Θεσσαλονίκη - Hong Kong, α΄μέρος: Το ταξίδι
Τρίτη 17 Οκτωβρίου 2009, ώρα: 5.30μμ., Αριθμός πτήσης: Α3 502 της Aegean,
Θεσσαλονίκη – Μόναχο.
Θα ακολουθήσουν τρεις ώρες παραμονής στο αεροδρόμιο του Μονάχου -που θα
γίνουν πεντέμισι με την καθυστέρηση, αλλά αυτό ακόμα δεν το γνωρίζουμε-.
Θα επιβιβαστούμε κατόπιν στο αεροπλάνο της Lufthansa για να προσγειωθούμε μετά
από δώδεκα ώρες στο Hong Kong.
Όσες ταινίες κι αν έχεις δει, ό,τι κι αν έχεις ακούσει, όσες φωτογραφίες κι αν σε
μάγεψαν κι ό,τι κι αν έχεις ακούσει απ’ αυτούς που το επισκέφτηκαν, το Hong
Kong είναι από κείνους τους τόπους τους οποίους αν ο ίδιος δεν έχεις ζήσει,
κοιτάζοντας, μυρίζοντας, αγγίζοντας, περπατώντας, νιώθοντας, όση φαντασία
κι αν διαθέτεις αποδεικνύεται ανεπαρκής. Πρόκειται για έναν άλλο κόσμο πολύ
διαφορετικό από της Ευρώπης, της Β.Αφρικής και της Μ.Ανατολής που έχεις
επισκεφτεί. Την ίδια στιγμή, ίδιος, στην βαθύτερη ουσία του, αυτή που αφορά
την ανθρώπινη διάσταση σε όλες της εκδοχές της και που πέρα από χρώματα,
γλώσσες, θρησκείες, ιδεολογίες, παραμένει μία και αναλλοίωτη, σαν αίτημα ζωής,
ύπαρξης, Εγώ.
5.45μμ. είναι ακόμα μέρα εδώ ψηλά μέσα στο μουντό συννεφιασμένο γαλάζιο.
Ένα αιχμηρό πορτοκαλόχρωο βέλος ο δύων ήλιος επιμένει, θαρρείς παγωμένος
στο χρόνο, στην άρνηση του τελικού προορισμού του, που είναι να σβήσει απ’
τα μάτια μας. Το πρώην μεσημβρινό κουλουριασμένο του σώμα ξετυλίγεται
σα χαλί που βγαίνει απ’ την ντουλάπα να στρωθεί στον χειμωνιάτικο ουρανό.
Τεντώνει νωχελικά τα μέλη του πάνω από κρύες θάλασσες, βουνά χιονισμένα,
επιθυμίες των ανθρώπων ανέφικτες. Στην αμμουδιά της γης λεπταίνει σαν να
τον ρουφά λαίμαργα η διψασμένη και σαν να έχει μιαν αόρατη εξουσία πάνω
του που καταφέρνει να του αφαιρεί μέρος της δύναμής του. Από τη μέση και
πάνω το σώμα του ροδίζει καθώς περνούν αργά τα λεπτά της ώρας που
καθηλωμένη στο κάθισμα παρακολουθώ. Κοκκινίζει. Γίνεται μοβ. Από τη μέση
και κάτω και ως τις άκρες των δακτύλων των ισχνών μακριών ποδιών
του πυροδοτείται το χρυσοκίτρινο μέσα στο σκηνικό μιας ουράνιας συνουσίας
ήλιου και ουρανού που μεταμορφώνει το μουντό συννεφιασμένο γαλάζιο
σε καθαρό, φωτεινό σιελ, παστέλ παιδικού αγορίστικου δωματίου.
Το σώμα της γης ζηλόφθονα σκουραίνει. Το σώμα του ήλιου από ηλεκτροφόρο βέλος
γίνεται ίχνος κλωστής.
Κανείς δεν κατάφερε να με πείσει πως στο Hong Kong είναι καλοκαίρι.
Πως η θερμοκρασία του των 30ο C μεταφράζεται στον ελληνικό Ιούνιο.
Ενδόμυχα πιστεύω, -χωρίς να το ομολογώ- πως όλοι μου λένε ψέματα:
οι άνθρωποι, το ίντερνετ, οι βαθμοί Κελσίου. Βαθαίνει το κόκκινο.
Πλησιάζει η στιγμή του οργασμού για τον ουρανό και τον ήλιο. Μετά
από πολλή προσπάθεια δεν πήρα τελικά μαζί μου το χοντρό πανωφόρι
που φορούσα στη Σαλονίκη. Δεν κατάφερα όμως να βάλω ούτε ένα
κοντομάνικο στη βαλίτσα. Φοράω τα χειμωνιάτικα μποτάκια μου Camper
πείθοντας τον εαυτό μου πως το κάνω επειδή είναι τα πιο αναπαυτικά μου
παπούτσια και όχι απλώς από τα πιο ζεστά. Δεν παίρνω κανένα καλοκαιρινό
φόρεμα. Ακόμα και το νυχτερινό αμάνικο που θα πάρω για το βράδυ της συναυλίας
είναι χειμερινό. Τελευταία στιγμή πριν βγω απ’ την πόρτα του σπιτιού κάτι
μέσα μου επιθετικά μου φωνάζει πως παραλογίζομαι. Αφαιρώ το δεύτερο
ζευγάρι κλειστών παπουτσιών με τακούνι και μπαρέτα και στη θέση του
βάζω τα κόκκινα θερινά πέδιλα κάνοντας τον απαραίτητο εσωτερικό μονόλογο:
κι αν όλοι λένε αλήθεια; Κι αν είναι όντως καλοκαίρι, τι θα κάνεις ανόητη
πεισματάρα; Άντε, καλά να αγοράσεις κανένα μπλουζάκι κοντομάνικο, αλλά
θ’ αγοράσεις και παπούτσια; Δεν σε παίρνει.
Βαθαίνει κι άλλο το κόκκινο. Πυκνώνει σαν αίμα που πήζει. Στο σημείο της
ένωσης των δύο σωμάτων διαγράφεται μια λαχανί λουρίδα. Λαχανί φρέσκο,
δροσερό, ακατανόητο και επαναστατικό σύμφωνα με τη γνωστή λογική
παραγωγής των χρωμάτων. Από πού κι ως πού λαχανί στον ουρανό; Έρχεται
το φαγητό. Τρώω τέσσερις μπουκιές παστίτσιο που κολυμπάνε στο λάδι. Είναι
υπέρ-αρκετές αφού πρώτα καταβρόχθισα το ψωμάκι με το βούτυρο Loubrak
που λατρεύω και γι’ αυτό ποτέ δεν αγοράζω. Ρίχνω διαρκώς κλεφτές ματιές
στο παράθυρο. Παραδομένη λάμψη πινελιάς το σώμα του αυτοκράτορα
του κόσμου στον αβυσσαλέο πόθο της νύχτας.
Ακριβώς πάνω απ’ το Σάλτσμουργκ. Σε λίγο θα περάσουμε τις Αυστριακές Άλπεις
που κανείς μας δε θα δει τις χιονισμένες, απόκρυμνες, μεθυστικά αγριεμένες κορφές
τους. Αυτό ήταν: νύχτωσε. Μακριά, πολύ μακριά, στο βάθος της δύσης το ισχνό
μου βλέμμα αδράχνει τον τελευταίο ερωτικό σπασμό του ήλιου ή μήπως την άκρη
του ενδύματός του καθώς αποχωρεί απ’ τη σκηνή; Τον ήπιε όλον η νύχτα και τώρα
με την δική του δύναμη στα σπλάχνα της, κυριαρχεί.
Θα βγάλω την πένα μου να παίξω κάνοντας σκίτσα.
Κάτι μου συμβαίνει όταν ταξιδεύω. Με όποιο μέσο, όπου κι αν πάω.
Οι τόποι μπορεί να με αλλάζουν, να γεννούν μέσα μου εντυπώσεις και αισθήματα σε
όλο το εύρος της ψυχικής μου παλέτας. Το ταξίδι όμως αυτό καθεαυτό, την ώρα
που βρίσκομαι μέσα σ’ ένα αεροπλάνο, τρένο, αυτοκίνητο ή καράβι, λειτουργεί το ίδιο:
ησυχάζει η ψυχή, ενεργοποιείται η σκέψη και δυναμιτίζεται η γραφή.
Πάντοτε γράφω όταν βρίσκομαι μέσα σ’ ένα μεταφορικό μέσο για ένα ταξίδι
μεγαλύτερο της μίας ώρας. Χωρίς προσπάθεια, χωρίς σκοπό. Μου είναι αρκετό
να βρίσκομαι καρφωμένη σε κάτι που κινείται. Τόσο απλά.





ΦΥΣΙΚΗ ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΑ

