Labels

Saturday, May 18, 2019

Συνέντευξη στην Δελίνα Βασιλειάδη - στο Φιλμ νουάρ


ΔΕΛΙΝΑ ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗ: Μιλήστε μας για σας.
ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΝΕΥΡΟΚΟΠΛΗ: Όσο μεγαλώνουμε αυτό το φαινομενικά απλό ζητούμενο είναι ό,τι πιο δύσκολο μπορεί να απαντηθεί. Βλέπετε, όσο περνούν τα χρόνια το Εγώ γίνεται Εμείς και για να μιλήσεις για το πρώτο σημαίνει να μιλήσεις για έναν κόσμο ολόκληρο χωρίς τον οποίο δεν υπάρχεις και δεν είσαι τίποτα. Έτσι, με κάθε ειλικρίνεια, σήμερα νομίζω πως το να μιλήσω για μένα είναι ανέφικτο. Μια ζωή ενός ανθρώπου που μετράει μισό αιώνα αποτελεί ένα άθροισμα γεννήσεων και θανάτων, παρουσιών και απουσιών, απτών και αόρατων υπάρξεων. Είναι κάτι σαν ηλιακό σύστημα με αναρίθμητους δορυφόρους που περιστρέφονται γύρω από έναν ήλιο μυστικών και μυστηρίων που το λέμε ζωή. Μπορείς να πεις πολλά για τους δορυφόρους που είναι οι άνθρωποι και οι αναρίθμητες στιγμές της ζωής σου, για τον ήλιο όμως που είναι η καθεαυτό ζωή της καρδιάς σου δεν μπορείς, αλλά και δεν επιτρέπεται να μιλήσεις. Όταν έχεις την τύχη αυτή η ζωή να αιμοδοτεί το έργο σου, είναι προτιμότερο να μιλάει το έργο σου για σένα, παρά εσύ. Είναι και πιο ειλικρινές και πιο σαφές και πιο αληθινό. Εξάλλου, τι να πεις; Αν και όλες οι ζωές των ανθρώπων έχουν ενδιαφέρον να τις μαθαίνει κανείς -έστω και από περιέργεια- αυτές που πράγματι μας ωφελούν και μας διδάσκουν είναι αυτές που αξίζει να μιμηθούμε. Η δική μου δεν είναι τέτοια. Άρα η ερώτησή σας για τη ζωή μου μένει εκ των πραγμάτων κατά έναν τρόπο αναπάντητη και κατά έναν άλλο τρόπο έχει όλες τις απαντήσεις που μπορείτε να ανακαλύψετε εσείς και οι αναγνώστες στα βιβλία μου…

