Labels

Showing posts with label Τραγούδι. Show all posts
Showing posts with label Τραγούδι. Show all posts

Tuesday, December 31, 2019

Κάλαντα Πρωτοχρονιάς Φούρνων Ικαρίας - Καλή χρονιά!


Άγιος Bασίλης έρκεται ’πο πίσω απ’ το Kαμάρι,
βαστάει μυτζήθρες και τυριά, βαστάει κι ένα γκυνάρι.
Bάρτε μας κρασί να πιούμε
και του χρόνου να σας πούμε.
Kι αν έχεις κόρη όμορφη βάρτηνε στο ζιμπίλι
και κρέμασέ τηνε ψηλά να μη στη φάν' οι ψύλλοι.
Eμείς εδώ δεν ήρταμε να φάμε και να πιούμε,
μόν’ έχεις κόρη όμορφη κι ήρταμε να τη δούμε.
Σ’ αυτό το σπίτι που ’ρταμε τα ράφια είν’ ασημένια,
του χρόνου σα και σήμερα να ’ναι μαλαματένια.

Saturday, June 22, 2019

Της εαρινής ισημεερίας τραγούδι


Του χρόνου η πιο μεγάλη μέρα
Σαν βρέφος την θωρεί την άλλη
Την μακρινή, την πιο μεγάλη

Τις προσταγές της υπακούει
Όπως παιδάκι τη μητέρα
Που τ’ αναθρέφει πέρα ως πέρα

Αυτή της χάρισε φανάρι
Στη γέννησή της, να φωτίζει
Τη μικρή σκότος μη σκοτίζει

Δίχως τη μακρινή, την άλλη
Καμιά ημέρα δεν υπάρχει
Νύχτα στον κόσμο μόνο άρχει

Θα αρχίσει να μικραίνει η μέρα
Όπως ο γέρος παιδιαρίζει
Τι ψάχνεις; Άλλη τα ορίζει

Πριν την αυτή ξύπνησα πάλι
Κι άκουσα των πουλιών τραγούδι
Τους το ’χε μάθει αγγελούδι




*Φωτογραφία: Κοιμητηριακός ιερός ναός της Αναλήψεως του Κυρίου στον Μωχό Ηρακλείου, διά χειρός Τάκη Μόσχου.

Wednesday, December 12, 2018

Τραγούδι του αγίου Σπυρίδωνα



Ο Άγιος Σπυρίδωνας ήταν από την Άσσια
Πλησίον της Αμμόχωστου κι όχι  παραθαλάσσια
Το έτος που γεννήθηκε, διακόσια εβδομήντα
Από οικογένεια βοσκών ευπόρων, λένε, ήταν
Μορφώνεται, αλλά βοσκός μένει και  δεν αλλάζει
Είναι απλός και ταπεινός, αρνάκι που βελάζει
Συντρέχει τους πλήσιον του κι όλους τους αγαπάει
Μαζεύει τα βοσκόπουλα, στις εκκλησιές τα πάει
Τις Κυριακές, και εξηγεί μετά να καταλάβουν,
‘ποστόλους και βαγγέλια που πάθη καταβάλλουν
Στις χήρες και στα ορφανά γίνεται ο προστάτης
Κι όπου διαβεί κι όπου σταθεί μοιάζει με φανοστάτης
Νυμφεύεται και αποκτά μια κόρη, την Ειρήνη
Μα ο Θεός που όλα θωρεί κι ως θέλει Αυτός κρίνει  
Τη σύζυγο την ευλαβή την παίρνει αγκαλιά του
Κι ο άγιος κηρύττοντας κάνει όλους παιδιά του
Πιέσεις δέχεται πολλές να τον χειροτονήσουν
Χειροτονείται κι ύστερα όλοι θα το νοήσουν
Νηφάλιος και σώφρονας, φιλόξενος και κόσμιος
Είναι ο ανεπίληπτος που μοιάζει υπερκόσμιος
Σαν χήρεψε η επισκοπή, της Κύπρου, Τριμυθούντος,
Λαός και κλήρος διά βοής φωνάξαν όλοι πού ‘ντος;
Τόσο προκόπτει που ο Θεός αυτόν θα αξιώσει
Έξω από πλήθος θαύματα, και να κατατροπώσει
Στην πρώτη Οικουμενική Σύνοδο πολεμίους
Αρειανούς που είχανε μύριους τρόπους  αχρείους
Το κεραμμίδι κράτησε στο αριστερό του χέρι
Σταυρώνει το και χωριστό μένει σε τρία μέρη
Εις του Πατρός το όνομα, φωτιά πάει επάνω
Και στου Υιού, συνέχισε, νερό έπεσε χάμω,
Και του Αγίου Πνεύματος, το χώμα απομένει
Στη χούφτα, κι η ενότητα Τριάδας καταφαίνει
Ετών ογδόντα ο άγιος στις δώδεκα Δεκεμέμβρη
Κοιμήθηκε μα η χάρις του ξάγρυπνη θα τον έβρει
Αυτόν που την επίκληση κάνει του ονόματός του
Με πίστη, πόθο και καημό που κρύβει στο εντός του

Saturday, November 25, 2017

Tραγούδι της αγίας Αικατερίνας


Από την Αλεξάνδρεια ήταν η Αικατερίνη
Λαφίνα αξεδίψαστη στων γνώσεων την κρήνη
Φιλομαθής και ευφυής, κατείχε τόση γνώση
που τη θαυμάζαν χριστιανοί κι ειδωλολάτρες πόσοι
Φιλολογία ελληνική, ρωμαϊκή, Λατίνων
Φιλοσοφία κλασικών και νεοτέρων τίνων
Όμηρο και Βιργίλιο γνώριζε κι Ιπποκράτη
Ασκληπιού και Γαληνού ιατρική θα πράττει
Αριστοτέλη, Πλάτωνα κι αυτού του Ευσεβίου
μα και του Φιλιστίωνα του έργου και του βίου
γνώστης, και Διονύσιου της των γραπτών του ύλης,
του Ιαμβή και Ιαννή των μάγων και Σιβίλλης.
Κατηρτησμένη άρτια στα δόγματα της πίστης,
των μυστηρίων του Χριστού έγινε τέτοια μύστης
που δαχτυλίδι δέχθηκε πνευματικής μνηστείας
από τον ίδιο τον Χριστό, ένδειξη αριστείας.
Ήτανε κόρη ευγενών, θυγάτηρ βασιλίσκου,
του Κώνστου, και ανέλαβε ομολογιας ρίσκου,
αρχές αιώνα τέταρτου επί του Μαξεντίου
εχθρού του χριστιανισμού και μέγα εναντίου,
να διαλαλεί πως ο Χριστός, αληθινός υπάρχει
Θεός όπου τα σύμπαντα τα κυβερνά και άρχει.
Πήγε στον αυτοκράτορα μήπως και τον αλλάξει,
μήπως την πάψη των διωγμών εκείνος διατάξει
Η σύζυγός του πείστηκε αντί του βασιλέα
Των μαρτυρίων άνοιξε εκείνος την αυλαία
Τη συλλαμβάνει έπαρχος. Για να την μεταπείσει
να αρνηθεί την πίστη της, πάει να συζητήσει
Μα νιώθει τόσο αδύναμος μπρος στην ανωτερότητά της
που συγκαλεί τους ρήτορες και έρχονται μπροστά της
Πενήντα σοφούς ρήτορες τότε αποστομώνει
δημόσια η πάνσοφη και πείθονται πως μόνη
αλήθεια είναι του Χριστού οι συνομιλητές της
Ασπάζονται την πίστη της, τις αγαθές αρχές της
Βλέποντας την κατάληξη, ο έπαρχος διατάζει
να βασανίσουνε σκληρά την κόρη και της βάζει
το σώμα σε οδοντωτό τροχό. Εκείνη δεν λυγίζει
και τέλος ένας δήμιος την αποκεφαλίζει.
Έρχονται τότε άγγελοι, το λείψανό της παίρνουν
επάνω στα φτερούδια τους και ύστερα το φέρνουν
πάνω στου όρους  του Σινά της κορυφής τα χιόνια
Αιώνες μένει άταφο μέχρι έκτο αιώνα
όπου αποκαλύπτεται στων μοναχών τον ύπνο
η θέση του, κι οι μοναχοί αρχίζουνε τον ύμνο
Αφού το κατεβάσουνε, σε μαρμαρένια θήκη
το βάζουνε και το τιμούν. Ιουστινιανός κατόπι
μαθαίνοντας πως του Σινά 'στραποβολούν οι τόποι
θα κτίσει ιερά μονή στ' όνομα της αγίας
και τ' άγιο λείψανο θα μπει στη μέση εκκλησίας
Σ' όλον τον κόσμο ξακουστή θα γίνει η αγία
και η μονή προσκύνημα τρανό θα γίνει η θεία.
Η πάνσοφη και πάγκαλη αγνή Αικατερίνη
προστάτιδα των κριτσιών και των σοφών θα γίνει
Η τους κομψούς των ασεβών όπου λαμπρώς φιμώνει
με την μαχαίρα Πνεύματος κι εμάς ας χαριτώνει.


