Wednesday, July 30, 2014

Χάι κου των γενεθλίων



Σαράντα έξι
κεριά στης αναπνοής
το μανουάλι

Σαράντα έξι
κύμματα στης θάλασσας
τους κρυφούς βυθούς

Σαράντα έξι
αμύγδαλα στον κήπο
των μικρων παιδιών

Σαράντα έξι 
χρονια, κύμματα,
μύγδαλα, κεριά.


29 Ιουλίου 2014




Sunday, July 27, 2014

Του αγίου Παντελεήμονος στον άη Γιώργη τον Μεθυστή


Ξημερώνουμε στο σπίτι του συγχωρεμένου παπα Αριστείδη που στην αυλή του δεσπόζει η, χτισμένη απ' τα χέρια του, εκκλησούλα του αγίου του, στολίδι και καύχημα του οικισμού των Ζερβιανών που θωρεί από ψηλά τον κόλπο της Κισσάμου. Σηκώνομαι νωρίς να προλάβω το πρώτο φέγγος και τον Όρθρο του αγαπημένου αγίου Παντελεήμονα. Τη θαυματουργή εικόνα του φιλοξενεί ο άη Γιώργης ο Μεθυστής, λίγο πιο πάνω απ' τον οικισμό μέσα στην καρδιά του γειτονικού βουνού. Είναι ο γνωστός μας άη Γιώργης, ο μεγαλομάρτυς και τροπαιοφόρος, που γιορτάζει και στις 3 Νοεμβρίου, μιας και τότε έγινε η μεταφορά των λειψάνων του στη Λύδδα της Ιόπης της Παλαιστίνης. Με τη γιορτή αυτή συνδέθηκε στις συνειδήσεις των πιστών στην Κρήτη το άνοιγμα των βαρελιών του καινούριου κρασιού της χρονιάς που τέτοια μέρα το δοκιμάζουν και γλεντούν και χαίρονται με την ευχή του αγίου που έγινε γι' αυτούς προστάτης του κρασιού και της αμπέλου, αποδεικνύοντας τη βαθιά σχέση του οίνου με το ιερό και το θείο. Απέναντι από την αριστερή πύλη του Ιερού, αυτήν του αρχαγγέλου Γαβριήλ, ένα μικρό ξύλινο βαρελάκι περιμένει υπομονετικά να 'ρθει ο μήνας της γιορτής του αγίου και του κρασιού. Αριστερά της εκόνας του τροπαιοφόρου στο τέμπλο βρίσκεται ο ιαματικός άγιος Παντελεήμων καταστόλιστος ασημένια τάματα. Αυτό δικαιολογεί το δεύτερο πανηγύρι του ναού μες στο κατακαλόκαιρο.

Ξεκινώ με τα πόδια. Ένα απαλό αεράκι φυσά ευχάριστα, τα αρσενικά τζιτζίκια πάνω στα λιόδεντρα έχουν ήδη αρχίσει το επίμονο ερωτικό τους κάλεσμα προς τα θηλυκά που κατασκηνώνουν στο χώμα, ν' ανέβουν κι αυτά επιτέλους στα δέντρα, η ζωή να συνεχίσει την ατελεύτητη αναπαραγωγή της. Περνώ απ' τη μάντρα με τις κατσίκες και παρακάτω απ' το χοιροστάσιο, ψυχή δεν απαντώ πουθενά κι όπου κι αν κοιτάξω ο τόπος είναι γεμάτος ψυχές ολοζώντανες, τόσα δέντρα, τόςα ποτιστικά, δεμάτια άχυρα και δρομάκια, τόσος κάματος από τα χέρια των προγόνων και των απογόνων, ανθρώπων που πέρασαν και περνούν, που είναι όλοι εδώ, στον τόπο που τους γέννησε και με τη σειρά τους τον ανάστησαν κι αυτοί.

Στο βάθος του πρωινού ορίζοντα πυκνή αχλύ τυλίγει τον κόλπο της Κισάμου, απαλότατο αχνό γαλάζιο, στα όρια του αοράτου σχεδόν, ίσα που αγγίζει τη μεγάλη και ευρύχωρη θάλασσα να χαθούν επιμελώς τα όριά του και τα δικά της, μην τολμήσει και ισχυριστεί κανείς πως γη και ουρανός δεν είναι ένα.

Πέντε γραίες κάθονται μέσα στο ναό σε ξύλινες καρέκλες καφενείου, τρεις απέξω στην αυλή δροσίζονται, τέσσερις μπαρμπάδες στο ψαλτήρι αγωνίζονται να κουρδίσουν τα λαρύγγια τους σε ήχο πλάγιο Β΄, μα άδικος πάει το κόπος τους. Σ' αυτές τις ηλικίες η προσπάθεια και το πάθος δε συμβαδίζουν συνήθως με αντίστοιχο αποτέλεσμα, περισσεύουν, ξεχειλίζουν, τα παίρνει το ποτάμι κι ένας Θεός ξερει πού πηγαίνουν. Ο παπα Λευτέρης απ' τη Σαλονίκη κι ο παπα Παντελής που γιορτάζει σήμερα λειτουργούν ντυμένοι σε λευκά σταυροκεντημένα με κόκκινους σταυρούς άμφια. Λιβάνια, άρωμα από απομεινάρια κρασιού στο βαρελάκι πίσω μου, η παλιά μυρωδιά του ξύλινου τέμπλου, τα επίμονα "έτι και έτι..." των αιτήσεων στολίζουν κι άλλο το πλουμιστό καραβάκι της προσευχής, το παμπάλαιο κι ολοκαίνουργιο καράβι της Εκκλη σίας, που γεμίζει κι όλο γεμίζει  ταξιδιώτες της Βασιλείας του Θεού και που ποτέ δε βουλιάζει, καμιά φουρτούνα δεν είναι ικανή να το ανατρέψει στους αιώνες των αιώνων.

