Tuesday, February 9, 2010

Ασκήσεις εδάφους (άσκηση 11η)


Δευτέρα 8 Φεβρουαρίου του 2010, Αγίου Θεοδώρου Στρατηλάτη και Προφήτου Ζαχαρία.
Ξυπνώ. Χουχουλιάζω μέσα στο άσπρο μου πάπλωμα, ενώ η ησυχία υποδηλώνει πως είμαι μόνη στο σπίτι. Είναι κατεβασμένο το παντζούρι, -όπως κάθε βράδυ και κάθε μσημέρι-, αφήνοντας μόνο τις πάνω πάνω τρύλιες του ανοιχτές στο πρωινό φως. Ακούω να σφυρίζει ο άνεμος. Χτυπούν τέντες, τενεκεδάκια πέφτουν, τραγουδούν τα λούκια ένα τραγουδι συριστικό. Τυλίγομαι ακόμα περισσότερο σ' αυτό το πάπλωμα που είναι από αληθινά φτερά χήνας. Μου το είχε κάνει δώρο η μαμά όταν πήγανε με τον μπαμπά ταξίδι στο Λονδίνο πριν χρόνια. Έχει ξεπουπουλιαστεί μετά από τόσα χρόνια, θα έπρεπε να το αλλάξω, να αγοράσω ένα καινούριο που θα ζεσταίνει περισσότερο, αλλά δεν το κάνω. Για κάποιον λόγο μου αρέσουν τα φθαρμένα αντικείμενα. Ίσως γιατί μου δίνουν παρελθόν, μνήμες, ιστορία. Τι θα ήμουν χωρίς αυτά; Θα μπορούσα να έχω παρόν χωρίς παρελθόν; Όχι. Δεν θα μπορούσα.

Η αγριότητα του χειμωνιάτικου αέρα με κάνει να νιώθω σα φύλλο εκτεθειμένο στο βοριά. Ανίσχυρο και φοβισμένο μη κοπεί, μη το πάρει και το πετάξει στο δρό΄μο. Το πάπλωμα μεταμορφώνεται σε ζεστή φωλιά, χέρια που αγκαλιάζουν προστατευτικά το φύλλο που γίνομαι. 

Λίγο μετά αποφασίζω πως ο αέρας είναι έξω από το σπίτι, το παράθυρο κλειστό, δεν είμαι φύλλο και δε χρειάζομαι προστασία. Αν και διατηρώ τις επιφυλάξεις μου για το τελευταίο αίσθημα, βάζω το σώμα μου σε κίνηση. Πρέπει να αναλάβω τον εαυτό μου και την ημέρα. Όσο άγνωστος μού είναι ο εαυτός μου άλλο τόσο και η μέρα. Όσο παρελθόν έχω εγώ, άλλο τόσο και αυτή. Σηκώνομαι. Πάντα χρειάζομαι έναν ικανό χρόνο προκειμένου να σηκωθώ απ' το κρεβάτι. Νομίζω πως αν σηκωθώ αμέσως μόλις ξυπνήσω θα πάθω εγκεφαλικό ή έμφραγμα. Δηλαδή, θα σπάσω το όνειρο βίαια. Δεν το θέλω και δεν το μπορώ. Λίγο λίγο, με το μαλακό.

Η κουζίνα είναι γεμάτη βραδινά πιάτα. Η μαμά της Ε., είχε εφτά παιδιά. Κάθε βράδυ έπλενε όλα τα πιάτα πριν πέσει για ύπνο. "Κάτσε βρε μαμά, τα κάνεις αύριο", της έλεγε η κόρη της, και πιθανόν και κάποια άλλα από τα πολλά παιδιά της, "κι αύριο μέρα είναι". "Τι λες καλέ, και ξέρω αν αύριο θα ζω ή θα πεθάνω; Να πεθάνω και να έρθουν οι συγγενείς και οι φίλοι και να βρουν το νιπτήρα σ' αυτό το χάλι; Να πουν πως ήμουν ανεπρόκοπη; Θεός φυλάξοι!"

Ο Θεός φύλαξε και η γιαγιά ζει ακόμη. Δεν μπορεί όμως να κουνήσει τα χέρια της, ούτε τα πόδια της, παρά κάθεται σε αναπηρικό καροτσάκι και την φροντίζουν τα παιδιά της.  Δεν μπορεί ούτε ένα πιάτο να πλύνει, όχι εφτά ή δεκατέσσερα. ΄Εχει ένα αντικλείδι η ζωή, αν αποφασίσεις πως εσύ κρατάς το κλειδί της. Ξεκλειδώνει τις αρχές σου και σου φανερώνει το δωμάτιο που σαν εφιάλτης ερχόταν πάντοτε στα όνειρά σου. Και όχι μόνον αυτό. Συνήθως σε αναγκάζει, χωρίς να σου δίνει και το δικαίωμα να φέρεις αντιρρήσεις, να ζήσεις μέσα σ' αυτό. Δε μοιάζει να σου φωνάζει πως πρέπει να εξοικειωθείς οπωσδήποτε με τους εφιάλτες σου, με ό,τι φαντάστηκες ανίερο, προσβλητικό, σίγουρα όχι κατάλληλο για σένα. Κι ακόμα να αποδεχθείς πως οι σοβαρές ή και λιγότερο σοβαρές, πάντως επίμονες επιλογές σου, δεν άξιζαν και τόσο το βάρος που τους είχες αποδώσει; 

Τι θέλει τέλος πάντων αυτή η ζωή; Μήπως να φύγουμε τελείως ελαφρείς, αφού θα έχουμε ζήσει τις προσωπικές μας διαψεύσεις και θα έχουμε δει κατά πρόσωπο και την άλλη της πλευρά που πάντοτε αποφεύγαμε; Βαριά ερωτήματα. Πάμε παρακάτω.

Βάζω τα πιάτα στο πλυντήριο. Πλένω κατσαρόλες και ταψιά, τα εύθραυστα ποτήρια του κρασιού, καθαρίζω το νιπτήρα. Βάζω κι ένα πλυντήριο ρούχα. Όσο κι αν θέλω να πάω παρακάτω, η κυρία Ζωή, είναι σήμερα εκεί στημένη σε μια γωνιά και με παρακολουθεί. Εντάξει, θα συνομιλήσουμε, αφού τόσο επιμένει.

Ξανά και ξανά, χρόνια τώρα, η ίδια ιστορία. Πλένουμε, βρωμίζουμε, ξαναπλένουμε και πάλι απ' την αρχή. Στην πορεία, πιάτα σπάνε και χειρολαβές φλυτζανιών, ξεπουπουλιάζεται το πάπλωμα κι ακόμα το αερίζουμε, σαπούνι, πετσέτα, νερό, πάλι, πάλι, πάλι. Ένα έργο επαναλαμβανόμενων σκηνών κάθε ώρα, κάθε μέρα, χρόνια ολόκληρα. Σκηνές που αν τις βλέπαμε σε μια ταινία του σινεμά, θα είχαμε φύγει από την αίθουσα γιατί θα μας είχε σπάσει τα νεύρα ο σκηνοθέτης. Εδώ όμως καθόμαστε. Μπορεί κάποτε να βαριόμαστε, άλλοτε να θυμώνουμε, άλλοτε να τα αναβάλλουμε, αλλά κάποια στιγμή θα αναλάβουμε ξανά αυτή την επανάληψη γιατί αλλιώς δε γίνεται. Μέσα της μεγαλώνουμε. Ναι, μέσα σ' αυτήν την επανάληψη μεγαλώνουμε και μέσα ακριβώς απ' αυτήν την καθημερινή ρουτίνα, ενωνόμαστε με όλον τον κόσμο, με όλους τους ανθρώπους που κάνουν κι αυτοί όπως εμείς, όπως εγώ, τις ίδιες ακριβώς κινήσεις, για τις οποίες δεν κάνουμε ποτέ λόγο. Διότι προτιμούμε να κάνουμε λόγο για όσα μας διαφοροποιούν ή που νομίζουμε πως μας διαφοροποιούν. Μόνον που ο λόγος είναι λόγος και η πράξη πράξη. Δεν είναι σποουδαίο πως όλοι οι άνθρωποι του πλανήτη, θα πιουν νερό σ' ένα ποτήρι και μετά θα το ξεπλύνουν, θα ξαπλώσουν σ' ένα σεντόνι που μετά θα το βάλουν σ' ένα πλυντήριο ή θα το πλύνουν στο χέρι, θα ιδρώσουν, θα λερωθούν και μετά θα κάνουν ένα μπάνιο; Δεν είνα στ' αλήθεια πολύ παρήγορο το ότι δεν είναι και τόσο στο χέρι μας να μην είμαστε ένα;

Η ωραία κυρία μου χαμογελά σχεδόν ειρωνικά. Η Ζωή μοιάζει σα να μου λέει: "Νομίζεις πως τώρα κατάλαβες κάτι από μένα, ε; Τώρα θα σου δείξω εγώ! Ο άστεγος που είδες προχθές στην ταινία, δεν πλένει πιάτα, δε βάζει πλυντήρια, δεν κάνει ντουζ. Κατάλαβες;"

Με αιφνιδιάζει, όπως τόσο της αρέσει να κάνει και όπως έχει το αποκλειστικό προνόμιο μόνον αυτή να δικαιούται. Κατάλαβα. Τι κατάλαβα; Τίποτα! "Γιατί λοιπόν διαφοροποιούμαστε; Γιατί κάποιοι κάνουν έτσι και κάποιοι άλλοι αλλιώς;", τη ρωτώ. Σαν την απάντηση που μας έδιναν οι γονείς μας όταν μας έβαζαν να κάνουμε καμιά δουλειά που δε μας άρεσε κι εμείς όλο αντίδραση ρωτούσαμε: "Μα γιατί, γιατί;"
 "Γιατί έτσι.".
Επιτέλους μια σοβαρή απάντηση. Γιατί έτσι.
Ποιος είσαι εσύ που θες όλα να τα καταλάβεις;

Monday, February 8, 2010

Ασκήσεις εδάφους (άσκηση 10η)