Απολυτίκιο της Αγίας Αικατερίνης

Την πανεύφημον νύμφην Χριστού υμνήσωμεν,
Αικατερίναν την θείαν και πολιούχον Σινά,
την βοήθειαν ημών και αντίληψιν ότι
εφήμωσε λαμπρώς τους κομψούς
των ασεβών, του Πνεύματος τη μαχαίρα,
και νυν ως μάρτυς στεφθείσα,
αιτείται πάσι το μέγα έλεος.


Εμπνευσμένο από το συναξάρι της αγίας Αικατερίνης στους ακόλουθους συνδέσμους:
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Αγία_Αικατερίνη_η_Μεγαλομάρτυς
και
http://www.saint.gr/1060/saint.aspx

Thursday, November 9, 2017

Τραγούδι του αγίου Νεκταρίου Πενταπόλεως


Χίλια οχτακόσια ήτανε κι άλλα σαράντα έξι
Στη Σηλυβρία έμελλε νέος ήλιος να φέξει
Πρώτη του Οκτώβρη οι γονείς που ‘χαν τέσσερα άλλα
Παιδιά, το πέμπτο αποκτούν, με επίθετο Κεφάλα
Ο Δήμος κι η Βασιλική βαφτίζουν Αναστάση
Το πέμπτο το παιδάκι τους κι όταν αυτό θα φτάσει
Να γίνει δεκατέσσερα στην Πόλη ταξιδεύει
Και παιδονόμος σε σχολειό αργότερα δουλεύει
Που ‘ταν στο Αγιοταφίτικο Μετόχι, και στη Χίο
Ως νέος εικοσάχρονος, εις το χωρίον Λίθειο
Πάει δημοδιδάσκαλος ως το εβδομήντα έξι
Στη Νέα, Χίου, τη Μονή το δρόμο θα διαλέξει
Του βίου του μοναχικού, και μοναχός θα γίνει
Θα τον επούνε Λάζαρο κι έτσι απλός θα μείνει
Ιερομόναχος σεμνός για μια δεκαετία
Ωσότου το εβδομήντα εφτά γίνει η χειροτονία
Του Λάζαρου σε διάκονο, Νεκτάριο θα τον πούνε
Από τον Χίου Γρηγόριο. Θα του εμπιστευθούνε
Της Μητροπόλεως αυτής τότε τη Γραμματεία
Το ογδόντα ένα που ποθεί να πάει Θεολογία
Τον στέλνει ο Σωφρόνιος, ο της Αλεξανδρείας
Αθήνα διαβλέποντας μέγεθος της ανδρείας
Που έχει ο Νεκτάριος και τα έξοδα  πληρώνει
Το ογδόντα πέντε τη σχολή επιτυχώς τελειώνει
Κι ένα χρόνο αργότερα θα τον χειροτονήσει
Πρεσβύτερο κι ύστερα εκεί αυτός θα αποκτήσει
Ρόλο ιεροκήρυκα όπως και  γραμματέα
Μέχρι να έρθει η στιγμή για άλλη θέση νέα
Πατριαρχικός επίτροπος έτσι θα διατερλέσει
Στο Κάιρο, και το ογδόντα εννιά τη μήτρα θα φορέσει
Μέσα Γενάρη ήτανε, έγινε Πενταπόλεως
Μητροπολίτης ο άγιος και κόσμημα της πόλεως
Ένεκα θαυμαστής ζωής, σαν έρχεται η ώρα
Στο θρόνο τον Πατριαρχικό νέον να εκλέξουν τώρα
Θα είναι υποψήφιος να γίνει Αλεξανδρείας
Μα εισηγούνται οι φθονεροί δούλοι της ανανδρείας
Συκοφαντίες ποταπές στον γέροντα Σωφρόνιο
Κι ο ταπειός Νεκτάριος, ένα δεν θέλει μόνο
Να λυπηθεί ο γέροντας. Έτσι θα επιστρέψει
Ελλάδα το ογδόντα εννία. Στο κήρυγμα θα στρέψει
Το ποιητικό του χάρισμα. Σε Εύβοια, Φωκίδα
Φθιώτιδα κι όπου μπορεί μοιράζει την ελπίδα
Στην Εκκλησιαστική Σχολή της Ριζαρείου πάει
Και το ενενήντα τέσσερα αυτή την οδηγάει
Διευθυντής της κι οδηγός, δούλος και υπηρέτης
Και το καλό παράδειγμα γίνεται νομοθέτης
Χρόνια οχτώ θαυμάσια κι όταν θα τον καλέσουν
Ύστερα από τον θάνατο Σωφρόνιου να τον θέσουν
Αλεξανδρείας άξιο και νέο Πατριάρχη 
Θα αρνηθεί ο άγιος που δε θέλει να άρχει
Πλήθος λαού μαζεύεται όταν αυτός κηρύττει 
Ρουφούν νέκταρ των λόγων του απ’ της καρδιάς του κρύπτη
Χίλια εννιακόσια τέσσερα στην Αίγινα θα ιδρύσει
Τη γυναικεία τη Μονή και θα τη διοικήσει
Κι απ’ το οχτώ μες στη Μονή θα εγκαταβιώσει
Ύστερα απ’ την παραίτηση που στη Σχολή θα δώσει
Κι αν έγραψε συγγράμματα κι αν έστερξε μυριάδες
Οι αρετές του αμέτρητες, οι χάρες του πλειάδες
Μα ήρθε ένα απόγευμα ογδόης Νοεμβρίου
Χίλια εννιακόσια ήταν και είκοσι. Του αγίου
Η άσπιλη και καθαρή ψυχούλα του ανεπαύθη
Μα η περίσσια χάρη του ποτέ της δεν επαύθη
Κι αφού ενταφιάστηκε το σώμα στη μονή του
Δεν έπαψε τα θαύματα ούτε με τη θανή του
Πενήντα τρία έγινε η ανακομιδή του
Το εξήντα ένα έγινε η αγιοκατάταξή του
Είχε μαρτυρική ζωή, υπέμεινε τον φθόνο
Συκοφαντίες και διωγμούς και να ‘ταν αυτά μόνο
Μα ταπεινά και συνετά υπέμενε ο άγιος
Γι’ αυτό και τον χαρίτωσε τόσο και ο Πανάγιος

πολυτίκιον
χος α’. Τς ρήμου πολίτης.

Σηλυβρίας τν γόνον κα Αγίνης τν φορον,
τν σχάτοις χρόνοις φανέντα ρετς φίλον γνήσιον,
Νεκτάριον τιμήσωμεν πιστοί,
ς νθεον θεράποντα Χριστο,
ναβλύζει γρ άσεις παντοδαπς τος ελαβς κραυγάζουσι.
Δόξα τ σ δοξάσαντι Χριστ,
δόξα τ σ θαυματώσαντι,
δόξα τ νεργοντι δι σο πσιν άματα.


*βασισμένο και εμπνευσμένο από το συναξάρι του αγίου: https://aerapatera.wordpress.com/ 

Tuesday, August 8, 2017

Τραγούδι της ανάμνησης του θαύματος της Παναγίας των Βλαχερνών εναντίοντης βαβαρικής επιδρομής των Αβάρων και Περσών κατά της Βασιλεύουσας


Από τις συγκλονιστικότερες στιγμές της ιστορίας
Ήταν η αναχαίτιση της εχθρικής πορείας,
Επιδρομής σωστότερα, ενάντια στην Πόλη
Αβάρων όπως και Περσών που ΄ταν εχθροί της όλοι
Ενώ ο αυτοκράτορας Ηράκλειος πολεμούσε
Και αναχαίτιση Περσών με αγώνα προσπαθούσε
Το εξακόσια είκοσι και έξι στην Ασία
Αυτήν που ξέρουμε ως Μικρά. Πάνω στην εξουσία
Ανήλθε ο Ηράκλειος το εξακόσια δέκα
Μόλις την Ευδοκία του έλαβε ως γυναίκα
Ήταν υπό κατάρρευση η αυτοκρατορία
Απ’ τη διακυβέρνηση που ύστερα από ανταρσία 
Είχε αναλάβει ο Φωκάς που ήταν απ’ τη Θράκη
Κι άφησε πίσω ρημαδιό, πλήθος ανθρώπους ράκη
Οι Σλάβοι απειλητικοί, κι οι Άβαροι ναμάδες 
Που είχαν εγκατασταθεί στις ουγγρικές πεδιάδες
Μα ο πιο μεγάλος κίνδυνος οι Πέρσες που αφότου
Πήραν τα Ιεροσόλυμα και του αγίου τόπου
Κλέψαν τον Τίμιο Σταυρό, στα μέρη τους τον πήγαν
 Όμως δεν παραιτήθηκαν κι ας φάνηκε πως φύγαν
Θέλαν την Ανατολική Μεσόγειο δική τους
Και όλους τους Βυζαντινούς να διώξουν απ’ τη γη τους
Με κάθε τρόπο πάλευαν. Μα θα ξεκαθαρίσει
Τις σχέσεις ο Ηράκλειος και απ’ αυτό θα αρχίσει
Περσία απ’ το Βυζάντιο πρέπει να ξεχωρίσει
Γι’ αυτό και ισχυρό στρατό αυτός θα συγκροτήσει
Και θα προσδώσει κι ιερό μάλιστα χαρακτήρα
Στην εκστρατεία του αυτή αφού το ‘θέλε η μοίρα
Σύμβολο του Χριστιανισμού αυτοί να το κατέχουν
Θέλοντας και τα νώτα τους ασφαλισμένα να έχουν
Με τους Αβάρους συμφωνεί και έτσι ξεκινάει
Κατά Περσών τον πόλεμο που εξαετής κρατάει
Ο βασιλέας των Περσών, Χοσρόης, δε θα μείνει
Άπραγος. Με τους Άβαρους μια συμφωνία κλείνει
Τον αρχηγό τους, Χάγανο, πείθει να ενωθούνε
Και κατά του Ηράκλειου μαζί να επιτεθούνε
Αρχές Μαϊου ήτανε που ‘ρθαν στη Σαλονίκη
Οι Άβαροι που φρόντισαν πασχίζοντας για νίκη
Να ‘χουν μαζί τους σλαβικά φύλα βοηθειά τους
Μα η Σαλονίκη άντεξε κι έτσι λοιπόν, αλιά τους
Αυτοί κατατροπώθηκαν και φεύγοντας στραφήκαν
Προς την Κωνσταντινούπολη και φθάνοντας σταθήκαν
Έξω από τα τείχη της εικοσιεννιά Ιουνίου
Τριάντα ο Σαρβαραζά φτάνει του Ιουλίου
Φέρνοντας περσική στρατιά μέσα στην Χαλκηδόνα
Και η Κωνσταντινούπολη στο μάτι του κυκλώνα
Μοιάζει να μπαίνει η άμοιρη ως περικυκλωμένη
Τέλος Ιούλη οι Άβαροι, -καιρός πλέον δε μένει
Στήνουνε μηχανήματα και την πολιορκούνε
Άνδρες χιλιάδες, εκατόν πεντήκοντα θα πούνε,
Ήταν η πλέον πιθανή δύναμη των Αβάρων
Κι έλειπε κι ο Ηράκλειος κατά άλλων βαρβάρων
Στη Μικρά Ασία, των Περσών, αφήνοντας το γιο του
Τον Κωνσταντίνο ανήλικο πίσω του βοηθό του
Που ο πατριάρχης Σέργιος κι ο μάγιστρος ο Βώνος
Τον επιτρόπευαν κι οι δυο που είχε μείνει  μόνος
Απ’ την αρχή οι Βυζαντινοί ήδη θα δοκιμάσουν
Τον άπληστο τον Χάγανο γλυκά να δελεάσουν
Δίνοντας χρήματα, χρυσό, που θα τα θέλαν όλοι 
Μα κείνος ασυγκίνητος θα μείνει και την Πόλη
Ζητά να παραδώσουνε, μιας και υποδαυλίζαν
Πάντοτε οι Βυζαντινοί κινήσεις που πασχίζαν
Να κάνουν ανεξάρτητους τους Σλάβους κάθε τόσο
Απ’ των Αβάρων τα δεσμά κι αυτό κρατούσε όσο
Καιρό ο Χάγανος ήταν στην εξουσία.
Μονόξυλα πλοιάρια που φτιάξαν στην ουσία
Οι Σλάβοι, στον Κεράτιο ρίχνει να επιβιβάσει
ΌΛα του τα στρατεύματα, και των Περσών εκείνα
Που ήρθαν θα επιβιβασούν στις τρεις του άλλου μήνα
Μ’ άλλα πλοία μονοξυλα στον Βόσπορο θα μπούνε
Έξι Αυγούστου οι Άβαροι πρώτα θα επιτεθούνε
Σε ασθενές τμήμα τειχών και σ’ εκκλησιά θα μπούνε
Της Παναγιάς των Βλαχερνών . Θα οχυρωθούν κει πέρα
Παρόλα αυτά, Βυζαντινό, την επομένη μέρα,
Δίκτυο κατασκοπευτικό, το σύνθημα θα μάθει
Για των πλοίων επίθεση και θα αποφύγει λάθη
Μα και παγίδα έξυπνη ο Βώνος θα τους στήσει
Φωτιές ανάβοντας εκεί που ‘χαν αποφασίσει 
Θέση “Πτερόν” λεγότανε, για να επιτεθούνε
Τα Σλάβικα πλοιάρια θα αποδεκατιστούνε
Την ίδια τύχη βρίσκουνε κι οι Πέρσες μες στα πλοία
Καθώς ένα εικόνισμα κάνουνε λιτανεία
Της Παναγιάς, Βυζαντινοί επάνω απ’ τα τείχη
Και όλοι βλέπουν την Κυρά που έχουνε την τύχη
Να προστατεύει φρούριο απόρθητο την Πόλη
Να κυνηγάει τους εχθρούς όπου την τρέμουν όλοι
Χιλιάδες τέσσερις, θα πουν, πως χάσαν την ζωή τους
Οι πολιορκημένοι θάρρεψαν στη νίκη τη δική τους
Κι ακούγοντας πως σύντομα στην Πόλη καταφθάνει
Ο αδερφός του βασιλιά, Θεόδωρος, ορμούνε
Κι από τα τείχη βγαίνουνε να αντεπιτεθούνε
Ο Χάγανος αποχωρεί και παίρνει το στρατό του
Και δεν τους ξαναενοχλεί μήτε στο όνειρό του
Μαζί όμως με τους Άβαρους κι οι Πέρσες με αισχύνη
Γυρίζουν στην πατρίδα τους, κι ο αρχηγός τους χύνει
Δάκρυα ο Σαρβαραζάς και πίσω δεν κοιτάζει
Η νίκη θριαμβευτική και ο λαός την τάζει
Στην Παναγιά των Βλαχερνών καθώς όλοι το νιώσαν
Πως οδηγούσε η Κυρά κι έτσι της αποδώσαν
Όλα τα νικητήρια. Πήγαν στην εκκλησιά της
Και ψάλαν τον Ακάθιστο Ύμνο εκεί μπροστά της
Όρθιοι κλήρος και λαός, τη Υπερμάχω Στρατηγώ


Βασισμένο και εμπνευσμένο από το Θερινό Συναξάρι του αρχιμανδρίτη Ανανία Κουστένη και την ιστοριία όπως αναγράφεται στον ακόλουθο σύνδεσμο: https://www.sansimera.gr/articles/960

Monday, August 7, 2017

Τραγούδι του αγίου οσιομάρτυρα Δομετίου του Πέρση και των δύο μαθητών του


Στου Κωνσταντίνου έζησε τα χρόνια του Μεγάλου
Που ο κόσμος κάποιου αντίστοιχου δεν είδε ως τώρα άλλου
Ο άγιος Δομέτιος. Αν και ειδωλολάτρης
Πλησίασε τον Άβαρο που ήταν Χριστού λάτρης
Η Χάρη τον οδήγησε, κι ο Άβαρος το νιώθει
Σε γη καλή και αγαθή σπαρμένοι ήταν οι πόθοι
Που είδε στον Δομέτιο και θα τον κατηχήσει
Μα σαν να γίνει χριστιανός ζητά, θα του συστήσει
Απ’ την Περσία, όπου ζουν, καλύτερα να φύγει
Εκεί οι πιστοί διώκονται κι αυτό το αντέχουν λίγοι
Στη Νίσυβη κατέφυγε, όπου Ιράκ καλούμε
Κι ένας επίσκοπος εκεί, τον βάφτισε. Να πούμε
Πως τέτοια χαρά γέμισε, δεν ξέρει τι να πράξει
Και μόλις βρίσκει μια μονή, ζητά να κατατάξει
Στο τάγμα το μοναχικό και σώμα και ψυχή του
Κι έτσι, εκάρη μοναχός. Τόση η δούλεψή του
Στα έργα τα πνευματικά, ώστε θα ξεχωρίσει
Σε αγάπη και ταπείνωση και πίσω του θα αφήσει
Αθέλητα κι αβίαστα τους άλλους τους πατέρες
Σε ύψη ανεβαίνοντας μέσα σε λίγες μέρες
Ο αρχέκακος των ημερών θα τον ζηλοφθονήσει
Και στις καρδιές των μοναχών τον φθόνο θα κινήσει
Έτσι, όπως ο Κύριος διά φθόνο Σαδουκαίων
Αλλά και των υποκριτών αυτών, των άλλων, Φαρισαίων 
Θα φύγει, έφυγε κι αυτός. Τα μάτια του θα πάρει
Και στη Θεοδοσιούπολη θα φτάσει καθώς άρει
Με υπομονή Ιώβεια, σταυρό που  αγαπάει.
Στου Ερζερούμ τα χώματα σαν έφθασε ζητάει
Σέργιου και Βάκχου τη μονή. Τον δέχονται με αγάπη
Τον γράφει ο ηγούμενος αμέσως στο κιτάπι
Της άγιας του κι ευγενικής καρδιάς και τον χειροτονάει
Σε διάκονο, διαβλέποντας πόσο ψηλά θα πάει
Αν κάπου, όντως γίνεται, κάποιοι να μη μας θέλουν
Κάπου αλλού, στα σίγουρα, άλλοι μας παραθέλουν
Μα όταν ο Ουρβέλιος θα το αποφασίσει 
Πρεσβύτερο τον άγιο κάποτε να τον χρίσει
Ο άγιος σηκώνεται και φεύγει, γιατί δόξα
Δεν θέλει, ούτε της τιμής τα φαρμακώδη τόξα
Σε ένα βουνό κατέφυγε κι εκεί έμεινε μόνος
Ο καύσωνας  το  στέμμα του και ο χειμώνας  θρόνος 
Μέσα σε σπήλαιο τεχνητό έμεινε, προσευχόταν
Κι αγίασε τόσο πολύ, θαυματουργός γινόταν
Που πλήθος έρχονταν σ’ αυτόν άρρωστοι, πονεμένοι
Και έβρισκαν παρηγοριά πολλοί αναγκεμένοι
Ειδωλολάτρες, χριστιανοί τον άκουγαν, μεθούσαν
Τα λόγια και τα έργα του, αυτούς παρηγορούσαν
Πλήθος πολύ βαφτίζονταν, ώσπου να έρθει η μέρα
Που πήγε ο Ιουλιανός ο Παραβάτης πέρα
Στα μέρη εκείνα, πόλεμο με Πέρσες να αρχινήσει
Τη  φήμη του Δομέτιου θα την ζηλοφθονήσει
Και τους φανατικούς σ' αυτόν στέλνει ειδωλολάτρες
Για να τον αφανίσουνε. Μαζί με τους δύο άντρες
Που μαθητές του ήτανε,  οι τρεις τους προσευχόνταν
Παίρνουνε πέτρες και πετούν επάνω τους, κι ερχόνταν
Βροχή το πετροβόλημα, ωσότου τους σκεπάσαν
Ωσάν τον Πρωτομάρτυρα, οι τρεις τους αγίασαν.  
Απαύστως συνεχίζουνε  όμως την προσευχή τους
Στων ουρανών τη θαλερή και άγια μονή τους.




Εμπνευσμένο από το Θερινό Συναξάρι του αρχιμανδρίτη Ανανία Κουστένη και τον Ορθόδοξο Συναξαριστή.