Labels

Showing posts with label Συνέντευξη. Show all posts
Showing posts with label Συνέντευξη. Show all posts

Thursday, September 15, 2022

Οι πρώτες φορές - Βασιλική Νευροκοπλή - περιοδικό φρέαρ για την Εύη Γεροκώστα

Το πρώτο παιχνίδι

Βρέφος στην κούνια μου έπαιζα με τους αγγέλους μήλα μ’ ένα τόπι από φως. Με χάιδευαν με τα φτερά τους. Γαργαλιόμουν και γελούσα. Έπαιζαν μαζί μου κρυφτό κι εγώ τους αποζητούσα κλαίγοντας μέχρι που ξετρύπωναν και πάλι πίσω απ’ τις ντουλάπες και μέσα απ’ τις συρταριέρες. Φτεροκοπούσαν αδιάκοπα πάνω απ’ το κεφάλι μου κι όταν ήταν πια ώρα να κοιμηθώ, ένας ξάπλωνε δίπλα μου, άλλος με σκέπαζε, άλλος με νανούριζε με τα πιο απαλά τραγούδια κι άλλος ψιθύριζε στ’ αφτί μου τα παραμύθια του ουρανού…

Το πρώτο ψέμα

Όταν η μαμά έλειπε απ’ το σπίτι έψαχνα τα συρτάρια της αναζητώντας απαγορευμένους θησαυρούς. Μια μέρα βρήκα ένα λαμπερό μονόπετρο δαχτυλίδι. Είχα ακούσει πως για να βεβαιωθείς πως ένα κόσμημα είναι αληθινό το βάζεις στο στόμα σου και το δαγκώνεις. Αν είναι αληθινό δεν παθαίνει τίποτα, αν όμως είναι ψεύτικο λυγίζει σαν σύρμα. Το δάγκωσα, λοιπόν, και αυτό λύγισε. Φοβήθηκα πως ίσως η θεωρία για τα αληθινά και τα ψεύτικα κοσμήματα δεν ίσχυε. Προσπάθησα να το επαναφέρω όπως ήταν, αλλά στάθηκε αδύνατον. Τότε, για να μη στεναχωρηθεί η μαμά, το πέταξα απ’ το μπαλκόνι…

Λίγες μέρες αργότερα η μαμά το αντιλήφθηκε και μας ρώτησε όλους, πέντε αδέρφια ήμασταν, αν είδαμε κάπου το δαχτυλίδι του γάμου της. Κατάλαβα πως είχα κάνει κάτι φριχτό. Είπα όμως ψέματα πως κι εγώ δεν είχα ιδέα για την τύχη του όπως και τ’ αδέρφια μου. Αλλά δεν μπόρεσα να το κρατήσω για πολύ μέσα μου. Το ψέμα μού κατέτρωγε την ψυχή. Μετά από μια δυο μέρες της εξομολογήθηκα την αλήθεια. Λυπήθηκε πολύ αλλά δε με μάλωσε καθόλου. Κατέβηκε η καημένη να το ψάξει στον δρόμο, αλλά το δαχτυλίδι δε βρέθηκε ποτέ…

Το πρώτο παραμύθι

Το πρώτο παραμύθι που άκουσα ήταν η πρώτη αγρυπνία στην εκκλησία του μπαμπά που ήταν ιερέας. Θυμάμαι εκείνη τη νύχτα σαν την πιο γλυκιά της ζωής μου. Και ήταν ένα μουσικό παραμύθι, ένα αρωματικό παραμύθι, ένα παραμύθι που άκουγα με τ’ αδέρφια μου ξαπλωμένοι καταγής πάνω σε μια κουβέρτα που είχε φέρει η μαμά για να ξαπλώσουμε και να κοιμηθούμε πάνω στα κρύα μάρμαρα του ναού των Δώδεκα Αποστόλων. Δεν κατάλαβα τίποτα από τις λέξεις των ψαλτάδων και των ιερέων, αλλά ήταν και παραμένει μέχρι σήμερα το ωραιότερο παραμύθι της ζωής μου…

Η πρώτη μέρα στο σχολείο

Πρώτη μέρα στο νηπιαγωγείο. Είμαι πολύ χαρούμενη που βρίσκομαι εκεί. Η τάξη έχει μια ωραία μυρωδιά καραμέλας και η νηπιαγωγός είναι χαμογελαστή. Μας βάζει να καθίσουμε ανά δύο στα θρανία, τα οποία όμως είναι ενωμένα με τον πάγκο που είχαν για κάθισμα. Θυμάμαι μέχρι σήμερα τη μεγάλη δυσαρέσκεια που μου προκάλεσε το γεγονός ότι δεν χωρούσα να καθίσω. Ήμουν ένα ψηλό παιδί και τα γόνατά μου χτυπούσαν στο κάτω μέρος του θρανίου. Έπρεπε να έχω συνεχώς τεντωμένα τα πόδια μου, πράγμα πολύ άβολο κι είχα να περάσω μια ολόκληρη χρονιά σ’ αυτή τη θέση, πράγμα που ίσως και να στάθηκε η βασική αιτία γέννησης ενός αγωνιώδους αισθήματος που με ακολούθησε για χρόνια… ότι δεν χωράω…

Η πρώτη φωτογραφία

Μια ασπρόμαυρη φωτογραφία μου μέσα σ’ έναν αχνό κύκλο στην πάνω αριστερή γωνία του προσκλητηρίου της βάφτισής μου που απεικονίζει ένα στρουμπουλό προσωπάκι –καθόλου όμορφο! Ευτυχώς η μαμά πολύ νωρίς μου έμαθε μια πολύ παρηγορητική παροιμία που έλεγαν στο χωριό τους: άσχημο στην κούνια, όμορφο στη ρούγα…

Το πρώτο βιβλίο που διάβασα

Η τεράστια και ασήκωτη εικονογραφημένη Βίβλος για παιδιά από τις εκδόσεις Σιδέρη. Μέχρι σήμερα πιστεύω πως είναι η ωραιότερη Βίβλος! Ήταν το βιβλίο που με ξεκούραζε, με συνάρπαζε και κυρίως με παρηγορούσε πως δεν είμαι μόνη και αβοήθητη στη ζωή, αλλά συγγενεύοντας με τους βιβλικούς προγόνους μου μπορούσα κι εγώ να ξεπερνώ τις δυσκολίες με θάρρος και με τη βοήθεια του Ουράνιου Πατέρα μας.

Η πρώτη τιμωρία

Ήταν από τον δάσκαλο που είχα στην πρώτη δημοτικού, έναν δυστυχισμένο, αγέλαστο και σκληρό άνθρωπο. Καθόμασταν με τη διπλανή μου, ως πιο ψηλές, στο τελευταίο θρανίο και είχαμε και οι δυο τα μαλλιά μας πλεγμένα σε δύο κοτσιδάκια. Εγώ δεν καταλάβαινα καθόλου γιατί δεν πρέπει να μιλάμε μεταξύ μας όταν έκανε μάθημα ο δάσκαλος. Μου φαινόταν πολύ φυσικό να μιλάμε κι εμείς. Κι έτσι επειδή μιλούσαμε, μας σήκωσε και τις δυο στον πίνακα και μας έβαλε να σταθούμε απέναντι στα υπόλοιπα παιδιά. Πήρε τη δική μου αριστερή πλεξούδα και τη δεξιά της φίλης μου και τραβώντας τες χτύπησε δυνατά μερικές φορές τα κεφάλια μας. Ευτυχώς μόλις το είπα στους γονείς μου, με άλλαξαν σχολείο…

Το πρώτο κατοικίδιο

Ζώντας σε διαμέρισμα της Θεσσαλονίκης και μάλιστα ως πολύτεκνη οικογένεια δεν είχαμε ποτέ κατοικίδιο. Εξάλλου τότε δεν ήταν καθόλου συνηθισμένο. Κατοικίδια είχαν μόνο στα χωριά και στις αυλές των σπιτιών.

Η πρώτη απογοήτευση

Εκτός από το πρόβλημα με το θρανίο στο νηπιαγωγείο που προανέφερα, ήταν και η μέρα που η κυρία είχε στήσει στην αυλή ένα γαϊτανάκι λέγοντάς μας γεμάτη ενθουσιασμό πως σήμερα έχουμε γιορτή και θα χαρούμε όλοι πολύ. Μας έβγαλε στην αυλή και μας ζήτησε να πιάσουμε όλοι από μία κορδέλα και όταν άρχισε η μουσική αρχίσαμε να χορεύουμε γύρω γύρω. Το γεγονός ότι τα παιδιά δεν μπορούσαν να κρατήσουν τον ρυθμό και άλλα πήγαιναν γρήγορα και άλλα αργά δημιούργησε έναν πανδαιμόνιο όπου το ένα παιδί τσαλαπατούσε το άλλο. Ήμουν το μόνο παιδί που βγήκα πολύ γρήγορα έξω απ’ το χορό και ακόμα κι όταν η νηπιαγωγός μου είπε να ξαναμπώ αρνήθηκα σθεναρά. Δε μου άρεσε καθόλου το τσαλαπάτημα και την ίδια ώρα αναρωτιόμουν γιατί χαίρονται τα άλλα παιδιά δεμένα σε μια κορδέλα και υποχρεωμένα να χοροπηδούν; Τι νόημα είχε; Ήταν η πρώτη μου απογοήτευση για το τι νομίζουν οι μεγάλοι ευχάριστο και διασκεδαστικό για τα παιδιά, αλλά και η πρώτη φορά που διαχώρισα τη θέση μου πως τέτοιου είδους διασκέδαση δε μ’ ενδιαφέρει καθόλου…

Ο πρώτος έρωτας

Ήταν ένας σχεδόν ακατανόητος έρωτας. Ήμουν στην έκτη δημοτικού και η κολλητή μου φίλη ήταν ερωτευμένη με ένα αγόρι της τάξης μας. Κάποια στιγμή με παρότρυνε να ερωτευτώ τον φίλο του για να είμαστε παρέα οι τέσσερις. Γιατί όχι, της είπα. Κι έτσι ερωτεύτηκα ένα αγόρι που δεν μου άρεσε καθόλου. Δεν ήταν όμορφο, δεν ήταν έξυπνο και το κυριότερο: δε μιλούσε ποτέ. Ίσως να ερωτεύτηκα την απουσία όλων αυτών που δεν υπήρχαν σ’ αυτό το αγόρι και το έκαναν να ξεχωρίζει από άλλα. Πολύ γρήγορα όμως κατάλαβα πως δεν είχα καμιά δουλειά μαζί του. Ήταν σαν ένα εφτασφράγιστο κουτί κι εγώ δεν είχα το κλειδί να το ξεκλειδώσω.

Το πρώτο βιβλίο που έγραψα

Ήταν Το μοναδικό φιλί, που έμελλε να εκδοθεί από τις εκδόσεις Λιβάνη μετά από άλλα μου τρία βιβλία που η συγγραφή τους έπεται. Γράφτηκε τον πρώτο καιρό του μεγάλου έρωτα με τον άντρα μου, λίγο μετά τον γάμο μας, όταν ακόμα δεν είχα ιδέα πως είμαι συγγραφέας. Ερωτευτήκαμε το 1986, παντρευτήκαμε τρία χρόνια αργότερα, άρα κάπου το 2000 γράφτηκε, και ενώ το πρώτο βιβλίο μου εκδίδεται το 2007, Το μοναδικό φιλίεκδίδεται το 2010 και μάλιστα μετά από παρακίνηση φίλων που το είχαν διαβάσει σε χειρόγραφο. Πέρασαν χρόνια για να κατάλαβα πως αυτή η ιστορία ήταν σαν μια προβολή της ζωής μας στο μέλλον, σαν μια ευχή για το πώς θα ήθελα να γεράσουμε μαζί. Σήμερα μοιάζει να μην έπεσα ευτυχώς και πολύ έξω…

Η πρώτη φορά που κατάλαβα ότι κάτι πρέπει ν’ αλλάξει στην παιδική / εφηβική λογοτεχνία

Άρχισα να διαβάζω πολλά παραμύθια από τον καιρό που σπούδαζα στο Παιδαγωγικό Τμήμα Δασκάλων και δε σταμάτησα από τότε. Ποτέ όμως δε σκέφτηκα πως κάτι πρέπει να αλλάξει στην παιδική/εφηβική λογοτεχνία. Αυτό όμως που πολλές φορές μου προκαλούσε μεγάλη δυσαρέσκεια σε πολλά τέτοια βιβλία –ακόμα και πολύ πριν ξεκινήσω να γράφω– ήταν το γεγονός ότι υποτιμούσαν τα παιδιά σαν να απευθύνονταν σε ηλίθιους αναγνώστες και συχνά ήταν προχειρογραμμένα και κακογραμμένα.

Η πρώτη φορά που συνειδητοποίησα πως κάτι έχει αλλάξει ήταν όταν διάβασα το παραμύθι του Χρήστου Μπουλώτη Η παράξενη αγάπη του αλόγου και της λεύκας. Για μένα αυτό το βιβλίο αποτελεί μια τομή στην ιστορία της παιδικής λογοτεχνίας. Όταν το 2007 εκδόθηκε το πρώτο μου παραμύθι, το Αν τ’ αγαπάς ξανάρχονται, κάποιοι είπαν πως κι αυτό το βιβλίο συνιστά μια άλλη τομή. Δεν ξέρω, δεν μπορώ να το πω εγώ αυτό. Μα όταν διάβασα Το δέντρο που έδινε του Σελ Σιλβερστάιν, ένιωσα πως η λογοτεχνία παίρνει οριστικά έναν άλλο δρόμο που κι εμένα μου ταίριαζε περισσότερο.

Τις αλλαγές όμως δεν τις αποφασίζει κανείς. Ούτε τις προβλέπει ούτε και μπορεί να τις εκβιάσει. Αρκεί ένα μεγάλο ταλέντο για να αλλάξει τον ρου της ιστορίας. Ένα ταλέντο που θα αφουγκραστεί την εποχή του, θα μιλήσει στη γλώσσα της, χωρίς όμως και να υποταχθεί μίζερα ή χρησιμοθηρικά στις ανάγκες της. Ο λόγος της τέχνης είναι κάτι πολύ περισσότερο από εξυπηρέτηση κοινωνικών αναγκών, αναβίωση ζητημάτων της καθημερινότητας, υποταγή σε μόδες και ιδεολογήματα κάθε εποχής. Αν ο λόγος της τέχνης δεν κυοφορείται από υπαρξιακή και μεταφυσική πνοή που σηκώνει τον αναγνώστη λίγο ψηλότερα, είναι καταδικασμένος στη θνησιμότητα…

https://mag.frear.gr/oi-protes-fores-vasiliki-nevrokopli/

https://mag.frear.gr/oi-protes-fores-vasiliki-nevrokopli/https://mag.frear.gr/oi-protes-fores-vasiliki-nevrokopli/

Thursday, May 26, 2022

Ομήρου Οδύσσεια - Το τραγούδι των αιώνων - Συνέντευξη της Βασιλικής Νευροκοπλή στον Δημήτρη Μεϊδάνη - Δεύτερο πρόγραμμα - Σε πρώτο πρόσωπο



«Σε Πρώτο Πρόσωπο στο Δεύτερο Πρόγραμμα» – Πέμπτη 26 Μαΐου 2022

Συγγραφείς και μεταφραστές μιλάνε στον Δημήτρη Μεϊδάνη για το πρόσφατο βιβλίο τους.
Σήμερα η Βασιλική Νευροκοπλή μας μιλάει για το βιβλίο της «ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ, ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΩΝ ΑΙΩΝΩΝ».
Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Α. Α. ΛΙΒΑΝΗ

Μπορείτε να το ακούσετε στον ακόλουθο σύνδεσμο: https://webradio.ert.gr/deytero-programma/se-proto-prosopo-sto-deftero-programma-pebti-26-ma%ce%90ou-2022/


Wednesday, April 6, 2022

Ραδιοφωνική υνέντευξη της Βασιλικής Νευροκοπλή στον Κυριάκο Αθανασιάδη στον Fm 100 και στην εκπομπή Paperback



Αγαπητοί φίλοι, όσοι δεν προλάβατε προχθές να ακούσετε τη συνέντευξη που έδωσα στον Κυριάκο Αθανασιάδη για το νέο μου βιβλίο "Οδύσσεια - Το τραγούδι των αιώνων" που κυκλοφορεί από τον Εκδοτικό οργανισμό Λιβάνη, μπορείτε να το κάνετε τώρα στον σύνδεσμο που ακολουθεί. Η δική μου συνέντευξη ξεκινά περίπου από τη μέση του ηχογραφημένου αρχείου γιατί προηγείται συνέντευξη με τον Μιχάλη Τριανταφυλλιδη:

https://www.mixcloud.com/kiki-tsiligeridou/paperback-s02e27/?fbclid=IwAR3HzGGgWskOYyCjao-hDaniqX80QJ0rE9RZ24EWD8y0B8KtS0k92Ni9Egw



Thursday, January 20, 2022

Ελένη Γλύκατζη Αρβελέρ


Την μέρα που γεννήθηκα, στον Βύρωνα, τα 2 παλιοκάικα του Μικρασιάτη πατέρα μου με τα οποία τάιζε 5 στόματα βούλιαξαν έξω από την Βουλιαγμένη, γρουσούζικο με ανέβαζαν γρουσούζικο με κατέβαζαν, ήμουν πάντα «το παιδί», όταν μιλούσαν για μένα λέγανε «Τι κάνει το παιδί;» όλα τα αδέλφια μου είχαν ονόματα, εκτός από εμένα, ήμουν πάντα το ουδέτερο.