Κυριακή της Απόκρεω. Ο Κ. φεύγει νωρίς για τον Άγ.Νικόλατο τον Ορφανό, να βοηθήσει στο ψαλτήρι, γιατί λείπει ο αριστερός ψάλτης. Γύρω στις 9 σηκώνομαι, ντύνομαι βιαστικά και φεύγω με το λεωφορείο. Παίρνω το Νο 23 που περνά μπροστά από το σπίτι, διασχίζει τον δρόμο που περνά έξω από το Επταπύργιο και μετά μέσα απ' αυτό και κατηφορίζει μέχρι το κέντρο της πόλης. Δυο στάσεις μετά την Πορτάρα κατεβαίνω μπροστά στους Αγ.Ταξιάρχες, και σε δυο λεπτά βρίσκομαι στον μικρό ναό στον οποίο εκκλησιάζομαι τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια, ένα κόσμημα του 14ου αι., της Παλαιολόγειας εποχής, μέσα σ' έναν κήπο γεμάτο δέντρα, χελώνες, θάμνους και κυπαρίσσια. Εκτός από την παρουσία των θαυμάσιων τοιχογραφιών, αυτός ο ναός έχει την προτίμησή μου γιατί δεν γίνονται κηρύγματα, δεν έχει μικρόφωνα ούτε μεγάφωνα, είναι μικρός και τον φροντίζουν απλές, λαίκές, ευσεβείς γυναίκες της γειτονιάς που φέρουν και την ευθύνη για το άνοιγμά του, μιας και μετά τους σεισμούς παρέμεινε για χρόνια κλειστός. Η μια φροντίζει τα κεριά, η άλλη κάθεται στο παγκάρι, η τρίτη καθαρίζει.

Μπαίνοντας βλέπω πως δεν έχω ψιλά, μου λέει η μία απ' αυτές η κυρά Φ.: "Δεν πειράζει, ο Άγιος δίνει και με πίστωση". Η δεύτερη, που στέκεται πάντα πίσω απ' το παγάρι η κυρά Ό. σχολιάζει το κρύο και η τρίτη η κυρά Κ. που μόλις έχει σβήσει τα γερασμένα κεριά: "Δεν σας είδαμε την περασένη Κυριακή", "Ναι, ήμασταν σ' ένα μνημόσυνο". Αυτές οι τρεις γυναίκες είναι πλέον κάτι σαν τις θειες που δεν έχουμε, λίγο σαν τις γιαγιάδες μας, αν και δεν είναι τόσο μεγάλες στην ηλικία, πάντως έχουν μια έννοια για όλους όσους προσερχόμαστε τόσα χρόνια εκεί. Εκεί όταν γιορτάζουν κι αυτές, αλλά κι εμέίς, πηγαίνουμε όλοι μ' ένα κουτί γλυκά και κερνιόμαστε. Εκεί θα πούμε τα πρώτα Κάλαντα, εκεί μεγάλωσαν τα παιδιά μας Μυροφόρες τόσες και τόσες Μεγάλες Παρασκευές. Οι ιερείς είναι συνήθως νέοι και αλλοδαποί που διαμένουν στο οικοτροφείο της Μονής Βλατάδων, της οποίας ο ναός είναι μετόχι. Με σπασμένη προφορά, αλλά άρτια ευλάβεια και σεμνότητα, αυτοί οι ιερείς επιτελούν κάθε Κυριακή τη λειτουργία, μιας και Μυστήρια άλλα στον ναό δεν πραγματοποιούνται. 

Ναι, αυτός ο ναός, είναι το δεύτερο σπίτι μου και όταν λείπω από την πόλη τις Κυριακές, μου λείπει πολύ. Είναι μια φωλιά, μια κιβωτός ζεστή και φιλόξενη, είναι καταφυγή και στήριγμα στη ζωή μου. Εκεί έχω τη θέση μου, πηγαίνω στο δεξιό κλείτος όπου απ' τη μια μεριά προς τον τοίχο στέκονται οι γυναίκες και αριστερά του μικρού διαδρόμου οι άνδρες, χωρίς να είναι πολύ αυστηρά τα όρια. Προχωρώ μπροστά ώστε να μη διασπώμαι από το μπες βγες των ανθρώπων. Πλάι στις γιαγιάδες με τις οποίες λέμε πια και μια κουβέντα παραπάνω και παντως καλημεριζόμαστε πάντα. Στο σκαλάκι μπροστά μου, σ' αυτό το τμήμα που είναι σαν προέκταση του μικρού ιερού χωρίς ωστόσο να υπάρχει έξοδος από το ένα τμήμα στο άλλο, -πρέπει να κατέβεις από την Ωραία Πύλη για να μπεις εκεί-, στέκομαι βλέποντας τις εικόνες, το καλοριφέρ που καίει το χειμώνα γιατί ο ναός μπάζει από παντού, τα παιδάκια που κάθονται χάμω στο σκαλί και συνήθως τραβώ το μικρό χαλάκι να το φέρω στο χείλος του σκαλιού για να μην κρυώνουν.

Συχνά παρακαλώ τον Θεό, όταν θα έρθει η ώρα να με πάρει, να βρίσκομαι εκεί ακριβώς, και μάλιστα ίσως φανεί αστείο, αλλά ζητώ συγκεκριμένα να πέσω κατά τέτοιο τρόπο ώστε το κεφάλι μου να είναι μέσα στο μικρό ιερό. Έτσι νομίζω πως ο θάνατος δεν θα είναι θάνατος. Εξάλλου είχα πάντα μια λαχτάρα να μπαίνω στο ιερό όταν έβλεπα τα μεγάλα αδέρφια μου που ήταν αγόρια να το κάνουν. Είναι ίσως μια παιδική και ως εκ τούτου αφελής προσευχή, αλλά αυτή είναι. "Παρθενίου επισκόπου Λαμψάκου και Λουκά" λέει ο ιερέας και ακολουθεί το "Δι' ευχών". Κάθομαι λίγο μέχρι να περάσει ο κόσμος για το αντίδωρο.

Πηγαίνω στο σπίτι και τηγανίζω μια συκωταριά. Είναι το τελευταίο φαγητό που θέλω να τρώω πριν ν' αρχίσει η νηστεία της Μ.Τεσσαρακοστής. Είμαι τόσο ανόήτη, ώστε ελπίζω πως δε θα μου λείψει αν τη φάω την τελευταία αρτήσιμη μέρα. Κάνω κι ένα απλό πιλάφι και φεύγουμε με τον Απ. και τον Δ., τους αγαπημένους φίλους, για τους άλλους φίλους που ζουν έξω από τη Θεσσαλονίκη, στην εξοχή δυτικά της πόλεως. Οδηγά ο Κ. και πάμε με το δικό μας αμάξι γιατί το Picasso του Δ. έχει προβλήματα. Δεν μπορώ να μη σημειώσω τον ενθουσιασμό μου όταν μπήκα σ' αυτό το αυτοκίνητο μόλις το είχε αγοράσει ο Δ. και έβαλε σε λειτουργία του υαλοκαθαριστήρες. Ανοίγουν αντίθετα, σαν αυλαία σε θέατρο και είναι τόσο μεγάλη η ορατότητα που μοιάζει να μην είσαι σε αμάξι, αλλά έξω. Είναι ο ζωγράφος φίλος μου. Εκλεκτός της καρδιάς μου. Τον είχα δάσκαλο στο Τμήμα Θεάτρου, στη Σκηνογραφία και μπορώ με βεβαιότητα να πω πως ήταν ο καλύτερος δάσκαλος που είχα ποτέ. Είχε το χάρισμα να προχωρά κάθε μαθητή ανάλογα με το στάδιο που βρισκόταν. Τον οδηγούσε ανεπαίσθητα και χωρίς βία στο επόμενο σκαλί, όχι σύμφωνα μ' αυτό που είχε ο ίδιος σαν δάσκαλος στο μυαλό του, αλλά μ' αυτό που ήταν ο μαθητής. Ίσως η φύση του, ίσως η ευφία του, ίσως το ζωγραφικό του βλέμμα ή η μεγάλες περιπέτειες της υγείας του που συχνά τον έφεραν αντιμέτωπο με το θάνατο, ο Δ. για μένα είναι πολύτιμος και σπάνιος σα διαμάντι.

Λατρεύω τις Κυριακές με φίλους. Έτσι πρέπει να είναι οι Κυριακές. Το σπίτι του Α. και της ¨Ο. είναι ένα όνειρο μέσα στη φύση. Το σχεδίασε ο Καλογήρου μη παίρνοντας δραχμή για τη μελέτη, διότι ο Α. του είπε: "ξέρεις πως εγώ θέλω ένα χώρο να γράφω, η Ό. ένα χώρο να ζωγραφίζει, τι χρειάζεται ένα σπίτι τα γνωρίζεις επίσης, κάνει ό,τι θέλεις". Τόσο συγκινήθηκε ο σπουδαίος αρχιτέκτονας που επιτέλους κάποιος τον άφησε ελεύθερο να κάνει αυτό που θέλει, που δεν πληρώθηκε.

