Labels

Showing posts with label Ποιηση. Show all posts
Showing posts with label Ποιηση. Show all posts

Tuesday, April 9, 2024

Άνοιξη

Αλάτι χοντρό, αλάτι ψιλό, ξινό, κουκουνάρι, πιπέρια ανάμεικτα.
Ξηροκαρπάδικο, σούπερ μάρκετ, Επταπυργίου, 
δρόμος, γειτονιά, ουρανός.
Αλάτι χοντρό, αλάτι ψιλό, κουκουνάρι, 
αεράκι απαλό, ήλιος χαϊδευτής, άνοιξη.
Πιπέρια ανάμεικτα, σκέτο πουκαμισάκι κι ένα φουλάρι,
η γειτονιά είναι πιο όμορφη την άνοιξη.
Αλάτι χοντρό, αλάτι ψιλό, 
κι οι πωλητές στα μαγαζιά είναι πιο όμορφοι την άνοιξη.
Κουκουνάρι, αλάτι χοντρό, αλάτι ψυλό, 
ακόμα κι ο Θεός που έπλασε την ομορφιά
είναι ομορφοτερος την άνοιξη.

Friday, January 5, 2024

Μνήμη Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη

Μπορεί να είναι εικόνα 1 άτομο


Στις 3 Ιανουαρίου 1911 φεύγει από τούτη τη ζωή
ο χρυσαετός των Ελληνικών γραμμάτων σαν ένα ταπεινό σπουργίτι…
Στη μνήμη του σαν κερί αφήνω ένα μικρό απόσπασμα της διασκευής μας από την μουσική παράσταση πάνω στο διήγημά του «Στο Χριστό στο Κάστρο» που παρουσιάστηκε στο Μαλλιώτειο πνευματικό κέντρο της Βοστώνης την 1η Δεκεμβρίου της χρονιάς που αφήσαμε πίσω μας σε μουσική του Kyriakos Kalaitzidis.
«Δεκέμβρης μήνας με χιονιά και στου παπα Φραγκούλη
η παπαδιά, οι κόρες τους κι ο γιος, το στερνοπούλι,
όσπρια τρώγανε ενώ, το Μαλαμω, η χήρα
στα χέρια με μια λειτουργιά πρόβαλε μπρος στη θύρα.
Στην ώρα πάνω ο μαραγκός Πανάγος που διψούσε,
μπήκε να πιει μια δυο ρακιες καθώς το συνηθούσε.
«Ο Αργύρης», είπε ο παπάς με κάποια στεναχώρια
«κι ο Γιάννης, αποκλείστηκαν στου Κάστρου τ’ ανηφόρια…»
Η παπαδιά ανήσυχη, αν είχανε γεμάτα,
ρωτάει, τα ζεμπίλια τους, σαν πήρανε τη στράτα.
«Κουμπάνια θα ’χουν και θηλειές να πιάσουνε κοτσύφια»,
της απαντά ο μαραγκός -μ’ απάθεια είν αλήθεια...»
.........
Την ευχή του να έχουμε…

Saturday, October 14, 2023

Το θαύμα στο κελί 7

Το θαύμα στο κελί 7
Είναι ταινία, την είδα προχθές στο Νetflix.
Το χέρι πήγε μόνο του θαρρείς και κάποιος αόρατος μαγνήτης το τραβούσε. Δεν ήξερα τίποτα, δεν είχα ακούσει κανέναν να μιλά γι' αυτήν, δεν διάβασα καμιά κριτική πριν πατήσω το κλικ. Απλώς το πάτησα.
Η ταινία ξεκίνησε. Πολύ σύντομα δυσκολεύτηκα. Δεν αντέχω τη βία...
Κάτι όμως μέσα μου ψιθύριζε, κάνε λίγο υπομονή, θα δεις. Υπάκουσα στην εσωτερική φωνούλα που μετά από χρόνια έμαθα να εμπιστεύομαι.
Πρωταγωνιστής με νοητική στέρηση, μου έλεγε η φωνή, πού το ματαείδες αυτό;
Καθηλώθηκα. Κεραυνοβολήθηκα Παρέλυσα. Συγκλονίστηκα.
Όταν τελείωσε, με ένα τέλος τόσο πέρα από κάθε αυτονόητο και προσδόκιμο, δεν μπορούσα να κοιμηθώ. Είχα μια ασυγκράτητη χαρά. Ήθελα να το φωνάξω σε όλον τον κόσμο. Μέσα στη νύχτα.
Δεν μπορούσα να χωνέψω πως ακόμα και σήμερα φτιάχνονται τέτοια αριστουργήματα που μπορούν να συναγωνιστούν τον Κουροσάβα, ταινίες που δονούν το σύμπαν...
Δεν έχω γράψει ποτέ για ταινία, κριτικός δεν είμαι κι ούτε θέλω να γίνω. Όποια κριτική όμως διάβασα εκ των υστέρων μου φάνηκε μέτρια και λίγη, θαρρείς και φοβούνται οι κριτικοί να ομολογήσουν πως εδώ πρόκειται για κυριολεκτικά για ένα θαύμα κινηματογραφικό...
Για μένα σ' αυτή την απόλυτα ιερή ταινία, την βαθιά χριστιανική και ανθρώπινη, και θεϊκή και αγγελική, ψηλαφούμε βήμα βήμα πώς ένας άγιος, δηλαδή ένας ταπεινός, αθώος και ανεξίκακος άνθρωπος μπορεί και αλλάζει τον κόσμο, δηλαδή τον αγιάζει. Γιατί τον κόσμο δεν τον αλλάζουν οι πολιτικές, οι πορείες και τα συνθήματα. Μόνο οι άγιοι το κάνουν.
Και ένα μικρό παιδί στο πλάι του αγίου είναι το μόνο που μπορεί να σηκώσει το βάρος αυτής της αγιότητας...
Τούρκικη ταινία, διασκευή Κορεατικής, πανανθρώπινη!


Saturday, September 9, 2023

Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου - Τάσος Λειβαδίτης

 οι άνθρωποι κλαίνε στα κατώφλια, στις γωνιές των δρόμων, στα χωράφια

κλαίνε στα χαρακώματα, στα νοσοκομεία, έξω απ' τα ταμεία ανεργίας
δάκρυα δάκρυα
τα μάτια μας θα ζήσουνε και πέρα από το θάνατό μας
για να κλαίνε

| Τάσος Λειβαδίτης | Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου | Ποίηση τ.1 | εκδόσεις Μετρονόμος |

Monday, June 12, 2023

Αγιότητα - Τάσος Λειβαδίτης

Ημερολόγιο ήσυχο στον τοίχο, 

μια ημερομηνία 

κι οι άγιοι σιωπηλοί, χλωμοί κι αναμάρτητοι, 

σημειωμένοι μόνο με το μικρό τους όνομα, 

όπως τους φώναζε η μητέρα τους.

Kύριε, κανείς δεν ήθελε να μεγαλώσει.


 Τάσος Λειβαδίτης


* Μας το έστειλε ο π.Βασίλειος Χριστοδούλου

Friday, October 28, 2022

Του Σαραντάρη και άλλων πουλιών...

Μπορεί να είναι εικόνα 1 άτομο
Κάθε θάνατος πονάει... μα κάποιοι θάνατοι πονούν λίγο παραπάνω...
Και σήμερα τιμούμε τους ανθρώπους που θυσιάστηκαν για μια πατρίδα ελεύθερη, για μένα και για σένα που οι λέξεις "θυσία" και "πατρίδα" είναι ακατανόητες στην εποχή της εαυτοκρατίας... Αύριο, ποιος ξέρει, όταν θα 'χουν ξεθωριάσει ολότελα οι κόπιες των ντοκυμαντέρ και οι φωτογραφίες του '40 και θα μένουν λαμπερές οι δικές μας σέλφι από τις παρελάσεις, να βρεθούν κάποιοι να πουν ανόητους αυτούς που έδωσαν τη ζωή τους πάνω στα χιονισμένα βουνά κυνηγώντας ένα όνειρο που ζύμωσαν από το αίμα τους και τη σάρκα τους...
Μπαίνω στη βιβλιοθήκη να δανειστώ ένα βιβλίο, ζητώ να ανοίξω νέα καρτέλα, με ρωτά η βιβλιοθηκονόμος: για να σας ανοίξω καρτέλα θα πρέπει να σας ρωτήσω πώς αυτοπροσδιορίζεστε, άρσεν ή θηλυ; Ορίστε; ρωτώ έκπληκτη. Μου επαναλαμβάνει την ερώτηση. Μακρυγιάνης, απαντώ. Ορίστε, με ρωτά αυτή τη φορά έκπληκτη εκείνη. Α, ρε, Μακρυγιάννη, να 'ξέρες γιατί το τζάκισες το χέρι σου... λέω και φεύγω δίχως να ανοίξω καινούργια καρτέλα και δίχως να δανειστώ κανένα βιβλίο που προϋποθέτει έναν αυτοπροσδιορισμό που ουδόλως με αυτοπροσδιορίζει...
Αιωνία η μνήμη του πουλιών που πέταξαν για άλλους ουρανούς...
Β.Ν
........................

"Εγώ που οδοιπόρησα με τους ποιμένες της Πρεμετής" ....
--------------------------------------------------------------------
Ένα "άσμα" αντι-ηρωικό και πένθιμο για τον νεαρό σπουδαίο ποιητή και φιλόσοφο, που πολέμησε στην Αλβανία.
---------------------------------------
ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΡΗΣ (1908-1941)
--------------------------------------
Σημαντικός ποιητής, της γενιάς του ’30, με ένα μέλλον που διαγραφόταν λαμπρό. Πολέμησε στην πρώτη γραμμή του Αλβανικού μετώπου, αρρώστησε από τύφο και πέθανε ύστερα από την επιστροφή του στην Αθήνα, το 1941.
Γράφει για εκείνον ο Ελύτης στα "Ανοιχτά Χαρτιά":
Θέλω αυτή τη στιγμή απροκάλυπτα να καταγγείλω το επιστρατευτικό σύστημα που επικρατούσε την εποχή εκείνη και που, δεν ξέρω πώς, κατάφερε να κρατήσει όλα τα χοντρόπετσα θηρία των αθηναϊκών ζαχαροπλαστείων στα Γραφεία και στις Επιμελητείες και να ξαποστείλει στην πρώτη γραμμή το πιο αγνό και ανυπεράσπιστο πλάσμα. Έναν εύθραυστο διανοούμενο που μόλις στεκότανε στα πόδια του, που όμως είχε προφτάσει να κάνει τις πιο πρωτότυπες και γεμάτες από αγάπη σκέψεις για την Ελλάδα και το μέλλον της. Ήταν σχεδόν μια δολοφονία. Διπλωματούχος ιταλικού πανεπιστημίου - ο μόνος ίσως σε ολόκληρο το στράτευμα-, θα μπορούσε να ΄ναι περιζήτητος σε οποιαδήποτε από τις Υπηρεσίες που είχαν αναλάβει την αντικατασκοπεία, ή την ανάκριση των αιχμαλώτων. Αλλά όχι. Έπρεπε να φορτωθεί το γυλιό και τον οπλισμό των τριάντα οκάδων, για να χαθεί παραπατώντας μες στα χιονισμένα φαράγγια ένας ακόμη ποιητής, ένας ακόμη αθώος στο δρόμο του μαρτυρίου".
Και συνεχίζει:
"Φαίνεται ότι πέρασε φρικτές ώρες. Τα χοντρά μυωπικά του γυαλιά, που χωρίς αυτά δεν μπορούσε να κάνει βήμα, τά 'χασε μέσα στην παραζάλη. Φώναζε «βοήθεια» στους άλλους φαντάρους , αυτός ο Χριστιανός φώναζε «αδέλφια» και τ' "αδέλφια" τον κοροϊδεύανε, τα πιο αδίστακτα βαλθήκανε κιόλας να του κλέβουνε κουβέρτες, μάλλινα, οτιδήποτε χρήσιμο μπορούσε ο δόλιος να κουβαλεί. Απόμεινε σαν το κατατρεγμένο πουλί μέσα στην παγωνιά. Χωρίς να βαρυγκομήσει. Χωρίς να ξεστομίσει έναν πικρό λόγο. Περήφανος, μ' ένα σώμα ελάχιστο και μια μεγάλη ψυχή, που τον κράτησε όσο που να τραγουδήσει ακόμη λίγο: «Εγώ που οδοιπόρησα με τους ποιμένες της Πρεμετής».
ΠΑΛΙ Ο ΟΥΡΑΝΟΣ…, Γ. Σαραντάρης
Πάλι ο ουρανός ανοίγει εδώ την Πύλη
Πάλι σηκώνει τη σημαία
Εμείς μπαίνουμε χωρίς φόβο
Τα μάτια τα πουλιά μαζί μας μπαίνουν
Αστράφτει η πολιτεία αστράφτει ο νους μας
Η φαντασία τους κήπους πλημμυράει
Είναι παιδιά που στέκονται στις βρύσες
Κορυδαλλοί στους όρθρους ακουμπάνε
Στις λεμονιές άγγελοι χορτάτοι
Είναι αηδόνια που παντού ξυπνάνε
Φλογέρες παίζουν έντομα βουίζουν
Είναι τραγούδια η στάχτη των νεκρών
Και οι νεκροί κάπου αναγεννιούνται πάλι
Ολούθε μάς μαζεύει ο Θεὸς
Έχουμε χέρια καθαρὰ και πάμε.

Δημοσιεύτηκε από τον Γιάννη Παπαδάτο
https://www.facebook.com/profile.php?id=100082296993190

Thursday, June 30, 2022

Για δυο πουλιά

Εκεί στην άκρη της κλωστής που αιωρείται στους ανέμους λεπτή σαν διάφανη σχεδόν, φτερούγες δυο πουλιών ανοιγοκλείνουνε με πάθος σκίζοντας το γαλάζιο τόσο μυστικά που βλέμμα δεν φτάνει να μουντζουρώσει το πέταγμά τους, καμιά οργή να τα ταράξει και όπλο να τα σημαδέψει. Η απειλή του θανάτου γι’ αυτά είναι το σύννεφο που προσπερνούν, ο θάνατος είναι ο πλανήτης που αφήνουν πίσω τους.
Εκεί στην άκρη της κλωστής που αιωρείται στους ανέμους λεπτή σαν διάφανη σχεδόν, δυο πουλιά ενώνονται στο φτεροκόπημά τους ελεύθερα από τον εαυτό τους και υποταγμένα το ένα στο άλλο, τα δυο μαζί στην αόρατη κλωστή που συγκρατεί, οδηγεί, προστατεύει το φτερούγισμα και τ ανυψώνει πιο ψηλά, πιο ψηλά, κι όλο ψηλότερα απ’ τα νέφη, τους καιρούς, τις νύχτες τις έρημες.
Εκεί στην άκρη της κλωστής που αιωρείται στους ανέμους λεπτή σαν διάφανη σχεδόν, δυο πουλιά δίχως αξιοζήλευτη φωνή και πλούσια χρώματα, δυο μικρά μικρά κι ασήμαντα πουλιά για τον κόσμο που κυνηγά το εξωτικό και άξιο της μεγάλης ηδονής, δυο μεγάλης τρυφερότητας πουλιά ενώνονται στο πέταγμά τους εκεί στην άκρη της κλωστής.
Το πέταγμά τους δε θ’ αφήσει απογόνους άλλους από ένα άρωμα που τις νύχτες του καλοκαιριού θα φτάνει μόνο σ’ εκείνες τις καρδιές που αγαπούν χωρίς προσπάθεια. Θα φτάνει κόκκος ζάχαρης τις θαμπές νύχτες του χειμώνα στο στόμα των παιδιών που πεινούν και δεν καταλαβαίνουν τίποτα απ’ τον κόσμο των μεγάλων. Αυτός ο κόκκος θα γλυκαίνει τα όνειρά τους και θα παρηγορεί τ’ απορημένα μάτια τους. Θα τους κερνά το πηγαίο χαμόγελο ίδιο στη θλίψη ίδιο στη χαρά.
Πιασμένα από την άκρη της κλωστής που αιωρείται στους ανέμους λεπτή σαν διάφανη σχεδόν, τα ενωμένα στο πέταγμα κι ασήμαντα για όλους δυο πουλιά πετούν ψηλά κι όλο ψηλότερα δίχως ν’ αφήσουν πίσω τους σημάδια και ίχνη. Δεν είναι δρόμος η πορεία τους να τον ακολουθήσουν άλλοι. Δεν πρόκειται ν’ ασχοληθεί μαζί τους η ιστορία ή να γίνουν παραμύθι να το αφηγούνται οι γιαγιάδες στα εγγόνια τους. Ούτε αστέρι θα γίνουν ούτε γαλαξίας ούτε τίποτα που να το δείχνει κάποιος με το δάχτυλο. Γλιστρώντας απ’ τα δίχτυα των παρατηρητών θα πηγαίνουν κι όλο θα πηγαίνουν, πετώντας μαζί αγκαλιασμένα εκεί, στην άκρη της κλωστής και του γαλάζιου...

Wednesday, May 25, 2022

Τίτος Πατρίκιος | 21 Μαΐου 1928 |


Θέλουμε πιο πολλά
τα θέλαμε όλα.
Δε γινόταν αλλιώς.
Ό,τι μας έφτανε χτες
για σήμερα ήταν λίγο.
Ό,τι μας γέμιζε χτες
Ήθελε κι άλλο σήμερα να μη χαθεί.
Ναι, μα ένας άνθρωπος
δεν είναι πορτοκάλι να τον ξεφλουδίζεις
δεν είναι πράγμα
να τον κόβεις στα δύο και στα τέσσερα.
Είχες μια τρυφερή καρδιά κοριτσάκι.
Πίστεψε αν αδέξια την έσφιγγα
δεν το 'κανα για να πονάς.
Ήθελα να σ' αγαπώ
μα ήταν πολλά τα όσα ξέραμε
ήταν πολλά τα όσα δεν είχαμε μάθει ακόμα.
Κι αν ήμουν άντρας
κ' έπρεπε να 'μαι δυνατός
(έπρεπε...)
να το ξέρεις:
Όπου μ' άγγιζες πονούσα.
Όπου δε μ' άγγιζες
πονούσα.
Και μέσα μου φουσκώναν ολόκλειστα
τα δικά μου ποτάμια
που θα μπορούσαν να ποτίσουν
όλα τα λησμονημένα περιβόλια.

| Μεγάλο Γράμμα | Λυσιμελής Πόθος | εκδόσεις Κίχλη |
| Φωτογραφία: Garry Winogrand |

Friday, April 22, 2022

Οδοιπορία

Οδοιπορία
1. Βήμα το βήμα στη σκηνή του ψεύτη κόσμου σέρνω
Ποιος είμαι, πού να πορευτώ, τίνος σημάδι φέρνω
με ξεπουλούν τ’ αδέρφια μου κι εμένα μια Δευτέρα
Μη σβήσεις λυχναράκι μου της Τρίτης την εσπέρα
2. Μια πάω μπρος, μια στέκομαι και μια γυρίζω πίσω
Χάνω τον δρόμο, τον ρυθμό και πώς να προχωρήσω;
Μύρο στα πόδια σου κι εγώ Τετάρτη το σκορπάω
Πέμπτη σ’ αρνιέμαι κι απορώ τον όρκο πώς πατάω;
3. Μαύρος, βαρύς ο ουρανός, άκρα σιγή στην πλάση
Πού να κρυφτώ, πού να σταθώ στου φεγγαριού τη χάση;
Καϊάφας την Παρασκευή, Ιούδας και Πιλάτος
Ξύλο, αγκάθια και καρφιά και του Σαββάτου τάφος
4. Γύρω οι δρόμοι χάθηκαν, το χνάρι τους ποιος σβήνει
ποιος είμαι εγώ, ποιος είσαι συ και ποιος μας καταπίνει;
Άγγελος μήνυμα ηχεί, ο θάνατος πεθαίνει
Μπρος πας εσύ και πίσω εγώ, το φως μας ανασταίνει!

Β.Ν

Wednesday, April 20, 2022

Ἐκεῖνοι πού κουβαλοῦν -Anna Kamienska

Ἐκεῖνοι πού κουβαλοῦν μεγάλα πιάνα
στό δέκατο ὄροφο ντουλάπες καί φέρετρα
ὁ γέρος μ' ἕνα δεμάτι ξύλα κουτσαίνοντας
ἡ γυναίκα μ’ ἕνα φόρτωμα τσουκνίδες στήν καμπούρα της
ἡ τρελή πού σπρώχνει τό παιδικό της καροτσάκι
γεμάτο ἄδειες μποτίλιες βότκας
ὅλοι τους θ’ ἀναστηθοῦν
σάν γλάρου φτερούγα σάν ξερό φύλλο
σάν τσόφλι αὐγοῦ σάν σκουπίδια ἀπό ἐφημερίδες
στό δρόμο
Μακάριοι ὅσοι φορτία κουβαλοῦν
γιατί αὐτοί θ’ ἀναστηθοῦν.


*Mας το έστειλε ο π. Βασίλειος Χριστοδούλου
Μπορεί να είναι απεικόνιση στέκεται






















































Monday, February 14, 2022

duende στο ημίφως - της Όλγας Ντέλλα

Εnduendado λέει ο Λόρκα, για τον ένθεο βίο ενός ποιητή. Εν και Θεός και Ουσία. Ενθουσιασμένος, εκστατικός, από τη θεία μανία -δερβίσικα- κατεχόμενος.

Όπως ο Πλάτωνας στον “Φαίδρο”, όποιος χωρίς τη μανία των Μουσών φτάνει στις θύρες τις ποιητικές, πεπεισμένος ότι χάρη στην τεχνική του θα γίνει ικανός ποιητής, ατελής θα παραμείνει, και αυτός και η ποίησή του.

Κάπως έτσι.

Και αυτή η σκέψη ήρθε μετά την αναχώρηση του Γιώργου Μπρουνιά -τέσσερις μέρες τώρα.

Υπάρχει τρόπος να' χεις το duende έτσι -αθόρυβα, διακριτικά, χαμηλόφωνα. Να παραμένεις βολβός, να συνομιλείς με τα χώματα, άνθη σου να' ναι αυτές οι μικρές εκρήξεις μεταφορικού λόγου, αιφνίδια φευγαλέα περάσματα, “πεταρίσματα” πάνω στην ομορφιά, συνοπτικά βλέμματα, που τρέχεις ακάλυπτος, με όλες σου τις αισθήσεις ορθάνοιχτες, με λέξεις μοναχά -κι αφού την ενδυθείς- να την ποιήσεις.

Ο Μπρουνιάς χρειάστηκε τον μεταφορικό λόγο να μιλήσει, ισορροπώντας, θα' λεγα, σε μια τραμπάλα παιδική. Πότε από εδώ πότε από εκεί. Μην αντέχοντας και πολλή πραγματικότητα. Γι' αυτό και την είδε μέσα σε μια καινή ονοματοδοσία. Και έπειτα την αφήνει στην άκρη, για να δει τον κόσμο όπως είναι. Προτού ή αφού τον ονομάσει.

Τα έφερε όλα κοντά μας με τα δικά του μάτια, όπως το έκανε ο Όμηρος και μετά ο Κορνάρος, εκτενή περάσματα από το “όπως” στο “έτσι”. Το ανοίκειο κοντά με το οικείο. Αυτά που στα δικά του μάτια ήταν συγγενή, και στους υπόλοιπους όχι, προτού η δική του ματιά τα συνενώσει.

Συμμετέχει έτσι με τον δικό του τρόπο σ' αυτό που συντελείται κατά το ξάφνιασμα που σε συνεπαίρνει μέσα στην καθημερινότητα και που σε κάνει να ανακαλύπτεις λιθαράκια ομορφιάς, όπως περίπου ο Κοντορεβιθούλης, ξαναβρίσκοντας κάθε φορά και το χαμένο μονοπάτι προς αυτήν. Έτσι, σα να δραπετεύεις την ίδια ώρα από ό,τι δε συνάδει με αυτήν. Ακόμα και από τη μοναξιά. 

Παραμένει ενθουσιασμένος. Τα ποιήματά του είναι εκμυστηρεύσεις αυτού του ενθουσιασμού.

Άλλοτε μικρές αφηγήσεις -ημερολογιακές σχεδόν- σκέψεις που σαρκώθηκαν μέσα σε στίχους, στοχασμοί πολύτιμοι.

Αγαπώ αυτά και τα ακαριαία, λιτά, υπαινικτικά ποιήματα, και προπάντων αυτά που σε πιάνουν εξαπίνης. Αλλά και εκείνα τα εκτενή. Που απνευστί σχεδόν τα φτάνεις ως το τέλος. Σα να τον έχεις μπροστά και να σου μιλά, ενώ στην πραγματικότητα μονολόγους αφήνει προς ανάγνωση. 

Αγαπούσα ιδιαίτερα αυτά τα υπέροχα τρία κοσμήματα -τις ποιητικές συλλογές- πρώτα ως βιβλίο μέσα σ' αυτό το αγαπητικό σχήμα, της αγκαλιάς. Ήταν μια είσοδος που πάντα με έθελγε να την περπατήσω. Μετά διέσχιζα το δώμα. Και το δώμα παραμένει η ραχοκοκκαλιά της εστίας.


ΟΥΡΑΝΟΣ


Δάση. όπως λέμε σκίστηκαν τα ρούχα μου

Νερά. όπως λέμε τρύπησαν τα παπούτσια μου

Σύννεφα. όπως λέμε μ' ανακατωθήκαν τα μαλλιά

Δάση νερά σύννεφα. όπως λέμε

είμαστε όνειρα


ΧΑΡΑΚΤΙΚΟ


Οι σπόροι πέφτοντας στη γη

είναι σαν το μολύβι όταν πρωταγγίζει το χαρτί

για να γίνει χάρτης

με καινούριους τόπους

επάνω του σχηματισμένους, τα πλοία που τους βρήκανε

και τις θάλασσες που διασχίσανε για να φτάσουν ως αυτούς

Μαζί φαίνεται πιο πίσω

και μια κάμαρη με σύνεργα πάνω στο τραπέζι

διαβήτες φακούς και τρίγωνα

κι έξω η νύχτα με τον έναστρο ουρανό και τους πλανήτες

να διαγράφουνε τροχιές

στιγμιαία ορατές στα τηλεσκόπια

και ένα σκελετό στον τοίχο

στην εικόνα μέσα ίσως υπενθύμιση

ότι οι σπόροι πέφτοντας στο χώμα

είναι δέντρα με φύλλα και κλαριά και χρυσά πορτοκάλια

αλλά είναι μαζί και σώματα

το καθένα ένας τόπος

μακρινός και άγνωστος

άλλοτε να προβάλλει κι άλλοτε να σβήσει στο σκοτάδι


ΣΥΝΘΕΣΗ


Ο ποιητής

είναι ένας άνθρωπος

που ξυπνάει το πρωί

βγαίνει

κρατώντας μια τσάντα

συναντιέται με τον κόσμο

και τα πράγματα

στη συναλλαγή της μέρας

μετά γυρίζει σπίτι

κάθεται

ανοίγει την τσάντα

βγάζει λίγο χώμα

το απλώνει στο τραπέζι του

το πλάθει υπομονετικά

κι ύστερα κοιμάται


ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ


Είναι μια χρυσή κλωστή

κρεμασμένη από ψηλά

κι όταν την αγγίξει ένα σύννεφο

βγάζει μια λεπτή μουσική

που διαπερνάει τους ανθρώπους

και τους κάνει

εκεί που αμέριμνοι πάνε στις δουλειές τους

να αναποδογυρίζονται ξαφνικά

και να βαδίζουνε κατόπιν με τα χέρια

κάτω και τα πόδια στον αέρα

Όταν το σύννεφο περάσει

μ' ένα πήδο γυρίζουνε στην παλιά τους θέση

και προχωρούν στο δρόμο τους κανονικά

Είναι ωστόσο κάποιοι που τους αρέσει

αναποδογυρισμένοι να μιλούνε με τη γη

βαδίζοντας στον ουρανό

και μένουνε σ' εκείνη την κατάσταση

ουρανοκατέβατοι

Αυτούς όταν τους βλέπουμε να περπατάνε έτσι

σκύβουμε

και χαμογελώντας λέμε στο διπλανό μας

να οι άνθρωποι με τον τραγουδισμένο νου


ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΡΟΥΝΙΑΣ


Οφείλω να κλείσω αυτά τα απρόσμενα που μου ήρθανε να πω με τον τρόπο του ίδιου του Μπρουνιά. Με άνω τελεία στη μόνη περίπτωση. Και σε καμία περίπτωση με τελεία. Έτσι όπως παραμένει η ποίηση. να ανασαίνει και μετά την τελευταία ανάσα του γραφιά της


[Και τα τέσσερα ποιήματα βρίσκονται στη συλλογή “Η συντροφιά”, εκδόσεις Το Ροδακιό, 2005]



https://alypiaxwra.blogspot.com/2022/02/duende.html?fbclid=IwAR3rMFOHEM2agd49ggbJUUS-mVjFKjef0guiVxmjv4MyjEbGvFbvvWlSW08