Labels

Showing posts with label Ημερολόγιο. Show all posts
Showing posts with label Ημερολόγιο. Show all posts

Monday, September 4, 2023

Συντροφιά στη νύχτα

Ξημερώνει Δευτέρα 4 Σεπτεμβρίου.
Δεν μπορώ να κοιμηθώ. Δεν ξέρω γιατί δεν μπορώ να κοιμηθώ.
Ίσως επειδή κοιμήθηκα δυο ώρες το μεσημέρι.
Ίσως επειδή μ’ αρέσει να σε βλέπω να κοιμάσαι.
Ίσως πάλι επειδή η καρδιά μου που ο ύπνος ησυχάζει είναι ήδη ήσυχη.
Κι όμως νομίζω πως δεν είναι τίποτα απ’ αυτά.
Είναι που η νύχτα άρχισε να μεγαλώνει.
Και είναι αβάσταχτο να μεγαλώνεις μονάχος.
Θέλεις μια συντροφιά. Κάποιον στο πλάι σου να μεγαλώνετε μαζί. Όταν είμαστε μαζί είναι λιγότερο οδυνηρό. Είναι σαν να μη μεγαλώνουμε πια. Σαν να σταματά ο χρόνος. Να καταργείται. Θαρρείς κι ο χρόνος αφορά αποκλειστικά τη μοναξιά και καθόλου τη συντροφικότητα. Βλέπεις όταν είμαστε μαζί τίποτα άλλο εκτός από το μαζί δεν έχει σημασία.
Βγαίνω στο μπαλκόνι να κρατήσω συντροφιά στη νύχτα.
Ανάβω ένα κερί, κοιταζόμαστε στα μάτια.
Μένουμε για ώρα σιωπηλές σαν γνώριμες από καιρό.
Ζούμε τη στιγμή. Ποιος ξέρει αν αύριο θα είμαστε πάλι μαζί…


Saturday, May 7, 2022

ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ - ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΩΝ ΑΙΩΝΩΝ στον ΠΑΙΔΙΚΟ ΙΑΝΟ




ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΝΕΥΡΟΚΟΠΛΗ

 

ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ - ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΩΝ ΑΙΩΝΩΝ

 

Τετάρτη 11 Μαΐου 202218:00-20:00

 

 

Ο Παιδικός IANOS και οι Εκδόσεις Λιβάνη

σας προσκαλούν στον χώρο του βιβλιοπωλείου, Γρ. Παλαµά 3, Θεσσαλονίκη.

 

Η συγγραφέας θα βρίσκεται στο κατάστηµα, θα συνοµιλήσει µε τους αναγνώστες

και θα υπογράψει αντίτυπα του βιβλίου της.


Friday, October 29, 2021

Δευτέρα 28 Οκτωβρίου 1940. - Γιώργος Θεοτοκάς - Αντίφωνο

“Κηφισιά, Δευτέρα 28 Οκτωβρίου 1940.

Ξυπνώ με τις καμπάνες, που σημαίνουν την κήρυξη του πολέμου και τον πρώτο συναγερμό. Ο ωραιότατος καιρός, οι καμπανοκρουσίες, κάποια κίνηση ιδιαίτερη, κάποια έξαψη, που αισθάνομαι αμέσως τριγύρω μου, στο σπίτι, στον δρόμο, στα άλλα σπίτια και στους κήπους, όλα αυτά προσδίδουν από την πρώτη στιγμή στην ημέρα, που αρχίζει μια όψη εορτάσιμη, πανηγυρική. Η πρώτη μου σκέψη είναι: “Το μεσημέρι, το αργότερο, θα έρθουν τα αεροπλάνα να μας βομβαρδίσουν”.

Ξεκινώ για την Αθήνα νωρίτερα από τη συνηθισμένη μου ώρα. Στο δρόμο, ενώ πηγαίνω προς τον Πλάτανο να πάρω το λεωφορείο, με συνοδεύει μια γριά προσφυγίνα, μαγείρισσα σε κάποιο σπίτι, που τρέχει να πάει στον Πειραιά να δει τι γίνονται τα παιδιά της. Είναι πανικόβλητη, μου μιλά για την καταστροφή της Σμύρνης, για τα πτώματα στους δρόμους.

Στο λεωφορείο διαβάζω την εφημερίδα και ξεχνιέμαι. Οι επιβάτες μιλούν για τον πόλεμο με πολλή ψυχραιμία και κάποτε με ευθυμία.

Μετά τους Αμπελόκηπους, μπαίνοντας στην Αθήνα, αντικρίζω την πρώτη πολεμική εικόνα και αισθάνομαι την πρώτη συγκίνηση της ημέρας. Μια στρατιωτική μονάδα φεύγει από τα Παραπήγματα. Οι στρατιώτες είναι άοπλοι. Είναι πολύ νέοι και καλά ντυμένοι. Γελούν, τραγουδούν, κάνουν σαν παιδιά, που ξεκινούν και πορεύονται σε μια ευχάριστη εκδρομή. Μες το λεωφορείο μια γυναίκα ξαφνικά αρχίζει να κλαίει με λυγμούς, μια άλλη κλαίει κρυφά, στρέφει το πρόσωπό της προς τα έξω, για να μην τη δουν.

Φτάνω στο γραφείο και ύστερα βγαίνω στην οδό Βουκουρεστίου. Παντού υπάρχει μια κίνηση ασυνήθιστη, αλλά τίποτε που να μοιάζει με φόβο. Ο κόσμος είναι γενναίος και εύθυμος, πηγαινοέρχεται στους δρόμους, συζητεί με θέρμη, αλλά χωρίς υπερβολική νευρικότητα.

Ξαναβρίσκω όλη την απάθειά μου, που είχε θαρρείς κλονιστεί για μια στιγμή στο λεωφορείο. Αισθάνομαι ότι ανήκω σ’ ένα σύνολο, που δεν έχασε την αυτοπειθαρχία του. Το αίσθημα αυτό μου γεννά κάποια υπερηφάνεια.

