Saturday, April 25, 2015

O Mίκης, ο Μάνος, ο Σάκης και ο Φλωρινιώτης - του Πάρι Κωνσταντινίδη



Ναι, είναι γεγονός! Ο Σάκης Ρουβάς θα τραγουδήσει Μίκη Θεοδωράκη. Έκπληξη! Θύελλα αντιδράσεων... Μα γιατί; Πάνω από 10 χρόνια προετοιμαζόταν ο Σάκης για μια τέτοια στιγμή, ενώ ο Μίκης ήταν σαν έτοιμος (;) από καιρό! Πώς και μας διέφυγε κάτι τέτοιο, παρότι θαρρείς ότι ξέρουμε τα πάντα γι αυτούς;
Ένα πρόβλημα των προσώπων και των καταστάσεων που έχουν λάβει μυθικές διαστάσεις είναι η λήθη στην οποία παραδίδονται οι πραγματικές τους διαστάσεις. Όχι απαραίτητα λόγω κάποια ύποπτης σιωπής, αλλά λόγω της ενθουσιώδους και επιλεκτικής υπερπροβολής συγκεκριμένων πτυχών τους. Ο Ουμπέρτο Έκο έλεγε χαρακτηριστικά ότι «δεν ξεχνάς από τη διαγραφή [μιας αλήθειας], αλλά από την επικάλυψή [της], ούτε από την παραγωγή των απουσιών, αλλά από τον πολλαπλασιασμό των παρουσιών».1
Ο Μίκης
Έτσι, αποπλανημένοι από την επιτυχία του Μίκη, ξεχνάμε ποιος ήταν ο Μίκης Θεοδωράκης 55 χρόνια πριν και το σκάνδαλο που προκάλεσε τότε με το ντεμπούτο του στο «λαϊκό» τραγούδι. Το 1960 λοιπόν κυκλοφορούν αρχικά δύο μελοποιημένες εκδοχές του Επιταφίου του Γιάννη Ρίτσου.2 Και οι δύο ήταν συνθέσεις του Θεοδωράκη. Ίδια μουσική, άλλο ύφος. Στη μία, σε ενορχήστρωση Χατζιδάκι, τραγουδούσε η Νάνα Μούσχουρη και στην άλλη, σε ενορχήστρωση του ιδίου του Θεοδωράκη, τραγουδούσε ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης. Όλοι ενθουσιάστηκαν με τη «λυρική», χατζιδακική εκδοχή, ενώ οι εστέτ και η Αριστερά σοκαρίστηκαν με τη «ρεμπέτικη», θεοδωρακική! Η Αυγή στις 4 Οκτωβρίου 1960 έγραφε:
«Τρομάξαμε ν’ αναγνωρίσουμε τις μελωδίες του Θεοδωράκη όπως μας είχαν εντυπωθεί στην προηγούμενη εκτέλεση [τη χατζιδακική]. Εδώ [στη θεοδωρακική] κυριαρχούσαν τα μπουζούκια μ’ έναν τρόπο που αφαιρούσαν όλη την ποίηση του έργου και παρωδούσαν τα τόσο ισχυρά του αισθήματα. Και το περίεργο είναι ότι στη δεύτερη έκδοση διευθυντής ορχήστρας ήταν ο ίδιος ο συνθέτης.»
Για τους εστέτ, τα μπουζούκια ήταν κακόγουστα. Για την Αριστερά, το στιγματισμένο από τα χασισοτράγουδα μπουζούκι, ήταν έναν είδος μουσικού οπίου.
Για τους εστέτ, τα μπουζούκια ήταν κακόγουστα. Για την Αριστερά, το στιγματισμένο από τα χασισοτράγουδα μπουζούκι, ήταν έναν είδος μουσικού οπίου. Για τον Θεοδωράκη τα πράγματα ήταν ξεκάθαρα. ΟΕπιτάφιος έπρεπε να είναι πέρα για πέρα «λαϊκός». Το περιεχόμενό του; Το μοιρολόι για τη δολοφονία ενός διαδηλωτή από την αστυνομία του Μεταξά το 1936. Η ποιητική μορφή του; Ιαμβικός δεκαπεντασύλλαβος, όπως και τα δημοτικά τραγούδια. Άρα και η μουσική του θα έπρεπε να είναι «γνήσια λαϊκή», όπως και ο τραγουδιστής του, ο Μπιθικώτσης:
Θεοδωράκης: «Ήξερα πως είχα να κάνω μ’ έναν άνθρωπο της γενιάς μου, δηλαδή μ’ έναν που να’ χει πολύ υποφέρει και πιο πολύ ελπίσει. [...] Η φωνή του Μπιθικώτση έχει μια άλλη ομορφιά. Γιατί είναι ο καθένας μας που τραγουδάει με τη φωνή του. Είναι ο βαρκάρης, ο ζευγάς, ο σωφέρ, ο φοιτητής, ο φαντάρος, ο εμποράκος – είναι ο Νεοέλληνας, είτε μας αρέσει είτε δεν μας αρέσει».3
Ο Θεοδωράκης λοιπόν δεν έβλεπε στον Μπιθικώτση καλλιτεχνικές δεξιότητες, αλλά γνήσια λαϊκότητα, η οποία εκφραζόταν τόσο στη φωνή, όσο και στα βιώματα του τραγουδιστή. Ο Μπιθικώτσης ταυτιζόταν με τον Επιτάφιο του κομμουνιστή Ρίτσου μόνο ως προς τη λαϊκότητα, κι όχι ως προς το περιεχόμενο των στίχων του. Με την ίδια άνεση που τραγουδούσε Θεοδωράκη τραγουδούσε και προς τιμήν της Βασιλικής Οικογένειας (δηλώνοντας μάλιστα ότι έμαθε μπουζούκι χάρις στη βασίλισσα),4 ή προς τιμήν της πρώτης επετείου της χούντας – κάτι που έκαναν και άλλοι διάσημοι καλλιτέχνες της εποχής.5 Ο Θεοδωράκης, όπως έβλεπε το «έντεχνο-λαϊκό» και ως ένα μουσικό όχημα διάδοσης της ποίησης του Ρίτσου, του Σεφέρη, ή του Ελύτη, έτσι βλέπει και τους διαφορετικούς τραγουδιστές ως ένα ερμηνευτικό όχημα διάδοσης της μουσικής του -και όσα αυτή σημαίνει- σε ευρύτερα στρώματα του πληθυσμού.
manos-floriniotisΟ Μάνος
Δεν ήταν όμως ο Μίκης ο πρώτος που κατάφερε να σοκάρει την ελληνική κοινή γνώμη. Τον είχε προλάβει ο Μάνος Χατζιδάκις με την περίφημη διάλεξη που είχε δώσει για το ρεμπέτικο -στο πλαίσιο των κύκλων διαλέξεων που διοργάνωνε το Θέατρο Τέχνης του Καρόλου Κουν- στις 31 Ιανουαρίου 1949.6 Εκεί, ο Χατζιδάκις υπερασπίστηκε το ρεμπέτικο ως λαϊκή έκφραση «γνήσια ελληνική» σε αντίθεση με το ελαφρό τραγούδι, που θεωρούταν τότε η «καθώς πρέπει» μουσική διασκέδασης.
Εδώ, θα πρέπει να έχουμε υπόψη μας, ότι ο θαυμασμός για τον Χατζιδάκι έχει επικαλύψει άλλη μια αλήθεια. Ο ίδιος ισχυριζόταν ότι ανακάλυψε το ρεμπέτικο. Δεν ισχύει κάτι τέτοιο. Ο Τσιτσάνης μέχρι το 1948, ένα χρόνο πριν από την περίφημη διάλεξη του Χατζιδάκι είχε κάνει ήδη 181 ηχογραφήσεις!7 Το ρεμπέτικο είχε ήδη διάδοση σε ευρύτερα στρώματα του πληθυσμού.8 Δεν του έλειπε το κοινό. Ηθική αναγνώριση του έλειπε...
Το πείραμα επανέλαβε το 1979 μέσω της εκπομπής του στο Τρίτο Πρόγραμμα. Αυτήν τη φορά, τη θέση του ρεμπέτικου πήρε ο Γιάννης Φλωρινιώτης. Η ρητορική του Χατζιδάκι παρόμοια. Η τεχνική η ίδια, συμπυκνωμένη στο πλαίσιο μιας ραδιοφωνικής εκπομπής. Όπως ανέδειξε ο Χατζιδάκις τα ρεμπέτικα, ως ικανά για «έντεχνη» έκφραση, ενορχηστρώνοντάς τα για πιάνο στις Έξι Λαϊκές Ζωγραφιές, έτσι προσπάθησε να αναδείξει και τον Φλωρινιώτη συνοδεύοντας τον με πιάνο και τσέμπαλο. Γιατί άραγε ο Χατζιδάκις πέτυχε στο ρεμπέτικο, κι απέτυχε στον Φλωρινιώτη;
Οι δύο λαοί
Για να απαντήσουμε στο παραπάνω ερώτημα, θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας τους όρους που επινόησε η νεωτερική ευρωπαϊκή σκέψη για να αναφέρεται στον «λαό». Από τη μία υπήρχε ο λαός ως folk –που έφερε τα υποτιθέμενα ευγενή, αιώνια κι αναλλοίωτα χαρακτηριστικά του έθνους- στον οποίο οι αστοί μπορούσαν να βλέπουν τη δική τους καταγωγή· από την άλλη ο λαός ως populus– που αναφερόταν στα αμόρφωτα και άξεστα πλήθη.9 Αντίστοιχη ήταν και η άποψη για τη μουσική τους. Για παράδειγμα, το ελληνικό folk βαφτίστηκε δημοτικό τραγούδι και ήδη το 1824 ο Κλωντ Φωριέλ το έβλεπε ως προφορικό μνημείο της ελληνικής αρχαιότητας. Την ίδια περίπου εποχή, το 1806, στις Ιδέες για την Αισθητική της Μουσικής, ο Κρίστιαν Φρίντριχ Ντάνιελ Σούμπαρτ χαρακτήριζε την popular μουσική, ως μία «μουσική χωρίς ίχνος φυσικής έκφρασης, [όπως] ένα ψοφίμι, το οποίο δικαίως θα θαφτεί στο λιβάδι».10
Η περίπτωση του Φλωρινιώτη πάντως δείχνει ότι η πειθώ του Χατζιδάκι δεν είχε απεριόριστη δύναμη.
Τι κατάφεραν οι Χατζιδάκις και Θεοδωράκης; Πριν από αυτούς το ρεμπέτικο εθεωρείτο ως μία popular υποκουλτούρα. Ο Χατζιδάκις, ως νέος Φωριέλ, το συνέδεσε με την Αρχαιότητα και το Βυζάντιο. Παρομοίως, ο Θεοδωράκης το έβλεπε ως άμεση συνέχεια του δημοτικού τραγουδιού.11 Μαζί, κατάφεραν και του έδωσαν το κύρος της folk μουσικής.12 Παράλληλα, κατέστησαν τη δική τους μουσική εκλεπτυσμένο απόγονο του ελληνικού folk. Έτσι, ρεμπέτικο και «έντεχνο-λαϊκό» έγιναν οι φορείς του ελληνικού, συλλογικού-Εγώ.
Η περίπτωση του Φλωρινιώτη πάντως δείχνει ότι η πειθώ του Χατζιδάκι δεν είχε απεριόριστη δύναμη. Το ρεμπέτικο ήταν όχι μόνο η μουσική των κατώτερων στρωμάτων, αλλά και η μουσική καταγωγή της ανερχόμενης μεσαίας τάξης, ενώ το «έντεχνο-λαϊκό» έγινε η μουσική των νέων μορφωμένων στρωμάτων λαϊκής καταγωγής. Απεναντίας, ο Φλωρινιώτης εξέφραζε πάντα μία συγκεκριμένη κοινωνική ομάδα, η οποία έμεινε στάσιμη.
sakis
Σάκης Ρουβάς: Άξιος Εστί;
Ο Σάκης Ρουβάς σαφώς δεν είναι Φλωρινιώτης. Ποτέ δεν αντιμετωπίστηκε ως εκφραστής κάποιας περιθωριακής και γραφικής κοινωνικής ομάδας για να ελκύσει το ενδιαφέρον του Μάνου Χατζιδάκι. Πάντα ήταν mainstream. Υπήρξε το αγαπημένο παιδί του life-style. Ο εκφραστής μιας ανέμελης ευδαιμονίας. Ο αγαπημένος τραγουδιστής των έφηβων Ελληνίδων της δεκαετίας του ’90. Αδιαμφισβήτητα ο πιο επιτυχημένος Έλληνας Pop Star. Κατά τα μέσα της δεκαετίας του 2000, οι θαυμάστριές του είχαν τριανταρήσει. Σταδιακά άλλαξε καριέρα. Δοκίμασε τον κινηματογράφο, έγινε παρουσιαστής εκπομπών, συμμετείχε σε αγαθοέργιες, βραβεύτηκε στο θέατρο... Ποτέ δεν κατάφερε να διεισδύσει σε όλες τις ηλικίες, τα φύλα, τις κοινωνικές ομάδες, ως τραγουδιστής. Ως διασημότητα, όμως, έγινε ευρύτερα αποδεκτός και αναγνωρίσιμος. Είναι σίγουρο ότι κόσμος που ποτέ δεν άκουσε το λαϊκό ορατόριο Άξιον Εστί θα το ακούσει επειδή το τραγουδά ένας Pop Star, ο Σάκης Ρουβάς. Όπως είναι και πολύ πιθανό κάποιοι να μην το ακούσουν –αυτή τη φορά– ακριβώς για τον ίδιο λόγο.
Υπάρχει ωστόσο και μια άλλη διάσταση. Ταυτίζεται το πλήθος όσων θαυμάζουν κάποιον με τον «λαό»; Είναι δηλαδή οfan ταυτόσημη έννοια με τον folk; Άμεσα διαπιστώνουμε ότι ο όρος fan αφορά ένα μεμονωμένο άτομο, ενώ ο όρος folk ένα σύνολο. Η Κάτριν Κέλερ, στη σχετικά πρόσφατη μελέτη της με θέμα Ο Star και οι χρήστες του παρατηρούσε ότι ο star για τους εντατικούς του χρήστες του, τους fans, λειτουργεί ως ένα ιδεατό ατομικό-Εγώ.13
Οι Χατζιδάκις και Θεοδωράκης, μαζί με το ρεμπέτικο –τον πρόγονό τους, που κατάφεραν να «θεσμοθετήσουν» ως folk μουσική– και τους επιγόνους τους, μέσα σε όλη τη διαφορετικότητά τους κατάφεραν να εκφράσουν ένα συλλογικό-Εγώ. Ποιος ή ποια μουσική θα μπορούσε σήμερα να εκφράσει το συλλογικό-Εγώ και να είναι παράλληλα και έργο του Σήμερα; Ή μήπως η πολλαπλασιασμένη παρουσία του ατομικού-Εγώ μάς έχει κάνει να πάψουμε να ποθούμε την αναδημιουργία αυτού που κάποτε μας ένωνε;
Ο ΠΑΡΙΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ είναι μουσικολόγος.

