Thursday, January 29, 2015

Η ΨΕΥΤΡΑ ΤΟΥ JEAN COCTΕΑU - ΕΛΛΗ ΛΑΜΠΕΤΗ - ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΣΗ





Θα 'θελα να λέω την αλήθεια. Αγαπάω την αλήθεια, αλλά η αλήθεια δεν με αγαπάει. Αυτή είναι η καθαρή αλήθεια: η αλήθεια δεν με αγαπάει. Μόλις την ξεστομίζω, αυτή αλλάζει όψη και στρέφεται εναντίον μου. Μοιάζω σαν να λέω ψέμματα και όλος ο κόσμος με κοροϊδεύει. Κι όμως δεν αγαπάω το ψέμα, σας το ορκίζομαι. Το ψέμα σέρνει πίσω του τρομερές φασαρίες και μπελάδες. Πιάνεσαι στην παγίδα του, παραπατάς και πέφτεις κι όλοι σε κοροϊδεύουνε και γελάνε, ενώ είναι τόσο απλό να λες την αλήθεια. 
Ας πούμε, εγώ όταν με ρωτάνε κάτι, θέλω να πω την αλήθεια, θέλω να πω αυτό που σκέφτομαι, αλλά δεν ξέρω τι παθαίνω, με πιάνει, έτσι, κάτι, πώς να σας το πω, δεν μπορώ να σας το αναλύσω, αλλά είναι κάτι σαν φόβος, έτσι, σαν να μου φαίνεται ότι θα φωνώ γελοία αν πω την αλήθεια, κάτι παθαίνω και ανοίγω το στόμα μου και λέω ψέμματα. Λέω ψέματα και τετέλεσται, είναι πολύ αργά, δεν μπορώ πια να τα πάρω πίσω. Και έτσι και πατήσεις το πόδι σου μες στο ψέμα, χάθηκες. Χώνεσαι μέσα ως το λαιμό. Και δεν είναι ευχάριστο, σας βεβαιώνω. 
Ενώ, τι εύκολο είναι να λες την αλήθεια. Η αλήθεια ειναι η πολυτέλεια των τεμπέληδων. Τη λες και ξενοιάζεις. Δε φοβάσαι πως θα κάνεις ύστερα κανένα λάθος. Δεν πρέπει να θυμάσαι τι είπα, τι δεν είπα, πρόσεξε... Ό,τι κακό είναι να σου 'ρθει από την αλήθεια, σου 'ρεχεται εκεί, σε βρίσκει επί τόπου και τελειώνει η υπόθεση. 
Ενώ το ψέμα... Έπειτα, δεν είναι να πεις το ψέμα, είναι πες, ένας γκρεμός που πέφτεις, σκοτώνεσαι και τελειώνει. Α, το ψέμα είναι κύμα θεόρατο που σε αρπάζει, σε σηκώνει ψηλά, σου κόβει την αναπνοή, σου σταματάει την καρδιά και σου τη δένει θηλιά στο λαιμό σου. Όταν αγαπάω, λέω πως δεν αγαπάω, κι όταν αγαπάω, λέω πως αγαπάω. Καταλαβαίνετε τις συνέπειες... Καλύτερα να πάρει κανείς ένα περίστροφο και να τινάξει τα μυαλά του στον αέρα!
Άδικα καθίζω τον εαυτό μου στον καθρέφτη και του λέω σε πολύ αυστηρό τόνο βέβαια: Δε θα ξαναπείς ψέματα, ακούς; Δε θα ξαναπείς ψέματα, δε θα ξαναπείς ψέματα! Ξαναλέω ψέματα. Λέω ψέματα! Μικρά και μεγάλα ψέματα. Κι αν κατά λάθος, πω καμιά φορά την αλήθεια, να τη δείτε τι μου κάνει. Αυτή γυρίζει, με κοιτάει, αλλάζει όψη, στρίβει, παραμορφώνεται και κοιτάω και βλέπω μπροστά μου ψέμα, γίνεται ψέμα, σας βεβαιώνω. 
Εγώ θ' αλλάξω, όχι, δε θα ξαναπώ ψέματα. Θα βρω ένα τρόπο για να πάψω να ζω μέσα στο ψέμα. Να ζω μέσα σ' αυτό το χάος της ψευτιάς. Το να ζεις μέσα στο ψέμα, ξέρετε σαν τι είναι; Είναι σαν να ζεις μέσα σ' ένα ασυγύριστο δωμάτιο, σαν να περπατάς νύχτα μέσα σ' ένα δρόμο γεμάτο συρματοπλέγματα που συνεχώς σκονάφτεις, πέφτεις επάνω, γρατζουνιέσαι, Θα γιατρευτώ, θα βρω ένα σύστημα για να γιατρευτώ. Και νομίζω πως το βρήκα. Θ' αλλάξω. Ξέρετε πώς; Εδώ, ενώπιόν σας!
Εξομολογούμαι το έγκλημά μου: σας λέω ότι λέω ψέματα και σας παρακαλώ πάρα πολύ να με δικάσετε. Και μη νομίζετε ότι μου είναι και ευχάριστο να κάνω μια τέτοια εξομολόγηση. Εγώ θα πήγαινα και στην άκρη του κόσμου για να μη σας πω ότι είμαι υποχρεωμένη να λέω ψέματα.

Λοιπόν... μια στιγμή όμως. Εσείς, λέτε πάντα την αλήθεια; Α, σταθείτε, γιατί εγώ εδώ καθίζω τον εαυτό μου στο ειδώλιο του κατηγορουμένου και δεν αναρωτήθηκα εάν το δικαστήριο ειναι σε θέση να με κρίνει, να με αθωώσει ή να με καταδικάσει. Όχι, τώρα που το σκέφτομαι, είμαι βέβαιη ότι και εσείς λέτε ψέμματα! Εσείς μάλιστα, λέτε ψέματα όλη την ώρα και σας αρέσει να λέτε ψέματα και να πιστεύετε ότι δεν λέτε ψέματα. Εσείς λέτε ψέματα και στον εαυτό σας, αυτή είναι η διαφορά: εγώ δεν λέω ψέματα στον εαυτό μου. Εγώ έχω την ειλικρίνεια να λέω στον εαυτό μου την αλήθεια, δηλαδή, να παραδέχομαι ότι λέω ψέματα. Αυτό κάνει πολύ μεγάλη διαφορά!
Λοιπόν, σας την έσκασα... Δε λέω ψέματα. Δε λέω ψέματα ποτέ. Εγώ σας το 'πα αυτό, ότι λέω ψέματα, γιατί ήθελα να σας παρασύρω σε μια παγίδα. Ήθελα να καταλάβω κάτι, να διαπιστώσω κάτι. Εγώ δε λέω ψέματα ποτέ. Μισώ το ψέμα και το ψέμα με μισεί. Το μόνο ψέμα που έχω πει ήταν αυτό που σας είπα, ότι λέω ψέματα, κανένα άλλο. Και τώρα βέβαια, βλέπω τα πρόσωπά σας να ταράζονται. Καθένας θα ήθελε να σηκωθεί να φύγει γιατί φοβόσαστε μήπως σας κάνω καμία επερώτηση. Εσείς, κυρία, που είπατε στον άνδρα σας προχτές ότι θα πάτε στη μοδίστρα, πού πήγατε; Δεν το μαρτυράω, αλλά αυτό τι ήτανε; Ε, ψέμα ήταν, ψέμα, λέγατε ψέμα. Κι εσείς, κύριε, μη γελάτε, γιατί κι εσείς είπατε στη γυναίκα σας ότι πάτε να φάτε με τους φίλους σας στη λέσχη. Το θυμόσαστε; Και δεν ήταν μόνο μια φορά που είπατε ψέματα, λέτε ψέματα συνέχεια. Τολμήστε να με διαψεύσετε. Τολμήστε να με πείτε ψεύτρα. Κανένας δε μιλάει ε; Τό 'ξερα εγώ. Ε, βέβαια, είναι πολύ εύκολο να κατηγορείτε τον άλλον, να τον καθίζετε εδώ και να του λέτε πως λέει ψέματα. Και μάλιστα να του το λέτε εσείς που λέτε ψέματα όλη την ώρα, να το λέτε αυτό σ' εμένα που δεν λέω ψέματα ποτέ. Εγώ, αν καμιά φορά τύχει να πω κανένα ψέμα, εγώ το κάνω για να... πώς να σας πω... για να αποφύγω μία καταστροφή, μία συμφορά, το κάνω για να βοηθήσω κάποιον. Είναι αυτά που λέμε τα "κατά συνθήκιν ψεύδη", ε; Αυτά δεν είναι... επιτρέπονται αυτά, είναι επιτρεπτά ψεύδη. Όχι, δε λέω, όχι όλη την ώρα, πότε πότε, όταν χρειάζεται. Δεν πιστεύω να με κατηγορείτε γι' αυτού του είδους τα ψέματα, θα το 'βρισκα παράλογο, και μάλιστα να με κατηγορείτε εσείς, εμένα που δε λέω ψέματα ποτέ, εσείς που λέτε ψέματα όλη την ώρα. Λοιπόν, προχτές... δε σας το λέω όμως γιατί δε θα με πιστέψετε.

Κι έπειτα το ψέμα... το ψέμα είναι υπέροχο... Φανταστείτε να εφευρίσκεις έναν φανταστικό κόσμο και να κάνεις τους άλλους να τον πιστεύουν, δηλαδή να λες ψέματα...
Η αλήθεια έιναι πως και η αλήθεια είναι ωραία, έχει το κύρος της! Α, εμένα η αλήθεια με θαμπώνει, μου επιβέλλεται, τη θαυμάζω, αξίζει πολλά. Και τα δύο αξίζουν. Και η αλήθεια και το ψέμα. Ίσως το ψέμα ν' αξίζει λίγο περισσότερο. Μμμ; Τι λέτε εσείς; Όχι, σας ρωταω γιατί εγώ δεν ξέρω, επειδή εγώ δεν έχω πει ψέματα ποτέ. Πώς είπατε; Είπα ψέματα; Ούτε λόγος. Είπα ψέματα όταν σας έλεγα ότι λέω ψέματα.

Τώρα... είπα ψέματα όταν σας έλεγα ότι λέω ψέματα, ή μήπως λέω ψέματα τώρα που σας λέω πως δε λέω ψέματα; Είμαι ψεύτρα; Εσείς τι λέτε; 
Εγώ νομίζω, μάλλον, πως είμαι ένα ψέμα, 
ένα ψέμα που λέει πάντα την αλήθεια.






Απομαγνητοφώνιση: Βασιλική Νευροκοπλή

Sunday, January 25, 2015

Γρηγόριος ο Θεολόγος - Ποίημα (244. - Περί των του βίου οδών 1-30) μτφ. Ιγνάτιος Σακαλής




Ποιος κι από πού ήρθα στη ζωή; Κι η γη σαν με σκεπάσει
κι αναστηθώ, ποιος θε να βγω από τη σκόνη πάλι;
Πού θα με πάει ο μέγας Θεός; Θα με γλιτώσει τάχα,
αφού μ᾽ ανάστησε από δω, σε γαληνό λιμάνι;1
Πολλές οι στράτες της ζωής οι πολυπαθιασμένες5
και κάθε μια φορτώνεται με τα δικά της πάθη.
Καλό δεν έχει ο άνθρωπος κακό που να μην κρύβει
και μόνο ας ήταν τα πικρά να μη νικούνε τόσο.
Ο πλούτος2 φίλος άπιστος, κι ο θρόνος μάταιη δόξα,
βάρος το να σε κυβερνούν κι είναι πεδούκλι η φτώχεια.10
Η ομορφιά μιαν αστραπή με λίγη χάρη, η νιότη
του χρόνου κόχλασμα, πικρό τέλος του βίου τα γέρα.
Είναι τα λόγια φτερωτά κι η δόξα αέρας, αίμα
που πάλιωσ᾽ οι ευγενείς, η ορμή, και τ᾽ άγριου κάπρου.
Τα πλούτη προσβολή γεννούν, δεσμός ο γάμος, κι είναι15
σκληρή φροντίδα τα παιδιά κι η ατεκνία αρρώστια.
Διδασκαλεία οι αγορές κακίας· η ηρεμία
Είν᾽ απραξία· των ταπεινών είναι και κάθε τέχνη.
Πικρό το ξένο το ψωμί. Μόχθος τη γη να οργώνεις.
Κι οι πιο πολλοί θαλασσινοί στον Άδη ταξιδεύουν.20
Γκρεμός για σε η πατρίδα σου κι η ξενιτιά ντροπή σου.
Όλα τα εδώ για τους θνητούς, κόπος· κι όλα για γέλια,
άχνη, ίσκιος, φαντασία, δροσιά, πνοή, φτερό κι ομίχλη,
όνειρο, κύματα, ροή, στο πέλαο αυλάκι, σκόνη.3
Κύκλος που αδιάκοπα γυρνά,4 κυλώντας όμοια πάντα25
μια στέκεται, μια προχωρεί, σπάζει και πάλι σμίγει
ώρες και μέρες και νυχτιές, θάνατοι, πόνοι, λύπες
μ᾽ αρρώστιες αλλά και χαρές, κακοτυχίες και τύχες.
Κι αυτό η σοφία σου τ᾽ όρισε, Πατέρα Λόγε, να ᾽ναι
όλα άστατα για να ᾽χομε του ακίνητου τον πόθο.530

(μετάφραση Ιγνάτιος Σακαλής)


..............................................................................




τίς, πόθεν ἐς βίον ἦλθον; ἐπεὶ δέ με γαῖα καθέξει,
τίς πάλιν ἐκ κόνιος ἔσσομ᾽ ἀνιστάμενος;
πῆ δὲ φέρων στήσει με Θεὸς μέγας; ἦ ῥα σαώσει
ἔνθεν ἀναστήσας εὔδιον ἐς λιμένα;
5πολλαὶ μὲν βιότοιο πολυτλήτοιο κέλευθοι,
ἄλλη δ᾽ ἀλλοίοις πήμασι συμφέρεται.
κοὐδὲν ἐν ἀνθρώποισι καλόν, κακότητος ἄμικτον.
αἴθε δὲ μὴ τὰ λυγρὰ πλείονα μοῖραν ἔχεν!
ὁ πλοῦτος μὲν ἄπιστος, ὁ δὲ θρόνος, ὀφρὺς ὀνείρων·
10ἄρχεσθαι δὲ μόγος, ἡ πενίη δὲ πέδη.
κάλλος δ᾽ ἀστεροπῆς, τυτθὴ χάρις, ἡ νεότης δὲ
βράσμα χρόνου, πολιή, λυπρὰ λύσις βιότου.
οἱ δὲ λόγοι πτερόεντες· ἀήρ, κλέος· αἷμα παλαιὸν
εὐγενέται, ῥώμη καὶ συὸς ἀγροτέρου.
15ὑβριστὴς δὲ κόρος· δεσμός, γάμος· εὐτεκνίη δὲ
φροντὶς ἀναγκαίη· δυστεκνίη δέ, νόσος.
αἱ δ᾽ ἀγοραί, κακίης μελετήματα· ἠρεμίη δὲ
ἀδρανίη· τέχναι, τῶν χαμαὶ ἐρχομένων.
στεινὴ δ᾽ ἀλλοτρίη μᾶζα. τὸ δὲ γαῖαν ἀρόσσειν
20μόχθος. ποντοπόρων τὸ πλέον εἰν Ἀΐδῃ.
ἡ πάτρη δέ, βέρεθρον ἑόν· ξενίη δέ τ᾽ ὄνειδος.
πάντα μόγος θνητοῖς τἀνθάδε. πάντα γέλως,
χνοῦς, σκιά, φάσμα, δρόσος, πνοιή, πτερόν, ἀτμίς, ὄνειρος,
οἶδμα, ῥόος, νηὸς ἴχνιον, αὖρα, κόνις,
25κύκλος ἀειδίνητος, ὁμοίια πάντα κυλίνδων,
ἑστηώς, τροχάων, λυόμενος, πάγιος,
ὥραις, ἤμασι, νυξί, πόνοις, θανάτοισιν, ἀνίαις,
τερπωλῇσι, νόσοις, πτώμασιν, εὐδρομίαις.
καὶ τόδε σῆς, γενέτορ, σοφίης, Λόγε, ἀστατέοντα
30πάντα πέλειν, στασίμων ὥς κεν ἔχωμεν ἔρον
……………………………………………………………


1 Ο Γρηγόριος θέτει τα ερωτήματα τα σχετικά με την ύπαρξη και τη μετά θάνατον ζωή με την ελευθερία που ταιριάζει σε διανοούμενο και όχι με την βεβαιότητα της πίστης του χριστιανού θεολόγου.
2 Μέσα από ζεύγη που περιλαμβάνουν τις δύο αντίθετες όψεις των πραγμάτων (πλούτος - φτώχεια, νεότητα - γήρας κτλ.) ο συγγραφέας αποφαίνεται ότι όλα αποβαίνουν αρνητικά και επομένως μάταια για τον άνθρωπο. Η διαπίστωση της απόλυτης ρευστότητας και αστάθειας που χαρακτηρίζει τον ανθρώπινο βίο δεν αφήνει κανένα περιθώριο ελπίδας.
3 Η παρομοίωση της ζωής με σκιά, όνειρο κτλ. απαντά ήδη στην αρχαία ελληνική ποίηση (Όμηρος, Πίνδαρος, Αισχύλος, συχνότερα όμως από την ελληνιστική εποχή κ.ε.) και αποσκοπεί στην υπενθύμιση του εφήμερου χαρακτήρα των ανθρωπίνων πραγμάτων.
4 Για πρώτη φορά στην ελληνική γραμματεία (αυτό δεν ισχύει για τις εικαστικές τέχνες) εμφανίζεται το σύμβολο του κύκλου ή του τροχού για να εξεικονίσει το αστάθμητο του ανθρωπίνου βίου. Το σύμβολο αυτό, ως τροχός της τύχης, θα χρησιμοποιηθεί κατά κόρον στην λογοτεχνία του Μεσαίωνα.
5 Στο σημείο αυτό προβάλλει το θείο ως παρήγορο αντίβαρο, σύμβολο μιας υπερκόσμιας σταθερότητας σε σχέση με την απόλυτη αστάθεια του επίγειου βίου. Αυτή είναι και η μόνη κατάφαση του κειμένου.



ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΝΑΖΙΑΝΖΗΝΟΣ

244. – Περὶ τῶν τοῦ βίου ὁδῶν 1-30

Ο Γρηγόριος ανετράφη ως χριστιανός, αλλά έλαβε παράλληλα σπουδαία κλασική μόρφωση, χάρη στην οποία αναδείχθηκε σε ένθερμο υπερασπιστή της ελληνικής παιδείας. Το 379 μ.Χ. κατέλαβε τον πατριαρχικό θρόνο στην Κωνσταντινούπολη και συνέβαλε αποφασιστικά στην καταπολέμηση του Αρειανισμού. Παραιτήθηκε το 381 και αποσύρθηκε στην Αριανζό, όπου έζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής του ασχολούμενος αποκλειστικά με την συγγραφή. Το πολύμορφο έργο του (ρητορικοί λόγοι -μεταξύ των οποίων οι περίφημοι θεολογικοί- επιστολογραφία, ποίηση) διακρίνεται για το πλήθος των αναφορών στο σύνολο της ελληνικής γραμματείας, με ιδιαίτερη έμφαση στους συγγραφείς της Δεύτερης Σοφιστικής, που αποτελούν και τα άμεσα πρότυπα του ύφους του. Η ποίησή του ειδικότερα, η οποία εκτός των επιγραμμάτων περιλαμβάνει ποιήματα που χωρίζονται σε τέσσερεις κατηγορίες (θρησκευτικοί ύμνοι, ηθικά, λυρικά-στοχαστικά και αφηγηματικά), χαρακτηρίζεται από μια βασική αντίφαση: ενώ ως προς την μορφή κινείται στα πρότυπα της αλεξανδρινής, είναι δηλ. ποίηση γραμμένη σε αττικίζουσα γλώσσα, ακολουθεί αυστηρά την αρχαία μετρική, και παρουσιάζει επιπλέον όλα τα αρνητικά γνωρίσματα της σύγχρονής της ρητορικής, το περιεχόμενό της ωστόσο είναι καινοφανές. Ειδικότερα η χρήση θεμάτων κοινών στη λογοτεχνία της εποχής, όπως η αστάθεια των ανθρωπίνων πραγμάτων, το εφήμερο της ζωής κ.ά. συνδυάζονται με μία άκρως πεσιμιστική αντίληψη του κόσμου, και κυρίως με μια τάση ενδοσκόπησης πρωτοφανή για την εποχή. Από την ίδια ακριβώς απαισιοδοξία διαπνέεται και το απόσπασμα που παρατίθεται: η αγωνία της ύπαρξης, η ματαιότητα των ανθρωπίνων, η αμφιβολία τέλος για την μετά θάνατον ζωή θυμίζουν το "αιρετικό" πνεύμα του Εκκλησιαστή.


Friday, January 23, 2015

Σε πείσμα των φόβων



Καμιά φορά
νομίζω θα πεθάνω
απ' την πολλή ομορφιά
ή απ' την καλοσύνη τη φιλόστοργη  
Θα σπάσει σαν κακομούτσουνη στάμνα
η καρδιά μου η σκληρή

Κάποιες στιγμές -μικρές και διάφανες-
νομίζω θα πεθάνω
απ' τον πολύ Θεό
Πάρα πολύς Θεός
Πώς δίψυχη ζυγαριά σαν την δική μου 
ν' αντέξει έστω κι ένα βλέμμα του;

Εκείνες τις φριχτές στιγμές
-φριχτό να αισθάνεσαι τον θάνατο σιμά σου-
με παίρνει στην παλάμη του σαν πασχαλίτσα
και με τ' άλλο χέρι, το ζερβό, 
τα τσακισμένα μου φτερούδια ξαναβάφει
στάζοντας κόκκινο και μαύρες πιτσιλιές

Ύστερα με αποθέτει σε κλειστά λουλούδια
ώσπου ν' ανθίσουν παπαρούνες ανοιξιάτικες