Στη γωνία Βουκουρεστίου και Σταδίου μια αρκετά μεγάλη διαδήλωση νέων έχει επιτεθεί στα γραφεία της ιταλικής αεροπορικής εταιρείας Ala Litoria. Σπάζουν τις πόρτες, μπαίνουν μέσα και τα σπάζουν όλα, γεμίζουν το δρόμο με συντρίμμια και χαρτιά. Το νεανικό πλήθος φωνάζει και γελά. Αισθάνομαι ότι μου μεταδίδει τον ενθουσιασμό του, φωνάζω και εγώ και γελώ.

Σιγά-σιγά η Αθήνα παίρνει το ύφος των μεγάλων εθνικών εορτών, κάτι που θυμίζει λ.χ. τα Εκατόχρονα της Ελληνικής Επανάστασης, αλλά πιο αυθόρμητα, πιο νεανικά. Καιρός θαυμάσιος, καταγάλανος ουρανός. Πλήθη νέων έχουν χυθεί στους κεντρικούς δρόμους με λάβαρα, σημαίες, δάφνες, μουσικές. Ο κόσμος συμμετέχει σ’ αυτές τις εκδηλώσεις, χειροκροτεί, ζητωκραυγάζει. Είχα πολλά, πάρα πολλά χρόνια να δω τέτοιον ενθουσιασμό στην Αθήνα. Αισθάνεται κανείς ένα πάθος μες τον αέρα, ένα φανατισμό, μια λεβεντιά. Ξύπνησε το ελληνικό φιλότιμο, είναι κάτι ωραίο. Και μια τέλεια εθνική ενότητα. Είναι η πρώτη φορά στη ζωή μου, που αισθάνομαι τέτοια ομόνοια να βασιλεύει στον τόπο.

Κανείς δεν σκέπτεται αυτή τη στιγμή ότι ο εχθρός είναι δέκα φορές ισχυρότερος, ότι ο θάνατος κρέμεται από πάνω μας μέσα σ’ αυτόν τον λαμπρό ουρανό. Αισθάνομαι μια μεγάλη αγάπη για τον ελληνικό λαό, μια αγάπη γεμάτη αλληλεγγύη, στοργή και αντρική εκτίμηση. Είναι ένας όμορφος, λεβέντικος, ευγενικός και έξυπνος λαός, είναι ένας λαός που αξίζει περισσότερο από ορισμένους μεγάλους λαούς του κόσμου και ασφαλώς πολύ περισσότερο απ’ αυτούς τους ξιπασμένους, που ξεκίνησαν σήμερα να μας κατακτήσουν.

Μου κάνει εντύπωση πως όλες οι εκδηλώσεις της Αθήνας σήμερα, ακόμα και οι εκδηλώσεις που έχουν ένα τόνο μίσους και βίας, γίνονται με κάποιο ύφος αυθόρμητης ευγένειας, με κάποια αξιοπρέπεια, με κάποιον ορμέφυτο πολιτισμό, που απεχθάνεται τη χυδαιότητα. Στις κρίσιμες ώρες οι Ελληνες βρίσκουν τον πιο αληθινό εαυτό τους, ενώ στις ομαλές περιπτώσεις συμβαίνει τόσο συχνά να τον ξεχνούν!

Επιστρέφω στο γραφείο ύστερα από αρκετή ώρα, αφού συναντώ στην οδό Σταδίου ένα σωρό φίλους, τον Κατσίμπαλη, τον Δημαρά, τον Σεφέρη, τον Ελύτη και άλλους.

Στον δρόμο με βρίσκει συναγερμός. Δεν κάνει αίσθηση σε κανέναν, ο κόσμος περιδιαβάζει σαν να μη συνέβαινε τίποτα, ψάχνει να δει τα αεροπλάνα στον ουρανό. Οταν φτάνω στο γραφείο, αντηχούν τα πρώτα αντιαεροπορικά πυρά, που μοιάζουν πολύ κοντινά. Κατεβαίνει όλη η πολυκατοικία στο καταφύγιο.

Ξαναβγαίνω σε λίγο και συναντώ τον Σαραντίδη και τον Βακαλόπουλο. Ο τελευταίος συγκρίνει την εορτάσιμη όψη της Αθήνας με την όψη που είχε το Παρίσι τη μέρα που η Γαλλία κήρυξε τον πόλεμο και μιλά για την κατήφεια και τη μελαγχολία των Γάλλων. Υστερα συναντώ τον διπλωμάτη Νικολαρεΐζη, που μόλις έφτασε από το Αργυρόκαστρο, όπου ήταν υποπρόξενος. Μου κάνει λόγο για τη στρατιωτική κατάσταση στην Ηπειρο, για το χαμηλό ηθικό των Ιταλών, για το εξαίρετο ηθικό των δικών μας. Στον δρόμο ξανά συναγερμός, αντιαεροπορικά πυρά κλπ. Πηγαίνω στο σπίτι, προσπαθώ να διαβάσω Σολωμό, ενώ αντηχεί ξανά συναγερμός. Κλείνω το βιβλίο, αλλά μένω στο δωμάτιό μου και δε συλλογίζομαι να βγω έξω και να προφυλαχτώ.

Αργότερα περιδιαβάζω στην Αθήνα, παρακολουθώ την κίνηση των επιστράτων, που πηγαίνουν συνεχώς να καταταγούν. Γελούν, φλυαρούν, χειρονομούν ζωηρά. Ως τις 5μ.μ. περίπου που φεύγω για την Κηφισιά, η Αθήνα διατηρεί την εορτάσιμη όψη της.

