Labels

Showing posts with label Δοκίμιο. Show all posts
Showing posts with label Δοκίμιο. Show all posts

Wednesday, June 15, 2022

Να ζει κανείς ή να δείχνει πως ζει;


Κάποτε, χρόνια πριν, βρέθηκα στο μουσείο Πικάσο του Παρισιού παρέα μ' έναν ηλικιωμένο φίλο φωτογράφο να δω μια έκθεση με προσχέδια του ζωγράφου. Μπαίνοντας στον χώρο της έκθεσης έβγαλα σχεδόν αυτόματα τη φωτογραφική μου μηχανή να φωτογραφίσω κάποια έργα. Ο έμπειρος και σοφός φίλος, μου έπιασε τότε το χέρι και μου είπε αυστηρά: 

πρώτα θα τα δεις όλα κι αφού τα ζήσεις θα αποφασίσεις τι θέλεις να φωτογραφίσεις. Τον υπάκουσα θέλοντας και μη και στο τέλος νομίζω πως δεν φωτογράφισα τίποτα. Όχι επειδή δεν τα έζησα αλλά αντιθέτως, επειδή είχαν όλα καταχωρηθεί στη φωτοθήκη της καρδιάς μου...

Μετά από τόσα χρόνια και την τεχνολογική επανάσταση που σφράγισε την εποχή μας και μας οδηγεί εκεί που θέλει -άραγε πού- πριν προλάβουμε να την κατανοήσουμε, να αναρωτηθούμε, να σκεφτούμε και να αποφασίσουμε πώς θέλουμε να τη χρησιμοποιήσουμε εμείς οι ίδιοι για το καλό μας, βρεθήκαμε να μοιραζόμαστε με μυριάδες άγνωστους στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αναρίθμητες εικόνες και βίντεο σαν φτηνά κηδειόχαρτα της ζωής που δε ζούμε.
Για να υπάρξει ένα γεγονός της ζωής μας θεωρούμε πως πρέπει να δημοσιευτεί. Διαφορετικά δεν υπάρχει. Για να πείσουμε το παιδί μας πως το αγαπούμε, πρέπει να του ευχηθούμε δημοσίως χρόνια πολλά. Για να να επιβεβαιωθεί ο ανθεκτικός γάμος μας οφείλουμε να ανεβάσουμε φωτογραφίες της επετείου μας κλπ.
Ο νευρωτικός αυτός καταπέλτης της δημοσιοποίησης των προσωπικών στιγμών μας -που έτσι βέβαια παύουν να είναι προσωπικές- δε σταματά όμως εκεί. Διότι πλέον, δημοσιοποιώ σημαίνει υπάρχω κι αν δεν δημοσιοποιώ είμαι ανύπαρκτος -κι εγώ και η ζωή μου. Τη χαρά όμως του να είσαι ανύπαρκτος την έχουν μόνο οι ταπεινοί...
Πόσα βίντεο με επιταφίους από εκκλησίες και μοναστήρια πέρασαν από τις οθόνες μας στην περίοδο του Πάσχα για να πειστούμε πρώτα οι ίδιοι πως ήμασταν κι εμείς εκεί και μετά να πείσουμε και τους άλλους -χωρίς να μας το ζητήσει κανείς; Πόσες κάμερες τρύπωσαν ακόμη και σ' αυτά τα Άγια των Αγίων για να αποτυπωθεί ο ιερέας κρατώντας το δισκοπότηρο και να πιστέψει πως είναι ένας καλός ιερέας κι αυτό που ζει είναι πράγματι μυστήριο; Ας μη σπαταλήσουμε όμως άλλες λέξεις για άλλα παραδείγματα...
Είναι σαφές, θαρρώ, πως μοιραζόμαστε ό,τι δεν ζούμε με όλους όσους αρνούνται να ζήσουν. Η ζωή μας όμως όχι μόνο δεν επιβεβαιώνει έτσι την ύπαρξή της αλλά αντίθετα, ευτελίζεται όσο την σκορπούμε αδιακρίτως και φτηναίνει σαν φεϊβολάν διαφημιστικής εταιρείας που μοιράζονται δωρεάν ακριβώς επειδή δεν αξίζουν τίποτα...

Τι εννοούσε άραγε ο Γιώργος Χειμωνάς όταν έγραφε:
"Κανείς να μη μάθει πώς ζήσαμε, 
κανείς να μην ξέρει από πού ερχόμαστε
και, προπαντός,
κανείς να μη μάθει ποτέ πώς πεθάναμε". 
  

Tuesday, December 29, 2020

Φτου, ξελευθερία!

 Ξημέρωσε Τρίτη 29 του Δεκέμβρη

Είμαστε καιρό τώρα σε κατ’ οίκον εγκλεισμό που όμως ανοίγει τα τρίσβαθα της καρδιάς μας και τα θωρούμε έκπληκτοι κι ανήμποροι. Με κλειστές τις αγορές συνειδητοποιούμε σιγά σιγά πόση ζωή σπαταλήσαμε σε λάθος επενδύσεις.

Κλειστές όμως καιρό τώρα και οι εκκλησιές μας. Νηστεεύουμε από την συνήθειά μας, την υποκρισία μας, την επίδειξή μας. Νηστεύουμε από τον ευσεβισμό, τη δημόσια επιβεβαίωση της πίστης μας, την κοινωνική καταξίωση του θρησκεύματός μας. Νηστεύουμε και από τον ίδιο τον Χριστό που οι υπερήφανοι πιστέψαμε πως εμείς πηγαίνουμε σ’ Αυτόν, λησμονώντας πως αν Εκείνος δεν έρθει σ’ εμάς, μάταια κοπιάσζουμε.

Και τώρα επιτέλους, ο Χριστός και οι Άγιοί Του ελευθερώθηκαν από τα δεσμά που εμείς οι ίδιοι τους φορέσαμε. Και κατέβηκαν από τις εικόνες και βγήκαν από τους τέσσερις τοίχους που τους κλείσαμε για να τους προσκυνούμε σαν είδωλα και μάγους. Και πήραν τους δρόμους όλοι αυτοί που πάντα στους δρόμους γύριζαν. Και στάθηκαν έξω απ’ τα σπίτια μας και έκρουσαν την πέτρινη πόρτα της καρδιάς μας. Κι όσοι τους άνοιξαν μεταμόρφωσαν τα σπίτια τους σε κοινόβια μοναστήρια και σε σκήτες. Πόσο κοινόβια και σκήτες εγκαινίασε η. Πανδημία, κανείς δεν μπορεί να καταμετρήσει. 

Κι έτσι αρχίσαμε πάλι απ’ την αρχή σαν μαθητές τς πρώτης τάξης του δημοτικού να συλλαβίζουμε τις προσευχές που είχαμε μάθει παπαγαλία και τις λέγαμε χωρίς νόημα, χωρίς θέρμη, χωρίς συντριβή. Και μάθαμε να μιλούμε με τους αγίους όπως θα μιλούσαμε στους φίλους που τώρα δεν μπορούν να μας επισκεφτούν. Και διδαχθήκαμε απ’ αυτούς πώς να γιορτάζουμε το αόρατο πανηγύρι της παρουσίας και της παρέας τους που μας παρηγορεί αφάνταστα περισσότερο από τα νταούλια και τα βιολιά των παλιών λαϊκών πανηγυριών μας. 

Και ο Χριστός βρίσκοντας γκρεμισμένη την πέτρινη πόρτα μας, στάθηκε δειλά στο κατώφλι σαν ξένος και φτωχός συγγενής μας ξεχασμένος από καιρό, περιμένοντας να τον αναγνωρίσουμε, να τον θυμηθούμε, να ανατρέξουμε στο γενεολογικό μας δέντρο για να τον ανακαλύψουμε στις ρίζες του σαν θαμμένο θησαυρό αραχνιασμένο κι εφτασφραγιστο. Κι εμείς σκύβουμε και ψάχνουμε. Σκύβουμε και σκαλίζουμε τις ρίζες μας. Σκύβουμε κι όλο σκύβουμε και σκύβουμε. Κι όσο σκύβουμε τόσο ξυπνούν οι αρχέγονες μνήμες μας και ταράζονται τα θεμέλια της ύπαρξής μας κι οι τεκτονικές πλάκες της βεβαιότητας, της σκληρότητας, της λησμονιάς θρυματίζονται. Πνιγόμαστε στη σκόνη των λαθών και των αποτυχιών μας. Των αναρίθμητων παρεξηγήσεων που κάναμε για έναν Θεό που κι εμείς σαν τους πλανεμένους σταυρωτές Του τον περιμέναμε σαν βασιλιά, ενώ ήρθε σαν βρέφος θεόφτωχο και παντέρμο σ’ ένα βρωμερό και τρισαθλιο στάβλο. Μα τώρα που είμαστε θεόφτωχοι και παντέρμοι κι εμείς, αναγνωρίζουμε τον Ξένο που στέκει ντροπαλά στο κατώφλι μας. Είναι ένας από μας, κι ένας από μας είναι ο Θεός μας. 

Πέρασε στο φτωχικό μας, Κύριε. Δεν έχουμε τίποτα να σε φιλέψουμε. Δεν έχουμε πουθενά να σε βάλουμε να καθίσεις. Μια καρδιά από άχυρα καμμένα μόνο έχουμε για να σε δεχθεί και δυο στάλες αίμα για να σε δροσίσουμε. Πέρασε μέσα στη σκόνη μας και στα ερείπιά μας, Κύριε. Αν θέλεις ξαναχτίσε μας απ’ την αρχή. Αν δε θέλεις άφησέ μας γκρεμισμένους. Αλλά μη στέκεσαι άλλο στο κρύο και στη λησμονιά. Πέρασε μέσα, Κύριε, και μείνε κοντά μας. Μόνο Εσύ επιτρέπεται σήμερα να περάσεις κι εμείς μόνο Εσένα θέλουμε. Σπλάχνο των σπλάχνων μας, μη μας αρνηθείς.



Friday, December 25, 2020

Χρόνια πολλά και να μας ζήσει!

 Νύχτα παγερή, απειλητική και αδύναμη. Ανήμπορη να διακόψει το θαύμα που σαν πάμφωτο βέλος τη διαπερνά και την κόβει στα δυο. Κι όταν η νύχτα κόβεται στα δυο, παύει να είναι νύχτα. Η γέννα μας ολοκληρώθηκε. Η οδύνη του τοκετού μας έσβησε. Εξαντλημένος ο πόνος αποκοιμήθηκε στης κλίνης μας την άκρη για να ξυπνήσει χρόνια αργότερα.