ΔΕΛΙΝΑ ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗ: Πώς αποφασίσατε να ασχοληθείτε με τον χώρο της τέχνης και συγκεκριμένα της συγγραφής;
ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΝΕΥΡΟΚΟΠΛΗ: Η αλήθεια είναι ότι ποτέ δεν το αποφάσισα. Αυτό δεν ήταν αποτέλεσμα μιας ηθελημένης και εγνωσμένης απόφασης. Μάλλον μια μέρα η τέχνη με άρπαξε και από εκείνη τη μέρα ξεκίνησα να γράφω. Γνωρίζω καλά πως μπορεί αύριο να ξημερώσει μια άλλη μέρα που θα σταματήσω να γράφω. Η έμπνευση είναι μια ουράνια δωρεά, δεν μπορούμε να γίνουμε ιδιοκτήτες της.
Το ερώτημά σας, ωστόσο, μου θύμισε τώρα κάτι που είχα λησμονήσει. Ήταν μια φράση που με σημάδεψε από το σχολικό εγχειρίδιο της Κοινωνιολογίας της Δευτέρας Λυκείου που διευκρίνιζε πως στους καλλιτέχνες επιτρέπονται και δικαιολογούνται πράγματα που δεν επιτρέπονται και δεν δικαιολογούνται στους άλλους ανθρώπους. Όταν το διάβασα αυτό μια φωνή μέσα μου φώναξε σαν να επαναστατούσε: θέλω να γίνω καλλιτέχνης! Σήμερα συνειδητοποιώ πως ο ενθουσιασμός μου εκείνος δεν είχε να κάνει με τίποτα απαγορευμένο που μου επιβαλλόταν μέχρι τότε από την οικογένεια ή το σχολείο που καθόριζαν τη ζωή μου, αλλά ένα ασυγκράτητο πνεύμα ελευθερίας που φώλιαζε μέσα μου σαν πουλί σε κλουβί, ένας βαθύς ποιητικός έρωτας που δεν είχε βρει ακόμα τρόπο να εκφραστεί. Χρειαζόμουν μόνο μια αφορμή κι ας μην το ήξερα. Όταν η αφορμή αυτή δόθηκε βλέποντας μια θεατρική πρόβα που με συγκλόνισε, άρχισα να γράφω. Η μικρή φλόγα που σιγόκαιγε ερήμην μου στα σπλάχνα μου, έγινε τότε πυρκαγιά και από τότε δεν σταμάτησα…
 ΔΕΛΙΝΑ ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗ: Για ποιον λόγο επιλέξατε το παιδικό βιβλίο;
ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΝΕΥΡΟΚΟΠΛΗ: Επέλεξα το παραμύθι, όχι το παιδικό βιβλίο. Πιστεύω στο παραμύθι, δηλαδή στην ποίηση που γίνεται εικόνα, στη μικρή φόρμα που συμπυκνώνει κόσμους ολόκληρους μέσα σε λίγες λέξεις. Πιστεύω στην παραμυθία μέσα σε έναν κόσμο που όλα ζητούν να μας απελπίσουν, όπως πιστεύω ακράδαντα και στο καλό τέλος αφού την επίγεια ζωή μας τη διαδέχεται η επουράνια που είναι ασύγκριτα ομορφότερη. Πιστεύω στο Φως και βέβαια στα παιδιά. Δεν μπορώ να ζήσω χωρίς αυτά. Αν εξαφανίζονταν μια μέρα, νομίζω θα πέθαινα ακαριαία…
ΔΕΛΙΝΑ ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗ: Το βιβλίο σας «Ο μικρός μονομάχος» μόλις διακρίθηκε και κατέκτησε ένα σημαντικό βραβείο. Τι σημαίνει αυτό για σας;
ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΝΕΥΡΟΚΟΠΛΗ: Σημαίνει πως κάθε φορά που μπαίνω σε ένα νέο είδος γραφής, φαίνεται πως με ακολουθεί «η τύχη του αρχάριου»… (για να γελάσουμε και λίγο). Δεν είναι όμως ψέμα αυτό, είναι μια ίσως αστεία παρατήρηση που έκανα μόλις πήρα αυτό το βραβείο. Τα δύο πρώτα μου ελληνικά βραβεία έρχονται στο πρώτο μου παραμύθι, το «Αν τ’ αγαπάς ξανάρχονται», το πρώτο μου διεθνές βραβείο το παίρνει το πρώτο μου διήγημα «Τα μάρμαρα του Παρθενώνα» στην Αριζόνα, το δεύτερο διεθνές στην Σεούλ από την πρώτη μου σειρά «Οι ιστορίες του Καλλίστρατου» και τώρα στο πρώτο μου εφηβικό. Αυτό βέβαια μπορεί να σημαίνει και πως κάθε φορά που ξεκινάω κάτι καινούργιο είμαι καλύτερη επειδή είμαι πιο και πιο ελεύθερη…
Κάθε βραβείο μου χαρίζει τη χαρά της διάκρισης, την έκπληξη που κάποιοι άνθρωποι συμφωνούν πάνω στο ίδιο πράγμα, και την ευθύνη για τη συνέχεια. Κοιτάξτε, δεν κάνω ποτέ τίποτα λιγότερο απ’ αυτό που μπορώ. Μάλλον συνήθως κάνω και κάτι παραπάνω. Θα μπορούσαν να έχουν πάρει βραβεία όλα μου τα βιβλία ή να μην έχουν πάρει και κανένα. Το γιατί κάποια πήραν, το ξέρει μόνο ο Θεός. Εγώ νομίζω πως μου τα στέλνει τη στιγμή που λιποψυχώ, που με κυριεύουν οι ανασφάλειες και έχω ανάγκη ένα απαλό χτύπημα στην πλάτη για να συνεχίσω. Οι κριτές των βραβείων, βεβαίως, θα έδιναν άλλες ερμηνείες και άλλα επιχειρήματα. Εγώ, όμως, αυτό νιώθω και πιστεύω και εξακολουθώ να χαίρομαι τη συγγραφή όπως πάντα, να δουλεύω όσο αντέχω και όσο μου χαρίζει ο Θεός το μέγα δώρο της έμπνευσης. Με βραβεία και χωρίς βραβεία, αυτό δεν αλλάζει και για μένα αυτό είναι το πιο σημαντικό. Εκ των υστέρων να μην ντρέπεσαι για τίποτα από όσα έκανες, να χαίρεσαι βλέποντας πως δεν έκανες πουθενά εκπτώσεις και συμβιβασμούς στην ποιότητα που αποζητάς, να μην πουλήθηκες ποτέ προκειμένου να «πουλήσεις».
ΔΕΛΙΝΑ ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗ: Μελλοντικά σχέδια.
ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΝΕΥΡΟΚΟΠΛΗ: Δεν κάνω ποτέ. Όλοι γνωρίζουμε την παροιμία πως όταν κάνουμε εμείς σχέδια ο Θεός γελάει. Ζω την κάθε μέρα. Της παραδίνομαι, την ακολουθώ κατά πόδας όπου με πάει και έτσι ζω. Εδώ και τρία χρόνια εργάζομαι πάνω στην Οδύσσεια και στην Ιλιάδα του Ομήρου. Κι αυτό ήταν κάτι που ούτε το φαντάστηκα ποτέ ούτε και το αποφάσισα συνειδητά. Με άρπαξε μια μέρα όπως σε αρπάζει ένας έρωτας και ξεκίνησα να δουλεύω, όπως αρχίζει να παίζει ένα παιχνίδι το παιδί. Είναι το πιο μεγάλο σε όγκο έργο που έχω αναλάβει. Ελπίζω πως το φθινόπωρο θα τελειώσω τις διορθώσεις της Οδύσσειας και θα προχωρήσουμε στην έκδοση. Πρόκειται για μια διασκευή σε στίχο δεκαπεντασύλλαβο με ομοιοκαταληξία και βέβαια εικονογραφημένο. Δεν μιλούμε για περίληψη, αλλά για το σύνολο του Ομηρικού έργου με μια μικρή συμπύκνωση και κάποια σχετική ελευθερία ως προς την ποιητική απόδοση.





Wednesday, May 15, 2019

Ο λαμπερός πολεμσιτής στην 16η Διεθνή Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης



Μαγικές στιγμές από την παρουσίαση του Λαμπερού Πολεμιστή στην 16η Διεθνή Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης. Η τρίτη τάξη του Δημοτικού σχολείου Αγίας Παρασκευής παρουσίασε το παραμύθι σε διασκευή της δασκάλας της Μαρίας Παυλίδου  που μαζί με την Όλγα Καραγιάννη και τον Ιωάννη Κασομάκη κατάφεραν να οδηγήσουν τους μαθητές τους σε εάν μουσικοχορευτικό δρώμενο που απόλαυσαν οι μαθητές της Πέμπτης και Έκτης του 4ου Δημ. Σχ. Γιαννιτσών και οι μαθητές της Πέμπτης τάξης του !0ου Δημ. Σχ. Καλαμαριάς. Σας ευχαριστώ όλους μέσα από τα βά΄θη της καρδιάς μου!




Tuesday, May 14, 2019

Ο μικρός μονομάχος στην 16η Διεθνή Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης με το Πειραματικό Λύκειο Πανεπιστημίου Μακεδονίας


Πρώτα μια επίσκεψη στην τάξη των Μικρών Μονομάχων της πρώτης τάξης του Πειραματικού Λυκείου του Πανεπιστημίου Μακεδονίας για να γνωριστούμε, να κουβεντιάσουμε, να αναρωτηθούμε και να παραδοθούμε στο τέλος στη ζεστασιά της νεογέννητης αγάπης που δε θέλει και πολύ να τυλίξει τους ανθρώπους. 
Και μετά, συνεπικουρία της φιλολόγου Ελένης Χειμαριού και του μαθηματικού - μουσικού Νίκου Τερψιάδη στην 16η Διεθνή Έκθεση Βιβλίου μια μοναδική παρουσίαση του Μικρού Μονομάχου δραματοποιημένη σε κινηματογραφικά - θεατρικά στιγμιότυπα από την Δανάη, μας έφεραν δάκρυα συγκίνησης, μαζί με το βίντεο που έφτιαξαν τα ίδια τα παιδιά όπως και μουσικές που έπαιξαν αριστοτεχνικά δίνοντας κυριολεκτικά ένα τέλειο ρεσιτάλ, συν τους χειροποίητους σελιδοδείκτες που μοίρασαν στον κόσμο με αποσπάσματα από το βιβλίο!
Μερκά πράγματα δεν τα περιγράφεις, τα ζεις... και αν τα ζήσεις μένουν ανεξίτηλα χνάρια στην καρδιά γράφοντας με χρυσά γράμματα: υπάρχει ΕΛΠΙΔΑ!
Σας ευχαριστώ ολοψυχα Ελένη, Νίκο και λατρεμένοι μου Μικροί Μονομάχοι!










Sunday, May 12, 2019

Κυριακὴ τῶν Μυροφὸρων

Αποτέλεσμα εικόνας για κυριακη των μυροφορων

(Μάρκ. 15,43-16,8)

Τῷ καιρῷ ἐκείνω, 
43. ἐλθὼν Ἰωσὴφ ὁ ἀπὸ Ἀριμαθαίας, εὐσχήμων βουλευτής, ὃς καὶ αὐτὸς ἦν προσδεχόμενος τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, τολμήσας εἰσῆλθε πρὸς Πιλᾶτον καὶ ᾐτήσατο τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ. 
44. ὁ δὲ Πιλᾶτος ἐθαύμασεν εἰ ἤδη τέθνηκε, καὶ προσκαλεσάμενος τὸν κεντυρίωνα ἐπηρώτησεν αὐτὸν εἰ πάλαι ἀπέθανε·
45. καὶ γνοὺς ἀπὸ τοῦ κεντυρίωνος ἐδωρήσατο τὸ σῶμα τῷ Ἰωσήφ. 
46. καὶ ἀγοράσας σινδόνα καὶ καθελὼν αὐτὸν ἐνείλησε τῇ σινδόνι καὶ κατέθηκεν αὐτὸν ἐν μνημείῳ, ὃ ἦν λελατομημένον ἐκ πέτρας, καὶ προσεκύλισε λίθον ἐπὶ τὴν θύραν τοῦ μνημείου.
47. ἡ δὲ Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ Μαρία Ἰωσῆ ἐθεώρουν ποῦ τίθεται.
1. Καὶ διαγενομένου τοῦ σαββάτου Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ Μαρία ἡ τοῦ Ἰακώβου καὶ Σαλώμη ἠγόρασαν ἀρώματα ἵνα ἐλθοῦσαι ἀλείψωσιν αὐτόν.
2. καὶ λίαν πρωῒ τῆς μιᾶς σαββάτων ἔρχονται ἐπὶ τὸ μνημεῖον, ἀνατείλαντος τοῦ ἡλίου. 
3. καὶ ἔλεγον πρὸς ἑαυτάς· τίς ἀποκυλίσει ἡμῖν τὸν λίθον ἐκ τῆς θύρας τοῦ μνημείου; 
4. καὶ ἀναβλέψασαι θεωροῦσιν ὅτι ἀποκεκύλισται ὁ λίθος· ἦν γὰρ μέγας σφόδρα. 
5. καὶ εἰσελθοῦσαι εἰς τὸ μνημεῖον εἶδον νεανίσκον καθήμενον ἐν τοῖς δεξιοῖς, περιβεβλημένον στολὴν λευκήν, καὶ ἐξεθαμβήθησαν. 
6. ὁ δὲ λέγει αὐταῖς· μὴ ἐκθαμβεῖσθε· Ἰησοῦν ζητεῖτε τὸν Ναζαρηνὸν τὸν ἐσταυρωμένον· ἠγέρθη, οὐκ ἔστιν ὧδε· ἴδε ὁ τόπος ὅπου ἔθηκαν αὐτόν.
7. ἀλλ’ ὑπάγετε εἴπατε τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ καὶ τῷ Πέτρῳ ὅτι προάγει ὑμᾶς εἰς τὴν Γαλιλαίαν· ἐκεῖ αὐτὸν ὄψεσθε, καθὼς εἶπεν ὑμῖν.
8. καὶ ἐξελθοῦσαι ἔφυγον ἀπὸ τοῦ μνημείου· εἶχε δὲ αὐτὰς τρόμος καὶ ἔκστασις, καὶ οὐδενὶ οὐδὲν εἶπον· ἐφοβοῦντο γάρ.





Tuesday, May 7, 2019

Χαμ Αν της Νότιας Κορέας - Λαϊκή αγορά - Δημόσιος χώρος - Μουσική


Όσο πιο μακρινός ο προορισμός ενός ταξιδιού τόσο πιο ασαφείς, αλλά και απαιτητικές οι προσδοκίες που επιμελώς φρόντισαν να θρέψουν πολιτισμικές εστίες και εισησιογραφικά πρακτορεία. Τι γνωρίζουμε για την Νότια Κορέα; Σχεδόν τίποτα. Ούτε καν ότι η περίφημη κερασιά που έγινε γνωστή από Ιάπωνες ποιητές και ζωγράφους, αλλά και από τις ταινίες του Κουροσάβα, έφτασε στην Ιαπωνία από την Κορέα...
Οι πολίτες αυτού του τόπου συνιστούν έναν ιστορικά ταλαιπωρημένο και πολύ βασανισμένο λαό εδώ και πάρα πολλά χρόνια. Μέχρι να αποκτήσουν την ανεξαρτησία τους και να φτάσουν να έχουν δημοκρατικό πολίτευμα πέρασαν από πάνω τους πολλοί και βάναυσοι κατακτητές, με χειρότερους από όλους τους Ιάπωνες, λόγος για τον οποίο μέχρι σήμερα οι δυο λαοί διατηρούν τις χειρότερες σχέσεις. Είναι μάλλον γνωστό ότι έπαιρναν τα μικρά κορίτσια της Κορέας για να τα κάνουν πόρνες στη χώρα τους...
Βεβαίως και γνωρίζουμε όλοι την περίφημη αυτοκινητοβιομηχανία της Huday χωρίς όμως ίσως να ξέρουμε πως κατασκευάζει μέχρι και καράβια, όπως βέβαια και τη Samsung. Και έχοντας σου νου μας τους Κορεάτες που εξάγουν τα πλέον εξελιγμένα μοντέλα της τεχνολογίας, περιμένουμε να συναντήσουμε κάτι εντελώς διαφορετικό απ’ αυτό που στην πτραγματικότητα συναντάμε, πράγμα που για μια ακομη φορά επαληθεύει το γεγονός ότι ο πλούτος μιας χώρας δεν συνιστά απαραίτητα και πλούτο των κατοίκων της. Τι συναντάμε;

Πέμπτη μέρα στην Νότια Κορέα και από την Γκορεόγκ στην Χαν Αν, μετά στη Μασάν, στην Σουν Τσαν και τα περίχωρά της. Τριγυρνώντας στους δρόμους των μικρών χωρίων και κωμοπόλεων αναρωτιέμαι διαρκώς και προσπαθώ να καταλάβω τι συμβαίνει. Ο δημόσιος χώρος είναι τόσο παρατημένος που δεν θα ήταν καθόλου χειρότερος αν για δέκα χρόνια δεν πατούσε εδώ ανθρώπου πόδι. Τα ελάχιστα κτίρια που στέκουν μεγαλεπίβολα και χρίζουν ιδιαίτερης φροντίδας είναι αποκλειστικά τα νοσοκομεία, τα σχολεία και τα θέατρα. Από κει και πέρα, τα σπίτια και τα μαγαζιά δεν διαφέρουν από αυτά που έχω δει πριν από πολλά χρόνια στο Αμάν και στο Χαλέπι ή σε μεμονωμένες φτωχικές συνοικίες της Πόλης και του Καϊρου. Με τη διαφορά πως εδώ είναι όλα έτσι. Το μάτι σου δεν μπορεί να σταθεί σε ένα νοικοκυρεμένο, περιποιημένο και καθαρό οίκημα. Να δει πίσω από τα βρώμικα τζάμια μιας βιτρίνας που οι περισσότερες έχουν κολλημένες αφίσες που πρέπει να τοποθετήθηκαν πριν από αρκετά χρόνια. Είναι ολοφάνερο πως δεν τους ενδιαφέρει διόλου η εικόνα και όψη των καταστημάτων και των σπιτιών τους ούτε και η ευπρέπεια ή η καλαισθησία του δημόσιου χώρου. Στα περισσότερα καταστήματα πωλούνται ψευτοπργματα σαν αυτά που βλέπουμε στα κινέζικα μαγαζιά της πατρίδας μας. Νιώθω πως οι άνθρωποι είναι πάρα πολύ πίσω, αλλά και πάρα πολύ μπροστά ταυτόχρονα. Πώς γίνεται αυτό, δεν μπορώ ακόμα να το εξηγήσω και να το κατανοήσω. Προφανώς μου λείπουν δεδομένα.
Πηγαίνοντας όμως στην λαϊκή αγορά της Γκορεόγκ καθώς και στην αντίσοιχη λαϊκή της πολύ μεγαλύτερης πόλης Σουν Τσαν, όπου οι διοργανωτές της μουσικής περιοδείας μάς οδήγησαν για να πάρουμε μια γεύση της καθημερινής ζωής και των απλών ανθρώπων, σφίχτηκε η ψυχή μας. Άπειρο πλήθος γηραιών ανθρώπων και κυρίως γυναικών που θα ήταν μανάδες ή γιαγιάδες μας, με παντούφλες ή ξυπόλυτες καθισμένες κατάχαμα ή πάνω σε κάποιο τούβλο πουλούν την λιγοστή πραμάτεια τους μέσα σε πλαστικά κόκκινα πιάτα. Αναρίθμητα βότανα, ψαροειδή, βολβοί, φύκια, όσπρια μέχρι λουκουμάδες που ψήνουν, φρούτα, σάλτσες σόγιας και ένα σωρό ζωντανά που μοιάζουν με σκορπιούς και κατσαρίδες προς μαγείρεμα... 
Όταν ρώτησα την φίλη Κορεάτισσα αν οι άνθρωποι αυτοί είναι τόσο φτωχοί όσο φαίνονται, μου απάντησε πως δεν είναι, απλώς έχουν μείνει στα χωριά μόνο οι γέροι που έρχονται στις λαϊκές να πουλήσουν τα μπαξεβανικά τους, ενώ οι νέοι έχουν μετακομίσει στις μεγαλοπόλεις. Δεν μπορω να πω ότι η απάντηση με έπεισε. Κι εμείς έχουμε λαϊκές, αλλά η εικόνα τους δεν είναι διόλου αξιοθρήνητη. Πόσο άνετος οικονομικά να είναι κάποιος ογδοντάχρονος που κάνει ένα ταξίδι από το μικρό χωριό του στην πόλη για να πουλήσει τρία πιάτα χόρτα; Δεν ξέρω.
Ο εξωτερικός δημόσιος χώρος είναι στα όρια της αθλιότητας. Ακόμα και τα καλά εστιατόρια στα οποία τρώμε, χρίζουν ολοφάνερα ανακαίνισης που δεν έγινε από τότε που χτίστηκαν. Αν μου έλεγε κάποιος πως όλοι αυτοί οι γέροι δούλεψαν μια ζωή στα εργοστάσια των μεγάλων βιομηχανιών παίρνοντας έναν στοιχειώδη μισθό και πλέον μια ψωραλέα σύνταξη, θα το πίστευα. Τόσο πολύ να μας εξαπατούν τα φαινόμενα; Δεν ξέρω.
Οπωσδήποτε όμως για έναν άνθρωπο που έρχεται εδώ από τη Δύση, ακόμα και από τη «μισοδυτική» χώρα μας, υπάρχουν κάποια πράγματα που θα τον δυσκολέψουν και βέβαια άλλα τόσα που θα τον γοητέψουν. Δεν υπάρχει καμία σχέση με την Χονγκ Κογκ όύτε και με τη Σιγκαπούρη που έχω επισκεφτεί, αυτό μπορώ να το διαβεβαιώσω, ούτε στον δημόσιο χώρο ούτε όμως και στο φαγητό. Η προσθήκη της περίφημης σόγιας μπινς (σόγιας από φασόλια) σε όλα όσα σερβίρουν καθορίζει τις γεύσεις. Η μυρωδιά και η γεύση της σόγιας αυτής είναι πολυ βαριά, εννίοτε και πολύ καυτερή. Αν σε αυτό προσθέσουμε την, ως γνωστόν, παντελή απουσία ελαιόλαδου αλλά και αλατιού, μπορείτε ίσως να υποψιαστείτε για τι πράγμα μιλώ. Και καλά το ελαιόλαδο κάποιες φορές το αντικαθιστούν με σουσαμέλαιο ή σογιέλαιο, αλλά όσον αφορά στο αλάτι, ένας λαός ολόκληρος το έκοψε όταν πριν λίγα χρόνια οι επιστήμονες ανακοίνωσαν πως βλάπτει. Υπήρχαν εστιατόρια που όταν τους ζητούσαμε λίγο αλάτι δεν είχαν ούτε για δείγμα, και όσα είχαν μας το έφερναν σε ένα μικρό κουπάκι λίγο μεγαλύτερο από μια δαχτυλήθρα.