Αρχίζει η Λειτουργία, βγαίνω έξω να κάτσω σε καμιά πεζούλα που να της ρίχνουν σκιά τα λιόδεντρα. Σιγά σιγά γεμίζει η αυλή, άντρες, γυναίκες, παιδιά με τα γιορτινά τους. Δε χορταίνουν να μιλούν και μιλούν δυνατά. Αλλάζω μια φορά θέση, δεύτερη, τρίτη, στο τέλος καταλήγω δυο βήματα από την ανοιχτή πόρτα του Ιερού, εκεί δε ζυγώνει κανείς κι έτσι βρίσκω την ησυχία που αποζητώ. Τι ομορφιά, τι χάρη, η φύση συνεορτάζει, τραγουδά, ευωδιάζει, θάλλει μέσα στο θέρος, κι ο άγιος χαίρεται, τόσο πολύ χαίρεται ο πάγκαλος που η χαρά του μας αγκαλιάζει όλους, αγαλλιάζει η ψυχούλα μας. 

Λίγο πριν το τέλος έρχονται τρεις γυναίκες με ταψιά, κατσαρόλες, τάπερ... Τα στρώνουν στους άδειους πάγκους κι αρχίζουν και γεμίζουν τα πιάτα μ' εδέσματα μοσχομυριστά, κουνέλια, αρνιά, πίτες, λουκάνικα κι ό,τι άλλο λαχταρά η καρδιά του ανθρώπου, κι άιντε στα ποτήρια οι ρακές, άιντε και τα κρασιά, Παναγιά μου! Είναι οι σύζυγοι των εορταζόντων, μέρες τα ετοιμάζουνε με αγάπη περισσή. Τελειώνει η Λειτουργία και κάθονται όλοι στα τραπέζια, η χαρά εδώ δεν κάνει διακρίσεις, είναι για όλους, γνωστούς και ξένους. Κι έτσι αυξάνεται, πολλαπλασιαζεται, αυγαταίνει, φωτίζει ουρανό και γη μέχρι τα πέρατα της οικουμένης! "Να ζήσεις παπά μου" εύχονται σοτν εορτάζοντα ιερέα καθώς κερνά το κρασί του, "Ευχαριστώ, χρόνια πολλά σε όλους, αλλά, βρε παιδιά, ώρες ώρες μπέρδευα τα λόγια μου, πολλή φασαρία κάνατε!" "Ε, παπά μου, εσύ φασαρία μέσα, εμείς έξω, στην υγειά μας!" και τσουγκρίζουν τα ποτήρια και γελούν όλοι. Αυτή είναι η λεβεντογέννα Κρήτη μας!

Την ευχή και την αγάπη, τη γιατρειά και τη στοργή του αγίου Παντελεήμνα να έχουμε όλοι! 



O άγιος ένδοξος μεγαλομάρτυς Παντελεήμων ο ιαματικός


Ὁ Ἅγιος Παντελεήμων, εἶναι Ἅγιος της Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, πού ἔδρασε στά τέλη τοῦ 3ου αἰώνα. 
Ἔζησε στή Νικομήδεια τῆς Μικρᾶς Ἀσίας καί παρέδωσε μαρτυρικῶς τή ζωή του.

Ὁ Ἅγιος Παντελεήμων γεννήθηκε περί τά μέσα τοῦ 3ου αἰώνα στή Νικομήδεια τῆς Βιθυνίας.

 Τό πραγματικό του ὄνομα ἦταν Παντολέων,καί προερχόταν ἀπό εὔπορη οἰκογένεια τῆς πόλης. 
Ὁ πατέρας τοῦ ἦταν ἐθνικός, ἐνῶ ἡ μητέρα τοῦ εἶχε ἀσπαστεῖ τό χριστιανισμό.
 Ὁ Παντολέων ἀπέκτησε ἀπό μικρή ἡλικία καλῆ ἐγκύκλια παιδεία καί ὅταν τήν ὁλοκλήρωσε σπούδασε τήν ἰατρική, διακρινόμενος ὅμως καί γιά τήν ρητορεία τοῦ. 
Οἱ σχέσεις μάλιστα τῆς οἰκογένειάς του μέ τό παλάτι ἦταν πολύ καλές καί σύντομα θά τόν ἔφερναν ὡς γιατρό στήν αὐλή τοῦ Αὐτοκράτορα Διοκλητιανοῦ.
 Ὁ ἴδιος τελικά ὅμως ἀσπάστηκε τό χριστιανισμό.
 Ἡ μεταστροφή αὐτή συνέβη μετά ἀπό γνωριμία μέ κάποιο ἱερέα Ἐρμόλαο, τήν ἐποχή ἑνός διωγμοῦ κατά τῶν χριστιανῶν.
 Λίγο ἀργότερα θά βαπτιστεῖ χριστιανός μυστικά καί θά προσπαθήσει νά πείσει τόν πατέρα του νά γίνει κι αὐτός, ὅπως καί συνέβη.