Το βράδυ επικράτησε μαυρίλα και ησυχία βαριά. Παράξενη ησυχία. Περίμενα ότι θα είχαν συμβεί περισσότερα γεγονότα. Στην Πάτρα σκότωσαν τα αεροπλάνα αρκετό κόσμο και εξάλλου έχομε και τη νύχτα μπροστά μας. Αν ζήσομε, θα έχομε να διηγούμαστε ενδιαφέρουσες ιστορίες…”


Ο Γιώργος Θεοτοκάς (1906-1960), ο γνωστός και πολυγραφότατος λογοτέχνης, βρισκόταν στην Αθήνα, όταν κηρύχθηκε ο ελληνοϊταλικός πόλεμος του 1940 και από τις σελίδες του ημερολογίου του, που εκδόθηκε με τον τίτλο: “Τετράδια ημερολογίου (1939-1945)”, περιγράφει τα συγκλονιστικά γεγονότα τα οποία έζησε. Ας παρακολουθήσομε το κείμενό του.  (Του Μιχ. Γ. Καβουλάκη, φιλολόγου, πρ. λυκειάρχη)


Πηγή: Αντίφωνο
https://antifono.gr/h-28%ce%b7-%ce%bf%ce%ba%cf%84%cf%89%ce%b2%cf%81%ce%af%ce%bf%cf%85-1940-%cf%8c%cf%80%cf%89%cf%82-%ce%ba%ce%b1%cf%84%ce%b1%ce%b3%cf%81%ce%ac%cf%86%ce%b5%cf%84%ce%b1%ce%b9-%cf%83%cf%84%ce%bf-%ce%b7%ce%bc/

Friday, April 19, 2019

Kyriakos Kalaitzidis trio - συναυλία σε ιστορικό ιαπωνικό κτίριο του Πόλκιο της Νότιας Κορέας


Πρόκειται για ένα τυπικό ιαπωνικό κτίριο του 1905 που πλέον έχει ρόλο ξενοδοχείου. Μπαίνοντας σε αυτό σήμερα, βλέπεις δεξιά ένα Καφέ με παράθυρα στο δρόμο και παιχνίδια στους πάγκους, αριστερά κάτι σαν σαλόνι υποδοχής όπου παίρνεις το πρωινό σου αν μένεις εδώ, συναντιέσαι με φίλους ή διαβάζεις. Σε ένα μικρό δωμάτιο έρχονται παιδιά για να παίξουν. Κεραμικά, κοχύλια, φυτά, παλιά αναγνωστικά, πίνακες, έργα τέχνης, ένας κήπος στην εσωτερική αυλή στο βάθος όπου βρίσκονται τα δωμάτια και ο χώρος της συναυλίας στον δεύτερο όροφο του ενός οικήματος. Συρόμενες πόρτες, σχεδόν χάρτινα κουφώματα, παράθυρα με ακριβό ριζόχαρτο σαν περγαμηνή, θερμαινόμενα πατώματα, στρωματσάδα. Δε θα δεις στα δωμάτια κρεβάτια, ντουλάπες, βιβλιοθήκες, τραπέζια και καρέκλες, ενώ τα περισσότερα έχουν κοινό μπάνιο. Ολόγυμνοι χώροι που σε ξεκουράζουν και η ψυχή σου απλώνεται μέσα τους αν τους παραδοθεί δίχως γνωστά και οικεία σου αιτήματα.
Ξύπνησα νωρίς σήμερα και αποφάσισα να μην προσπαθήσω να κοιμηθώ άλλο. Οι έξι ώρες διαφορά ακόμα μας επηρεάζουν. Βγήκα όμως στην πανέμορφη αυλή, έκανα το ελληνικό καφεδάκι μου όπως κάθε μέρα κι έμεινα να ακούω τα πουλιά. Όλοι κοιμούνται. Τώρα βγήκε η γελαστή κυρία που θα ετοιμάσει το πρωινό. Υποκλίθηκε λέγοντάς μου καλημέρα. 
Η χθεσινή συναυλία Ελλήνων και Κορεατών ήταν πολύ ξεχωριστή. Καμία σχέση με τις μεγάλες σάλες. Καθισμένοι στο πάτωμα οι θεατές - ακροατές, άνθρωποι μερακλήδες, ευαίσθητοι, λάτρεις της μουσικής συμμετείχαν με έναν τρόπο τόσο αισθαντικό και  καρδιακό που κατάφεραν να μας κάνουν ένα στην αγκαλιά τους.  

Η δύναμη της μουσικής είναι πράγματι ασύλληπτη, αλλά εξαρτάται πάντα και από την υποδοχή που της γίνεται. Στα δικά μας αφτιά η Κορεάτικη μουσική οπωσδήποτε ηχεί παράξενα. Είναι σαν αφηγηματική, το ταγού της έχει πρόζα, μεγάλη γκάμα εντάσεων, διακοπτόμενος ήχους και όχι συνεχόμενες μελωδίες, πολλά γκλισάντο και οργανικά και φωνητικά. Κάθε μέρα ακούω τις κοινές πρόβες των μουσικών μας με τους δικούς τους και χθες ήταν η πρώτη φορά που συγκινήθηκα από την τραγουδίστρια. Σίγουρα πρόκειται για  μια μουσική που απαιτεί εξοικείωση. Νομίζω πως η δική μας γι’ αυτούς είναι πιο εύκολη. Η μελωδία του Μάρκο Πόλο που έγραψε ο Κυριάκος πηγαίνει ήδη από στόμα σε στόμα, την τραγουδούν όλοι συνέχεια, δε θα ήταν απίστευτο αν μεθαύριο γινόταν μεγάλο σουξέ στην Κορέα και την έπαιζαν τα ραδιόφωνα. 

Κατέληξα πως μετά από τόσες μέρες δε θα καταφέρω να βάλω σε μια χρονολογική σειρά τις εμπειρίες μου,  οπότε θα γράφω ό,τι μπορώ. Σχεδόν κάθε μέρα μετακίνηση από τόπο σε τόπο, ονόματα δύσκολα, καταιγισμός εικόνων και τω Θεώ δόξα. Σε λίγο ξεκινάμε για τη Σεούλ, πέντε ώρες δρόμος με το αυτοκίνητο. Αφήνουμε πίσω μας τις μικρές πόλεις και τα χωριά για την πόλη που έχει σχεδόν εικοσιπέντε εκατομμύρια ανθρώπους, από τα πενήντα που έχει όλη η χώρα, -μια χώρα μικρότερη από τη
 δική  μας, με έκταση 100.000τχλμ. 





