Αν όμως αφήσουμε στην άκρη όλα αυτά τα πολιτισμικά γνωρίσματα ενός λαού, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε το πρόσωπό του όσο μπορούμε και όσο μας το έχουν επιτρέψει οι άνθρωποι που συναντήσαμε που βέβαια είναι μουσικοί.

Και οι άνθρωποι αυτοί έχουν κάτι σπάνιο... Μπορείς να το ονομάσεις, παιδική αθωότητα... Αξιοθαύμαστα φιλότιμοι και γενναιόδωροι, φιλόξενοι, συνενοήσιμοι, απλοί, φιλομαθείς προς κάθε τι καινούργιο και άγνωστο, έτοιμοι να οικειοποιηθούν το ξένο, ανοιχτοί. Παρόλο που η μουσική τους παράδοση είναι για μας τόσο παράδοξη όσο το φαγητό τους, οι ίδιοι όχι μόνο μαγεύτηκαν από τις μουσικές του Κυριάκου, αλλά τις σιγοτραγουδούσαν συνέχεια και τις έπαιζαν ακόμα κι όταν δεν βρίσκονταν στην κοινή συναυλία τους. Εδώ θα πρέπει επίσης να τονίσω πως η δική τους μουσική είναι φυσει αδύνατον να παιχτεί από τα δικά μας όργανα και να αποδοθεί ως μελωδία από το στόμα μας ως τραγούδι. Η μελωδία είναι κάτι που απουσιάζει σχεδόν σε απόλυτο βαθμό, όπως το αλάτι από το φαγητό τους.

















Sunday, May 5, 2019

Κυριακὴ τοῦ Θωμᾶ

Αποτέλεσμα εικόνας για κυριακη του θωμα

(Ιωάν. 20,19-31)

19. Οὔσης οὖν ὀψίας τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ τῇ μιᾷ τῶν σαββάτων, καὶ τῶν θυρῶν κεκλεισμένων ὅπου ἦσαν οἱ μαθηταὶ συνηγμένοι διὰ τὸν φόβον τῶν Ἰουδαίων, ἦλθεν ὁ Ἰησοῦς καὶ ἔστη εἰς τὸ μέσον, καὶ λέγει αὐτοῖς· εἰρήνη ὑμῖν.
20. καὶ τοῦτο εἰπὼν ἔδειξεν αὐτοῖς τὰς χεῖρας καὶ τὴν πλευρὰν αὐτοῦ. ἐχάρησαν οὖν οἱ μαθηταὶ ἰδόντες τὸν Κύριον. 
21. εἶπεν οὖν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς πάλιν· εἰρήνη ὑμῖν· καθὼς ἀπέσταλκέ με ὁ πατήρ, κἀγὼ πέμπω ὑμᾶς.
22. καὶ τοῦτο εἰπὼν ἐνεφύσησε καὶ λέγει αὐτοῖς· λάβετε Πνεῦμα Ἅγιον·
23. ἄν τινων ἀφῆτε τὰς ἁμαρτίας, ἀφίενται αὐτοῖς· ἄν τινων κρατῆτε, κεκράτηνται.
24. Θωμᾶς δὲ εἷς ἐκ τῶν δώδεκα, ὁ λεγόμενος Δίδυμος, οὐκ ἦν μετ’ αὐτῶν ὅτε ἦλθεν Ἰησοῦς. 
25. ἔλεγον οὖν αὐτῷ οἱ ἄλλοι μαθηταί· ἑωράκαμεν τὸν Κύριον. ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· ἐὰν μὴ ἴδω ἐν ταῖς χερσὶν αὐτοῦ τὸν τύπον τῶν ἥλων, καὶ βάλω τὸν δάκτυλόν μου εἰς τὸν τύπον τῶν ἥλων, καὶ βάλω τὴν χεῖρα μου εἰς τὴν πλευρὰν αὐτοῦ, οὐ μὴ πιστεύσω. 
26. Καὶ μεθ’ ἡμέρας ὀκτὼ πάλιν ἦσαν ἔσω οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ καὶ Θωμᾶς μετ’ αὐτῶν. ἔρχεται ὁ Ἰησοῦς τῶν θυρῶν κεκλεισμένων, καὶ ἔστη εἰς τὸ μέσον καὶ εἶπεν· εἰρήνη ὑμῖν. 27. εἶτα λέγει τῷ Θωμᾷ· φέρε τὸν δάκτυλόν σου ὧδε καὶ ἴδε τὰς χεῖράς μου, καὶ φέρε τὴν χεῖρά σου καὶ βάλε εἰς τὴν πλευράν μου, καὶ μὴ γίνου ἄπιστος, ἀλλὰ πιστός.
28. καὶ ἀπεκρίθη Θωμᾶς καὶ εἶπεν αὐτῷ· ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου. 
29. λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· ὅτι ἑώρακάς με, πεπίστευκας· μακάριοι οἱ μὴ ἰδόντες καὶ πιστεύσαντες.
30. Πολλὰ μὲν οὖν καὶ ἄλλα σημεῖα ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς ἐνώπιον τῶν μαθητῶν αὐτοῦ, ἃ οὐκ ἔστι γεγραμμένα ἐν τῷ βιβλίῳ τούτῳ· 
31. ταῦτα δὲ γέγραπται ἵνα πιστεύσητε ὅτι Ἰησοῦς ἐστιν ὁ Χριστὸς ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ, καὶ ἵνα πιστεύοντες ζωὴν ἔχητε ἐν τῷ ὀνόματι αὐτοῦ.






Wednesday, May 1, 2019

Χάι κου της Πρωτομαγιάς - Καλό μήνα!


1. Πλήθος λουλούδια
Αόρατου κηπουρού
Τον φανερώνουν
*
2. Κρίνα του αγρού
Ο Σολομών έκθαμβος
Πώς τα ζηλεύει
*
3. Χαρές και γέλια
Λουλουδιασμένων αγρών
Μη μ’ αρνηθείτε
*
4. Πριν φύγεις μέρα
Σαν λουλούδι άνθισε
Μέχρι το βράδυ
*
5. Πρώτη Μαϊου
Και ο Χριστός Ανέστη
Όλα διαλαλούν




Tuesday, April 30, 2019

Πάσχα 2019


Και βήμα βήμα, σερνάμενοι, μπουσουλώντας, υποβοηθούμενοι και αβοήθητοι, βουλιαγμένοι, στάσιμοι, σε θάλασσες, ουρανούς και χώματα, λάσπες ζοφερές, ερήμους και ζούγκλες, βάλτους, ποτάμια, καταρράκτες θλίψεων και ζοφώδη σκοτάδια θανάτων, ατελείωτων θανάτων, φτάσαμε ή μάλλον μας πρόφθασε η αγία και μεγάλη Ανάσταση του Κυρίου.
Άλλοι, μαθητές συναγμένοι επί τω αυτώ υπό τω φόβω των Ιουδαίων, άλλοι στο δρόμο προς το μνημείο αξημέρωτα, Μυρωφόρες φορτωμένες αρώματα. Και άλλοι μισθοφόροι στρατιώτες πληρωμένοι να διαψεύσουν το θαύμα, άλλοι Πιλάτοι που παρέμειναν άπλυτοι όσο νερό κι αν κατανάλωσαν, άλλοι εκατόνταρχοι που πήραν τη ζωή τους λάθος κι άλλαξαν ζωή κι άλλοι απ’ όλα, απ’ όλα και τίποτα.
Αλλά το λέει καθαρά: Ο τοις πεσούσι παρέχων Ανάστασιν. Δε θα σε σηκώσει αν δεν πέσεις. Και πώς να μην πέσεις; Ποιος δεν έπεσε, ποιος δεν πέφτει συνέχεια; Όσο κι αν σκεπάζουμε τις πληγές μας, όσο κι αν παριστάνουμε τους άρτιους, αλώβητους, άτρωτους, γεμάτα γρατζουνιές τα γόνατά μας. Εμείς το ξέρουμε, βαθιά μέσα μας το γνωρίζουμε. Και το γνωρίζει και ο Παντογνώστης.  Γι’ αυτό και ήρθε να γίνει μια πληγή ολόκληρος για μας. Παραδόθηκε στη βία μας αβίαστα. Δέχτηκε τους εμπτυσμούς, τας μώλωπας, το ξεγύμνωμα, τα καρφιά, τα καρφιά, τα καρφιά... 
Πατέρα συγχώρα τους, δεν ξέρουν τι κάνουν, δεν ξέρουν τι λένε, τι είναι, πού πάνε. Δεν μυρίζουν τις πασχαλιές ευωδιάζουν. Δε βλέπουν το φως που τρυπάει την πέτρα. Δεν ακούν τα αηδόνια που φέρνουν την άνοιξη. Πατέρα, μην τους συνορίζεσαι. Παιδιά είναι, τα παιδιά σου. Φόρτωσέ τους όλους επάνω μου, αντέχω. Για όλους με έστειλες και για όλους τους ήρθα. Η γη δεν αντέχει και σχίζεται, τρέπεται σε φυγή ο ήλιος κατατρομαγμένος. Εγώ αντέχω, Πατέρα, άστους επάνω μου. Κι αυτούς και τους άλλους, τους απ’ αιώνων νεκρούς. Τρία χρόνια πάνω στη φλούδα της γης και τρεις μέρες στο σφραγισμένο κουκούτσι της, είναι ικανά. Κι όποιος θέλει κι αν θέλει... Κι όσοι έβλεπαν είδαν, όσοι άκουγαν άκουσαν, όσοι είχαν αίμα στις φλέβες ψηλάφισαν. Για τους υπόλοιπους θα έρθει ο Παράκλητος. Αόρατος για όσους δε βλέπουν, ανάκουστος για τους κωφούς, αψηλάφητος για τους τρίτους, άοσμος σαν το φως και την ίδια στιγμή πιο μυρωδάτος, πιο ηχηρος, πιο ορατός και λαλών από την όποια σάρκα και την όποια ύλη.
Μεγάλο Σάββατο απόγευμα λίγο πριν τη δύση βάφτηκε ο ουρανός της Σαλονίκης ένα έντονο ροζ. Έλεγες ξεθωριάζει το αίμα που έβαψε τον Σταυρό, κάτι τις το ξεπλένει. Ώσπου, αιφνίδια έσκασε ολόδροσο το χρυσό φως του ήλιο μια στάλα πριν την αποχώρησή του. Ναι, απ’ τον τάφο βγήκε, δεν άντεξε παραπάνω στα σκοτεινά κελιά του θανάτου. Έσπασε τις αλυσίδες, έλυσε τα δεσμά, ελευθέρωσε τους κρατουμένους. 

Συρρέουν τα πλήθη κρατώντας σβησμένο κερί. Μιλούν, χαριεντίζονται, θυμούνται τα πιο άσχετα περιστατικά της ζωής τους, κουτσομπολεύουν, κατηγορούν, κρίνουν, μνησικακούν. Δεν νιώθουν, μα ήρθαν. Κρατώντας σβησμένο κερί, ήρθαν. Με σβησμένη ελπίδα κι ακαθόριστη πίστη, ήρθαν. Με ανύπαρκτη αγάπη, προσήρθαν. Σκιές και σώματα έδωσαν παρών. Και η Ανάσταση έρχεται για όλους. Και το Φως της ανάβει όλα τα κεριά, τις λαμππάδες όλες. Αδιακρίτως και γενναιόδωρα μοιράζεται κι αυξάνει, διαιρείται για να πολλαπλασιαστεί, σκορπίζεται για να τους αγκαλιάσει όλους. Και γινόμαστε όλοι ένα. Εμείς και οι άλλοι. Οι μέσα μας άλλοι και οι έξω μας άλλοι. Οι ζώντες και οι κεκοιμημένοι. Όλοι ένα. Χριστός Ανέστη!