Ὁ πατέρας τοῦ μετά ἀπό λίγο διάστημα πέθανε μέ ἀποτέλεσμα νά γίνει κάτοχος μεγάλης περιουσίας.

 Τότε ἐκποιεῖ τήν περιουσία του γιά νά βοηθήσει τούς φτωχούς καί προσφέρει τίς ἰατρικές ὑπηρεσίες τοῦ χωρίς χρέωση σέ ὅποιο δέν εἶχε τήν οἰκονομική δυνατότητα νά ἀντεπεξέλθει. 
Ἡ πρακτική του αὐτή ὅμως ὤθησε πολλούς ἰατρούς νά τόν καταγγείλουν καί νά ὑποδείξουν στά ἀνάκτορα πώς εἶναι χριστιανός.
 Ἔτσι συνελήφθη καί ὁδηγήθηκε στόν Αὐτοκράτορα.
 Ἐκεῖ κλήθηκε νά θυσιάσει στά εἴδωλα γιά νά ἀφεθεῖ ἐλεύθερος.
 Ὁ ἴδιος ὅμως ἀρνήθηκε, λέγοντας πώς δέ θά θυσιάσει σέ ψεύτικους Θεούς. 
Τότε μπροστά τοῦ ἔστειλαν ἕνα παράλυτο, ὥστε νά τόν θεραπεύσει, εἴτε αὐτός, εἴτε οἱ ἱερεῖς τῶν ἀνακτόρων γιά νά φανεῖ ποιός εἶναι ὁ ἀληθινός Θεός.
 Ὁ Ἅγιος Παντελεήμων θεράπευσε τόν παράλυτο, κάτι πού προξένησε μεγάλη κατάπληξη.
 Παρόλα αὐτά ὁ Αὐτοκράτορας θέλησε καί πάλι νά τόν μεταπείσει.

Ὁ Παντελεήμων ἀρνήθηκε καί ὁδηγήθηκε στό μαρτύριο.

 Ἄλλοτε ἔκαιγαν τό σῶμα του μέ πυρσούς, ἄλλοτε τόν μαστίγωναν καί ἄλλοτε τοῦ ἔριχναν καυτό λάδι.
 Σέ πολλές ἀπό τίς περιπτώσεις ὅμως τά μαρτύρια δέν τοῦ προξενοῦσαν πόνο.
 Ἔτσι, γιά νά τόν θανατώσουν τόν ἔριξαν στά θηρία, αὐτά ὅμως δέν τόν ἔβλαψαν. Τελικά ἀποφασίστηκε νά τόν ἀποκεφαλίσουν.


aerapatera.


Friday, July 25, 2014

Τα Aγιολόγια και Συναξαρια του Αρχιμανδρίτη Ανανία Κουστένη





Πολλά τα είδη των βιβλίων κι άλλοι τόσοι οι λόγοι να τα μελετήσουμε. Ανάμεσα τους, -αν είναι δυνατόν-, κάποια σπαρταρούν λες κι ανασαίνουν, τα διαβάζεις και θαρρείς πως ακούς τη φωνή του Ομήρου ή του Αισώπου. Τα γνωρίζεις, αλλά και σε γνωρίζουν, με τρόπο μυσταγωγικό και παράδοξο. Βιβλία σαν αυτά των δύο σειρών “Αγιολόγια” και “Συναξάρια” δεν αφορούν μόνον τους πιστούς, όπως εύκολα θα συμπεράνει κάποιος ανίδεος. Αφορούν όλους όσους εκτιμούν τα καλά βιβλία, όσους έχουν υπαρξακά ερωτήματα και αγωνίες, θλίψεις και βάσανα, μοναξιά και απόγνωση. Όσους αναζητούν φίλους και παραμυθία. Πρόκειται για βιβλία - θησαυροφυλάκια της αρετής, του λόγου, του πνεύματος, αλλά και της παρουσίας αόρατων φίλων. Δεν τα διαβάζεις, αλλά τα πίνεις. Τα πίνεις και ξεδιψάς, αλλά επιπλέον γλυκαίνεσαι κιόλας, αφού είναι καμωμένα από το γάλα της σοφίας των αιώνων με το οποίο έχει ανατραφεί ο δημιουργός τους, προσθέτοντας, -ακουσίως, και πώς αλλοιώς;-, το μέλι της καρδιάς του.

