Labels

Thursday, September 21, 2017

Της μεγάλης Υπομονής η μικρή ιστορία

Η Υπομονή ήταν της Νύχτας πρωτότοκη κόρη. 
Με το που γεννήθηκε ρώτησε τη μητέρα της 
Πότε, επί τέλους, θα ξημερώσει, μάνα;
Μα ήταν μεγάλη η Νύχτα εκείνη
Να ξημερώσει άργησε
Όταν όμως ξημέρωσε ήταν ήδη μεγάλη και η Υπομονή
Και ήταν τέτοιο το κάλλος της 
Που την ερωτεύτηκε κεραυνοβόλα ο Ήλιος μόλις την αντίκρυσε 

Από τότε έγινε η αιώνια ερωμένη του Φωτός

Τραγούδι του Αγίου Ευσταθίου


Στα χρόνια του Τραϊανού, σπουδαίος στρατηλάτης
ήτανε ο Ευστάθιος, μα και ειδωλολάτρης
Ήταν επίσης σπλαχνικός και τόσο ελεήμων
που εμφανίστηκε σ' αυτόν μια μέρα ο Οικτίρμων
Μέσα στο δάσος μια φορά κι εκεί που κυνηγούσε,
ένα ελάφι αλλοιώτικο μπροστά του προχωρούσε
Βάλθηκε να το κυνηγά, μα πού να το προφθάσει
Κάποτε εκείνο σταματά κι εκείνος σαν το φθάσει
θα δει πάνω απ' τα κέρατα ένα σταυρό να λάμπει
"Είμαι ο Ιησούς Χριστός" λέει κι οι γύρω κάμποι
τον λόγο του αντιλαλούν. "Τι με καταδιώκεις; 
Πάντα δικός μου ήσουνα, στα σπλάχνα μου κατώκεις"
Γίνεται έτσι χριστιανός ο Ευςτάθιος. Μαζί του
όλη οι οικογένεια βαφτίζεται. Μα, αλί του,
αρχίζουν τόσα βάσανα που του Ιώβ θυμίζουν
Δοκιμασίες πάμπολλες που αρετές χαρίζουν
Χάνει γυναίκα και παιδιά, χρήμα, περιουσία 
τη θέση του στο στράτευμα, και μένει στην ουσία 
μόνος, φτωχός και έρημος αυτός με τον Θεό του
Σαν ζήτουλας κυκλοφορεί. Θα 'ναι για το καλό του,
σκέφτεται με υπομονή κι όλα τα υπομένει
αγόγγυστα ο ευσεβής και πάντα περιμένει
Ώσπου η Θεία Πρόνοια, που δεν εγκαταλείπει
τα σπλάχνα της αφρόντιστα, του αφαιρεί τη λύπη
Τη Ρώμη βάρβαρος εχθρός, ζητά να αφανίσει
κι ο αυτοκράτορ του ζητά να 'ρθει να βοηθήσει
Του δίνει το αξίωμα που είχε, και νικάει
έτσι, τον βάρβαρο εχθρό κι αμέσως μετά πάει
κοντά του η γυναίκα του, τα δύο τα παιδιά του
Όλοι ξαναβρεθήκανε πάλι στην αγκαλιά του
Και την περιουσία του, τού δίνουνε στη Ρώμη
και η αποκατάσταση ομοιάζει πως τελειώνει
Μα ο νέος αυτοκράτορας ζητά να θυσιάσουν
στα είδωλα που έκαναν τη μάχη να μη χάσουν,
όπως θαρρεί ο άμυαλος και όπως νουθετείται
Προστάζει ο Αδριανός, ο άγιος αρνείται
Σαν στρατηλάτης, θαρρετά, Χριστόν ομολογάει
Λέει ο αυτοκράτορας, εκείνος δε νογάει
Χάλκινο βου πυρώνουνε και τον παραγεμίζουν
μ' όλη την οικογένεια του Αγίου και φροντίζουν
να σφαλιχτεί η πόρτα του μήπως κι αυτοί γλιτώσουν
Αγάπιος, Θεόπιστος τα τρυφερά παιδιά τους
η Θεοπίστη,  μάνα τους κι ο άγιος στην ποδιά τους
τα παίρνουν, κι έτσι τις ψυχές αμέσως παραδίδουν 
στην αγκαλιά του Ιησού, του μόνου που ενδίδουν
Όταν τους βγάζουν έκπληκτοι όλοι τους αντικρίζουν
πως ούτε τρίχα κεφαλής δεν κάηκε. Σαστίζουν.
Με λύπη μα και με χαρά, οι χριστιανοί τους θάβουν
Τα μύρα αναβλύζουνε, τα θαύματα δεν παύουν. 

    
Εμπνευσμένο από το Φθινοπωρινό Συναξάρι του Αρχιμανδρίτη Ανανία Κουστένη, τόμος Α ΄, Ακτή, Λευκωσία 2008 

Wednesday, September 20, 2017

Το Εν Χορδαίς στο George Enescu Festival της Ρουμανίας


George Enescu Festival στο Βουκουρέστι. 
Ένα φεστιβάλ που δε θα μπορούσε η χώρα μας ούτε να το ονειρευτεί -αν ακόμα αυτή η χώρα ονειρεύεται... Αυτές τις μέρες στο Βουκουρέστι γίνονται στα πλαίσια του Φεστιβάλ Ενέσκο, τρεις μεγάλες συναυλίες κάθε μέρα, μία νωρίς το μεσημέρι, μία αργά το απόγευμα και μία το βράδυ λίγο πριν τα μεσάνυχτα. Οι συναυλίες δίνονται κατά κύριο λόγο από Συμφωνικές ορχήστρες που καταφθάνουν από όλα τα μήκη και τα πλάτη του πλανήτη. Ο μεγάλος αριθμός των συναυλιών αυτών που κάθε μια τους συμπεριλαμβάνει και πολύ μεγάλο αριθμό μουσικών, εκτός της υψηλής ποιότητας, σηματοδοτεί και υπέρογκα χρηματικά ποσά που η μόλις ανερχόμενη οικονομικά αυτή φτωχή χώρα διαθέτει για τον πολιτισμό. Οι περισσότεροι από τους ακροατές πηγαίνουν κάθε μέρα και στις τρεις συναυλίες που πραγματοποιούνται. Εκεί δεν φορούν τα ρούχα της δουλειάς, ούτε τα πρόχειρα ή καθημερινά τους ρούχα. Ετοιμάζονται όπως αρμόζει στις επίσημες στιγμές της ζωής, που δεν είναι πολλές και σίγουρα ούτε ίδιες με όλες τις άλλες. Είδα τις ωραιότερες τουαλέτες που έχω δει ποτέ μου και μάλιστα στις ωραιότερες γυναίκες που έχω συναντήσει. Νόμιζες πραγματικά πως έχουν ξεπηδήσει οι νεράιδες από τα παραμύθια και κυκλοφορούν στον κόσμο. 
Είχα την μεγάλη τύχη να παρευρεθώ στην δική μας συναυλία, του Eν Χορδαίς μας, En Chordais, και να απολαύσω για μια ακόμη φορά τη σπουδαία σύνθεση του αγαπημένου Κυριάκου, τα Μουσικά ταξίδια του Μάρκο Πόλο. Στο Romanian Athenaeum έγινε η συναυλία, στις 17 του Σεπτέμβρη και στις 10.30 το βράδυ.. μία Ροτόντα του 1820 φημισμένο για την ακουστική του που ήταν πράγματι τόσο εξαίρετη ώστε δεν χρειάστηκαν μικρόφωνα. Αυτό και μόνο θα ήταν αρκετό για μία άλλης ποιότητας ατμόσφαιρα της εν λόγω μουσικής παράστασης η οποία κατάφερε να μας γυρίσει πολύ πίσω στο χρόνο. Σε έναν χρόνο που η μουσική δεν χρειαζόταν ενισχύσεις. Ήταν αρκετή από μόνη της για να αγγίξει τις ψυχές που της παραδίδονταν. 
Οι Έλληνες, όπως και οι ξένοι φιλοξενούμενοι μουσικοί, είναι γνωστό πως είναι ένας κι ένας. Θα σημειώσω όμως εδώ πως, κατά τη γνώμη μου,  ήταν τρεις οι πολύ μεγάλες στιγμές της έξοχης συναυλίας. Η πρώτη ήταν ένα ταξίμι του Κυριάκου Καλαϊτζίδη, το συγκλονιστικότερο ταξίμι που έχω ακούσει ποτέ μου, -και πιστέψτε με, έχω ακούσει κάποιες εκατοντάδες. Θαρρείς και πήγαζε κατευθείαν από την καρδιά του σύμπαντος. Ήταν μια μουσική ζωγραφιά γεμάτη πάθος και πόνο, ήταν σιωπή και ανάσα, κραυγή και ψίθυρος. Γέννηση, θάνατος και ανάσταση ήταν. Η δεύτερη μεγάλη στιγμή ήταν το τραγούδι του Ιρανού Κιγιά Ταμπασσιάν που το ίδιο το τραγούδι που έχει συνθέσει, ο τρόπος που το έπαιξε στο σετάρ του, αλλά και η ερμηνεία του η φωνητική κατάφεραν να ζωντανέψουν την παλιά ένδοξη ιστορία της πατρίδας του, αλλά και τον ανεκλάλητο πόνο για το σημερινό ρημαδιό της, όπως την κατάντησαν οι ισχυροί του κόσμου. Και η τρίτη μεγάλη στιγμή της παράστασης ήταν το ταξίμι του άλλου Κυριάκου, του Πετρά. Η τρυφερότητα με την οποία δόνησε το δοξάρι του βιολιού του στις χορδές ήταν εφάμιλλη του πρώτου φιλιού που δέχεται παρθένα κόρη από τον αγαπημένο και ριγάει σύγκορμη. Ήταν φτεροκόπημα πουλιών και λαθραία διείσδυσή μας στη μυστική φωλιά τους. 
Από μια τέτοια συναυλία, δεν βγαίνεις απλώς καλύτερος άνθρωπος, όπως θα έλεγε ο Σαββόπουλος για μια συναυλία του Χατζιδάκι. Βγαίνεις άνθρωπος λεύτερος που δε σε χωράει πλέον ούτε το παρόν, ούτε η πατρίδα, ούτε καν οι συγγενείς και οι φίλοι. Και ελπίζεις πως σε χωράει ο Θεός... 

Καλή συνέχεια να έχουν τα άξια αυτά παλικάρια, που αντιπροσωπεύουν το ωραιότερο πρόσωπο της πατρίδα μας όπου γης και τώρα βρίσκονται ήδη στην Κορέα για να συνεχίσουν κατόπιν στην Κίνα και στο Μεξικό. Ο Θεός μαζί τους.















Tuesday, September 19, 2017

Μνήμη Γιαννούλη Χαλεπά (14 Αυγούστου 1851 – 15 Σεπτεμβρίου 1938)


Η περίπτωση του κορυφαίου μας γλύπτη Γιαννούλη Χαλεπά είναι μοναδική και άκρως διδακτική. Έχει ήδη φτιάξει το αριστούργημα του την "Κοιμωμένη" του στο Α’ Νεκροταφείο, μόλις στα 24 του, όταν εμφανίζονται τα πρώτα σημάδια της ψυχικής του ασθένειας πιθανώς κάποια ερωτική απογοήτευση σε συνδυασμό με κληρονομική προδιάθεση. Η αυταρχική μάνα του θεωρεί ότι αυτή που τον τρελαίνει είναι η γλυπτική, ενώ συμβαίνει ακριβώς το ανάποδο. Μόνο η γλυπτική θα μπορούσε να τον γλιτώσει, όπως φάνηκε αργότερα. Του απαγορεύει αυστηρά να ασκεί την τέχνη του. Τον πάνε στο εξωτερικό, αλλά δε βλέπει βελτίωση. Δέκα χρόνια βολοδέρνει στην Τήνο, αποπειράται να αυτοκτονήσει κι έπειτα τον κλείνουν για 16 χρόνια στο ψυχιατρείο της Κέρκυρας. Εκεί, χωρίς φάρμακα, μέσα στη βρόμα, δεμένος με αλυσίδες, αποτρελαίνεται. Η προσωπικότητα του μεγάλου καλλιτέχνη αποδομείται εντελώς.
Όταν πεθαίνει ο πατέρας του, η μάνα του τον ξαναπαίρνει στην Τήνο, ενώ είναι πια 51 ετών. Η γριά συνεχίζει να του απαγορεύει κάθε επαφή με το μάρμαρο και τη γλυπτική. Έχει πετάξει ανάκατα τα έργα του στο υπόγειο που το έχει κλειδωμένο. Μερικές φορές τον πιάνει να φτιάχνει κάποια προπλάσματα κρυφά και του τα σπάει. Ο μπάρμπα-Γιάννης είναι ο τρελός του χωριού. Γίνεται νεροκουβαλητής, οι χωριανοί του δίνουν τις κατσίκες τους να τις βοσκήσει, τα παιδιά τον κοροϊδεύουν κι αυτός τριγυρίζει κουρελής, μαζεύοντας από χάμω τις γόπες για να καπνίσει. Το βράδυ γυρίζει στο σπίτι του και κάθεται αμίλητος σε μια γωνιά, για να μην τον μαλώσει η γριά μάνα του. Η Αθήνα τον έχει ξεχάσει, το έργο του έχει τελειώσει πρόωρα.
Και γίνεται το θαύμα! το 1916, η μάνα του πεθαίνει. Και τότε ο 65χρονος Γιαννούλης κάνει το απίστευτο.Δε χύνει σταγόνα δάκρυ, δεν ακολουθεί την κηδεία της, αλλά ανοίγει το υπόγειο και αρχίζει αμέσως να δουλεύει. Οι χωριανοί το θεωρούν ως την αναμενόμενη αντίδραση ενός τρελού, αλλά δεν είναι έτσι. Η καταπιεσμένη τέχνη του εκρήγνυται. Μέσα σε λίγους μήνες έχει θεραπευτεί εντελώς. Η σμίλη του αρχίζει να βγάζει και πάλι αριστουργήματα, και μάλιστα με μια εντελώς νέα τεχνοτροπία. Το φαινόμενο μοναδικό. 40 χρόνια δε δούλεψε την τέχνη του, δεν ενημερώθηκε για τις εξελίξεις και ξαφνικά αναδύθηκε ένας ολοκαίνουριος καλλιτέχνης, σαν να φοιτούσε σε ένα δικό του εσωτερικό σχολείο. Από τα 65 του χρόνια ως τα 84 - που πέθανε σαν σήμερα το 1938- έφτιαξε μια ολόκληρη σειρά από αριστουργήματα. Η Αναπαυμένη, η Μήδεια, ο Οιδίπους κλπ. Πεθαίνοντας, συγκέντρωσε την αγάπη και τον σεβασμό ολόκληρης της Ελλάδας.Κι όλοι αναρωτιόντουσαν πόσα θα είχε κερδίσει η Ελληνική Τέχνη αν ο γλύπτης δεν είχε χάσει αυτά τα 40 πιο παραγωγικά χρόνια της ζωής του.
Ηθικό δίδαγμα: Αποβάλετε τους τοξικούς ανθρώπους από την ζωή σας και θα ξαναγεννηθείτε!
η τελευταία του φωτο στο σπίτι-εργαστήρι του, στην οδό Δαφνομήλη 35



Δημήτρης Τριάντος





Monday, September 18, 2017

Τραγούδι των αγίων Σοφίας, Πίστεως, Ελπίδος και Αγάπης


 Με πίστη, αρετή και θεία χάρητα
μια μάνα, τις κορούλες της, με άρρητα
του Παραδείσου λόγια, ανατρέφει
Ως τη στιγμή που μες τη Ρώμη επιστρέφει
να διευθετήσει υποθέσεις της ζωής της.
Ο βασιλιάς Αδριανός για την πιστή της
τη ζωή μαθαίνει απ' τους άλλους
αυτούς που μοιάζουνε πολύ τους παπαγάλους
Ήταν αρχές του δεύτερου αιώνα
που τις καλεί για απολογία. Απ' τον κοιτώνα
σαν βγαίνει και τις βλέπει θαμπωμένος
να αλλάξουνε παρακαλά σαν λαβωμένος
από την ομορφιά που έχουν και  τη.λάμψη
Την πίστη που 'χουν στον Χριστό θέλει να κάμψει
Μ' όλες μαζί θαρρεί δε θα τα βγάλει πέρα
κι απομονώνει τα παιδιά απ' τη μητέρα
Μα τη Σοφία δεν μπορεί να την αλλάξει
Γρήγορα παραιτείται και θα τάξει
στην Πίστη, την πρωτότοκή της κόρη,
θάλασσες, ποταμούς, βουνά και όρη
Εκείνη μένει ακλώνητη στην πίστη
κι ας είναι δωδεκαετής. Ποθεί τον Κτίστη
δεν Τον αρνείται κι ας τη βασανίζει
σκληρά ο βασιλιάς. Την αποκεφαλίζει
βγάζοντάς στο δρόμο έξω απ’ την πόλη
Η μάνα δίνει την ψυχή της όλη
να ενθαρρύνει το παιδί της για να αντέξει
κι η κορη με το θάνατο θα παίξει
όπως άλλα παιδιά παίζουν με κούκλες
Στο αίμα βάφονται οι ξανθές της μπούκλες
Κι ο βασιλιάς αναλαμβάνει την Ελπίδα
Χειρότερα βασανιστήρια, όχι ίδια
της κάνει της δεκάχρονης κορούλας
Μα δεν την πείθει πως ο θάνατος,  μπαμπούλας
ειναι ο μαύρος που σε λίγο θα την φάει.
Την αποκεφαλίζει και ετούτη, και ζητάει
να φέρουν την εννιάχρονη Αγάπη 
Μα ούτε αυτή πιστεύει στην απάτη
Και μένει η μητέρα με σφαγμένες
τις τρεις κορούλες που 'ναι πλέον νυμφευμένες
τον Κύριο και Πλάστη και Θεό της
"Πάρε κι εμένα τώρα" λέει στο Γιατρό της
"Να πάω στα παιδάκια μου τα τρία
και μη μ' αφήνεις μες στων πόνων τη φατρία"
Ο Κύριος απλώνει το χεράκι
και παίρνει της ψυχής της το κεράκι
για να φωτίζει στους απέραντους αιώνες
του κόσμου τις νυχτιές στους παγετώνες.




 Εμπνευσμένο από το Φθινοπωρινό Συναξάρι του Αρχιμανδρίτη Ανανία Κουστένη, τόμος Α ΄, Ακτή, Λευκωσία 2008 


Saturday, September 16, 2017

Ἡ Ἁγὶα Μεγαλομὰρτυς Εὐφημὶα

Αποτέλεσμα εικόνας για αγια ευφημια βιος


Ὑπὲρ Θεοῦ κτανθεῖσαν ἄρκτου ταῖς μύλαις,
Εὐφημίαις σε χρὴ στέφειν Εὐφημία.
Τῇ ἐκκαιδεκάτῃ Εὐφημίαν ἔκτανεν ἄρκτος.

Η Αγία Ευφημία έζησε και μαρτύρησε κατά τους χρόνους του αυτοκράτορα Διοκλητιανού.Γεννήθηκε στη Χαλκηδόνα από οικογένεια θεοσεβή και ευγενική.
Οι γονείς της Ψιλόφρων και Θεοδωριανή φρόντισαν ώστε η Θυγατέρα τους να αναπτύξει κάθε χριστιανική αρετή. 
Η Ευφημία εξελίχθηκε σε άνθρωπο με σπάνια χαρίσματα και δυνατό χριστιανικό φρόνημα, το οποίο επέδειξε όταν ο ειδωλολάτρης ανθύπατος της Μικράς Ασίας Πρίσκος διέταξε να παρευρεθούν όλοι οι κάτοικοι της Χαλκηδόνας σε γιορτή, την οποία οργάνωνε προς τιμή του θεού των ειδωλολατρών Άρη.
Τότε η Ευφημία αποφάσισε μαζί με άλλους χριστιανούς να απέχει από τη γιορτή των ειδωλολατρών και για το λόγο αυτό συνελήφθη και φυλακίσθηκε.
Κατά τη διάρκεια της αιχμαλωσίας της οι εχθροί του Χριστού προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να πείσουν την Αγία να αρνηθεί την πίστη της και να ασπασθεί τα είδωλα. 
Όταν συνειδητοποίησαν πως η ευφημία δεν επρόκειτο να αλλάξει την πίστη της με τους λόγους, τη βασάνισαν φριχτά.
Όμως με τη θεία χάρη, η Αγία δεν έπαθε τίποτα από τα βασανιστήρια. Τελικά οι δήμιοι, την έριξαν σε άγρια θηρία και η Ευφημία βρήκε το θάνατο από μία αρκούδα.






https://aerapatera.wordpress.com/2017/09/16/ἡ-ἁγὶα-μεγαλομὰρτυς-εὐφημὶα/


Friday, September 15, 2017

Χάι κου του Σταυρού


1. Δύο σκεπάρνια
Που γκρεμίζουν τα τείχη
Γης και ουρανού

2. Τριανταφυλλιά
Που σε κατατρυπάει
Και μοσχοβολάς

3. Τον βαρύ Σταυρό
Τον σήκωσε ο πλέον
Αβαρής Θεός

4. Αυτός για μένα
Εγώ για σένα, εσύ
Για μένα, Σταυρός

5. Του αρραβώνα
Για τους ερωτευμένους
Το δαχτυλίδι

6. Ζωή - θάνατος
Σε συνθήκη ειρήνης
Οι αντίπαλοι

7. Κατατρόπωση:
Ο λαίμαργος θανάτος
Μένει νηστικός

8. Τόξο με βέλος
Ακίνητα μάχονται
Κατά των εχθρών





Φωτογραφία: http://www.diakonima.gr/2015/05/09/οι-χωρίς-κατοικία-αόρατοι-ερημίτες-το/

Thursday, September 14, 2017

Ἡ Παγκὸσμιος Ὑψωσις τοῦ Τιμὶου καὶ Ζωοποιοῦ Σταυροῦ


Τὰς ἐν λάρυγγι Σῶτερ ὑψώσεις φέρει,
Ὑψούμενον βλέπουσα τὸν Σταυρὸν κτίσις.
Ὑψώθη δεκάτῃ, Σταυροῦ ξύλον, ἠδὲ τετάρτῃ.

Το 326 μ.Χ. η Αγία Ελένη πήγε στην Ιερουσαλήμ για να προσκυνήσει τους Αγίους Τόπους και να ευχαριστήσει το Θεό για τους θριάμβους του γιου της Μεγάλου Κωνσταντίνου.
Ο Θείος ζήλος όμως, έκανε την Άγια Ελένη να αρχίσει έρευνες για την ανεύρεση του Τιμίου Σταυρού.
Επάνω στο Γολγοθά υπήρχε ειδωλολατρικός ναός της θεάς Αφροδίτης, τον οποίο γκρέμισε και άρχισε τις ανασκαφές. 
Σε κάποιο σημείο, βρέθηκαν τρεις σταυροί. 
Η συγκίνηση υπήρξε μεγάλη, αλλά ποιος από τους τρεις ήταν του Κυρίου; 
Τότε ο επίσκοπος Ιεροσολύμων Μακάριος με αρκετούς Ιερείς, αφού έκανε δέηση, άγγιξε στους σταυρούς το σώμα μιας ευσεβέστατης κυρίας που είχε πεθάνει.
Όταν ήλθε η σειρά και άγγιξε τον τρίτο σταυρό, που ήταν πραγματικά του Κυρίου, η γυναίκα αμέσως αναστήθηκε.
Η είδηση διαδόθηκε σαν αστραπή σε όλα τα μέρη της Ιερουσαλήμ. Πλήθη πιστών άρχισαν να συρρέουν για να αγγίξουν το τίμιο ξύλο. 
Επειδή, όμως, συνέβησαν πολλά δυστυχήματα από το συνωστισμό, ύψωσαν τον Τίμιο Σταυρό μέσα στο ναό σε μέρος υψηλό, για να μπορέσουν να τον δουν και να τον προσκυνήσουν όλοι.
Αυτή, λοιπόν, την ύψωση
 καθιέρωσαν οι άγιοι Πατέρες, να γιορτάζουμε στις 14 Σεπτεμβρίου, για να μπορέσουμε κι εμείς να υψώσουμε μέσα στις ψυχές μας το Σταυρό του Κυρίου μας, που αποτελείτο κατ’ εξοχήν «όπλον κατά του διαβόλου».
Ορισμένοι Συναξαριστές, αυτή την ημέρα, αναφέρουν και την ύψωση του Τιμίου Σταυρού στην Κωνσταντινούπολη το 628 μ.Χ. από τον βασιλιά Ηράκλειο, πού είχε νικήσει και ξαναπήρε τον Τίμιο Σταυρό από τους Αβάρους, οι οποίοι τον είχαν αρπάξει από τους Αγίους Τόπους.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος α’.
Σῶσον Κύριε τὸν λαόν σου 
καὶ εὐλόγησον τὴν κληρονομίαν σου, 
νίκας τοῖς Βασιλεῦσι
κατὰ βαρβάρων δωρούμενος 
καὶ τὸ σὸν φυλάττων 
διὰ τοῦ Σταυροῦ σου πολίτευμα.

Κοντάκιον
Ἦχος δ’. Αὐτόμελον.
Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ ἑκουσίως, 
τῇ ἐπωνύμῳ σου καινὴ πολιτεία, 
τοὺς οἰκτιρμούς σου δώρησαι, Χριστὲ ὁ Θεός, 
Εὔφρανον ἐν τῇ δυνάμει σου,
τοὺς πιστοὺς Βασιλεῖς ἡμῶν,
νίκας χορηγῶν αὐτοῖς, κατὰ τῶν πολεμίων,
τὴν συμμαχίαν ἔχοιεν τὴν σήν, 
ὅπλον εἰρήνης, ἀήττητον τρόπαιον.

https://aerapatera.wordpress.com/2017/09/14/ἡ-παγκὸσμιος-ὑψωσις-τοῦ-τιμὶου-καὶ/


Wednesday, September 13, 2017

Καλό ταξίδι Φώτη....


Ο αιφνίδιος θάνατος είναι τσεκούρι... Ο Φώτης Φερενίδης έφυγε από τη ζωή... κι ήταν γλυκός, ευγενικός, ευαίσθητος, μεγαλόψυχος και παλικάρι σαν τα κρύα τα νερά κι με ένα χαμόγελο πλατύ σαν του ήλιου... Πολλά χρόνια πριν δουλεύαμε μαζί στο Δημοτικό Ραδιόφωνο Θεσσαλονίκης... εγώ από κει έφυγα νωρίς, ο Φώτης έμεινε ως χθες... Θα 'ναι δυο χρόνια που μου πήρε μια νυχτερινή συνέντευξη και ήταν τόσο διαβασμένος και τόσο καίριος σε ό,τι έλεγε που τον θαύμασα πολύ... Λίγο μικρότερός μου στην ηλικία, τόσα χρόνια μετά τον ρώτησα στο τέλος πώς είναι, τι έκανε στη ζωή του και θυμάμαι τώρα πως μου χαμογέλασε πλατιά και μου είπε: δεν παντρεύτηκα εγώ, προτίμησα τη μοναξιά και είμαι καλά, πολύ καλά... Χαριτωμένε φίλε, χαίρομαι που σε γνώρισα... Εύχομαι ο καλός Θεός να σε αναπαύει τώρα και πάντα, όπως ανάπαυες κι εσύ όσους είχες κοντά σου... Καλό ταξίδι, μοναχικέ πρίγκιπα...


Ως Την Άκρη του Νερού - Ξάνθη - Γιορτές της Παλιάς Πόλης - 4/09/17












 "Στην παραμυθένια σχεδία της ανεβήκαμε μικροί και μεγάλοι και η αφήγηση της συμπλήρωνε την ευτυχία μας.
Μα μη θαρρείτε πως τέλειωσε η αφήγηση τέλειωσε εκεί και η ευτυχία μας. Μοιάζει ατέλειωτη η συνάντηση μαζί της!!! Η κα. Βασιλική Νευροκοπλή για ακόμη μια φορά φύτεψε στις ψυχές μας τους σπόρους των παραμυθιών και των ιστοριών...!
ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ ΠΥΡΓΕΛΗ από το 1985 κοντά 
σας.




Tuesday, September 12, 2017

Λίγο πριν σβήσει ο ήλιος


Ξεπροβόδισα τον ήλιο στην αυλή του κόσμου
Πριν να φύγει, ικετεύω: “Μιαν αχτίδα δώσ’ μου
Θα βαρύνουν πάλι ίσκιοι μέσα στο σκοτάδι
Να ‘χω κάτι για να θρέψω τους νεκρούς του Άδη
Μ’ επισκέπτονται τις νύχτες σαν τις νυχτερίδες
Τα χλωμά τα πρόσωπά τους, άραγε τα είδες;
Τρέχω να τους αγκαλιάσω κι όλο μου γλιστρούσε
Μα σε μια αχτίδα λάμψης αν στροβιλιστούνε
Ίσως ζαλιστούν και πέσουν μες στην αγκαλιά μου
Λέω θα χαϊδέψουν πάλι τα ξανθά μαλλιά μου”
“Όσο μ’ αγαπάς”, μου λέει, “μην ανησυχείς
 Κι όσο ζεις μέσα στο φως μου, άλλο μην ποθείς
Πρώτα να νοιαστείς για κείνους που ‘ναι ζωντανοί
Δίπλα σου που ανασαίνουν κι έχουνε φωνή
Ποταμός τρέχει το δάκρυ, μην το αγνοείς
Κάνε την καρδιά σου στέρνα για να το χωρείς
Έτσι χαίρονται κι εκείνοι που τους λες νεκρούς
Κι έτσι θα τους προστατεύεις κι από τους εχθρούς
Κι αν ζητάς να φωτιστούνε, άναψε κερί
Είναι αρκετό για κείνους. Ας είσαι γερή”
Είπε ο ήλιος και τον πήρε θάλασσα βαθιά
Κι άναψε μεμιάς η νύχτα χίλια δυο κεριά…


Monday, September 11, 2017

Καλή σχολική χρονιά! - Ποίημα του Τέλλου Άγρα


«Τόση βιάση και σπουδή; 

Για πού πας, καλό παιδί; 
Κίνησες νωρίς-νωρίς 
και τρεχάτος προχωρείς;
Στάσου δα να διασκεδάσεις 
με τις ομορφιές της Πλάσης! 
Κόψε απ᾿ τα περβόλια πάλι 
του χινόπωρου τα κάλλη!»
«Να σταθώ; Δεν ευκαιρώ, 
γιατί πάω στο φτερό. 
Και που πάω, να στο πω; 
Στο σχολειό μου π᾿ αγαπώ!

Άνοιξε για πρώτη μέρα. 
Βλέπεις τα παιδιά εκεί πέρα; 
Έχουν μόνα τους ταιριάξει 
χωριστά κάθε μια τάξη».
«Είσαι, βλέπω, μαθητής. 
Μα στον ώμο τι κρατείς, 
που με τη ματιά την πρώτη 
σ᾿ έκαμα για στρατιώτη;»
«Είναι τ᾿ άρματά μου αυτά, 
τ᾿ ακριβά τ᾿ αγαπητά: 
Το κοντύλι μου κι η πλάκα, 
το βιβλίο μου στη σάκα.
Κι έλα πια να σε χαρώ, 
με ρωτάς κι αργοπορώ… 
Είναι η ώρα περασμένη,