Sunday, November 23, 2014

Μουσικοί σταθμοί στα ίχνη του Ελ Γκρέκο στο Μέγαρο -27/11





Ποια ήταν η σχέση του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου με τη μουσική; Πώς επηρέαζε το ζωγραφικό του έργο την έμπνευση και την καθημερινότητά του; Ποιες μυστικές διαδρομές συνδέουν τη μουσική της εποχής του με τους αξεπέραστους εικαστικούς κώδικές του;
Τις δικές του μουσικές απαντήσεις στα ερωτήματα αυτά θα δώσει το συγκρότημα «Εν Χορδαίς», σε συνεργασία με το Ensemble Constantinople, με τη συναυλία«Μουσικοί σταθμοί στα ίχνη του Ελ Γκρέκο», την Πέμπτη 27 Νοεμβρίου (ώρα: 20:30), στην Αίθουσα Χρήστος Λαμπράκης του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών, μία εκδήλωση που εντάσσεται στο πλαίσιο του Κύκλου Επιλογές.
Το πολυβραβευμένο σχήμα, το οποίο αναδεικνύει την ελληνική και μεσογειακή μουσική κληρονομιά και έχει βραβευθεί στην Ελλάδα και το εξωτερικό, συμπράττει με διακεκριμένους ιταλούς και ιρανοκαναδούς καλλιτέχνες, τον διεθνούς φήμης ιταλό τενόρο Mάρκο Μπίσλεϊ, την καναδή σοπράνο Σουζί Λεμπλάν, καθώς και με τη Μαρία Φαραντούρη που θα ερμηνεύσει αποσπάσματα από τον «Ερωτόκριτο» αλλά και μεσαιωνικά τραγούδια.

Το «Εν Χορδαίς» ακολουθεί βήμα βήμα το ταξίδι του από την Κρήτη, στη Βενετία και από εκεί στο Τολέδο. Αφουγκράζεται τα μουσικά ερεθίσματα του μεγάλου ζωγράφου από τη μεταβυζαντινή Κρήτη, τη Βενετία της Αναγέννησης και το Τολέδο της θρησκευτικής ανάτασης. Αποκαλύπτει νότα νότα το μουσικό ψηφιδωτό που πλαισίωνε τον μέγα πρόδρομο της σύγχρονης τέχνης, με έργα μεταβυζαντινών μελουργών, σκοπούς και τραγούδια από την κρητική παράδοση (στίχους από τον «Ερωτόκριτο» του Βιντσέντζου Κορνάρου και την «Ερωφίλη» του Γεωργίου Χορτάτση), καθώς και με αναγεννησιακή μουσική από την Ιταλία και την Ισπανία. Σκιαγραφεί έναν πίνακα μελωδιών που αναπαριστά το μουσικό περιβάλλον της εποχής και των συνοικιών όπου έζησε και μεγαλούργησε ο μοναδικός κρητικός καλλιτέχνης: στην Κρήτη από το 1541 μέχρι το 1568, στη Βενετία και τη Ρώμη από το 1568 έως το 1576 και στο Τολέδο από το 1576 μέχρι τις τελευταίες στιγμές της ζωής του το 1614.

Το πρώτο μέρος της βραδιάς αποτελείται από οργανικά κομμάτια και τραγούδια του 14ου, 15ου και 16ου αι. της ισπανικής, ιταλικής και ελληνικής παράδοσης. Μεταξύ άλλων, οι «Εν χορδαίς» και οι συνεργάτες τους θα παρουσιάσουν στο κοινό μία παραλογή («Το τραγούδι της Σούσας») και έναν «Πεντοζάλη» από την Κρήτη, καθώς και το μεταβυζαντινό τραγούδι «Εις υψηλά βουνά, εις όρον χιονισμένον» (από το χειρόγραφο Ξηροποτάμου 262). Το πρόγραμμα περιλαμβάνει επίσης εκλογή στίχων από την Ερωφίλη του Γεωργίου Χορτάτζη σε μουσική του Ηλία Ανδρεουλάκη. 

Στο δεύτερο μέρος, το μουσικό ταξίδι στον χρόνο συνεχίζεται με συνθέσεις γνωστών αναγεννησιακών μουσουργών από την Ιταλία (Κατσίνι, Περγκολέζι, Τρομποντσίνο) αλλά και άλλες χώρες, με ένα απόσπασμα από βυζαντινό κράτημα, μία ναπολιτάνικη ταραντέλα, δύο συνθέσεις των Ζοπόγλου, και Κιά Ταμπασσιάν σε στίχους της Βασιλικής Νευροκοπλή, καθώς και με μία εκλογή στίχων από τον Ερωτόκριτο του Βιτσέντζου Κορνάρου σε μουσική βασισμένη στην προφορική κρητική παράδοση.
Newsroom ΔΟΛ






Κυριακή ΚΔ΄ (Θ΄ Λουκά)


(Λουκ. 12,16-21)

Εἶπεν ὁ Κύριος τὴν παραβολὴν ταύτην·
16. ἀνθρώπου τινὸς πλουσίου εὐφόρησεν ἡ χώρα·
17. καὶ διελογίζετο ἐν ἑαυτῷ λέγων· τί ποιήσω, ὅτι οὐκ ἔχω ποῦ συνάξω τοὺς καρπούς μου;
18. καὶ εἶπε· τοῦτο ποιήσω· καθελῶ μου τὰς ἀποθήκας καὶ μείζονας οἰκοδομήσω, καὶ συνάξω ἐκεῖ πάντα τὰ γενήματά μου καὶ τὰ ἀγαθά μου,
19. καὶ ἐρῶ τῇ ψυχῇ μου· ψυχή, ἔχεις πολλὰ ἀγαθὰ κείμενα εἰς ἔτη πολλά· ἀναπαύου, φάγε, πίε, εὐφραίνου.
20. εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ Θεός· ἄφρων, ταύτῃ τῇ νυκτὶ τὴν ψυχήν σου ἀπαιτοῦσιν ἀπὸ σοῦ· ἃ δὲ ἡτοίμασας τίνι ἔσται;
21. οὕτως ὁ θησαυρίζων ἑαυτῷ, καὶ μὴ εἰς Θεὸν πλουτῶν· [ὁ ἔχων ὦτα ἀκούειν ἀκουέτω][6].


Friday, November 21, 2014

Τα Εισόδια της Θεοτόκου



Η αναφορά για το περιστατικό των Εισοδίων της Θεοτόκου δεν γίνεται σε κάποιο από τα βιβλία της Καινής Διαθήκης, όπως θα περίμενε κανείς, αλλά σε δύο απόκρυφα Ευαγγέλια: το Πρωτευαγγέλιο του Ιακώβου (κεφ. 6-7) και το Ευαγγέλιο του Ψευδο-Ματθαίου. Σύμφωνα με αυτά, οι ευσεβείς γονείς της Θεοτόκου, Ιωακείμ και Άννα, έπειτα από εικοσαετή έγγαμο βίο, ήσαν άτεκνοι και παρακαλούσαν θερμά τον Θεό να τους χαρίσει ένα παιδί. Ο Θεός τους ανάγγειλε με Άγγελο ότι η επιθυμία τους θα εκπληρωθεί και η Άννα έμπλεη χαράς υποσχέθηκε να αφιερώσει το παιδί στον Θεό. Πράγματι, η Άννα έμεινε έγκυος και μετά από εννέα μήνες απέκτησε κόρη, τη Μαριάμ (Μαρία).
Όταν η Μαριάμ έγινε τριών ετών, οδηγήθηκε από τους γηραιούς γονείς της στο Ναό του Σολομώντος, προκειμένου να εκπληρωθεί το τάμα τους προς τον Θεό. Η Μαρία ανήλθε μόνη της τα 15 σκαλοπάτια που οδηγούσαν στον Ναό και παραδόθηκε από τους γονείς της στα χέρια του ιερέα Ζαχαρία. Αυτός την αγκάλιασε, την ευλόγησε και είπε: «Εμεγάλυνε ο Κύριος το όνομά σου σε όλες τις γενεές. Με σένα θα ευλογηθούν τα έθνη και ο Κύριος θα λυτρώση τους υιούς του Ισραήλ». Στη συνέχεια ανέβασε την τριετή Μαρία στο εσωτερικό του θυσιαστηρίου, όπου ο Θεός της πρόσφερε τη Χάρη του. Το νεαρό κορίτσι υπηρέτησε τον Ναό μέχρι τα 14 χρόνια του, οπότε αρραβωνιάστηκε τον Ιωσήφ και στη συνέχεια έγινε η μητέρα του Ιησού Χριστού.
Τα Εισόδια της Θεοτόκου καθιερώθηκαν ως εκκλησιαστική εορτή κατά τον 7ο αιώνα, πρώτα στην Ανατολή και πολύ αργότερα στη Δύση. Αναφορές υπάρχουν στα γραπτά του Αγίου Μάξιμου του Ομολογητή και των πατριαρχών Κωνσταντινουπόλεως Ταράσιου και Γερμανού. Με τα Εισόδια της Θεοτόκου συνδέεται και η βασιλική της Αγίας Μαρίας της Νέας, που χτίστηκε δίπλα στα ερείπια του Ναού του Σολομώντος και εγκαινιάστηκε στις 21 Νοεμβρίου 543 από τον βυζαντινό αυτοκράτορα Ιουστινιανό. Εξ αυτού του γεγονότος φαίνεται να επελέγη από την εκκλησία ο εορτασμός των Εισοδίων της Θεοτόκου στις 21 Νοεμβρίου. Επί αυτοκράτορος Μανουήλ Α” Κομνηνού (1143-1180) καθιερώθηκε ως ημέρα αργίας για το Βυζάντιο.
Στις μέρες μας, με ιδιαίτερη λαμπρότητα και κατάνυξη εορτάζονται τα Εισόδια της Θεοτόκου στα Χανιά, τη Λειβαδιά, την Αμφίκλεια και την Κίμωλο. Αφιερωμένη στα Εισόδια της Θεοτόκου είναι η Καπνικαρέα, το θαυμάσιο αυτό βυζαντινό ναΐδριο του 11ου αιώνα, που βρίσκεται στο μέσο της οδού Ερμού στην Αθήνα. Στις 21 Νοεμβρίου γιορτάζουν ο Παναγιώτης, η Μαρία, η Δέσποινα, αλλά και οι ελληνικές ένοπλες δυνάμεις γιορτάζουν την «Υπέρμαχο στρατηγό» τους.


https://aerapatera.wordpress.com/2014/11/21/τά-εἰσόδια-τῆς-θεοτόκου/


Tuesday, November 18, 2014

Το ενέχυρο των θαυμάτων


Κάθε πρωί
ανοίγοντας τα μάτια
απορεί
που ακόμα ζει
Βουρκώνει
αισθανόμενος 
το θαύμα
Κάνει το σταυρό του
και σηκώνεται

Το καντήλι καίει
κάτω απ' το χειροποίητο εικόνισμα
της Οδηγήτριας
Ευχαριστώ, της λέει,
κι αφού πιει τον καφέ του
ξεκινά τη μέρα του
έτοιμος για τα θαύματα
που θ' ακολουθήσουν

Κι εκείνα τα φιλότιμα 
στρατιές τον περιμένουν
συγκινημένα
απ' την ευγνώμονα καρδιά 
του αχειροποίητου ανθρώπου




φωτογραφία: πάρκο της Γενεύης

Το παιδί και ο άγγελος - ένας ειλικρινής διάλογος





- Ξέρεις από τι είναι φτιαγμένα τα σύννεφα; με ρωτά ο άγγελός μου.
- Όχι, δεν ξέρω. Από τι;
- Τίποτα δεν ξέρεις. Από τα μαλλιά του Θεου είναι βρε χαζό! Ξέρεις τουλάχιστον πόσα μαλλιά έχει ο Θεός;
- Όχι, ούτε αυτό το ξέρω. Πόσα έχει;
- Καλά το λέω, τίποτα δεν ξέρεις! Αφού είναι άπειρος, πόσα λες να έχει; Άπειρα φυσικά!
- Και πώς μπορεί και τα χτενίζει;
- Κοτζάμ Θεός λες να τα χτενίζει μόνος του; Κάθε μέρα αναλαμβάνουν να τον χτενίζουν κάποιοι άγγελοι. Αν όμως κάπου τα μαλλιά μπλεχτούν και δεν ξεμπλέκονται με τίποτα, χρατς, τα κόβουν μ' ένα ψαλίδι και τότε, φραπ, να 'σου πέφτουν χαμηλά κι ένα σύννεφο, που εσύ το λες σύννεφο, αλλά δεν είναι σύννεφο, είναι μια τούφα απ' τα μπλεγμένα μαλλιά του Θεού, εμφανίζεται στον ουρανό. Ε, κι αφού ειναι άπειρα, όπως καταλαβαίνεις φυσικό είναι να μπλέκονται, γι' αυτό και τόσα σύννεφα πολλές φορές στον ουρανό.
- Αφού όμως είναι άπειρος θα είναι και γέρος και αν είναι γέρος γιατί δεν έχουμε μόνο άσπρα σύννεφα, όπως τα μαλλιά των γέρων, αλλά και μαύρα και γκρι;
- Λοιπόν, είσαι ντουγάνι! Άπειρος δε σημαίνει γέρος! Ίσα ίσα, σημαίνει τα πάντα, και νέος και γέρος κι ό,τι θες. Με μαλλιά και μαύρα, και γκρι, και κόκκινα και κίτρινα και μπλε, απ' τα πιο συντηρητικά χρώματα μέχρι τα πιο εξτρέμ! 
- Έχει και ξανθά;
- Η αλήθεια είναι πως τα περισσότερα είναι ξανθά. Ψέμματα! Τι λέω, με παρέσυερες, όλα ξανθά είναι.
- Και πού το ξέρεις; Τα έχεις δει όλα;
- Ε, δε θέλει και πολύ μυαλό! Αφού ο Θεός είναι από φως δε θα είναι τα μαλλιά του ξανθά; Ναι, ναι, βέβαια, όλα ξανθά είναι!
- Και τότε πώς προκύπτουν όλα τ' άλλα χρώματα που βλέπουμε;
- Μμμ... άλλο τι είναι τα μαλλιά του Θεού κι άλλο τι βλέπετε οι άνθρωποι, εντάξει; Όσα σύννεφα τα βλέπετε μαύρα, μπλε ή γκρι είναι οι τούφες που καθώς πέφτουν απ' τις χτένες των αγγέλων και απομακρύνονται από το φωτεινό κεφάλι του Θεού σκοτεινιάζουν...
- Κι όταν δεν έχει σύννεφα και ο ουρανός είναι καταγάλανος τι συμβαίνει; Ξυρίζει το κεφάλι του γουλί;
- Ε, όχι, είπαμε εξτρέμ, αλλά όχι και γουλί! Απλούστατα τότε είναι καλοχτενισμένος και καμιά τούφα δεν πέφτει!
- Άρα οι άγγελοι του καλοκαιριού και της άνοιξης κάνουν καλύτερη δουλειά!
- Ή ο Θεός εργάζεται σκληρότερα το φθινόπωρο και το χειμώνα...

...........................................................................................................
Υποσημείωση:
Οι άγγελοι των παιδιών είναι πιο παιδιά κι απ' τα παιδιά που προστατεύουν.


Sunday, November 16, 2014

Το εγγόνι του Παππού - Καλή βδομάδα!



Πάλευκο κουβερλί
από σύννεφα πλεγμένο
σκεπάζει τον κόσμο

Πριν από λίγο
το 'πλεξε ο παππούς μου
μα εν ριπή ορφθαλμού θα το ξηλώσει
θ' αλλάξει τα σχέδια
τα χρώματα, τις κλωστές

Με τίποτα δεν είναι ευχαριστημένος
και βαριέται γρήγορα
πειραματίζεται ολοένα
δε χορταίνει το παιχνίδι
κι όλο πάλι απ' την αρχή

Έτσι κι εγώ
-καθ' ομοίωσιν




Συνέντευξη στη Μαρία Παπαδοπούλου - Art press




στη ΜΑΡΙΑ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ
Μπορεί άραγε η τέχνη να γεννηθεί από κάποιο έλλειμμα μας; Η απάντηση  είναι καταφατική στην περίπτωση τηςΒασιλικής Νευροκοπλή, καθώς η έλλειψη μιας γιαγιάς να της διηγηθεί παραμύθια την οδήγησε στην τέχνη της συγγραφής και στο θαυμαστό τους κόσμο. Σ΄ έναν κόσμο που, όπως η ίδια εξομολογείται,  ανακάλυψε πως έχει πολλά κοινά με τον κόσμο της ποίησης που αγαπά ιδιαίτερα.
Κι αν το έλλειμμα γεννά την τέχνη , οι κρυφοί καημοί και οι ευτυχείς συγκυρίες στην περίπτωση της Βασιλικής γεννούν ιστορίες που αντλούν την έμπνευσή τους από το ποιητικότερο κείμενο όλων των εποχών, το  Ευαγγέλιο.
Γεννούν τις ιστορίες του Καλλίστρατου, ενός ψαρά που κατόρθωσε να γίνει βασιλιάς, ο όποιος όταν γέρασε παράτησε το στέμμα του, για να γίνει παραμυθάς και να λέει ιστορίες, οι οποίες ευφραίνουν το νου και την ψυχή.
Ο Καλλίστρατος , λοιπόν, αρχικά εμπνεύστηκε από την παραβολή του καλού σπορέα και  μας διηγήθηκε μια ιστορία για Το χωράφι της καρδιάς. Στη συνέχεια μας μίλησε για δώρα και μας εξιστόρησε τις  Περιπέτειες των χαρισμάτων. Αυτές τις μέρες βρίσκεται στην Πολιτεία των αηδονιών, μια πολιτεία ιδιαίτερη, με κρυμμένα μυστικά και μας προσκαλεί να την επισκεφτούμε μαζί του και να τ΄ ανακαλύψουμε…
Θέλοντας να μάθουμε περισσότερα για τα ταξίδια του ιδιαίτερου αυτού παραμυθά, που με τις ιστορίες του παίρνει θάρρος η καρδιά και γεμίζει ελπίδα , συναντήσαμε τη δημιουργό του, Βασιλική Νευροκοπλή…
Πως πρόεκυψε η σειρά με τις ιστορίες του Καλλίστρατου;

Ήταν μια ευτυχής συγκυρία. Η Ελληνική Βιβλική Εταιρεία ήθελε να ξεκινήσει μία σειρά με εικονογραφημένα παιδικά βιβλία που να παρουσιάζουν τις παραβολές, εγώ ήθελα να κάνω κάτι σχετικό, αλλά δεν ήξερα με ποιον εκδότη. Μια μέρα πέσαμε κυριολεκτικά ο ένας πάνω στον άλλο! Όταν το συζητήσαμε, πρότεινα να γράψω παραμύθια πάνω στις παραβολές, διότι αφενός κάθε παραβολή είναι σε μέγεθος πολύ μικρό κείμενο ώστε να αποτελέσει από μόνη της ένα βιβλίο και αφετέρου όταν απευθυνόμαστε στα παιδιά οφείλουμε να μιλήσουμε στη γλώσσα τους και η γλώσσα των παιδιών είναι το παραμύθι. Έτσι καταλήξαμε στη δημιουργία αυτής της σειράς, όπου για κάθε παραβολή γράφεται ένα παραμύθι που την ερμηνεύει χωρίς να την εξηγεί. Την ερμηνεύει, δηλαδή, βιωματικά, παραδειγματικά, μέσα από μία φανταστική ιστορία που την αφηγείται πάντα ο Καλλίστρατος, κι έτσι τα παιδιά την κατανοούν σύμφωνα με τα δικά τους εφόδια και τις δικές τους εμπειρίες.
Που θα κατατάσσατε τις ιστορίες του Καλλίστρατου; Στους μύθους; Στα παραμύθια; Στις παραβολές;
Οι ιστορίες του Καλλίστρατου δεν κατατάσσονται εύκολα γιατί δεν έχουν προηγούμενο εκδοτικό εγχείρημα πουθενά στον κόσμο. Συνδιάζουν την παραβολή -που ειπώνεται με απλό και παραμυθένιο τρόπο μέσα στο βιβλίο- με το παραμύθι. Το καθεαυτό παραμύθι έχει τη δομή και τη γλώσσα των παλιών κλασικών παραμυθιών. Πολλοί νομίζουν ότι τα αντιγράφω από κάποια λαϊκή παράδοση, αλλά δεν είναι έτσι. Εμπνέονται από την παράδοση που όλοι μας κουβαλούμε, αλλά είναι πρωτότυπα κείμενα. Σκεφτείτε ένα “βιβλίο μπάμπουσκα”. Μέσα στο παραμύθι μπαίνει η παραβολή κι όλο μαζί στην προσωπική ιστορία του πρωταγωνιστή Καλλίστρατου, στον τόπο και τον χρόνο της ζωής του. Τρία σε ένα…
Σε ποιες ηλικίες απευθύνονται;
Απευθύνονται στα παιδιά του δημοτικού, αλλά και του γυμνασίου. Θεωρώ όμως πως καταρχάς είναι ιδανικά για τα παιδιά που εισάγονται στο μάθημα των θρησκευτικών, δηλαδή της τρίτης τάξης του δημοτικού και πάνω. Κυρίως διότι είναι μια άλλη προσέγγιση των κειμένων της πίστης μας. Είναι ένα σύγχρονο βλέμμα πάνω τους μέσα από τη λογοτεχνία του παραμυθιού με πολύ ελκυστική εικονογράφηση. Για μένα είναι ο σύγχρονος τρόπος ανάγνωσης αυτών των “μικρών θησαυρών” του ευαγγελίου που άντεξαν και θα αντέξουν αιώνες επειδή ταυτίζονται με την αλήθεια.
καλι
Συστήστε μας με τον κεντρικό ήρωα.
Ο Καλλίστρατος συστήνεται στο πρώτο βιβλίο της σειράς. Από μικρός αγαπούσε τα παραμύθια και τα λόγια του Θεού. Όταν η γιαγιά του, μια μέρα, του είπε πως στη ζωή υπάρχουν μόνο δυο δρόμοι, του Καλού και του Κακού, και πρέπει να διαλέξει ποιον θ’ ακολουθήσει, εκείνος διάλεξε αμέσως το δρόμο του Καλού. Έτσι, η γιαγιά του τον ονόμασε Καλλίστρατο (καλή στράτα, ε;) και τον ανάθρεψε με τα λόγια του Θεού. Στο πρώτο αυτό βιβλίο υπαινίσσομαι πως ο Καλλίστρατος ήταν κάποτε ψαράς που αναζητώντας το Θεό τα παράτησε κάποια στιγμή όλα και μετά από πολλές περιπέτειες έφτασε να γίνει βασιλιάς, που και το στέμμα του άφησε όταν γέρασε, για να γίνει παραμυθάς. Δηλαδή, όλο το παραμύθι που υπάρχει σ’ αυτό το βιβλίο, στην πραγματικότητα είναι η ζωή του ίδιου του πρωταγωνιστή της σειράς.
Γιατί επιλέξατε αυτό το όνομα γι αυτόν; Από πού εμπνευστήκατε για τη δημιουργία του;
Έψαχνα να βρω ένα όνομα που να σημαίνει κάτι, να είναι δηλωτικό της προσωπικότητας του ήρωα. Το όνομα του Καλλίστρατου μού το πρότεινε ο φίλος μου Άρης Δαβαράκης σε μια σχετική συνομιλία μας. Μου άρεσε πολύ και το κράτησα. Μετά διάβασα και το βίο του αγίου Καλλίστρατου που γιορτάζει στις 27 Σεπτεμβρίου και με ενθουσίασε. Είναι ένας από τους πολλούς άγνωστους, μεγάλους αγίους μας.
«Ο Καλλίστρατος και το χωράφι της καρδιάς», «Ο Καλλίστρατος και οι περιπέτειες των χαρισμάτων», και «Ο Καλλίστρατος και η Πολιτεία των Αηδονιών». Ποια ιστορία από τις τρεις σας δυσκόλεψε περισσότερο και γιατί;