* Η φωτογραφία από έργο του Χρήστου Μποκώρου 

Monday, April 29, 2019

Τραγούδι του αγίου μεγαλομάρτυρα Γεωργίου


Ο άγιος Γεώργιος απ’ την Καππαδοκία
Από πατέρα ορφανεψε στα δέκα του τα χρόνια
Όταν αυτός μαρτύρησε για του Χριστού την πίστη
Παίρνει η μάνα το παιδί στην Παλαιστίνη το πηγαίνει
Στη Λύδδα και στα κτήματα να ζήσουνε οι δυο τους
Σαν έγινε δεκαοχτώ θα στρατευτεί ο νέος
Μες στον Ρωμαϊκό στρατό κι όλοι θα τον θαυμάσουν
Για επιδόσεις τέλειες, παράστημα πανώριο
Ανώτερα αξιώματα σύντομα θα κερδίσει
Τον τίτλο, ο Διοκλητιανός, κόμη θα του χαρίσει
Ήταν πολλοί οι χριστιανοί την εποχή εκείνη
Ναούς, σχολεία είχανε, πολλές δημόσιες θέσεις
Κι αφού εχθρούς υπέταξε, ο βασιλιάς, του κράτους
Τη χώρα του αποφάσισε μετά να οργανώσει
Στόχο του πρώτο έβαλε την ειδωλολατρία
Να φέρει στο προσκήνιο και να την εξιψώσει
Τους χριστιανούς, αντίθετα, θέλησε να αφανίσει
Καλεί, λοιπόν, τους Καίσαρες, το τριακόσια τρία,
Να έρθουν στην πρωτεύουσα μ’ όλους τους στρατηγούς του
Τρεις συγκεντρώσεις κάνουνε, πολυπληθείς κι οι τρεις τους
Κι ο εικοσιοχτάχρονος Γεώργιος καλείται
Με διακρίσεις πάμπολλες απ’ τους πολλούς πολέμους
Πρώτος μιλά ο βασιλιάς και θέλει να αναλάβουν
Αγώνα εξοντωτικό στους χριστιανούς να κάνουν
Όρκο δίνουν οι Καίσαρες κι οι αξιωματικοί του
Βασιλική διαταγή και τα σκυλιά δεμένα
Το κράτος το Ρωμαϊκό, Χριστό θα αφανίσει
Σηκώνεται ο Γεώργιο μες στη φωλιά του λύκου
Με θάρρος απαράμιλλο και λεβεντιά περίσσια
Το δίκιο ξέρει τον Θεό, τον βασιλιά δεν ξερει
Γιατί να εξαναγκάσετε τους χριστιανούς ν’ αλλάξουν;
Το αίμα τους το δίκαιο γιατί να το χαλάστε;
Εάν τ’ αποφασίσετε χαλάστε πρώτα εμένα
Που χριστιανός γεννήθηκα και χριστιανός πεθαίνω
Για τον Χριστό που αληθώς μόνος Θεός υπάρχει 
Τι σύγχιση, τι ταραχή, τι θόρυβος μεγάλος
Με την ομολογία του, λόγια δεν περιγράφουν
Πέφτουν όλοι επάνω του, να μετανιώσει λένε
Να μαλακώσει ο βασιλιάς που ‘χει πολύ θυμώσει
Μα όσο γίνεται κανείς τον ήλιο να τον πείσει
Πρωί πρωί στον κόσμο μας μη τύχει κι ανατείλλει 
Τόσο και ο Γεώργιος πείθεται να αλλάξει
«Στη φυλακή, στη φυλακή», ο βασιλιάς προστάζει
«Να κλείστε τον θρασύτατο που έχρισα και κόμη
Και το επόμενο πρωί εδώ να μου τον φέρτε
Την αφεντιά μου ως θεό για να με προσκυνήσει»
Μα αν λυγούν τα σίδερα στου σιδερά τ’ αμόνι
Αλύγιστος ο άγιος θα μείνει ως το τέλος
Και με τα λόγια θησαυρούς ουράνιους περιγράφει
Όσο αυτός φωτίζεται, σκοτίζεσαι ο άλλος
Κι όσο ο πρώτος ίπταται, ο δεύτερος βαλτώνει
Τόσο θυμώνει ο βασιλιάς που δήμιους προστάζει
Το σώμα το αντάρτικο σε εναν τροχό να δέσουν
Να δει να κομματιάζεται και να αναγαλλιάσει
Που τόλμησε στο βασιλιά ανάστημα να υψώσει
«Ευχαριστώ σοι Κύριε», προσεύχεται ο άγιος
«Που αξίωσες τον δούλο σου να υποστεί μαρτύριο»
Μα μόλις τα επαίσχυντα μαχαίρια το άγιο σώμα
Ξεκίνησαν να κόβουνε, φωνή ήρθε ουράνια
Και «μη φοβού, Γεώργιε», του λέει ο Ουράνιος
«Μαζί σου ειμαι, θάρρεψε, και τώρα και για πάντα»
Και άγγελος κατέβηκε, τον άγιο να λύσει
Να μείνει έρμος ο τροχός, κύβαλο αλλαλάζων
Και τις πληγές του σώματος ευθύς τις θεραπεύει
Αγγελικό παράστημα απέκτησε ο άγιος
Ενώ θυσίες στους θεούς έκανε ο βασιλέας
Τον βλέπει επιστρέφοντας, θαμπώνεται, τα χάνει
Με όλο το σινάφι του που γύρω του το σέρνει
Αλλοι να λεν, δεν είναι αυτός μα κάποιος που του μοιάζει
Κι άλλοι πως είναι φάντασμα του Γιώργη του μεγάλου
Μα βγαίνει ο Πρωτολέοντας, μαζί κι ο Ανατόλιος
Και άλλοι χίλιοι πλάι τους στρατιώτες που πιστέψαν
Και τον Χριστό ομολόγησαν και την Αγιά Τριάδα
Ποιος είδε αστραπόβροντα, ποιος είδε γη να σχίζει
Και δεν φοβήθη του η ψυχή, δε λύγισε το γόνα
Τόσο πυρώνει ο βασιλιάς, τόσο τον τρέμουν όλοι
Να τους σκοτώσουν πάραυτα όλους θα διατάξει
Και με ζεστό ασβεστόνερο τον λάκκο να γεμίσουν
Να ρίξουν τον Γεώργιο για τρία μερονύχτια
Ωσότου κοκκαλάκι του να μη θωρεί ο ήλιος
Στον λάκκο τον ερίχνουνε, το στόμιο σφραγίζουν
Και τρεις ημέρες ύστερα το στόμιο ανοίγουν
Εμβρόντητος μένει ο λαός, μένουν κι οι στρατιώτες
