πιάτο. Αυτό που στην ποίηση καλείται ποιητική φόρμα, στη μαγειρική είναι το πιάτο που επιλέγουμε και ο τρόπος με τον οποίο καταλαμβάνει το φαγηρό θέση σ' αυτό. Τα δυσκολότερα φαγητά είναι και τα απλούστερα, όπως τα χάι κου στην ποίηση.






Το κείμενο αποτελεί πρόλογο για το νέο λινκ του μπλογκ με συνταγές που θα επακολουθήσουν. 
Η πρώτη θα είναι: κριθαρότο με γαρίδες.