Thursday, October 25, 2018

Ταξιδιωτικό ημερολόγιο - Νιου Χάμσερ - Το τέλος του ταξιδιού που ποτέ δεν τελειώνει



Ξαφνικά συνειδητοποιώ πως άφησα το ημερολόγιο λίγο πριν το τέλος. Ίσως γιατί το ταξίδι ποτέ δεν τελειώνει. Ίσως επειδή η σιωπή είναι μέρος του λόγου, όπως η παύση ανάσα της μουσικής. Αλλά αν κρατήσει πολύ η παύση χάνεται η μουσική. Ή μήπως όχι; 
Οι συγκινήσεις έχουν τον δκό τους ρυθμό. Για να φανερωθεί ο καρπός τους πρέπει πρώτα να ριζώσουν στο χώμα της καρδιάς. Η γονιμοποίηση θα παραμένει μυστική και αθέατη όπως κάθε μυστήριο, ενώ ο καρπός της που θα αποκαλυφτεί στο φως θα αποτελέσει μόνο έναν υπαινιγμό του θαύματος που τον γέννησε.
Το φως… τι είναι τέλος πάντων το φως γύρω από το οποίο υφαίνουμε σαν αράχνες τη ζωή μας;
Η μέρα στο Νιου Χάμσερ ήτανε συννεφιασμένη, το ψιλόβροχο έπεφτε σχεδόν ντροπαλό στο δέρμα των δέντρων και των λουλουδιών. Η φύση παραδομένη στα χάδια του χωρίς συστολές και αντιστάσεις. Θα έπρεπε να στήσεις αφτί για να ακούσεις το ανέμελο τραγούδι της παιδούλας βροχής και να ανοίξεις διάπλατα τα μάτια για να δεις το διψασμένο στόμα των φύλλων να βυζαίνει το νερό της ζωής από το στήθος της ουράνιας μάνας. Απροσδόκητα μέσα από τα μαύρα σύννεφα προβάλλει μια αιχμή δόρατος φωτός χρυσίζοντας τα φύλλα του δέντρου. Προς στιγμήν αιχμαλωτίζομαι από το φωτοστέρφανο του δέντρου. Την πρώτη αγιοκατάταξη της δημιουργίας την έκανε το φως και ήταν αυτή της φύσης. Αποφαςίζω να φωτογραφίσω την εικονα που με συνεπήρε. Αλλά μπαίνοντας στο σπίτι, λέω, ας ρίξω λίγο νερό στο πρόσωπό μου και ας χτενιστώ και λίγάκι. Και λέω, άντε, ας ρίξω και κάτι πάνω μου μην κρυώσω… και λέω και λέω κι όταν πια ξαναβγαίνω στη βεράντα, το φως έχει φύγει, η φωτογραφία δεν έχει νόημα να τραβηχτεί και τι να κάνω τώρα πλυμένη, χτενισμένη, μέσα στα ζεστά μου ρούχα; Βουλιάζω στην αναπαυτική πολυθρόνα  της απογοήτευσης. 
Άπραγη κοιτώ τη συννεφιά μέχρι που κάποια στιγμή καταλαβαίνω τι έπαθα. Το φως προχωράει ακάθεκτο. Δεν περιμένει κανέναν. Όποιος θέλει, τρέχει ξοπίσω του και το ακολουθεί. Γι’ αυτό και λέει, όστις θέλει οπίσω μου ελθειν. Δεν λέει όποιος θελει ας σταθεί δίπλα μου, επειδή δεν είναι σταθμευμένος, είναι σε κινηση. Προχωράει, πάντα προχωράει κι όποιος θέλει τρέχει κι όποιο δεν θέλει σταματά και τον αρνετίαι. Τώρα όμως συνειδητοποιώ πως δεν είναι απαραίτητο να αρνηθείς υπογράφοντας κάποια δήλωση. Οι τρόποι μιας άρνησης μπορούν να είναι πολλοί. Μπορείς, ας πούμε, να  αφαιρεθείς την ώρα που το φως περνά από μπροστά σου και να μην το δεις. Μπορεί να βάλεις άλλες προτεραιόητες και μέχρι να φτάσει η ώρα να το συναντήσεις να έχει φύγει. Δεν σε πριεμένει το φως. Ίσως αυτό να σημαίνει εγρήγορση. Αδιάλειπτο κυνήγι του φωτός.
Το Νιου Χάμσαϊρ είναι πολιτεία των Ηνωμένων Πολιτειών, βόρεια της Μασαχουςέτης στη περιοχή που έμεινε γνωστή ως Νέα Αγγλία και σαν Πολιτεία τού Γρανίτη (Granite State), λόγω των μεγάλων αποθεμάτων γρανίτη στα λατομεία της. Πολλά φημισμένα, κρατικά και μη, κτίρια παλαιοτέρων εποχών σε ολόκληρη την Αμερική είναι χτισμένα με γρανίτη από την πολιτεία του Νιου Χάμσαϊρ. Έγινε το ένατο μέλος των Ηνωμένων Πολιτειών τον Ιούνιο του 1788 με πρωτεύουσα είναι το Κονκόρντ. Η μεγαλύτερη λίμνη του είναι η λίμνη Γουινιπεσόκι (Winnipesaukee), και το υψηλότερο σημείο είναι στο όρος Ουάσιγκτον (1.917 μέτρα).