1 Umberto Eco. “An Ars Oblivionalis? Forget It!” PMLA. τεύχος 103, 1988. σ. 254-261, σ. 260.
2 Λίγο αργότερα κυκλοφόρησε και τρίτη εκδοχή με τη Μαίρη Λίντα, η οποία όμως επισκιάστηκε από τις δύο προηγούμενες.
3 Απόσπασμα της ομιλίας του Μίκη Θεοδωράκη κατά την πρώτη δημόσια παρουσίαση των δύο Επιταφίων, στην αίθουσα του Συλλόγου Κρητών Σπουδαστών στις 5 Οκτωβρίου 1960. Αναδημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Αυγή (6- 8.10.1960) και μετέπειτα στο: Μίκης Θεοδωράκης. Για την ελληνική μουσική. Αθήνα: Καστανιώτης. 1986. σσ. 169-180. 4 «Εμπρός», 18.3.1961.
5 Εθνικό Οπτικοακουστικό Αρχείο, D3453.
6 Το κείμενο της διάλεξης βρίσκεται online στην ιστοσελίδα για τον Μάνο Χατζιδάκι, http://www.manoshadjidakis.gr/works/ergo3.asp?WorkID=208
7 Βλ. Νίκος Ορδουλίδης. Η δισκογραφική καριέρα του Βασίλη Τσιτσάνη, Αθήνα: Ιανός, 2014. σ. 218.
8 Υπάρχουν πολλές μαρτυρίες που συνηγορούν στην ευρύτερη διάδοσή του. Μόλις το 1948 κυκλοφορεί και το πρώτο αρχοντορεμπέτικο, «το τραμ το τελευταίο», στη μουσικοθεατρική επιθεώρηση «Άνθρωποι, άνθρωποι» των Γιαννακόπουλου-Σακελλάριου σε μουσική Γιαννίδη-Σουγιούλ, όπου έπαιζαν μεταξύ άλλων οι Nτίνος Hλιόπουλος, Mίμης Φωτόπουλος και Eιρήνη Παπά, δηλαδή καθόλου περιθωριακοί άνθρωποι! Αναφέρεται στο: Παναγιώτης Κουνάδης, Καθημερινή, 23.10.2005. Τα αρχοντορεμπέτικα τα έγραφαν συνθέτες του ελαφρού τραγουδιού, προσαρμοζόμενοι στο ύφος του ρεμπέτικου, ώστε να προσελκύσουν κοινό από τη δημοφιλία του. Την ευρύτατη διάδοση του ρεμπέτικου σε όλα τα κοινωνικά στρώματα, παραδέχονταν ουσιαστικά κι οι πολέμιοι του. Βλ. Μίκης Θεοδωράκης, Για την ελληνική μουσική. σ. 188 και εφεξής.
9 Peter Wicke. Von Mozart zu Madonna: eine Kulturgeschichte der Popmusik. Φρανκφούρτη: Suhrkamp, 2001. σ. 11 και εφεξής.
10 Christ. Fried. Dan. Schubart's Ideen zu einer Ästhetik der Tonkunst, 1806. σ. 382. Προσβάσιμο στη Κρατική Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Βαυαρίας, http://www.mdz-nbn-resolving.de/urn/resolver.pl?urn=urn:nbn:de:bvb:12-bsb10599461-7
11 Ο Νίκος Ορδουλίδης και μια γενιά νεότερων μουσικολόγων βλέπουν το ρεμπέτικο, ως την ελληνική εκδοχή της αστικής λαϊκής μουσικής της πολυεθνικής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. http://www.bookpress.gr/kritikes/texnes/2014-12-12-22-24-34
12 Βέβαια ακόμα και οι ίδιοι οι ρεμπέτες αντιλαμβανόντουσαν τη μουσική τους ως folk, ως εκφραστή του συλλογικού- Εγώ. Ο Βαγγέλης Παπάζογλου χαρακτηριστικά έλεγε: «Όποιος τραγουδάει τον καημό του κόσμου, αυτός είναι ρεμπέτης. Αυτός που λέει μόνο τον δικό του καημό δεν είναι ρεμπέτης, είναι λαϊκός». Αναφέρεται στο Λάμπρος Λιάβας. Το ελληνικό τραγούδι: από το 1821 έως τη δεκαετία του 1950. Αθήνα: Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, 2009 σ. 231.
13 Katrin Keller. Der Star und seine Nutzer: Starkult und Identität in der Mediengesellschaft. Μπίλεφελντ: Transcript, 2008.

Wednesday, April 22, 2015

Η τέχνη του μακιγιάζ - από το "Πικρούτσικα Πικρούτσικα" του Θάνου Κάππα



Στην απόσταση του χρόνου το παν εξιδανικεύεται. Πρόκειται για γνωστό μηχανισμό της μνήμης αρθρωμένον γύρω από σκηνοθετικές πραγματικότητες όπως οι φωτογραφίες και οι διηγήσεις που τις συνοδεύουν. Ξεναγείσαι στους σταθμούς της ζωής σου υπό τύπον ανεκδοτολογικού  περιστατικού (τότε είπες το ψωμί "μαμάγκα" και την Ανθούλα "θεία-Ντου) ενώ η αγωνία, ο αληθινός πανικός ήταν άλλος: Αν φιλήσω στα χείλη την ξαδέρφη μου θα με συλλάβουν; Αν κρατήσω την αναπνοή μου θα πεθάνω;


Τα παραδείγματα δεν είναι τυχαία αφού ολόκληρη η παιδική ηλικία (στην περίπτωσή μου, τουλάχιστον) πραγματεύεται δύο ζητήματα: πρώτον γιατί δε ζούμε κρυμμένοι κάτω από ένα σεντόνι αγκαλιά με ένα κορίτσι και δεύτερον, γιατί να πεθαίνουμε. Κατά μία έννοια δεν υπήρξε ακόμα ενηλικίωση αφού κανένα ερώτημα δεν απαντήθηκε πειστικά -κουκουλώματα μόνο και υπεκφυγές.



Σκέφτομαι την εικόνα του καλού παιδιού που επιμελώς κατασκεύαζα για χρόνια, βουτηγμένος στην αγωνία ότι από ώρα σε ώρα θα αποκαλυφθεί η περί του αντιθέτου αλήθεια. Οι γονείς θα με κοιτούσαν, υπέθετα, σοβαροί και θα αποφαίνονταν με λύπη:

- Αυτό δεν το περιμέναμε ποτέ από σένα.
Γι' αυτή τη σκηνοθεσια ενός άλλου, είπα τόσα ποιήματα, κατέθεσα τόσα στεφάνια, έκανα τόσες παρελάσεις. Για να κρυφτεί αυτή η ένταση έμαθα τόσες πρωτεύουσες, συγκράτησα τόσες μάχες. Κι επειδή ανάπαυση δεν βρήκα φρόντισα να φορτώσω νέο ψέμα πάνω στο παλιό. Και συνεχίζω ακόμα έτςι, απτόητος.


ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ

To Booze :UPstairs θα φιλοξενήσει, το Σάββατο στις 25 Απριλίου και ώρα 8μμ, την παρουσίαση του βιβλίου του Θάνου Κάππα με τίτλο "ΠΙΚΡΟΥΤΣΙΚΑ - ΠΙΚΡΟΥΤΣΙΚΑ", που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις της ΕΣΤΙΑΣ.

Για το βιβλίο θα μιλήσουν οι:
Νίκος Ξυδάκης | αναπληρωτής υπουργός πολιτισμού
Όλια Λαζαρίδου | ηθοποιός
Σπύρος Παπαδόπουλος | μπλόγκερ (το βυτίο)

Αποσπάσπατα θα διαβάσουν οι ηθοποιοί:
Όλια Λαζαρίδου και Δέσποινα Σαραφείδου

Είκοσι μικρά πεζά για τον τρόπο που η μνήμη επινοεί τη βιογραφία του συναισθήματος. Και άλλα είκοσι πεζά για τη σύγκρουση αυτού του συναισθήματος με μια καθημερινότητα τραγική και φαρσική ταυτόχρονα.


Λίγα λόγια για τον Θάνο...
Ο Θάνος Κάππας γεννήθηκε το 1962 και μέχρι την τετάρτη δημοτικού έζησε στην Αμφιλοχία. Μεγάλωσε στην Αθήνα και σπούδασε στη Φιλοσοφική σχολή της Θεσσαλονίκης.
Το 2003 δημιούργησε το blog «vita moderna» (υπογράφοντας ως Thas), ενώ κατά την περίοδο 2004-2008 διατηρούσε την ομώνυμη στήλη στην Athens Voice. Κείμενά του έχουν δημοσιευτεί σε εφημερίδες και περιοδικά όπως τα Δέκατα, το Μπαχάρ, Η Καθημερινή κ.ά. Συμμετείχε στον διαδικτυακό τόπο Hotel Memory καθώς και στο συλλογικό e-book Ανθολόγιον-Ιστολόγιον. Το θεατρικό του κείμενο «Δίκτυο 4» παρουσιάστηκε στον Φούρνο σε σκηνοθεσία Μελίνας Σάρδη. Εργάζεται στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση για περίπου μια εικοσαετία. Αυτό είναι το πρώτο του βιβλίο.

Πληροφορίες Παρουσίασης:
Χώρος: Booze :UPstairs
Ημερομηνία: Σάββατο 25 Απριλίου
Ώρα: 20.00
Είσοδος: Ελεύθερη
Μέτα την παρουσίαση θα ακολουθήσει πάρτι με guest dj
 

Παρουσιάσεις του βιβλίου "Ο Καλλίστρατος και η Πολιτεία των Αηδονιών" στη ΘΕσσαλονίκη





1. Βιβλιοπαρουσίαση για παιδιά: 

«Ο Καλλίστρατος και η Πολιτεία των αηδονιών»

Η συγγραφέας Βασιλική Νευροκοπλή μας παρουσιάζει 

το βιβλίο «Ο Καλλίστρατος και η πολιτεία των 

αηδονιών», στο Ισόγειο της Κεντρικής Δημοτικής 

Βιβλιοθήκης,
Εθνικής Αμύνης 27, Τετάρτη 22 Απριλίου 

2015 και ώρα 6 μ.μ. 



2. Η Ελληνική Βιβλική Εταιρεία και το βιβλιοπωλείο 

IANOS 

παρουσιάζουν το νέο βιβλίο της Βασιλικής Νευροκοπλή 

με εικονογράφηση της Αθηνάς Ρομπιέ "Ο Καλλίστρατος 

και η Πολιτεία των Αηδονιών". Το παραμύθι θα 

δραματοποιήσουν οι μαθητές της Δ΄1 τάξης που 

συμμετέχουν στο Ολοήμερο του 4ου Δημ.Σχολείου 

Ωραιοκάστρου, με την καθοδήγηση της υπεύθυνης του 

τμήματος Μαρίας Πανουσιάδου και τη συμπαράσταση 

της Αρετής Ξένου.




Monday, April 20, 2015

Το σχόλιο της Δευτέρας - Στη θάλασσα! Στη θάλασσα!



Στη θάλασσα! Στη θάλασσα! 
Τη γαλανή, την απέραντη, την πικροκυματούσσα. 
Στη θάλασσα τη σιωπηλή. Τη μουγγή. Στο σιγανό της μουρμούρισμα, ίδιο πνιχτό μοιρολόι, για όλα όσα χώρεσε και μυστικά κρατά. 
Στη θάλασσα την άκακη που τίποτα δεν πόθησε περισσότερο από το αντικαθρέφτισμα τ' ουρανού της, μα ανίκανη ν' αντισταθεί έστω και λίγο στους αέρηδες, έγινε φόνισσα παρά τη θέλησή της, να καταβροχθίζει παλικάρια και μαούνες, μούτσους, καραβοκύρηδες. 
Στη θάλασσα τη μάνα και τη μητριά των γιων και παραγιών της. 
Στη θάλασσα την παιδούλα, την πεντάμορφη νεράιδα, την ξεδοντιασμένη γραία. Στη θάλασσα την αγέννητη που κατρακυλά βροχή να ξεμολέψει όση θάλασσα κοκκίνησε από τις συμφορές, να λευκάνει όση θάλασσα μαύρισε απ' το σκοτεινιασμένο βλέμμα των ανθρώπων. 
Στην ταξιδιάρα θάλασσα που πίσω δε γυρνά, μόνο πηγαίνει. Στη θάλασσα που σβήνει στον ορίζοντα παίζοντας κρυφτό στης νοσταλγίας το ερώτημα. 


Στη θάλασσα ένα καράβι τριγυρνά γεμάτο πρόσωπα άγνωστα με άγνωστες ζωές που ζήσαμε και κανείς μας δεν θυμάται. Τραγουδούν τραγούδια του παλιού καιρού. Χορεύουν αγκαλιασμένοι και φιλιούνται. Θα περάσει πολυς καιρός, πολύ νερό θα μπει μες στο κρασί των νειάτων για ν' αποδειχθεί αν ήταν της αγάπης το φιλί ή κάποιας προδοσίας.

Στη θάλασσα που δε με μάλωσε ποτέ. Κακό λόγο δε μου 'πε. Ποτέ της δεν κουράστηκε να την κοιτώ. Να της μιλώ και να της κλαίγομαι. Να τη χαϊδεύεω. Δε με βαρέθηκε. Δε μ' έδιωξε ποτέ της. Την πλάτη δε μου γύρισε. Και με συγχώρεσε. Με αγκάλιασε και με καθάρισε. Κι έγινε χαλί κάτω απ' τα πόδια μου για να σταθώ επάνω της να περπατήσω σταθερότερα απ' το χώμα.
Στη θάλασσα που 'τανε πάντα εκεί κι εδώ ταυτόχρονα. 
Στη θάλασσα του Έαρος που τόσο της ταιριάζει, όσο κι αν μέσα στην προσδοκία του σήκωσε μ' απαντοχή αγόγγυστα, χαλάζια, ομίχλες, παγωνιές. Στη θάλασσα του Ήλιου που 'ναι το ταίρι της το απόλυτο κι η δύναμη του κόσμου. 
Στην αγάπη.






Καλή βδομάδα!