Labels

Showing posts with label Σχόλιο της Δευτέρας. Show all posts
Showing posts with label Σχόλιο της Δευτέρας. Show all posts

Sunday, July 16, 2017

Τι εσείς, τι εγώ, τι ο νόμος; (Σχόλιο πάνω στην Κυριακάτικη ευαγγελική περικοπή (Ματθ. 5,14-19))




Εἶπεν ὁ Κύριος τοῖς ἑαυτοὺ μαθηταίς·

Ο Κύριος είπε στους δικούς του μαθητές. Όχι στους μαθητές των άλλων, ούτε σε κείνους που δεν υπήρξαν ποτέ κανενός μαθητές. Στους δικούς του μίλησε, στους δικούς του είπε:

14. ὑμεῖς ἐστε τὸ φῶς τοῦ κόσμου. οὐ δύναται πόλις κρυβῆναι ἐπάνω ὄρους κειμένη·

Εσείς είστε το φως του κόσμου. Δεν είναι ο ήλιος, μήτε το φεγγάρι, δεν ειναι τα άστρα του ουρανού. Δεν είναι οι σοφοί, ούτε είναι οι φιλόσοφοι κι οι ρήτορες. Το φως του κόσμου είστε εσείς. Οι ψαράδες οι άσημοι, οι μαθητές οι δικοί μου.
Μια πόλη στην κορφή του βουνού δεν μπορεί να μείνει αόρατη. Αθέατη δεν μπορεί να μείνει. Θα τη δούνε όλοι, είτε το όνομά της γνωρίζουν είτε όχι. Θα την ατενίσουν απ’ τους πρόποδες, από το δρόμο, από κορφή άλλου όρους, από πόλεις μακρινές. Τις νύχτες θα λάμπουν σαν αστέρια μακρινά τα φώτα της. Τις μέρες θα τη δείχνουν με το δάχτυλο ως περιπόθητο προορισμό. Θα ονειρεύονται όλοι να την πλησιάσουν. Να γνωρίσουν κάθε της γωνιά. Να γίνουν κάτοικοί της μόνιμοι για να αγναντεύουνε τον κόσμο από ψηλά και να ψηλαφούνε με υψωμένα δάχττυλα το γαλάζιο τρούλο της. Να παραμείνουν όλη τους τη ζωή εκεί για να γίνεται κάθε στιγμή τους πρότυπο και παράδειγμα σε κείνους που ζουν για να ανεβαίνουν σε κορφές απάτητες. Εσείς, μαθητές μου, είστε οι απάτητες κορφές κι οι πόλεις που πάνω τους χτίστηκαν και όλοι με θαυμασμό θα αντικρίζουν και θα νοσταλγούν.
  
15. οὐδὲ καίουσι λύχνον καὶ τιθέασιν αὐτὸν ὑπὸ τὸν μόδιον, ἀλλ’ ἐπὶ τὴν λυχνίαν, καὶ λάμπει πᾶσι τοῖς ἐν τῇ οἰκίᾳ.

Μια πόλη στην κορυφή ενός όρους δεν μπορεί να μείνει απαρατήρητη, αλλά σαν ήλιος φωτίζει την πλάση, όπως ένα λυχνάρι που δεν θα το βάλουμε ποτέ κάτω από το κομοδίνο ή το χαμηλό κρεβάτι, αλλά πάνω στη λυχνία του για να φέγγει το σπίτι. Γιατί ο κόσμος αυτός ειναι σπίτι μας, κι εσείς, μαθητές μου, που σας διάλεξα και με διαλέξατε, φως σε αυτόν τον κόσμο είστε. Στον κόσμο που σέρνεται μέσα στις σκιές, που σκύβει δουλοπρεπώς το κεφάλι και που απολαμβάνει τα σκοτάδια του όσο κι ένας εκ γενετής στη φυλακή φυλακισμένος τα δεσμά του. Σαν τον λύχνο, αυτόν τον κόσμο θα φωτίσετε, σαν απαστράπτουσα πόλη στην κορυφή αυτών των σκοτεινών βουνών θα υψωθήτε, όπως οι έλαφοι των αρετών σε αντίθεση με τους λαγούς που καταφεύγουν στων παθών τα σκοτεινά λαγούμια.

16. οὕτω λαμψάτω τὸ φῶς ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὅπως ἴδωσιν ὑμῶν τὰ καλὰ ἔργα καὶ δοξάσωσι τὸν πατέρα ὑμῶν τὸν ἐν τοῖς οὐρανοῖς.

Έτσι το φως σας θα λάμψει στα μάτια των ανθρώπων, ώστε βλέποντας τα καλά σας έργα που θα ‘ναι καμωμένα από φως σαν αυτό που κάνει τα πρόσωπά σας να λάμπουν, να δοξάσουν όλοι τον Ουράνιο Πατέρα τους, πηγή και γονιμοποιό δύναμη κάθε καλού. Αν δεν δοξάσουν Εκείνον μα δοξάσουν εσάς, τότε τα καλά έργα σας, μάλλον δεν ήταν τόσο καλά όσο νομίσατε.

17. Μὴ νομίσητε ὅτι ἦλθον καταλῦσαι τὸν νόμον ἢ τοὺς προφήτας· οὐκ ἦλθον καταλῦσαι, ἀλλὰ πληρῶσαι.

Μη θαρρείτε πως ήρθα να καταργήσω τον Νόμο ή τους προφήτες. Πώς να καταργήσει τον νόμο ο Νομοθέτης του; Πώς να σβήσει το παρελθόν ο Χρονοποιός του; Πώς να διαγράψει τους προφήτες ο Εμπνευστής τους;
Να συμπληρώσω όλα όσα μέχρι τώρα γνωρίζετε, ήρθα. Να σφραγίσω τα γραμμένα με τη βασιλική μου σφραγίδα,  το βουλοκέρι που θα χύσω του αίματος. Γιατί πάλιωσε τόσο αβάσταχτα το παρελθόν και μαζί του ο νόμος, που έγινε ό,τι κι ένα ποίημα παλιό που αποστηθίσατε παιδιά και το επαναλάμβανετε άνοστα, ανούσια, μηχανικά, μόνον και μόνον γιατί σας θυμίζει λίγο την παιδική σας ηλικία ή τον γέρο δάσκαλο που κάποτε σας επέβαλε να το μάθετε απέξω. Ήρθα να συνεχίσω το ποίημα εκείνο το παλιό που σήμερα δε μιλάει πλέον στις καρδιές σας, δε  διεγείρει τα σπλάχνα σας πια, δεν αφυπνίζει την υπνωτισμένη σας μνήμη κι έτσι η ζωή σας κατάντησε μια νεκρή σαβανωμένη και ξέπνοη. Ναι, για κείνο το πρώτο σας ποίημα ήρθα. Να του δώσω πνοή απ’ την πνοή μου και αίμα απ’ το αίμα μου. Να το ακούσει ξανά η καρδιά σας που έπαψε να σκιρτά όταν το προφέρουν τα χείλη σας άψυχα. Γι’ αυτό σας ξενίζουν οι λέξεις μου και τα μάτια σας έκπληκτα με θωρούν. Το παλιό ποίημα που σας απαγγέλω ξανά στο παρόν, αποκτά απ’ την αρχή  το ξεχασμένο του νόημα, φέρνει σεισμό στο ράθυμο παρόν σας και το ξυπνά από τη νάρκη της στείρας αποστήθισης. Για να ζήσετε στο παρόν ολόκληροι, ήρθα. Ανέλαβα την ανθρώπινη ύπαρξη για να αναλάβετε μαζί μου από την αρχή τον εαυτό σας, της ύπαρξής σας το ποίημα. 

18. ἀμὴν γὰρ λέγω ὑμῖν, ἕως ἂν παρέλθῃ ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ, ἰῶτα ἓν ἢ μία κεραία οὐ μὴ παρέλθῃ ἀπὸ τοῦ νόμου ἕως ἂν πάντα γένηται.

Σας το λέω πως έτσι θα γίνει. Ως να παρέλθουν ο ουρανός και η γη και όσοι αιώνες κι αν παρέλθουν μαζί τους, μέχρι όλα όσα σήμερα βλέπετε χαθούνε και σβήσουν, ούτε ένα γιώτα, μα ούτε και κεραία θα χαθούν από κείνο το ποίημα του Νόμου. Είναι ο νόμος που μιας διά παντός όρισε την αιώνια ύπαρξη, ώσπου όλα όσα περιέχει μπροστά σας να δείτε, όχι σαν λέξεις, μα ως γεγονός αιώνιας ύπαρξης φωτός αδιάπτωτου.

19. ὃς ἐὰν οὖν λύσῃ μίαν τῶν ἐντολῶν τούτων τῶν ἐλαχίστων καὶ διδάξῃ οὕτω τοὺς ἀνθρώπους, ἐλάχιστος κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν·
ὃς δ’ ἂν ποιήσῃ καὶ διδάξῃ, οὗτος μέγας κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν.

Όχι μόνο δεν ήρθα να καταργήσω τον Νόμο, αλλά ήρθα και για να σας πω, πως όποιος από τους κήρυκές του καταργήσει έστω και μία από τις ελάχιστες εντολές του κι ύστερα τον διδάξει παραλείποντας την στους ανθρώπους, θα είναι ελάχιστος και ο ίδιος στην βασιλεία των ουρανών. Ελάχιστος, απρόσωπος, ανώνυμος, ουτιδανός και μόνος. Όποιος όμως αφού πρώτα τηρήσει όλες τις εντολές του νόμου και τις κάνει πράξη, ύστερα τις διδάξει με τον βίο, τον λόγο ή τα έργα του, αυτός θα ανακηρυχθεί μέγας στη βασιλεία των ουρανών. Με πρόσωπο, με όνομα, με φως μέσα στο φως αγάπης ατελεύτητης.

Monday, October 19, 2015

Ζούμε στην καλύτερη εποχή - Το σχόλιο της Δευτέρας - Καλή βδομάδα!





Ξαφνικό σκοτάδι απλώθηκε πάνω απ' τη χώρα του φωτός και τους ανθρώπους της. Ποιος δαίμονας το σκόριπισε; Αιώνων πόλεμοι, επαναστάσεις, σεισμοί και καταποντισμοί δεν κατάφεραν να διώξουν το φως. Τι συνέβη; Πώς βρέθηκαν οι απόγονοι του Αριστοτέλη και του Σολωμού μέσα σε τέτοιο πηχτό, βαθύ σκοτάδι; Σκιάχτηκαν οι άνθρωποι. Μερικοί το 'βαλαν στα πόδια. Έφυγαν σε τόπους που έχουν όλα τα καλά, αλλά από φως δεν ξέρουν τίποτα.

Το πολύ φως θα φταίει. Αυτό τους τύφλωσε. Έτσι που μπερδεύτηκε με άλλα φώτα ψεύτικα, μπερδεύτηκαν κι αυτοί και πήραν δρόμους που τους οδηγούσαν στο σκοτάδι δίχως να το ξέρουν. Οι προφήτες βέβαια το 'χαν προβλέψει, μα δεν τους άκουσε κανείς. Μες στη φασαρία που έκαναν οι γεννήτριές αυτών που κατασκεύαζαν τις απομιμήσεις του φωτός, φαίνεται πως έχασαν την ακοή που κάποτε σκιρτούσε στο φύσημα της αύρας του.  
Αφού όμως το αγαπούμε, είπαν κάποτε, η νύχτα δεν μπορεί να είναι τίποτα περισσότερο από φύλακας άγγελός του. Είναι ο υπερασπιστής κι ο οδηγός του. Είναι ο αγγελιοφόρος κι ο ντελάλης του. Δεν πρέπει πια να τη φοβόμαστε. Πρέπει να την εμπιστευτούμε και να τη διασχίσουμε. Το σκοτάδι που απλώθηκε πάνω απ' τη χώρα μας, θα μας οδηγήσει στο φως εκείνο που αιώνες φώτιζε το αλωνάκι μας. 
Άρχισαν τότε να ξεχωρίζουν μέσα στο πηχτό σκοτάδι πρόσωπα που φώτιζαν σαν φανοστάτες. Φωτεινές συνηδήσεις ξεδιπλώνονταν σαν λεωφόροι απαστράπτουσες. Στόματα ψέλλίζαν προσευχές κι οι άνθρωποι που αγαπούσαν το αληθινό φως, έςτηναν  αφτί να τις ακούσουν. Ακούγοντάς τες ένιωθαν το φως της καρδιάς τους που το νόμιζαν σβηστό, να αναδεύει. Και το φως μεταλαμπαδευόταν από μάτια σε μάτια κι από καρδιά σε καρδιά.
Μέσα στο βαθύ σκοτάδι φανερώνονταν οι πάμφωτοι που κανείς δεν γνώριζε  το όνομά τους κι η νύχτα φώτιζε. Πού ήταν όλοι αυτοί όταν το φως κυριαρχούσε; Πώς δεν τους προσέξαμε; Είχαμε τόσο τυφλωθεί που δεν τους βλέπαμε; Πώς υφαίνεται τώρα τόσο φως μες στο σκοτάδι; Τόσες φωτεινές κλωστές ξεπήδησαν άραγε από τα πρόσωπά   τους ή πρόκειται για ξέφτια των αγγέλων που σκύβουν να μας βγάλουν απ' τους βάλτους; Μήπως είναι τα δάκρυα του Θεού ή αστέρια που κατρακυλούν να κάνουμε την ευχή μας στο όνομά τους; Πού ήταν σφαλισμένη τόση καλοσύνη;

Ζούμε στην καλύτερη εποχή, είπε ο προφήτης. Τώρα ξέρουμε. Γονατίστε...

Tuesday, July 21, 2015

Το σχόλιο της Δευτέρας - Επιστολή προς τους φίλους - Καλή βδομάδα!



Αγαπημένοι φίλοι αυτού του blog, 
που τον τελευταίο καιρό ίσως απορείτε, στεναχωριέστε ή και θυμώνετε μαζί μου -όπως μαθαίνω από κοινούς μας γνωστούς που τους συναντώ διά ζώσης- αισθάνομαι την ανάγκη να σας δώσω κάποιες εξηγήσεις.  Κι αυτό διότι κάποιοι από σας, μη έχοντας  facebook, δε διαβάζετε μια σειρά σκέψεων που εκφράζω εκεί σχεδόν καθημερινά, αφού η φύση εκείνου του μέσου επιτρέπει μια άλλου είδους αμεσότητα στην επικοινωνία, απ' αυτήν του μπλογκ, τουλάχιστον όπως το χειρίζομαι εγώ. Ας συμπληρώσω, λοιπόν, τα κενά, ώστε ενδεχομένως να γίνει πιο ξεκάθαρη η σκέψη μου και αν μη τι άλλο, να μην οδηγεί σε παρεξηγήσεις.

Όλο το τελευταίο διάστημα που η χώρα μας ταλανίστηκε τόσο έντονα κι ο καθένας μας έπρεπε να κρατήσει μια στάση προσπαθώντας να οσφριστεί πρώτα και κύρια τι είναι καλό και ωφέλιμο για την πατρίδα, προσπάθησα κι εγώ το ίδιο. Έτσι, διάβασα πολύ, άκουσα πολλούς συμετείχα σε συζητήσεις, σκέφτηκα όσο μπορούσα και έγραψα δημοσίως ό,τι έγραψα. Θα πρέπει να υπογραμμίσω πως ποτέ δεν υπήρξα μέλος κάποιου κόμματος, ούτε και φανατικός οπαδός κανενός. Προερχόμενη μάλιστα από μια δεξιά οικογένεια, ήταν μάλλον φυσικότερο να φλερτάρω με τη Δεξιά ιδεολογία, παρά με την Αριστερά. Προερχόμενη όμως ταυτόχρονα από μια εκκλησιαστική οικογένεια, θα ήταν μάλλον φυσικότερο να με έλκει η Αριστερά, όσο κι αν αυτό δεν είναι σύνηθες στην Ελλάδα. Είναι μάλλον μπανάλ να θυμίσω πως η αριστερή ιδεολογία στήριξε τις βασικές της αρχές στις αντίστοιχες του χριστιανισμού. Ανάμεσά τους όμως υπάρχει πάντα μια μεγάλη διαφορά. Και η διαφορά βρίσκεται στη λέξη "ιδεολογία". Γιατί οι πολιτικές, δεξιές και αριστερές κινούνται με βάση μια ιδεολογία, -όσο κινούνται. Ενώ ο χριστιανισμός όχι μόνον δεν διακατέχεται από ιδεολογίες, αλλά αποτελεί τη μόνη διαρκή επανάσταση εναντιόν κάθε ιδεολογίας. Για την ακρίβεια, τις υπερβαίνει όλες, αφού κινείται με αποκλειστικό γνώμονα την αγάπη. Και η αγάπη ουδεμιά σχέση μπορεί να έχει με ιδεολογία. Είναι ολοκαύτωμα του ενός υπέρ του άλλου. Υπέρ του κόσμου ολόκληρου.

Ας μη βιαστεί, λοιπόν, κάποιος να με θεωρήσει αριστερή ή δεξιά, γιατί θα κάνει λάθος. Θέλω να αυτοπροσδιορίζομαι ως  αναρχική χριστιανή ποήτρια. Τίποτα περισσότερο ή λιγότερο. Καταφανώς αποτυγχάνω διαρκώς και στα τρία, αλλά το κέντρο της ύπαρξής μου, έστω αυτής της αποτυχημένης, είναι αυτό. Όταν γράφω σχετικά με ζητήματα της πολιτικής, δεν κινούμαι από προσωπικά συμφέροντα, γιατί τέτοια δεν έχω. Κινούμαι μόνο από αγάπη για την πατρίδα μου. Και την πατρίδα μου την αγαπώ. Ενδεχομένως σφάλλω κατά καιρούς στις απόψεις μου, αλλά όταν καταλάβω πως σφάλλω, δεν έχω κανένα πρόβλημα να τις ακυρώσω και να τις επαναπροσδιορίσω, αυτοακυρούμενη και επαναπροσδιοριζόμνη και η ιδια, αν αυτό συνάδει με το καλό της πατρίδας.

Αναμφισβήτητα ζούμε σε εποχές γεμάτες σύγχυση. Ακόμα και γι' αυτο που διατύπωσα παραπάνω "καλό της πατρίδας" κανείς δεν μπορεί να έχει βεβαιότητες σε τι συνίσταται, όσο αθώα και πατριωτικά κι αν σκέφτεται. Τα δεδομένα μας είναι λίγα και είναι κι αυτά μπερδεμένα. Ωστόσο, βγαίνοντας λαβωμένοι από δεξιές και κεντρώες κυβερνήσεις που καταλήστεψαν τον τόπο, τον ξεπούλησαν και οδήγησαν σε διαφθορά, -νομιμοποιώντας την μάλιστα- ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας μας, η αριστερή κυβέρνηση του Τσίπρα, και κυρίως ο ίδιος ο Τσίπρας, φάνηκε να αποτελεί μια κάποια λύση που θα 'λεγε κι ο Καβάφης. Κι αυτό δε φάνηκε μόνο στα δικά μου μάτια, αλλά και στα μάτια των περισσότερων Ελλήνων, δεξιών και κεντρώων, που είχαν έλθει σε απόγνωση. 

Τα λάθη μου.

1. Εξαρχής μου άρεσε η αισθητική πρόταση του Βαρουφάκη, ο αέρας και η ευφυία του. Αποδείχθηκε όμως γρήγορα πως ήταν  εγκλωβισμένος μέσα στα χαρίσματά του σαν αυτιστικός, δημιουργώντας δυστυχώς προβλήματα στη χώρα μας μεγαλύτερα απ' αυτή που ήδη είχε.
2. Αποδείχθηκε επίσης πως ο σκληρός πυρήνας του Σύριζα αποτελείται από τύπους απροσάρμοστους, ανεύθυνους και ανώριμους έως και διεστραμμένους, για να μην πω διχασμένους κατά φύσιν. Είναι αδιανόητο να διατυπώνει μέλος κυβερνώντος κόμματος: "Στηρίζω τον πρωθυπουργό, αλλά δεν ψηφίζω τις προτάσεις του". Η Τροια του Σύριζα και της κυβέρνησής του, αλώθηκε από μέσα, -όπως κάθε Τροία. Και δεν αλώθηκε καν από τους Αχαιούς, αλλά από τους ίδιους τους Τρώες. Στην περίπτωση του Σύριζα, ήταν οι Αχαιοί που τον στήριξαν -δεξιοί και κεντρώοι.
3. Και από τον ίδιο τον Τσίπρα απογοητεύτηκα κατά τη διαδικασία της ψηφοφορίας για τη διαπραγμάτευση στη Βουλή. 
Πρώτον, διότι στο μεγαλύτερο μερος της διαδικασίας έλειπε και δεν μπήκε στον κόπο καν να δικαιολογήσει την απουσία του. 
Δεύτερον, διότι όταν μιλησε μετά τα μεσάνυχτα, έβαλε το χέρι στην τσέπη και με εφηβικό, αδικαιολόγητο, θράσος άρχισε πάλι να ειρωνεύεται τους δανειστές που αποφάσισαν -έστω και μέσα από τόσο επαίσχυντα μέτρα- να μας δώσουν 85 δισεκατομμύρια ευρώ σαν να μας τα χρωστούσαν. 
Τρίτον, διότι αντί να ειρωνευτεί τους δικούς του που του τράβηξαν το χαλί κάτω απ' τα πόδια κατ' ουσιάν προδίδοντάς τον, ειρωνευόταν τη Δεξιά που θα ψήφιζε την διαπραγμάτευση για την οποία τόσο ο ίδιος κοπίασε. Αυτό το στυλ που ερχόταν σε απευθείας αντιπαράθεση με τον σοβαρό και σεμνό πρωθυπουργό των περασμένων ημερών, ήταν το στυλ του δεκαεξάχρονου Τσίπρα που ξεσήκωνε σε καταλήψεις το λύκειό του ενάντια στο σύστημα, με τη διαφορά πως,  δυστυχώς γι' αυτόν, τώρα το  σύστημα το εκπροσωπεί ο ίδιος. Ήταν το ίδιο ανώριμο, εξευτελιστικό, αγνώμον, παιδαριώδες στυλ ενός ανεύθυνου αριστερού, μιας  κομματικής μαριονέτας, που δε βλέπει πέρα απ' τη μύτη του. Για μια στιγμή ευχήθηκα να μην ψηφίσουν οι δεξιοί και οι κεντρώοι την διαπραγμάτευση. Έτσι, για να του κάνουν λίγο πλάκα μπας  και να ξανάρθει στα συγκαλά του. Έχω αρχίσει να υποψιάζομαι πως ακόμα και το δημοψήφισμα το έκανε για να υπερισχύσει το "Ναι" και να μπορέσει έτσι να  δραπετεύσει. 

Φίλοι μου, αυτά είχα να σας πω. Πλέον νομιζω πως πέσαμε από τη Σκύλλα στη Χάρυβδη. 
Τώρα που ξεκαθάρισα τις σκέψεις μου, μπορώ με ανεπαυμένη συνείδηση  να σας ευχηθώ 

Καλή βδομάδα Καλό Καλοκαίρι κι ο Θεός βοηθός! 



Monday, July 6, 2015

Το σχόλιο της Δευτέρας - Η Δημοκρατία των πουλιών - Καλή βδομάδα!



Κυριακή 5ης Ιουλίου. Ημέρα που ζυγίζει τη συνείδηση των Ελλήνων. Στο ένα ζύγι η τόλμη, στο άλλο ο φόβος. Στο ένα η δημοκρατία, η υποδούλωση στο άλλο. Η αξιοπρέπεια, ο εξευτεισμός. Έρχεται μια ώρα στη ζωή του καθενός, -τουλάχιστον μία-, που πρπεει να τα παίξει όλα για όλα. Το διακύβευμα δεν είναι το χρήμα ούτε η καλοπέραση. Είναι η ανάσα. Να μπορείς ν' ανασαίνεις ελεύθερα όσο δύσκολες κι αν είναι οι συνθήκες. Αυτή η ανάσα είναι το πολυτιμότερο αγαθό του κόσμου. Η μονάκριβη ανάσα που είναι η ανάσα της ψυχής και κανένα μηχάνημα υπόστηριξης δεν την αντικαθιστά. Αυτή είναι η απόδειξη πως είσαι ζωντανός κι όχι σε κώμα διασωληνωμένος.


Κυριακή απόγευμα. Αφού ψήφισες κατηφόρισες στο κέντρο της πόλης. Ό,τι είχες να κάνεις το έκανες. Όλη τη βδομάδα διάβαζες, άκουγες, συζητούσες, σκεφτόσουν, ταλαντευόσουν. Αποφάσισες, έγραψες, ψήφισες. Διά πυρός και σιδήρου πέρασες. Και βγήκες. Τώρα μπορούσες, λοιπόν, να καταφύγεις στη μυστική του κρύπτη. Να ησυχάσεις, να μείνεις μόνη, να επιστρέψεις στο θησαυρό που τον τελευταίο καιρό σου διδάσκει την τόλμη και την αρετή που μόνο η μεγάλη ποίηση περιέχει. Κάθεσαι κάτω απ' τη φυσική σκιά των μεγάλων δέντρων του καφέ του Αρχαιολογικού μουσείου, πραγγέλνεις τον καφέ σου και ανοίγεις την Ιλιάδα. Όλα είναι εκεί. Ο έρωτας, τα πάθη, η ανδρεία, τα διλήμματα κι οι ζυγαριές τους, ο θεός κι ο άνθρωπος, ο πόλεμος. Και είναι όλα πόλεμος. Κάθε στιγμή της ζωής, κάθε ζωή, κάθε σχέση, κάθε ζυγαριά. Αν επιζητείς τη δικαιοσύνη πολεμάς. Αν επιζητείς το θεό, πολεμάς. Αν επιζητείς την αγάπη, πολεμάς. Για την ειρήνη πολεμάς. Κι αυτό τελειώνει μόνο όταν κλείσεις για πάντα τα μάτια σου. Όλο το θέμα είναι σε ποιο στρατόπεδο βρίσκεσαι και με τι όρους πολεμάς. Με πόση πίστη, πόσο θάρρος, πόση ανδρεία. Για τη δημοκρατία της ανάσας σου. Να μπορείς ν' αναπνέεις ελεύθερα, δίχως η ανάσα σου να εμποδίζει την ανάσα του άλλου, δίχως του άλλου να πνίγει τη δική σου. 

Έρχεται ο καφές και τρία μικρά κομμάτια κέικ. Νιώθεις μια σωματική εξάντληση και πριν πιεις μια γουλιά καφέ τρως ένα κομμάτι. Στην άκρη του τραπεζιού καταφτάνουν τότε απρόσκλητα δυο σπουργίτια. Δεν πλησιάζουν πολύ. Κάθονται μια στιγμή στο χείλος του τραπεζιού και πετούν πάλι. Δε μιλούν μ' ανθρώπινη λαλιά. Σιωπηλά έρχονται, σιωπηλά φεύγουν. Αλλά εσύ ξέρεις πως πεινούν. Ξέρεις πως δεν τους περιμένει πλούσιο φαγητό σε καποιο σαλονι, ούτε σπίτι και κρεβάτι. Το πιο ταπεινό απ' όλα τα πουλιά δεν έχει καμιά ασφάλεια και βεβαιότητα για τη ζωή του. Σπουργίτια αποτελούν τα πλήθη των Ελλήνων που θα μάθεις ύστερα από λίγες ώρες πως έδωσαν αυτό το βροντερό όχι. Το όχι που καμιά δημοσκόπηση δεν μπόρεσε να καταγράψει και να προβλέψει. Και πώς θα μπορούσε άλλωστε; Ούτε αυτοί μιλούν μ' ανθρώπινη λαλιά. Τη λαλιά που γνωρίζουν οι δημοσκοπήσεις και τα κανάλια. Ο βουβός κόσμος που ζει αθέατος μέσα στην ταπείνωση και αγαπά τη φτώχεια του, που είτε ανοιχτές είναι οι τράπεζες είτε κλειστές, δεν του κάνει διαφορά, γιατί έμαθε να ζει με ψίχουλα και το μόνο που ζητά είναι αυτά τα λίγα ψίχουλα και μια ανάσα. Αλλά την ανάσα αυτήν δεν τη χαρίζει κανενός, ούτε και την πουλά για λίγα παραπάνω ψίχουλα.

Κόβω τα κομμάτια του κέικ σε μικρότερα και τ' αφήνω στην άκρη του τραπεζιού. Τα σπουργίτια φοβούνται τους ανθρώπους, δεν τους πλησιάζουν πάρα πολύ, ακριβώς όπως ο βουβός κόσμος αυτούς που κάνουν τα ρεπορτάζ. Κι έχουν δίκιο τα πουλιά. Εσύ πρέπει να πας προς το μέρος τους, δε θα στο υποδείξουν τα ίδια, πρέπει να το καταλάβεις μόνος σου. Ν' αφήσεις αυτό που θέλεις να τους δώσεις και ν' απομακρυνθείς. Έχουν κι αυτά τη δική τους αξιοπρέπεια. Ένα σπουργίτι έρχεται και παίρνει ένα μεγάλο κομμάτι. Πετά και το αφήνει στο πλακόστρωτο. Αμέσως γύρω του μαζεύονται οι φίλοι του. Όλοι τρώνε κι από κάτι. Για όλους έχει. Τρώνε όσο χωρά το στόμα τους. Δεν έχουν χέρια να κρατήσουν κάτι παραπάνω απ' αυτό που χωρά το στόμα. Φτερά έχουν και τα φτερά είναι για να πετούν, όχι για ν' αρπάζουν και ν' αποθηκεύουν σαν τα χέρια. Έρχονται και ξανάρχονται. Δεν έρχονται όμως όλα στο τραπέζι. Τα πιο θαρραλέα έρχονται. Οι αρχηγοί τους. Παίρνουν τα κομμάτια και τα μοιράζονται ύστερα όλοι μαζί. Σήμερα χορταίνουν όλα. Αύριο μπορεί να είναι όλα νηστικά. Πολεμούν κάθε μέρα γι' αυτά τα ψίχουλα. Πολεμούν για να ζήσουν, για να μπορούν να πετούν, ν' ανασαίνουν. 

Monday, June 29, 2015

Το σχόλιο της Δευτέρας - Του Τάκη - Καλή βδομάδα



A, ρε Χάρε, να σε είχα από μια μεριά, να 'χα και μια βρεγμένη σανίδα απ' την άλλη, που 'λεγε η μάνα μου, και να σ' αρχίσω, να σ' αρχίσω μωρέ και να μη χορταίνω να σε βαρώ, που παίρνεις τα καλύτερα παιδιά... Τι να σου πω, αχόρταγε, τι να σου πω, μου λες; Αφήνεις όλους εμας τους άχρηστους κι απλωνεις το καρβουνιάρικο χέρι σου πάνω σ' αυτούς που μας φωτίζουν, μας δίνουν γέλιο, μας χαϊδεύουν, μας κοιτάζουν και βλέπουμε τα μεσα μας... Τι να οου πω, παλιομπαμπέση που χτυπάς πισώπλατα, τραβάς το χαλί κάτω απ' τα πόδια μας, παίρνεις στα σοβαρά όσους σε κοροϊδεύουν... Άτιμε, Χάρε, μπάσταρδε, που ξέρεις να ξεχωρίζεις τους καλύτερους και με μια κίνηση τους αρπάζεις  σαν να μην έχουν δικούς τους που μπορούν να τους υπερασπισουν, σαν να μην έχουν φίλους που θα έδιναν και τη ζωή τους για να τους γλιτώσουν απ' τα δόντια σου, σαν να περισσεύουν ενώ τους έχουμε τόση ανάγκη... Τι να σου πω βρωμόχαρε; Τι να σου πω και τι να σου κάνω άσπλαχνε Χάρε....
Δεν το πιστεύω μωρέ Τάκη πως έφυγες, δεν το πιστεύω ούτε εγώ ούτε και κανείς... Είμαστε βέβαιοι πως πάλι πλάκα  κάνεις, αφού όλο πλάκα έκανες, έτσι μας είχες μάθει... Και γελούσαμε μαζί σου, όλο γελούσαμε, αφού ήσουν εσύ το γέλιο, η πλάκα, η ανάστροφη οπτική της ζωής που τόσο συχνά μας πονάει... 
Σαν κεραυνός έπεσε πάνω μας η είδηση του θανάτου σου σήμερα απ' τον αδερφό σου στο καλντερίμι του αγίου Νικολάου που σε βλέπαμε τόσα χρόνια... Κεραυνός μες στο κατακαλόκαιρο της αγάπης μας για σένα... Φέτος, λέει, ήσουν και στην Αθωνιάδα, θεολόγος στο σχολείο της κι είχες γλυκάνει, λέει, πολύ... Γιατί δεν πρόσεξες λίγο ρε Τάκη; Ήσουν που ήσουν τόσο γλυκός, γιατί το παράκανες; Δεν ήξερες; Διαβασμένος ήσουν, αυτά τα γνώριζες. Πώς το επέτρεψες; Θέλω να σου πω καλό ταξίδι και δεν μπορώ. Θέλω να σου πω καλή αντάμωση και δε γίνεται. Δεν πάνε τα δάχτυλα ρε Τάκη... Πέρασαν τρεις μέρες, φτάνει το αστείο, αρκετά... Σήκω τώρα, τώρα σήκω Τάκη κι έλα να με πειράξεις, έλα να μου δώσεις γέλιο ρε φιλε πάλι, ελα να παίξεις με τα μωρά, με τα παιδιά σου και τα παιδιά μου, με τ' ανίψια σου, με τη γυναίκα σου, τον αδερφό σου που τα μάτια του από γαλάζια άλλαξαν χρώμα κι έγιναν κόκκινα.. Άντε, Τάκη, μην αργείς... Έχω θυμώσει και είμαι και ανυπόμονη... Σήκω μωρέ... Σήκω...
Λένε πως ο Δημήτρης Μαυροκωστίδης πέθανε. Φήμες, λέω εγώ. Κάνει πως κοιμάται ο Τάκης γιατί ο Τάκης είναι εδώ καθ πάντα εδώ θα είναι, όπως ο ήλιος, όπως η θάλασσα κι οι βάρκες, τα δέντρα, τα λουλούδια, η χρρά που ήτανε και είναι... Βάζω στη φωτιά το χέρι μου. Κι αν καεί έχω διαθέσιμο και δεύτερο...

Επέστρεψα απ' την εκκλησία, πήρα μια μπουγάτσα κρέμα, άνοιξα όλα τα παράθυρα να μπει η ευλογία του Θεού στο σπίτι που 'λεγε η γιαγιά Σανάβα, ήπια το καφεδάκι μου. Ακούω τους παππούδες κάτω απ' το μπαλκόνι να κάνουν συνέλευση στην αρχαία αγορά του δρόμου φωνασκώντας για την Ευρώπη και την Ελλάδα. Ο Χαρίτωνας κελαηδά αμέριμνος, όπως κάθε μέρα. Τα λουλούδια ανθισμένα στις γλάστρες. Οι πρωτοκορυφαίοι απόστολοι Πέτρος και Παύλος ενωμένοι, αγκαλιασμένοι γιορτάζουν σήμερα. Χρόνια πολλά στους εορτάζοντες. Χρόνια πολλά σε όλους. Χρόνια πολλά σ' αυτή τη χώρα που της μέλλεται να ζήσει όσο υπάρχει ζωή, σε πείσμα των εχθρών της. Ο Τάκης δε σηκώθηκε ακόμα. Χρόνια πολλά Τάκη. Κι εσενα σου μέλλεται να ζήσεις όσο υπάρχει ζωή σε πείσμα του θανάτου...





Monday, June 22, 2015

Tο σχόλιο της Δευτέρας - Κοτζαμάν άντρας - Καλή βδομάδα!



Κάθομαι σε μια καρέκλα του προσφιλούς μου λεωφορείου 23 και στην επόμενη στάση κάθεται δίπλα μου μια κυρία στην ηλικία της μαμάς μου. Ανεβαίνει μια συνομηλίκή της και πιάνουν μ' εγκαρδιότητα την κουβέντα. Λένε, λένε, λένε πολλά σαν να 'χουν να βρεθούν καιρό. Αν και είναι δίπλα μου δεν τις ακούω. Κοιτάζω το Επταπύργιο, τον ουρανό, το καταπράσινο λιβάδι του και ονειρεύομαι. Κατεβαίνει η φιλενάδα της διπλανής μου, αγκαλιές, φιλιά, άντε έλα απ' το σπίτι να πιούμε έναν καφέ να τα πούμε όλα αναλυτικά. Δίχως να ρωτήσω τίποτα κι ούτε καν να απορήσω για κάτι, η κυρία αρχίζει και να μου εξηγεί.
"Είμαστε κουνιάδες, κάποτε ήμασταν όλη μέρα μαζί, μετά άρχισαν να φεύγουν, χαθήκαμε. Πρώτος έφυγε ο άντρας μου. Εικοσιτρία χρόνια πριν. Όσα και το νούμερο του λεωφορείου, σκέφτομαι εγώ. Ήτανε μόνο πενήντα πέντε χρονών. Από τότε όλα μόνοι μου τα 'κανα. Τους έστειλα φαντάρους, τους πάντρεψα, χώρισαν, τους ξαναπάντρεψα, τώρα κοιτάζω και τα εγγόνια." 
Κουνάει το κεφάλι. Ένα κεφάλι δυνατό, με μυαλό, με πείσμα, αγάπη για τη ζωή. Γυναίκα λεβεντιά. Η οικονομία του λόγου των ηλικιωμένων απλών ανθρώπων είναι το καλύτερο μάθημα για τους συγγραφείς. Η γυναίκα αυτή μέσα σε λίγες λέξεις, μού είπε όλη της τη ζωή. Υπάρχει όμως και πιο αξιοζήλευτη οικονομία. Θα το συνειδητοποιήσω στο επόμενο λεωφορείο που θα πάρω.

Αν και αλωνίζω τα χωράφια του κέντρου της πόλεως πάντα με τα πόδια και μάλιστα με μεγάλη ευχαρίστηση, αφήνοντας το 23, άγιοι Ανάργυροι, αποφασίζω να πάρω από την Τσιμισκή το 3, Φοίνικας, για να προλάβω όλες μου τις δουλειες. Έχει λίγο κόσμο και κάθομαι σε μια θέση απ' αυτές που σχηματίζουν τετράδα με άλλες δύο απέναντί τους. Δίπλα μου δεν κάθεται κανείς. Απέναντί μου όμως είναι ήδη καθισμένος ένας άντρας. Δίπλα του δεν κάθεται κανείς. Τον κοιτάζω φευγαλέα, με κοιτάζει επίμονα. Φοράει ένα σιελ κοντομάνικο μπλουζάκι καλοσιδερωμένο, ένα μπλε σορτς πάνω απ' το γόνατο και καφέ πέδιλα. Είναι χοντρούλης, καθαρός, περιποιημένος, μ' ένα πρόσωπο ανάγλυφο. Έχει έντονα ζυγωματικά και τα μάγουλα ρουφηγμένα. Κοριτσίστικα σαρκώδη χείλη, μάτια αμυγδαλωτά, αφτιά τεράστια. Τα φρεσκολουσμένα καστανά μαλλιά του έχουν ελάχιστες άσπρες τρίχες και είναι ολοφάνερα απαλά σαν μωρού, χτενισμένα προς τα πίσω. Δεν μπορώ να υπολογίσω την ηλικία του. Φαίνεται μεγαλύτερος από μένα, αλλά δεν πρέπει να είναι.

Κυρία, να σας πω;
Να μου πείτε.
Σταματάει λίγο διστάζοντας.
Πέρασα πολλά...
Με το που αρθρώνει αυτή τη φράση, τον πιάνει ένα κλάμα. Κλάμα πνιχτό, κλάμα βουβό, σπαραξικάρδιο. Το πρόσωπό του συσπάται έντονα, εμφανίζονται ρυτίδες που πάλλουνται στο μέτωπο, τα κλειστά μάτια του καταπίνουν όλα τους τα δάκρυα. Μέσα στη φράση "πέρασα πολλά", τα έχει πει όλα. Όποιος έχει πει ποτέ αυτή την κουβέντα, το ξέρει.

Πείτε μου.
Κλαίει.
Πείτε μου, πείτε μου ό,τι θέλετε.
Έχασα πριν πέντε χρόνια τον πατέρα μου. Τώρα κατάλαβα τι στήριγμα ήταν για μένα.
Δυσκολεύομαι να καταλάβω τι λέει. Κλαίει και μιλάει με δυσκολία. Δεν μπορεί να αρθρώσει καθαρά τις λεξεις. Φαίνεται να έχει κάποιο πρόβλημα στην άρθρωση.
Πείτε μου.
Χρειάζομαι βοήθεια...
Λυπάμαι, δεν έχω τίποτα να σας δώσω...
Τον ξαναπιάνει το κλάμα με νέα ένταση. Το θεώρησε προσβολή. Βλακεία μου που δεν το κατάλαβα νωρίτερα.
Δε θέλω λεφτά, να μιλήσω θέλω.
Πείτε μου.
Τι θα κάνω τώρα εγώ χωρίς τον μπαμπά μου; Η μάνα μου είναι ογδόντα χρονών, τι θα κάνω αν πεθάνει κι αυτή;
Ζει η μαμά σας; Άμα ζει, μη στεναχωριέστε, θα σας φροντίζει.
Θα πεθανει κυρία και τι θα κάνω;
Θα σας φροντίσει ο Θεός, μη στεναχωριέστε, δε θα σας αφήσει.
Είναι άγριος ο κόσμος, κυρία. Δεν τα καταφέρνω με τον κόσμο, εγώ είμαι σαν τα παιδάκια. Δεν μπορώ να τον αντιμετωπίσω. Όλο με παρεξηγούν. Έχετε παιδιά, δεν έχετε; Μάνα δε είστε;
Ναι, έχω.
Με νιώθετε, έτσι δεν είναι;
Ναι, σας νιώθω...
Βλεπετε φοράω βέρα, δεν είμαι παντρεμένος, του αδερφού μου είναι. Εγώ είμαι σαράντα τρία, αυτός σαράντα εφτά. Μου την έδωσε να τη φοράω. Άμα τη φοράω δε με παρεξηγούνε. Είναι άγριος ο κόσμος, κυρία, δεν ξέρετε τι έχω περάσει... Πέρασα πολλά... Κάτι λέει για τον αδερφό του που όμως δεν το καταλαβαίνω καθόλου.
Μη στεναχωριέσε, σας παρακαλώ... Πως σας λένε;
Παντελή... Εδώ κατεβαίνω, γεια σου κυρία, σ' ευχαριστώ...
Σηκώνεται όρθιος, πηγαίνει στην μπροστινή πόρτα. Λίγο πριν κατέβει γυρίζει πίσω το κεφάλι, με κοιτάζει και φωνάζει:
Σ' ευχαριστώ, κυρία, σ' ευχαριστώ...


Ξαφνικά συνειδητοποιώ πως πρέπει να κατέβω κι εγώ στην ίδια στάση. Κατεβαίνω από τη μεσαία πόρτα που είναι δίπλα μου. Ανοίγω γρήγορα το πορτοφόλι και βγάζω μια μικρή εικονίτσα του αγίου Πορφυρίου. Τον κοιτάζω  που περπατάει. Είμαι έτοιμη να τρέξω και να του τη δώσω. Κάτι όμως με συγκρατεί. Δεν ξέρω τι. Ίσως επειδή τον βλέπω να περπατα ήσυχος, ίσως γιατί κοιτάζοντας την εικόνα του τρυφερότατου αγίου αισθανομαι πως ο άγιος τον γνωρίζει ήδη καλά τον Παντελή και τον προσέχει έτσι κι αλλιώς, όπως τόσους και τόσους άλλους Παντελήδες... Παίρνω την αντίθετη κατεύθυνση για τις δουλειές μου.


Τι ήθελε η ψυχούλα; Τίποτα μεγάλο, τίποτα σπουδαίο, τίποτα ακριβό. Ήθελε το πιο σπουδαίο, το πιο μεγάλο, το πιο ακριβό. Να μιλήσει ήθελε. Να μιλήσει σε κάποιον που δε θα τον φοβηθεί, δε θα τον παρεξηγήσει. Γιατί έτσι είναι οι επίγειοι άγγελοι. Σαν τα παιδιά. Όλα τα καταλαβαίνουν κι ας μην καταλαβαίνουν τίποτα. Και τραυματίζονται βαριά ακόμα κι από ένα βλέμμα που θα τους αμφισβητήσει. 
Κοτζαμάν άντρας ο Παντελής, ένα μωρό, ας τον φροντίζει ο πατερούλης του από ψηλά που ήταν πάντα το στήριγμά του, ο άγιος που φροντίζει για όλους τους αδύναμους κι ο καλός  Θεός που μας φροντίζει όλους.







Monday, June 15, 2015

Το σχόλιο της Δευτέρας - Ο τσιγγάνος - Καλή βδομάδα!


Όταν σπούδαζα στο Παιδαγωγικό ήρθε κάποτε και για μένα η ώρα να κάνω την πρακτική μου σε κάποιο σχολείο. Κοίταξα τον κατάλογο με τα σχολεία που μας έδωσε ο υπεύθυνος καθηγητής και κατόπιν πήγα και του ζήτησα να πάω σε κάποιο σχολείο που να φοιτούν τσιγγάνοι. Μα δεν είναι στον κατάλογο κανένα τέτοιο, μου είπε. Το ξέρω, απάντησα. Αυτό σημαινει πως δε γίνεται κιόλας; Μα εκεί δε θα σε παρακολουθήσει κανείς, ούτε εγώ θα μπορέσω να έρθω. Εμένα δεν με πειράζει καθόλου, απάντησα, εσάς σας πειράζει; Όχι, είπε κάπως συνεσταλμένα βλέποντας την επιμονή μου. Πήγαινε στον Δενδροπόταμο. Έτσι, έκανα την πρακτική μου στο δημοτικό σχολείο του Δενδροποτάμου. Για την τρυφερή ηλικία των εικοσιτριών χρονών που ήμουν, ήταν μια μάλλον σκληρή εμπειρία αυτή από πολλές πλευρές. Διότι εκεί δε συνάντησα τα τρισχαριτωμένα παιδάκια που πουλούσαν χαρτομάντιλα στα φανάρια και με τα οποία συχνά είχα ενδιαφέρουσες και πολύ τρυφερές εμπειρίες.

Καταρχάς βρωμιά. Έμπαινα στην τάξη και κόντευα να λυποθυμήσω από τη μποχα. Ψείρες να αλωνίζουν τα μαλλιά των κοριτσιών. Φασαρία. Παιδιά ατίθασα διαφόρων ηλικιών στην ίδια τάξη. Ζούγκλα. Αλλά και νεαροί πρωτοδιόριστοι εκπαιδευτικοί που εξαντλούσαν την αυστηρότητά τους στα παιδιά μη έχοντας άλλους τρόπους να επιβάλλουν την τάξη. Γρήγορα κατάλαβα πως αυτά τα παιδιά χρειάζονται μια άλλου τύπου εκπαίδευση προσαρμοσμένη στα δικά τους δεδομένα. Ούτε εγώ είχα τα εφόδια για να τα καταφέρω καλύτερα. Απλώς λόγω χαρακτήρα, αλλά και λόγω του εφήμερου της παραμονής μου εκεί, είχα περισσότερη υπομονή και κέφι. Το βασικό εφόδιο που έτυχε να έχω τότε ήταν η σχέση μου με τη μουσική τους και αυτό εκμεταλλεύτηκα. Έτσι ζήσαμε μερικές πραγματικά ωραίες στιγμές που ακόμα τις θυμάμαι. Όταν βαρούσαν τα θρανία το αποτέλεσμα δεν είχε καμιά σχέση μ' αυτό που θ' ακούσει κάποιος σε μια οποιαδήποτε άλλη τάξη κανονικού σχολείου. Μέσα στον ίδιο ρυθμό κάθε παιδί αυτοσχεδίαζε. Το αποτέλεσμα ήταν μοναδικό. 
Μια μέρα ήρθε ένα παιδί και με ρώτησε γιατί δεν τους χτυπάω. Πάγωσα. Δεν ήξερα τι να απαντήσω. Μια άλλη μέρα ένα άλλο παιδί μου είπε πως ο δάσκαλος το κλείδωνε στη ντουλάπα. Ένα άλλο, πως το σήκωνε ψηλά και μετά το άφηνε να πέσει κάτω. Ακραία πράγματα. Απελπιστικά τραγικά. Ωστόσο, τραγική ήταν και η θέση των δασκάλων. Οι περισσότεροι πήγαιναν σ' αυτό το σχολείο επειδή είχε λίγα μόρια κι ήταν ο μόνος τρόπος να έρθουν πιο κοντά στη Θεσσαλονίκη. Ήταν απροετοίμαστοι γι' αυτό που θα συναντούσαν. Κάποιοι καταριόνταν τη μοίρα τους. Μα αν ένα κοινό σχολείο απαιτεί έναν ευσυνείδητο δάσκαλο, ένα σχολείο τσιγγάνων απαιτεί έναν πολύ ταλαντούχο. Έκτοτε, έγιναν πολλά προγράμματα που ίσως βοήθησαν. Δεν είμαι σίγουρη γι' αυτό. Οι αδύναμες ομάδες ελκύουν σαν το μέλι, εκτός από τις μέλισσες και τους κηφήνες (άπληστους χρυσοθήρες της δυστυχίας των άλλων). Όταν έφυγα απ' αυτό το σχολείο στο στόμα είχε μείνει μια γεύση πικρή.

Πριν λίγες μέρες συνέβη να συναντήσω μια ομάδα τσιγγάνων στο μετρό της Αθήνας, πηγαίνοντας στο αεροδρόμιο. Στη στάση της Νερατζιώτισσας μπαίνουν πέντε τσιγγάνοι διαφόρων ηλικιών από εφτά έως τριάντα πέντε χρονών, όλοι μ' ένα ακορντεόν στο χέρι κι ανάμεσά τους μια γυναίκα μ' ένα βρέφος λίγων ημερών στα χέρια. Κρατά κι ένα μπιμπερό και πότε πότε το ταϊζει. Το θέαμα έχει μεγάλο φωτογραφικό ενδιαφέρον. Ανοίγω με τρόπο το κινητό μου και τραβώ τρεις φωτογραφίες σκεπτόμενη πως θα μπορούσα να γράψω ένα κείμενο γι' αυτούς. Για κακή μου τύχη με παίρνει είδηση ο ένας κι έρχεται με επιθετικότητα προς το μέρος μου. Εγώ κάθομαι κι αυτός από πάνω μου. Τι κάνεις, με ρωτά. Τίποτα, απαντώ. Τι κάνεις; Τίποτα. Κλείσ' το. Εντάξει. Το κλείνω. Στο βλέμμα του διαβάζω όλο το μίσος του κόσμου. Είναι ένα βλέμμα γεμάτο κακία. Βλοσυρό. Ευτυχώς που το μετρό είχε πολύ κόσμο. Σε άλλη περίπτωση νομίζω πως θα μπορούσε να τραβήξει και μαχαίρι. Ποιος ξέρει τι σκέφτηκε, τι φοβήθηκε, τι φαντάστηκε. Δεν τον κοιτούσα. Την πρώτη στιγμή που συναντήθηκαν τα βλέμματά μας ένιωσα το κακό του να εκτοξεύεται πάνω μου. Κανείς δεν είναι τόσο ισχυρός που να πολεμήσει το κακό, ούτε και να το αλλάξει. Το περισσότερο που μπορεί είναι να το φοβίσει χρησιμοποιώντας ισχυρότερα όπλα. Αυτό όμως δε θα το έκανα εγώ. Ούτε το ήθελα, αλλά ούτε και το μπορούσα.

Ξαφνικά ένας καρδαμωμένος άντρας σηκώνεται και του λέει επιτακτικά να κατέβουν όλοι στην επόμενη στάση. Ο πρώην νταής σ' εμένα, τσιγγάνος, χάνει το χρώμα του. Ο άντρας του ζητά εισητήριο. Ο τσιγγάνος του λέει πως δεν έχει. Του ζητά ταυτότητα. Τη δίνει. Ξαφνικά το πρόσωπό του γίνεται το αθωότερο του κόσμου. Ο άντρας έχει θυμώσει πολύ που οι τσιγγάνοι σέρνουν μαζί τους μια γυναίκα μ' ένα βρέφος για να βγάλουν λεφτά. Αυτό τον ενόχλησε. Η γυναίκα προσπαθεί να μη δείξει το φόβο της, δεν καταλαβαίνει και ελληνικά. Ο καρδαμωμένος άντρας της παραχωρεί τη θέση του και επιμένει να τους λέει να κατεβούνε. Αν δεν κατεβούνε θα πάει στον οδηγό και θα καλέσει την αστυνομία. Φορά παντελόνι αστυνομικού και αρβύλες, αλλά όχι πλήρη στολή. Ένας νεαρός ευγενικός φοιτητής αναλαμβάνει την υπεράσπιση του τσιγγάνου. Ο αστυνομικός του μιλά γλυκά και του εξηγεί πως αυτό που κάνουν με τη γυναίκα είναι απάνθρωπο και παράνομο. Δεν τον πείθει. Όταν κάνει να πάει μπροστά στον οδηγό, ο φοιτητής εξηγεί στον τσιγγάνο τα δικαιώματά του. Αν ο αστυνομικός δε φορά στολή και σεν είναι σε ώρα υπηρεσίας δεν μπορεί να σε συλλάβει. Ξαναβρίσκει το θάρρος του ο τσιγγάνος. Το πρόσωπό του ξαναβρίσκει το χρώμα του, η σβησμένη φωνή του την έντασή της. Ωστόσο, δεν το ρισκάρει. Οι πέντε τσιγγάνοι με τη γυναίκα και το μωρό κατεβαίνουν στην επόμενη στάση. Αρχίζει ολόκληρη συζήτηση στο βαγόνι. Άκρη δε βγαίνει. Και πώς να βγει;

Σκέφτομαι τα λόγια του Κυρίου στην επί του Όρους ομιλία. Όπως θέλετε να σας συμπεριφέρονται οι άλλοι, έτσι να συμπεριφέρεστε κι εσείς. Αυτά τα λόγια όμως έχουν να κάνουν με το καλό. Το κακό είναι ένας φαύλος κύκλος. Και φαίνεται πως όποιος το επιχειρεί, του επιστρέφει μπούμεραγκ και μάλιστα πολλαπλασιασμένο. Άκρη δε βγαίνει, τέλος δε βρίσκει. Αν ο νεαρός τσιγγάνος δεν ερχόταν πρώτα σ' εμένα, δε θα τον έβλεπε ο αστυνομικός και ίσως δε θα γινόταν τίποτα απ' όσα ακολούθησαν. Παράξενο δεν είναι; 



Sunday, May 24, 2015

Το σχόλιο της Δευτέρας- Η βασίλισσα της Άρτας - Καλή βδομάδα!