Η Ό. έχει ψιλοκόψει μαρούλι και λάχανο. Κανείς δε τη φτάνει σ' αυτό. Τρώμε, πίνουμε κρασί, μιλάμε, γελάμε, ενώ η ξυλόσομπα μπουμπουνίζει. Αυτή είναι η Σαλονικιώτικη συντροφιά μου. Το πνευματικό μου έδαφος που με ξεδιψά σ' αυτήν την πόλη. Κάποια στιγμή η συζήτηση πηγαίνει στο τσιγάρο. "Στη διάσκεψη της Γιάλτας", λέει ο Α., "Ο Ρούσβελτι καπνίζει, ίσως και ο Στάλιν, ενώ ο Τσώρτσιλ έχει ένα πούρο. Σήμερα θα ήταν αδιανόητη μια τέτοια εικόνα για τους σύγχρονους αρχηγούς κρατών." Και συνεχίζει ακάθεκτος ο διανοητής φίλος μου: "Το τσιγάρο εξοβελίζεται από παντού ως στοιχείο ανάπαυλας και χαλάρωσης. Δεν έχει καμία θέση στη σημερινή κοινωνία που θέλει τον άνθρωπο παραγωγικό στο έπακρο και σε συνεχή εγρήγορση" 

Είναι αλήθεια πως πολλές φορές με απασχόλησε η παντελής απαγόρευση του τσιγάρου και μάλιστα σε χώρες στις οποίες ταξιδεύω και όπου υπάρχουν χώροι για να ικανοποιούν τα πλέον απίστευτα καπρίτσια του ανθρώπου. Πού θα οδηγήσει η εργασιακή εξουθένωση του ανθρώπου; Πού θα τον φέρει η απουσία του κενού χρόνου που αποδεικνύεται ο πλέον ωφέλιμη για τη σκέψη και την ψυχή του; Σε τι θα ελπίσουν και πώς θα διαμορφωθούν οι άνθρωποι δεν θα γνωρίσουν την πολυτέλεια του τίποτα; Δεν μπορεί ο άνθρωπος να μετατραπεί σε μηχανή χωρίς να εκραγεί κάποια στιγμή. Δεν μπορεί να καταναλώνει μόνον ό,τι του προσφέρουν χωρίς να έχει στη διάθεσή του ώρες όπου απλά δεν κάνει τίποτα: κοιτάζει, χάσκει, ξεχνιέται, ονειρεύεται. Αγαθά για τα οποία σε λίγο μάλλον θα πρέπει να παλέψουμε για να τα ανακτήσουμε.

Κάποιες στιγμές ενώ η συζήτηση κορυφώνεται, συνομιλώ με τον Δ. που έχω απέναντί μου, σαν να είμαστε κάτω από μια γέφυρα προστατευτική. "Όλα είναι ζήτημα δύο επιλογών, ή αυτό ή εκείνο;", τον ρωτώ. "Αυτό, συμβαίνει αν αντιλαμβάνεσαι το κόσμο ως μπροστά, αυτό που βλέπεουν τα μάτια σου, και ως πίσω, αυτό που υπάρχει στην πλάτη σου. Αν αντιληφθείς τον κόσμο τρισδιάστατο, τότε ενεργοποιείται και η πλάτη και έχεις μια σφαιρική αντίληψη του κόσμου που τροποποιει και τις επιλογές σου", μου απαντά. Δεν ορίζει το σε "τι" και στο "πώς" τροποποιούνται οι επιλογές, απλά γιατί είναι άνθρωπος με σοφία. Το τι και το πώς του καθενός είναι αλλιώτικο και το βρίσκει καθένας μόνος του.

Μας καλούν στο σπίτι τους άλλοι φίλοι να περάσουμε το βράδυ. Δεν πηγαίνουμε όχι μόνον γιατί θέλουμε να δουλέψουμε, αλλά και γιατί χρειαζόμαστε αυτό το κενό που είναι σαν ένα χωράφι. Σπάρθηκε αρκούντως και ζητά λίγη ανάπαυση πριν βάλει μπρος για να καρποφορήσει.


Sunday, February 7, 2010

Ασκήσεις εδάφους (άσκηση 9η)


Παρακευή βράδυ, λίγο πριν πέσουμε για ύπνο, μου θυμίζει ο Κ. πως ξημερώνει Ψυχοσάββατο. Στεναχωριέμαι που δεν το ήξερα για να προετοιμαστώ όπως θα έπρεπε και θα ήθελα. Οι νεκροί μας αυξήθηκαν τα τελευταία χρόνια. Ούτε ένας, ούτε δύο. Μεγάλοι και παιδιά. Θέλω οπωσδήποτε να φτιάχνω κόλλυβα. Ανοίγω το ντουλάπι με τα βάζα από το γάλα Γεωργικής Σχολής, μέσα στα οποία φυλάγω τα όσπρια. Ανάμεσα στο ρύζι και τα φασόλια βρίσκω ένα με λίγο σιτάρι. Ευτυχώς έχω στο ψυγείο λίγα φουντούκια και αμύγδαλα ωμά. Κάτι γίνεται. "Παλεύεται" που λεν και τα εφηβάκια. Βράζω στον βραστήρα νερό και αφήνω μέσα το σιτάρι όλη τη νύχτα. 

Ξυπνώ το πρωί και βλέπω πως δε χρειάζεται βράσιμο, είναι έτοιμο. Στο αντικολλητικό τηγάνι φέρνω λίγες βόλτες τα φουντούκια και μετά τα αμύγδαλα ίσα ίσα να πάρουν λίγο χρώμα, αφού τα ψιλοκόψει το μπλέντερ. Άντε και δυο χούφτες αλεύρι. -Τι μπέρδεμα είχα από παιδί, κάθε φορά να αναρωτιέμαι: πώς το λέμε, χούφτες ή φούχτες; ακόμα δεν είμαι σίγουρη-. Τα ανακτεύω, βάζω και λίγη κανέλα. Δεν έχω άχνη. Χτυπάω και λίγη ζάχαρη στο μπλέντερ, και όλα είναι εντάξει. Δεν είναι και τα καλύτερα κόλλυβα που έχω φτιάξει, αλλά έκανα ό,τι μπορούσα. Μα όταν θα έρθει η ώρα να τα δοκιμάσω, για μια ακόμη φορά θα διαπιστώσω πως το ελλειματικό συχνά είναι ανώτερο από το ολοκληρωμένο, το πλήρες, το άρτιο. Κάποιο μυστικό υπάρχει που ακόμα δεν το έχω αποκρυπτογραφήσει.

Με το που φτάνουμε στη Μονή Βλατάδων παγώνουμε. Στην Ωραία Πύλη ο π.Ν. διαβάζει το τελευταίο όνομα και ο ψάλτης ξεκινά να ψάλλει μεγαλοπρεπώς το "Αιωνία η μνήμη". Γυρίζω και βλέπω τον Κ. όπου από στεναχώρια όλα τα χαρακτηριστικά του προσώπου του έχουν χαμηλώσει. Τον σπρώχνω στον αγκώνα να προχωρήσει. Δεν κουνιέται. Τον σπρώχνω λίγο παραπάνω: "Πήγαινε τώρα, πήγαινε", λέω, και ξεκινά να προχωρά. Ξαφνικά ο ιερέας διακόπτει αιφνιδιαστικά τον ψάλτη και προσθέτοντας τις δύο μικρές αλλά καίριες λέξεις "και υπέρ", διαβάζει τα ονόματα των νεκρών μας.

Τέτοια μέρα αισθάνομαι πως ενώνεται η γη με τον ουρανό. Νιώθω βαθιά μέσα μου πως εκεί πάνω γίνεται μεγάλο πανηγρύρι και γεμίζω χαρά. Ένα πανηγύρι όλως διάφορο απ' αυτό των Αποκριών. Σ' αυτό είμαι μέτοχος και συνεργός, πανηγυριστής με τα όλα του, έστω και την ύστατη στιγμή.

Μετά την απόλυση και ενώ στον νάρθηκα και έξω στην αυλή οι γυναίκες μοιράζουν τα κόλλυβά τους στους μη έχοντες, βγαίνει ο π.Ν. και του λέω:
- Σε περίπτωση που αν, λέμε τώρα, αν μπούμε τελικά στον Παράδεισο, θα είμαστε οι της δωδεκάτης...
-Δεν πειράζει, και την δωδεκάτη να έρθετε, θα μπείτε, απαντά γελώντας.
-Πολύ φοβάμαι όμως πως ενδέχεται να είναι δώδεκα και κάτι...

Μένω λίγο παραπάνω μέσα στον ναό. Τέτοια ώρα που ήρθα δε μου πάει καρδιά να ξεκολλήσω. Θυμάμαι τα λόγια της γερόντισσας Γαβριηλίας που παρότρυνε να μην φεύγουμε από τον ναό αμέσως μετά τη Λειτουργία. "Οι άγγελοι είναι ακόμα εκεί", έλεγε, "μείνετε λίγο μαζί τους".

Επιστρέφω στο σπίτι και αφού συμαζέψω το μπάχαλο της κουζίνας και του σαλονιού που ακόμα μια χαρά βαστά τα πρώτα μας φοιτητικά έπιπλα -ο μεσήλικας αρχιτέκτονας φίλος όταν μπήκε στο σπίτι πρώτη φορά ανέκραξε έκπληκτος: "μα εσείς είστε φτωχοί!", ζήτημα που ποτέ δεν έτυχε να με απασχολήσει ιδιαιτέρως-, βάζω μια σούπα με μοσχαράκι και λαχανικά να βράσει για να έρθει να φάει κι ο μπαμπάς που τρώει νωρίς και έχει μείνει αυτές τις μέρες χωρίς τη μαμά που λείπει απ' τη Σαλονίκη. Απλώνω τα ρούχα και παίρνω τηλέφωνο το μάστορα να έρθει να φτιάξει το στεγνωτήριο που εδώ και δέκα μέρες έχει χαλάσει. Μένω με το ακουστικό στο χέρι καθώς τον ακούω: "Να μπεις στο ίντερνετ, να πατήσεις Miele, τον τύπο του πλυντηρίου και μετά να πας στα "προβλήματα", να διαβάσεις τις οδηγίες και θα το φτιάξεις". Λοιπόν, αυτή την πλευρά της δικτυακής εποχής μου είχε διαφύγει. Έπρεπε να μου την επισημάνει ο μάστορας, ο οποίος απ' ότι φαίνεται μάλλον εξέπεσε πλέον στην συμπαθή τάξη των τηλεφωνητών που δίνουν πληροφορίες...

Ξεκουράζομαι το μεσημέρι, ξυπνώ, πίνω τη σοκολάτα μου, γράφω, και το βράδυ ο Κ. απλώνει το άσπρο σεντόνι πάνω στη βιβλιοθήκη, στηρίζοντάς το κάτω από τα κεραμικά που μου έχει κάνέι δώρο ο πιο ηλικιωμένος φίλος μου -μοιράζει τα συλλεκτικά του προσφιλή αντικείμενα στους φίλους του ώστε όταν πεθάνει να μην καταλήξουν στους παλιατζήδες τους οποίους όμως επισκέπτεται κάθε μέρα ανελλιπώς-. Ο προτζέκτορας ανάβει και ξεκινά η προβολή της ταινίας "The Soloist".

Ένας δημοσιογράφος των Times του Λος Άντζελες πάνω στην προσπάθειά του να γεμίσει τη στήλη του στην εφημερίδα, σταματά μπροστά σ' έναν Αφροαμερικανό που παίζει στο δρόμο ένα βιολί που του έχουν απομείνει δύο χορδές. Ξεκινά μια σχέση ανάμεσα στους δύο άντρες που ξεπερνά το κίνητρο του άρθρου. Ο εξαιρετικά ταλαντούχος μουσικός είναι άστεγος και σχιζοφρενής όπως αποκεικνύεται στη συνέχεια. Το όνειρό του είναι να αποκτήσει τις άλλες δύο χορδές για να μπορεί να παίζει Μπετόβεν. Πιστεύει ακράδαντα πως οι πλέον κατάλληλες συνθήκες για την μουσική του είναι οι πολύβουοι δρόμοι και πως το πεζοδρόμιο τού εξασφαλίζει τον απαιτούμενο αέρα που απουσιάζει από τα διαμερίσματα. Είναι βέβαιος πως ο Μπετόβεν κυκλοφορεί στους δρόμους και όχι στις αίθουσες μουσικής.

Κρατώ την σκηνή όπου απλώνει τα χαρτιά του στο δρόμο για να κοιμηθεί, ενώ δίπλα του κάθεται ο δημοσιογράφος ολότελα απελπισμένος που δε μπορεί να βοηθήσει τον φίλο του να ζήσει μια καλύτερη, κατά τη γνώμη του, ζωή. Λίγο πριν τον πάρει ο ύπνος, ο μουσικός, λέει το "Πάτερ ημών". Ποτέ μου δεν έχω ξανακούσει την κυριακή προσευχή, όπως ονομάζεται, τόσο αργά, τόσο καρδιακά, με τέτοια πίστη και αλήθεια ειπωμένη, ενώ ο φακός παίρνει πλάνα από τον δρόμο των άστεγων μαύρων, όπου άλλοι μεθυσμένοι χτυπιούνται, άλλοι βρίζονται, σε άλλους μοιράζεται φαγητό ενώ ακούγεται από τα χείλη του μαύρου η φράση : "... τον άρτον ημών τον επιούσιον δος ημίν σήμερον...". 

Σ' αυτό το σημείο λέω δυνατά:
-Αυτός ο άνθρωπος είναι ευτυχισμένος.
-Αυτό το λες εσύ που έχεις το σπιτάκι σου, τη ζέστη σου, καπνίζεις το τσιγάρο σου και πίνεις το κρασί σου, ενώ αυτός δεν έχει τίποτα, μου απαντά ορμητικά η έφηβη Κ.

Κάτι πάω να συμπληρώσω και παραιτούμαι από την εξωστρέφεια. Γι' αυτό μ' αρέσουν οι έφηβοι. Γιατί δε χαρίζονται, σου πετούν στα μούτρα την αλήθεια χωρίς προσχήματα και ρεβεράντζες. Και όμως, μέσα μου εξακολουθώ να σκέφτομαι πως η ευτυχία δεν είναι ζήτημα αγαθών, δεν είναι καν θέμα ανθρώπων που σε περιβάλλουν με αγάπη. Είναι θέμα ταπεινής καρδιάς. Μπορεί να τα έχεις όλα και η απληστία να ζητάς ακόμη περισσότερα να σε κάνει δυστυχή. Και ενδέχεται να μην έχεις τίποτα και να μη ζητάς τίποτα, -ίσως εκτός από δύο χορδές στο βιολί σου για να παίξεις Μπετόβεν, και να είσαι ευτυχής υπομένοντας σιωπηλά τη ζωή σου και τα βάσανά της.

Συνεπαρμένος ο δημοσιογράφος από τη μέθεξη που βλέπει κάποια στιγμή στο πρόσωπο του μουσικού, καθώς αυτός ακούει ένα κονσέρτο στο οποίο τον έχει πάει να παρακολουθήσει την πρόβα, ρωτά την πρώην γυναίκα του, τι είναι αυτό που έχει αυτός ο άνθρωπος και που ο ίδιος δεν το συνάντησε ποτέ και δεν το έχει νιώσει. Εκείνη του απαντά: η Χάρις. Ναι, νομίζω πως αυτή είναι η ευτυχία: η επίσκεψη της Χάριτος, που για παράδοξους λόγους προτιμά να κατοικεί στους πλέον ταπεινούς και καταφρονεμένους. Αυτό δεν αφαιρεί την ευθύνη μας για έναν ολόκληρο κόσμο που εμείς επιτρέπουμε να ζει κάτω από τέτοιες συνθήκες. Μοιάζει όμως με μια άλλης λογικής δικαιοσύνη. 

Όπως έλεγε και ο γιατρός στην ταινία του Κουροσάβα "Ο μεθυσμένος άγγελος": 
"Τι νομίζεις δηλαή, πως οι άγγελοι είναι ωραίες γυναίκες με ακριβά φορέματα που στροβιλίζονται χορεύοντας;". 


Άγγελοι αόρατοι στροβιλίζονται στο ναό και παίρνουν τα κόλλυβα να γλυκάνουν τους κεκοιμημένους. Άγγελοι στους δρόμους, στις παράγκες, στα παγκάκια ή στα νοσοκομεία, γίνονται σπόροι σιταριού να φάμε κι εμείς που πεινάμε ακόμα περισσότερο. Και η ζωή προχωρά... Πρέπει να μπω στο ίντερνετ να διαβάσω τις οδηγίες επισκευής του στεγνωτηρίου. 














Saturday, February 6, 2010

Ασκήσεις εδάφους (άσκηση 8η)


Ήρθε και η ΤσικνοΠέμπτη. Το πρωινό κυλά ήσυχα, προσπαθώντας να ξεκουραστώ από το ταξίδι της Αθήνας. Είναι μεγάλο κατόρθωμα για μένα να είμαι όλη μέρα στους δρόμους, χωρίς μεσημεριανή σιέστα, γνωστή στους Θεσσαλονικείς, άγνωστη στους Αθηανίους. Όταν όμως πάω για μια μέρα ένα ταξίδι, ε, δεν πάω για να κοιμηθώ, όσο κι αν με δυσκολεύει η απουσια του ύπνου. Και με δυσκολεύει πολύ. Προτιμώ όμως μια μέρα συμπυκνωμένη, παρά δυο αραιωμένες. Είναι ένα ντόμπιγκ εσωτερικό αυτό, προκειμένου να ζήσω αυτά που θέλω μέσα σε λίγο χρόνο, ώστε να γυρίσω γρήγορα στο σπίτι μου και στην πόλη μου, να τα επεξεργαστώ.

Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, τα μεσημέρια κοιμάμαι. Είναι μετρημένες στα δάχτυλα οι φορές που δεν έχω κοιμηθεί, κι αυτό ή λόγω κάποιου ταξιδιού ή μιας δουλειάς που με τίποτα δεν μπορεί να μετατεθεί άλλη ώρα. Είμαστε πέντε αδέρφια. Ο μπαμπάς δούλευε πολύ. Το πρωί στην εκκλησία, αφού είναι ιερέας και το απόγευμα στο νυχτερινό σχολείο, θεολόγος. Γυρνούσε στο σπίτι κάθε μεσημέρι να φάει και να ξεκουραστεί μια ώρα. Του ήταν απολύτως απαραίτητη αυτή η ώρα προκειμένου να συνεχίσει μέχρι αργά το βράδυ. Πέντε στόματα δεν ταϊζονται εύκολα. Ναι, δούλεψε πολύ σκληρά ο πατέρας μου για να μας μεγαλώσει, και δούλεψε με όλη του την ψυχή. Με το που έτρωγε, ορμούσε σα στρατηγός η μαμά στα δωμάτιά μας και μάς έβαζε όλους για ύπνο, θέλαμε δε θέλαμε. Οι συχνές αντιρρήσεις μας, έπεφταν στο κενό. Ο μόνος τρόπος για να μείνουν ήσυχα πέντε παιδιά ήταν να κοιμηθούν. "Κλείστε τα μάτια σας και μη κοιμάστε", ήταν το τελευταίο της επιχείρημα, που κανείς μας δε μπορουσε να αντικρούσει. Έτσι μάθαμε όλοι να κοιμόμαστε τα μεσημέρια μέχρι και σήμερα που άλλοι είμαστε πάνω κι άλλοι κάτω απ' τα σαράντα, πάντως όλοι εκεί γύρω, έχοντας ο ένας απ' τον άλλο δύο χρόνια διαφορά.

Με πολλή προσπάθεια τηγανίζω το μεσημέρι λίγες πατατούλες και πέφτω στο κρεβάτι μου. Με ακόμα μεγαλύτερη σηκώνομαι δυο ώρες μετά για να πάω στο Εργαστήρι, όπου τρεις φορές την εβδομάδα παρακολουθώ μαθήματα Κόμικς, (σκίτσο, σενάριο, στήσιμο, photoshop -που μου έχει βγάλει την πίστη). Δεν μένω τη δεύτερη ώρα, το τμήμα έτσι κι αλλιώς είναι τέτοια μέρα διαλυμένο, ανεβαίνω στο σπίτι να μαγειρέψω για το ζευγάρι των φίλων που θα έρθει να τσικνήσουμε μαζί. Περνάω από την Αριστοτέλους να βγάλω λίγα χρήματα από την Αγροτική. Τέτοια μέρα μάλλον δεν ξαναβρέθηκα στο κέντρο της πόλης. Μπαίνω σ' ένα τεράστιο, αχανές, λαϊκό και θορυβώδες πανηγύρι. Με δυσκολία περνάω μέσα από τον κόσμο που με ποικίλλους τρόπους, άλλοτε επιτυχήμενα κι άλλοτε ολότελα ανεπιτυχώς, είναι ντυμένος καρναβάλι. Δε δίνω ιδιαίτερη σημασία και είναι κυρίως η φασαρία και οι φωνές, τα μεγάφωνα που το καθένα παίζει δική του μουσική, που μ' ενοχλούν. Όσο περπατώ εστιάζω το βλέμμα μου στα μικρά παιδιά, αυτά που είναι ντυμένα και βαμμένα κουνελάκια, κλόουν, νεραϊδούλες και είναι χαρά Θεού να τα βλέπεις να κοιτούν με τεράστια απορία όλο αυτό που συμβαίνει γύρω τους. Η τσίκνα ανεβαίνει όλο και πιο ψηλά. Ο νυχτερινός ουρανός της πλατείας του Γάλλου αρχιτέκτονα Ernest Hebrend παραπέμπει στο κείμενο του Γιώργου Ιωάννου για την ομίχλη της πόλης, μόνο που η εν λόγω ομιχλη αναδύεται από τις απανταχού στημένες ψησταριές και όχι από την υγρασία. Φεύγω τρέχοντας, παίρνοντας ένα ταξί, φτάνω στο σπίτι κι αρχίζω το μαγείρεμα.

Ένα πιλάφι, -πάντα δύο φλιτζάνια μπονέτ κι ένα καρολίνα-, με λαχανικά. Ετοιμάζω τη σάλτσα: ντομάτα -απ' τα βάζα που φτιάχνω κάθε Σεπτέμβρη με ντοματάκια Ρόμα-, καρότα, κολοκυθάκια, πιπεριές πράσινες και κόκκινες και λίγο σκόρδο. Τα ανακατεύω όλα μαζί στο τέλος και τα αφήνω να πιουν το ζουμί τους. Καθώς η ώρα πλησιάζει στρώνω το τραπέζι, ανάβω τα κεριά που φτιάχνει ένας σχεδόν φίλος, απόφοιτος της Καλών Τεχνών. (Πηγαίνω στο μαγαζί του που είναι στην Προξένου Κορομηλά, ακριβώς στο πλάι της μητρόπολης, τον Άγ. Γρηγόριο τον Παλαμά, και αφού του παραδώσω τα υπολλείματα των προηγούμενων κεριών που δεν πετάω, αγοράζω τα καινούρια κι αυτός μου παραγγέλνει βιβλία. Έχουμε συνάψει συμφωνία πως θα πουλάμε ο ένας στον άλλον ό,τι παράγουμε. Είναι ένας κούκλος ευγενέστατος, γύρω στα τριάντα, δεν γνωρίζω το όνομά του, αλλά πάντα χαίρομαι όταν πηγαίνω στο μαγαζί του και τα λέμε.) Σε σιγανή φωτιά αρχίζω να τηγανίζω σουβλάκια, χοιρινά και κοτόπουλου. Ανάβω και το φούρνο και ψήνω λουκάνικα Τζουμαγάς. Κόβω από τις ζαρντινιέρες του μπαλκονιού τα τελευταία μαρουλάκια και φτιάχνω τη σαλάτα. Το κουδούνι χτυπά στην κατάλληλη στιγμή και ο Γ. με την Τ. μπαίνουν.
Η Τ. βλέποντάς με λέει την πρώτη ατάκα της βραδιάς:
"Δηλαδή εσείς είστε ακόμα χαρούμενοι;"

Καθώς καθόμαστε να ξεκινήσουμε το δείπνο η συζήτηση πηγαίνει στην οικονομική κρίση. Η Τ. έχει απίστευτη ενέργεια, είναι ξεχωριστά ευφιής και χιουμοριστική, ενώ ο Γ. καταφέρνει να απορροφά όλες τις σεισμικές δονήσεις της με την νηφαλιότητα που χαρακτηρίζει συχνά τους μουσικούς. "Άντε, τελευταία φορά τα τρώμε αυτά", λέει η Τ., "να το γυρίσουμε σιγά σιγά στις κονσέρβες, τις σαρδέλες και τα ούζα, τα πασατέμπο... Εγώ πάντως έχω αρχίσει να προετοιμάζομαι". Δεν τελειώνει καλά καλά τη φράση της και ο σύζυγός της αρπάζει την ευκαιρία να διευκρινήσει: "ναι, ξέρετε παιδιά, η γυναίκα μου έχει έναν ιδιαίτερο τρόπο να προετοιμάζεται για την επερχόμενη κρίση... ψωνίζοντας!". "Μα τι να κάνω; Του χρόνου δεν θα μπορώ, να μην αγοράσω φέτος δύο ζευγάρια μπότες, ένα μαύρο, ένα καφέ, δύο παλτά και μερικά ακόμα απολύτως απαραίτητα;". Για μια ακόμη φορά σκέφτομαι αυτή την ανάστροφη ψυχολογία που μας κυριαρχεί: ο φτωχός ξοδεύει, ο πλούσιος δεν ξοδεύει. 

Το κέφι ανεβαίνει, τα κρασιά κατεβαίνουν, το τζάκι που επιμελείται ανελλιπώς ο Κ. μας ζεσταίνει. Αποφασίζουμε να βάλουμε μπρος το cd με τα τραγούδια στα οποία έχω γράψει τους στίχους και είναι διαφόρων συνθετών και αρχίζουμε και συζητάμε για ενδεχόμενες φωνές που μπορούν να τα τραγουδήσουν, μιας κι εγώ δηλώνω πως αποχωρώ πια από το τραγούδι, δεν θα τραγουδήσω στο cd, όπως το έκανα στις συναυλίες των περασμένων χρόνων. Από πέρσι που πέθανε η δασκάλα μου, η Αναστασία, σταμάτησα τη μελέτη και αυτός ο κύκλος έκλεισε για μένα. Εξάλλου, δεν μου αφήνει περιθώρια πλέον το γράψιμο, που, προς το παρόν -γιατί αύριο δεν ξέρω τι θα μου καρφωθεί πάλι στο κεφάλι-, αυτό μ' ενδιαφέρει.

Παίζουν διάφορα ονόματα, όχι οι πρώτες φίρμες, αλλά οι δεύτερες. Πλάκα πλάκα, συνειδητοποιώ πως έχω γράψει σχεδόν ογδόντα τραγούδια, τα περισσότερα πάνω σε μουσικές και λίγα μόνο σε στίχους αυτόνομους.

Μπουκάρουν η Κ. και η Φ. που σ' όλη τη διάρκεια του δείπνου πηγαίνουν από το μικρό μπάνιο στο μεγάλο και τούμπαλιν και κάνουν είσοδο: έχουν φορέσει δικά μου φορέματα, γόβες, βάψιμο έξαλλο, μαλλί ξυμένο, βραχιόλια, αρώματα, φουλάρια. Κάτι τέτοιες ώρες αναρωτιέμαι για την γκαρνταρόμπα μου. Δεν θα έπρεπε να ανησυχώ που τα κορίτσια την θυμούνται πάντα και αποκλειστικά, τις Απόκριες; Νομίζω πως θα έπρεπε. Φεύγουν τρισευτυχισμένες οι μικρές θεές να βγουν με τις παρέες τους, αφού πρώτα τσακίζουν τα σουβλάκια από κοτόπουλο.

Το κρασί ακολουθεί κονιάκ εφτάστερο και σοκολατένια γλυκά. Ο μπαμπάς δεν μας άφηνε να ντυνόμαστε καρναβάλια. Η μαμά για να μη στεναχωριόμαστε, άνοιγε τη ντουλάπα της, όπως τώρα κάνουν μόνες τους οι κόρες, και μας έντυνε με τα ρούχα της. Δεν περνούσαμε κι άσχημα. Μια εικόνα όμως είναι καρφωμένη στο μυαλό μου και τέτοια μέρα επανέρχεται: μπροστά στο τζάμι του δωματίου όπου κοιμόμασταν οι τρεις αδερφές, έχω κολλημένο το μούτρο και κοιτώ κάτω τον χωματόδρομο και την αλάνα με τις Συκιές από όπου πήρε το όνομα της η συνοικία στην οποία ζω, να περνούν νεράιδες, κάου-μπόι, ζορό. Κι εγώ είμαι θλιμμένη που δεν είμαι σαν κι αυτούς. Ντρέπομαι γι' αυτά που φοράω, που δεν είναι κανονικά, αγορασμένα αποκριάτικα ρούχα, και δε θα βγω ούτε μ' αυτά που με έντυσε η μαμά μου να με δουν τα παιδιά της γειτονιάς. Με τα χρόνια προτιμώ να πιστεύω πως δε μ' ενδιαφέρει όλο αυτό το πανηγύρι. Ίσως γι' αυτό και φεύγω τρέχοντας από την πλατεία Αριστοτέλους. Σήμερα, έτσι κι αλλιώς δε μου λέει τίποτα και το ξέρω. Αν όμως τότε ήμουν κι εγώ σαν τα άλλα παιδιά, μήπως σήμερα δε θα ήμουν έτσι; Πώς έτσι; Ου, πού να εξηγώ τώρα και τάχα μήπως ξέρω;

Τι άσκηση να γράψω για την μέρα που ακολουθεί; Όλη την Παρασκευή γυρνάει το κεφάλι μου από την κατάχρηση. Πολύ κρασί, κονιάκ και τσιγάρα. Το μόνο που καταφέρνω σ' αυτή την άθλια κατάσταση είναι να γράφω όλη μέρα τις περασμένες ακήσεις εδάφους, κι αυτό από πείσμα. Να μη μου φύγει άεργη η μέρα, να μη μείνουν πίσω οι ασκήσεις, να μην αθετήσω την εσωτερική μου υπόσχεση, που με το ταξίδι της Αθήνας πήγε πίσω. Αυτό είναι το δικό μου καρναβάλι, αυτοπροσώπως. Πίσω απ' το τζάμι ακόμα κοιτώ τους ανθρώπους να ζουν μασκαρεμένοι κι εγώ ντυμένη τα ρούχα των προγόνων μου γράφω και γράφω και γράφω....
 

Friday, February 5, 2010

Ασκήσεις εδάφους (άσκηση 7η)


Όταν ταξιδεύω χάνω την αίσθηση του χρόνου. Διορθώνω, λοιπόν: Την ταινία "Το κορίτσι με τα μαύρα" για την οποία έγραψα στην 6η άσκηση, την είδα Τρίτη βράδυ. Ξημέρωσε Τετάρτη. Αποβραδύς ετοίμασα το σάκο μου. Βιβλία, βιβλία, βιβλία. Και τα καλλυντικά μου βέβαια, για μια μέρα στην Αθήνα.