Όλες οι πινακίδες αυτοκινήτων του Νιού Χάμσαϊρ φέρουν την επιγραφή "Live Free or Die", (Ζήσε Ελεύθερος ή Πέθανε).
Θεωρείται μία από τις πιο πλούσιες σε χλωρίδα πολιτείες των Ηνωμένων Πολιτειών, με εκατοντάδες είδη δέντρων, και πολλοί επισκέπτες από άλλες πολιτείες, καταλύουν στο Νιου Χάμσαϊρ τον Σεπτέμβριο και τον Οκτώβριο κάθε χρόνο, μόνο και μόνο για να δουν και να φωτογραφίσουν τα φύλλα που αλλάζουν χρώματα, λίγο πριν πέσουν για τον χειμώνα.
Οι πληροφορίες που μας δίνει η Βικιπαίδεια δεν είναι βέβαια φτιαγμένες για να μεταφέρουν στον αναγνώστη τους την εμπειρία που ούτως ή άλλως τίποτα δεν την υποκαθιστά. Εδώ δεν υπάρχει στιγμή που να ειναι το τοπίο ίδιο με την προηγούμενη στιγμή και την επόμενη. Οι αλλαγές είναι ορατές ακόμα κι αν είναι ανεπαίσθητες. Η εικόνα αενάως κινούμενη σαν κινηματογραφική. Τα χρώματα σαν δυνατά ποτά στο κελάρι της φύσης δε σου επιτρέπουν να ζήσεις ξεμέθυστος. Μεθυσμένος κοιμάσαι, μεθυσμένος ξυπνάς.
Ο καλότατος νοικοκύρης μας θα μας πάει μια βόλτα στο δάσος της γειτονιάς του. Πανέμορφα ξύλινα σπίτια χαμένα στα φυλλώματα των χιλιοχρωματισμένων δέντρων, ρυάκια και λίμνες, στο τέλος της ανηφοριάς χαλάσματα. Εδώ έμενε ένας γεράκος ολομόναχος, μας λέει ο παππούλης. Ερχόμασταν με τα παιδιά μικρά και τον επισκεπτόμασταν. Πήγε ο γέρος, πήγε και το καλυβάκι του. Έφυγε το ένα, έφυγε το άλλο, λέει το μασάλι. Το μασάλι όμως δεν τελειώνει εδώ. Συνεχίζει ακάθεκτο σαν το φως και την ελπίδα του. Ήρθε το ένα, ήρθε και το άλλο. Έτσι θα φύγω κι εγώ, θα φύγεις κι εσύ και πάλι θα έρθουμε ενωμένοι στο φως.
Πάμε να αγοράσουμε μήλα, λέει ο γέρων, κι εμείς περιμένουμε να πάμε σε κάποιο μανάβικο. Το αμάξι σταματά σε ένα ύψωμα όπου στο πλάτωμά του έχει ένα υπόστεγο. Μας υποδέχονται τεράστιες πορτοκαλόχρωες κολοκύθες και μια ξερακιανή κοντή γυναίκα προχωρημένης ηλικίας. Παίρνουμε τα καλάθια μας και προχωρούμε στο κτήμα. Υπάρχουν διάφορες ποικιλλίες, μας λέει η κυρία του κτήματος. Δοκιμάζετε τι σας αρέσει, και γεμίζετε τα καλάθια. Περπατούμε, κόβουμε, τρώμε, καταλήγουμε σε μια ποικιλία που είναι κατακόκκινη απέξω και κάτασπρη από μέσα. Σκάει το φρεσκοκομμένο μήλο στο στόμα, σκάει το φως στα πρόσωπα, η γεύση στο στόμα, η χαρά στην καρδιά.
Οι μέρες και οι νύχτες στο φίλόξενο σπίτι θα κυλίσουν απαλά, ήσυχα και αθόρυβα σαν να μη συμβαίνει τίποτα. Ένα τίποτα γεμάτο ομορφιά για την οποία λόγια δε θα βρω. Κάπως έτσι θα πρέπει να είναι και στον Παράδεισο. Πρώτη φορά αντιλαμβάνομαι τι σημαίνει άρρητα ρήματα, κατ’ αναλογίαν βεβαίως. Όταν σε λούζει το Κάλλος, δε μιλάς. Λούζεσαι. Και δε θέλεις να τελειώσει.
Το ταξίδι θα συνεχιστεί στην Βοστώνη όπου θα παραμείνουμε δυο μέρες και μετά στις Βρυξέλλες και στην Γάνδη. Ο παράδεισοτς θα σε ακολουθεί παντού. Αχώριστος σύντροφος ως τη Θεσσαλονίκη και το σπίτι. 
Το φεγγάρι συγυρίζει τη φάτνη του ουρανού προετοιμάζοντάς την για την έλευση του φωτός, όπως ο Ιωάννης τον δρόμο για τον Κϋριο. Ο ήλιος βγαίνοντας προαναγγέλει την άφιξη του πολιούχου μας. Ο άνεμος φέρενει στα αφτιά της καρδιάς το χλιμίντρισμα του αλόγου του. Τα χαλιά στρώθηκαν, τα χρυσάνθεμα μεταφυτεύτηκαν, όλα ετομάστηκαν όπως ήθελε η γιαγιά και η μαμά. Με το καλό να γιορτάσουμε τον καβαλάρη μας! 
















Friday, October 12, 2018

Ταξιδιωτικό ημερολόγιο - από τον Καναδά στην Αμερική - Νιού Χαμσάιρ


Το πρωί της Κυριακής ίσα ίσα θα προλάβουμε το Δι’ ευχών στον μικρό ναό της αγίας Μαρκέλλας και της αγίας Ειρήνης Χρυσοβαλάντου. Κάθομαι σε μια καρέκλα της τελευταίας σιεράς μέχρι να φύγουν όλοι οι πιστοί. Ανασαίνω το λιβάνι, κοιτάζω τις φορητές εικόνες στους τοίχους της μακρόστενης σαν βαγόνι τρένου εκκλησίας και ακούω τις συζητήσεις των ενοριτών που περνούν από δίπλα μου. Καλωσορίσματα και αποχαιρετισμούς ανταλλάσσουν, μιας και άλλοι μόλις ήρθαν από την Ελλάδα κι άλλοι ετοιμάζονται να πάνε. “Ο άγιος την φύλαξε την Κέρκυρα”, λέει ένας ηλικιωμένος άρτι αφιχθείς από το νησί του σε έναν μεσήλικα. Αδειάζει ο ναός κι ο Κυριάκος βγαίνει στο δρόμο να περιμένει τον Κιγιά που θα έρθει να μας πάρει για έναν καφέ πριν φύγουμε. Κάθε φορά που αδειάζει ένας ναός, θυμάμαι τη γερόντισσα Γαβριηλία που συμβούλευε να μη φεύγουμε αμέσως από τον ναό μόλις τελειώνει η Λειτουργία, γιατί οι άγγελοι είναι ακόμα εκεί, μην τους αφήνουμε μόνους. Κάθομαι και ησυχάζω και το αφτί μου πιάνει χαμηλές φωνές πισω από το τέμπλο. Σηκώνομαι και πλησιάζω, στέκομαι στο δεξί αναλόγιο. Έχω τόσο ανάγκη να ακούσω δυο γράμματα και έτσι μένω εκεί και κατά κάποιον τρόπο “κρυφακούω” την κατάλυση του ιερέα και ευφορούμαι.
Βγαίνω κι εγώ έξω, ο Κιγιά καθυστερεί, ο ιερέας με τη σύζυγό του μας βλέπουν, μας πλησιάζουν αυθόρμητα και μας καλωσορίζουν σαν να μας γνωρίζουν και συνομιλούμε για λίγο. Η κοινή πατρίδα είναι ικανή συνθήκη για να έρχονται κοντά άγνωστοι άνθρωποι.  Θα αποχαιρετίσουμε το Μόντρεαλ πίνοντας τον καφέ μας με τον Πέρση μουσικό φίλο μας και την πανέμορφη Κεμπεκουά σύζυγό του. Θα επιστρέψουμε στο ξενοδοχείο για να πάρουμε τις αποσκευές μας και στη 1.00 θα δούμε τον ηλικιωμένο ελληνοαμερικάνο φίλο μας ιερέα με τον ανιψιό του. Θα μπούμε στο αυτοκίνητό τους για το δεύτερο κομμάτι του ταξιδιού μας στο Νιου Χάμςαιρ.
Δεν έχω συνειδητοποιήσει πως θα περάσουμε από τον Καναδά στην Αμερική. Εξάλλου, τίποτα στη φύση δεν προδίδει τον χωρισμό του κόσμου σε εθνικά κράτη. Η φύση παραμένει αδιαίρετη και στην προκειμένη περίπτωση σχεδόν εξουθενωτικά εντυπωσιακή. Σαν παλιό κρασί  που δε χορταίνεις να το πίνεις και να σε μεθά, σαν πρώτο φιλί που δε θες να τελειώσει, ο καταιγισμός των πλέον θερμών χρωμάτων σε πολιορκεί και μέσα τους λιώνεις. Δε θα ξαναπώ κακή κουβέντα για το Φθινόπωρο, σκέφτομαι. Εδώ δικαιώνεται η βασιλεία της χάρης του κι εγώ γίνομαι ορκισμένος υποτακτικός του.
Τρεις ώρες θα διασχίσουμε το όνειρο. Τα σύνορα θα αποτελέσουν ένα αιφνιδιαστικό ξύπνημα. Αμερικανοί στρατιώτες ντυμένοι με σκούρες μπλε στολές, θα ελέγξουν τα διαβατήριά μας και θα μας πουν να περιμένουμε. Μας παραπέμπουν σε άλλο γραφείο. Θα τα ξαναδούν και θα αρχίσουν τις ερωτήσεις. Εστιάζουν, βέβαια, στο διαβατήριο του Κυριάκου που έχει σφραγίδες σχεδόν από όλον τον κόσμο. Αυτή όμως που τους προκαλεί το ενδιαφέρον ειναι του Μαρόκου. Γιατί πήγατε στη Φες και τι κάνατε, τον ρωτούν. Τους εξηγεί πως ως μουσικός ταξιδεύει σε διάφορες χώρες και πως στη Φες συμμετείχε σε εάν μεγάλο φεστιβάλ. Ο αστυνομικός δε θα αρκεστεί στην απάντηση. Θα χτυπήσει το όνομα του φεστιβάλ στην αναζήτησή του ίντερνετ για να βεβαιωθεί πως αυτό υπάρχει πράγματι. Μ’ αυτά και μ’ αυτά κάποτε μας επιτρέπουν την είσοδο. Οι φίλοι, μάς λένε πως κάποιοι ξένοι που τους κρατούν έτσι λίγο παραπάνω για έλεγχο, μπαίνουν τρομαγμένοι στα αυτοκίνητά τους και φεύγουν παρατώντας τα διαβατήριά τους. Κανείς δεν τους κυνηγάει απ’ τα ύνορα και νομίζουν πως γλύτωσαν. Στα πέντε χιλιόμετρα όμως τους περιμένει ένα περιπολικό. 
Η κίνηση προς τα σύνορα ήταν τόσο μεγάλη που έχουμε καθυστερήσει με κίνδυνο ο ανιψιός του ιερέα να χάσει την πτήση του για Νέα Υόρκη. Σε είκοσι λεπτά όμως φτάνουμε στο αεροδρόμιο και τον αποχαιρετούμε. Ειναι κι αυτό το παλικάρι σαν ένας από τους πολλούς που ταξιδεύουν κάθέ βδομάδα Νέα Υόρκη, δουλεύοντας για μεγάλες πολυεθνικές για δέκα, δώδεκα, δεκαπέντε ώρες τη μέρα, και επιστρέφουν στο σπίτι που διατηρούν στο πολύ πιο ανθρώπινο Μόντρεαλ το Σαββατοκύριακο.
Ο ιερέας παίρνει το τιμόνι, είναι νωρίς το απόγευμα και λέμε να σταματήσουμε κάπου στο δρόμο να τσιμπήσουμε κάτι. Είναι ένα απ’ αυτά τα μαγαζιά που βλέπουμε στις ταινίες. Με το που μπαίνω, σκιάζομαι. Επικρατεί τόση φασαρία, άγριες φωνές, γέλια τρανταχτά σαν από θηρία, που από την ταραχή μου δεν ξέρω τι να κάνω και πού να πάω. Παράλληλοι πάγκοι πάνω στους οποίους υπάρχουν μερίδες φαγητών και μπύρες, καθισμένοι άνδρες και γυναίκες καθένας μόνος του, αλλά σαν μια καλή παρέα ξένων, κοιτάζουν τις οθόνες των τηλεοράσεων που κρέμονται πάνω απ’ το κεφάλι τους. Είναι Κυριακή απόγευμα και παρακολουθούν τους προκριματικούς αγώνες  ποδόοφαίρου. Σχολιάζουν, παθιάζονται, γελούν, βρίζουν και όλες οι εκφράσεις τους έχουν μια ακραία ένταση, σαν αντιδραστικό ξέσπασμα σε μια επιβεβλημένη διασκέδαση απ’ την οποία δεν μπορούν να ξεφύσουν. Τηγανητές πατάτες με γαρίδες, πράσινη σαλάτα και κόκα κόλα. Έτσι, για να νιώσουμε στο μεδούλι μας το Αmerica Dream.
Η νύχτα μας πιάνει στο δρόμο. Σταματούμε στη μέση του πουθενά για έναν καφέ στο χέρι. Μαι ηλικιωμένη γυναίκα που ψωνίζει, καταλαβαίνοντας πως είμαστε Έλληνες, μας λέει πως στο γυμνάσιο έκανε αρχαία ελληνικά και για να μας το αποδείξει αρχίζει και κλίνει το ρήμα  “λύω”. 
Πάίρνουμε τον καφέ μας σε ένα τεράστιο χάρτινο κύπελλο και πηγαίνουμε πισω από το μαγαζί δίπλα στο ποτάμι. Σπάνια σε ένα ταξίδι για δουλειά έχουμε την πολυτέλεια να κλέψουμε λίγες μέρες για να χαρούμε έναν τόπο, φίλους και την φιλοξενία τους. Φαίνεται όμως πως στην παρούσα περίπτωση, τίποτα δεν μπορούσε να αντισταθεί στην καλοσύνη του ογδοντάχρονου ιερέως και την Αβραμιαία φιλοξενία που θα μας χαρίσει για μια εβδομάδα. Όταν φτάνουμε στο σπίτι του, στο περίφημο Νιού Χάμσαϊρ, είναι νύχτα με ψιλόβροχο και αρκετή ψύχρα. Θα μας περιγράψει τη λίμνη που βρίσκεται στο βάθος, τη γειτονιά των είκοσι σπιτιών που αποτελούν τον οικισμό και τα βουνά που τον περιτριγυρίζουν. Τίποτα απ’ αυτά δε θα δούμε μέσα στο σκοτάδι. Θα σκαρφαλώσουμε στο ψηλό κρεβάτι για να κοιμηθούμε βαθιά και το πρωί θα ξετυλιχθεί στα μάτια μας το θαύμα της ομορφιάς που ο Θεός γενναιόδωρα χάρισε σ’ αυτόν τον τόπο.