Το νεογέννητο βρέφος ανοίγει για πρώτη φορά τα αθώα του μάτια στον κόσμο και μας θωρεί. Δεν μπορεί να μιλήσει. Είναι πολύ νωρίς ακόμα για λόγια. Δεν μπορεί να τρέξει για να βρει τροφή μακριά μας. Είναι τόσο νωρίς ακόμη και για να μπουσουλήσει. Ανοίγει τα μικρά του χέρια και τα απλώνει στο πρόσωπό μας. Οι μικρές χορευτικές κινήσεις των δαχτύλων του μοιάζει να χαϊδεύουν το αόρατο που για εκείνο είναι ορατό. Ανοίγει το μωρό μας το στόμα του, πλαταγίζει τα μικρά του χείλη του πάλι και πάλι. Το νεογέννητο πεινά. Αλλά δεν κλαίει, δεν παραπονείται, δεν απαιτεί. Μόνο ανοιγοκλείνει τα απορημένα του μάτια για να το προσέξουμε και τα χείλη του τα ανοιγοκλείνει να ακούσουμε το ελαφρύ σαν θρόισμα φύλλων πλατάγισμα. Αν κοιτάζουμε αλλού, δε θα το αντιληφθούμε. Αν παίζουν εκκωφαντικές μουσικές τα όργανα της μπάντας δε θα πάρουμε είδηση το θρόισμα των μικρών χειλιών του. Αν βγούμε απ’ τη φάτνη να θαυμάσουμε τα λαμπιόνια των δρόμων ούτε που θα πάρουμε είδηση πως το βρέφος που εμείς οι ίδιοι φέραμε στη ζωή, πεινάει. Και η αλήθεια είναι πως πεινάει πολύ. Και το μόνο που ζητά από μας είναι το γάλα που η κυοφορία του μας χάρισε. Αν του το αρνηθούμε, θα πετρώσει το στήθος μας, κι αν πετρώσει το στήθος μας, θα πετρώσει και το σώμα μας ολάκερο, μα κι η καρδιά μας. Θα μαρμαρώσουμε και θα γίνουμε αγάλματα που κανένα μαγικό ραβδί δε θα μπορέσει ποτέ να μας λύσει απ’ τα μάγια. Μα ποιος ο λόγος να αρνηθούμε στο παιδί μας το γάλα; Εμείς δεν το φέραμε στη ζωή και δεν έκοψε αυτό για χάρη μας τη νύχτα στα δυο; Το μόνο που μπορούμε οι ανήμποροι είναι να το πάρουμε αγκαλιά στοργικά, να το βυζάξουμε ήσυχα και ταπεινά κι ύστερα να του ψελλίσουμε ένα νανούρισμα γλυκό σαν μέλι για να κοιμηθεί.

Όταν θα ξυπνήσουμε, θα έχει πια ξημερώσει. Και τότε η κρύα νύχτα θα έχει μείνει πίσω μας. Πολύ μακριά απ’ τη χαρά μας, πιο μακριά απ’ το γάλα μας, κι ακόμη μακρύτερα από το φως της μητρότητας. Τώρα έχουμε να θρέψουμε το μωρό μας. Τίποτα άλλο δεν έχει μεγαλύτερη σημασία. Καμιά άλλη προτεραιότητα δεν υπάρχει. Να φροντίσουμε να μεγαλώσει το παιδί μας σαν όλα τα παιδιά. Να παίξει, να μάθει γράμματα, να τρέξει στους κήπους μέχρι να γίνει άντρας σωστός. Κι άμα γίνει άντρας σωστός και τον φθονήσει ο κόσμος, όπως κάνει σε κάθε σωστό άντρα, ο κόσμος θα τον κυνηγήσει και θα τον σταυρώσει και μέχρι τον Άδη θα τον στείλει. Το ξέρουμε δα. Στον Άδη τον αδηφάγο και αχόρταγο, όπως έστειλε τον Ηρακλή και τον Οδυσσέα.

Και τότε η ρομφαία του θανάτου του μονάκριβου γιου μας θα μας τρυπήσει τα σπλάχνα και θα λιώσουμε απ’ τη συμφορά. Θα ικετέψουμε να ανοίξει η γη να μας καταπιεί. Θα πέσουμε στα γόνατα για να μας πάρει μαζί του ο σκληροτράχηλος Χάρος, γιατί τι να την κάνουμε τη ζωή μας χωρίς τον μονάκριβο που με το ίδιο μας το γάλα θρέψαμε; Τρεις μέρες, τρία χρόνια, τρεις αιώνες θα μείνουμε απαρηγόρητοι να θρηνούμε τον χαμό του. Αλλά ο μονάκριβος που αναστήσαμε με το γάλα μας θα μας εκπλήξει γιατί αυτός δεν ήταν σαν τους άλλους. Ήταν βέβαια άντρας σωστός, αλλά και σωστός Θεός ήταν. Θα σπάσει τις ανίκητες αλυσίδες του Άδη και θα ξεγελάσει την Κυκλώπεια δύναμη του Χάρου. Και θα ’ναι πάλι μια νύχτα σαν και τούτη κρύα, απειλητική, μα και ανήμπορη. Θα αναστηθεί ο καλογιός μας και θα βγει ίδιος φως ασυγκράτητο για να μας επιστρέψει το δώρο που του κάναμε όταν γεννήθηκε. Κι ενώ θα στάζουν ακόμα αίμα οι πληγές του στο χώμα, για να μη χάσουμε το δρόμο όσοι τον γυρέψουμε, θα έρθει να μας βρει αναστημένος. Θα έρθει, είναι βέβαιο. Γιατί θέλει να μας γεννήσει με τη σειρά του αλλά αυτή τη φορά με γέννα αθάνατη και μυρωδάτη. Θα αναστηθεί για να μας θρέψει με το θεϊκό του γάλα κι ύστερα να μας νανουρίσει με το μέλι της αγάπης του μέχρι να γίνουμε άνθρωποι σωστοί και μικροί θεοί.

Μα μέχρι τότε έχουμε καιρό. Τώρα είναι ώρα να δώσουμε το δικό μας γάλα στο Θείο βρέφος που μόλις αποκτήσαμε. Κι ύστερα ψιθυριστά ψιθυριστά να το νανουρίσουμε στην αγκαλιά μας...

Χρόνια πολλά και να μας ζήσει!

Tuesday, August 25, 2020

Όταν ο κλόουν παύει να είναι ο κλόουν

 


Ας υποθέσουμε πως ο δημοφιλέστερος καλλιτέχνης ενός τσίρκου είναι ένας συγκεκριμένος κλόουν. Το κοινό είναι ξετρελαμένο μαζί του, τον επευφημεί, τον ακολουθεί και τον καταχειροκροά. Κανείς δεν είναι σαν κι αυτόν. Κανείς δεν κάνει το κοινό να ξεκορδίζεται τόσο στα γέλια. Δικαιούται ποτέ αυτός ο κλόουν να περιμένει πως αν εμφανιστεί οπουδήποτε χωρίς τη στολή του, τα υπερμεγέθη στρογγυλεμένα του παπούτσια, τα βαμμένα κόκκινα μαλλιά και την αστεία στρογγυλή του μύτη ότι οι οπαδοί του θα τον αναγνωρίσουν και θα γελάσουν ακόμα και με τα ίδια αστεία που έκανε πριν; Μπορεί να ελπίσει ότι θα συνεχίσουν να τον ακολουθούν και να τον πιστεύουν, όταν ο ίδιος έχει αρνηθεί τον ρόλο του, έχει πετάξει τη στολή του και έπαψε να εμφανίζεται πλέον στο τσίρκο, αλλά τριγυρνά στις πλατείες και τα πάρκα με το κουστουμάκι του; Δεν είναι βέβαια ο κλόουν που ξέραμε, κι αφού δεν είναι, πώς θέλει να έχει ακόμα το κοινό του και την αναγνώριση που αυτό κάποτε του χάριζε; Θα τον περάσουν για τρελό και στην καλύτερη περίπτωση θα τον προσπεράσουν.

Κάθε άνθρωπος, όπως και ο κλόουν μας, έχει κάθε δικαίωμα να αλλάξει ζωή, ιδιότητα και επάγγελμα, αν έτσι νομίζει. Αν όμως στη ζωή που αφήνει πίσω του τον εμπιστεύτηκε ένα πλήθος ανθρώπων, όχι μόνο δεν μπορεί να περιμένει πως το πλήθος θα συνεχίσει να τον ακολουθεί, αλλά αν δεν αποχχωρήσει σιωπηλά, μάλλον του οφείλει καταρχάς ένα συγνώμη που δεν κατάφερε να είναι μαζί του συνεπής στις υποσχέσεις του μέχρι το τέλος. Η παροιμία το λέει καθαρά: δεν μπορείς να έχεις και τον σκύλο χορτάτο και την πίτα ολόκληρη.

Συνταγές επιτυχίας δεν υπάρχουν. Κάθε άνθρωπος που επιτυχαίνει, πράγμα που φαίνεται μόνο αφότου πεθάνει, έχει μια διαδρομή με ξεχωριστά και ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που δύσκολα ομαδοποιούνται. 

Συνταγές αποτυχίας όμως υπάρχουν και τα χαρακτηριστικά της ομοαδοποιούνται σχετικά εύκολα γιατί διακρίνονται σε όλους τους αποτυχημένους. Η ασυνέπεια, είναι ένα. Η ελαφρότητα, άλλο. Η υπεροψία, ένα τρίτο. Η ευκολία, η βιασύνη, ο διδακτισμός, τα συναισθηματικά τσιτάτα, η αυτοπροβολή και πάει λέγοντας... 

Και όταν μιλώ για επιτυχία εννοώ το να παραμείνεις ως το τέλος της ζωής σου τόσο αυστηρός με τον εαυτό σου και τον δρόμο που διάλεξες που καμιά αναγνώριση από τους άλλους, κανένα εμπόδιο, καμιά στροφή του δρόμου και κανένα αδιέξοδο, να μην καταφέρει να σε οδηγήσει στο να προδώσεις τον εαυτό σου, τον δρόμο του και όσους σε ακολούθησαν. Αυτοί που έφτασαν στο τέλος του δρόμου και στην κορυφή του βουνού ήταν οι ήρωες και οι άγιοι και γι’ αυτό και τους τιμούμε, τους μνημονεύουμε και τους επικαλούμαστε. 

Σαν πολύ δεν επαινέσαμε, δεν θαυμάσαμε και δεν κανακέψαμε τα πάθη μας; 

Καμιά φορά, όταν κουρασμένοι αποκάμουμε στη μέση του δρόμου, μπορούμε πολύ απλά να ομολογήσουμε, αδέρφια τα σκατώσαμε...



Monday, April 6, 2020

Φέτος, το πιο ωραίο Πάσχα - Γεώργιος Σπυρίδων Μάμαλος




Δεν χρειάζεται κάποιος, ακούγοντας τους καθ’ ύλην αρμόδιους, να είναι και πολύ προσεκτικός για να καταλάβει ότι εφέτος δεν θα γιορτάσουμε Πάσχα με τον παραδοσιακό τρόπο. Αυτό που λένε πατροπαράδοτο Πάσχα.
Εκείνο το «δύσκολοι μήνες μας περιμένουν» ήρθε και καρφώθηκε στο μυαλό μου, παρασέρνοντας με τη μια όλα τα σχέδια για τον παραδοσιακό εορτασμό του Πάσχα.