Κάποτε ξεκινούσα ένα ταξίδι και δε μ' ένοιαζε τίποτα. Το μόνο που μ' ενδιέφερε ήταν να φεύγω. Μου ήταν αρκετό να βρίσκομαι μέσα σε κάτι που κινείται κι ας πήγαινε όπου ήθελε. Άλλαξα όμως και αλλάζω διαρκώς. Όσο περισσότερο γράφω, τόσο λιγότερο θέλω να φεύγω. Όχι μόνο δεν έχω ιδιαίτερη ανάγκη την εξωτερική μετακίνηση, αλλά αρχίζει πια να με αγχώνει πολύ. Θέλω το συντομότερο δυνατό να γυρίσω πίσω. Στο σπίτι μου, στο γραφείο μου, στην ησυχία, τους ρυθμούς, στην κουζίνα και το κρεβάτι μου. Εξακολουθώ να αγαπώ πολύ τα ταξίδια, αλλά ως προέκταση των εσωτερικών μου ταξιδιών και όχι ως φυγή από την πραγματικότητα. Ίσως έχω κάνει μέσα μου μία παραδοχή. Ίσως μεγαλώνω. Ίσως και να εμβαθύνω λίγο περισσότερο, κάτι  που προϋποθέτει τη στάση και όχι την κίνηση. Δεν ξέρω. Αν ήξερα δεν θα έγραφα. Γράφω επειδή δεν ξέρω.

Συμβαίνει όμως η Αθήνα να αποτελεί για μένα κυρίως ένα ψυχικό, και όχι γεωγραφικό, έδαφος. Δεν είναι μόνο ο τόπος όπου έχω τις επαγγελματικές μου δραστηριότητες, βιβλία, εκδότες, παροουσιάσεις και άλλα τέτοια. Είναι οι στενότεροι φίλοι μου. Σκέφτομαι καμιά φορά πως μπορεί να τους θεωρώ στενότερους ακριβώς επειδή είναι μακριά. Η απόσταση έχει τους δικούς της νόμους. Οι άνθρωποι με τους οποίους συνχνωτίζεσαι καθημερινά, διχως να το πάρεις είδηση, μπαίνουν σε μια αυτονόητη σφαίρα που επειδή την έχεις συνέχεια μπροστά σου, πολλές φορές δεν τη βλέπεις μιας και σε περιλαμβάνει κι έτσι δεν μπορείς να την αξιολογήσεις όπως της αρμόζει. Παρ' όλα αυτά στην Αθήνα ζουν δύο άνθρωποι που είναι αίμα απ' το αίμα της καρδιάς μου. Τον πρώτο τον συναντώ πάντα, τον δεύτερο -που είναι φτερό στον άνεμο-, όποτε τον πετύχω και όποτε μπορεί, αλλά τουλάχιστον θα μιλήσουμε στο τηλέφωνο, έχοντας την αλλόκοτη αίσθηση πως είμαστε κι οι δυο εκεί.
Μέγα μυστήριο οι σχέσεις...

Πετάω το πρωί στις 9.30 με ΟΑ. Βάφομαι με την άνεσή μου μέσα στο αεροπλάνο. Λίγη πούδρα, σκιες Dior, πρώτα η μοβ, μετά η γκρι, ένα σκούρο καφέ μολύβι για τα μάτια, και τα μεγάλα μου μάτια δείχνουν ακόμα μεγαλύτερα. Επιτυχία! Και συνεχίζω, διαγράφοντας με το μπορντό μολύβι τη γραμμή των χειλιών, που κάποτε ήταν τέλεια ζωγραφισμένη από μόνη της, αλλά μετά από τρία καλοκαίρια όπου έβγαζα ένα φοβερό έκζημα αποτέλεσμα φωτοαλλεργείας, χάλασε αρκούντως και θέλει εξωτερική συνεπικουρία. Ένα ωραίο βαθυκόκκινο κραγιόν. Βάζω ελάχιστο ρουζ, μ' αρέσει που είμαι άσπρη και ολίγον χλωμή, δεν θέλω να επεμβαίνω περισσόερο επ' αυτού. Άντε και λίγη μάσκαρα που σπανίως βάζω, γιατί βαριέμαι αφόρητα μετά να ξεβάφομαι κι αυτή ειδικά βγαίνει δύσκολα. Τελείωσα, είμαι μια χαρά, όσο κι αν τελευταία οι ρυτίδες και οι μαύροι κύκλοι κάτω απ' τα μάτια με εκνευρίζουν απίστευτα. Στα σαρανταδύο μου άρχισα να φοράω και κονσίλερ! Στο νου μου έρχεται το εξαιρετικό "Εγκώμιο του μακιγιάζ" του αγαπημένου μου Μπωντλέρ. Ένας ύμνος του μακιγιάζ, για την εποχή του ριζοσπαστικός, αλλά όχι λιγότερο και σήμερα. Πρέπει να το ξαναδιαβάσω.

Η διπλανή μου θέση στο αεροπλάνο, άδεια ως συνήθως. Χρόνια τώρα, σε ταξίδια μεγάλα και μικρά, οπωσδήποτε πολλά στον αριθμό, σπάνιες φορές η διπλανή μου θέση έχει καθήμενο, είτε σε τραίνο βρίσκομαι είτε σε αεροπλάνο.  Μου άρεζε πάντα να σκέφτομαι πως κάθεται δίπλα μου ο άγγελός μου. Πως αυτές τις ώρες που κι εγώ κάθομαι ήσυχα κι ωραία, κι αυτός επιτέλους ξεκουράζεται. Πάντα ένιωθα πως τον ξεπατώνω τον άγγελό μου. Ίσως γιατί είμαι πολύ αυθόρμητη, δεν σκέφτομαι τους κινδύνους, άπειρα πράγματα μ' ενδιαφέρουν και τίποτα δε με σταματά όταν τα δω μπροστά μου, περνάω τους δρόμους με κόκκινο, φτάνω συνήθως τελευταία στιγμή κάπου γιατί δεν μπορώ να υπολογίσω σωστά το χρόνο μου, είμαι απρόσεκτη όταν περπατώ καθώς συχνά βυθίζομαι σε σκέψεις, και φοβερά ανυπόμονη σε σημείο ελαττώματος. Και όμως ποτέ δεν έπαθα το παραμικρό. Το μόνο συμπέρασμα που μπορώ να εξάγω είναι πως ο άγγελός μου τρέχει ακατάπαυστα και με φυλάει απόλυτα. Θα είχα σκοτωθεί αμέτρητες φορές, αν δεν με πρόσεχε τόσο. Έτσι όταν για μια ακόμη φορά βλέπω το διπλανό μου κάθισμα άδειο, χαμογελώ ευχαριστημέη και λέω μέσα μου πως επιτέλους θα ξεκοθραστεί λίγο για να με αναλάβει και πάλι μετά .

Πηγαίνω κατευθείαν στον Ιανό, αφού πρώτα κάνω ένα μικρό κύκλο για ένα φιλί με τον Κ. που έχει όλη μέρα ραντεβού και θα βρεθούμε το βράδυ πια να πάμε στο αεροδρόμιο να πετάξουμε παρέα. Με περιμένει ο Σβετλίν να μου δείξει τις καινούριες εικόνες του παραμυθιού που ετοιμάζουμε και ελπίζουμε πως τον ερχόμενο μήνα θα βγει. Οι ζωγραφιές του είναι απίστευτες. Νομίζω πως είναι η καλύτερη δουλειά του. Γεμάτοι χαρά για την συνάντηση μιλάμε ακατάπαυστα με κέφι και ειλικρίνεια. Είναι σπουδαίο να έχεις καλή σχέση με τον συνεργάτη σου. Η καλή σχέση ανάμεσα σε δυο συνεργάτες είναι αυτή που θα γεννήσει ένα έργο ανώτερό τους, όπως ένα παιδί βγαίνει πάντα καλύτερο από τους γονείς του.

Φεύγω για το Γκάζι, αφού μπερδεύομαι αρκετά με το μετρό. Εκεί με περιμένει ο Ζ. , ο καρδιακός μου αδερφός. Βέβαια δεν με περιμένει, τον περιμένω εγώ, αλλά δεν πειράζει. 'Εχει τη χάρη του να περιμένεις κάποιον που αγαπάς. Χαϊδεύομαι στον ήλιο και έχω τόσο μεγάλη χαρά που θα τον δω που δε με ενοχλεί τίποτα. Καταφτάνει αγχωμένος, εκνευρισμένος, γκρινιάρης. Φοβάται μη θυμώσω που άργησε λίγο, και βάλω τις φωνές. Ξέρει πως αν νευριάσω γίνομαι πάρα πολύ κακιά, αλλά ξεχνά πως εμένα δε με πειράζει ποτέ η αργοπορία. Μόνο η ακύρωση με πειράζει, για την ακρίβεια με σκοτώνει και μου βγάζει τον χειρότερο εαυτό μου. Το κέφι μου μένει αδιάπτωτο και δε χαλάει ό,τι και να κάνει, ό,τι και να πει. Τον βλέπω τόσο σπάνια. Ας κάνει ό,τι θέλει. Μετά από μια μικρή βόλτα καθόμαστε για φαγητό. Εκεί ξαφνικά μεταμορφώνεται, όπως μόνον αυτός μπορεί. Σαν να έχει δώσει μαι κλωτσιά σε ό,τι τον βάρυνε και απαλλαγμένος απ' όλα όσα πριν τον έκαναν δύστροπο και κατηφή, χαμογελά. Φαίνεται στο πρόσωπό του η απόφαση να είναι παρόν. Παραγγέλνουμε κι αρχίζουμε να μιλάμε άλλοτε αστεία κι άλλοτε σοβαρά. Τι αγαπώ σ' αυτόν και στη σχέση μας; Αγαπώ το ότι όταν βρισκόμαστε, με μία απλή αόρατη κίνηση, σαν κουρδισμένοι από πάντα στην ίδια συχνότητα, βγάζουμε τις μάσκες μας, όλα μας τα προσωπεία, και λίγο λίγο φτάνουμε να είμαστε γυμνοί από καμώματα, τεχνικές, φτιασίδια. Όπως δυο μικρά παιδιά που με μεγάλη σοβαρότητα μιλούν για τα παιχνίδια τους. Είναι μια πολύ ακριβή πραγματικότητα αυτή. Δεν τη ζεις συχνά. Είναι και το κοινό μας βλέμμα πάνω στα παιχνίδια μας, αλλά στις περισσότερες περιπτώσεις και αυτά τα παιχνίδια. Κάθε συνάντησή μας νιώθω να είναι πάντα λουσμένη στο φως. Ανοίγουν οι ουρανοί. Ακούμε ο ένας τον άλλον με όλη μας την ακοή κι αν τύχει να μιλήσουμε και για τα πλέον επώδυνα θέματα της ζωής μας, όλως παραδόξως έχουμε πάλι μέσα μας χαρά. Μια χαρά που κρατάει και αφότου χωρίζουμε, μιας και στην πραγματικότητα δεν χωρίζουμε. Μας είναι παντελώς αδύνατον αυτό κι ας το έχουμε προσπαθήσει πολλές φορές όταν ο ένας καταφέρνει να βγάλει τον άλλον έξω από τα όριά του, αφού και οι δυο είμαστε αγύριστα κεφάλια. Οι στιγμές της αλήθειας που μπορείς να ζεις μ' έναν δικό σου άνθρωπο, είναι στιγμές μεγάλης ομορφιάς. Αγέραστης. Χωρίς ρυτίδες.

Παίρνω τον ηλεκτικό και κατεβαίνω στάση Πευκάκια. Στην διαδρομή ακούω διαρκώς ανακοινώσεις από τα μεγάφωνα, να προσέχουμε τα προσωπικά μας αντικείμενα. Γιατί τόσο συχνά μια τέτοια ανακοίνωση; Όσο πιο συχνά γίνεται τόσο δεν την ακούει κανείς. Άλλο τόσο γίνονται πιο προσεκτικοί οι κλέφτες. Είναι αποτρόπαια η διαρκής υπενθύμιση πως έχεις προσωπικά αντικείμενα, πως αυτά κινδυνεύουν, πως πρέπει να είσαι έτοιμος να τα υπερασπίσεις ανά πάσα στιγμή. Κατεβαίνω. Πηγαίνω να συναντήσω μια φίλη μου που δεν έχω ξαναδεί από κοντά, τη Β. Δεν θα γράψω τίποτα γι' αυτήν τη συνάντηση εδώ. Είναι ένα νέο πρόσωπο στη ζωή μου, ήταν η πρώτη φορά, θέλω λίγο χρόνο να καταλαγιάσουν όλα μέσα μου πριν μιλήσω.

Βρισκόμαστε με τον Κ. λίγο πριν μπούμε στο μετρό για το αεροδρόμιο. Παίρνω τηλέφωνο τον Γ. που είναι ο άλλος αδερφός μου, -το φτερό στον άνεμο. Μιλάμε περίπου δέκα λεπτά, όπως αν είμασταν πλάι πλάι. Μας είναι αρκετά αυτά τα ελάχιστα δέκα λεπτά, όσο και δέκα σταγόνες άρωμα. Παύει να έχει οποιαδήποτε σημασία αν ειδωθηκαμε ή όχι, γιατί όντως ειδωθήκαμε μιλώντας στο τηλέφωνο. Όσο κρατάει η συνομιλία ο χειμωνιάτικος ουρανός γεμίζει αστέρια.

Ξεκινούμε και φτάνουμε στο αεροδρόμιο. Πηγαίνουμε στην ΟΑ. Ο Κ. τσεκάρει, το δικό μου όνομα δεν είναι στη λίστα επιβατών. Πηγαίνω στην Aegean. Εκεί ευτυχώς με εντοπίζουνε.  Είναι φαιδρό. Πετάμε την ίδια ώρα, αλλά με άλλη εταιρεία. Κανείς δεν σκέφτηκε να ρωτήσει τον άλλο με ποια εταιρεία πετάει. Αυτό μου θυμίζει μια σκηνή πριν από εικοσιτρία χρόνια, τον καιρό που πρωτοερωτευθήκαμε. Πήγαμε να δούμε τον αγώνα μπάσκετ ΠΑΟΚ-ΑΡΗ. Ο Γκάλης τότε ήταν στα χάι του. Εγώ φανατική Αριανού. Κανείς δε ρώτησε τον άλλον τι ομάδα είναι, μιας και ο ένας θεωρούσε αυτονόητο πως ο άλλος είναι ό,τι κι αυτός. Μπαίνουμε στο Παλαί ντε Σπορ, αντιλαμβάνομαι αίφνης πως βρίσκομαι στην κερκίδα των Παοκτσήδως. Μαύρα από δω, άσπρα απο κει, κίτρινο πουθενά. Σηκώνομαι έξαλλη και φωνάζω: "Τι δουλειά έχω εγώ εδώ; Εγώ είμαι Αριανού!" Αστραπιαία ένα χέρι μου κλείνει το στόμα και ο Κ. μου ψιθυρίζει στ' αφτί: "Δεν ξέρω τι είσαι, αλλά μην το ξαναπείς, γιατί εδώ δεν αστειεύονται, θα φας ξύλο!" Το βούλωσα, κάθισα αγανακτισμένη στην καρέκλα μου και ξεθύμανα έξω, μετά το τέλος του αγώνα. Στο βωμό του έρωτα θυσίασα λίγο μετά την ομάδα μου. Δεν πήρα είδηση για πότε έγινα κι εγώ ΠΑΟΚΑΡΑ!

΄Ετσι δεν είναι όμως; Στη σχέση δεν μπορείς να περπατάς με το δικο σου ζευγάρι παπούτσια. Στην καλύτερη περίπτωση, θα φορέσεις ένα δικό σου στο ένα πόδι κι ένα δικό του στο άλλο, κι ας σου περισσεύει ή ας είναι και μικρότερο καμιά φορά το νούμερο...



Ασκήσεις εδάφους (άσκηση 6η)


Τετάρτη βράδυ, τρεις του Φλεβάρη, βλέπω την ταινία "Το κορίτσι με τα μαύρα". Μια ιστορική ελληνική ταινία με τους δύο εξέχοντες ηθοποιούς που σημάδεψαν τον ελληνικό κινηματογράφο, αλλά και το θέατρο, Έλλη Λαμπέτη και Δημήτρη Χορν. Σκηνές από μια ελληνική πραγματικότητα που αν έχει απομείνει ακόμα σε κάποια απόμερα μέρη της χώρας μας, δεν τη βλεπουμε πάντως να προβάλλεται από την έβδομη τέχνη. Ένας ολόκληρος κόσμος σε απόσυρση. Ο ραγδαίος μετασχηματισμός της ελληνικής κοινωνίας τα τελευταία χρόνια, ευτυχώς άφησε πίσω του τη σκληρότητα με την οποια κάποτε οι άνθρωποι διαχειρίζονταν την "αξιοπρέπεια" του ονόματος της οικογενείας τους αδιαφορώντας πλήρως για τον άνθρωπο και τα ασιθήματά του. Μαζί του πήρε την υποκρισία, την καταπιεση, το κουτσομπολιό και την κοινωνική κατακραυγή για πράξεις ολότελα ανθρώπινες. Το περασμένο καλοκαίρι παντρέψαμε σ' ένα μικρό χωριό ενός νησιού, ένα ζευγάρι και βαφτίσαμε το παιδί τους, πράγμα που πριν λίγα χρόνια θα ήταν αδιανόητο.

Απ' την άλλη μεριά η κατάργηση των απαγορεύσεων σε σημείο να φτάσουμε στην πλήρη ελευθεριότητα, όπου, "όλα επιτρέπονται", έχει οδηγήσει την κοινωνία και τους ανθρώπους, εμάς τους ίδιους δηλαδή, στην απόλυτη ευθύνη του εαυτού μας, των επιλογών και των πράξεών μας. Κανείς δε θα μας κρίνει -τουλάχιστον σε εξοντωτικό βαθμό-, κανείς δε θα μας εξορίσει, δε θα μας τιμωρήσει, αν υποπέσουμε σε αισθηματικό παράπτωμα. Κι αν αυτό συμβεί, έχουμε πολλές πιθανότητες να βρούμε κάποιο διέξοδο. Σήμερα ζούμε μια άλλη πραγματικότητα. Αν μόνοι μας δεν εφεύρουμε τους δικούς μας εσωτερικούς νόμους, είμαστε καταδικασμένοι να πελαγοδρομούμε διαρκώς, πέφτοντας από αδιέξοδο σε αδιέξοδο, από δυστυχία σε δυστυχία, μιας και η επιθυμία δεν ικανοποιείται ποτέ, αλλά γεννά νέα επιθυμία, με αποτέλεσμα η ερωτική μας φύση πολύ σύντομα να χάνει την κινητήρια δύναμή της που είναι αυτή η ίδια της ζωής: να γεννά έρωτα, να δημιουργεί ζωή.

Το ερωτικό μας αίσθημα έξω από την υποταγή στην εγκράτεια μεταμορφώνεται σε ζωώδες ένστικτο που ζητά ακόρεστη ικανοποίηση. Η ηδονή αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι αυτής της εγκράτειας, του μέτρου, των αυστηρών επιλογών και τον προσανατολισμό μας στην διοχέτευση της επιθυμίας προς ένα πρόσωπο, μιας συνθήκης στην οποία θα υποταχθούμε. Μέσα από αυτήν την υποταγή το ερωτικό αίσθημα όχι μόνο δεν εκμηδενίζεται, αλλά αντιθέτως μεγενθύνεται και διαχέεται προς όλες τις κατευθύνσεις δίχως να σπαταλιέται.

Παρατηρώ τους δύο ηθοποιούς. Τους εξετάζω καθαρά υποκριτικά, κάτι που μ' ενδιαφέρει ιδιαίτερα. Προσαπθώ να καταλάβω τι μ' ενοχλεί στην Λαμπέτη, που τόσο θαυμάζω. Είναι αναμφισβήτητη η γοητεία της. Τόσο αναμφισβήτητη που παγιδεύει και την ίδια. Είναι στιγμές που κοιτώντας τον Χορν δεν τον βλέπει. Μέσα στο βλέμμα του καθρεφτίζεται το ωραίο της πρόσωπο. Επιστρέφει στα μάτια της η αντανάκλαση των ματιών της και αντί να του στέλνει το ερωτικό της αίσθημα, δημιουργείται μέσα της ένα κλειστό κύκλωμα, όπου το αίσθημά της δεν απευθύνεται στον άλλο, αλλά επιστρέφει στην ίδια. Δυσκολεύεται πολύ να σπάσει την ωραιοπάθειά της. Σε πλήρη αντιπαράθεση, ο Χορν, κάνει κομμάτια την εικόνα του εαυτού του και της την προσφέρει προσφέροντας γενναιόδωρα τον ίδιο του τον εαυτό. Δεν ενδιαφέρεται πώς γράφει το πρόσωπό του στο φακό, ούτε στα μάτια της, αδιαφορεί για την γοητεία του, απευθύνει τον έρωτά του στο πρόσωπο της Έλλης, σπάζοντας το φράγμα του εαυτού του, τα προστατευτικά τείχη της εικόνας του, κι έτσι ανεβαίνει υποκριτικά κατακόρυφα αφήνοντας αρκετά πίσω την αγαπημένη του και αγαπημένη μας.

Ένα μάθημα υποκριτικής είναι για μένα κι ένα μάθημα ζωής.
Είμαστε ίσως, στην πλεονεκτική θέση να ζούμε ακόμη. Να παρατηρούμε, να σκεφτόμαστε, να αποτυχαίνουμε και ν' αρχίζουμε πάλι απ' την αρχή. Δεν θέλω να κρίνω και μάλιστα αρνητικά μια μεγάλη ηθοποιό και τόσο ερωτεύσιμη γυναίκα-καλλιτέχνιδα που εδώ και χρόνια δε ζει ανάμεσά μας. Κι αν εντοπίζω αυτή την αδυναμία της, δεν μπορώ να μην επισημάνω πως άπειρες φορές ξεπέρασε την εικόνα της, και είναι αυτές οι στιγμές που έχουν σημασία να κρατούμε στη μνήμη μας. Οι σκέψεις αφορούν πρώτα πρώτα εμένα και τις αδυναμίες μου. Συχνά συλλαμβάνω τον εαυτό μου να πνίγεται μέσα στην ωραιοπάθεια. Όταν αυτό συμβαίνει ανοίγει ένας φαύλος κύκλος μέσα στον οποίο συστρέφομαι επί τον άξονά μου, αδυνατώντας να σχετιστώ με τον άλλο. Να ανοίξω, να απευθυνθώ, να τον ακούσω και να του δοθώ κερδίζοντας άλλον έναν εαυτό. Έναν νέο δρόμο. Ένα μακρινότερο, φωτεινότερο, λίγο πιο γαλάζιο, ορίζοντα. 

 

Tuesday, February 2, 2010

Ασκήσεις εδάφους (άσκηση 5η)



 Τρίτη 2 του Φλεβάρη, της Υπαπαντής. Ξύπνησα νωρίς.Ανοίγοντας τα μάτια ήρθε μπροστά μου η εικόνα της σημερινής γιορτής. Ο Συμεών γίνεται Θεοδόχος παίρνοντας στην αγκαλιά του τον Χριστό από τα χέρια της Παναγίας. Δεν γνωρίζω ποιοι άλλοι κράτησαν τον Χριστό στην αγκαλιά τους, ως βρέφος, αλλά σίγουρα ο προφήτης Συμεών, ασπρομάλλης γέρων τότε, τον κράτησε. Ο νους μου πηγαίνει στα ψηφιδωτά της Ραβένας. Εκεί όπου ο Χριστός εικονίζεται ως παιδίον μέσα σ' ένα φωτεινό φρέσκο πράσινο στην Γκάλα Πλακίντια. Η Εκκλησία είναι ακόμα σε νηπιακή φάση. Το φανερώνουν τα χρώματα των ψηφίδων και οι ηλικίες των προσώπων στα ψηφιδωτά. Θα περάσουν αιώνες μέχρι να φτάσει στην ενηλικίωσή της, όπου η Μακεδονική σχολή θα την ενσαρκώσει με χρώματα βαθιά, πνευματικές φυσιογνωμίες, εσωστρέφεια που ανατείνεται προς τα έσχατα μέσα από δόγματα που έχουν πλέον αρθρωθεί και αρκούντως οικοδομηθεί. Γνωρίζω δύο ανθρώπους που ευλαβούνται ιδιαίτερα την σημερινή γιορτή. Ο ένας είναι πλούσιος, ο άλλος πένης. Εκ του μακρόθεν φίλος ο μεν, ο καρδιακός μου αδερφός ο δε.

Φεύγουν όλοι από το σπίτι. Συχνά όταν μένω μόνη δεν αισθάνομαι διόλου μοναξιά. Αντιθέτως, έχω την απόλυτη αίσθηση πως το σπίτι είναι γεμάτο αόρατες παρουσίες που μεριμνούν για όλα, περιθέλπουν, ζεσταίνουν, αγαπούν. Χωρίς καλά καλά να το συνειδητοποιώ ξαναβρίσκομαι στο κρεβάτι. Ξυπνώ στις δώδεκα, κάτι ολοσδιόλου ασυνήθιστο για μένα. Στην αυλή του σχολείου που βρίσκεται απέναντι από το σπίτι μου, τα παιδιά έχουν διάλειμμα. Κατάμεστη η αυλή από παιδιά και γλάρους. Όταν κάποια στιγμή είπα σ' έναν συνάδελφο πόσο μ' αρέσει που έρχονται οι γλάροι στις αυλές των σχολείων της Θεσσαλονίκης, μου απάντησε απαξιωτικά: "Α, αυτοί είναι οι λεγόμενοι σκουπιδόγλαροι" κι έφυγε. Θυμάμαι την απογοήτευσή μου. Σήμερα όμως κοιτώντας για μια ακόμα φορά αυτήν την προσφιλή εικόνα σκέφτομαι. Συχνά χρησιμοποιούμε τα επίθετα ώστε να καταργήσουμε τα ουσιαστικά. Η μείωση της σημασίας των ουσιαστικών παίζει καθοριστικό ρόλο στην επάνδρωση ενός κίβδηλου Εγώ, που προσπαθούμε να οικοδομήουμε εις βάρος των άλλων, καταργώντας τους. Οι γλάροι παύουν να είναι ελεύθερα, όμορφα πουλιά της θάλασσας, επειδή τρων σκουπίδια. Με το που τους προσάπτοουμε το επίθετο "σκουπιδόγλαροι", τους ακυρώνουμε για να τους εξαφανίσουμε από τη ζωή μας. Το ότι τρωνε σκουπίδια αφαιρεί εν ριπή οφθαλμού όλες τις άλλες τους ιδιότητες κατά ανάλογο τρόπο που ένας ζητιάνος, είναι μόνον ζητιάνος και τίποτα άλλο. Δεν είναι άνθρωπος που ερωτεύεται, γελά, περπατά, αναπνέει, σκέφτεται, και χίλιες δυο άλλες ιδιότητες που τον κάνουν όμοιό μας, αφήνοντάς μας ένα περθιώριο συσχέτισης μαζί του.
 
Και τα σκουπίδια; Τι ορίζουμε σκουπίδια; Τι ρόλο και τι νόημα έχουμε αποδώσει σ' αυτό που πετάμε, ή απομακρύνουμε από κοντά μας; Στην προκειμένη περίπτωση, σκουπίδια θεωρούνται τα ψίχουλα από τα σάντουιτς των παιδιών που πέφτουν στην αυλή και ύστερα τρωνε οι γλάροι. Είναι σκουπίδια τα ψίχουλα; Από τη στιγμή που κάτι μπορεί να αποτελέσει τροφή για κάποιον, έστω και πουλί, μπορεί να είναι σκουπίδι;
 
Τηγανίζω πατάτες και μετά τις ανακατεύω με αβγά για να φάνε τα παιδιά κι εγώ ζεσταίνω το χθεσινό σπανακόρυζο που μόνον εγώ τρώω, και μου αρέσει πολύ. Περισσεύει λίγο που θα φάω το βράδυ. Ξαναπέφτω στο κρεβάτι και κοιμάμαι μέχρι τις έξι. Ξυπνώ ξεκούραστη, πίνω την απογευματινή μου σοκολάτα κι αρχίζω να γράφω αυτό το κείμενο. Αποφασίζω να μην πάω στο μάθημα ζωγραφικής, κάτι που κάνω πολύ σπάνια. Φαίνεται πως σήμερα είχα μεγάλη ανάγκη να ξεκουραστώ. Να σταθώ. Να σκεφτώ. Να ονειρευτώ. Το διάλειμμα που σε γενικές γραμμές αποφεύγουμε ή που δεν έχουμε το περιθώριο να χαρούμε, είναι σαν το διάλειμμα των παιδιών του σχολείου. Τρώμε σκέψεις, αισθήματα, ησυχία. Πέφτουν ψίχουλα στο χώμα της καρδιάς μας κι έρχονται από τον ουρανό κάποιοι άλλοι γλάροι να τα φάνε.

Κλείνοντας αναρωτιέμαι: ο ύπνος είναι άσκηση ή μήπως μια παύση στην άσκηση; Δεν ξέρω. Ίσως ενέχει τον ρόλο της παύσης σε μια μελωδία, που την νοηματοδοτεί και της δίνει άλλες προεκτάσεις. Μια ανάσα σιωπής προκειμένου να συνεχίσουμε το τραγούδι της ζωής μας. Ίσως και μια ενδόμυχη μελέτη της παρτιτούρας μας με μάτια κλειστά, ώστε να χωνέψουμε τις μουσικές φράσεις που παίξαμε και πιθανόν να συνεχίσουμε να παίζουμε. Ένας χρόνος φαινομενικά κενός και άχρηστος σαν τα σκουπίδια, που συνδέει τους κρίκους της ζωής μας με τρόπο αδιόρατο, αλλά απολύτως ουσιαστικό.