Labels

Showing posts with label αφήγημα. Show all posts
Showing posts with label αφήγημα. Show all posts

Wednesday, July 5, 2017

Ο φίλος του τζογαδόρου




Μπαίνω σε ένα ταξί για να με πάει από το κέντρο της Θεσσαλονίκης στο Επταπύργιο. Κάθομαι στο πίσω κάθισμα. Θέλοντας και μη, παρακολουθώ τη συζήτηση που έχει ο ταξιτζής με τον κύριο που Ο φίλος του τζογαδόρου
 μπροτά μου. Σχεδόν αμέσως αντιλαμβάνομαι πως υπάρχει μεταξύ τους μια οικειότητα που δεν οφείλεται σε κάποια προϋπάρχουσα σχέση, αλλά στον κοινό τόπο καταγωγής τους όπως και στα πρόσωπα που γνωρίζουν και οι δύο. Καθώς ανακαλύπτουν τους κοινούς γνωστούς τους, η συζήτηση αποκτά ιδιαίτερη ένταση όταν αναφέρεται το όνομα του Κώστα που ήταν γιος του τάδε και είχε τον δείνα θείο. Ο Ομηρικός προσδιορισμός του ανθρώπου με βάση το γένος του, κρατεί ως σήμερα, αντιστεκόμενος σθεναρά στις πολυποίκιλες διαστάσεις του χαρακτήρα και του βίου των σημερινών ανθρώπων.
Μεγαλώσαμε μαζί από παιδιά, λέει ο ταξιτζής. -Διακόπτω τη συγγραφή αυτού του κειμένου, προκειμένου να βγω στο μπαλκόνι για να δω τι ταράζει την ησυχία της νύχτας. Βλέπω ένα λευκό όχημα σαν μικρό κλειστό φορτηγό με κίτρινο φάρο που κάνει τρία μπιπ στη σειρά σε κάθε στάση του. Σταματά μπροστά στους σκουμπιδοντενεκέδες και μαζεύει τα σκουπίδια. Δεν είναι το γνωστό Δημοτικό απορρυματοφόρο, αλλά είναι κάποιας άγνωστης ιδιωτικής εταιρίας. Έτσι αποφάσισαν να λύσουν το πρόβλημα των σκουπιδιών οι Δήμοι μετά την απεργία των υπαλλήλων τους. Το απορυματοφόρο  απομακύνεται, και επιστρέφω στο τραπέζι μου.-
Από μικρός του άρεσε ο τζόγος, συνεχίζει ο ταξιτζής. Εμείς παίζαμε κορώνα γράμματα για να δούμε ποια ομάδα θα ξεκινήσει το παιχνίδι κι εκείνος μας ικέτευε να παίζουμε κορώνα γράμματ για να κερδίσει αυτός που θα κέρδεζε, τα λεφτά. Ο παρακαθήμενος κύριος κουνάει καταφατικά τεφάλι. Καταστράφηκε, λέει. Τι να κάνουμε; Άφησέ με, εδώ, καλα είναι. Πληρώνει τον ταξιτζή και κατεβαίνει στην αρχή της Ακροπόλεως.