Μμμ… όλες πολύ! Η πρώτη γιατί έπρεπε να εφευρεθεί και να δεθεί όλο αυτό το ποικίλο κράμα: ποιος θα είναι ο Καλλίστρατος, πού θα μπει η παραβολή του Καλού Σπορέα που είχα επιλέξει, και το δυσκολότερο, πώς να γράψω ένα παραμύθι που να στηρίζεται στην παραβολή, αλλά να αποτελεί μια νέα ιστορία. Επιπλέον, χρειάστηκε να μελετήσω πολλά κείμενα πατέρων για να μπω στο νόημα των παραβολών κι ύστερα να τα αφήσω στην άκρη κρατώντας την ουσία τους ως υπέδαφος στο παραμύθι. Οι παραβολές φαίνονται απλές, όταν όμως προσπαθήσεις να εμβαθύνεις, τότε βρίσκεσαι μπροστά σε νοήματα ασύλληπτου βάθους. Όλο το εγχείρημα είναι δύσκολο. Δεν έχω κανένα δικαίωμα να αυθαιρετήσω. Πρέπει να υπηρετήσω την αλήθεια των παραβολών χωρίς να την προδώσω. Ένα οποιοδήποτε παραμύθι το γράφω σε μια μέρα ή μια βδομάδα, και μπορεί να το διορθώνω μήνες. Κάθε βιβλίο αυτής της σειράς με απασχολεί σχεδόν όλο το χρόνο μέχρι να έρθει η στιγμή να γραφτεί.
Το δεύτερο ήταν λίγο πιο εύκολο από άποψη δομής, μα διατήρησε τη δυσκολία της συγγραφής του παραμυθιού πάνω στην παραβολή των Ταλάντων. Το τρίτο όμως ήταν ό,τι δυσκολότερο έγραψα ποτέ. Πρώτον, διότι δε μ’ αρέσει να επαναλαμβάνομαι, οπότε έπρεπε κι ο Καλλίστρατος να εισάγεται διαφορετικά και η παραβολή να μην είναι πάλι στην αρχή όπως στα δύο άλλα, και δεύτερον γιατί η παραβολή που επέλεξα, αυτή για τα δύο σπίτια που το ένα χτίζεται στην άμμο και το άλλο στην πέτρα, είναι ο επίλογος της “Επί του Όρους ομιλίας”… Θεώρησα λοιπόν, σωστό να περάσει όλη αυτή η ιστορική ομιλία μαζί με την παραβολή μέσα στο παραμύθι υπόγεια, χωρίς να γίνεται αυτό αντιληπτό από κανέναν. Ειλικρινά, ήταν ανθρωπίνως αδύνατον… Πιστεύω πως και τα τρία παραμύθια είναι δώρα του Θεού, αλλιώς δε θα γράφονταν όσο κι αν το ήθελα κι αν το προσπαθούσα…
Πως είναι δομημένη η Πολιτεία των Αηδονιών;
Το βιβλίο ξεκινά από μια πέτρα που διηγείται στον Καλλίστρατο την ξεχασμένη ιστορία αυτής της πολιτείας. Την επόμενη μέρα ο παραμυθάς πηγαίνει στον βασιλιά που την κυρίεψε μόνο και μόνο για ν’ ακούει τ’ αηδόνια της κι επειδή δεν τ’ άκουσε ποτέ έπεσε σε βαθιά μελαγχολία. Ο Καλλίστρατος τού διηγείται όλη την ιστορία των προκατόχων του που του έχει πει η πέτρα, και τότε ο βασιλιάς έρχεται σε συναίσθηση και καταλαβαίνει τα λάθη του. Όταν αναρωτιέται αν μπορεί να γίνει σαν τον Ευδόκιμο, τον προηγούμενο βασιλιά που τον αγαπούσαν τ’ αηδόνια και τον ακολουθούσαν παντού, του αφηγείται την παραβολή των δύο σπιτιών. Ο βασιλιάς φεύγει για την πατρίδα του, ο παλιός βασιλιάς επιστρέφει, κι ο Καλλίστρατος ξανασυναντά την πέτρα στον δρόμο του και τη ρωτά: Τι είναι τ’ αηδόνια και πώς διαλέγουν τόπους για να τραγουδούν; Η απάντηση είναι όλο το κλειδί του βιβλίου, και γι’ αυτό προτείνω να το κρατήσουμε μυστικό… Εξάλλου, εδώ και μια βδομάδα το βιβλίο είναι πια στα βιβλιοπωλεία..
Στην παραβολή για τα δυο σπίτια ο Χριστός αναφέρει: «Καθένας που έρχεται προς εμένα και ακούει τα λόγια μου και τα εφαρμόζει θα σας υποδείξω με ποιον είναι όμοιος: 
όμοιος είναι με άνθρωπο που οικοδομεί οικία, ο οποίος έσκαψε και βάθυνε και έθεσε θεμέλιο πάνω στο βράχο. Και όταν έγινε πλημμύρα, όρμησε ο ποταμός πάνω στην οικία εκείνη, αλλά δεν μπόρεσε να τη σαλέψει, γιατί οικοδομήθηκε καλά. Αλλά εκείνος που άκουσε και δεν εφάρμοσε είναι όμοιος με άνθρωπο που οικοδόμησε οικία πάνω στη γη χωρίς θεμέλια. Σ’ αυτήν την οικία όρμησε πάνω ο ποταμός και ευθύς κατάπεσε, και το ρήγμα της οικίας εκείνης έγινε μεγάλο». Η κοινωνία των ανθρώπων της σύγχρονης Ελλάδας είναι δομημένη με ή χωρίς θεμέλια; Θα τα καταφέρει να γλιτώσει από την πλημμύρα;Βεβαίως και έχει θεμέλια. Δεν είναι στο χέρι της να επιλέξει αν θέλει να έχει ή να μην έχει. Μπορεί η γιαγιά ν’ ανάβει το καντήλι κι ο εγγονός να δηλώνει άθεος, αλλά πόσο άθεος μπορεί να είναι ο Έλληνας που δέκα φορές τη μέρα φωνάζει “Παναγιά μου” κι όταν πεθάνει η γιαγιά του αρχίζει αυτός ν’ ανάβει το καντήλι και να προσεύχεται; Όσο θα υπάρχει Θεός θα υπάρχουν κι αυτοί που τον πιστεύουν και ελπίζουν σ’ αυτόν, ειδικά στην Ελλάδα. Η χώρα μας φωνάζει παντού τον Θεό, παντού. Μερικές φορές τον καταχωνιάζει, ή κάνει πως τον αρνείται, αλλά δεν πειράζει. Αυτά είναι επιφανειακές εφηβικές ασθένειες. Περνούν στις πρώτες καταιγίδες. Και βέβαια θα αντέξουμε, έπρεπε μάλλον λίγο να ταρακουνηθούμε, το χρειαζόμασταν, η ευζωϊα μάς αποπροσανατόλισε. Το λέει κι ο Καλλίστρατος στον βασιλιά μέσα στο βιβλίο: “Καμιά φορά οι καταιγίδες έρχονται για ν’ αρχίσουμε απ’ την αρχή να χτίζουμε τις ζωές μας”. Μια αφορμή θέλαμε, ε, την έχουμε. Ας την πούμε και ευκαιρία… Στο κάτω κάτω δεν είναι μόνο στο χέρι μας, πρώτα απ’ όλα είναι στο χέρι του Θεού -ευτυχώς…
Ο Καλλίστρατος έχει να μας διηγηθεί κι άλλες ιστορίες; Ποια θα είναι η επόμενη;
Δεν κάνω σχέδια μακροπρόθεσμα. Λέω, γεροί να είμαστε και να μας φωτίζει ο Θεός. Έχει πολλές παραβολές ακόμα, δεν έχω όμως κάτι στο μυαλό μου, θα έρθει μόνο του… Θα είναι πάλι μια παραβολή συμβολική και όχι πολύ ρεαλιστική, ώστε να σηκώνει το πλάσιμο ενός παραμυθιού, όπως οι προηγούμενες. Θα δούμε, θα φανεί, ελπίζω να είμαστε πάλι εδώ και να τα ξαναπούμε… Σας  ευχαριστώ θερμά!


Monday, November 10, 2014

Προσευχήσου για μένα (Χρ.Λάσκαρης) - Καλή βδομάδα!




Αγώνα δίνω φίλε αναγνώστη,
αγώνα τρομερό.
Έρχομαι σώμα με σώμα.

Αν νικήσω 
θα ωφεληθείς κι εσύ.

Προσευχήσου λοιπόν για μένα.



Χρ.Λάσκαρης - Ποιήματα - εκδ. Γαβριηλίδης



http://aerapatera.wordpress.com/2014/11/06/προσευχήσου-γιά-μένα-χρ-λάσκαρης/





Κυριακή Ζ΄ Λουκά



(Λουκ. 8,41-56)

Τῷ καιρῷ ἐκείνω, ἄνθρωπος τίς προσῆλθε τῷ Ἰησοῦ,
41. ᾧ ὄνομα Ἰάειρος, καὶ αὐτὸς ἄρχων τῆς συναγωγῆς ὑπῆρχε· καὶ πεσὼν παρὰ τοὺς πόδας τοῦ Ἰησοῦ παρεκάλει αὐτὸν εἰσελθεῖν εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ,
42. ὅτι θυγάτηρ μονογενὴς ἦν αὐτῷ ὡς ἐτῶν δώδεκα, καὶ αὕτη ἀπέθνησκεν. Ἐν δὲ τῷ ὑπάγειν αὐτὸν οἱ ὄχλοι συνέπνιγον αὐτόν.
43. καὶ γυνὴ οὖσα ἐν ῥύσει αἵματος ἀπὸ ἐτῶν δώδεκα, ἥτις ἰατροῖς προσαναλώσασα ὅλον τὸν βίον οὐκ ἴσχυσεν ὑπ’ οὐδενὸς θεραπευθῆναι,
44. προσελθοῦσα ὄπισθεν ἥψατο τοῦ κρασπέδου τοῦ ἱματίου αὐτοῦ, καὶ παραχρῆμα ἔστη ἡ ῥύσις τοῦ αἵματος αὐτῆς.
45. καὶ εἶπεν ὁ Ἰησοῦς· τίς ὁ ἁψάμενός μου; ἀρνουμένων δὲ πάντων εἶπεν ὁ Πέτρος καὶ οἱ σὺν αὐτῷ· ἐπιστάτα, οἱ ὄχλοι συνέχουσί σε καὶ ἀποθλίβουσι, καὶ λέγεις τίς ὁ ἁψάμενός μου;
46. ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν· ἥψατό μού τις· ἐγὼ γὰρ ἔγνων δύναμιν ἐξελθούσαν ἀπ’ ἐμοῦ.
47. ἰδοῦσα δὲ ἡ γυνὴ ὅτι οὐκ ἔλαθε, τρέμουσα ἦλθε καὶ προσπεσοῦσα αὐτῷ δι’ ἣν αἰτίαν ἥψατο αὐτοῦ ἀπήγγειλεν αὐτῷ ἐνώπιον παντὸς τοῦ λαοῦ, καὶ ὡς ἰάθη παραχρῆμα.
48. ὁ δὲ εἶπεν αὐτῇ· θάρσει, θύγατερ, ἡ πίστις σου σέσωκέ σε· πορεύου εἰς εἰρήνην.
49. Ἔτι αὐτοῦ λαλοῦντος ἔρχεταί τις παρὰ τοῦ ἀρχισυναγώγου λέγων αὐτῷ ὅτι τέθνηκεν ἡ θυγάτηρ σου· μὴ σκύλλε τὸν διδάσκαλον.
50. ὁ δὲ Ἰησοῦς ἀκούσας ἀπεκρίθη αὐτῷ λέγων· μὴ φοβοῦ· μόνον πίστευε, καὶ σωθήσεται.
51. ἐλθὼν δὲ εἰς τὴν οἰκίαν οὐκ ἀφῆκεν εἰσελθεῖν οὐδένα εἰ μὴ Πέτρον καὶ Ἰωάννην καὶ Ἰάκωβον καὶ τὸν πατέρα τῆς παιδὸς καὶ τὴν μητέρα.
52. ἔκλαιον δὲ πάντες καὶ ἐκόπτοντο αὐτήν. ὁ δὲ εἶπε· μὴ κλαίετε· οὐκ ἀπέθανεν, ἀλλὰ καθεύδει.
53. καὶ κατεγέλων αὐτοῦ, εἰδότες ὅτι ἀπέθανεν.
54. αὐτὸς δὲ ἐκβαλὼν ἔξω πάντας καὶ κρατήσας τῆς χειρὸς αὐτῆς ἐφώνησε λέγων· ἡ παῖς, ἐγείρου.
55. καὶ ἐπέστρεψε τὸ πνεῦμα αὐτῆς, καὶ ἀνέστη παραχρῆμα, καὶ διέταξεν αὐτῇ δοθῆναι φαγεῖν. 56. καὶ ἐξέστησαν οἱ γονεῖς αὐτῆς. ὁ δὲ παρήγγειλεν αὐτοῖς μηδενὶ εἰπεῖν τὸ γεγονός.

http://aerapatera.wordpress.com/2014/11/09/κυριακή-ζλουκά/

Άγιος Νεκτάριος - Επίσκοπος Πενταπόλεως ο θαυματουργός



Γεννήθηκε στις 1 Οκτωβρίου του 1846 μ.Χ. στη Σηλυβρία της Θράκης από τον Δήμο και τη Βασιλική Κεφάλα και ήταν το πέμπτο από τα έξι παιδιά τους. Το κοσμικό του όνομα ήταν Αναστάσιος.
Μικρός, 14 ετών, πήγε στην Κωνσταντινούπολη, όπου εργάστηκε ως υπάλληλος και κατόπιν ως παιδονόμος στο σχολείο του Μετοχίου του Παναγίου Τάφου. Κατόπιν πήγε στη Χίο, όπου, από το 1866 μ.Χ. μέχρι το 1876 μ.Χ. χρημάτισε δημοδιδάσκαλος στο χωριό Λίθειο.
Το 1876 μ.Χ. εκάρη μοναχός στη Νέα Μονή Χίου με το όνομα Λάζαρος και στις 15 Ιανουαρίου 1877 μ.Χ. χειροτονήθηκε διάκονος, ονομασθείς Νεκτάριος, από τον Μητροπολίτη Χίου Γρηγόριο (1860 – 1877 μ.Χ.), και ανέλαβε τη Γραμματεία της Μητροπόλεως.
Το 1881 μ.Χ. ήλθε στην Αθήνα, όπου με έξοδα του Πατριάρχη Αλεξανδρείας Σωφρονίου Δ’ (1870 – 1899 μ.Χ.), σπούδασε Θεολογία και πήρε το πτυχίο του το 1885 μ.Χ. Έπειτα, ο ίδιος προαναφερόμενος Πατριάρχης, τον χειροτόνησε το 1886 μ.Χ. πρεσβύτερο και του έδωσε τα καθήκοντα του γραμματέα και Ιεροκήρυκα του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας. Διετέλεσε επίσης πατριαρχικός επίτροπος στο Κάιρο.
Στις 15 Ιανουαρίου 1889 μ.Χ., χειροτονήθηκε Μητροπολίτης Πενταπόλεως. Η δράση του ως Μητροπολίτου ήταν καταπληκτική και ένεκα αυτού ήταν βασικός υποψήφιος του πατριαρχικού θρόνου Αλεξανδρείας. Λόγω όμως φθονερών εισηγήσεων (αισχρών συκοφαντιών), προς τον Πατριάρχη Σωφρόνιο, ο ταπεινόφρων Νεκτάριος, για να μη λυπήσει τον γέροντα Πατριάρχη, επέστρεψε στην Ελλάδα (1889 μ.Χ.).
Διετέλεσε Ιεροκήρυκας (Ευβοίας) (1891 – 1893 μ.Χ.), Φθιώτιδος και Φωκίδας (1893 – 1894 μ.Χ.) και διευθυντής της Ριζαρείου Εκκλησιαστικής Σχολής στην Αθήνα (1894 – 1904 μ.Χ.).
Μετά τον θάνατο του Πατριάρχη Αλεξανδρείας Σωφρονίου (1899 μ.Χ.), ο Νεκτάριος εκλήθη να τον διαδεχθεί, αλλά ο Άγιος αρνήθηκε.
Στα κηρύγματα του, πλήθος λαού μαζευόταν, για να «ρουφήξει» το νέκταρ των Ιερών λόγων του.
Το 1904 μ.Χ. ίδρυσε γυναικεία Μονή στην Αίγινα, της οποίας ανέλαβε προσωπικά τη διοίκηση, αφού εγκαταβίωσε εκεί το 1908 μ.Χ., μετά την παραίτηση του από τη Ριζάρειο Σχολή.
Έγραψε αρκετά συγγράμματα, κυρίως βοηθητικά του θείου κηρύγματος. Η ταπεινοφροσύνη του και η φιλανθρωπία του υπήρξαν παροιμιώδεις.
Πέθανε το απόγευμα της 8ης Νοεμβρίου 1920 μ.Χ. Τόση δε ήταν η αγιότητά του, ώστε επετέλεσε πολλά θαύματα, πριν αλλά και μετά τον θάνατο του. Ενταφιάστηκε στην Ιερά Μονή Αγίας Τριάδος στην Αίγινα.
Η ανακομιδή των Ιερών λειψάνων του έγινε στις 3 Σεπτεμβρίου του 1953 μ.Χ. και στις 20 Απριλίου του 1961 μ.Χ. με Πράξη του Οικουμενικού Πατριαρχείου, διακηρύχτηκε Άγιος της Ορθόδοξης Εκκλησίας.

http://aerapatera.wordpress.com/2014/11/09/῾ο-ἃγιος-νεκτάριος-ἐπίσκοπος-πενταπ/

Thursday, November 6, 2014

Η μεγαλύτερη αμαρτία - Διήγημα





Τη νοτισμένη από φθινοπωρινή μελαγχολική πάχνη παραλία ατενίζει σιωπηλά μια παρέα από τρεις άνδρες και μία γυναίκα. Δεν είναι η πρώτη φορά που κάθονται στο μπαλκόνι της μεσήλικης κυρίας που από τότε που οι χυμοί της πάλλουσας νιότης της στέρεψαν, στο πρόσωπό της εγκαταστάθηκε μια απέραντη γλυκύτητα. Ήταν όμως η πρώτη φορά που οι παλιοί φίλοι έμεναν σιωπηλοί. Θαρρείς και είχαν εξαντληθεί οι ατέλειωτες συζητήσεις για βιβλία, έργα τέχνης και ταξίδια. Οι ηλικιωμένοι άντρες άφηναν το βλέμμα τους πάνω στο θαμπό ορίζοντα σαν να 'θελαν να κρύψουν μέσα του τις μεγαλύτερες αμαρτίες τους. Αυτό σκέφτηκε η Θάλεια παρατηρώντας τους, κι έσπασε τη σιωπή προκαλώντας με τα λόγια της την έκπληξή τους. Το βλέμμα τους πιασμένο στα δίχτυα της πρότασης που μόλις άρθρωσε, ανασύρθηκε αστραπιαία απ' τη νωχέλεια του ορίζοντα, συμπαρασύροντας τη μπούργκα της ομίχλης απ' το πρόσωπο της θάλασσας. Το τόξευσαν ίσια στα αθώα καστανά μάτια της φίλης τους που ένιωσε πως ήδη ξεγυμνώνονται τα μυστικά τους.