Φέτος, δεν θα γιορτάσουμε το παραδοσιακό ελληνικό Πάσχα φεύγοντας κατά χιλιάδες από τις πόλεις στα χωριά της υπαίθρου και τα νησιά. Φέτος, δεν θα συνωστιστούμε σε λιμάνια, διόδια, γκισέ αεροδρομίων για να οδηγηθούμε στον ποθητό προορισμό μας.
Φέτος, δεν θα έχουμε το παραδοσιακό μποτιλιάρισμα χιλιομέτρων στις εθνικές οδούς, βρίζοντας μέσα μας ή και έξω μας τον εξυπνάκια που περνάει από τη ΛΕΑ, ενώ εμείς περιμένουμε υπομονετικά στη σειρά μας.
Φέτος, δεν θα έχουμε τους αιματηρούς απολογισμούς της εξόδου του Πάσχα, τροχαία ατυχήματα και συγκρίσεις με το πέρυσι…
Φέτος, θα είναι έρημοι οι δημοφιλείς προορισμοί του Πάσχα.
Ζάκυνθος, Μύκονος, Πάρος, Ζαγοροχώρια.
Φέτος, θα είναι έρημα τα καντούνια της Κέρκυρας στα οποία συνωστίζονταν, μέχρις ασφυξίας τα τελευταία χρόνια, χιλιάδες θαυμαστές του κερκυραϊκού Πάσχα για να δουν και να καταλάβουν γιατί είναι επιτέλους τόσο ονομαστό το Πάσχα της, με αποκορύφωμα το σπάσιμο των μπότιδων σε σχεδόν απευθείας μετάδοση.
Φέτος, δεν θα στοιβαχτούμε στα τσιπουράδικα τη Μεγάλη Παρασκευή για να γιορτάσουμε με την παρέα μας τη φυγή από την πόλη και το σμίξιμο με συγγενείς και φίλους που είχαμε να δούμε από πέρυσι τον Σεπτέμβριο, μιας και για τη γιορτή του χειμώνα, εκείνη με τα ωραία δέντρα και τα λαμπάκια που στολίζουμε σε δρόμους, πλατείες, σπίτια, τηλεοπτικά στούντιο για έναν και πλέον μήνα, είναι πιο ωραία να είσαι στην πόλη, να τη γιορτάζεις στα θέατρα και στις μεγάλες πίστες.
Έτσι γιορτάζεται παραδοσιακά τα τελευταία χρόνια η γιορτή του χειμώνα, στα τέλη Δεκεμβρίου θαρρώ πέφτει… Φέτος, δεν θα γκρινιάξουμε καν γιατί το ξενοδοχείο ή το airbnb δεν ήταν αυτό που
φαινόταν στην ιστοσελίδα και τώρα που το είδαμε από κοντά έχουμε εκνευριστεί.
Φέτος, δεν θα πάμε ούτε στην Εκκλησία. Έτσι για το καλό. Δεν θα ρωτήσουμε τι ώρα κοινωνάνε Μεγάλη Πέμπτη ή Μεγάλο Σάββατο… Δεν θα ξυπνήσουνε χαλώντας τον ύπνο μας για να πάμε στην Εκκλησία να προλάβουμε να σταθούμε στην ουρά να κοινωνήσουμε, για το καλό πάντα…
Φέτος, δεν θα ξαναπεράσουμε από την Εκκλησία Μεγάλη Πέμπτη βράδυ για να ακούσουμε κάνα δύο ευαγγέλια και μετά το πέμπτο να την κάνουμε γιατί έχουμε κλείσει και τραπέζι με παραδοσιακά νηστίσιμα σε μια καλή ταβέρνα στα «γαριδάδικα», «αλλά πολύς κόσμος, ρε φίλε, καρφίτσα δεν έπεφτε στα ‘’γαριδάδικα’’»
… Φέτος, δεν θα πάμε για καφέ τη Μεγάλη Παρασκευή στα καφενεία, που αν είναι και λιακάδα είναι τέλεια. Εκεί αραχτοί, αν πιάσουμε και καλό τραπέζι, μπορεί να ξεμείνουμε μέχρι αργά να δούμε να περνάει και κανένας επιτάφιος. «Έτσι για το καλό μωρέ».
Φέτος, δεν θα προβληματιστούμε να εξηγήσουμε στο παιδί γιατί στα καλά καθούμενα πρέπει να πάμε και από την Εκκλησία και τι να πούμε γι’ Αυτόν, τον Άγνωστο, στο παιδί, που είναι στο σταυρό καρφωμένος.
Και το βράδυ του Μεγάλου Σαββάτου δεν θα γκρινιάζουμε για την ώρα που θα φάμε την πατροπαράδοτη μαγειρίτσα, πριν ή μετά την Ανάσταση, γιατί έχουμε και να βγούμε στα κλαμπ. Φέτος, δεν θα συρρεύσουμε οι πιστοί κατά χιλιάδες για να εορτάσουμε την Ανάσταση του Θεανθρώπου πέντε λεπτά πριν από το «Χριστός Ανέστη» για να φύγουμε αμέσως μετά, «γιατί έχω παρκάρει άσχημα και έχω κλείσει και κάποιον…». Φέτος, δεν έχει φιλί της αγάπης…
Φέτος, δεν θα ξεχυθούμε στα μαγαζιά για τα πασχαλινά μας ψώνια. Φέτος, δεν θα μπούμε στις μπουτίκ να δούμε τι είναι της μόδας την άνοιξη.
Φέτος, δεν θα ψάξουμε για λαμπάδα νίντζα, λαμπάδα μπάρμπι, λαμπάδα πόκεμον για τα βαφτιστήρια μας. Φέτος, δεν θα πάμε στην αγορά Μέγα Σάββατο πρωί για τα ψώνια μπας και έχουν πέσει οι τιμές.
Φέτος, δεν θα μπορούμε να καλέσουμε για το αρνί τους συγγενείς που έχουμε να δούμε από πέρυσι και τους φίλους που έχουμε να τηλεφωνήσουμε καιρό, «γιατί χαθήκαμε, ρε παιδί μου» και δεν προλαβαίναμε, να γιορτάσουμε όλοι μαζί στην αυλή, στον κήπο, στα μπαλκόνια, ακόμα και στα πεζοδρόμια τη γιορτή της άνοιξης και την έλευση της νέας σεζόν.
Φέτος, τι να πούμε και γι’ αυτήν την τελευταία, πόσοι Γάλλοι, Ιταλοί ή Άγγλοι έχουν κάνει booking; ή αν η αγορά της Κίνας πάει καλά;… Θα δείξουμε κατανόηση, έχουν και αυτοί τα προβλήματά τους.
Φέτος, εμείς που νηστέψαμε και προετοιμαστήκαμε και ως «βουλόμενοι αθλήσαι» απαντήσαμε καταφατικά στην πρόσκληση και μπήκαμε στο «στάδιο των αρετών» όταν εκείνο «ηνέωκται», εμείς που διασχίσαμε το στάδιο των εφτά εβδομάδων, δεν είμαστε σε καλύτερη μοίρα.
Φέτος, δεν θα ακούσουμε τους γλυκασμούς των αγγέλων από τα χείλη καλλικέλαδων ψαλτών. Δεν θα κρατήσουμε θριαμβευτικά «τα Βάια των Φοινίκων». Δεν θα σκύψουμε τον αυχένα όταν ο Νυμφίος θα «αναβαίνει εις Ιεροσόλυμα ίνα συσταυρωθώμεν».
Φέτος, δεν θα κουνήσουμε το κεφάλι ακούγοντας τα «Ουαί» της Μεγάλης Δευτέρας. Φέτος, η Μεγάλη Τρίτη θα στερέψει από «τας πηγάς των δακρύων» της Κασσιανής μοναχής.
Φέτος, τα κεριά του Ευχελαίου δεν θα ανάψουν και οι «ωραίοι πόδες» των μαθητών θα μείνουν άνιφτοι τη Μεγάλη Τετάρτη.
Φέτος, δεν θα νιώσουμε το ρίγος της συγκίνησης όταν «ο των Αγγέλων Βασιλεύς» θα παρακαλεί τον Ουράνιο Πατέρα: «ει δυνατόν εστι παρελθέτω απ’ εμού το ποτήριον τούτο».
Φέτος, θα γευθούμε μέχρι τελευταίας σταγόνας την πικρή απουσία του θριάμβου της ελληνικής γλώσσας κατά τους «Μακαρισμούς» και την ανατριχιαστικά ρεαλιστική περιγραφή του Πάθους κατά τους «Αίνους» της Μεγάλης Πέμπτης. Φέτος, δεν θα νιώσουμε την ταπείνωση κατά τις Μεγάλες και Βασιλικές Ώρες μην ακούοντας το «…ημάρτομεν γαρ και ηνομήσαμεν και ουκ εσμεν άξιοι άραι τα όμματα ημών και βλέψαι εις το ύψος του ουρανού διότι κατελίπομεν την οδόν της δικαιοσύνης σου και επορεύθημεν εν τοις θελήμασι των καρδιών ημών…», και δεν θα αναρωτηθούμε «ποίες χερσί» να προσψαύσουμε το ακήρατο Σώμα του Σωτήρος.
Φέτος, θα μείνουμε μακριά από τον θρήνο επί του γλυκού Έαρος και δεν θα «παρηγορήσουμε» τη χαροκαμένη Μάνα όταν η καρδιά της θα διαπερνάται από τη «ρομφαία της θλίψης», την εσπέρα της Μεγάλης Παρασκευής.
Φέτος, δεν θα ακούσουμε τον Άδη να βοά «στένων» για την κατάλυση της εξουσίας του την αυγή του Μεγάλου Σαββάτου ούτε θα γευθούμε τη γλυκύτητα του Σώματος και του Αίματος Εκείνου κατά τη Θεία Κοινωνία.
Φέτος, δεν θα δονηθεί η καρδιά μας όταν ο «τοις ιματίοις εξαστράπτων Άγγελος» θα κάθεται επί του λίθου αναφωνώντας «τι ζητείτε τον Ζώντα μετά των νεκρών, τι θρηνείτε τον άφθαρτον ως εν φθορά;».
Φέτος τα άμφια των διακόνων, των ιερέων και των αρχιερέων θα μείνουν διπλωμένα και δεν θα υπάρξει η ορατή μετάβαση από το μωβ του πένθους, στο χρυσό και λευκό της χαράς.
Φέτος, δεν θα περιπτύξουμε αλλήλους συγχωρώντας «πάντα τη Αναστάσει» ούτε θα αναπαυθούμε εμείς της ενδεκάτης ώρας «ως οι εργασάμενοι από της πρώτης» και θα μείνει χωρίς απάντηση η πρόσκληση «η τράπεζα γέμει, τρυφήσατε πάντες. Ο μόσχος πολύς, μηδείς εξέλθη πεινών». Τουλάχιστον ως προς την ορατή συμμετοχή μας…
Φέτος, συμβαίνει κάτι συγκλονιστικά πρωτόγνωρο και μοναδικό. Σε αυτή την ανεξήγητη μοναδικότητα όλοι βρισκόμαστε ενεοί εμπρός στη ΜΗ συμμετοχική εορτή. Όλοι εκτός νυμφώνος. Εκ του μακρόθεν. Εμείς οι άθεοι, εμείς οι χλιαροί προς τη θρησκεία, εμείς οι φιλακόλουθοι χριστιανοί. Όλοι ίσοι. Όλοι ίδιοι.
Εμείς θα σκεφτούμε: «έτσι επέτρεψε ο Θεός των Πατέρων ημών». Εμείς πάλι θα πούμε: «τι κρίμα, ούτε εκδρομές αυτό το Πάσχα ούτε χαρά για τη γιορτή της άνοιξης». Εμείς οι Ορθόδοξοι. Εμείς οι Καθολικοί. Εμείς οι Διαμαρτυρόμενοι Χριστιανοί. Ακόμα και οι Εβραίοι.
Ακόμα και οι Μουσουλμάνοι. Όλοι εμείς θα γευτούμε την ίδια κενότητα. Ο Θεός των Αβρααμιαίων Θρησκειών «επέτρεψε;» να κλείσουν τα Ιερά και τα Όσιά τους παντού στην οικουμένη. Από τη Μέκκα μέχρι το Ισραήλ.
Από τον Άγιο Πέτρο στη Ρώμη και τον Άγιο Παύλο στο Λονδίνο, μέχρι τον Πατριαρχικό Ναό του Αγίου Γεωργίου στο Φανάρι. Και από το Ναό της Γεννήσεως, από όπου ξεκίνησαν όλα, μέχρι εκείνον της Αναστάσεως, όπου κατέληξαν όλα.
Φέτος, όλοι θα σκεφθούμε. Φέτος, όλοι θα αναρωτηθούμε. Για το οικουμενικό extra omnes -έξω όλοι- από τα ιερά και τα όσια όπου Γης, που βιώνουμε αυτή την πιο ιερή περίοδο του χρόνου.
Στο τέλος, είναι σίγουρο, όλοι θα βρούμε την απάντηση.
Έκαστος κατά την καρδίαν αυτού. Έκαστος κατά το περίσσευμα της αγάπης του. Και θα απολαύσουμε αυτό το όντως ανεπανάληπτα μοναδικό Πάσχα.
Φέτος, το πιο ωραίο Πάσχα…

*Το άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στο Αθηναϊκό – Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων

https://aerapatera.wordpress.com/2020/04/05/φέτος-το-πιο-ωραίο-πάσχα-γεώργιος-σπ/

Tuesday, January 28, 2020

Κατέβα αμέσως από τη συκομοριά!

Εκείνον τον καιρό ο Ιησούς περνούσε από την Ιεριχώ. Το χαμηλότερο σημείο του πλανήτη, διακόσια εξήντα μέτρα κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας, στο οποίο ζουν άνθρωποι εδώ και έντεκα χιλιάδες χρόνια. Βρίσκεται κοντά στη δυτική όχθη του Ιορδάνη. Είναι η παλαιότερη τειχισμένη πόλη. Η πόλη με τα φοινικόδεντρα. Εκεί επέστρεψαν οι Ισραηλίτες μετά την φυγή στην Αίγυπτο ακολουθώντας τον διάδοχο του Μωϋσή, Ιησού του Ναυή σύμφωνα με την παράδοση.
Εκεί φτάνει ο Ιησούς. Περνά τα τείχη, διασχίζει τον τόπο που η θάλασσα υπερβαίνει και τα πλήθη που τον αναμένουν ως βασιλιά και ελευθερωτή από τους άλλους βασιλίδες. Ως υπεράνθρωπο και υπερασπιστή των επιθυμιών τους. Ως κάτι άλλο απ’ αυτό που είναι. 
Εκεί και ο Ζακχαίος, ο αρχιτελώνης και πλούσιος. Αυτός που γνωρίζει καλύτερα απ’ όλους τι θα πει θησαυρός, τι χρυσός, τι πλούτος. Και είναι μικρόσωμος. Πολύ κοντός για να φτάσει να δει ποιος ειναι αυτός που έρχεται και τα πλήθη τρέχουν να προϋπαντήσουν. Κι όσο διψά χρόνια τώρα για τον πλούτο, τόσο κι ακόμα περισσότερο διψά να δει τον πλουσιότερο απ’ τους ανθρώπους, αυτόν που δεν έχει πού την κεφαλή κλίναι. Τρέχει μπροστά, τρυπώνει ανάμεσα στον κόσμο σαν τα παιδιά που τίποτα δεν τα εμποδίζει και είναι ικανά να περάσουν ακόμα και μέσα από την τρύπα της βελόνας. Και βλέπει την συκομορέα. Την ficus sycomorus. Το παράδοξο δέντρο που του μοιάζει. Αυτή είναι μια μουριά που καρπίζει σύκα. Αυτός, ένας πλούσιος που θέλει να περάσει μέσα από την τρύπα της βελόνας. Δεν είναι αυτός σαν τους άλλους πλούσιους, όπως και τα σύκα της μουριάς δεν είναι σαν τα άλλα σαν τα άλλα σύκα. Για να ωριμάσουν και να τα φάει κανείς, πρέπει πρώτα να τα χαράξει με μαχαίρι ώστε να γλυκάνουν σε τρεις μέρες. Κι η σκληρή καρδιά του αρχιτελώνη ένα μαχαίρι χρειάζεται. Της αγάπης το μαχαίρι. Μόνο αυτό μπορεί να θρυμματίσει μ’ ένα του άγγιγμα απαλό τις κοτρώνες που έφραξαν τις καθάριες πηγές της Θεόπλαστης καρδιάς του.
Και σκαρφαλώνει ο Ζακχαίος στη συκομορέα. Ας τον περιγελάσουν τα πλήθη, ας τον ειρωνευτούν οι πελάτες του, ας αγανακτίσουν μαζί του για την προσβολλή και την κατάντια του όλοι οι τελώνες του κόσμου. Μέσα του ξύπνησε το παιδί. Το παιδί που δε διστάζει μπροστά σε τίποτα, που δε νιώθει τους χλευασμούς, που αψηφά τους κινδύνους και παρακούει τις προσταγές των μεγάλων. Τις θλιβερά αξιοπρεπείς και στεγνές από κάθε βαθύ αίσθημα. 
Το παιδί καίγεται από επιθυμία να δει τον ασυνήθιστο άνθρωπο που διασχίζει την Ιεριχώ κι όταν το παιδί καίγεται από επιθυμία, τίποτα δεν το σταματά, ο κόσμος να γυρίσει ανάποδα.
Και πλησιάζει στη συκομορέα ο Κύριος. Ο Κύριος που αγαπά τα παιδιά. Και ίσως μέσα του να γελάει και λίγο. Κατέβα από κει βρε κουζουλέ, θα του έλεγε αν ήταν Κρητικός. Μα είναι Ιουδαίος, και κατέβα γρήγορα, Ζακχαίε, του λέει απλά, κι εγώ θα έρθω να μείνω στο σπίτι σου σήμερα. 
Πουθενά δεν πηγαίνει απρόσκλητος ο Κύριος. Απρόσκλητος πηγαίνει ο ζητιάνος. Ο Κύριος περιμένει να τον προσκαλέσουν. Είναι αρχοντικός ο Κύριος, είναι κιμπάρης. Και ο Ζακχαίος τον προσκάλεσε κι ας μην το συνειδητοποίησε καλά καλά. Τι σημασία έχει που λέξη δεν είπε; Τα λόγια περίσσευαν. Το σύκο της συκομορέας καρδιάς του ήταν έτοιμο για το άγγιγμα της αγάπης. Να γλυκάνει τον ίδιο, να ταϊσει και τους πεινασμένους. Ο Κύριος καδριές γνωρίζει. Αδιαφορεί παντελώς για τα φαινόμενα που εμάς παραπλανούν και μαγεύουν. Ίσα στην καρδιά κοιτά. Αυτήν βλέπει. Κι αφού η καρδιά τού ανοίξει την πόρτα, ο Κύριος εισέρχεται πανηγυρικά και η αόρατη μπάντα των αγγέλων σαλπίζει τα ουράνια άσματα. Να ετοιμάσει δείπνο ο Ζακχαίος. Το θαύμα έγινε. Και το θαύμα πάντα γιορτάζεται. Να στρωθεί το τραπέζι. Στην χαρά του θα συναντηθούμε.
Κόντεψε να γκρεμοτσακιστεί απ’ τη χαρά του ο αρχιτελώνης. Κατέβηκε αμέσως από τη συκομορέα και υποδέχτηκε στο σπίτι του τον Κύριο. Κι ας σχολιάζουν οι κακές γλώσσες πικρόχολα, κι ας θεριεύει η ζήλια, κι ας βγάζει κορώνες η ηθική των ανήθικων. Πώς πηγαίνει ο Διδάσκαλος στου αμαρτωλού το σπίτι;  Γιατί δεν έρχεται στα δικά μας; Εμεις είμαστε καθαροί και αμόλυντοι. Γιατί δεν προτιμά εμάς; Γιατί εν μας καταδέχεται; Αφού εμείς είμαστε πιο... είμαστε πολύ πιο... εμείς είμαστε και είμαστε εμείς, κι ανάθεμά μας κι αν ξέραμε τι είμαστε... 
Ωρίμασε η καρδιά του Ζακχαίου. Γλύκανε τόσο που δε βαστάζει το μέλι της. Και ξεχειλίζει το μέλι και ποτάμι γίνεται. Ποτάμι και καταράκτης. Κι ο μικρόσωμος άντρας τώρα κάνει χειρονομίες μεγάλες, κι είναι σχεδόν αστείο να τον βλέπεις. Υψώνει τα μικρά του χέρια, ανοίγει τα κοντά του δάχτυλα κι ίσως πατά και σ’ ένα σκαμνάκι να τον δουν και να τον ακούσουν όλοι. Αν είχε και μπαλκόνι στο σπίτι του, να βγει να το φωνάξει, θα έβγαινε δίχως ααμφιβολία καμιά. 
Τα μισά των υπαρχόντων μου δίνω στους φτωχούς και σε όποιον συκοφάντησα θα του δώσω τετραπλά. Και χαίρεται ο Ζακχαίος κι ούτε διστάζει να εξομολογηθεί σε μπροστά στα πλήθη πως κάποιους συκοφάντησε.  Και θλίβονται οι ομότεχνοί του και οι συκοφαντημένοι χαίρονται που θα δικαιωθούν. Και χαίρεται περισσότερο απ’ όλους ο Κύριος. Το παιδί του Αβραάμ και παιδί Του, επέστρεψε στο σπίτι και στον πατέρα του. Εισέρχεται δίχως βάρη περιττά που αν τα είχε δεν θα χωρούσε να δρασεκλίσει το κατώφλι που είναι σαν την τρύπα της βελόνας. Την στιγμή που η λυτρωμένη καρδιά ανοίγει στον Θεό, ανοίγει και στους  σσυανθρώπους της. 
Στρώσετε τώρα το τραπέζι της Βασιλείας. Είναι ώρα να γιορτάσουμε όλοι μαζί!








Tuesday, September 25, 2018

Γνώση και θεωρία στον Διονύσιο Σολωμό - του Δημήτρη Γ. Ιωαάννου


Ο Σολωμός έχει αφήσει πίσω του το βουητό του πολέμου, έστω και αν αυτό που  περιγράφει στους «Ελεύθερους Πολιορκημένους» δεν είναι παρά μια πολιορκία. Η χαρά της ζωής ξεσπά παντού, για την ακρίβεια η χαρά του πνεύματος, που ιλαρύνει τα πάντα και τα χαριτώνει, βάφοντας ακόμη και την οδύνη με τα πιο γλυκά χρώματα. Στην πραγματικότητα, η μάχη έχει καταπαύσει, βρισκόμαστε μέσα στην μυστηριακή σιγή, αυτή που προηγείται πάντα των μεγάλων γεγονότων: «Καί ἐγένετο σιγή ὡς ἡμιώριον», μας λέγει η Αποκάλυψη (η 1).
Ο ηρωικός πολεμιστής έχει αποσυρθεί «παράμερα», γιατί δεν έχει δύναμη καν να σηκώσει το τουφέκι του από την πείνα, οπότε απλώς «κλαίει». Τα παιδιά βρίσκονται και αυτά σε μια φριχτή ησυχία, καθώς «φθαρμένα καί μαῦρα» από την πείνα, στέκονται ανήμπορα «σάν ἴσκιους ὀνείρου». Τίποτε δεν κινείται. Και ο εχθρός εν τω μεταξύ περιμένει πότε θα λυγίσουν οι αγωνιστές, «σφυρίζει» απλά με «ἀμέριμνο στόμα». Και όμως, η μάχη είναι «πεισμωμένη» - φυσικά και είναι έτσι. Μιλάμε για τη μάχη του πνεύματος, τη μυστική προσπάθεια της καρδιάς να πεθάνει μέσα στην ουράνια ειρήνη, τον μόχθο της ζωής με όλα της τα σκιρτήματα -όχι δίχως αυτά- να αποβεί αιθέρια κατάπαυση. «Τίς μοι δώσει πτέρυγας ὡσεί περιστερᾶς καί πετασθήσομαι καί καταπαύσω;», διαβάζουμε στη Βίβλο.
Η μάχη είναι λοιπόν πεισμωμένη… «Πέλαγο μέγα βράζ’, ὁ ἐχθρός πρός τό φτωχό καλύβι». Η αντάρα στα στήθια του Αγαρηνού είναι μεγάλη, γιατί φθονεί την ελευθερία. Και ο κόσμος άλλωστε, για άλλους λόγους, είναι και αυτός ένας τρομερό θόρυβος:  «βροντᾶ» («καί ἐγένεντο βρονταί καί φωναί καί αστραπαί και σεισμός», διαβάζουμε επίσης στην Αποκαλυψη, η 5). Μέσα σε όλα αυτά, και όχι παρά αυτά, ο Έρωτας στήνει χορό με τον «ξανθόν Ἀπρίλη». Ένας πολύ δυνατός στίχος λέγει ότι «ἡ φύσις ηὗρε τήν καλή και τή γλυκιά της ὥρα». Την «ὥρα»: μια λέξη που θα πει ότι φτάνουμε στον καρπό μιας μακράς διαδικασίας ωρίμανσης, που είχε ίσως χωρίς να το καταλάβουμε προηγηθεί. Σαν μάνα που ωδίνει, γιατί βρίσκεται σε τοκετό, έτσι και η φύση επιτέλους πια, ήρθε ο καιρός να βγάλει από μέσα της αυτό που τόσο καιρό κυοφορούσε. Και θα γεννοβολήσει σε ώρα «καλή και γλυκιά», γιατί πάντα ο ερχομός ενός παιδιού στον κόσμο είναι στιγμή «καλή» για τη ζωή και «γλυκιά» για το πνεύμα, ως μεγάλη παρηγοριά απέναντι στο θάνατο.
Το γεννοβόλημα γίνεται «μές στή σκιά πού φούντωσε καί κλεῖ δροσιές καί μόσχους», μέσα στο δροσισμό της ανάπαυσης και της χαράς της ύπαρξης. Ο Δαβίδ έλεγε στον Θεό ότι δεν θα φοβηθεί, έστω και αν χρειαστεί να πορευτεί «ἐν μέσῳ σκιᾶς θανάτου» (μέσα δηλαδή από σκοτεινές και απόκρημνες περιοχές), αλλά εδώ έχουμε να κάνουμε με μια «σκιά ζωής», που πρέπει να διαβεί κανείς. Κι η ζωή είναι πάντα μυροβόλημα, μόσχος. Ξαφνικά όμως ακούγεται μέσα από αυτή την σκιά «ἀνάκουστος κηλαϊδισμός καί λιποθυμισμένος», άσμα δηλαδή πρωτάκουστο στον κόσμο, τραγούδι επίσης λιγόθυμο. Λιγόθυμο, γιατί μέσα του κρύβει μάλλον υπερβολή ζωής, τόσο μεγάλη που ούτε η ίδια η μουσική δεν μπορεί να την αντέξει.
Ο Σολωμός είναι άλλωστε γεμάτος από τις πιο εξαίσιες μελωδίες. «Ηχός, γλυκύτατος ηχός», γεμίζει τον αέρα ενός άλλου ήρωά του, ήχοι «γλυκύτατοι, ἀνεκδιήγητοι», που μοιάζουν «σάν τοῦ Μαγιοῦ τίς εὐωδιές». Εδώ βέβαια «το κελάηδημα» αυτό, που ως φωνή πουλιού δεν είναι πάρα έναρθρος ήχος, «λαλιά», ταυτίζεται μάλλον όχι με κάποιο συναίσθημα, αλλά με τον «λογισμό». Όχι με την λογική, αλλά με τον λογισμό, καθότι υπάρχει μια σαφής διαφορά- η μάνα, που ψιθυρίζει γλυκά λόγια στο ξενιτεμένο παιδί της, το οποίο και γύρισε μετά από χρόνια πολλά στην αγκαλιά της, δεν μιλά «λογικά». Οι ψιθυρισμοί της είναι βέβαια έλλογοι, τα λόγια της συναπαρτίζουν ολόκληρη «χορωδία νοημάτων», ωστόσο δεν του ανακοινώνει σκέψεις, αλλά του εκφράζει «λογισμούς». Βρισκόμαστε ωστόσο εδώ στο σημείο όπου αυτοί οι λογισμοί δεν εκφράζονται ακριβώς, αλλα αρθρώνονται εν τη γενέσει τους, στην πρώτη πρώτη τους στιγμή- πάμε πιο πίσω στη δυναμική των νοημάτων, και αυτό είναι που έχει τόση σημασία.
Η πνευματική καθαρότητα, την οποία συμβολίζει άλλωστε η εξαγνιστική δύναμη του ύδατος, κυριαρχεί: «νερά καθάρια και γλυκά, νερά χαριτωμένα». Είναι τα μυστικά  νάματα της καρδιάς, που τροφοδοτούν τον λογισμό, που τον εμψυχώνουν, που του δίνουν «εργόχειρο». Νάματα γεμάτα καθαρότητα, απονήρευτα, άδολα, αγνά και αθώα. Και αυτά όμως «χύνονται μές στήν ἄβυσσο τήν μοσχοβολισμένη». Έχουμε άραγε σκεφτεί ότι πάντα οι λογισμοί μας κατεβαίνουν στην μεγάλη άβυσσο της ύπαρξης, τους δέχεται ο μυστικός κρουνός της ζωής, κάποιος νους που έχει μέσα του θεϊκή σφραγίδα, που φέρει το αποτύπωμα του Δημιουργού μέσα μας; «Χύνονται» εκεί οι βαθύτεροι λογισμοί, πέφτουν μέσα στον ωκεανό της καρδιακής σοφίας, όπου όμως δεν χάνονται, αλλά δυναμώνουν ακόμη πιο πολύ. Όπως καθίσταται πιο δυνατό ένα λουλούδι, αν το βάλουμε μέσα σε ένα απέραντο λιβάδι. Η άβυσσος αυτή είναι τέλος «μοσχοβολισμένη», ως η μητέρα βέβαια της πνευματικής ευωδίας. Οι λογισμοί μάλιστα αντλούν από εδώ την «ευωδιά» τους, της  αφήνουν όμως ως αντίδωρο τη δροσιά τους.
Τι να σημαίνει άραγε αυτό; αξίζει να ρωτήσουμε. Οι λογισμοί βγαίνουν πιο «αρωματισμένοι» από τη συνάντησή τους με το πέλαγος την καρδιάς, αλλά και η τελευταία, βλέποντας με τη  σειρά της ότι τα έργα της –γιατί η καρδιά είναι που λογίζεται- είναι αγαθά, ευφραίνεται, καταλαβαίνει μυστικά ότι μπορεί να εργάζεται καλά. Αγαλλιά, οπότε δέχεται τη δροσιά των παιδιών της. Ανανεώνει έτσι και τη δική της δροσιά- ας μην φανεί αυτό παράξενο, καθώς κι η άπειρη θάλασσα ωφελείται ακόμη και από το πιο μικρό ποταμάκι. Το προσωρινό στοιχείο μπορεί να δέχεται μια αύρα που τελικά το μεγαλύνει, το κάνει κάτι περισσότερο από απλώς συνώνυμο του «εφήμερου». Γεμάτα τότε από μια ταπεινή, θα λέγαμε, καύχηση (φαινομενικά μόνο το σχήμα αυτό πρέπει να ονομαστεί «οξύμωρο»), παίνεμα όχι για τον εαυτό τους, αλλά για «την πηγή τους», την μυστική βρύση από όπου αναβρύζουν, οι λογισμοί επιδεικνύονται κατά κάποιον τρόπο. Δείχνουν «τά πλούτια τῆς πηγῆς τους». Τα δείχνουν από μια ανάγκη υπαρξιακή να φτάσουν στο φαίνεσθαι, να γείρουν προς το φως, να έχουν μια πλευρά «ορατή», προϋπόθεση του διαλόγου. Τα όντα από την ίδια τους τη φύση είναι ικανά να «δείχνονται», να έχουν πλευρές, να έχουν όψεις. Και δείχνοντας την υψηλή καταγωγή τους, «τρέχουν ἐδῶ, τρέχουν ἐκεῖ, καί κάνουν σάν αηδόνια».
Είναι ίσως ένα από τα μυστικά της ποίησης ότι δεν δουλεύει  προσπαθώντας να φτάσει στην ουσία των πραγμάτων (αυτό το επιδιώκει η Φιλοσοφία, και γι’ αυτό μονίμως μοίρα της είναι να ματαιοπονεί), αλλά να δείξει τις ενέργειές τους. Αντί να πει τι είναι ένα δέντρο, το δείχνει ως σκιά, ως δροσισμό, ως καρποφορία, ως κάλλος, ως σκίρτημα δηλαδή ζωής, έχοντας πάντα στο νου της ότι δεν περιγράφει απλές συμπτώσεις, αλλά τον δυναμισμό της ύπαρξης. «Καί κάνουν σάν ἀηδόνια»: κρύβονται σαν αηδόνια, τραγουδούν σαν αηδόνια, γεμίζουν τις ξάστερες νύχτες σαν τα αηδόνια. «Ἔξ’ ἀναβρύζει κι ἡ ζωή σ’ γῆ, σ’ οὐρανό, σέ κῦμα».
                             ***********
Η μαγεία της φυσιολατρίας του Σολωμού είναι ότι δεν είναι «φυσιολατρία», δεν παραδέχεται στα αλήθεια καμιά αυθυπαρξία της ύλης, κάποια αυτοδυναμία της. Πάντα στο νου του, όταν μιλά για φύση, έχει τον άνθρωπο, και όταν μιλά για τον άνθρωπο, έχει τον Θεό. Γι’ αυτό και λέγει ότι «ἔξ’ ἀναβρύζει κι ἡ  ζωή σ’ γῆ  , σ’ οὐρανό, σέ κῦμα». Ακόμη και το κύμα, αυτό το περιπετειώδες στοιχείο του βίου, το επίφοβο και αδάμαστο μέρος της ζήσης, ακόμη και αυτό στην πραγματικότητα δεν είναι παρά η μυστική «ρυτίδωση» της ύπαρξης. Μια απόκρυφη, μια μαγική χαρακιά στο μέτωπο της Ζωής, μια πνευματική κατεργασία. Τότε, όμως, στο «ἀκίνητο καί ἄσπρο νερό» της λίμνης, της ύπαρξης, το οποίο μάλιστα είναι «ἀκίνητο ὅπου κι ἄν ἰδεῖς», σε οποιαδήποτε επιμέρους εκδοχή του (κάθε επιμέρους φωνή της χορωδίας της καρδιάς είναι ειρηνική), και επιπλέον «κάτασπρ’ ὡς τόν πάτο» (γιατί δεν πρόκειται για μια απλή εξωτερική μαρμαρυγή, αλλά για μια έσωθεν αχτινοβόληση), «μέ μικρόν ἴσκιον ἄγνωρο ἔπαιξ’ ἡ πεταλούδα». Καθένας μας δηλαδή δεν παίζει στη ζωή παρά με τον ίσκιο του, με το αποτύπωμα που αφήνει στον κόσμο ως παρουσία, ως πράξη. Ένα αποτύπωμα- σκιά, που, όμως, μας επιτρέπει να σχηματίσουμε τον εαυτό μας ως ορατό στοιχείο, και πάνω σε αυτό το στοιχείο όχι να «εργαστούμε»- αυτό δεν γίνεται- αλλά να «παίξουμε». Πάντα βέβαια με την ίδια σοβαρότητα που παίζει ένα παιδί. Ένας ρώσος λαϊκός άγιος, διά Χριστόν σαλός, ρώτησε ένα παιδάκι, αν ήθελε να παίξει με τον Κύριο. «Βλέπεις, του είπε, το να παίξεις με τον Κύριο είναι το πιο μεγάλο πράγμα που θα μπορούσες να κάνεις στη ζωή σου. Ο Θεός είναι ο καλύτερος σύντροφος για τα παιχνίδια σου»- αυτό ισχύει όμως μόνο για όσους είναι παιδιά.
Η πεταλούδα αυτή είχε «εὐωδίσει τς ὕπνους της μέσα στόν ἄγριο κρίνο». Ο Σολωμός γνωρίζει ως φαίνεται τη σημασία του ρητού «ἐγώ καθεύδω καί ἡ καρδία μου ἀγρυπνεῖ». Ξέρει ότι γίνεται κανείς να κοιμάται και όμως να αγρυπνεί, τόσο που ο ύπνος του να είναι και αυτός μια άθληση, μια μοσχοβολιά. Ποτέ δεν νυστάζει, λέγει η Γραφή, «ὁ φυλάσσων τόν Ἰσραήλ». Ούτε κι οι δούλοι του νυστάζουν ποτέ, γιατί, κι όταν κοιμούνται, δεν ονειρεύονται ακριβώς, αλλά η καρδία τους φυλά τις φυλακές της νυκτός.
«Αλαφροΐσκιωτε καλέ, γιά πές ἀπόψε τί ’δες». Αλαφροΐσκιωτος: ο άνθρωπος με την ελαφριά σκιά, ο άνθρωπος που δεν επιστρέφει πίσω στη γη το βάρος, όπου πατά, που βηματίζει ανάερα, που τρώγει σαν να δέεται και πίνει σαν να δοξολογεί, που προσπερνά τις όποιες δύσκολες καταστάσεις σαν να βρίσκονται λίγο έξω από την πραγματικότητα, γιατί είναι ταπεινός. Άνθρωπος όμως που αναμετριέται με το μέγεθος της τραγωδίας του κόσμου, όχι διανοητικά, αλλά ως βίωμα, πάντα συμπάσχοντας. Και η καλοσύνη ακόμη στην πραγματικότητα κρύβει και αυτή μεγάλο αγώνα, γιατί, για να φτάσει ο άνθρωπος να δει στ’ αλήθεια μόνο το αγαθό στον άλλον, σημαίνει ότι νίκησε την «γνώση», αυτή που «φυσιοῖ». Και έφτασε στην καλή άγνοια, όχι εκείνη ασφαλώς που λογιάζεται για αμαρτία. Τι είδε; «Νύχτα γιομάτη θαύματα, νύχτα σπαρμένη μάγια», λέγει ο γνωστός αριστουργηματικός στίχος που ακολουθεί. Την νύχτα, άλλωστε, ποιος δεν το ξέρει, είναι ανοιχτοί οι ουρανοί. Την μέρα, είπε κάποιος άλλος άγιος, να εργάζεσαι τους κόπους του αγαθού, να κάνεις καλές πράξεις, για να έρθει μετά η νύχτα, να σε ευλογήσει με την θεωρία της. Τότε είναι ο καιρός της προσευχής, του θείου έρωτα, ο καιρός της προσευχητικής παραφοράς. Και ο Θεός χαρίζει τις νύχτες στους ασκητάδες γνώση και θεωρία, χαρίζει τα δάκρυα.
Μέσα στην τέλεια ακινησία του ουρανού -ο Θεός είναι άλλωστε η ακατάληπτη ειρήνη- και της θάλασσας, χωρίς να υπάρχει ούτε η ελάχιστη ταραχή, μήτε καν όσο αυτή που κάνει μια μέλισσα γύρω από  ένα λουλουδάκι, ο Αλαφροΐσκιωτος είδε ένα περίεργο θέαμα. Μέσα σε κάτι που «άσπριζε» στη λίμνη, μέσα δηλαδή στο μέρος της ψυχής που μπορεί να υποδέχεται, ήρθε κι ανακατώθηκε ο αντικατοπτρισμός του Φεγγαριού. Όχι το ίδιο το Φεγγάρι, μόνο η αναλαμπή του, το φως του ως δωρεά δωρεάς. Και «μόνο» το φεγγάρι αντικαθρεπτίστηκε εκεί, σημειωτέον, τίποτε άλλο. Και ξαφνικά, από αυτή την μυστική σύγκραση, από αυτήν την ένωση των μαγικών αντιλαμπών, «ὄμορφη βγαίνει κορασιά ντυμένη μέ τό φῶς του», το φως δηλαδή του Φεγγαριού. Απο αυτό αναδύεται η γνωστή αιθέρια μορφή της Φεγγαροντυμένης, που αγλαΐζει και άλλα ποιήματα του Σολωμού (πχ Κρητικός). Η ύπαρξη ξετυλίγεται βαθμιαία, το κάλλος αποκαλύπτεται πάντα για να αιχμαλωτίσει- το θείο κάλλος είναι για τους θεολόγους άλλωστε αυτό που γεννά τον έρωτα στη ψυχή. Και εδώ ο λόγος αφορά κάποιο νοητό κάλλος, δώρο και αυτό του Θεού στον άνθρωπο. Αυτό και εξέρχεται σαν αποκάλυψη που βγαίνει μέσα από την θάλασσα, παίρνοντας μάλιστα την μορφή μιας «κορασιάς», η οποία δεν είναι ακριβώς όμορφη καθεαυτή, όσο ντυμένη το φως του Φεγγαριού. Αυτό την καθιστά ασυναγώνιστα ωραία.
«Κορασιά»: γιατί ίσως η θέρμη της Ελληνίδας, η αγωνιστικότητά της, η επιθυμία της να συντηρήσει τη ζωή, έστω και αν απαιτηθεί γι’ αυτό θάνατος, η γυναίκα ως υπηρέτρια της ζήσης, ως νικήτρια της ασχημίας, όλα αυτά κυριαρχούν εδώ. Μαζί κυριαρχεί και η ιδέα ότι η γυναίκα στην ουσία καθοδηγεί τον άνδρα, γίνεται οδηγός του. Και έτσι, ο  Αλαφροΐσκιωτος στέκεται μαγεμένος και κοιτά αλλοπαρμένος την κοπέλα. Προπαντός όμως την αντικρίζει μεταμορφωμένος. Η μητέρα είναι βέβαια η μεγάλη καταλυτική δύναμη στον ψυχισμό κάθε παιδιού, το πιο ιερό πρόσωπο.
Η γυναίκα άλλωστε θα είναι αυτή που προπορευθεί σε λίγο, μπροστά ακόμη και από τους αγωνιστές, στην μεγάλη Έξοδο, καθώς αυτή θα σπείρει τον ηρωισμό, ως συνήθως.  Ας μη μας φαίνεται παράξενο.  Γι’ αυτό και λίγο παρακάτω ο Σολωμός αποκαλεί αυτές τις ηρωίδες μάνες και αδελφές «ἀντρογυναῖκες». Χάρη σε τούτες, όλοι καθίστανται έτοιμοι. «Ἐλήλυθεν ἡ ὥρα»: «δρόμο νά σχίσουν τά σπαθιά, κι ἐλεύθεροι νά μείνουν, ἐκεῖθε μέ τούς ἀδελφούς, ἐδῶθε μέ τό χάρο». Η τραγική έξοδος προς τη Ζωή: ένας νέος ορισμός του τραγικού ίσως είναι «αυτό που καταδεικνύει τη ζωή ως έξοδο από το θάνατο».
Ιδού όμως και ολόκληρο το σχετικό απόσπασμα, με τον τίτλο «Ὁ Πειρασμός»:
Ἒστησ᾿ ὁ Ἔρωτας χορὸ μὲ τὸν ξανθὸν Ἀπρίλη,
Κι᾿ ἡ φύσις ηὗρε τὴν καλὴ καὶ τὴ γλυκιά της ὥρα,
Καὶ μὲς στὴ σκιὰ ποὺ φούντωσε καὶ κλεῖ δροσιὲς καὶ μόσχους
Ἀνάκουστος κιλαϊδισμὸς καὶ λιποθυμισμένος.
Νερὰ καθάρια καὶ γλυκά, νερὰ χαριτωμένα,
Χύνονται μὲς στὴν ἄβυσσο τὴ μοσχοβολισμένη,
Καὶ παίρνουνε τὸ μόσχο της, κι᾿ ἀφήνουν τὴ δροσιά τους,
Κι᾿ οὖλα στὸν ἥλιο δείχνοντας τὰ πλούτια της πηγῆς τους,
Τρέχουν ἐδῶ, τρέχουν ἐκεῖ, καὶ κάνουν σὰν ἀηδόνια.
Ἔξ᾿ ἀναβρύζει κι᾿ ἡ ζωή, σ᾿ γῆ, σ᾿ οὐρανό, σὲ κύμα.
Ἀλλὰ στῆς λίμνης τὸ νερό, π᾿ ἀκίνητό ῾ναι κι ἄσπρο,
Ἀκίνητ᾿ ὅπου κι᾿ ἂν ἰδῆς, καὶ κάτασπρ᾿ ὡς τὸν πάτο,
Μὲ μικρὸν ἴσκιον ἄγνωρον ἔπαιξ᾿ ἡ πεταλούδα,
Ποῦ ῾χ᾿ εὐωδίσει τς ὕπνους της μέσα στὸν ἄγριο κρίνο.
Ἀλαφροΐσκιωτε καλέ, γιὰ πὲς ἀπόψε τί ῾δες·
Νύχτα γιομάτη θαύματα, νύχτα σπαρμένη μάγια!
Χωρὶς ποσῶς γῆς, οὐρανὸς καὶ θάλασσα νὰ πνένε,
Οὐδ᾿ ὅσο κάν᾿ ἡ μέλισσα κοντὰ στὸ λουλουδάκι,
Γύρου σὲ κάτι ἀτάραχο π᾿ ἀσπρίζει μὲς στὴ λίμνη,
Μονάχο ἀνακατώθηκε τὸ στρογγυλὸ φεγγάρι,
Κι᾿ ὄμορφη βγαίνει κορασιὰ ντυμένη μὲ τὸ φῶς του.