 Δίχως να τον ρωτήσω, ο ταξιτζής αρχίζει και μου διηγείται τα περί ου ο λόγος.
Είχε τεράστια κτηματική περιουσία. Δούλευε οδηγός. Με το που έπαιρνε το μηνιάτικο, έτρεχε στο καζίνο. Μέσα σε μια νύχτα έχανε το μισθό όλου του μήνα. Κι αν του μίλησα, κι αν τον ικέτεψα να λυπηθεί τον εαυτό του, τίποτα. Σιγά σιγά άρχισε να χάνει ένα ένα τα κτήματά του. Μέχρι που τα έχασε όλα. Από καιρούς εις καιρόν με έπαιρνε τηλέφωνο να του δανείσω εκατό, διακόσια ευρώ. Στην αρχή του έδινα, μετά σταμάτησα. Όσο κι αν μου ορκιζόταν πως τα θέλει για να φάει και να πληρώσει τους λογαριασμούς, λίγο μετά με πληροφορούσαν κοινοί φίλοι πως πήγαινε και τα έπαιζε. Μια μέρα με παίρνει τηλέφωνο και μου λέει πως του έχει μείνει ένα σπίτι και έχει ανάγκη να το πουλήσει. Ενα μεγάλο σπίτι στο κέντρο της Έδεσσας. Εκατόν ογδόντα τετραγωνικά, κάνει τουλάχιστον εκατόν πενήντα χιλιάδες ευρώ. Εσύ δώσε μου εκατό και το παίρνεις, μου είπε. Δε θέλω να πάει σε ξένα χέρια. Δεν το θέλω, του απάντησα. Ξέρω πως θα πας να τα παίξεις. Δε θα γίνω συμμέτοχός στο πάθος σου. Μα αντί να το πάρει κάποιος ξένος, ας το πάρεις τουλάχιστον εσύ. Σου το αφήνω εβδομήντα. Όχι, δεν το θέλω. Από σένα δε θέλω τίποτα. Με έπαιρνε ξανά και ξανά. Εγώ αρνιόμουν. Θα στο αφήσω πενήντα, μου είπε μια μέρα. Δεν το θέλω. Τα λεφτά τα είχα, αλλά σ' αυτόν δε θα τα 'δινα. Θα το είχα μετά κρίμα στο λαιμό μου. Επέμενε. Δέκα φορές τη μέρα τηλέφωνο. Ρωτάω τη γυναίκα μου. Ούτε να το σκεφτείς, μου λέει. Ρωτάω το γιο μου. Ντροπή, μπαμπά. Πώς σου πέρασε τέτοιο πράγμα από το μυαλό; Ξανά τηλέφωνο ο φίλος. Εγώ δεν το παίρνω. Θα παίξεις τα λεφτά, θα τα χάσεις και μετά θα χαλάσουμε και τη φιλία μας. Δεν το έβαζε κάτω. Σκέφτηκα τη νύφη μου. Πήγε και το είδε. Της άρεσε. Μιλήσανε. Είναι πολλά τα λεφτά, του είπε. Μια βοδμάδα μετά, της το άφησε τριάντα χιλιάδες και εκείνη το αγόρασε. Το ίδο βράδυ πήγε στο καζίνο και τα έπαιξε. Τα έχασε όλα. Την άλλη μέρα με πήρε τηλεφωνο και μου ζήτησε διακόσια ευρώ. Δεν του έδωσα. Με έβρισε κι από τότε δεν μιλάμε. Κατάλαβες, κυρία μου; Θα πεθάνει σαν το σκυλί στο αμπέλι. Αλλά τι πλάκα που έχει η ζωή. Πού δίνει τα λεφτά... Πριν λίγο καιρό πέθανε η τελευταία θεία του. Του άφησε ένα τεράστιο κτήμα, κληρονομιά. Φυσικά το έπαιξε και το έχασε. Ευτυχώς που δεν έχει οικογένεια. Αλλά σε λίγο θα γυρίζει και θα ζητιανεύει. Ποιος θα τον δει; Για ένα πάθος...

Φτάνω στον προορισμό μου, καληνυχτώ τον ταξιτζή και περπατώ προς το σπίτι. Ο τζογαδόρος είναι τζογαδόρος, σκέφτομαι. Απόλυτος υποτακτικός του πάθους του. Τυφλός υποτακτικός. Σε άλλη περίπτωση θα ήταν αξιοζήλευτος. Αλλά ο ταξιτζής; Τι  άνθρωπος ήταν αυτός; Πώς αντιστάθηκε με τέτοια παλικαριά και τόσο σθένς στην εκμετάλλευση του πάθους που είχε ο φίλος του; Θα 'ταν δε θα 'ταν εξηντάρης. Η φωνή του πρόδιδε άνθρωπο ευθύ, σταθερό, ντόμπρο. Τα συνθήματα περί δώρων στον εαυτό μας που μάγεψαν και παγίδεψαν ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας μας, αυτόν δεν τον άγγιξαν; Όχι μόνο το σπίτι που αγόρασε η νύφη του θα μπορούσε να πάρει, αλλά και πολλά άλλα από τα προηγούμενα περιουσιακά στοιχεία του φίλου του να τα έχει αγοράσει σε εξευτελιστές τιμές και να έχει τώρα ο ίδιος μια τεράστια περιουσία. Δεν το έκανε όμως. Δεν υπέκειψε στους πειρασμούς του εύκολου κέρδους. Ούτε αυτός, ούτε η γυναίκα του, όύτε καν ο γιος τους. Στάθηκε αληθινός φίλος. Φίλος, απ' αυτούς που πολλοί θα θέλαμε φίλο μας. Ίσως κάποιοι να αναρωτηθούν, και τι κέρδεσε; Μήπως δε βρέθηκαν κάποιοι άλλοι να κάνουν ό,τι δεν έκανε αυτός; Ποια η διαφορά; Τα ερωτήματα αυτά όμως, προτού απαντηθούν, προδίδουν ήδη τη διαφθορά μας.
Ο τζόγος βέβαια, δεν είναι τωρινό φαινόμενο. Το πάθος του τζόγου δε γεννήθηκε στις μέρες μας. Άνθρωποι όμως σαν τον ταξιτζή διατηρούν άσβηστη την ελπίδα πως δε χάλασε εντελώς ο κόσμος. Ακόμα κι αν κάποιοι τον θεωρήσουν ηλίθιο, ας αναρωτηθούν τι χρωστούμε σε τέτοιους ηλιθίους.

Τα σκουπίδια του πολιτισμού μας, πάντα θα βρίσκονται κάποιοι να τα μαζεύουν. Αν δεν είναι οι δημοτικοί υπάλληλοι, θα είναι κάποιοι ιδιώτες. Η μόλυνση όμως της ατμόσφαιρας δεν αρχίζει από την παρατεταμένη παραμονή των σκουπιδιών στους ξέχειλους κάδους. Αρχίζει από τι θεωρούμε σκουπίδι, τι περιττό, τι αναγκαίο. Από την ευκολία να μαζεύουμε και να πετούμε. Να αγοράζουμε και να πουλούμε. Να εξαγοραζόμαστε και να ξεπουλιόμαστε. 
Ανάμεσα σε έναν κόσμο που παράγει σκουπίδια και σε κείνον που ζει από τα σκουπίδια, θα υπάρχουν πάντα κι αυτοί που θα αρκούνται στην τίμια πενία τους, αντιστεκόμενοι στις Σειρήνες της εκμετάλλευσης και του εύκολου κέρδους. Και είναι αυτοί που ανώνυμα, ήσυχα και ταπεινά, θα κάνουν τη διαφορά. Τη διαφορά που δίνει νόημα στην ύπαρξη του κόσμου.

Friday, June 9, 2017

Ένα κορδόνι από δυο κλωστές: μια χρυσή, μια γαλάζια - Τα Μουσικά ταξίδια του Μάρκο Πόλο στο Μουσείο Μαστίχας της Χίου


1. Καζακστάν – Μογγολία
  
Ξημέρωσε ο Θεός τη μέρα του στη Χαν- μπαλίκ. Χίλια κάρα θα μπούνε στην πόλη και σήμερα φορτωμένα μετάξια, να πουληθούν στις αγορές της, να υφανθούν στα εργαστήρια τα χρυσοκέντητα και τα ασημοπλεγμένα.

Χιλιάδες άλλα κάρα θα φέρουν απ’ όλες τις άκρες του κόσμου εμπόρους με τις πραμάτειες τους. Διαμάντια, μαργαριτάρια, χαλιά, μπαχάρια, αλάτι και πιπέρι, βόδια λευκά, αραβικά άλογα, αχάτες και όνυχες, υφάσματα γαλαζοκόκκινα. Οι συναλλαγές θα γίνουν με το επίσημο νόμισμα της αυτοκρατορίας φτιαγμένο από φύλλα μουριάς, την τροφή των μεταξοσκώληκων. Μια ανακάλυψη των Κινέζων που θαύμασε και οικειώθηκε ο Μογγόλος αυτοκράτορας.

Τα εμπορεύματα θα εκτεθούν πρώτα στην αυλή του. Θα διατιμηθούν από τους ειδικούς του που θα αγοράσουν πληρώνοντας καλά όσα κρίνουν πως αξίζουν να μείνουν στο παλάτι. Στη διάρκεια ενός χρόνου περνούν από την πόλη εμπορεύματα που αξίζουν περισσότερο από 400.000 βυζαντινάτα.

Το ανάκτορο του Κουμπλάι Χαν δεσπόζει στη μέση της περίλαμπρης πόλης σαν το μεταξωτό του ένδυμα, τη δικαιοσύνη, τη φιλανθρωπία, το φωτεινό μυαλό του. Η μέρα του θα κυλήσει γεμάτη μέριμνες, συζητήσεις με τους συμβούλους του, αποφάσεις δύσκολες, αγωνίες, χαρές, απογοητεύσεις.

Με τη δύση του ήλιου η μεγάλη καμπάνα θα σημάνει τρεις φορές. Θα σταματήσει η κυκλοφορία στους δρόμους. Θα καταλαγιάσουν οι μέριμνες. Η τρεχούμενη ζωή θα αναπαυθεί για λίγο. Απεστσλμένοι και σύμβουλοι θα αποσυρθούν για να υποδεχθεί ο αυτοκράτορας τον νεαρό Βενετσιάνο έμπορο. Αυτός θα του περιγράψει τα μέρη που επισκέφτηκε όπως κανείς δε μπόρεσε ποτέ να κάνει. Θα του ζωγραφίσει με λέξεις λαούς και συνήθειές, τα διπλωματικά του κατορθώματα. Σχέδια σπάνια και χρώματα ανεξίτηλα τα όσα είδε, ήπιε και γεύτηκε. Γιορτές,  τέχνες, θεοί και έθιμα στη Μπούρμα και στην Κορέα, τη Μαντζουρία και τη χώρα του Ήλιου, τη μακρινή Ιαπωνία, αλλά και στην Μαδαγασκάρη, τη Σουμάτρα την Ινδοκίνα και την Ινδία, θα προσφερθούν, σαν έργα τέχνης φτιαγμένα από το καθαρό βλέμμα ενός φιλομαθούς νεαρού, στα μισόκλειστα ονειρώδη μάτια του γηραιού φιλότεχνου Αφέντη της ζωής,  φωτίζοντας τις απόκρυφες σπηλιές του λαβυρινθώδους νου του.
 Αυτή είναι η ώρα του Μάρκο Πόλο και του Κουμπλάι Χαν. Η μεταξωτή ώρα τους.
  
2. Ινδία – Αρμενία

Ήλιος η Χαν-μπαλίκ και αχτίδες της οι δρόμοι που οδηγούν στις περισσότερες επαρχίες της μεγάλης αυτοκρατορίας. Από δω ξεκινούν κι εδώ καταλήγουν οι αγγελιοφόροι που μεταφέρουν τα μηνύματα του αυτοκράτορα. Ταχυδρόμοι που δεν ξεπεζεύουν ποτέ. Ζωσμένοι στη μέση κουδούνια που προμηνύουν από μακριά τον ερχομό τους ώστε να ετοιμάσουν στον επόμενο σταθμό οι σταυλίτες τα ξεκούραστα άλογα και να τα καβαλικέψουν οι ακούραστοι Μογγόλοι καβαλάρηδες σαλτάροντας μ’ ένα μονάχα πήδο, για να συνεχίσουν το ταξίδι τους πιο γρήγορα απ’ τον άνεμο. Εδώ καταλήγουν και πάλι από εδώ ξεκινουν όλοι οι απεσταλμένοι, Πέρσες, Αρμένιοι, Σύριοι, Κόπτες, Τουρκομάνοι. Όλοι αγαπούν τον αυτοκράτορα. Οι απεσταλμένοι των λαών και οι λαοί τους που έγιναν λαός του.

Πώς να μην αγαπούν τον Μεγάλο Αφέντη; Πώς να μην τον σέβονται; Να μην τον ευγνωμονούν; Τριάντα χιλιάδες κούπες ρυζιού μοιράζει καθημερινά στους πεινασμένους. Στις συμφορές από κακοτυχίες, πολέμους ή φυσικές καταστροφές αποζημιώνει όσους χάνουν τη σοδειά τους. Μια μέρα την εβδομάδα τα εργαστήρια υφαίνουν για χάρη του βαμβακερά ρούχα  να δοθούν δωρεάν  στους φτωχούς. Κανείς δε θα μείνει γυμνός και πεινασμένος. Κανένας αβοήθητος. Σ’ όλη την αυτοκρατορία άφθονα σπίτια φιλοξενούν τα ορφανά, τους γέροντες και τους αρρώσους.

Τι κι αν λατρεύουν άλλοι τον Ουρανό, άλλοι τον Βούδα, τον Μωάμεθ ή τον Χριστό; Ο Μογγόλος αυτοκράτορας τιμά όλους τους θεούς των λαών που κατέκτησε, και σ’ όλων τις γιορτές πηγαίνει. Στην αυτοκρατορία του θρησκευτικός πόλεμος ποτέ δε θα ξεκινήσει απ’ τη Μεγαλειότητά του.

Ο Μάρκο Πόλο πηγαίνει πρόθυμα όπου θα ήθελε ο κύριός του να πάει και δεν μπορεί. Είναι ο πρεσβευτής του. Όταν επιστρέφει, το καλοπροαίρετο αυτί του μεγάλου ηγέτη υποτάσσεται στο λόγο του ευρωπαίου εμπόρου. Η Ανατολή απλώνει το χέρι της, το χέρι της Δύσης να πιάσει, μήπως καταφέρουν και συμπορευτούν.

3. Περσία – Βενετία

Οι περιγραφές του Μάρκο για τις μακρινές επαρχίες της μεγάλης αυτοκρατορίας έχουν ένα ασυνήθιστο άρωμα καλοκαιρινής ευωδιάς μιας θάλασσας που ο Κουμπλάι Χαν δεν αντίκρισε ποτέ. Ο έμπορος του μιλά για τα καραβάνια της ερήμου κι ο αφέντης αισθάνεται να γλυστρά στα άγνωστα νερά της πατρίδας του νεαρού αφηγητή καθισμένος πάνω σε μια γόνδολα μαζί του. Οι λέξεις γίνονται τραγούδι στο ρυθμό των κουπιών του γονδολιέρη. Οι εικόνες που αριστοτεχνικά ζωγραφίζει ο νέος μιλώντας για τα χαϊμαλιά των γυναικών που όσο περισσότερα είναι τόσο πιο ποθητές υπήρξαν κι άλλο τόσο περιζήτητες για γάμο, ρέουν σε κανάλια κάτω από πολύχρωμα αρχοντικά τυλιγμένα θάλασσα, που ο Βενετσιάνος ποτέ δεν κατονομάζει μα ο Μογγόλος οσφρίζεται το άρωμά της. Μιλώντας για τους χορούς και τις γαμήλιες τελετεές των υπηκόων της μεγαλύτερης αυτοκράτορίας που φτιάχτηκε ποτέ στον κόσμο, δίχως να το θέλει ή να το προσπαθεί, ο Μάρκο περιγράφει τα ζευγάρια που χορεύουν στους δρόμους της Βενετίας ντυμένα με παράξενες στολές, μάσκες στα πρόσωπα και μακρείς χιτώνες που σέρνονται στα στενά της δρομάκια. Τη χαρά της αγάπης όπως τη γνώρισε έφηβος  στον τόπο του,  περιγράφει. Σ’ αυτόν το μικρό τόπο που είχε τόσα σπίτια όσα χωρούσαν οι νησίδες του, τόσους ανθρώπους όσους χωρούσαν τα σπίτια του, γιορτές και έθιμα γνωστά σε όλους και για όλους καμωμένα με αποκορύφωμα το καρναβάλι.

Η Βενετία διεισδύει σαν λιμνοθάλασσα στις απέραντες στέπες των διηγήσεων του Μάρκο κι ίσως αυτός να είναι ο λόγος που ο αυτοκράτορας μαγεύεται πρώτη φορά ακούγοντας να του μιλούν για τις επαρχίες του που τόσα και τόσα έχει ακούσει στο παρελθόν από τους απεστελμένους του. Είναι ίσως που οι λέξεις του Μάρκο βαφτίζονται στα υφάλμυρα νερά της μακρινής πατρίδας του, κι εκεί οι απέραντες εκτάσεις και οι αναρίθμητοι υπήκοιοι, ο πλούτος και τα ασύγκριτα μεγέθη της αυτοκρατορίας καθαρίζονται κι επιτέλους χωρούν στη νησίδα της καρδιάς του αυτοκράτορα σαν κόσμημα από λίθους πολύτιμους σε κύκνειο λαιμό αγαπημένης.

4. Μετάξι

Για χάρη του Κουμπλάι ο νέος θα γίνει παρατηρητικός. Για χάρη του Πόλο ο Χαν θα του αφιερώσει τις πιο δικές του ώρες. Τις ώρες που η ψυχή αποζητά παρηγοριά, η σκέψη ανάσα.

Ο αυτοκράτορας θα εμπιστευτεί την σύνεση του ξένου. Ο ξένος δεν θα προδώσει την εμπιστοσύνη του αυτοκράτορα. Δεν καταχράται την εξουσία του ο Αφέντης. Δεν υποκύπτει στην φιλοχρηματία ο έμπορος. Ο Χαν τιμά τον Πόλο τοποθετώντας τον πάνω απ’ όλους τους βαρώνους του. Ο Πόλο τιμά τον Χαν αφήνοντας για δεκαεφτά χρόνια κλειδμένη στα βάθη της καρδιάς του τη μνήμη της πατρίδας του.

Η γνώση που κομίζει στον αυτοκράτορα ο Μάρκο Πόλο τον εξοικειώνει με τους άγνωστους οικείους του. Η ίδια γνώση, επιστρέφοντας στη Βενετία, θα εξοικειώσει τους ευρωπαίους, -έστω και με τη μορφή ευφάνταστου παραμυθιού- με την μακρινή και τόσο άξενη Ανατολή.

Η γέφυρα του κόσμου χτίστηκε από έναν αυτοκράτορα που διένυε την έβδομη δεκαετία της ζωής του κι έναν Βενετσιάνο που μόλις έβγαινε από την εφηβεία του. Μέσα από τη σχέση των δύο αντρών οι χιλιοπερπατημένοι δρόμοι του μεταξιού φωτίστηκαν. Στο κουκούλι της ψυχής τους, σαν μεταξοσκώληκας γεννήθηκε η  εμπιστοσύνη. Δεκαεφτά χρόνια την τάϊσαν τα φύλλα του νου και της καρδιάς τους ώστε να υφανθεί η λεπτότατη μεταξωτή κλωστή που ένωσε σαν αψιδα τους κόσμους τους.
Ο αυτοκράτορας θα αποσυρθεί στο περίπτερο του Σεπτού Ύπνου να κοιμηθεί πιο σοφός. Πέρασε κι ο Φλεβάρης. Αύριο πάνω στην πλάτη τεσσάρων ελεφάντων θα αναχωρήσει  για το Κότσαρ Μαντού να κυνηγήσει την Άνοιξη.

Άγρυπνος θα μείνει ο Βενετσιάνος. Αύριο μαζί με τον πατέρα και τον θείο του, θα συνοδεύσει την αγαπημένη κόρη του Κουμπλάι Χαν, πριγκίπισσα Κοκατσίν, για να την οδηγήσουν στον Άργκουν, τον βασιλιά της Περσίας. Μόλις την παραδώσουν θα προχωρήσουν νότια της Μαύρης Θάλασσας να πλεύσουν με καράβι προς την Κωνσταντινούπολη κι από κει στο Νέγκροποντ για να φτάσουν κάποτε στην πολυαγαπημένη Βενετία.

Χρειάστηκαν χρόνια, ταξίδια μεγάλα, γνώση γλωσσών. Χρειάστηκαν κίνδυνοι, αρρώστιες και πόλεμοι. Θάλασσες, ποτάμια, έρημοι, βουνά. Ήλιος καυτός και καταιγίδες ανάλγητες. Όλα υποταγμένα στη σχέση δύο ανδρών που αποφάσισαν να οικειωθούν κάθε τι ξένο, να ενώσουν το χωρισμένο.

Το 1295 οι δύο άντρες χωριζουν αφού κατάφεραν να ένωσαν την Δύση με την Ανατολή με το πιο εκλεκτό μετάξι της καρδιάς τους, πλέκοντας ένα κορδόνι από δυο κλωστές: μια χρυσή, μια γαλάζια.


Βασιλική Νευροκοπλή


* το κείμενο θα διαβαστεί από τη γράφουσα κατά τη διάρκεια της συναυλίας:

Τα μουσικά ταξίδια του Μάρκο Πόλο». Μια ξεχωριστή μουσική βραδιά για τα πρώτα γενέθλια του Μουσείου Μαστίχας Χίου