Στην καριέρα μου μεγάλο ρόλο έπαιξε η τύχη. Την εποχή εκείνη για να γραφτείς στο Πανεπιστήμιο χρειαζόταν πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων, που να το βρω;, όλα μου τα αδέλφια αριστεροί, όταν πέθανε ο Στάλιν έκλαιγα απαρηγόρητα, η μόνη χρονιά που δεν ζήτησαν ήταν η δική μου και έτσι γράφτηκα στην Φιλοσοφική Σχολή.

Την έδρα στην Σορβόννη την πήρα πάλι από τύχη, γιατί ήμουν η μόνη από όλους τους άλλους υποψήφιους που είχα προλάβει να δημοσιεύσω την διπλωματική μου!

Στο Αρχαιολογικό, πάω να δω τις συμφοιτήτριες μου και πέφτω πάνω σε όλη την αριστοκρατία της Αθήνας. Μου λέει, λοιπόν, μια μέρα ο Οικονόμου, ο καθηγητής της Κλασικής Αρχαιολογίας: «Βρε Γλύκατζη, ετούτες εδώ όλες δεν έχουν ανάγκη να δουλέψουν, εσύ τι θα κάνεις στην ζωή σου;». «Ακούστε, εγώ κάνω πάντα αυτό που θέλω πολύ, μόνο έτσι χορταίνει η ψυχή, το στομάχι κάτι θα βρεις να το γεμίσεις, μπορώ να πουλώ ακόμα και λεμόνια στους δρόμους».

Και πάλι με ευνόησε η τύχη, αντί να πουλάω λεμόνια, βρέθηκα στο Παλάτι!. Ακούω λοιπόν στην τάξη από έναν καθηγητή μας ότι η Βασίλισσα ζητούσε για τον Έρανο κάποιον που να ξέρει καλά γαλλικά. Πρώτη πρώτη, σηκώνω εγώ το χέρι μου και με παίρνουν… ΕΠΟΝίτισσα και βρίσκομαι μπροστά στην Φρειδερίκη.

Δεν περνάνε 2-3 μέρες και φτάνει γράμμα από μια συμφοιτήτριά μου, δεν θα πω το όνομα, γιατί ίσως ζει: «Μεγαλειοτάτη, δεν υπάρχει μεγαλύτερη κομμουνίστρια από την Γλύκατζη και εσείς την έχετε πάρει κοντά σας;».

Το δείχνω στην Βασίλισσα και αυτή παίρνοντας το γνωστό αυστηρό αυταρχικό ύφος μου λέει: «Να της πεις, σε αυτή την χώρα, εγώ αποφασίζω ποιος είναι κομμουνιστής!».

Περνάει ο καιρός και με τον Βασιλιά Παύλο πάμε στην Στυλίδα που είχε φτιάξει σχολείά. Φτάνουμε όλοι μαζί, κόσμος πολύς περίμενε, ανεβαίνει ένας αστυνομικός στο πούλμαν και λέει στην Βασίλισσα: «Είναι όλοι εξαγριωμένοι, λένε ότι έχετε μαζί σας κομμουνιστές». Το ακούει η Βασίλισσα, κατεβαίνει από το πούλμαν, μπροστά στην πόρτα στεκόταν ένας κουτσός, πού της λέει: «Μεγαλειοτάτη, δίνετε τις δουλειές σας σε κομμουνιστές, εγώ έχασα το πόδι μου για να έχετε εσείς το θρόνο σας». Και η Φρειδερίκη, χωρίς καν να σκεφτεί, του λέει:

«Στην δούλεψη μου θέλω έξυπνους ανθρώπους. Αν εσύ έχασες το πόδι σου για να έχω εγώ το θρόνο μου και όχι για την πατρίδα σου, τότε είσαι βλάκας!».

Παρεμπιπτόντως, το τι χαστούκια έχει φάει μπροστά μου ο Κωνσταντίνος από την μητέρα του δεν λέγεται, για να την εκνευρίσει γύριζε όλο το Παλάτι φωνάζοντας «Κάππα Κάππα Ε, το κόμμα σου Λαέ!

Το πιο δεσμευτικό στις ανθρώπινες συναναστροφές είναι η ιδεολογία, να μην μιλάς παρά μόνο σε μια ορισμένη ομάδα ανθρώπων. Εμένα δεν με ενδιαφέρει η ιδεολογία, αλλά οι άνθρωποι.

Φίλος μου δεν είναι αυτός που πιστεύει στις ίδιες λύσεις με μένα, αλλά αυτός που είναι σωστός άνθρωπος. Η καλοσύνη είναι μίμηση Θεού.

Όσοι κρύβουν τα χρόνια τους, χάνουν μαζί και τις αναμνήσεις.

Στην Γαλλία, ο υλικά πλούσιος δεν θεωρείται αστός, η αστική τάξη είναι παιδεία!

Κανένας λαός δεν έμεινε 400 χρόνια σκλάβος, υπήρχε μεγάλη έλλειψη αυτοπεποίθησης. Γιατί μετά την απελευθέρωση δημιουργήθηκαν ρωσικό, γαλλικό και αγγλικό κόμμα; Που ήταν το ελληνικό κόμμα; Μάθαμε να είμαστε πάντα ραγιάδες κάποιου. Αν ξέραμε καλά την ιστορία μας, θα είχαμε διαγράψει πολλούς υποτιθέμενους «ήρωες» και θα αλλάζαμε πολλά ονόματα δρόμων και πλατειών που φέρουν τα ονόματά τους.

Όταν ο Έλληνας πάει στην Ευρώπη ουσιαστικά πάει στο σπίτι του, αν θεωρήσουμε «εξωτερικό» την Ευρώπη σημαίνει πως είμαστε ακόμα «Ανατολή».

Μαζί με τον Πρόεδρο Μιτεράν φθάνω στην Νέα Υόρκη για να υπογράψω συμβάσεις με τα αμερικανικά πανεπιστήμια. Φτάνοντας στο Πανεπιστήμιο, μας υποδέχεται ο πρόεδρός του: «Χορεύεις καλαματιανό;» μου λέει και τα χάνω, το όνομα μου «John Brademas». Στο δείπνο, εντυπωσιασμένος ο Μιτεράν, σχολιάζει: «Ο Πρόεδρος του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης (Μπραδήμας) και η Πρόεδρος όλων των Πανεπιστημίων του Παρισιού (Γλύκατζη) δεν μίλησαν ούτε γαλλικά, ούτε αγγλικά, αλλά ελληνικά. Ε! αυτό είναι αυτοκρατορία!».

Η Παιδεία μας έχει αποτύχει γιατί στα παιδιά μιλάνε όλοι από την αρχή για επιτυχία, κανείς δεν τους μιλάει για ευτυχία! (επίκαιρο λόγω Πανελλαδικών!).

Μια ημέρα πριν 29 Αυγούστου γιόρτασε τα γενέθλια της (94 ετών) με μια μαντινάδα «Στα ενενήντα περπατώ, στα εκατό θα φτάσω, και μόνο τότε θα σκεφτώ αν πρέπει να γεράσω».

Efie Christakou



https://www.themamagers.gr/kati-paizei/proswpa/quot-i-paideia-mas-echei-apotychei-dioti-oloi-milane-sta-paidia-gia-epitychia-kai-kaneis-gia-eytychia-quot/?fbclid=IwAR0FG39ba8iOIXdNp5aU6mv1tG_qTAMB__491YFrumbJamIiegvRmGRuSDs

Tuesday, June 1, 2021

Βασιλική Νευροκοπλή, απαντάει στις 11+1 ερωτήσεις του Διονύση Λεϊμονή στο Bookia.gr

 Εκπαιδευτικός, ηθοποιός, στιχουργός, συγγραφέας παιδικών βιβλίων… Ποιος από αυτούς τους «ρόλους» μπορεί να επισκιάζει τους άλλους ή συνυπάρχουν αρμονικά;

Η θάλασσα είναι μία και η αυτή. Η μεγάλη και ευρύχωρος. Θα μπορούσε να ισχυριστεί ποτέ κανείς πως άλλο «ρόλο» έχει η θάλασσα του Ατλαντικού και άλλο του Ειρηνικου ή ότι η θάλασσα του Αιγαίου επισκιάζει αυτήν του Κρητικού πελάγους; Κι όμως, ενώ παραμένει πάντα η μία και αυτή θάλασσα, στο συναπάντημά της με κάθε τόπο παρουσιάζει και κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Αυτό συμβαίνει επειδή δεν υπάρχει αφ’ εαυτού της ούτε ερήμην της ξηράς. Η θάλασσα βρίσκεται πάντα «σε σχέση». Σχέση με την ξηρά, σχέση με τον ουρανό, τα καιρικά φαινόμενα, τους βυθούς της και τα πλάσματα που περιέχει.

Κατ’ αντιστοιχία, εγώ είμαι ένας οδοιπόρος της εποχής του και της περιοχής του που βαδίζει στο δρόμο της ζωής που του δόθηκε. Και βρίσκομαι «σε σχέση» με αυτόν τον δρόμο και ό,τι κάθε φορά συναντώ. Δεν υπάρχω αφ’ εαυτού μου. Είμαι «εν τη οδώ». Ανάλογα μ’ αυτό που συσχετίζομαι, προκύπτει και κάτι άλλο: στίχοι, παραμύθια, ζωγραφική, μαγειρική και πλήθος άλλες εκφάνσεις της τέχνης στις οποίες καταφεύγω μετέχοντας στο μέγα μυστήριο της ζωής. Δεν παύω να είμαι ολόκληρη σε καθε τέτοια έκφανση, αλλά διεισδύοντας κάθε φορά και σε άλλο κανάλι, γεννιέται μια άλλη μορφή και ιδιότητα του είναι μου. Καμία απ’ αυτές δεν αναιρεί κάποια άλλη, δεν την καταργεί ούτε και την αντιμάχεται. Η ίδια η ζωή είναι μια αφάνταστα δυνατή συγκολλητική ουσία που ενώνει όλα τα θραύσματα του καθενός μας, εφόσον παραμένουμε στο δρόμο που μας δόθηκε.

Κουβαλάμε τις αφηγήσεις και τις αναγνώσεις μας… Ποιο είναι το δικό σας «φορτίο»;

Μακάρι να ξέραμε τι κουβαλάμε... ή ίσως και καλύτερα που δεν ξέρουμε... Ώρες ώρες νομίζω πως κουβλαώ μέσα μου όλους τους προηγούμενους αιώνες, αλλά και τους επερχόμενους. Δεν καταλογραφούνται τα φορτία μας ούτε απαριθμούνται. Νομίζω όμως πως υπάρχει πάντα ένας πυρήνας τέτοιων φορτίων που διαμορφώνεται κατά την παιδική μας ηλικία και μας καθοίζει σε πολύ μεγάλο βαθμό. Για μένα, λοιπόν, αυτός ο πυρήνας με μια λέξη είναι η Εκκλησία. Τα αρώματα του θυμιάματος, η ευωδιά από το ράσο και το καλυμαύχι του πατέρα μου, οι βυζαντινές μελωδίες και τα ποιητικότατα εκκλησιαστικά μελισματα, οι αγιογραφιές των ναών στους οποίους μεγάλωσα. Ίσως τελικά και γι’ αυτό να μην μπορώ να δεχτώ τον τεμαχισμό της ζωής και του ανθρώπου. Γεννήθηκα κι ανατράφηκα μέσα στην ενότητα του σύμπαντος κόσμου που σου χαρίζει η Εκκλησία και που όλες οι τέχνες και οι μορφές έκφρασης συνδιαλέγονται προς δόξαν Θεού. Γι’ αυτό και όλες οι τέχνες για μένα είναι ένα, όπως η θάλασσα που λέγαμε πριν, και όλα οδηγούν στο ίδιο σημείο. Αυτός είναι ο δικός μου πηρήνας «φορτίων» και ό,τι άλλο προστέθηκε μετά, αποτέλεσε προεκτάσεις αυτού του πρώτου οικοδομήματος των παιδικών μου χρόνων.

Πώς αυτό μεταπλάθεται, αξιοποιείται, εντοπίζεται στην τέχνη σας;

Εδώ εισχωρούμε στο χώρο του μυστηρίου, και τα μυστήρια ούτε εξηγούνται ούτε περιγράφονται. Στην καλύτερη περίπτωση ίσως κάποτε να αποκαλύπτονται. Τα έργα μας είναι πάντα κάτι περισσότερο –και ευτυχώς- από εμάς τους ίδιους και ό,τι κουβαλάμε. Ίσως γιατί βρίσκονται πάντα σε συνάρτηση με το αόρατο, σ’ ένα ατελέσφορο και διηνεκές ανοιχτό παιχνίδι με τις ακτές του ουρανού και της γης, κι ας μην το συνειδητοποιούμε. Δεν μπορώ να ξέρω ούτε πώς μεταπλάθονται μέσα στο νου και στην καρδιά μου ούτε πώς και αν αξιοποιούνται όλα όσα με έζησαν και με ζουν. Μόνο να εντοπίσω μπορώ κάποια από αυτά στα έργα μου και αυτό πάντα εκ των υστέρων.

Η εκζήτηση της αιώνιας αγάπης υπάρχει σε όλα τα βιβλία μου, το αίτημα της ενότητας του κόσμου, του ειρηνικού τέλους που δεν τελειώνει ποτέ μέσα στην αιώνια ομορφιά. Τώρα που το σκέφτομαι βλέπω πως τα βιβλία μου επαναλαμβάνουν, με άλλα λόγια, τα «Ειρηνικά» της Θείας Λειτουργίας.

Και το γύρω περιβάλλον σας στενότερο ή ευρύτερο; Ποιο ρόλο έπαιξε ή διαδραματίζει;

Το στενό μου περιβάλλον, όπως προείπα, είναι η Εκκλησία μέσα στην οποία βρίσκεται και η οικογένειά μου. Αυτή είναι η κυψέλη μου. Από κει ξεκινώ για να φτιάξω το μέλι μου, κι εκεί επιστρέφω για να το καταθέσω. Δεν μπορώ να ξεχωρίσω τον εαυτό μου απ’ αυτήν και τους αγαπημένους μου. Δεν υπάρχω έξω απ’ την κυψέλη, δεν υπάρχω έξω από τους άλλους και τον Θεό. Ο λόγος είναι υπαρξιακός. Ζω μέσα σε ένα διαρκή θαυμασμό για όλους και για όλα κι αυτό δημιουργεί μέσα μου μια ερωτική έκρηξη που με οδηγεί στο να εργάζομαι σχεδόν ακατάπαυστα. Έτσι γεννιέται ό,τι κάνω. Όλα τα κινεί η αγάπη, η υπομονή, η υπακοή, η υποχώρηση του εγώ χάριν του άλλου. Αφαιρώντας λίγο λίγο το θέλημά μου, έμαθα να αφαιρώ και τις περιττές λεξεις από τα κείμενά μου. Δε λυπάμαι τον εαυτό μου, δε λυπάμαι τις λέξεις μου, δε λυπάμαι τον κόπο μου. Όταν πέφτω στην παγίδα να τα λυπηθώ, τα έργα μου γίνονται αξιολύπητα. Αυτό που με στήριξε ως τώρα και με στηριζει είναι αυτή η προσπάθεια της συνέπειας με μόχθο και ειλικρίνεια προς τον πυρήνα της ζωής μου, την κυψέλη μου. Εφόσον η μέλισσα εργάζεται τίμια, η κυψέλη δεν έχει κανέναν λόγο να μην την υποστηρίξει ή να την αποδιώξει. Μπορεί να τη δυσκολέψει, μπορεί και να αυξήσει τις απαιτήσεις της, αλλά αυτό μόνο σε καλό βγαίνει. Προσωπικό και κοινό καλό.

Αγαπημένο άκουσμα (ιστορία-τραγούδι-φράση);

Δεν είναι βέβαια μία η φράση, είναι πολλές. Αναρίθμητα τραγούδια και ιστορίες πάμπολλες. Ας επιλέξω όμως μία φράση που συχνά επαναλαμβάνω κατ’ ιδίαν:

«Το έλεός σου, Κύριε, καταδιώξει με, πάσας τας ημέρας της ζωής μου».

Αγαπημένη εικόνα;

Η παράσταση που πρωταντίκρισα δεκαέξι χρονών στη Μονή της Χώρας της Κωνσταντινούπολης και σφράγισε τη ζωή μου όλη: Η Κάθοδος του Κυρίου στον Άδη.

Αν δεν αναπνέατε με οξυγόνο, τι θα σας έδινε ζωή;

Τα μάτια των ανθρώπων και το φως που εκπέμπουν. Τα απορημένα μάτια των παιδιών, τα φλογερά των ερωτευμένων, τα βαθυστόχαστα των γερόντων, τα καθαρά των μοναχών. Αυτά τα μάτια που σε κοιτούν και σε γνωρίζουν με τον εαυτό σου, που τα κοιτάς και σε ξεπλένουν, τα μάτια που σε βαφτίζουν στο ανέσπερο φως.

Αν έπρεπε να στερηθείτε κάτι που αγαπάτε πολύ τι θα ήταν αυτό;

Το θέλημά μου.

Αγαπημένο: Όνομα; Λουλούδι; Γεύση; Μυρωδιά;

Από ανθρώπινα ονόματα το όνομα Ανανίας και από λουλούδια τα άνθη της κερασιάς. Γεύση θα προτιμήσω να πω ποτού – αφού όλα τα φαγητά τα αγαπάω - αλλά από τα ποτά, το χειμώνα το Μπας Αρμανιάκ και το καλοκάιρι το λικέρ μαστίχας. Η πιο αγαπημένη μυρωδιά είναι αυτή των βρεφών.

Ένας κακός εφιάλτης;

Πως ξεχνώ τη γλώσσα μου και δεν μπορώ να μιλήσω και να γράψω.

Ένας επόμενος στόχος στη ζωή σας, στην πορεία σας;

Ένας οδοιπόρος, όπως εγώ, δεν έχει στόχους. Είναι ο ίδιος, στόχος. Ένας στόχος κινούμενος. Ελκύει την καλοκαιρία και την κακοκαιρία. Τους αγαθούς οδοιπόρους και τους ληστές. Είναι πάντα σε εγρήγορση. Ασκείται στο να αναγνωρίζει τις παγίδες, να ξεγλυστράει από τις κακοτοπιές, να μη χάνει τον προσανατολισμό του. Σταματά μόνο μπροστά στην ομορφιά. Γίνεται κομμάτι της και συνεχίζει. Δεν επιλέγω τι θα κάνω ούτε και φαντασιώνομαι με τι θα ασχοληθώ. Αυτό φανερώνεται στο δρόμο μου κι όταν φανερώνεται μου προκαλεί το θαυμασμό, τη συγκίνηση, τον έρωτα. Όλα τα άλλα μετά, έρχονται μόνα τους. Το βέβαιο είναι πως δεν πορεύομαι μόνη ούτε αυτοσχεδιάζω σε ποιο μονοπάτι θα βαδίσω. Ο δρόμος είναι δοσμένος και χαραγμένος κι ας είναι το μονοπάτι του καθενός μας διαφορετικό. Για τους οδοδείχτες και τα σήματα κινδύνου φρόντισαν πολλοί άλλοι πριν από μας που μας κληρονόμησαν την εμπειρία τους και στέκουν στο πλευρό μας σαν φύλακες άγγελοι.

Αυτό που μου έφερε ο δρόμος μου τα τελευταία πέντε χρόνια και στο οποίο εργάζομαι είναι μια διασκευή της Οδύσσειας του Ομήρου με δεκαπεντασύλλαβο και ομοιοκαταληξία, και εδώ και λίγο καιρό συναντήθηκα και με την επανάσταση του 1821 και ξεκίνησα να μελετώ και να γράφω για μια παρεξηγημένη στιγμή της.

Σας δίνω πέντε λέξεις και σας παρακαλώ κάντε μου ένα μικρο διήγημα σε 43 ακριβώς λέξεις, αυτοβιογραφικό ή μη: όνειρο, θαύμα, θεός, σπορά και παραμύθι.

Μοιάζει με παραμύθι, αλλά όταν ο Θεός είδε πως τα όνειρα των ανθρώπων τα παίρνει ο άνεμος, τα έσπειρε βαθιά στο δρόμο τους. Από τότε, για να τα δει κάποιος να ζωντανεύουν σαν θαύμα, πρέπει να βαδίζει ποτίζοντας τον δρόμο του με δάκρυα.

Σας ευχαριστώ.

 


https://www.bookia.gr/index.php?action=Blog&post=43dbb236-ab3e-453e-947b-6a60f57a943a&fbclid=IwAR1Ttqb2wJL8F8iotkg2JClOlDJhjRoRlZSvEmQtC9hmt2OEpabJvqceNbo




Friday, November 29, 2019

Συνέντευξη στην Μαίρη Γκαζιάνη και στο now24.gr

ΜΑΙΡΗ ΓΚΑΖΙΑΝΗ: Κυρία Νευροκοπλή έχετε γεννηθεί στη Θεσσαλονίκη. Πως έχει επιδράσει στη ψυχοσύνθεσή σας η θάλασσα του Θερμαϊκού και ο Βαρδάρης;
ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΝΕΥΡΟΚΟΠΛΗ: Η αλήθεια είναι ότι γεννήθηκα στην Πρώτη Σερρών, αλλά λίγο μετά τη γέννησή μου η οικογένειά μου ήρθε στην Θεσσαλονίκη όπου και μεγάλωσα.
Ο τόπος στον οποίο γεννιέται κάποιος, όπως και η εποχή μέσα στην οποία αναπτύσσεται, τον καθορίζουν.
Η μεγάλη και ευρύχωρη θάλασσα σου χαρίζει το αίσθημα της απεραντοσύνης και της γενναιοδωρίας, ο ορίζοντάς της σου υπενθυμίζει την ένωση της γης με τον ουρανό, και η αδιάκοπη κίνησή της, το ρευστό και ευμετάβολο των ανθρωπίνων πραγμάτων. Η θάλασσα του Θερμαϊκού επιπλέον έχει φόντο τον Όλυμπο, την κατοικία των αρχαίων θεών. Μοιάζει να ψιθυρίζει πως δεν αρκεί το ταξίδι για το ταξίδι. Το ταξίδι έχει νόημα όταν η πυξίδα σου δείχνει τον τελικό προορισμό, την ουράνια Ιθάκη που άφησες κάποτε πίσω σου και στην οποία θα επιστρέψεις.
Ο Βαρδάρης είναι ο Βυζαντινός Αξιώτης, γνωστός από το 700 μ.Χ. Σφοδρός ξηρός βόρειος ή βορειοδυτικός άνεμος που κατεβαίνει από τα υψίπεδα των Σκοπιών, διαπερνά το Πάϊκο και το Μπέλλες και ακολούθως κατά μήκος τον Αξιό ποταμό για να εισβάλλει στην πόλη ξεπερνώντας συχνά τα οχτώ μποφόρ. Φυσά 40-50 μέρες τον χρόνο. Τους θερινούς μήνες καθαρίζει την ατμόσφαιρα και της χαρίζει διαύγεια, τους χειμερινούς παγώνει την πόλη και μπορεί να κατεβάσει μέχρι και δέκα βαθμούς τη θερμοκρασία και φτάνοντας στον Θερμαϊκό εξασθενίζει… Ο Βαρδάρης σκορπάει τα νέφη κι αυτό δεν μπορεί παρά να επιδρά και στην ψυχή του καθημερινού ανθρώπου των παθών, αλλά και στον πολυτάραχο νου που βρίθει «λογισμών αμφιβόλων»…
Ε, άμα καθαρίσεις τοιουτοτρόπως, μπορείς να βάλεις πλώρη και για το ταξίδι που σε περιμένει…
Να μην αφήσουμε όμως παραπονεμένους τους άγνωστους αέρηδες. Έχουμε και τον Χορτιάτη, τον ανατολικό άνεμο που κατεβαίνει από τον ομώνυμο ορεινό όγκο και έχει την ίδια ή και μεγαλύτερη σφοδρότητα από τον Βαρδάρη τον νεφοδιαλυτή, με ακριβώς αντίθετη ενέργεια. Ο Χορτιάτης είναι ο νεφοποιός. Και επίσης έχουμε και τις θαλασσινές Αύρες, που έρχονται από τη θάλασσα προς την ξηρά τις απογευματινές καλοκαιρινές ώρες που μας δροσίζουν, ενώ τις νυχτερινές, κατευθύνονται από την ξηρά προς τη θάλασσα.
Η θάλασσα και ο αέρας είναι τα ιδανικά εκείνα στοιχεία που μπορούν να σμιλέψουν μια ψυχή εύπλαστη κι έναν ευφάνταστο νου. Εκπαιδεύεσαι διαρκώς πόσο θα τους παραδίνεσαι και πόσο θα τους αντιστέκεσαι… Για μένα είναι ένα διαρκές σχολείο ποίησης και μεταφυσικής… 
Μ.Γ.: Έχετε σπουδάσει στο Παιδαγωγικό Τμήμα  Δημοτικής Εκπαίδευσης, στο Τμήμα Θεάτρου της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών της Θεσσαλονίκης και ασχολείστε με τη συγγραφή. Πόσο αλληλένδετα είναι αυτά μεταξύ τους;
Β.Ν.: Τα πάντα μπορούν να αποβούν αλληλένδετα, όταν η καρδιά και ο νους σου αποζητούν την ενότητα του σύμπαντος κόσμου, όπως δέεται η εκκλησία μας. Στην πρώτη σχολή με οδήγησε η αγάπη μου για τα παιδιά, στη δεύτερη η ανάγκη της έκφρασης. Οι δυο μαζί, καρποφόρησαν τα παραμύθια. 
Μ.Γ.: Έχετε γράψει πολλά βιβλία. Με ποιο είδος συγγραφής ασχολείστε κυρίως;
Β.Ν.: Με ενδιαφέρει ο παραμυθητικός λόγος και σαν αναγνώστρια και σαν συγγραφέα και για οποιοδήποτε λογοτεχνικό είδος κι αν μιλούμε. Εγώ επικεντρώθηκα στο ποιητικό παραμύθι χωρίς καλά καλά να το συνειδητοποιώ. Για μένα, η λογοτεχνία, όπως και κάθε τέχνη, έχει νόημα και λόγω ύπαρξης μόνο όταν θεραπεύει τις πληγές μας, μας ξεκουράζει, μας ταξιδεύει, μας χαϊδεύει, μας χαριτώνει, μας παρηγορεί.
Κάθε λέξη που δεν ειπώνεται προφορικά, που αποκόβεται δηλαδή από το φως του προσώπου που την εκφέρει, και γράφεται, είναι σαν μια λέξη που θάβεται στο λευκό χάρτινο μνήμα.
Εκεί είναι όλο το στοίχημα. Μπορείς να κρύψεις μέσα στο μνήμα αυτό το φως της κάθε λέξης; Αν μπορείς, τότε υπάρχουν σοβαρές ελπίδες το φως να ξεπηδήσει από τον τάφο και να αναστηθεί στο βλέμμα και στην καρδιά του αναγνώστη. 
Μ.Γ.: Έχετε τιμηθεί με ελληνικές και διεθνείς διακρίσεις για τα βιβλία σας. Πως εισπράξατε αυτές τις διακρίσεις;
Β.Ν.: Όπως ένα παιδί που βάζει όλα του τα δυνατά να ανταποκριθεί στο σχολείο και κάποτε παίρνει δέκα με τόνο. Χαίρεται πολύ και μετά προσπαθεί ακόμα περισσότερο για να ξαναζήσει τη χαρά, μέχρι να καταλάβει ότι η χαρά είναι η ίδια η προσπάθεια και να μην το ενδιαφέρει πλέον αν αυτή επιβραβεύεται ή όχι. 
Μ.Γ.: «Το παραμύθι της μουσικής» ανέβηκε ως μουσικοθεατρική παράσταση σε μεγάλες σκηνές στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Ποια ήταν τα συναισθήματά σας με αυτή την καταξίωση;
Β.Ν.: Η καταξίωση έχει να κάνει με όσους φεύγουν από τη ζωή και τα έργα τους ζουν και βασιλεύουν στους αιώνες. Αυτοί είναι οι καταξιωμένοι. Οι ζώντες δοκιμαζόμαστε με ό,τι κάνουμε. Μια δοκιμασία που αποβαίνει επιτυχής μπορεί την επόμενη στιγμή να την καταστρέψει μια επόμενη ανεπιτυχής. Αλλοίμονο αν πέσουμε στην οίηση και πιστέψουμε ότι τα καταφέραμε. Δεν έχουμε καμία ελπίδα μετά να κάνουμε κάτι καλό, δηλαδή κάτι που να βοηθάει τους ανθρώπους.
Θυμάμαι την πρώτη μας παράσταση στο Μέγαρο Μουσικής της Θεσσαλονίκης. Χιλιάδες παιδιά χειροκροτούσαν κατενθουσιασμένα. Ένιωσα να τρέμουν τα πόδια μου. Τότε κατάλαβα πως πρέπει να ξεχάσω αμέσως την επιτυχία και να αρχίσω κάτι καινούργιο για το οποίο δεν θα είχα καμία βεβαιότητα. Μετά την παράσταση πήγα στο σούπερ μάρκετ και ψώνισα για να μαγειρέψω. Ήταν τόσο ανακουφιστικό που εκεί κανείς δεν με ήξερε και κανείς δε με χειροκροτούσε! Και η ακόλουθη καθημερινή άσκηση των πραγμάτων της ταπεινής καθημερινότητας είναι μια σωτήρια δικλείδα ασφαλείας.
Με το συγκεκριμένο παραμύθι όμως έχω ζήσει αληθινά σπουδαίες και αλησμόνητες εμπειρίες. Για παράδειγμα ένα τυφλό κοριτσάκι τόσο πολύ επηρεάστηκε από την πρωταγωνίστρια της ιστορίας που είναι κι αυτή τυφλή, που άρχισε την επόμενη μέρα να ασχολείται με τη μουσική και σήμερα, κοπέλα πια, είναι μια εξαιρετική μουσικός! Και μόνο για αυτό το παιδί, άξιζε να γραφτεί αυτό το παραμύθι…
Μ.Γ.:  κυκλοφόρησε το εφηβικό βιβλίο σας «Ο μικρός μονομάχος» που έλαβε και το βραβεό της εφηβικής λογοτεχνίας από το ελληνικό τμήμα της ΙΒΒΥ. Ποιος είναι ο μικρός μονομάχος και τι είδους είναι η μονομαχία του;
Β.Ν.: Είναι ένα σημερινό νεαρό αγόρι που αντικρίζει αίφνης τα σκοτάδια του. Αυτά που το περιβάλλουν και αυτά που εισχώρησαν μέσα του και στα οποία παραδόθηκε. Έρχεται όμως η στιγμή που αποφασίζει να μονομαχήσει με την θλίψη, την δειλία, την αβουλία, την αδιαφορία, την εσωστρέφεια και την παραίτηση που το χαρακτηρίζουν. Μια παρατεταμένη διακοπή ρεύματος μαζί με τα πρώτα σκιρτήματα του έρωτα θα το οδηγήσουν στο ξέφωτο της αληθινής ζωής…
Μ.Γ.: «Δυο είναι οι κόσμοι του ήρωά σας Αργύρη. Ο κόσμος του σχολείου και ο ηλεκτρονικός. Στον πρώτο ασφυκτιά, στον δεύτερο απελευθερώνεται» αναφέρετε στο οπισθόφυλλο. Δεδομένου ότι πολλά σημερινά παιδιά ανταποκρίνονται στο πρότυπο του Αργύρη, που οφείλεται η ασφυξία του σχολείου και τι είδους είναι η απελευθέρωση στο διαδίκτυο;
Β.Ν.: Το ζήτημα είναι σύνθετο και εξαρτάται και από την ψυχοσύνθεση του κάθε παιδιού. Το σχολείο, όποιο κι αν είναι, αποτελεί μια άσκηση υπακοής σε ένα πρόγραμμα, κάποιον δάσκαλο, μια επίδοση. Αν δεν έχεις μάθει την υπακοή από το σπίτι σου, είναι πολύ δύσκολο να ανταποκριθείς στις απαιτήσεις του σχολείου -που συχνά είναι και υπερβολικά πολλές- και να μην ασφυκτιάς. Απ’ την άλλη, το σχολείο είναι φτιαγμένο για κάποια παιδιά, όχι για όλα, και επίσης έχει μείνει και λίγο πίσω, δεν έχει προσαρμοστεί σε μια εποχή που τρέχει ιλιγγιωδώς, αλλά και δεν έχει κρατήσει και κάποιες στέρεες βάσεις του παρελθόντος που έδιναν έδαφος στην ψυχή του παιδιού. Το σημερινό αναλυτικό πρόγραμμα του σχολείου είναι πολύ λιγότερο ανθρωπιστικό και πνευματικό απ’ ό,τι παλιότερα, αλλά και πολύ λιγότερο ελκυστικό από τον ευφάνταστο κόσμο του Διαδικτύου. Το μεγάλο όμως ατού του παραμένουν οι άνθρωποι. Αρκεί ένας εμπνευσμένος εκπαιδευτικός για να εμπνεύσει ένα παιδί, και ευτυχώς έχουμε αρκετούς τέτοιους.
Ο ήρωας της ιστορίας μας είναι ένα παιδί με πολλά προβλήματα και εσωστρεφές χαρακτήρα. Φυσικό είναι να καταφεύγει στο διαδίκτυο όπου δεν υπάρχουν ορατοί περιορισμοί και έλεγχος. Ο ιντερνετικός κόσμος σου δίνει μια ψευδαίσθηση ελευθερίας ότι μπορείς να κάνεις ό,τι θέλεις, όποτε το θέλεις. Πόσοι γονείς είναι παρόντες όταν τους χρειάζεται ένα παιδί; Το διαδίκτυο όμως είναι πάντα παρών. Καλύπτει ανάγκες που εμείς ως γονείς αφήσαμε ακάλυπτες.
Μ.Γ.: Μια παρατεταμένη διακοπή ρεύματος βγάζει τον Αργύρη κι από τους δυο κόσμους του. Ποιες είναι οι πρώτες σκέψεις και τα συναισθήματά του;
Β.Ν.: Είναι οι σκέψεις και τα συναισθήματα που θα είχαμε λίγο πολύ όλοι μας σε μια αντίστοιχη περίπτωση. Αισθάνεται ότι ο κόσμος καταρρέει, ότι δεν έχει τι να κάνει, ότι όλα χάνονται σαν να σβήνει ο ήλιος.
Μ.Γ.: Τι προκαλεί στα παιδιά και τους εφήβους η απόλυτη αφοσίωση στο διαδίκτυο;
Β.Ν.: Αυτά τα αναλύουν καλύτερα οι επιστήμονες. Μιλούν για κατάθλιψη, περιθωριοποίηση, αντικοινωνικότητα και άλλα… μα και πάλι όλα αυτά είναι σχετικά. Εξαρτώνται από το τι κουβαλά και τι είναι το κάθε παιδί. 
Μ.Γ.: «Εγώ πόσο καιρό έχω να φιλήσω το τόσο όμορφο και θλιμμένο πρόσωπό της;» αναρωτιέται ο Αργύρης για τη μητέρα του. Τι είναι αυτό που συνειδητοποιεί;
Β.Ν.: Συνειδητοποιεί αυτό που καμιά φορά συνειδητοποιούμε κι εμείς -και μακάρι να το συνειδητοποιούμε πριν είναι αργά. Ότι μοιράζουμε όλη μας την αγάπη έξω από το στενό οικογενειακό μας περιβάλλον, σε καινούργιες σχέσεις που εξάπτουν το ενδιαφέρον και την προσοχή μας και λησμονούμε τους δικούς μας ανθρώπους. Μπορεί να φύγουν από τη ζωή και ξαφνικά να θυμηθούμε πως δεν τους είπαμε μια φορά πόσο τους αγαπούσαμε. Ο άνθρωπος όμως αναμετριέται πρώτα απ’ όλα μέσα στην οικογένεια, και μετά έξω απ’ αυτήν. Έχω συναντήσει ανθρώπους να πάσχουν και αγωνίζονται για μακρινούς λαούς που υποφέρουν και δε δίνουν ένα ποτήρι νερό στον άνθρωπό τους… Να αγαπάς από μακριά είναι πολύ ευκολότερο και πολύ πιο ανώδυνο, από το να συνθλίβεται ο εγωισμός σου απ’ αυτόν που έχεις δίπλα σου… 
Μ.Γ.: «Γιατί δεν έμεινα λίγο κοντά της; τι φοβάμαι;» αναρωτιέται λίγο αργότερα. Τα παιδιά που είναι κολλημένα στο διαδίκτυο χαλαρώνουν τις σχέσεις με τους γονείς και γενικότερα με τον κοινωνικό περίγυρο;
Β.Ν.: Δεν είναι ζήτημα Διαδικτύου η χαλάρωση των σχέσεων και εξάλλου, μια σχέση δεν χαλαρώνει μονομερώς, αλλά και από τα δύο μέρη. Η καθημερινότητα πολύ εύκολα μετατρέπεται σε ρουτίνα και μέσα στη ρουτίνα μοιάζει να νεκρώνουν οι σχέσεις ή να θεωρούνται δεδομένες. Ωστόσο, κάθε σχέση παραμένει στο μεγαλύτερο κομμάτι της ένα μυστήριο. Δεν είναι ποτέ αυτό που φαίνεται. Η σχέση δεν φαίνεται ούτε και φανερώνεται ολόκληρη στα λόγια ή στα έργα. Μπορεί να υπάρχει αρραγής στη σιωπή και την ακινησία. Οι σχέσεις των ζευγαριών, των γονιών με τα παιδιά τους και των αδερφών μεταξύ τους αποκαλύπτονται κυρίως όταν προκύπτουν δυσκολίες. Εκεί καταλαβαίνεις αν όντως υπάρχει ή δεν υπάρχει σχέση. Και η σχέση είναι σαν ένα λουλούδι. Θέλει την τακτική φροντίδα του. Αν το παραμελήσεις, θα μαραθεί ή θα ξεραθεί εντελώς. Η σύγχρονη ζωή οδηγεί συχνά από νωρίς κάθε μέλος της οικογένειας και σε μια διαφορετική κατεύθυνση -τουλάχιστον μία. Έχουμε ανάγκη τον κοινό τόπο συνάντησης των μελών της οικογένειας, όπως το κοινό τραπέζι, την κοινή βόλτα, τις διακοπές, τον εκκλησιασμό. Να κοινωνούμε την κοινή αναφορά μας… 
Μ.Γ.: «Ίσως και να μην είχαν πει ποτέ κάτι άλλο εκτός από εκείνα που περιστρέφονταν γύρω από τον ηλεκτρονικό μας κόσμο» σκέφτεται ο Αργύρης για τον ίδιο και τους φίλους του που είναι και συμμαθητές του. Τι είδους φιλία τους συνέδεε;
Β.Ν.: Μια σύγχρονη φιλία. Δεν είναι παράξενο, απλώς εμείς έχουμε μεγαλώσει σε άλλον κόσμο και δεν το κατανοούμε. Φιλία είναι κι αυτό, ή τουλάχιστον σπέρμα φιλίας που σε κατάλληλες συνθήκες μπορεί να ευδοκιμήσει και μια φιλία βαθιά. Και μόνο το γεγονός ότι ο ήρωας μπαίνει στον κόπο να αναρωτηθεί, είναι σημαντικό. 
Μ.Γ.: «Αλλά ο χρόνος; Τι τον κάνεις τόσο χρόνο;» αναρωτιέται και πάλι ο Αργύρης όταν λόγω της κατάστασης κλείνουν και τα σχολεία. Ο εγκλωβισμός στο διαδίκτυο στερεί την αξία του χρόνου;
Β.Ν.: Ο χρόνος από μόνος του δεν έχει κάποια αξία. Ο άνθρωπος του δίνει αξία. Ο εγκλωβισμός στον ιντερνετικό κόσμο μάς στερεί τον κενό χρόνο, όπως και κάθε τι που μας παγιδεύει, αφοπλίζοντας την δημιουργικότητά μας. Μήπως δεν το ξέρουμε κι εμείς από το κενό που προκύπτει όταν δεν δουλεύει η τηλεόραση; Τρομοκρατούμαστε γιατί τη ζωή μας τη γεμίζει η ζωή των άλλων και όχι το δικό μας έργο και οι άνθρωποί μας. Σε μια ζωή που πλημμυρίζει από νόημα, δημιουργικότητα και προσφορά, όταν εμφανιστεί το κενό καταλαβαίνουμε πόσο σπουδαίο είναι. Να μείνεις για λίγο κάπου καθισμένος χωρίς να κάνεις απολύτως τίποτα. Μέσα σ’ αυτό το κενό μπορείς να καθρεφτιστείς, να δεις τα μέσα σου, να προσευχηθείς, να ειρηνεύσεις. Να καθαρίσει ο νους σου και να τα δεις όλα καθαρά… 
Μ.Γ.: Ποιες αξίες ανακαλύπτει ο Αργύρης με το γεγονός της παρατεταμένης διακοπής ρεύματος και νερού;
Β.Ν.: Ο πρωταγωνιστής μας ανακαλύπτει κυρίως την χαρά της ευθύνης του εαυτού του και της προσφοράς στον άλλον. Ανακαλύπτει το πρόσωπό του, ανακαλεί το παρελθόν που έχει απωθήσει, ώσπου να αποδεχθεί με ευγνωμοσύνη το πολύτιμο και ανεπανάληπτο δώρο της ζωής. 
Μ.Γ.: «…η τεχνολογία λειτούργησε μια χαρά ως ναρκωτικό» αναφέρει ο Αργύρης για το κινητό που του αγόρασε η μητέρα του μετά τον χωρισμό των γονιών του. Ποια είναι η ευθύνη των γονιών για την αφοσίωση των παιδιών στον ηλεκτρονικό κόσμο;
Β.Ν.: Εδώ το κείμενο επικεντρώνει στη «συνήθεια» των χωρισμένων γονιών να μπουκώνουν με υλικά αγαθά τα παιδιά τους λόγω των ενοχικών συμπλεγμάτων που τους διακατέχουν. Μ’ αυτόν τον τρόπο ζητούν απ’ τα παιδιά τους άφεση αμαρτιών. Την άφεση όμως δεν την παίρνεις έτσι. Η άφεση είναι πνευματικό δώρο που δεν έχει να κάνει με τις ενοχές και την εξαργύρωσή τους σε υλικά υποκατάστατα, αλλά με τη μετάνοια, τη μεταστροφή του νοός. Αλλιώς, όχι μόνο την άφεση δεν κερδίζουν, αλλά δίνουν και το έναυσμα για την αρχή ενός φαύλου κύκλου εκμετάλλευσης από τα παιδιά τους που δεν έχει τέλος.
 Μ.Γ.: «Να είναι καλά η τεχνολογία. Μέσα στον διασκεδαστικό της κόσμο, όλα ήταν ευχάριστα και ανώδυνα» σκέφτεται σε κάποιο άλλο σημείο του βιβλίου. Τα παιδιά «κλείνονται» στον ηλεκτρονικό κόσμο για ν΄ αποφύγουν τον πραγματικό;
Β.Ν.: Θα αλλάξω για μια ακόμη φορά το υποκείμενο της ευθύνης. Δεν είναι τα παιδιά που κλείνονται, εμείς είμαστε που τα σπρώχνουμε να κλειστούν. Εμείς δεν τα πείσαμε για την ομορφιά του κόσμου και της ζωής. Δεν τους έπεισε το παράδειγμά μας. Αν τα είχαμε πείσει και αν ήμασταν εμείς αξιοθαύμαστοι, τα παιδιά θα ακολουθούσαν το παράδειγμά μας και θα έδιναν και στην τεχνολογία τη θέση που της αξίζει, γιατί μία θέση της αξίζει όπως και να ’χει, όχι όμως αυτή του υποκατάστατου της πραγματικής ζωής. Βεβαίως είναι και η εποχή που τα καθοδηγεί, δεν ευθυνόμαστε μόνον εμείς. Και η εποχή επέτρεψε να εισβάλλουν στη ζωή μας πρότυπα που ο χρόνος δεν τα έχει επαληθεύσει… 
Μ.Γ.: «Η μελαγχολία και η κατάθλιψη είναι αξόδευτη αγάπη» όπως είπε στον Αργύρη ο Γεράσιμος;
Β.Ν.: Το πιστεύω, αλλά δεν είναι δική μου κουβέντα αυτή. Είναι λόγος σοφού γέροντος ιερέως που έχει δει απείρως περισσότερα από μένα και είναι σε θέση να κάνει μια τέτοια εκτίμηση και να την επαληθεύσει.
 Μ.Γ.: «Αλλάζει ο άνθρωπος όταν αλλάξουν οι συνθήκες» όπως αναρωτιέται ο Αργύρης;
Β.Ν.: Αναρωτιέται ο ήρωας, αναρωτιέμαι κι εγώ…
Ο άνθρωπος είναι ένα άπιαστο, ακαταχώρητο, πολυποίκιλο, φανερό αλλά και απόκρυφο σύμπαν. Δεν έχει ένα, δύο, πέντε δέκα χαρακτηριστικά. Πόσες φορές δεν μας εκπλήσσει ο ίδιος ο εαυτός μας, άλλοτε ευχάριστα κι άλλοτε δυσάρεστα; Όλα είναι μέσα μας, είτε εκφρασμένα, είτε εν σπέρματι, είτε εν δυνάμει. Τα πάντα. Στις δυσκολίες  αποκαλύπτεται τι κυριαρχεί σ’ έναν άνθρωπο. Και μπορεί στην αρχή να τα χάσει και μετά να τα βρει, αλλά και το αντίθετο. Νομίζω πως δεν αλλάζουν οι συνθήκες έναν άνθρωπο, τον φανερώνουν.  Και πάλι δεν ξέρω, δεν είμαι ψυχολόγος. 
Μ.Γ.: Το βιβλίο σας απευθύνεται σε εφήβους αλλά πιστεύω πως πρέπει να διαβαστεί κυρίως από τους γονείς προκειμένου ν΄ αντιληφθούν τι είναι αυτό που οδηγεί τους εφήβους στον εγκλωβισμό τους στο διαδίκτυο. Ποια είναι τα μηνύματα που παίρνετε από τους αναγνώστες;
Β.Ν.: Αυτό μου το έχουν ξαναπεί. Από κάποιους ενήλικες εισπράττω μια συγκίνηση. Το πρόβλημα με τους ενήλικες είναι ότι συνήθως έχουμε μια ιδανική εικόνα για τον εαυτό μας, είμαστε σίγουροι, δεν αμφιβάλλουμε και δεν αναρωτιόμαστε για τον εαυτό μας, και ό,τι αρνητικό συνειδητοποιούμε αφορά στους άλλους. Ένας τέτοιος ενήλικας αν διαβάσει το βιβλίο, δεν θα κερδίσει τίποτα για τον εαυτό του. Για να είσαι έτοιμος να συντριβείς, να δεις τα λάθη σου,  να ακούσεις τον άλλον, προϋποτίθεται ότι δεν είσαι συμπαγής σαν μπετόν αρμέ… Ότι έχεις κάποια κενά ώστε να μπορεί να τρυπώσει μέσα στην καρδιά σου ο αέρας και το φως… 
Μ.Γ.: Σας ευχαριστώ πολύ για την παραχώρηση της συνέντευξης και σας εύχομαι καλοτάξιδο το βιβλίο σας.  
Β.Ν.: Κι εγώ σας ευχαριστώ θερμά για την τόσο όμορφη και αναλυτική συνέντευξη που μου απευθύνατε. Καλή συνέχεια στο έργο σας!
*Το βιβλίο «Ο μικρός μονομάχος» της Βασιλικής Νευροκοπλή κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Α.Α.ΛΙΒΑΝΗ


https://now24.gr/basiliki-neurokoplio-internetikos-kosmos-sou-dinei-mia-pseudaisthisi-eleutherias/?fbclid=IwAR3JwtleOj6Cq10gSYBUXwpCZhR-qbFiryKlR809-hm0bGbl8BnNxEYQ0Z8