Η ζωή γεμάτη εκπλήξεις κρυμμένες στη γωνιά του δρόμου, στα σοκάκια, στα υπόγεια, στις αθεατες και άγνωστες πτυχές του φουστανιού της. Ένα βήμα, ένα βλέμμα, μια καλημέρα, κι αποκαλύπτονται χρώματα, σχέδια, υφές ανθεκτικές στο χρόνο.
Η πρώτη εντύπωση της Άρτας, την οποία δεν έτυχε να επισκεφτώ ποτέ στο παρελθόν, είναι σαν μια τεράστια καρότσα να ξεφόρτωσε  κουτάκια σπίτια, περισσεύματα ετερόκλητων πόλεων ίδια ρετάλια υφασμάτων σε στίβες. Αφήνω την πρώτη εντύπωση κατά μέρος, γιατί αποδεικνύεται απατηλή ιδιιαίτερα στην περίπτωση της ελληνικής επαρχίας που ξερει να κρύβει καλά τους θησαυρούς της νομίζοντας, η αθώα, πως έτσι τους καταχωνιάζει, αλλά στην ουσία προστατεύοντάς τους.

Το απόγευμα βγαίνω από το ξενοδοχείο που βρίσκεται στο κέντρο της πόλης. Στα δέκα βήματα πέφτω πάνω σ' ένα μικρό κουκλίστικο βιβλιοπωλείο. Χαζεύω τη βιτρίνα του με τα ωραία βιβλία, τα παιχνίδια , τις τσάντες. Πάω να φύγω, αλλά το μετανιώνω. Απ' το τζάμι της βιτρίνας βλέπω την κοκκινομάλλα πωλήτρια καθσισμένη στην εσωτερική σκάλα, να διαβάζει. Σηκώνεται και πολύ ευγενικά με ρωτά αν μπορεί να με βοηθήσει σε κάτι. Πιάνουμε μια ωραία συζήτηση και πριν φύγω μου συστήνει να επισκεφτώ το ναό της αγίας Θεοδώρας. Χαιρετιόμαστε με εγκαρδιότητα και προχωρώ. Για έναν άνθρωπο σαν κι εμένα που δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει χάρτες, αλλά και δεν του αρέσει να διαβάζει οδηγούς, η συνδρομή των καλών ανθρώπων και του ενστίκτου του, συμβάλλουν καθοριστικά σε κάθε του βήμα.
Σ' ένα μικρό ύψωμα, δίπλα σ' ένα γήπεδο, προβάλλουν οι τρούλλοι. Παράξενη η αρχιτεκτονική του ναού, ασυνήθιστη στα μάτια μου. Θυμίζει μοναστήρι. Ένας μεγάλος περίβολος μπροστά και γύρω γύρω σπιτάκια, στο βάθος κάτι σαν αψίδα. Ανάβω δυο κεριά και μπαίνω. Θα είναι η αγία Θεοδώρα του Θεόφιλου, σκέφτομαι, που αναστήλωσε τις εικόνες, και η αγάπη της γ' αυτόν κατάφερε να τον συγχωρήσει ο Θεός μετά το θάνατό του κι ας ήταν εικονοκλάστης. Κάνω λίγα βήματα προς τον κυρίως ναό και ακούω απ' την πλαινή είσοδο ομιλίες. Κάποιος μοιάζει να κάνει ξενάγηση. Βγαίνω αμέσως στην αυλή, χαιρετώ τρία νεαρά παλλικάρια και ρωτώ αν μπορώ ν' ακούσω την ξενάγηση. Αν ήταν δυνατόν δε θα διάβαζα ποτέ μου τίποτα. Θα προτιμούσα όλα να μου τα αφηγούνται.

Ο νεωκόρος μου απαντά με προσήνεια πως και βέβαια μπορώ, και μπαίνουμε μέσα. Είναι ένα όμορφο παλικάρι γύρω στα τριάντα, μετρίου αναστήματος με ελαφρώς σγουρά μαλλιά, μεγάλα μάτια, χείλη λεπτά, σκαμμένα μάγουλα σε σχεδόν οβάλ πρόσωπο που λάμπει. Διακόπτει αυτά που έλεγε στους άλλους δύο, φίλοι του απ' το Μοναστηράκι της Βόνιτσας. Παρόλο που τον παρακαλώ να συνεχίσει από κει που σταματησε, εκείνος μου απαντά πως τα παιδια είναι φίλοι του και θα ξανάρθουν, ενώ εγώ πρέπει να  ακούσω την ξενάγηση απ' την αρχή κανονικά.
"Δεν είναι η αγία Θεοδώρα του Θεοφίλου" μου λέει "αν και γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη, είναι η αυτοκράτειρα σύζυγος του Μιχαήλ Κομνηνού". ΔΙηγείται την ιστορία της αγίας, όπως ένα μικρό παιδί προσπαθεί να θυμηθεί το μάθημά του. Συνεσταλμένα και με σκυμμένο το κεφάλι έχει μια χάρη παιδιού απ' αυτήν που θα είχαν και κείνα που κάθησαν στα πόδια του Χριστού. "Ο Μιχαήλ παντρεύτηκε τη Θεοδώρα στα Σέρβια της Κοζάνης κι έκαναν έναν γιο". Κάνει μια παύση σαν να δυσκολεύεται. "Μετά όμως τη γέννηση του γιου, ο Μιχαήλ παραστράτησε κι η Θεοδώρα έμεινε πέντε χρόνια μόνη. Ύστερα μετάνιωσε κι έκαναν άλλα τέσσερα παιδιά. Για να τον συγχωρήσει ο Θεός, έχτισε πολλές εκκλησίες. Η Θεοδώρα έγινε αγία. Τον συγχώρησε κι όταν εκείνος πέθανε, έφτιαξε αυτό το μοναστήρι κι έγινε καλογριά προσφέροντας μεγάλο έργο".
Ένα ένα μας δείχνει τα τμήματα του ναού που είναι τουλάχιστον από τρεις χρονικές περιόδους. Εκεί βρίσκεται και ο μαρμαρόγλυπτος τάφος της αγίας, ένα κόσμημα πηγής ιαμάτων μέχρι σήμερα. Δεξιά και αριστεραά του Ιερού πάνω από τις δύο κολώνες εικονίζονται δυο πρόσωπα, αριστερά του αγίου Γεωργίου και δεξιά του αγίου Δημητρίου. Θα πρέπει να ήταν του άη Γιώργη ο ναός. Και τα δύο πρόσωπα είναι μοναδικά στην γλυκύτητά τους. Τους πρώτους αιώνες ήταν πολύ γλυκά τα πρόσωπα των αγίων, μετά άρχισαν να γίνονται αυστηρότερα, σχολιάζει ο νεωκόρος. Μοιαζουν με υδατογραφίες παιδικές και παιδικά τα ίδια. Θυμίζουν λίγο τα φαγιούμ σε πιο απαλές αποχρώσεις που μάλλον οφείλονται στην πατίνα των αιώνων.
Στην δεξιά κόγχη εκτίθεται προς προσκύνηση το λείψανο της αγίας μέσα σε λάρνακα.
Μετ'α την ξενάγηση κι αφού συζητούμε θίγοντας γενικότερα θέματα γύρω απ' την ναοδομία και την ιστορία, ο γλυκός νεωκόρος μου λέει πως τελείωσε τη ιερατική σχολή του Βελά και όταν πριν έξι μήνες ζήτησαν νεωκόρο προσεφέρθη κι έτσι εργάζεται πλέον σ ' αυτόν τον ναό. Φτάνει η ώρα να τον κλείσει. Κοντοστέκεται. Διστάζει. "Κυρία" μου λέει "σας πειράζει να κάνοουμε το Απόδειπνο;". "Να με πειράζει; Τι λέτε; Με πολλή χαρά!" Οι δυο του φίλοι στέκονται δίπλα του, εγώ απέναντι. Πριν κλειδώσει, βγαίνει στην αυλή να ποτίσει τις γλάστρες. Τον ρωτω το όνομά του. "Θεόδωρος" "Δώρο του Θεού;" "Μακάρι..". Κλειδώνοντας την εκκλησία μας προτείνει να μας ανοιξει άλλη μία εκκλησία λίγο παραπέρα. "Θέλτε να δείτε τον άγιο Βασίλειο;" "Τον άγιο Βασίλειο δε θα θέλω να δω; Είναι ο άγιός μου!"
Βασίζουμε στο καλντερίμι. Χαιρετά όλες τις γειτόνισσες. Άλλες του απαντούν κι άλλες όχι. Δε φαίνεται να του κάνει διαφορά. Την επόμενη μέρα το πρωί πριν φύγουμε απ' την Άρτα για τα Γιάννενα ξαναπερνώ να τραβήξω φωτογραφίες που μέσα στον θαυμασμό της προηγούμενης μέρας ξέχασα, και να τον χαιρετίσω. Φεύγοντας τον ακούω να με φωνάζει: "Κυρία Βασιλική, περιμένετε να σας δώσω κάτι". Τρέχει και μου φέρνει ένα βιβλιαράκι με τον βίο της αγίας. Πλημμυρίζω χαρά κι ευγνωμοσύνη που συναπαντήθηκα μ' αυτόν τον άνθρωπο. Η αγία Θεοδώρα φαίνεται πως ήθελε να την φροντίζει ο Θοδωρής της. Γιατί τα όνόματα έχουν σημασία κι η χάρη των αγίων σε όσους φέρουν το όνομά τους χαρίζεται πλουσιοπάροχα, -είτε το γνωρίζουν αυτοί είτε όχι. Την ευχούλα της αγίας να έχουμε. Πολιούχος της Άρτας είναι. Ας μεριμνά για τους Αρτηνούς και για όλους μας.