Wednesday, October 10, 2018

Ταξιδιωτικό ημερολόγιο - Αποχαερετώντας το Μόντρεαλ - Το γλυπτό και η συναυλία του Constandinople και του Εν Χορδαίς


Περιδιαβαίνοντας το Μόντρεαλ σταματούμε μπροστά σε ένα πολυπρόσωπο γλυπτό και ο ελληνοκαναδός φίλος, μάς λέει πως θα αρκούσε αυτό για να εκφράσει όλη την ιστορία δημιουργίας της πόλης του, χωρίς λέξεις. Κάντε τον κύκλο του αγάλματος, συμβουλεύει. Κάνουμε τον κύκλο και έτσι όπως το παρατηρώ, σκέφτομαι πως αρχή του είναι το πίσω κομμάτι, η “ουρά” ας πω της σύνθεσης. Πως ξεκίνησαν με τόσα βάσανα και υποτυπώδη μέσα σε τόσο δύσκολες συνθήκες κάποτε οι άνθρωποι για να φτάσουν ως εδώ, πώς άλλοι πέθαιναν στον δρόμο από κακοχίες, άλλοι τρόμαζαν από επιθέσεις ιθαγενών, άλλοι χάνονταν, χωρίζονταν από τους αγαπημένους τους, μέχρι να φτάσουν, και να σταθούν στα πόδια τους αντικρίζοντας, επιτέλους, μια μέρα τη δική τους γη της επαγγελίας που εκφράζει η πρώτη σειρά της σύνθεσης με τα χαρούμενα πρόσωπα και τον άνθρωπο που δείχνει με το δάχτυλο αυτό το κάτι που υπόσχεται  καλύτερη ζωή. 
Καθώς συνεχίζουμε όμως το δρόμο μας, ο φίλος, μάς ρωτά αν καταλάβαμε τι είδαμε. Γνέφουμε καταφατικά δίχως να μιλούμε. Δεν ειμαι όμως ποτέ σίγουρη για το τι καταλαβαίνω και έτσι τον ρωτώ, αν το άγαλμα διαβάζεται από πίσω προς τα μπρος ή το ανάποδο. Μα φυσικά και διαβάζεται από μπρος προς τα πίσω, μου απαντά. Ξαφνιάζομαι αφάνταστα σαν να άκουσα το πιο παράδοξο πράγμα του κόσμου. Ούτε αραβίδα να ήμουν μαθημένη να διαβάζω τα βιβλία από το τέλος προς την αρχή. Δηλαδή; τον ρωτώ. Δηλαδή, μου λέει, έφτασαν εδώ, και όπως θα είδες ειχαν μια επιφανειακή χαρά στα πρόσωπά τους, κάτι σαν χαμόγελο, μια υποψία ελπίδας, αλλά με το καιρό τρόμαξαν, λαχτάρησαν, δέχθηκαν επιθέσεις από τον καιρό, την πείνα, την απάνθρωπη δουλειά μέχρι που στο τέλος άφησαν τα κοκκαλάκια τους…
Όσο ο φίλος ερμηνεύει το άγαλμα, τόσο περισσότερο εκπλήσσομαι. Όταν η περιγραφή τελειώνει, ασυναίσθητα δημιουργούνται μέσα μου αντιρρήσεις. Πολύ σοβαρές αντιρρήσεις. Σχεδόν δυσπιστώ, αν και ξέρω καλά πως, ότι ακούω δεν είναι προχειρολογίες. Αλλά πώς ένας άνρθωπος αφοσιωμένος στο παραμύθι να δεχθεί ένα τόσο φρικαλέο τέλος; Μπορεί; Δεν μπορεί. Μετά όμως το ξανασκέφτομαι και διαπιστώνω πως ορθώς διάβασα εγώ το γλυπτό κι ας το αντιμετώπισε αντίθετα ο καλλιτέχνης. Στη δική μας παράδοση, το παρόν μας φωτίζεται από το μέλλον, υπάρχει εξαιτίας του, ζούμε χάριν αυτού που θα ζήσουμε, η επουράνια Βασιλεία του Θεού ήρθε σε εμάς και πορευόμαστε εξαιτίας της στη ζωή μας ελπίζοντας πως και εκεί θα καταλήξουμε. 
Αφού ολοκληρώνουμε την ωραία βόλτα,  είναι πια προχωρημένο μεσημέρι και αποφασίζουμε να τσιμπήσουμε κάτι απλό. Η καλύτερη και πλέον ασφαλής λύση είναι βέβαια τα Λιβανέζικα. Μπαίνουμε σε μια είσοδο μετρό, αλλά όχι για να πάρουμε το ίδιο το μετρό. Κατεβαίνουμε με τις κυλιόμενες σκάλες στο πρώτο επίπεδο της πόλης που ζει κάτω από την πόλη. Υπάρχει κι άλλο επίπεδο παρακάτω. Ένα υπόγειο,  θηριώδες σε μέγεθος,  οικοδομικό συγκρότημα που συνδέεται με το υπέργειο, με τρόπο τέτοιον που πλήθος ανθρώπων τους μήνες που το κρύο είναι ανυπόφορο και απαγορευτικό, έχουν τη δυνατότητα να ζουν όπως ζουν και πάνω από το έδαφος τους υπόλοιπους μήνες. Πάρα πολλά συγκροτήματα έχουν ασανσέρ που σε βγάζει κατευθείαν στο -1 και στο -2 του Μόντρεαλ. Αυτό συμβαίνει με νοσοκομεία και ό,τι άλλο μπορείς να φανταστείς. Στοές επί στοών, εμπορικά, εστιατόρια, υπηρεσίες, τα πάντα. Η ζωή δεν διακόπτεται με τίποτα, μπορείς να ζήσεις μια χαρά μη βγαίνοντας στην επιφάνεια του εδάφους για όσο το θελήσεις. Τα τραπέζια σχηματίζουν ατέλειωτες σειρές, τα πλήθη κάθονται και τρώνε, αν μου έλεγαν να το επναλάβω, θα το έβαζα στα πόδια προς άγνωστη κατεύθυνση. Ωστόσο, τα φελάφελ είναι εξαιρετικά, η εξυπηρέτηση γρήγορη, έχει κόσμο πολύ, αλλά όχι σαν την ουρά που σχηματίζεται από νεαρά γιαπωνεζάκια που περιμένουν να πάρουν μια μερίδα σούσι στο χέρι. Είναι κυριολεκτικά άπειρα.
Θα ξεκουραστούμε λίγο, μιας και το βραδάκι είναι η συναυλία του En Chordais και του Conastandinople αφιερωμένη στον Δομήνικο Θεοτοκόπουλο στη Salle Burgie.
Το θέατρο είναι κατάμεστο, ο κόσμος του  θερμός από την πρώτη κιόλας νότα, το χειροκρότημα παρατεταμένο μετά πό κάθε κομμάτι και στο τέλος όρθιοι όλοι θα ξαναφέρουν τους μουσικούς στη σκηνή. Πριν αποχωρίσουμε για το Λιβανέζικο εστιατόριο για το αποχαιρετιστήριο δείπνο, ο Ελληνοκαναδός φίλος θα μου πει πως τα θαυμάσια βιτρώ στα παράθυρα του θεάτρου είναι του περίφημου Λούις Κόμφορτ Τίφανι. Ο Λούις Τίφανι (Louis Comfort Tiffany, 18 Φεβρουαρίου 1848 - 17 Ιανουαρίου 1933) ήταν Αμερικανός καλλιτέχνης και σχεδιαστής, ο οποίος είναι γνωστός για τα έργο του στην υαλουργία καθώς και στη διακόσμηση των εσωτερικών χώρων. Θεωρείται ένας από τους πρωτεργάτες της Αρ Νουβό και οι ιδέες του σε συνδυασμό με πειράματα που έκανε για την επεξεργασία του γυαλιού ήταν πρωτοποριακές για την εποχή του. Σχεδίασε παράθυρα από επεξεργασμένο γυαλί, επιτραπέζιες λάμπες, γυάλινα μωσαϊκά, κεραμικά, κοσμήματα και έργα από μέταλλο. Περισσότερα για την ζωή και την τέχνη του μπορείτε να διαβάσετε εδώ: https://el.m.wikipedia.org/wiki/Λούις_Κόμφορτ_Τίφανι

Η Καναδέζα κυρία που κάθεται δίπλα μου, θα με ρωτήσει από πού είμαστε και κατόπιν θα συμπληρώσει με απέραντο θαυμασμό πως ο Δρόσος της θυμίζει τον Μέγα Αλέξανδρο! Στο μάλλον έκπληκτο βλέμμα μου, θα μου πει -εννοείται σε βαριά αγγλικά- Μα, ναι, του μοιάζει πολύ! Εγώ τον Μέγα Αλέξανδρο τον έχω δει!