-Είμαστε τόσα χρόνια φίλοι, τους είπε μ' ένα ανάλαφρο μειδίαμα σαν να επρόκειτο να τους προτείνει να παίξουνε χαρτιά, νομίζω πως μετά από τόσα χρόνια μπορούμε να εξομολογηθούμε τη μεγαλύτερη αμαρτία μας!
-Αυτό να το ξεχάσεις, κυρία μου, πώς σου κατέβηκε πάλι αυτή η τρελή ιδέα, είπε ο υπερήλικος Ανδρέας, που τον κατέτρεχε πάντα η αμείλικτη υποχρέωση να φύγει απ' αυτή τη ζωή με την ακεραιότητα της εικόνας που είχε χτίσει πολύ προσεχτικά χρόνια ολόκληρα, ομολογουμένως με πολύ κόπο. Μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτων είχε προλάβει να πείσει τον εαυτό του πως ο ίδιος δεν έχει πρόβλημα να ομολογήσει τη μεγαλύτερη αμαρτία του, αλλά το πρόβλημα ήταν στο ότι οι φίλοι του θα έπρεπε να την υποστούν.
- Έλα, τώρα, Ανδρέα, έχει ενδιαφέρον, εγώ θα την πω! είπε ο Κίμωνας σκουντώντας λίγο με τον αγκώνα τον κόκκινο από θυμό Ανδρέα, πράγμα που τον οδήγησε αντανακλαστικά σε μια σύσπαση δυσφορίας του προσώπου του
- Εγώ με τίποτα, δήλωσε και σήκωσε το χέρι σε στάση απαγορευτική  που δε σήκωνε άλλη αντίρρηση
- Ακόμα κι αν την πούμε όλοι; ρώτησε ο Κώστας ποντάροντας στην ευγένεια του Ανδρέα. Ήταν ο παλιότερος φίλος του, από τα εφηβικά τους χρόνια γνώριζε καλά πως δύσκολα θα χαλούσε το κέφι μιας συντροφιάς, πόσο μαλλον αυτής που ήταν και το αποκούμπι της εργένικης ζωής του. Ο Ανδρέας κούνησε το κεφάλι με διφορούμενο τρόπο. Είχε ήδη αρχίσει να το σκέφτεται
- Τη μεγαλύτερη; ρώτησε σαν παιδί που ντρέπεται τους γονείς του
-Εντάξει, εσύ πες όποια θέλεις, είπε ο Κίμωνας για να τον κατευνάσει. Εξάλλου, μη μου πεις πως δε θέλεις ν' ακούσεις τη μεγαλύτερη αμαρτία της οικοδέσποινας
Γέλασαν όλοι και περισσότερο απ’ όλους η Θάλεια
- Καλά, καλά, ξεκινήστε εσείς και βλέπουμε είπε ηττημένος ο Ανδρέας κατεβάζοντας το κεφάλι.
- Κώστα, είπε η Θάλεια και σήκωσε το ποτήρι της γεμάτο κόκκινο κρασί διαγράφοντας ένα ελαφρύ τόξο προς τα πάνω για να πιει στην υγειά του
Ο Κώστας συνήθως σιωπούσε. Προτιμούσε ν' ακούει τους άλλους. Η καλλιτχνική του ιδιοσυγκρασία του υπέβαλλε κυρίως την παρατήρηση. Έτσι, βουτώντας τη γλώσσα του στη σκέψη του όπως ακριβώς το πινέλο του στα χρώματα, ξεκίνησε να ζωγραφίζει λιτά τον πίνακα της μεγαλύτερης αμρτίας του.

-Tη μεγαλύτερη αμαρτία μου την έκανα στα δεκαπέντε. Έκτοτε, συνειδητοποίησα πολλές φορές πως τις μεγλύτερες αμαρτίες τις κάνουμε στα παιδικά μας χρόνια. Ήταν Σάββατο απόγευμα και θα πήγαινα στο πρώτο μου πάρτυ. Το οργάνωνε μια συμμαθήτριά μου που μου άρεσε πολύ κι ήθελα να γίνει το κορίτσι μου. Ενώ ετοιμαζόμουν, ο πατέρας μου μπήκε στο δωμάτιο και μου δήλωσε πως θα έπρεπε να πάρω μαζί μου και την αδερφή μου. Το πρόβλημα δεν ήταν αυτό που φαντάζεστε, αλλά το ότι η Ναταλία, αν και μόνο ένα χρόνο μικρότερη, δεν έβγαινε απτο σπίτι χωρίς την κούκλα της. Ήταν μια πάνινη κούκλα που της την είχε χαρίσει η νονά της από ένα ταξίδι της στη Ρωσία. Δεν την αποχωριζόταν ποτέ. Ακόμη και στο σχολείο την έπαιρνε.  Θα πρέπει να είχε ταυτιστεί μαζί της απόλυτα. Καλά να  έπαιρνα μαζί μου την αδερφή μου, θα καθόταν σε μια γωνιά και δε θα ενοχλούσε κανέναν. Όχι όμως και την κούκλα της. Όσο κι αν προσπάθησα να μεταπείσω τον πατέρα μου, στάθηκε αδύνατο. Είχαν δεξίωση και θα έλειπαν με τη μητέρα. Συμφώνησα με βαριά καρδιά. Όπως ήταν αναμενόμενο η αδερφή μου την πήρε την κούκλα της. Ξεκινήσαμε. Στο δρόμο δεν άντεξα. Της άρπαξα την κούκλα, την έκανα χίλια κομμάτια και την πέταξα σ' έναν κάδο σκουπιδιών. Η Ναταλία ήταν απαρηγόρητη. Περίμενα να σταματήσει τα κλάματα, μα όταν ηρέμησε βυθίστηκε σε μια απέραντη λύπη. Λύπη σιωπηλή και ακίνητη σαν τον θάνατο. Πήγαμε στο πάρτυ και κάθισε σε μια γωνιά στο πάτωμα. Εγώ έκανα πως τα ξέχασα όλα. Χόρεψα με το κορίτσι που μου άρεσε και στο τέλος δώσαμε και το πρώτο μας φιλί. Ήταν το πικρότερο φιλί της ζωής μου... Επιστρέφοντας άνοιξα τον κάδο. Είχαν πέσει πολλές σακούλες σκουπδιών από πάνω. Είχα μετανιώνσει, αλλά ήταν πλέον αργά. Πόσες και πόσες κούκλες δεν χάρισαν από τότε. Άλλες περπατούσαν, άλλες γελούσαν, άλλες έκλαιγαν, άλλες μιλούσαν. Καιμιά δεν άγγιξε ποτέ. Τις στόλιζε όλες πάνω στο κρεβάτι της και τις κοιτούσε, σαν να ήθελε να τονίσει την απουσία εκείνης, της πιο αγαπημένης της, που δε μιλούσε και δεν άκουγε, όπως κι η ίδια

Η συντροφιά βυθίσητκε στη σιωπή. Η ομίχλη τύλιξε το μπαλκόνι
- Κίμωνα, η σειρά σου, είπε η Θάλεια με αποφασιστικότητα.
Ο Κίμωνας την κοίταξε φευγαλέα. Προς στιγμήν τουρθε να πειεσύ ήσουν η μεγαλύτερη αμαρτία μου”, αλλά το μετάνιωσε αμέσως και η επόμενη φράση που πάλι δεν ξεστόμισε ήτανόχι που σ’ αγάπησα, που σ’ εγκατέλειψα”. Πήρε το ποτήρι και ήπιε μια γουλιά κόκκινο κρασί. Αποφάσισε να ξεκινήσει.

- Είναι πολλές οι μεγάλες μου αμαρτίες και αντίστοιχου βεληνεκούς. Δεν μπορώ να ξεχωρίσω μία. Γιαυτό θα σας πω δυο τρεις. Επανειλλημένως κατηγόρησα άλλους για κάτι για το οποίο έφταιγα μόνον εγώ. Μέχρι σήμερα δεν μπορώ να μου το συγχωρήσω. Και για να μην πολυλογώ, άλλη μία. Στάθηκα άπιστος. Διπλά άπιστος. Και στη νόμιμη σύζυγό μου, τη συμβατική, και στην αληθινή μου αγάπη. Άπιστος στην αλήθεια μ' άλλα λόγια.

Γύρισε το βλέμμα του προς τη θάλασσα. Η ομίχλη την είχε πάλι κυριέψει. Την ικέτεψε μυστικά να κρύψει το δάκρυ του.

- Ανδρέα, ήρθε η σειρά σου

Κουνήθηκε και ξανακουνήθηκε στην καρέκλα του ο Ανδρέας σαν να του έφταιγε σε κάτι το κάθισμα. Ήταν ολοφάνερη η νευρικότητά του. Η Θάλεια του πήρε τρυφερά το αποστεωμένο χέρι και το έκλεισε μέσα στα λεπτεπίλεπτα δικά της
- Είναι ωραίο να μιλούμε γιαυτά. Ελαφραίνουμε. Πες ό,τι θέλεις. Δε θα σε μαλώσει κανείς.

- Έκανα πολλά, είεπ με δισταγμό ο Ανδρέας. Ξέρετε πως δεν παντρεύτηκα ποτέ εξαιτίας των προβλημάτων υγείας που είχα. Νομίζω πως δύο ήταν οι μεγαλύτερες αμαρτίες μου. Η πρώτη πως έκλεβα την ευτυχία των άλλων. Έμπαινα στη σχέση των άλλων ζευγαριών και ζούσα απ' αυτήν. Ζούσα ό,τι δεν μπορούσα να ζήσω μόνος μου με μια γυναίκα. Έδινα πάντα αυτά που ο σύζυγός δεν έδινε. Πλατωνικά, θα μου πείτε, ναι, πλατωνικά, μα αυτό γέμιζε και τη δική τους ζωή και τη δική μου. Μα την ίδια στιγμή, χωρίς να το καταλαβαίνω, γέμιζα μίσος. Ένα απέραντο μίσος και για τις γυναίκες που δε θα γίνονταν ποτέ δικές μου και για τους άντρες τους με τους οποίους τις μοιραζόμουν και τους αγαπούσαν. Κι αν δεν τους αγαπούσαν και τόσο, ωστόσο έμεναν κοντά τους, τους έπλεναν, τους μαγείρευαν, ξάπλωναν μαζί τους. Ενώ εγώ έμενα στο τέλος πάντα μόνος...

Η Θάλεια άναψε ένα τσιγάρο. Κοίταξε για λίγο τον καπνό του να υψώνεται και να τραβά κατά τη μεθυσμένη απτην ομίχλη θάλασσα.

- Τι ωραίες αμαρτίες έχετε κάνει φίλοι μου, είπε γεμάτη πικρό θαυμασμό. Ωραίες, γιατί όλες τους ήταν πραγματικές κι επειδή ήταν πραγματικές, είναι μικρές, τόσο μικρές που αν δεν είχατε τόσο ευαίσθητες καρδιές ούτε που θα τις θυμόσασταν, ούτε και θα σας βάραιναν τόσο. Ίσως να παίζει κάποιο ρόλο κι η ηλικία. Σε κάθε ηλικία άλλες αμαρτίες συνειδητοποιείς, άλλες σε βαραίνουν. Σας ρώτησα για να καταλάβω τι θα πει αμαρτία, πώς τη νιώθετε. Τώρα μπορώ να σας πω πως η δική μου είναι η μεγαλύτερη κι η πιο ασυγχώρητη απόλες όσες είπατε, αν μπορούν ποτέ να συγκριθούν οι αμαρτίες. Γιατί η δική μου δεν ήταν δυστυχώς ποτέ πραγματική. Ήταν ολότελα φανταστική. Τόσο φανταστική που δεν μου επέτρεψε να ζήσω. Τι χειρότερο απ' αυτό; Ήμουν απούσα. Απουσίαζα από το παρόν μου. Δεν ξέρετε ίσως τι σημαίνει αυτό, πόσο εξοντωτικό ειναι. Αλλού ήταν το σώμα μου, αλλού το μυαλό μου, αλλού η καρδιά μου. Άλλο είχα κι άλλο ήθελα. Πάντοτε ονειρευόμουν κάτι άλλο κι έτσι έχανα, έχανα τη ζωή, έχανα τις στιγμές, έχανα τα πάντα. Έχανα και μ' έχαναν κι αυτοί στους οποίους όφειλα, εγώ είχα επιλέξει ν' αφοσιωθώ. Δεν έζησα τίποτα με όλο μου το είναι. Ούτε καν την απουσία μου, που κι αυτή ήταν διασπασμένη. Δε δόθηκα ποτέ ολόκληρη. Δεν υπηρέτησα τίποτα με όλο μου το είναι. Αστόχησα απόλυτα γιατί δεν στόχευσα ποτέ απόλυτα. Χαμένη ζωή, χαμένα χρόνια. Ούτε για μια πραγματκή αμαρτία δε στάθηκα ικανή. Ήμουν όλη μια φαντασία και ολόκληρη μια αμαρτία φανταστική. Κι αν δεν ερχόταν ο θάνατος του γιου μου, θα είχα ακόμα άγνοια. Μα ο θάνατός του, τι τραγικό, μού έκανε αυτό το δώρο, το τεράστιο δώρο του παρόντος. Του απόλυτου, του λυτρωτικού, του ευτυχισμένου παρόντος που δεν έχει σχέση μ' αυτό που ζεις, ό,τι κι αν είναι. Έχει σχέση με το αν το ζεις ολόκληρο, ολόκληρος... Μακάρι να προλάβω, λίγο ακόμα να ζήσω, μήπως γείρει μέσα μου το ζύγι της ζωής έναντι της χίμαιρας, της πιο μεγάλης δυστυχίας που δεν τη χορταίνει τίποτα...

-Αγαπημένη μου, είπε ο Κίμωνας, συγχώρεσε τον εαυτό σου, λίγο πολύ όλοι την ίδια αμαρτία κάναμε. Έχεις ακόμα καιρό, ζήσε!

Η Θάλεια σήκωσε για δεύτερη φορά ψηλά το ποτήρι της και σχεδόν ταυτόχρονα τα σήκωσαν όλοι.
Στη υγειά μας, είπε χαμογελώντας πικρά
Στη ζωή, είπε ο Κίμωνας
Στη ζωή, επανέλαβαν ο Κώστας κι ο Ανδρέας.

Η ομίχλη είχε αποσυρθεί σιωπηλά όπως ήρθε. Ένα υπερωκεάνειο στο βάθος του ορίζοντα έμοιαζε ακίνητο. Όμως στην πραγματικότητα ταξίδευε