Η φιλοπονία του π. Ανανία, μας έχει χαρίσει καταρχάς τις μεταφράσεις δύο ογκοδέστατων έργων που αποτελούν τομή στην εκδοτική παραγωγή των πρόσφατων  χρόνων, των Ύμνων του Ρωμανού του Μελωδού και της Ιστορίας του Θεοφάνη του Χρονγράφου που κυκλοφόρησαν αμφότερα από τις εκδόσεις Αρμός. Εγώ όμως, για τους δικούς μου λόγους που θα αναδυθούν παρακάτω, αποφάσισα να παρουσιάσω τα “Αγιολόγια” και “Συναξάρια” που κυκλοφορούν από τις Κυπριακές εκδόσεις Ακτή και φιλοξενούνται στα βιβλιοπωλεία του Αρμού. Στον Αρμό της Θεσσαλονίκης πρωτάνοιξα κι εγώ ένα πρωινό ένα απ’ αυτά τα Συναξάρια κι άρχισα να το διαβάζω από περιέργεια. Αποφάσισα να το αγοράσω κι όταν το διάβασα, αγόρασα και το επόμενο, διστάζοντας ν' αγοράσω όλα τα τεύχη του έτους διότι πίστευα πως αργά ή γρήγορα θα βαρεθώ.  Και όμως μετά από τα πρώτα πέντε, πήγα και τ’ αγόρασα όλα γιατί μου έγιναν τόσο αναγκαία όσο και το καθημερινό μου φαγητό. Αποτέλεσαν και αποτελούν πλέον την καθημερινή τροφή της ψυχής και του μυαλού μου, της αγάπης μου για τη γλώσσα, την πατρίδα και τους αγίους που μέρα με τη μέρα καλλιεργούν όλο και περισσότερο. Τα “Συναξάρια” περιγράφουν τη ζωή όσων αγίων έχουν λειτουργικές ακολουθίες. Μέσα απ’ αυτά γνωρίζουμε τους αγίους, τους αγαπάμε, τους συμπονούμε και ταυτόχρονα αισθανόμαστε την παρουσία και τη φροντίδα τους. Γίνονται οι πιστοί μας φίλοι, βοηθοί και προστάτες, συμπαραστάτες της ζωής μας.

Το πρώτο χάρισμα των βιβλίων είναι η συντομία των αφηγήσεων. Μια ή δυο σελίδες το πολύ για τον κάθε άγιο, σπάνια περισσότερες.
Δεύτερο χάρισμά τους, είναι αυτός καθεαυτός ο λόγος του αφηγητή π. Ανανία. Τα βιβλία είναι αποτέλεσμα απομαγνητοφώνισης ομιλιών του, που επιμελείται ο υπεύθυνος των εκδόσεων Νίκος Ορφανίδης. Σε κάθε άλλη περίπτωση θα ήταν τουλάχιστον άτεχνα ως αποτέλεσμα προσφορικού λόγου, αλλά ο π. Ανανίας διαθέτει όχι μόνο το χάρισμα της μνήμης, αλλά και του λόγου των αρχαίων ραψωδών και των μεσαιωνικών παραμυθάδων. Ο λόγος του είναι άμεσος, πλούσιος σε εικόνες, απλός στην κατανόηση, παλλόμενος από το βαθύ του αίσθημα. Λόγος ρυθμικός, έμψυχος, εμπνευσμένος, ποιητικός. Όταν κάποιες φορές διακόπτεται, αυτό τον κάνει ακόμα πιο ζωντανό. Είναι οι στιγμές που ο αφηγητής - ομιλητής απευθύνεται προσωπικά στους ανθρώπους που τον ακούν ή αφήνει για λίγο το κυρίως θέμα του διότι τον συνεπαίρνει ένας συνειρμός, κάνει ετοιμολογικές ερμηνείες ονομάτων ή αναφορές στο σήμερα εμφορούμενος από τη μεγάλη και γνήσια αγάπη του προς την πατρίδα, για να επανέλθει μετά και πάλι  στο θέμα. Όλα αυτά τα επιμέρους στοιχεία  αρθρώνουν ένα μοναδικό μνημείο λόγου που δονεί το νου και την καρδιά μας. Αν δεν πιστεύεις στον Χριστό και τους αγίους του, το λιγότερο που θα πάθεις, -εφόσον παραδοθείς δίχως προκαταλήψεις-, θα είναι να μεθύσεις από την ορμή του χαρισματικού λόγου. Αν πιστεύεις, τότε πέρα από τη νηφάλια μέθη που θα σε κατακλύσει, το πιθανότερο είναι πως θα αναθεωρήσεις τον τρόπο με τον οποίο πιστεύεις. Διότι το μεγαλύτερο χάρισμα των βιβλίων αυτών είναι ότι αποτελούν Κανόνα πίστεως. Πάνω στα ζητήματα της πίστεως, ο π. Ανανίας δεν αυτοσχεδιάζει, δεν αυθαιρετεί, δεν προβάλλει τις δικές του ιδέες. Το ένα του πόδι πατά γερά στην Εκκλησιαστική Γραμματεία και Παράδοση και το άλλο στη Φιλολογία και την Ιστορία. Και τα δυο μαζί προχωρούν κινούμενα από το γνήσιο εκκλησιαστικό του ήθος καθώς και το προσωπικό του βίωμα.

Στη σειρά “Αγιολόγια” κάθε τεύχος  περιλαμβάνει βίους αγίων σε εκτενέστερη μορφή εμπλουτισμένους από άγνωστες πληροφορίες προερχόμενες από την παράδοση της Εκκλησίας, κείμενα των Πατέρων, το Ευαγγέλιο, τα γεροντικά, δημοτικά τραγούδια ή λαϊκούς μύθους.

 Σε μια εποχή μεγάλης σύγχισης σαν τη δική μας, ο π. Ανανίας μάς ξεκαθαρίζει ένα πλήθος παρεξηγήσεων στις οποίες έχουμε υποπέσει είτε εξαιτίας της ημιμάθειας, είτε της άγνοιας, είτε και της προπαγάνδας. Επιστρέφοντάς μας αμόλυντο το ήθος των αγίων της Εκκλησίας μας, ανεβάζει και πάλι τον πήχυ ψηλά. Εκεί που τον είχαν οι πρωταθλητές της ζωής. Μας χαρίζει ελπίδα στους αγίους, αγάπη στην πατρίδα, πίστη στον Χριστό.  Είναι πράγματι μεγάλη τύχη για μας που ένας νους κατάμεστος από βιβλιοθήκες ολόκληρες συνδιάζεται με μια γενναιόδωρη καρδιά και μας μοιράζει την αποκρυστάλλωση της σοφίας των αιώνων επανασυνδέοντάς μας έτσι με το βαθύτερο είναι μας και τον Θεό. Ευχαριστούμε τον π. Ανανία και του ευχόμαστε να συνεχίσει να ξεδιψά τη δίψα της καρδιάς μας μ’ αυτό το μοναδικό “γάλα με μέλι” της σοφίας και της αγάπης του.





Wednesday, July 23, 2014

Μέγας Βασίλειος - Μέρος Λ΄ - Η άφεση των αμαρτιών της χήρας





Αν και είναι κι άλλα πολλά τα σπουδαία θαύματα του Μεγάλου Βασιλείου, ας πάρει τέλος η διήγησή τους, επειδή μάκρυνε κι ας διηγηθούμε το άγιο τέλος του για να ολοκληρώουμε τη διήγηση.

Μια γυναίκα χήρα που ξεπερνούσε σε ευγένεια και πλούτο οποιαδήποτε άλλη στην Καισάρεια, υποδυλώνοντας τον εαυτό της στη γαστρυμαργία και την ασωτεία και μολύνοντας την ψυχή της με άλλα σαρκικά πάθη, σκόρπισε όλη την περιουσία της.  Κατόπιν ήρθε εις εαυτόν και σκεπτόμενη την αιώνια κόλαση αποφάσισε να πάει να εξομολογηθεί τις αμαρτίες της στον άγιο. Αλλά ο εχθρός της σωτηρίας, διάβολος, έφερε στο λογισμό της την ντροπή των έργων της, κι έτσι την εμπόδισε να έρθει σε μετάνοια μέσω της εξομολόγησης. Τι σκέφτηκε λοιπόν εκείνη; Έγραψε σ’ ένα χαρτί όλες τις αμαρτίες της, στο τέλος έβαλε μια θανάσιμη αμαρτία της, και σφράγισε το γράμμα.

Την ώρα που ο άγιος Βασίλειος προχωρούσε προς την εκκλησία του, το έριξε στα πόδια του κλαίγοντας και είπε: 
“Ελέησόν με, άγιε του Θού, εμένα που είμαι αμαρτωλότερη απ’ όλους τους ανθρώπους”. Στάθηκε ο άγιος τότε, και τη ρώτησε ποια είναι η αιτία των τόσων δακρύων της. 
Εκείνη απάντησε: “ Άγιε δέσποτα, έγραψα όλες μου τις αμαρτίες σ’ αυτό το γράμμα και παρακαλώ την αγιοσύνη σου να μην το ανοίξεις, αλλά μόνο με την προσευχή σου να εξαλείψεις τις αμαρτίες μου.” 
Παίρνοντας το χαρτί ο άγιος σήκωσε τα μάτια στον ουρανό και προσευχήθηκε με τα εξής λόγια:
 “Δέσποτα Κύριε, δικό σου έργο είναι να συγχωρήσεις τις αμαρτίες αυτής της δούλης σου, διότι Εσύ ως Αγαθός και Φιλάνθρωπος βάσταξες τις αμαρτίες των ανθρώπων, ο Αναμάρτητος”. Αφού είπε αυτά ο άγιος, μπήκε στην εκκλησία και άρχισε να τελεί τη θεία λειτουργία κρατώντας το γράμμα. Μετά την απόλυση, προσκάλεσε τη γυναίκα και της παρέδωσε το γράμμα λέγοντας: 
“Άκουσες, γυναίκα, πως κανείς δεν μπορεί να συγχωρεί αμαρτίες εκτός απ’ τον Θεό;” 
Εκείνη απάντησε: “Το άκουσα, δέσποτα άγιε, και γι’ αυτό σε παρακάλεσα να ικετέψεις τον Θεό να μου τις συγχωρήσει.” 
Λέγοντας αυτά, άνοιξε η γυναίκα το γράμμα και, ω του Θαύματος, το είδε όλο άγραφο, εκτός από την τελευταία της αμαρτία. Βλέποντάς το αυτό η γυναίκα ολιγοψύχησε και χτυπώντας το στήθος με τα χέρια ης έπεσε στα ποδια του αγίου με το γράμμα στα χέρια και είπε: 
“Ελέησόν με, άγιε του Θεού του Υψίστου, κι όπως με τις άγιες προσευχές σου έσβησες τις άλλες αμαρτίες μου, έτσι παρακάλεσε τον Θεό να μου συγχωρήσει κι αυτήν” 
“Σήκω γυναίκα, γιατί κι εγώ αμαρτωλός είμαι κι έχω κι εγώ ανάγκη συγχωρήσεως. Πήγαινε στην έρημο κι αναζήτησε έναν μεγάλο ασκητή με το όνομα Εφραίμ κι αφού εκείνος δεηθεί στον Θεό θα σου συγχωρεθεί η αμαρτία σου”.

Παίρνοντας, λοιπόν, η γυναίκα σαν αγαθό συνοδοιπόρο την ευχή του αγίου, έφτασε στην έρημο και βρήκε τον Όσιο Εφραίμ. Πέφτοντας στα πόδια του τότε, έδειξε την επιστολή λέγοντας: 
“Ο Αρχιεπίσκοπος Καισαρείας, Μέγας Βασίλειος, μ’ έστειλε σ’ εσένα, ώστε αφού προσευχηθείς στον Θεό, να συγχωρέσει το θανάσιμο αμάρτημά μου. Μην ολιγωρίσεις, άγιε πάτερ, να δεηθείς στον Θεό να μου συγχωρέσει κι αυτό μου το αμάρτημα”. 
Αφού το άκουσε αυτό ο Όσιος Εφραίμ είπε: 
“Όχι, τέκνο μου, διότι εκείνος ο οποίος παρακάλεσε τον Θεό και συγχωρέθηκαν οι πολλές σου αμαρτίες μπορεί να παρακαλέσει και για τη μία. Πήγαινε λοιπόν, παιδί μου και μη σταθείς πουθενά, για να τον προφτάσεις ζωντανό, διότι μέχρι να επιστρέψεις θα τον βρεις νεκρό.”

Μόλις το άκουσε η γυναίκα έφυγε αμέσως, αλλά μπαίνοντας στην Καισάρεια συνάντησε το λείψανο του αγίου που το πλήθος συνόδευε σε πομπή. Αμέσως τότε η γυανίκα άρχισε να κλαίει γοερά και να φωνάζει: 
“Αλλοίμονο, δούλε του Θεού, γι’ αυτό μ’ έστειλες στηνέρημο, για να πεθάνεις ανενόχλητος; Μ’ έστειλες στονΌσιο Εφραίμ, και να, επέστρεψα άπρακτη. Να δει και να κρίνει ο Θεός ανάμεσα σ’ εμένα και σ’ εσένα ότι αν και μπορούσες να κάνεις να συγχωρεθεί η αμαρτία μου, μ’ έστειλες σ’ άλλον”.
 Λέγοτας αυτά έριξε το γράμμα στο φέρετρο του αγίου διηγούμενη σε όλους την υπόθσεή της. Ένας κληρικός παίρνοντας το γράμμα κι επιθυμώντας να γνωρίσει ποια ήταν εκείνηη μεγάλη αμαρτία, το ξετύλιξε, αλλά το βρήκε όλο άγραφο. Τότε φώναξε δυνατά στη γυναίκα: 
“Άγραφο είναι όλο το χαρτί σου, γυναίκα. Τι λοιπόν κοιτάς; Δεν γνωρίζεις την φιλανθρωπία του Θεού;”
 Παίρνοντας η γυναίκα το γράμμα στα χέρια και βλέποντας την ευσπλαχνία του Θεού, όπως και τη μεγάλη βοήθεια του αγίου, ευχαρίστησε τον άγιο. Έτσι έζησε με σωφροσύνη θεάρεστα την υπόλοιπη ζωή της κι αναπαύθηκε εν Κυρίω.















ο κείμενο αποτελεί μία προσπάθεια απόδοσης του κατά πλάτος βίου του Αγίου Βασιλείου στην Νέα Ελληνική  από το πρωτότυπο, όπως αυτό το συναντούμε στο βιβλίο "Ο Μέγας Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας" του Ματθαίου Λαγγή, Επισκόπου Οινόης.

Tuesday, July 22, 2014

Φαρμακείον Ν. Γ. Πεντζίκη - Γιώργος Σκαμπαρδώνης (Νοέμβριος)



Μ' έχει τσακίσει ο κεφαλόπονος (δυο μέρες χωρισμένος) και γύριζα μιάμιση ώρα μέσα στη νύχτα να βρω διανυκτερεύον φαρμακείο. Αγανάκτησα διπλά και για να περνάει η ώρα άρχισα να κάνω φηφαρίθμηση στα κτήρια βάσει ενός στίχου του Συναξαριστή. Περοπλανήθηκα αρκετά. Στρίβοντας από Αγίας Σοφίας και μπαίνοντας Εγνατία, βλέπω επιτέλους έναν πράσινο φωτεινό σταυρό. Η ώρα είναι δύο και είκοσι μετά τα μεσάνυχτα. Παρκάρω μπροστά, παράνομα, καβαλώντας το πεζοδρόμιο. Βγαίνοντας διαβάζω την ταμπέλα και κοντοστέκομαι: "Φαρμακείο Ν. Γ. Πεντζίκη". Παγώνω -δεν το πιστεύω. Ο μπαρμπα-Νίκος ξανάνοιξε το φαρμακείο; Πώς; Αφού είναι δεκαεννιά χρόνια πεθαμένος. Μπα, θα 'ναι απλή συνωνυμία, σκέφτομαι. Πλησιάζω διστακτικά και κοιτάζω κρυφά, λοξά, απ' το τζάμι. Κι όμως είναι αυτός, ο ίδιος. Ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, σκυμμένος στον πάγκο και κάτι γράφει. Φοράει τα παλιά, τετράγωνα μαύρα γυαλιά του και τη λευκή ρόμπα των φαρμακοποιών, που κάνει τα άσπρα μαλλιά του να λευκάζουν περισσότερο, να φωσφορίζουν σαν φωτοστέφανο. Στέκομαι αμήχανος, παραξενεμένος, κάνα πεντάλεπτο και τον παρατηρώ. Το κεφάλι μου πάει να σπάσει. Βλέποντάς τον μου 'ρχεται κι επαναλαμβάνω ψιθυρίζοντας, πέντε φορές, μια φράση του: "Άστρα βελάζοντα εντός κρύπτης". Μετά, σαν μαγνητισμένος, μπαίνω μουδιασμένα, ανατριχιασμένος κάπως, και πλησιάζω στον πάγκο -σηκώνει το κεφάλι και με κοιτάζει. Δεν με αναγνωρίζει. Θα 'χω αλλάξει κι εγώ αρκετά, σκέφτομαι, ύστερα από δυο δεκαετίες -πώς να με αναγνωρίσει ο άνθρωπος; Τον καλησπερίζω πλησιάζοντας. Ούτε τη φωνή μου θυμάται.
"Τι επιθυμείτε;" με ρωτάει.
Παρατηρώ ότι δεν έγραφε κάτι με το μολύβι που κρατούσε, αλλά ότι ζωγράφιζε ένα μοναστήρι -της Μεγιστης Λαύρας- με τη μέθοδο της ψηφαρίθμησης. Αυτός τη δίδαξε και σ' εμένα.
"Ένα "Panadol", του λέω.
"Τι είναι ετούτο;"
"Παυσίπονο".
"Δεν έχουμε απ' αυτό, δεν το ξέρω. Έχω όμως "Αλγκόν".
Περίεργο, λέω από μέσα μου. Έχει παυσίπονα της προηγούμενης εικοσαετίας.
"Πώς γίνεται; Αυτά δεν κυκλοφορούν εδώ και δεκαπέντε χρόνια. Είναι ληγμένα;"
"Κι εγώ είμαι ληγμένος", μου λέει, "αλλά αισθάνομαι μια χαρά. Όλα πεθαίνουνε πολλά χρόνια μετά το θάνατό τους. Δες. Αφού το φαρμακείο Πεντζίκη υπάρχει μέσα σου, δεν πρόκειται να κλείσει ποτέ. Άλλα, σύγχρονα, μπορεί να κατεβάσουνε ρολά σύντομα. Όμως το φαρμακείο αυτό, όχι, στον αιώνα -παρ' όλο που κατά βάθος ποτέ δεν πουλούσε κυρίως φάρμακα. Δεν θα κλείσει. Είναι σαν την πυρκαγιά του 1917, εδώ στη Θεσσαλονίκη, που δεν έσβησε ποτέ".
Διστάζω - το μυαλό μου πάει σ' εκείνη, στη γυναίκα μου. Νιώθω σφυριές στα μηνύγγια. Μετά του λεω:
"Κάποτε είπατε ότι ο ποιητής Γεώργιος Σαραντάρης έγραψε τον ωραιότερο στίχο που έχει γράφεί ποτέ για γυναίκα. Αλλά τον ξέχασα. Μήπως θυμάστε να μου τον ξαναπείτε;"
Ο Πεντζίκης αφήνει το μολύβι στον πάγκο, σκέφτεται για λίγο και λέει απαγγέλοντας:
"Ελένη, καμπύλη του κόσμου, με εβένινη σημασία".




Γιώργος Σκαμπαρδώνης, Νοέμβριος, Διηγήματα, Πατάκης, 2014

Monday, July 21, 2014

Υπό τας αμφιλαφείς σκιάς αιωνοβίων πλατάνων των Πλατρών


Τραχεία πεύκη, πανύψηλα πλατάνια και θάμνοι, λαντζιά, αντρουκλιά, ξισταρκά, σπατζιά, σκλήδρος, σφένδαμνος, αροδάφνη, ατζουλάβατος, μερινιά, καλάμια, σκλινίτζια, κόνιζος. Και αιωνόβιες βαλανιδιές και καβάτζια, περνιές, τριμιθιές, σουματζιές. 
Τ' αηδόνι την άνοιξη στους ποταμούς προβάλλει, στα πεβόλια και στις ρεματιές, φεύγει το φθινόπωρο. Απ' τον Απρίλη μέχρι τον Ιούνη τραγουδά ακατάπαυστα τις νύχτες, μα το Μάιο δίνει τις μεγαλύτερες παραστάσεις του. Στα ίδια μέρη χτίζει τις φωλιές του, στα ίδια γεννά τ' αηδονάκια του και τ' ανατρέφει. Το πιο γλυκόλαλο πουλί και πιο περήφανο, μόνο ελεύθερο μπορεί και τραγουδά, στη σκλαβιά πεθαίνει. Στην κοιλάδα των Χαρίτων και στην οδό Καληδονίας η κρήνη της Ρωξάνης με ξεδιψά.

Η προτομή του Στέλιου Μαύρου δεσπόζει στο ομώνυμο πάρκο. Αρτοποιός ήταν, ψωμάκι έφτιαχνε, μα τα έδωσε όλα στον αγώνα για το πιο αληθινό ψωμί, αυτό της ελευθεριάς που σαν κι αυτό άλλο δεν είναι. Τάχτηκε στο πλευρό του Μακαρίου του Γ΄ και τον Γενάρη του φαρμακερού '74 τον χτύπησαν άνανδρα σε δρόμο των Πλατρών. Μα πρόλαβε πρώτα να υπηρετήσει στην ΕΟΚΑ και να συμμετάσχει στην ανατίναξη του ελικοπτέρου του Άγγλου κυβερνήτη Χάρντιγκ όταν προσπάθησε να προσγειωθεί στις Πλάτρες. Στο Δημοτικό σχολείο, άλλη προτομή, του Αντρέα Παρασκευά. Με την εισβολή των Τούρκων, τον Ιούλιο του '74, έσπευσε να καταταγεί, εγκαταλείποντας τις σπουδές του στο εξωτερικό, και να πάει να πολεμήσει στην πρώτη γραμμή του πυρός, στην περιοχή των Κεντρικών φυλακών της Λευκωσίας, για ν' αποχαιρετήσει τη ζωή του στο πεδίο της μάχης.

"Γιατί δεν έρχεσαι μαζί μας, παππού, να δεις ξανά το σπίτι σου στα κατεχόμενα;" ρωτά ο εγγονός τον παππού του. "Καλύτερα να μην έρτω, γιατί άμα έρτω θα τους σφάξω, δε θα κρατηθώ..."
Ακούω τις διηγήσεις των εγγονών και βουρκώνω. "Σκέψου", λέω στο εικοσιπεντάχρον παλικάρι που γύρισε απ' το σπίτι του παππού του, πως εσάς σας πήρε τα σπίτια και τις περιουσίες ο εχθρός, εμάς μας τα παίρνουν οι δικοί μας... Ούτε να πολεμήσουμε δεν δικαιούμαστε..." Είναι, πιθανόν, μια ακραία σύγκριση, αλλά δεν μπορώ να μην την κάνω. Εξάλλου, η κατάσταση στην Κύπρο σήμερα, αν και καλύτερη απ' αυτήν της Ελλάδας, είναι αλήθεια πως μέσα σ' όλη τη συμφορά, συνέφερε και πολλούς ύστερα από τα χρόνια της μεγάλης ευμάρειας και του πλουτισμού που ακολούθησε, για να χρυσώσει το χάπι της απώλειας.

Δε χορταίνω ν' ακούω την τραγουδιστή αρχαία γλώσσα τους. Λέξεις ξεχασμένες, γλύκα περισσή, τρυφερότητα. "Κορούες", φωνάζει μια οχτάχρονη τις φίλες της για να παίξουν, κορούλες, κορούλες τρισχαριτωμένες νεράιδες των πηγών του Τροόδους, του όρους που φιλοξενεί εδώ και εκατοντάδες χρόνια το πανέμορφο χωριό των Πλατρών. Σεφταλιές και λουβοί, κολοκυθοανθοί και παγωμένη ζηβανία, είναι μόνο μερικά απ' τα εκλεκτά εδέσματα και ποτά που γεμίζουν το τραπέζι των φιλόξενων Κυπραίων προς τους Ελλαδίτες.

Είναι παράξενο. Στην Ελλάδα συχνά απαντάς μια αντιπάθεια των Ελλήνων προς τους αδερφούς Κυπρίους. Είναι αλήθεια πως κι εγώ τους αγάπησα και τους εκτίμησα βαθιά όταν ήρθα και ξανάρθα στον τόπο τους. Εδώ τους κατάλαβα, γιατί εδώ ήταν ο εαυτός τους, ανεπητήδευτος, ελεύθερος, ανυπόκριτος. Αυτό που συμβαίνει με τους Κυπρίους στην Ελλάδα δεν είναι άλλο απ' αυτό που συμβαίνει με όλους τους ανθρώπους, όλων των φυλών, όταν ξεριζώνονται απ' τον τόπο τους και ζουν σε άλλον. Αλλάζουν, οχυρώνονται, αμύνονται, προσπαθώντας να επιβιώσουν επιστρατεύουν όπλα που γίνονται αντιπαθητικά στους γηγενείς. Το είδα και με φίλους νησιώτες, Χιώτες και Μυτηλινιούς, που έμοιαζαν ακατανόητοι, περίεργοι, παράξενοι στη Θεσσαλονίκη κι όταν τους είδα κάποτε στον τόπο τους, ήταν τόσο αξιαγάπητοι εκεί, λυμένοι, αρμονικοί, σαν τα λουλούδια που συχνά στη μετφύτευση και μεταφορά τους από τόπο σε τόπο αρρωσταίνουν ή πεθαίνουν κιόλας. Οι Κύπριοι είναι άνθρωποι ευγενείς, εργατικοί, φιλότιμοι, πανέξυπνοι και ευλαβείς. Αισθάνομαι πως σιγά σιγά κι αυτοί ξυπνούν, αργά ή γρήγορα θα τα καταφέρουν, -το πιστεύω.

Εδώ, στην καρδιά του βουνού, ο νους μου καθάρισε, γαλήνεψε η ψυχή μου, ξεκουράστηκα. Χρωστώ ευγνωμοσύνη κι ό,τι κι αν αναταποδώσω θα 'ναι λίγο. Μα ίσως η μεγαλύτερη ανταπόδοση να είναι αυτό το αίσθημα της αδερφοσύνης μ' έναν λαό που είναι περισσότερο απ' όλους αδερφικός μας. Ενώ χριστιανικοί πληθυσμοί εκδιώκονται συστηματικά τα τελευταία χρόνια από την Ανατολή, με ποικίλλες αφορμές και προφάσεις, εμείς ενωνόμαστε με όλο και πιο δυνατούς δεσμούς φιλίας, όπως μας πρέπει κι όπως μας αμόζει, γιατί Ελλάδα και Κύπρος απ' το ίδιο ντέρτι κατατρώγονται, ντέρτι που δεν το χωρούν οι στράτες ούτε και οι ποαταμοί, που μύλοι δεν τ' αλέθουν:

Το τέρτι της καρτούλας μου
θκυο μύλοι εν τ' αλέθουν
ούτε οι στράτες το χωρούν
με οι ποταμοί που τρέχουν...