Στην εικαστική πλαισίωση της σελίδας, γραμματόσημο με τη μορφή του Διονυσίου Σολωμού.
πηγή κειμένου: Aντίφωνο


Thursday, September 13, 2018

Γου + Α = ΓΑ


Γου + Α= Γα, Του + Α= Τα, όλο μαζί? κατσούλα*, όχι βρε παιδί μου γάτα, γάτα! Μάθε (ξυπόλυτο) παιδί μου γράμματα. Κουτσά στραβά οι γενιές των παππούδων/πατεράδων μας μάθανε γράμματα, 6 μαζί σε κάθε θρανίο, τα παπούτσια πολυτέλεια, βιβλία ανά δύο άτομα. Το 1834, η Ελλάδα ήταν από τα πρώτα κράτη που καθιέρωσαν την υποχρεωτική εκπαίδευση. Το 1855, είχε 5.000 εγγεγραμμένους μαθητές δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, ενώ η Γαλλία 20.000, δηλ. 4πλάσιους μόνο μαθητές με 20πλάσιο πληθυσμό από τον δικό μας. Από τα επίσημα στοιχεία, μόνο το 25% των Ελλήνων που μετανάστευσαν στις Η.Π.Α μεταξύ 1900-1914 ήταν αναλφάβητοι συγκριτικά π.χ με το 75% των Ιταλών μεταναστών. Στα τέλη του 19ου αιώνα, η Ελλάδα υπερηφανεύεται για το υψηλότερο ποσοστό φοιτητών στο Πανεπιστήμιο αναλογικά με τον πληθυσμό της σε ολόκληρη την Ευρώπη, κάτι που διατηρεί μέχρι και σήμερα! Την φιλομάθεια μας την διατηρούμε, καμιά νεολαία στην Ευρώπη δεν έχει τόσα πτυχία και διδακτορικά όσο η δική μας. Καλό είναι να πραγματοποιείς τα όνειρα σου και να μην σκέφτεσαι ωφελιμιστικά εάν δηλ. το πτυχίο θα σου χρησιμεύσει σε κάτι, το ταξίδι αξίζει, αρκεί να γίνεται συνειδητά!
  • λατινικά cattus=γάτα, στα ελληνικά έγινε κάττα, μετά κάτσα και τελικά στο υποκοριστικό κατσούλα=γατάκι

Απόσπασμα από την ανάρτηση του Δημήτρη Τριάντου:



Tuesday, September 11, 2018

Η χρυσή ρωγμή του πόνου


Οι Ιάπωνες όταν επιδιορθώνουν σπασμένα αντικείμενα, «αξιοποιούν» τις ρωγμές ή τα σπασμένα κομμάτια, γεμίζοντάς τα με χρυσό. Πιστεύουν ότι, όταν ένα αντικείμενο – που πίσω του υπήρχε μια ιστορία – υποστεί ένα «τραυματισμό», γίνεται πιο όμορφο. Η τεχνική αυτή ονομάζεται Kintsugi.




Χρυσό αντί κόλλας.Πολύτιμο μέταλλο αντί μιας διάφανης κολλητικής ουσίας.Και εδώ βρίσκεται όλη η διαφορά : απόκρυψη της χαμένης ακεραιότητας ή ενίσχυση της ιστορίας της επιδιόρθωσης;


Όποιος ζει στη Δύση δυσκολεύεται να συμφιλιωθεί με τις «ρωγμές».
Η θραύση, το τραύμα, η πληγή, θεωρούνται μηχανιστική συνέπεια μιας ευθύνης
– ότι είναι σφάλμα κάποιου-, αντίθετα, η αναλογική σκέψη (αρχαϊκή, μυθική, συμβολική) απορρίπτει τις διχοτομήσεις και μας επαναφέρει στη συνύπαρξη των αντιθέτων, που παύουν να είναι, μέσα στη συνεχή ροή της ζωής.


Ας δώσουμε ομορφιά και αξία στους ανθρώπους που έχουν υποφέρει...αυτή η τεχνική ονομάζεται Αγάπη. Ο πόνος είναι μέρος της ζωής.
Υπάρχουν φορές, που αφορά ένα μεγάλο κομμάτι της και άλλες φορές όχι, αλλά σε κάθε περίπτωση είναι ένα μέρος του μεγάλου παζλ.


Ο πόνος κάνει δύο πράγματα. Σε διδάσκει και σου λέει ότι είσαι ζωντανός.
Στη συνέχεια φεύγει και σε αφήνει αλλαγμένο.
Μερικές φορές, θα σε αφήσει πιο σοφό.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, σε αφήνει πιο δυνατό.
Και στις δύο περιπτώσεις, ο πόνος αφήνει το σημάδι του και ό,τι σημαντικό μπορεί να συμβεί στη ζωή σου, θα το μετατρέψει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο.



Άρθρο της Μαρίας Λιακάκου, κλινικής Ψυχολόγου στο Πανεπιστήμιο της Ρώμης «La Sapienza»

*Μας το έστειλε ο π. Βασίλειος Χριστοδούλου




Tuesday, October 17, 2017

Το κοινό τραπέζι - Δοκίμιο στο σχολικό βοήθημα της Έκθεσης της Α ΄Γυμνασίου - εκδ. Πατάκη



Το κοινό τραπέζι

Η μαγειρική αποτελεί την εφαρμοσμένη ποιητική διάθεση του ανθρώπου στην καθημερινότητα, τη γευστική έκφραση της ύπαρξής του και τη συνέχεια της συλλογικής μνήμης του ουρανίσκου ενός λαού.
Η ικανότητά της προϋποθέτει ταλέντο και  κίνηση προσφοράς προς τον πλησίον. Μαγειρεύοντας για τον εαυτό σου, σπάνια ενσταλλάζεις στο φαγητό όλο σου το μεράκι, όπως όταν μαγειρεύεις για τους άλλους. Ακόμη σπανιότερα μπορείς να μαγειρέψεις  καλά, αν δεν έχεις ανατραφεί με ποιοτικά μαγειρέματα κατά την παιδική σου ηλικία. Εκεί διαμορφώνεται το μαγειρικό ένστικτο.
Μαγειρεύοντας, ανακαλούνται παλιές μυρωδιές και γεύσεις σαν ένα λησμονημένο νανούρισμα. Ξεπηδούν ξεχασμένες εικόνες της μητέρας σου στην κουζίνα οδηγώντας αόρατα το χέρι σου, που δίχως να το έχει ποτέ διδαχθεί, γνωρίζει τις συνταγές όπως τα δάχτυλά του.
Την αγάπη προς τη μαγειρική, μάς την κληροδοτεί η γιαγιά ή η μάνα μας που  στήριξαν όλες τις στιγμές της ανήλικης ζωής μας μαγειρεύοντας. Το παράδειγμά τους στάθηκε η καθημερινή πρακτική της αγάπης τους προς την οικογένεια, τους φίλους και τους ξένους της. 

Η ελληνική κοινωνία δομήθηκε γύρω από το κοινό τραπέζι, που αποτέλεσε τον ακρογωνιαίο λίθο της οικογένειας, και ανθίσταται μέχρι σήμερα -σε αντίθεση με άλλες κοινωνίες- στην εύκολη επιλογή του πρόχειρου αγορασμένου φαγητού. Δεν είναι τυχαίο ότι σχεδόν όλα συμβαίνουν στο τραπέζι της ελληνικής κουζίνας. Εκεί, μικροί και μεγάλοι τρώνε, πίνουν, διαβάζουν, παίζουν, ζωγραφίζουν. Εκεί λογαριασμοί, βιβλία, σημειώματα. Το καντήλι και η εικόνα του Μυστικού Δείπνου, να ευλογεί ο Θεός το φαγητό μας. Όπως το φαγητό αποτελεί το κέντρο της ζωής της οικογένειας, αντίστοιχα η Θεία Ευχαριστία αποτελεί το κέντρο της λατρευτικής ζωής της “οικογένειας των πιστών”.

Το κοινό τραπέζι είναι ο στέρεος πυρήνας της οικογένειας. Αρώματα, καπνοί, ήχοι, χρώματα και γεύσεις, δημιουργούν μια μεθυστική θαλπωρή που “ξεκλειδώνει” τα μέλη της οικογένειας και συζητούν, γελούν, εξομολογούνται, δηλαδή γνωρίζονται. Χτίζουν τη σχέση τους. Το καλομαγειρεμένο φαγητό είναι ο καταλύτης αυτής της σχέσης, όπως άλλωστε και κάθε  σχέσης. Από τα ποντοπόρα πλοία μέχρι τα κοινόβια μοναστήρια, βασικός συνδετικός κρίκος των ανθρώπων που συμβιώνουν είναι ο καλός μάγειρας. Έχει τη δύναμη να μαλακώσει  καρδιές, να απαλύνει αντιθέσεις, να παρηγορήσει θλίψεις, να θεραπέύσει αρρώστιες.
Η χαρά που προσφέρει ένα ωραίο φαγητό είναι  απλόχερη και γενναιόδωρη. Μπορείς να της αντισταθείς όσο μπορείς να αντισταθείς και στο χάδι του ήλιου. Άνθρωποι που δεν τρώνε καλά, γίνονται εριστικοί ή μίζεροι, ενώ οι πεινασμένοι γίνονται πολύ ευκολότερα επιθετικοί από τους χορτασμένους. 
Πώς γίνεται ένα ωραίο φαγητό; Όπως γίνεται κι ένα ωραίο ποίημα. Με έμπνευση και ειλικρίνεια, χωρίς διάθεση επίδειξης, με λιτότητα στη χρήση των υλικών, μέτρο και αρμονία, αίσθηση του ρυθμού και της θερμοκραασίας. Ας μην ξεχνούμε πως τα δυσκολότερα φαγητά είναι τα απλούστερα, όπως τα χάι κου στην ποίηση.


Βασιλική Νευροκοπλή, συγγραφέας


*Ευχαριστώ την κ. Ασπασία Λαμπρινίδου και τις εκδόσεις Πατάκη που συμπεριέλαβαν το εν λόγω κείεμνό μου που είχα δημοσιεύσει παλαιότερα στο μπλογκ μου και διόρθωσα από την αρχή προκειμένου να τηρεί τον απαιτούμενο αριθμό λέξεων. Εύχομαι να είναι καλοτάξιδο το βιβλίο και να βοηθήσει τα παιδιά της α ΄γυμνασίου.


Friday, August 4, 2017

Περί αριστείας - του Ιωάννη Τσουκαλά



Είχα υποσχεθεί στον εαυτό μου να μην ανακατεύομαι, όμως οι βλακείες που άκουσα στο Κοινοβούλιο δεν μ´  άφησαν.
Από παλιά διάλεξη μου (2002) στην Επιτροπή Ερευνών του ΑΠΘ περί Αριστείας, παραθέτω σπαράγματα,που απαντούν στους "κενοσόφως περπερευομένους", στις διάφορες βλακείες που λένε.
Ο ορισμός της Αριστείας από τον Αριστοτέλη.
«Η αριστεία είναι μια τέχνη που κατακτάται με εκπαίδευση και εθισμό. Δεν φερόμαστε ορθά επειδή έχουμε αρετή ή αριστεία, αλλά έχουμε τις ιδιότητες αυτές επειδή έχουμε συμπεριφερθεί ορθά. Είμαστε αυτό που επανειλημμένα πράττουμε. Ως εκ τούτου, η Αριστεία, δεν είναι πράξη αλλά συνήθεια»
Ο Πίνδαρος στο σημείο αυτό είναι σαφής: «Αεί δε αμφ’ αρεταις, κόποι και αναλώματα μαρνάται». Κόπος λοιπόν και ξόδεμα χρειάζεται για να αριστεύσει κανείς, είναι η πρώτη υποθήκη.
Στην πολιτεία των αρχαίων προγόνων μας οι άριστοι είναι οι καταλληλότεροι για να διοικούν την Πόλη. Στις πέντε κατηγορίες πολιτευμάτων του Αριστοτέλη: το δημοκρατικό, το αριστοκρατικό, το ολιγαρχικό, βασιλικό, τυραννικό, το μεν δημοκρατικό «εν αις πόλεσιν κρατεί το πλήθος και τας αρχάς και τους νόμους δι εαυτόν αιρείται, αριστοκρατία δε εστιν, εν η μηθ’ οι πλούσιοι, μηθ’ οι πένητες, μηθ’ οι ένδοξοι άρχουσιν, αλλ’ οι άριστοι της πόλεως προστατούσιν.
Στην αρχαιότητα η αριστεία επαινείται δημόσια και επιβραβεύεται σε κάθε περίσταση, και μάς παραδίδεται και ο τρόπος της επιβράβευσης «πάντας αριστεύσαντας στεφάνοις στεφανούσιν, εξ αργυράς της ύλης με γραπταίς ταις αριστείαις». Τα οποία «κατειργάσατο φέρονται τυπωθέντα, και τη χειρί διδόασιν δάφνινον τούτω κλάδον»...

Σε σχόλιο της ανάρτηςής του, ο Ιωάννης Τσουκαλάς σημειώνει:
Από τον ορισμό του Αριστοτέλη κρατώ Νίκο το: " Είμαστε αυτό που επανειλημμένα πράττουμε" Είναι οι πράξεις μας που μας προσδιορίζουν, εμάς και τον χαρακτήρα μας. Όχι το αντίστροφο.

https://www.facebook.com/ioannis.tsoukalas.14?hc_ref=ARQ_NBRqGLNAeLKgS2Hcscc42iefjF8C34GijqgdG0cQKhW_OkquIr7lM0TgBmQGroc&fref=nf

Monday, July 24, 2017

Τα εγκλήματα των ποιμένων της Δύσης - Χρήστου Μαλεβίτση


Οι ποιμένες κατακτητές των δυτικών χωρών της Ευρώπης παρέλαβαν τις αποκαλύψεις του ιουδαϊκού πνεύματος και του ελληνικού λόγου και τις μετέτρεψαν σε όργανα κατακτήσεως. Ήταν επόμενο. Δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα παραπάνω από το να χύσουν το υλικό που παρέλαβαν στα αρχέτυπα της δικής τους, της ποιμενικής συνειδήσεως, που είναι εξωστρεφής, εγκόσμια, προσανατολισμένη και κατακτητική. Έτσι η αποκαλυμένη έσχατη αλήθεια του πνεύματος και του ελληνικού λόγου μετατράπηκε σε εκκοσμικευμένη αλήθεια κατακτητική. Η τρομακτική εκκοσμίκευση της εποχής μας οφείλεται στην από συστάσεως εκκοσμικευμένη συνείδηση του ποιμένα κατακτητή. 
Η κατακτητική πορεία των δυτικών ποιμενικών συνειδήσεων προσέλαβε τρεις μορφές.
Πρώτη είναι η ιστορική. 
Ξεκίνησε ως Σταυροφορία, συνεχίστηκε ως ανακάλυψη του κόσμου με τους ποντοπόρους και ολοκληρώθηκε ως αποικιοκρατία και Ιμπεριαλισμός.
Δεύτερη είναι η τεχνολογική. 
Είναι η εφαρμογή της επιστήμης στην παραγωγή αγαθών. Ο ελληνικός λόγος δεν το αποπειράθηκε ποτέ του αυτό. Το αποπειράθηκε όμως με κοσμοϊστορικές επιπτώσεις η εκκοσμικευμένη συνείδηση των ποιμένων της Δύσεως.  Έτσι προέκυψε η τεχνολογία με την οποία κατακτήθηκαν άμεσα ή έμμεσα όλες οι κοινωνίες της οικουμένης.
Τρίτη είναι η κατάκτηση της φύσεως. 
Πρόκειται για την πλέον περιπαθή και την πλέον ριζική και -τώρα ήδη το βλέπουμε- την πλέον επικίνδυνη υποταγή της φύσεως στον εργαλειακό λόγο του ποιμενος τον δανεισμένο και αποτελεσματικώς χρησιμοποιούμενο. Πρόκειται για μεγαλειώδη νίκη. Όμως πύρρεια. Τώρα η υποταγμένη φύση αρχίζει να εκδικείται και η εκδίκησή της μπορεί να είναι ριζικώς καταστροφική για το ανθρώπινο γένος, αλλά και για τη ζωή του πλανήτη. Εν τέλει αυτός ο θριαμβευτής ποιμένας διαπράττει έγκλημα όχι απλώς κατά της ανθρωπότητας, όχι απλώς κατά της ζωής, αλλά διαπράττει έγκλημα κατά του Όντος. Αφού δεν μπορούμε να πάμε κατά του Θεού, διότι τον καθήρεσε από την πλειονότητα των συνειδήσεων, τις οποίες τρομοκράτησε και διέφθειρε με τον εργαλειακό του, εκκοσμικευμένο ορθολογισμό του.
Βέβαια τα κατορθώματα του δυτικού ποιμένους από την προοπτική της αφετηρίας υπήρξαν κοσμοϊστορικά, μοναδικά και μεγαλειώδη. Υπό την προϋπόθεση ότι το φονικό θα το αποδώσουμε στην εν γένει συμπεριφορά του ανθρώπου, που δεν λείπει από καμιά κοινωνία. Από την προοπτική ομως της λήξεως αυτού του εκπληκτικού εγχειρήματος, που είναι η καταστροφή του πλανήτη γη, είναι έγκλημα. Ένα πρωτοφανές και οριστικό έγκλημα που δεν θα δώσει την ευκαιρία στον εγκληματία να μετανοήσει. Μετέτρεψε σε εγκληματίες όλους τους ανθρώπους της γης, με μοναδικό θύμα τη ζωή του πλανήτη, που τούτον θα τον αφήσει έρημο και βρωμισμένο. Όταν αυτοί οι ποιμένες επέπεσαν κατά της Δύσεως άφησαν πίσω τους κατεστραμμένες τις πόλης της αρχαιότητας. Όπως την Ρώμη. Ήταν η ¨μάστιγα του Θεού¨. Τώρα θα αφήσουν κατεστραμμένη σύμπασα την οικουμένη. Είναι η ¨μάστιγα του Δαιμονικού¨. Το δαιμονικό προέκυψε από την μετατροπή της εργαλειακής αλήθειας του ορθολογισμού σε έσχατη αλήθεια. Δηλαδή προέκυψε από τη μεταφορά του ορίου του εσχάτου στον καθ’ ημάς κόσμο. Αυτό που βλέπουμε είναι το έσχατο: ο υλικός κόσμος. Τον οποίο μπορούμε να εκμεταλλευτούμε χωρίς καμιά τύψη, αφού τούτος ο κόσμος έχασε τον προστάτη του, που είναι η ιερή άλως της εσχατολογικής αλήθειας. Αφού ο κόσμος δεν είναι του Θεού, είναι δικός μας και τον κάνουμε ό,τι θέλουμε. Το δίκαιο του απολύτου κυρίου της φύσεως ως δίκαιο χρήσεως και καταχρήσεως.

Τώρα που το άλογο της τεχνολογίας αφηνίασε και δεν μπορεί πλέον να το συγκρατήσει κανείς, γίνεται σαφές πως η έσχατη εμπιστοσύνη που δόθηκε στην επιστήμη και στον ορθολογισμό και στην τεχνολογική εκπαίδευση αρχίζει να κλονίζεται. Ο θάνατος των παραδόσεων των λαών, ως συνέπεια της εμπιστοσύνης που προαναφέραμε, είναι το αντίστοιχο με τον θάνατο των ζωικών ειδών. Αυτό είναι εφιαλτικό. Διότι στο τέλος θα επιβιώσει μόνο ο homo technologicus και από το ζωικό βασίλειο ελλάχιστα είδη, όσα θα προσαρμοστούν στο μολυσμένο φυσικό περιβάλλον. Και οι παράδόσεις δεν ξαναγεννιούνται όπως δεν ξαναγεννιούνται τα χαμένα ζωικά είδη.

Όλα αυτά που συμβαίνουν στην ιστορία μπορεί να μην είναι αναγκαία, είναι όμως μοιραία. Και ο ορθολοσιμός ήταν μια δυνατότητα που ήταν επόμενο να δοκισμασθεί. Στο βαθμό που γίνεται καταστροφικός, υπάρχει η γνώμη πως ο ίδος ο ορθολογισμός θα βρει τις λύσεις διεξόδου, τις σωστικές. Δηλαδή, ότι η ίδια η επιστήμη θα γιατρέψει τις πληγές που η υπερβολική χρήση της δημιούργησε. Αυτό είναι σωστό, όχι όμως σωστικό. Αν απέτυχε η εγγύς αλήθεια του ορθολογισμού, τούτη απέτυχε σε όλες τις δυνατότητες και μένει παρά να αναζητηθεί μια άλλη αλήθεια του ανθρώπου. Και είναι αυτή που παραμέρισε ολοτελώς. Είναι η έσχατη αλήθεια του κάθε κοντινού. Με άλλα λόγια, το κάθε κοντινό δεν πρέπει να βιώνεται και να νοείται λογικά, παρά ποιητικά. Με την έννοια που έλεγε ο ποιητής Χάϊλντερλιν, πως ¨ο άνθρωπος ζει ποιητικά¨(όχι βέβαια με την αισθητική έννοια, αλά την οντολογική).
Είναι γεγονός πως από την εσχατολογική βίωση της αλήθειας διά της θρησκευτικής, προφητικής, φιλοσοφικής και ποιητικής συνειδήσεως, στην εποχή του ορθολογισμού μόνον η ποιητική διατήρησε τα νόμιμα δικαιώματά της. Προς τούτον όμως έπρεπε να καταφύγει στον υπερρεαλιστικό και μαντικό και υπαινικτικό λόγο της μοντέρνας ποίησης. Μαζί με την ποίηση θέτουμε και τις λοιπές τέχνες, που είναι ποίηση στην καθολική της σημασία. Έτσι λοιπόν, μόνον της ποίησης της επετράπη να λειτουργήσει μέσα στον σύγχρονο ορθολογικό κόσμο. Χωρίς τούτο να σημαίνει πως ο λόγος της είναι κυρίαρχος όπως σε αλλοτινούς καιρούς. Απλώς ζει στο περιθώριο ανενόχλητη και περιφρονημένη χωρίς ο λόγος της να έχει καμιά επίπτωση στην κοινωνία και στην ιστορία, η οποόια αγρίεψε και αποβαρβαρώθηκε με το κοφτερό ξίφος του ορθολογισμού. Τουλάχιστον ας ενωτιζόμαστε την ποίηση και τη συμπαραμαρτούσα τέχνη. Ειναι ο μόνος υγρός τόπος που ξέμεινε μέσα στην έρημο και μας θυμίζει τις παλαιές πλούσιες βροχοπτώσεις.
Είπαμε πως η πορεία αυτή ήταν μοιραία. Αφού χόρτασε τους πεινασμένους, έντυσε γυμνούς και εδίδαξε τους αδασκάλευτους. Τεράστιο το φιλανθρωπικό έργο της. Όμως τώρα φτάνουμε στο όριο της εξάντλησης των δυνατοτήτων της ζωής. Και εάν ο άνθρωπος δεν τοποθετήσει την έσχατη αλήθεια του στα έσχατα, θα εκπνεύσει λίγο παρακάτω, εκεί που τον περιμένει ο κρημνός: η οικολογική καταστροφή, η ιστορική καταστροφή, η στομική, η κοινωνική -όλη αυτή η φρενιτιώδης ανοδική πορεία δεν μπορεί να ανέρχεται επ’ άπειρον. Τούτο είναι αδύνατο και μαθηματικώς. Κάθε ανοδική καμπύλη έχει μια ¨οροφή¨(celling), από κει και πέρα αρχίζει η κάμψη της. Αυτή την παραβολική καμπύλη ακολούθησαν όλοι οι πολιτισμοί. Δεν θα την αποφύγει και ο δικός μας.
Ωστόσο, σε αυτές τις κινήσεις της ιστορίας δεν ισχύει το ¨πρέπει¨. Κανένας δεν μπορεί να αλλάξει τον ρου της ιστορίας παρά μόνον αν αυτή το θελήσει. Είναι κρυφές οι δυνάμεις της. Και δεν γνωρίζουμε τι μας επιφυλάσσουν. Πάντως το ότι αυτό το υπέρλόγο που συνέβη στον πλανήτη γη μπορεί να συντριβεί ολοσχερώς κείται μέσα στις πιθανότητες και στις δυνατότητες. Και μόνο αυτή η σκέψη θα μπορούσε από καιρό να δουλεύει κρυφά στα έγκατα του ασυνειδήτου μας. Και εκεί μέσα να τροποποιεί τους συσχετισμούς των ψυχικών και πνευματικών αρχετύπων. Ώστε με τον καιρό και προτού είναι πολύ αργά, να επέλθει τεκτονική μεταστροφή των εγκάτων. Είναι η μόνη μεταστροφή που θα μπορούσε να επιφέρει και τη μεταστροφή των συνειδήσεων στο ιστορικό επίπεδο. Και να αναζητηθεί πλέον η έσχατη αλήθεια η ιστορικώς αποτελεσματική της υπάρξεώς μας. Οπωσδήποτε μια νεοφανής έσχατη αλήθεια.


Απόσπασμα από το βιβλίο: Η ζωή και το πνεύμα, Άπαντα Χρήστου Μαλεβίτση, τόμος 11ος, εκδ. Αρμός


Για την αντιγραφή: Βασιλική Νευροκοπλή