Στο βιβλιαράκι διαβάζω τον εκτενή και συγκλονιστικό βίο της αγίας που εδώ θα γράψω περιληπτικά.  Ήτανε γόνος της μεγάλης και επιφανούς οικογένειας των Πετραλυφα. Ο πατέρας της, Ιωάννης, κατείχε τον τίτλο του Σεβαστοκράτορα και ήταν διοικητής της Θεσσαλίας και της Μακεδονίας. Η Θεοδώρα γεννιέται γύρω στα 1210 και ανατρέφεται από τους ενάρετους γονείς της "εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου". Μένει από μικρή ορφανή από πατέρα και την κηδεμονία της αναλαμβάνει ο Δούκας της Ηπείρου Θεόδωρος,  ο οποίος αφού καταλαμβάνει τη Θεσσαλονίκη, νικιέται σε πόλεμο απ' τους Βουλγάρους και τυφλώνεται από τον βασιλιά τους Ασάν. Κατόπιν ο Ασάν καλεί τον ανιψιό του Θεόδωρου, Μιχαήλ, να αναλάβει τη διοίκηση του κράτους που του άφησε ο πατέρας του, Μιχαήλ Α΄ Άγγελος Κομνηνός.
Ο Μιχαήλ πηγαίνοντας προς την Άρτα περνά από τα Σέρβια της Κοζάνης που ήταν τότε ισχυρό φρούριο σε σημαντική στρατηγική θέση. Εκεί συναντά τη Θεοδώρα και εντυπωσιασμένος από την ομορφιά και την ευγένειά της τη ζητάει σε γάμο. Παντρεύονται στα Σέρβια γύρω  στα 1230 και με λαμπρή συνοδεία έρχονται στην Άρτα την οποία ο Μιχαήλ κάνει πρωτεύουσα του κράτους του.
 Η νεαρή Δούκισσα γίνεται η πρώτη κυρία του Δεσποτάτου της Ηπείρου, ο Μιχαήλ φροντίζει για την εδραίωση και επέκταση του κράτους του. Ύστερα από τη γέννηση του πρώτου τους γιου, του Νικηφόρου, ο Μιχαήλ παρασύρεται σε πορνεία με την Αρτηνή αρχόντισσα Γαγγρινή που κατορθώνει με μάγια να τον σκλαβώσει και να βάλει στην ψυχή μίσος για τη γυναίκα του. Τη διώχνει απ' τα ανάκτορα και η Θεοδώρα παίρνει τα βουνά και τα λαγκαδια με το μικρό γιο της κυνηγημένη από τον Μιχαήλ. Για πέντε χρόνια καταδιώκεται και κρύβεται, φτωχή, πεινασμενη, ταλαίπωρη. Κακός λόγος απ' το νου της δε βγαίνει. Καμία ανθρώπινη συμπαράσταση δεν έχει. Μοναδικό της καταφύγιο είναι η προσευχή στο Θεό στον Οποίο εναποθέτει όλες της τις ελπίδες. Στο τέλος βρίσκει καταφύγιο και παρηγοριά κοντά στον ιερέα της Πρενήστας και μια μέρα που μαζεύει λάχανα για να φάει αυτή και το παιδί της, τη συναντά ο ιερέας και επίμονα τη ρωτά να του πει επιτέλους ποια είναι. Έτσι αποκαλύπτει την ταυτότητά της.
Οι ευγενείς άρχοντες της Άρτας δυσανασχετούν με την έκλυτη ζωή του Μιχαήλ και την αλαζονεία της Γαγγρινής που τη διώχνουν απ' τα ανάκτορα. Τότε ο Μιχαήλ έρχεται στα συγκαλά του, αηδιάζει από τις αμαρτίες του και στέλνει έμπιστους ανθρώπους να βρουν τη γυναίκα του. Έτσι αρχίζει μια νέα ζωή γεμάτη μετάνοια. Η πόλη λαμπρύνεται με έργα πίστης, ναούς και μοναστήρια και φιλανθρωπίας για τον αγαπημένο λαό της Θεοδώραας. Το ζευγάρι αποκτά άλλα τέσσερα παιδιά, τον Ιωάννη, τον Δημήτριο (Μιχαήλ), την Ελένη και την Άννα.
Μετά από σαράντα πέντε χρόνια ο Μιχαήλ πεθαίνει και η Θεοδώρα για τα επόμενα δέκα της ζωής της ενδύεται το μοναχικό σχήμα ζώντας στη μονή του Αγίου Γεωργίου που ιδρύει. Προστατεύει τις χήρες και τα ορφανά, παρηγορεί τους θλοβομένους, είναι κοντά σε κάθε πονεμένο άνθρωπο.
Προγνωρίζει το θάνατό της και παρακαλεί τον Θεό και τον άη Γιώργη να της δώσουν άλλους έξι μήνες ζωής για να τελειωσει τα έργα στο μοναστήρι. Έτσι και γίνεται. Λίγο πριν κλείσει τα μάτια της συμβουλεύέι για τελευταία φορά τις αδελφές και παραδίδει το πνεύμα της στον Κύριο το 1280.
Κάθε χρόνο, την επομένη των αγίων Πάντων η τοπική εκκλησία της Άρτας εορτάζει κατά παράδοση την Ανακομιδή των λειψάνων της. Μέχρι σήμερα η λαμπρότερη μέρα της πόλεως που έχει ως πολλιούχο την αγία, είναι η γιορτή της, την 1η Μαρτίου. Είναι μέχρι σήμερα η βασίλισσα της Άρτας.





Ἀπολυτίκιον
Ήχος γ΄.

Των βασιλίδων το κλέος, ασκητριών τε αγλάϊσμα, της Ακαρνανίας το εύχος και ιαμάτων ρείθρον ακένωτον` των λυπουμένων και πτωχών την προστάτιν, την ακτίνος δίκην την Αιτωλίαν πάσαν καταφωτίζουσαν` επώνυμον την όντως δωρεών των του Θεού, την πάνσεπτον και οσίαν Θεοδώραν την Βασίλισσαν, δεύτε οι Αρταίοι πάντες πιστώς συνελθόντες ύμνοις τιμήσωμεν` αυτή γαρ αενάως υπέρ ημών ου παύει πρεσβεύουσα.


Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.

Βασιλείου ἀξίας παριδοῦσα τὴν εὔκλειαν, ἐγκρατείᾳ καὶ πόνοις καὶ ἀσκήσει ἐβίωσας, καὶ θείων ἐπληρώθης δωρεῶν, Ὁσία Θεοδώρα ἀληθῶς. Διὰ τοῦτό σε ἡ Ἄρτα χαρμονικῶς, γεραίρει ἀνακράζουσα· δόξα τῷ σὲ δοξάσαντι Χριστῷ, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διὰ σοῦ, πᾶσιν ἰάματα.


Κοντάκιον
Ἦχος β’. Τοὺς ἀσφαλεῖς.

Βασιλικὴν τιμὴν καὶ δόξαν καταλέλοιπας, καὶ ἐν ἀσκήσει τὴν ζωὴν διήνυσας, Θεοδώρα παμμακάριστε, γέρας τῆς Ἄρτης καὶ διάδημα· διό σου τῇ σεπτῇ θήκῃ προσπίπτοντες, ἁγιασμὸν ἐκ ταύτης κομιζόμεθα, ὑμνοῦντες Χριστὸν τὸν σὲ δοξάσαντα.


Μεγαλυνάριον
Χαίροις βασιλίδων ἡ καλλονή, χαίροις τῶν Ἀρταίων, ἐγκαλώπισμα ἱερόν· χαίροις δωρημάτων, ταμεῖον οὐρανίων, Ὁσία Θεοδώρα, ἀξιοθαύμαστε.