Όρθιος ο Γεώργιος την προσευχή του κάνει
Κι ουδέ τριχούλα κάηκε, ουδέ μικρό νυχάκι
«Μέγας Θεός τρισμέγιστος, Θεός του Γεωργίου»
Βροντοφωνάζουν, διαλαλούν να ακούσει όλος ο κόσμος
«Πού τα ‘μαθές τα μαγικά», ρωτά ο βασιλέας
«Πες και σ’ εμένα Γιώργη μου κι άλλο δε σε πειράζω»
«Δεν είναι μήτε μαγικά μήτε γητειές τσιγγάνας
Μόν’ είν’ η χάρις του Θεού που δύναμη μου δίνει» 
Οργίζεται ο βασιλιάς, ακούραστη η οργή του
Πυρακτωμένα, διέταξε, παπούτσια να φορέσουν
Στον Γιώργη τον υπέροχο, τον Γιώργη τον γενναίο
Και να ‘χουν πρόκες μυτερές σιδεροκαμωμένες
Να περπατά να σχίζεται, να περπατά να πέφτει
Να κλαίγει, να λυποθυμά, για να τον ταπεινώσει
Φορά σιδεροπάππουτσα πυρακτωμένα ο άγιος
Κι όλοι θαρρούν πως πούπουλα μεταξωτά φοράει
Προσεύχεται ο μακάριος, δεν τον εσκιάζει ο πόνος
Σε κάθε βήμα αχτίδα φως, μέτρο κι αγγέλου χάδι
Τελειώσανε τα όργανα των βασανιστηρίων
Αλλα δεν έχει ο βασιλιάς, πρέπει να ανακαλύψει
Στη φυλακή τον άγιο τον κλείνει για μια μέρα
Και όλο το συμβούλιο αρχόντων παρανόμων
Το συγκαλεί να συσκεφτούν μαζί να αποφασίσουν
«Τι να τον κάνω τούτονα που θάνατο δεν ξέρει;
Καρφιά δεν τον ξεσκίζουνε, μαχαίρια τον χαϊδεύουν
Στη φυλακή τον δέρνουνε τώρα οι δήμιοί μου
Το σώμα μαστιγώνουνε κι αυτός την προσευχή του!»
«Να μας τον φέρεις αύριο να δούμε τι θα γίνει»
Του λέει το συμβούλιο, όμως την άλλη μέρα
Μπροστά τους ο Γεώργιος σαν άγγελος αστράφτη
«Τον μάγο Αθανάσιο να φέρετε», προστάζει
Ο βασιλίάς που ως εκεί ο νους του τον πηγαίνει
Με αγγεία δύο πήλινα στα χέρια μπήκε ο μάγος
Το πρώτο δηλητήριο που οδηγεί στην τρέλα
Το δεύτερο φαρμάκι του σε θάνατο οδηγούσε
«Ας πάρει τρελοβότανο πρώτα πρώτα να δούμε» 
Προστάζει Διοκλητιανός κι ο άγιος το πίνει
Αφού πρώτα τον Πλάστη του παρακαλεί η ψυχή του
Ως μένει σώος κι αβλαβής όπως ήταν και πρώτα
Το δεύτερο του δίνουνε να πέσει να πεθάνει
Που όσο τον βασάνισαν τόσο τους βασανίζει
Του δίνουν και το δεύτερο, τίποτα δεν παθαίνει
«Τι πρώτο και τι δεύτερο, ανώτερα έχει μάγια»
Φωνάζει ο Διοκλητιανός, μα ο μάγος που νογάει
Τη δύναμη των μαγικών που κόμισε, φωνάζει
Κι είν’ η φωνή του δυνατή πιο κι απ’ του βασιλέα
«Κι εγώ λογιούμαι χριστιανός ‘πο τώρα, βασιλιά μου
Δεν είναι μάγια και γητειές ο Γιώργης που κατέχει
Είναι Θεός ανώτερος κι εγώ τον προσκυνάω!»
«Μωρέ κεφάλι αγύριστο, τώρα θα στο αποκόψω»
Ουρλιάζει τότε ο βασιλιάς, του παίρνει το κεφάλι
Ορμάει βασίλισσα, η όμορφη Αλεξάνδρα
«Κι εγώ πιστεύω στον Χριστό, κάνε άντρα τι θέλεις»
Ο άκαρδος ο βασιλιάς, άσπλαχνος σαν την πέτρα
Προστάζει το κεφάλι της κι εκείνης να το πάρουν
Αφού τη βάλουν φυλακή μια μέρα μη κι αλλάξει
Στη φυλακή προσεύχεται κι εκεί πια την πνοή της
Αφήνει η βασίλισσα κι έτσι κι αυτή αγιάζει
Στη φυλακή τον ρίχνουνε τον άγιο Γεώργιο
Και σ’ όραμα βλέπει Χριστό που του μιλεί και λέγει
«Αύριο θα αξιωθείς στεφάνι μαρτυρίου
Και την αιώνια ζωή θα χαίρεσαι για πάντα»
Ξημέρωσε η Ανατολή, βγάζουν τον στρατιώτη
Τον κόμη τον ουράνιο και του Θεού καμάρι
Περιχαρής στον βασιλιά στέκεται που το τέλος
Γνωρίζει πως προφθάνει τον κι είναι ήδη στο δρόμο
«Μες στον ναό του Απόλλωνα θέλεις μαζί να πάμε
Να θυσιάσουμε μαζί; Κάνε μου το χατίρι»
Παρακαλεί ο βασιλιάς κι ο άγιος πηγαίνει
Δεξί το χέρι σήκωσε και με σταυρό σταυρώνει
Το είδωλο του Απόλλωνα, λέγοντας «πέσε κάτω»
Συντρίβεται το άγαλμα, ασύντριφτοι οι άλλοι
Ο ιερεύς οργίζεται και ο λαός φώναζει
«Να τον σκοτώσεις βασιλιά, πάρε του το κεφάλι»
Προστάζει τότε ο βασιλιάς του παίρνουν το κεφάλι
Κι ο υπηρετης ο πιστός του αγίου Πασικράτης
Το λείψανο του μάρτυρα στη Λύδδα μεταφέρει
Να ενταφιαστεί εκεί με της Πολυχρονίας
Μανούλας του αγίου μας που απέβη και αγία
Κι αν έφυγε στον ουρανό ο μέγας στρατηλάτης
Τη γη δεν εγκατέλειψε μήτε και τους ανθρώπους
Καβάλα πάει κι έρχεται, καβάλα μας προφθαίνει
Στους πόνους και στα βάσανα πάντα μας παραστέκει
Κι η Χάρις του Κυρίου μας τόση ρώμη του δίνει
Που θαύματα επιτελεί αμέτρητα στην πλάση.



Εμπνευσμένο από το συναξάρι του αγίου Γεωργίου: