Labels

Showing posts with label Ιστορία. Show all posts
Showing posts with label Ιστορία. Show all posts

Monday, October 29, 2018

Η Παναγιά της Νίκης - του Γάννη Τσαρούχη



Τις τελευταίες μέρες του πολέμου της Αλβανίας, στο χωριό Κούτσι, την ώρα που παίρναμε συσσίτιο στα σκοτεινά ακούσαμε το εξής νέο:Η Παναγία παρουσιάστηκε σ' έναν ανθυπασπιστή και αυτός την εξέλαβε για Αλβανίδα, προφανώς κατάσκοπο, και πήγε να την πυροβολήσει με το ρεβόλβερ του. Αυτή σήκωσε την παλάμη της να τον σταματήσει και τού είπε: “Μη χτυπάς. Ένα έχω να σου πω: τη Λαμπρή θα είσαστε στα σπίτια σας”. 
Αμέσως δόθηκε διαταγή να χτιστεί εκκλησία στο μέρος που παρουσιάστηκε η Παναγία, ή μάλλον να επισκευαστεί ένας γκρεμισμένος μύλος. Οι μύλοι όλοι στην Αλβανία είναι τετράγωνα κτίρια για καλαμπόκι. Μου πρότεινε ο διοικητής να κάνω τοιχογραφίες, αλλά ήταν πολύ δύσκολο. Το μέρος αυτό εβάλλετο πολύ από τους Ιταλούς και εφοβόμουν. Δέχτηκα όμως να κάνω τέσσερις εικόνες για το τέμπλο, αν βρουν τέσσερις σανίδες. Μπογιές είχε μαζί του ο λοχαγός μου, ο μακαρίτης Γεωργόπουλος, με την ελπίδα ότι θα μπορέσω να κάνω σκηνές από μάχες. Αυτές οι μπογιές εχρησίμευσαν στην αρχή του πολέμου για να καμουφλαριστούν τα νίκελ του αυτοκινήτου του διοικητού. Κι αργότερα, για να κάνω μερικά πορτραίτα του λοχαγού αυτού, που ήταν φιλότεχνος και βιβλιόφιλος. Ύστερα από πολλές έρευνες βρέθηκε ένα καπάκι από κιβώτιο. Εκεί πάνω ζωγράφισα την “Παναγία της Νίκης”, έχοντας ως πρότυπο μια κακοζωγραφισμένη Παναγία που κυκλοφορούσε σε δελτάρια.Όταν τελείωσε, την εθαύμασαν όλοι οι στρατιώτες, και ένας λοχαγός με παζάρευε να του κάνω μια ίδια για την Κέρκυρα. Ο διοικητής του τάγματος έμενε μακριά από τα σπίτια που μέναμε εμείς, σε μια σκηνή καμουφλαρισμένη με κούμαρα. Ήταν μακριά η σκηνή του και έστειλε έναν μοτοσυκλετιστή, εξαιρετικά ωραίο και πολύ μάγκα, για να με κουβαλήσει εκεί που έμενε. Επήρα την εικόνα μαζί μου και καβάλησα τα καπούλια της μοτοσυκλέτας. 

Καθώς πηγαίναμε στο διοικητή, έφραξαν σχεδόν το δρόμο στρατιώτες από την Άρτα, που είχαν στρατοπεδεύσει εκεί και είχαν πληροφορηθεί για την ύπαρξη της εικόνας. Ήδη, το ταπεινό μου έργο, που δεν είχε στεγνώσει ακόμα, είχε αποκτήσει φήμη θαυματουργής εικόνας. Εκείνη την ώρα βάρεσε συναγερμός. Δηλαδή ένας στρατιώτης με μια σάλπιγγα τυλιγμένη σε ιμάντες από γκέτες από χακί ύφασμα, εσάλπισε. Εγώ και ο μοτοσυκλετιστής πέσαμε μπρούμυτα, σύμφωνα με τις διαταγές που είχαμε. Κανένας Αρτινός δεν έκανε το ίδιο. “Βρε συνάδελφε”, μου είπε ένας, “βαστάς την Παρθένα και φοβάσαι;” “Όχι, φίλε”, του απάντησα, “αλλά είμαι στρατιώτης και υπακούω στις διαταγές των ανωτέρων”. Όταν με είδε ο διοικητής με γένια και κακοτυλιγμένες γκέτες, μου είπε: “Έλληνας στρατιώτης είσαι εσύ ή Βούλγαρος αιχμάλωτος; Για να δούμε την εικόνα. Την έχεις κάνει άγρια την Παναγία, σαν Αρβανίτισσα. Και ο Χριστός είναι κι αυτός αγριωπός”.
Για να τον θαμπώσω τού είπα κάτι από τους Ψαλμούς του Δαβίδ:“Ευλογητός ει Κύριε ο διδάσκων τας χείρας μου εις πόλεμον, τους δακτύλους μου εις παράταξιν”. “Βλέπω είσαι και θεοφοβούμενος”, μου απάντησε. Φώναξε τον κουρέα να με ξουρίσει και ένας στρατιώτης με βοήθησε να τυλίξω καλά τις γκέτες μου. Αισθανόμουνα σαν ηθοποιός του κινηματογράφου που τον ετοιμάζουν για γύρισμα. Και ο διοικητής είπε σε έναν ανθυπολοχαγό να μου βγάλει μια φωτογραφία με την εικόνα μαζί. “Τώρα που είναι αξιοπρεπής Έλληνας στρατιώτης”.

Όταν γύρισα μετά τον πόλεμο στην Αθήνα, μου παραδώσανε αυτή τη φωτογραφία και την έχω ακόμα. Η εικόνα παρίστανε την Παναγία με το Χριστό και στο κάτω μέρος τα θαύματά της. Αριστερά τον ανθυπασπιστή που πάει να πυροβολήσει την Παναγία και δεξιά τους στρατιώτες που πάνε να χτίσουν το μύλο για να τον κάνουνε εκκλησία. Την άλλη μέρα φύγαμε για τα Γιάννενα. Πάνω σ' ένα φορτηγό ήμαστε στριμωγμένοι και μερικοί τραγουδούσαν το “Έχε γεια καημένε κόσμε” και κανένα ταγκό της Βέμπο. Μερικοί απληροφόρητοι νόμιζαν ότι πανηγυρίζουμε και μας ρωτούσαν: “Επεσε το Τεπελένι;” Πριν φύγουμε ένας χωροφύλακας πήγε και παρέλαβε την εικόνα να την πάει στην εκκλησία που είχε ήδη χτιστεί. Ένας στρατιώτης που τον ήξερε μου είπε: “Αυτός δεν θα την πάει στην εκκλησία, θα την πάει στο σπίτι του να τη δώσει της μάνας του. Είναι πολύ θρήσκα κι αυτός ο ίδιος ανήκει σε θρησκευτική οργάνωση”. Δεν έμαθα ποτέ πού βρίσκεται αυτή η εικόνα. Άργε στο Κούτσι με τα δαντικά τοπία; Ή στο σπίτι του χωροφύλακα; Αγνοώ τελείως.

Μαρτυρία Γιάννη Τσαρούχη, ο οποίος πολέμησε στο ελληνοαλβανικό μέτωπο του '40.
Από το βιβλίο Μαρτυρίες '40-'41, Κ. Χατζηπατέρα – Μ. Φαφαλιού.
Το ίδιο και στο κείμενο της Μαρίας Καραβία Ο Τσαρούχης με το χακί του '40 (τόμος -αφιέρωμα στον Γ. Τσαρούχη Ωσεί μύρα). 

Sunday, March 25, 2018

Αποσπάσματα από τα απομνημονεύματα του Θεόδωρου Κολοκοτώνη




''Την χωρα αν την καψετε, οι προγονοι μας την εφκειασαν, και παλι την φκειανουμε,
εμεις ομως θα σας περασουμε ολους απο το σπαθι''
''Αυτο οπου μας φοβεριζεις,να μας κοψης και καψης τα καρποφορα δεδρα μας δεν ειναι της πολεμικης εργον, διατι τα αψυχα δενδρα δεν εναντιωνονται εις κανενα, μονον οι ανθρωποι οπου εναντιωνονται εχουνε στρατευματα και σκλαβωνεις, και ετσι ειναι το δικαιον του πολεμου.. Με τους ανθρωπους και οχι με τα αψυχα δενδρα, οχι τα κλαδια να μας κοψης, οχι τα δενδρα,οχι τα σπιτια που μας εκαψες, μονον πετρα απανω στην πετρα να μην μεινη, ΗΜΕΙΣ δεν ΠΡΟΣΚΥΝΟΥΜΕΝ.. Τι τα δενδρα μας αν τα κοψης και τα καψης, την γην δεν θελει να την σηκωσης και η ιδια γη που τα εθρεψε, αυτη η ιδια γη μενει δικη μας και τα ματακανει.. Μονον ΕΝΑΣ Ελληνας μεινη, παντα θα πολεμουμε και μην ελπιζης  πως την γην μας θα την καμης δικη σου,βγαλτο απο το νου σου''
''Οσον ημπορεσα εκαμα το χρεος μου εις την πατριδα και εγω και ολη η φαμελια μου.. Ειδα την πατριδα μου ελευθερη, ειδα εκεινο οπου ποθουσα και εγω και ο πατερας μου και ο παπος μου και ολη η γενεα μου,καθως και ολοι οι Ελληνες''
''Η επαναστασις η εδικη μας δεν ομοιαζει με καμμιαν απ οσαις γινονται την σημερον εις την Ευρωπην.. Της Ευρωπης αι επαναστασεις εναντιον των διοικησεων των ειναι εμφυλιος πολεμος.. Ο εδικος μας πολεμος ητον ο πλεον δικαιος,ητον ΕΘΝΟΣ με αλλο ΕΘΝΟΣ, ητον με εναν λαον οπου ποτε δεν ηθελησε να αναγνωρισθη ως τοιουτος, ουτε να ορκισθη, παρα μονον οτι εκαμνε η βια..
Ουτε ο Σουλτανος ηθελησε ποτε να θεωρηση τον Ελληνικον λαον ως λαον, αλλα ως σκλαβους.. Μιαν φοραν οταν επηραμεν το Ναυπλιον, ηλθε ο Αμιλτων να με ιδη,μου ειπε οτι: ''Πρεπει οι Ελληνες να ζητησουν συμβιβασμον και η Αγγλια να μεσιτευση''.. Εγω του αποκριθηκα,οτι,''Αυτο δεν γινεται ποτε, Ελευθερια η Θανατος.. Εμεις καπιταν Αμιλτων, ποτε συμβιβασμον δεν εκαμαμεν με τους Τουρκους. Αλλους εκοψε,αλλους εσκλαβωσε με το σπαθι και αλλοι, καθως εμεις, εζουσαμε ελευθεροι απο γενεα σε γενεα.. Ο Βασιλευς μας εσκοτωθη, καμμια συνθηκη δεν εκαμε,η φρουρα του ειχε παντοτεινον πολεμον με τους Τουρκους και δυο φρουρια ητον παντοτε ανυποτακτα'' 
..Με ειπε: ''Ποια η βασιλικη φρουρα του, ποια ειναι τα φρουρια;''--
''Η φρουρα του Βασιλεως μας ειναι οι
λεγομενοι κλεφται, τα φρουρια η Μανη και το Σουλι και τα Βουνα''..Ετσι δεν με
ωμιλησε πλεον.. 
Ο κοσμος μας ελεγε τρελους. Ημεις αν δεν ειμεθα τρελοι δεν θα εκαναμεν την Επαναστασιν, διατι ηθελαμεν συλλογισθη πρωτον δια πολεμοφοδια, λαβαλαρια μας, πυροβολικο μας, πυριτοθηκαις μας, τα μαγαζια μας, ηθελαμεν λογαριασει την δυναμην την εδικη μας, την Τουρκικη δυναμη.. Τωρα οπου ενικησαμεν,οπου ετελειωσαμεν με καλα τον πολεμο μας, μακαριζομεθα, επαινωμεθα..
Αν δεν ευτυχουσαμεν ηθελαμε τρωγει καταραις, αναθεματα....





Sunday, March 4, 2018

«Από τους Δωριείς Μακεδνούς στους Σιρμισιάνους Μακεδόνες», π. Ειρηναίος Δεληδήμος, Πέμπτη 8Μαρτίου στον Αρμό Θεσσαλονικής



Για το "Μακεδονικό" πολλά είδαμε, πολλά ακούσαμε, λίγα διαβάσαμε, όλα μέσα σε μια σύγχιση που συνιστά ίσως το πλέον βασικό χαρακτηριστικό της εποχής μας. Μιας εποχής που άγεται και φέρεται από την αμάθεια, τον φανατισμό, τα συνθήματα, την ευκολία, την κατανάλωση αξιών προς όφελος της κάθε εξουσίας. Γι' αυτό και χάρηκα ιδιαιτέρως βλέποντας πως ο "Αρμός" προσκλαεί στο βιβλιοπωλείο του, τον -μαζί με πολλά άλλα- σπουδαίο ιστορικό π. Ειρηναίο Δεληδήμο να μιλήσει με βάση τις πηγές. Γιατί ό συγκεκριμένος επιστήμονας, -μια από τις μετηρμένες στα δάχτυλα διάνοιες της χώρας μας-, μιλάει μόνο με βάση τις πηγές. Ποτέ δεν λέει τι νομίζει ή τι πιστεύει. Όσοι ενδιαφέρονται για το ζήτημα, ας μην χάσουν αυτήν την ευκαιρία.



Ομιλία του π. Ειρηναίου Δεληδήμου με θέμα:
«Από τους Δωριείς Μακεδνούς στους Σιρμισιάνους Μακεδόνες», 
την Πέμπτη 8 Μαρτίου και ώρα 20:00΄,
στον Αρμό Θεσσαλονίκης
(Πρασακάκη 5, Θεσσαλονίκη).




Monday, February 19, 2018

Λίγο ακόμα για να ανεβούμε λίγο ψηλότερα! Καλή Καθαρά Δευτέρα!


« Όποιος δεν έπαιξε ποτέ του χαρταετό, δεν κοίταξε όσο χρειάζεται ψηλά. Όποιος δεν ένοιωσε την αντίσταση του μεγάλου σπάγκου, δεν εκατάλαβε την δύναμη του αέρα. Κι όποιος δεν εφώναξε με την ευθύνη και την πρωτοβουλία του παιδιού που βλέπει να κινδυνεύει στο ψηλό μετεώρισμά του ο αετός, δεν ένοιωσε τη χαρά του να τα βγάζεις πέρα μόνος σου με τη Φύση… »   Δημήτριος Λουκάτος
Η ιστορία του χαρταετού  χάνεται στα βάθη των αιώνων. Είναι η αίσθηση της ελευθερίας, της χαράς και της δύναμης. Είναι το πιο αγαπημένο παιχνίδι για την Καθαρή Δευτέρα. Είναι ένας τρόπος που θέλει  όλη την οικογένεια να συμμετέχει σ' αυτήν την πρωτόγνωρη χαρά και ο καθένας να έχει το μέρτικό του στο πέταγμα.
Με μια μικρή αναδρομή στο χρόνο θα δούμε πως ξεκίνησε η κατασκευή και η ιστορία του χαρταετού.
H πιο « παλιά» πληροφορία που υπάρχει για την ύπαρξη του χαρταετού  είναι αυτή του  4ου  αιώνα  π.Χ., όταν ο  μαθηματικός  και  αρχιμηχανικός  Αρχύτας  (440-360 π.Χ.), από  τον  Τάραντα  της  Νότιας  Ιταλίας, καλός  φίλος  του  Πλάτωνα  και  οπαδός  του  Πυθαγόρα, χρησιμοποίησε  στην  αεροδυναμική  του  τον  χαρταετό  και  λέγεται  ότι  ήταν  ο  εφευρέτης  του. Ο  Αρχύτας  θεωρείται  ο  τελευταίος  αλλά  και  ο  σημαντικότερος  των  Πυθαγορείων. Κείμενα  του  Αρχύτα  λένε  ότι  μελέτησε  και  ο  Γαλιλαίος. Υπάρχει και ελληνικό αγγείο της κλασικής εποχής με παράσταση κόρης, η οποία κρατά στα χέρια της μια μικρή λευκή σαΐτα δεμένη με νήμα, έτοιμη να την πετάξει.
Πιθανότατα βέβαια, τα πειράματα ή τα παιχνίδια των Αρχαίων Ελλήνων με τους "αετούς" θα πρέπει να γίνονταν με πανί τουλάχιστον ως το Μεσαίωνα, καθώς η χώρα μας δεν διέθετε σε αφθονία το χαρτί.
Όλα ξεκίνησαν το 1000 π.Χ. στην Κίνα. Ο πρώτος χαρταετός με μορφή δράκου εφόσον είναι και το ιερό σύμβολο της Κίνας, ήταν φτιαγμένος από μετάξι και μπαμπού, από τους φιλόσοφους Mozi και Luban. Κατά τη διάρκεια της δυναστείας των Χαν, ένας στρατηγός χρησιμοποίησε έναν χαρταετό μ’ έναν ιδιαίτερα έξυπνο και ενδιαφέροντα τρόπο. Προκειμένου να καταλάβει με τον στρατό του ένα παλάτι, έπρεπε να σκάψει ένα υπόγειο τούνελ. Μη γνωρίζοντας, όμως, το μήκος που θα έπρεπε να έχει το τούνελ, πέταξε τον χαρταετό έως πάνω από το παλάτι, κρατώντας την άκρη του νήματος στο σημείο απ όπου θα ξεκινούσε το τούνελ, και έτσι έκανε τους απαραίτητους σχετικούς υπολογισμούς.
Παλαιότερα, στην Κίνα, στην Κορέα και στην Ιαπωνία, πίστευαν ότι οι χαρταετοί είχαν τη δυνατότητα να διώχνουν τα κακά πνεύματα, γι’ αυτό και το πέταγμά τους, ακόμη και σήμερα, προϋποθέτει ολόκληρη τελετουργία. Σύμφωνα με κάποια παράδοση μάλιστα, μια νύχτα ένας Ιάπωνας στρατηγός πέταξε πάνω από το στρατόπεδο των εχθρών του έναν χαρταετό γεμάτο κουδούνια, με αποτέλεσμα οι εχθροί να νομίσουν ότι τους επιτέθηκαν τα κακά πνεύματα και να το βάλουν στα πόδια.
Ο αυτοκράτορας της Κίνας Γουέν Χσουν έκανε πειράματα πτήσεων με αετούς φτιαγμένους από μπαμπού, χρησιμοποιώντας για επιβάτες τους κρατούμενούς του. Οι τυχεροί που επιζούσαν κέρδιζαν την ελευθερία τους.
Μετά ταξίδεψε, στην Κορέα, την Ινδονησία, τη Μαλαισία, στην Ιαπωνία και τα τέλη του 13ου αιώνα από τον Μάρκο Πόλο στη μεσαιωνική Ευρώπη.


*Προσωπικό Υστερόγραφο

Αυτά τα όμορφα βρήκα επιμένοντας λίγο στην διαδικτυακή αναζήτησή. Μέσα μου όμως είναι καρφωμένη μια άλλη εικόνα απαράμιλλης Χάρης και πλήρους ουσίας. Η τελευταία σκηνή της ταινίας “Συνοικία το όνεριο”. Αμέσως μετά την κηδεία του Ασημάκη, όπου η χήρα γυναίκα του με όλες τις γυναίκες της γειτονιάς, μαυροντυμένες κατηφορίζουν στα κατσάβραχα της μοίρας ακροβατώντας θαρρείς στον γκρεμνό του θανάτου, ο Ρίκο και η Στέφη ανηφορίζουν στα ίδια αυτά απόκρημνα βράχια πιασμένοι χέρι χέρι και το πλάνο ολοκληρώνεται μεγαλοφυιώς σε έναν ουρανό γεμάτο χαρταερούς - ψυχές πολύχρωμες που ανεβαίνουν κι όλο ανεβαίνουν ψηλότερα όσο ο σπάγκος της αγάπης αυτών που μένουν πίσω κρατιέται γερά και ζυγιάζεται με τα ζύγια της πίστης και της ελπίδας πως μια μέρα όλοι θα βρεθούμε αγκαλιά, πολύχρωμα πουλιά στην πιο ζεστή αγκαλιά του κόσμου…
Βασιλική Νευροκοπλή


Sunday, February 4, 2018

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης (3 Απριλίου 1770 - 4 Φεβρουαρίου 1843)


Δεν ήταν ένας ακόμη καπετάνιος, αλλά η ίδια η Επανάσταση και αυτό δεν μπορούσε να το αλλάξει η ίντριγκα των Βαυαρών και των Ελλήνων που τον πολέμησαν.
Τον Απρίλιο του 1834, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ο ηγέτης της Επανάστασης, οδηγήθηκε σε δίκη, μαζί με τον Πλαπούτα, κατηγορούμενος για εσχάτη προδοσία και υποκίνηση συνωμοσίας εναντίον του βασιλιά Όθωνα. Παρόλο που δύο από τους πέντε δικαστές, ο Τερτσέτης και ο Πολυζωίδης αρνήθηκαν να υπογράψουν την ετυμηγορία, οι κατηγορούμενοι καταδικάστηκαν σε θάνατο. Ο άνθρωπος που υπερασπίστηκε με πάθος την ελευθερία των Ελλήνων, βρέθηκε φυλακισμένος στο Ναύπλιο, κάτω από πολύ άσχημες συνθήκες. Ο Κολοκοτρώνης πήρε χάρη, όταν ο Όθωνας ενηλικιώθηκε. 
Στις 13 Νοεμβρίου 1838 ο σχεδόν 70χρονος Κολοκοτρώνης μίλησε στην Πνύκα προς τους μαθητές του Γυμνασίου της πρωτεύουσας. Η κυβέρνηση, όταν έμαθε για τις προθέσεις του Γέρου, φοβήθηκε μήπως από τα λεγόμενά του ξεσηκωθεί ο κόσμος. Έστειλε λοιπόν ένα απόσπασμα χωροφυλακής για να τον εμποδίσει. Δεν πρόλαβαν όμως και συνάντησαν τον Κολοκοτρώνη κατά την επιστροφή. 
«Άδικα θα πάτε», τους φώναξε πειρακτικά. «Τα είπα, δεν θα με βρείτε πια εκεί». 

Στις 4 Φεβρουαρίου 1843 το έθνος δεν θα τον έβρισκε πουθενά. Πουθενά αλλού εκτός από τη μνήμη ενός ολόκληρου λαού. 

Οι τελευταίες στιγμές του Γέρου. 
Λίγους μήνες πριν να κλείσει τα μάτια του, το ένστικτό του τον ειδοποίησε πως το τέλος βρισκόταν κοντά. Περιόδευσε σε όλον τον Μοριά. Παντού από όπου περνούσε, φώναζε φίλους και εχθρούς και τους αποχαιρετούσε δίνοντας και παίρνοντας συγχώρεση. Πέρασε ακόμα και από τις Σπέτσες και την Ύδρα και συμφιλιώθηκε με τον Κουντουριώτη.... 
Συγχώρεσε ακόμη και τον υπουργό που ήθελε την καταδίκη του. 
Χόρεψε, γλέντησε και το ίδιο βράδυ «έφυγε». Τον έκλαψαν όλοι οι Έλληνες.
Συγχώρεσε και αυτόν ακόμη τον Σχινά, τον υπουργό Δικαιοσύνης που πίεζε για την καταδίκη του, την περίοδο της δίκης του. Όλους τους αποχαιρετούσε σαν να επρόκειτο να πραγματοποιήσει ένα μακρινό ταξίδι.



Την 1η Φεβρουαρίου 1843 ο Κολοκοτρώνης πάντρεψε τον γιό του Κολίνο με την εγγονή τού άλλοτε ηγεμόνα της Βλαχίας, πρίγκιπα Ιωάννη Καρατζά. Ο γάμος αυτός ήταν από τα πιο σημαντικά κοσμικά γεγονότα της πρωτεύουσας. Στο μυστήριο και στο γλέντι που επακολούθησε παραβρέθηκαν όλοι οι επίσημοι, καθώς και αντιπροσωπείες από όλες τις ξένες πρεσβείες. Ο Γέρος του Μοριά ζούσε μία από τις πιο ευτυχισμένες στιγμές της ζωής του και διασκέδασε με απίστευτη ζωτικότητα. Δύο ημέρες αργότερα παραβρέθηκε στον μεγάλο χορό του παλατιού, όπου παρουσιάσθηκε και πάλι πολύ ευδιάθετος. Κάποια στιγμή παρακάλεσε τον βασιλιά να διατάξει τους  μουσικούς να παίξουν ελληνικούς χορούς. Τα δημοτικά τραγούδια αντήχησαν στα σαλόνια του παλατιού. Ο Γέρος με ευθυμία προσκαλούσε τις κυρίες των τιμών να χορέψουν μαζί του. Στη χάριν αστεϊσμού παρατήρηση του Αναγνώστη Δεληγιάννη ότι ήπιε λίγο παραπάνω απάντησε ότι ήθελε να γλεντήσει τις τελευταίες του στιγμές. Γύρω στα μεσάνυχτα, επέστρεψε στο σπίτι του. Με το που ξάπλωσε στο κρεβάτι του, υπέστη εγκεφαλική συμφόρηση. Στις τρεις το πρωί η σύντροφός του κατάλαβε ότι ο Γέρος δεν ήταν καλά. Ειδοποιήθηκαν αμέσως οι καλύτεροι γιατροί της εποχής Γλαράκης, Ρέζερ και Οικονόμου. Έπραξαν το ανθρωπίνως δυνατό. Τον φλεβοτόμησαν, του τοποθέτησαν βδέλλες, χιόνι στο κεφάλι, μάταια όμως. Η περίφημη περικεφαλαία του Κολοκοτρώνη την οποία φορούσε κατά τη διάρκεια της θητείας του στον Βρετανικό Στρατό στα Επτάνησα. Εν τω μεταξύ ειδοποιημένοι, βρέθηκαν κοντά του τα παιδιά του, οι συγγενείς, οι φίλοι του και πολλοί από τους παλαιούς συμπολεμιστές του. Όμως, η φήμη ότι ο Γέρος ήταν άρρωστος διαδόθηκε αστραπιαία σε όλη την πρωτεύουσα. Ανάστατοι οι πολίτες έκλειναν τα καταστήματά τους, άφηναν τις εργασίες τους και έτρεχαν στο σπίτι του. Δεν πίστευαν ότι ο ήρωας των ηρώων της Επανάστασης ήταν δυνατόν να «φύγει» από κοντά τους. Γύρω στις 11.00 το πρωί η καρδιά του Κολοκοτρώνη σταμάτησε να χτυπά. 
Τα τελευταία του λόγια ήταν προς τον γιο του τον Γενναίο. Μέσα σε έναν σπαρακτικό θρήνο, του φόρεσαν τη στολή του στρατηγού και τα τσαρούχια του, τον έζωσαν με το σπαθί με το οποίο ξεκίνησε τον Αγώνα, τοποθέτησαν μια τουρκική σημαία στα πόδια του να την πατάει συμβολικά και τον έβαλαν στο φέρετρο. Μέσα σε αυτό τοποθέτησαν επίσης την περικεφαλαία και τη στολή που φορούσε ο Γέρος στα Επτάνησα. Το Συμβούλιο της Επικρατείας διέκοψε την προγραμματισμένη συνεδρίασή του και το σώμα έσπευσε στο σπίτι του νεκρού για να εκφράσει τα συλλυπητήριά του. Το υπουργικό συμβούλιο καθόρισε το πρόγραμμα της κηδείας και διέταξε τριήμερο εθνικό πένθος. Η νεκρώσιμη πομπή διέσχισε τη σημερινή οδό Ερμού, έστριψε στην Αιόλου και έφθασε στην εκκλησία της Αγίας Ειρήνης.  Το πλήθος που έσπευσε να αποχαιρετίσει τον Γέρο ήταν τεράστιο. Όλα τα μάτια ήταν βουρκωμένα. Ο Κολίνος κάποια στιγμή λιποθύμησε, ο Γενναίος, παρά την αρχική του ψυχραιμία, δεν άντεξε και ξέσπασε σε λυγμούς κατά τη διάρκεια του εμπνευσμένου λόγου του εκκλησιαστικού ρήτορα Οικονόμου εξ Οικονόμων. Ο τόσο γνώριμος ήχος των κανονιοβολισμών ήταν το τελευταίο «αντίο» προς τον στρατηγό των Ελλήνων. 




Νίκος Γιαννόπουλος, ιστορικός
http://www.mixanitouxronou.gr/o-kolokotronis-ligo-prin-pethani-apocheretise-filous-ke-echthrous-sigchorese-akomi-ke-ton-ipourgo-dikeosinis-pou-ithele-tin-katadiki-tou-chorepse-glentise-ke-to-idio-vradi-efige/

Tuesday, August 8, 2017

Τραγούδι της ανάμνησης του θαύματος της Παναγίας των Βλαχερνών εναντίοντης βαβαρικής επιδρομής των Αβάρων και Περσών κατά της Βασιλεύουσας


Από τις συγκλονιστικότερες στιγμές της ιστορίας
Ήταν η αναχαίτιση της εχθρικής πορείας,
Επιδρομής σωστότερα, ενάντια στην Πόλη
Αβάρων όπως και Περσών που ΄ταν εχθροί της όλοι
Ενώ ο αυτοκράτορας Ηράκλειος πολεμούσε
Και αναχαίτιση Περσών με αγώνα προσπαθούσε
Το εξακόσια είκοσι και έξι στην Ασία
Αυτήν που ξέρουμε ως Μικρά. Πάνω στην εξουσία
Ανήλθε ο Ηράκλειος το εξακόσια δέκα
Μόλις την Ευδοκία του έλαβε ως γυναίκα
Ήταν υπό κατάρρευση η αυτοκρατορία
Απ’ τη διακυβέρνηση που ύστερα από ανταρσία 
Είχε αναλάβει ο Φωκάς που ήταν απ’ τη Θράκη
Κι άφησε πίσω ρημαδιό, πλήθος ανθρώπους ράκη
Οι Σλάβοι απειλητικοί, κι οι Άβαροι ναμάδες 
Που είχαν εγκατασταθεί στις ουγγρικές πεδιάδες
Μα ο πιο μεγάλος κίνδυνος οι Πέρσες που αφότου
Πήραν τα Ιεροσόλυμα και του αγίου τόπου
Κλέψαν τον Τίμιο Σταυρό, στα μέρη τους τον πήγαν
 Όμως δεν παραιτήθηκαν κι ας φάνηκε πως φύγαν
Θέλαν την Ανατολική Μεσόγειο δική τους
Και όλους τους Βυζαντινούς να διώξουν απ’ τη γη τους
Με κάθε τρόπο πάλευαν. Μα θα ξεκαθαρίσει
Τις σχέσεις ο Ηράκλειος και απ’ αυτό θα αρχίσει
Περσία απ’ το Βυζάντιο πρέπει να ξεχωρίσει
Γι’ αυτό και ισχυρό στρατό αυτός θα συγκροτήσει
Και θα προσδώσει κι ιερό μάλιστα χαρακτήρα
Στην εκστρατεία του αυτή αφού το ‘θέλε η μοίρα
Σύμβολο του Χριστιανισμού αυτοί να το κατέχουν
Θέλοντας και τα νώτα τους ασφαλισμένα να έχουν
Με τους Αβάρους συμφωνεί και έτσι ξεκινάει
Κατά Περσών τον πόλεμο που εξαετής κρατάει
Ο βασιλέας των Περσών, Χοσρόης, δε θα μείνει
Άπραγος. Με τους Άβαρους μια συμφωνία κλείνει
Τον αρχηγό τους, Χάγανο, πείθει να ενωθούνε
Και κατά του Ηράκλειου μαζί να επιτεθούνε
Αρχές Μαϊου ήτανε που ‘ρθαν στη Σαλονίκη
Οι Άβαροι που φρόντισαν πασχίζοντας για νίκη
Να ‘χουν μαζί τους σλαβικά φύλα βοηθειά τους
Μα η Σαλονίκη άντεξε κι έτσι λοιπόν, αλιά τους
Αυτοί κατατροπώθηκαν και φεύγοντας στραφήκαν
Προς την Κωνσταντινούπολη και φθάνοντας σταθήκαν
Έξω από τα τείχη της εικοσιεννιά Ιουνίου
Τριάντα ο Σαρβαραζά φτάνει του Ιουλίου
Φέρνοντας περσική στρατιά μέσα στην Χαλκηδόνα
Και η Κωνσταντινούπολη στο μάτι του κυκλώνα
Μοιάζει να μπαίνει η άμοιρη ως περικυκλωμένη
Τέλος Ιούλη οι Άβαροι, -καιρός πλέον δε μένει
Στήνουνε μηχανήματα και την πολιορκούνε
Άνδρες χιλιάδες, εκατόν πεντήκοντα θα πούνε,
Ήταν η πλέον πιθανή δύναμη των Αβάρων
Κι έλειπε κι ο Ηράκλειος κατά άλλων βαρβάρων
Στη Μικρά Ασία, των Περσών, αφήνοντας το γιο του
Τον Κωνσταντίνο ανήλικο πίσω του βοηθό του
Που ο πατριάρχης Σέργιος κι ο μάγιστρος ο Βώνος
Τον επιτρόπευαν κι οι δυο που είχε μείνει  μόνος
Απ’ την αρχή οι Βυζαντινοί ήδη θα δοκιμάσουν
Τον άπληστο τον Χάγανο γλυκά να δελεάσουν
Δίνοντας χρήματα, χρυσό, που θα τα θέλαν όλοι 
Μα κείνος ασυγκίνητος θα μείνει και την Πόλη
Ζητά να παραδώσουνε, μιας και υποδαυλίζαν
Πάντοτε οι Βυζαντινοί κινήσεις που πασχίζαν
Να κάνουν ανεξάρτητους τους Σλάβους κάθε τόσο
Απ’ των Αβάρων τα δεσμά κι αυτό κρατούσε όσο
Καιρό ο Χάγανος ήταν στην εξουσία.
Μονόξυλα πλοιάρια που φτιάξαν στην ουσία
Οι Σλάβοι, στον Κεράτιο ρίχνει να επιβιβάσει
ΌΛα του τα στρατεύματα, και των Περσών εκείνα
Που ήρθαν θα επιβιβασούν στις τρεις του άλλου μήνα
Μ’ άλλα πλοία μονοξυλα στον Βόσπορο θα μπούνε
Έξι Αυγούστου οι Άβαροι πρώτα θα επιτεθούνε
Σε ασθενές τμήμα τειχών και σ’ εκκλησιά θα μπούνε
Της Παναγιάς των Βλαχερνών . Θα οχυρωθούν κει πέρα
Παρόλα αυτά, Βυζαντινό, την επομένη μέρα,
Δίκτυο κατασκοπευτικό, το σύνθημα θα μάθει
Για των πλοίων επίθεση και θα αποφύγει λάθη
Μα και παγίδα έξυπνη ο Βώνος θα τους στήσει
Φωτιές ανάβοντας εκεί που ‘χαν αποφασίσει 
Θέση “Πτερόν” λεγότανε, για να επιτεθούνε
Τα Σλάβικα πλοιάρια θα αποδεκατιστούνε
Την ίδια τύχη βρίσκουνε κι οι Πέρσες μες στα πλοία
Καθώς ένα εικόνισμα κάνουνε λιτανεία
Της Παναγιάς, Βυζαντινοί επάνω απ’ τα τείχη
Και όλοι βλέπουν την Κυρά που έχουνε την τύχη
Να προστατεύει φρούριο απόρθητο την Πόλη
Να κυνηγάει τους εχθρούς όπου την τρέμουν όλοι
Χιλιάδες τέσσερις, θα πουν, πως χάσαν την ζωή τους
Οι πολιορκημένοι θάρρεψαν στη νίκη τη δική τους
Κι ακούγοντας πως σύντομα στην Πόλη καταφθάνει
Ο αδερφός του βασιλιά, Θεόδωρος, ορμούνε
Κι από τα τείχη βγαίνουνε να αντεπιτεθούνε
Ο Χάγανος αποχωρεί και παίρνει το στρατό του
Και δεν τους ξαναενοχλεί μήτε στο όνειρό του
Μαζί όμως με τους Άβαρους κι οι Πέρσες με αισχύνη
Γυρίζουν στην πατρίδα τους, κι ο αρχηγός τους χύνει
Δάκρυα ο Σαρβαραζάς και πίσω δεν κοιτάζει
Η νίκη θριαμβευτική και ο λαός την τάζει
Στην Παναγιά των Βλαχερνών καθώς όλοι το νιώσαν
Πως οδηγούσε η Κυρά κι έτσι της αποδώσαν
Όλα τα νικητήρια. Πήγαν στην εκκλησιά της
Και ψάλαν τον Ακάθιστο Ύμνο εκεί μπροστά της
Όρθιοι κλήρος και λαός, τη Υπερμάχω Στρατηγώ


Βασισμένο και εμπνευσμένο από το Θερινό Συναξάρι του αρχιμανδρίτη Ανανία Κουστένη και την ιστοριία όπως αναγράφεται στον ακόλουθο σύνδεσμο: https://www.sansimera.gr/articles/960

Friday, July 21, 2017

ΚΩΣΤΑΣ ΜΟΝΤΗΣ «Τρία γράμματα προς τη μητέρα» 43 ΧΡΟΝΙΑ ΣΗΜΕΡΑ ΑΠΟ ΤΗΝΕΙΣΒΟΛΗ

Μητέρα, αν το βρεις βαρύ το γράμμα μου,
είναι που σκύβει απάνω του ο Πενταδάκτυλος φορτωμένος Τούρκο,
αν το βρεις ασήκωτο,
είναι που γονατίζει απάνω του ο Πενταδάκτυλος φορτωμένος Τούρκο.
Είναι ένα μεγάλο πρόβλημα ο Πενταδάκτυλος, μητέρα.
Στο κάτω-κάτω το Μόρφου δεν το βλέπουμε,
στο κάτω-κάτω την Κερύνεια δεν τη βλέπουμε,
την Αμμόχωστο δεν τη βλέπουμε,
όμως αυτός είν’ εκεί απέναντί μας ,
όμως αυτός είναι διαρκώς εκεί απέναντί μας ,
και μας κοιτάζει , και μας κοιτάζει μ’ ένα τρόπο …
και κάθεται βραχνάς και μολύβι στο στήθος μας,
όμως αυτός είν’ εκεί απέναντί μας ,
και δεν μπορεί να κρυβεί σαν το Μόρφου,
και δε μπορεί να κρυβεί σαν την Κερύνεια
και σαν την Αμμόχωστο.
Και λέει: “Λοιπόν’;
και μας ρωτά: “Λοιπόν’;






Friday, October 28, 2016

Ἡ Ἁγὶα Σκὲπη τῆς Θεοτὸκου καὶ τὸ ἒπος τοῦ 1940

Αποτέλεσμα εικόνας για αγια σκεπη

ΠΩΣ ΚΑΘΙΕΡΩΘΗΚΕ Η ΓΙΟΡΤΗ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΣΚΕΠΗΣ

Η Αγία Σκέπη της Θεοτόκου
Στα χρόνια του βασιλέως Λέοντος του Μεγάλου (457-474 μ. Χ.) ζούσε στην Κων/πολη ο όσιος Ανδρέας, ο κατά Χριστόν σαλός. Σαλός είναι ο τρελλός και κατά Χριστόν σαλοί ονομάζονται κάποιοι άγιοι, οι οποίοι κάνανε κάποια περίεργα και παράλογα πράγματα, με απώτερο σκοπό να τους θεωρούν παλαβούς ή παλιανθρώπους και να μη τους τιμούν οι άνθρωποι· και έτσι αυτοί να ζουν με ταπείνωση και στην αφάνεια. Μια νύχτα που γινότανε αγρυπνία στο ναό της Παναγίας των Βλαχερνών, ο όσιος Ανδρέας μαζί με τον μαθητή του Επιφάνιο, που έγινε αργότερα πατριάρχης Κων/πόλεως (520-536 μ. Χ.), είδαν την Υπεραγία Θεοτόκο οφθαλμοφανώς, όχι σε όραμα, να μπαίνει από την κεντρική πύλη του ναού. Την συνόδευαν οι Ιωάννης ο Πρόδρομος και Ιωάννης ο Θεολόγος και πλήθος αγγέλων. Αφού μπήκε μέσα στο ναό προχώρησε στον σολέα. Εκεί γονάτισε και προσευχήθηκε πολλή ώρα με θερμά δάκρυα υπέρ της σωτηρίας των πιστών, ενώ την βλέπανε μόνο ο Ανδρέας και ο Επιφάνιος. Αφού προσευχήθηκε για πολύ η Θεοτόκος σηκώθηκε και μπήκε μέσα στο ιερό, όπου φυλασσόταν το μαφόριο της δηλαδή το τσεμπέρι της, το πήρε στα χέρια της και βγαίνοντας έξω το άπλωσε πάνω από τους πιστούς, για να δείξει ότι τους σκέπει και τους προστατεύει…
 

Αυτό είναι το γεγονός το οποίο στάθηκε αφορμή η Εκκλησία μας να καθιερώσει την γιορτή της αγίας Σκέπης δηλαδή τη γιορτή προς τιμή της Παναγίας, η οποία σκεπάζει (σκέπει) και προστατεύει το λαό του Θεού και φωτίζει τους πιστούς στο δρόμο για την τελείωση. Μας σκεπάζει με τις προσευχές της, με τις παρακλήσεις της και με τα δάκρυά της. 
Η Παναγία μας άπλωσε το μαφόριο της εντός του ναού και σκέπασε όσους αγρυπνούσαν και προσευχόταν. Με την ενέργεια αυτή θέλει να πει ότι πρέπει να έχουμε ουσιαστική σχέση με την Εκκλησία για να μας σκεπάσει με τις πρεσβείες της. Την εορτή της αγίας Σκέπης τη γιορτάζουμε κάθε χρόνο στις 28 Οκτωβρίου. 
  
Η ΑΓΙΑ ΣΚΕΠΗ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ  
ΚΑΙ ΤΟ ΕΠΟΣ ΤΟΥ 1940

Δεν είναι τυχαίο ότι οι δύο σημαντικότερες εθνικές γιορτές του έθνους μας έχουν το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό να συνεορτάζονται με μία γιορτή της Παναγίας. Την 25η Μαρτίου γιορτάζουμε τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου και την 28η Οκτωβρίου την Αγία Σκέπη της Θεοτόκου.
Η γιορτή αυτή μετατέθηκε από την εκκλησία μας το 1952 από την 1η Οκτωβρίου την 28η ως ένδειξη ευγνωμοσύνης προς τη μητέρα του Θεού για τη σκέπη και την προστασία της στον αγώνα των Ελλήνων απέναντι στον αλαζονικό ιταλικό στρατό.
Δεν χωράει αμφιβολία ότι η εποποιία του 1940, αποτελεί ένα θαύμα, είναι ένα από τα πολλά θαύματα στην ιστορία των Ελλήνων. Δεν μπορεί να είναι καρπός αποκλειστικά ανθρώπινου αγώνα. Η θεϊκή χάρη συνεργάσθηκε με την ανθρώπινη προσπάθεια. Και είναι δίκαιο που μαζί με τα θριαμβευτικά σαλπίσματα πάνω από τους τάφους των ηρώων, σήμαναν δοξαστικές καμπάνες για ένα ‘’ευχαριστώ’’ στην Παναγία, σ’ εκείνη, στην οποία η εθνική συνείδηση απέδωσε για μια ακόμα φορά ‘’τα νικητήρια’’. Τη Σκέπη των αγωνιστών. Την Ελευθερώτρια των σκλαβωμένων.

Γιατί στα κρίσιμα χρόνια του πολέμου οι Έλληνες εμπιστεύθηκαν στα χέρια της Παναγίας τον αγώνα τους. Ζήτησαν τη μητρική προστασία της για να υπερασπιστούν τα δίκαιά τους. Και ήταν τόση η πίστη τους, ώστε την έβλεπαν να τους εμψυχώνει και να τους σκεπάζει, καθώς πολεμούσαν απεγνωσμένα στα χιονισμένα βουνά της Πίνδου και της Αλβανίας. Η άλλοτε Υπέρμαχος Στρατηγός των Ρωμηών γίνεται η Αγία Σκέπη των αγωνιστών και το θαύμα επαναλαμβάνεται. Χάρη στην πίστη που θερμαίνει τις ψυχές τους οι μαχητές περιφρονούν τη λογική των αριθμών και αντιστέκονται στις σιδερόφρακτες εχθρικές στρατιές με ηρωισμό που κινεί τον παγκόσμιο θαυμασμό.

ΤΑ ΘΑΥΜΑΤΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΣΚΕΠΗΣ 
ΣΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ ΤΟΥ 1940

Στὸ μέτωπο, σ᾿ ὅλη τὴ γραμμή, ἀπὸ τὴ γαλανὴ θάλασσα τοῦ Ἰονίου μέχρι ψηλὰ τὶς παγωμένες Πρέσπες, ὁ ἑλληνικὸς στρατὸς ἄρχιζε νὰ βλέπει παντοῦ τὸ ἴδιο ὅραμα: Ἔβλεπε τὶς νύχτες μία γυναικεία μορφὴ νὰ βαδίζει ψηλόλιγνη, ἄλαφροπερπατητη, μὲ τὴν καλύπτρα τῆς ἄναριγμενη ἀπὸ τὸ κεφάλι στοὺς ὤμους. Τὴν ἀναγνώριζε, τὴν ἤξερε ἀπὸ παλιά, τοῦ τὴν εἶχαν τραγουδήσει ὅταν ἦταν μωρὸ κι ὀνειρευόταν στὴν κούνια. Ἦταν ἡ μάνα ἡ μεγαλόψυχη στὸν πόνο καὶ στὴν δόξα, ἡ λαβωμένη τῆς Τήνου, ἡ ὑπέρμαχος Στρατηγός.

Γράμμα ἀπὸ τὴ Μόροβα
Ὁ Τάσος Ρηγοπούλας, στρατευμένος στὴν Ἀλβανία τὸ 1940, ἔστειλε ἀπὸ τὸ μέτωπο τὸ παρακάτω γράμμα στὸν ἀδελφό του. «Ἀδελφέ μου Νίκο.
Σοὺ γράφω ἀπὸ μία ἀετοφωλιά, τετρακόσια μέτρα ψηλότερη ἀπὸ τὴν κορυφὴ τῆς Πάρνηθας. Ἡ φύση τριγύρω εἶναι πάλλευκη. Σκοπός μου ὅμως δὲν εἶναι νὰ σοῦ περιγράψω τὰ θέλγητρα μίας χιονισμένης Μόροβας μὲ ὅλο τὸ ἄγριο μεγαλεῖο της. Σκοπός μου εἶναι νὰ σοῦ μεταδώσω αὐτὸ ποὺ ἔζησα, ποὺ τὸ εἶδα μὲ τὰ μάτια μου καὶ ποὺ φοβᾶμαι μήπως, ἀκούγοντας τὸ ἀπὸ ἄλλους, δὲν τὸ πιστέψεις.
Λίγες στιγμὲς πρὶν ὁρμήσουμε γιὰ τὰ ὀχυρὰ τῆς Μόροβας, εἴδαμε σὲ ἀπόσταση καμιὰ δεκαριὰ μέτρων μία ψηλὴ μαυροφόρα νὰ στέκει ἀκίνητη.
– Τὶς εἶ; Μιλιά…
Ὁ σκοπὸς θυμωμένος ξαναφώναξε: -Τὶς εἰ;
Τότε, σὰν νὰ μᾶς πέρασε ὅλους ἠλεκτρικὸ ρεῦμα, ψιθυρίσαμε: Ἡ ΠΑΝΑΓΙΑ!
Ἐκείνη ὅρμησε ἐμπρὸς σὰν νὰ εἶχε φτερὰ ἀετοῦ. Ἐμεῖς ἀπὸ πίσω της. Συνεχῶς τὴν αἰσθανόμασταν νὰ μᾶς μεταγγίζει ἀντρειοσύνη. Ὁλόκληρη ἑβδομάδα παλέψαμε σκληρά, γιὰ νὰ καταλάβουμε τὰ ὀχυρὰ Ἰβάν-Μόροβας.
Ὑπογραμμίζω πὼς ἡ ἐπίθεσή μας πέτυχε τοὺς Ἰταλοὺς στὴν ἀλλαγὴ τῶν μονάδων τους. Τὰ παλιὰ τμήματα εἶχαν τραβηχτεῖ πίσω καὶ τὰ καινούργια… κοιμοῦνταν! Τὸ τί ἔπαθαν δὲν περιγράφεται. Ἐκείνη ὁρμοῦσε πάντα μπροστά. Κι ὅταν πιὰ νικητὲς ροβολούσαμε πρὸς τὴν ἀνυπεράσπιστη Κορυτσά, τότε ἡ Ὑπέρμαχος ἔγινε ἀτμός, νέφος ἁπαλὸ καὶ χάθηκε».

Θαῦμα στὸ Μπούμπεση
Ζωντανὸ θαῦμα τῆς Παναγίας ἔζησαν στὸν ἑλληνοϊταλικὸ πόλεμο οἱ στρατιῶτες τοῦ 51ου ἀνεξαρτήτου τάγματος, μὲ διοικητὴ τὸν ταγματάρχη Πετράκη, στὴν κορυφογραμμὴ τοῦ Ροντένη, δεξιά της θρυλικῆς Κλεισούρας.
Κάθε βράδυ, ἀπὸ τὶς 22-1-1941 καὶ ἔπειτα, στὶς 9.20 ἀκριβῶς, τὸ βαρὺ ἰταλικὸ πυροβολικὸ ἄρχιζε βολὴ ἐναντίον τοῦ τάγματος Πετράκη καὶ τοῦ δρόμου, ἀπ᾿ ὅπου περνοῦσαν τὰ μεταγωγικά. Πέρασαν ἡμέρες καὶ τὸ κακὸ συνεχιζόταν, δημιουργώντας ἐκνευρισμὸ καὶ ἀπώλειες. Τολμηροὶ ἀνιχνευτὲς τῶν ἐμπροσθοφυλακῶν καὶ ἀεροπόροι ἐξαπολύθηκαν μέχρι βαθιὰ στὶς ἰταλικὲς γραμμές, ἀλλὰ ἐπέστρεψαν ἄπρακτοι. Δὲν μποροῦσαν νὰ ἐντοπίσουν τὰ ἰταλικὰ πυροβόλα, ἴσως γιατὶ οἱ Ἰταλοὶ κάθε βράδυ τὰ μετακινοῦσαν.
Ἦταν ὅμως ἀπόλυτη ἀνάγκη νὰ ἐντοπισθοῦν οἱ ἐχθρικὲς θέσεις. Ἕνα βράδυ τοῦ Φεβρουαρίου ἀκούστηκαν πάλι οἱ ὁμοβροντίες τῶν ἰταλικῶν κανονιῶν.
– Παναγία μου, φώναξε τότε ὁ ταγματάρχης ἐντελῶς αὐθόρμητα, βοήθησέ μας! Σῶσε μας ἀπ᾿ αὐτοὺς τοὺς δαίμονες.
Ἀμέσως στὸ βάθος πρόβαλε ἕνα φωτεινὸ σύννεφο. Σιγὰ-σιγὰ σχημάτισε κάτι σὰν φωτοστέφανο. Καὶ κάτω ἀπ᾿ αὐτὸ μερικὰ ἀσημένια συννεφάκια σχημάτισαν τὴ μορφὴ τῆς Παναγίας, ἡ ὁποία ἄρχισε νὰ γέρνει πρὸς τὴ γῆ καὶ στάθηκε σ᾿ ἕνα φαράγγι, ἀνάμεσα σὲ δυὸ ὑψώματα τοῦ Μπούμπεση. Τὸ ὅραμα τὸ εἶδαν ὅλοι στὸ τάγμα καὶ ρίγησαν.
– Θαῦμα! βροντοφώναξε ὁ ταγματάρχης.
– Θαῦμα! Θαῦμα! ἐπανέλαβαν οἱ στρατιῶτες καὶ σταυροκοπήθηκαν.
Ἀμέσως ἔφυγε ἕνας σύνδεσμος μὲ σημείωμα τοῦ Πετράκη γιὰ τὴν πυροβολαρχία τοῦ Τζήμα. Σὲ δέκα λεπτὰ βρόντησαν τὰ ἑλληνικὰ κανόνια καὶ σὲ εἴκοσι ἐσίγησαν τὰ ἰταλικά. οἱ ὀβίδες μας εἶχαν πετύχει ἀπόλυτα τὸν στόχο.

ΥΜΝΟΛΟΓΙΑ

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος α’.
Τῆς ἐρήμου πολίτης.

Τῆς Σκέπης σου Παρθένε, ἀvuμνοῦμεν τάς χαρίτας,
ἣν ὡς φωτοφόρον νεφέλην, ἐφαπλοῖς ὑπὲρ ἔννοιαν,
καὶ σκέπεις τὸν λαόν σου νοερῶς, ἐκ πάσης τῶν ἐχθρῶν ἐπιβουλῆς. 
Σὲ γὰρ σκέπην καὶ προστάτιν καὶ βοηθόν, κεκτήμεθα βοῶντές σοι· 
Δόξα τοῖς μεγαλείοις σου Ἁγνή, δόξα τῇ θείᾳ Σκέπῃ σου,
δόξα τῇ πρὸς ἡμᾶς σου, προμηθείᾳ Ἄχραντε



https://aerapatera.wordpress.com/