Labels

Tuesday, July 26, 2016

Τραγούδι της Αγίας Παρασκευής



Ήτανε στα χριστιανικά τα χρόνια τα αρχαία
από την κοσμοκράτειρα τη Ρώμη, η ωραία
Παρασκευή, τον δεύτερο μετά Χριστού αιώνα
εν μέσω των φρικτών διωγμών το μέγα κυκεώνα
Αποστηθίζει τις Γραφές και στους ναούς συχνάζει
διακονεί, προσεύχεται, κάθε φτωχός τη νοιάζει
Όταν θα γίνει είκοσι χρονών θα ορφανέψει
απ' τον καλό, Αγάθωνα που είχε θεία σκέψη,
κι από την Πολιτεία της, που ήταν στην ουσία 
μάνα που τη μεγάλωσε με θεία νουθεσία 
Και τότε η Παρασκευή όλα θα τα μοιράσει
τα περιουσιακά τα βάρη κι ας πεινάσει
Ιεραποστόλου το ραβδί μονάχα θα κρατήσει
κι απ' άκρη σ' άκρη τις Ιταλικές τις πόλεις θα γυρίσει
Ακλόνητη, ατρόμητη κι αφάνταστα γενναία
κηρύττει μέσα στους διωγμούς κι ας είναι πολύ νέα
τον Κύριό της και Θεό που τόσο αγαπάει
Πιστεύουνε αμέτρητοι όπου αυτή κι αν πάει
Κάποιοι την καταδίδουνε όμως στον Αντωνίνο
της Ρώμης αυτοκράτορα, οπότε, μπρος σε κείνον
αφου τη συλλαμβάνουνε με διαταγή δική του
στέκεται η Παρασκευή ωσάν ανώτερή του
Θαυμάζει ο αυτοκράτορας τα κάλλη τα περίσσια
και της ζητά να αρνηθεί τον Ιησού στα ίσια
και τους δικούς του τους θεούς αυτή να προσκυνήσει
"Μήτε τη γη μήτε ουρανό", εκείνη θα απαντήσει
"οι λατρεμένοι σου θεοί δεν έφτιαξαν, οπότε
λέω να πάνε να χαθούν και τέλειωσέ με τότε."
Θαυμάζει μεν ο βασιλιάς, μα και πολύ θυμώνει
Την περικεφαλαία του αμέσως πυρακτώνει
και στης Παρασκευής, καυτή, τη βάζει, το κεφάλι
Μένει αυτή αλώβητος, και τότε όλοι οι άλλοι
ειδωλολάτρες, διά μιας, αμέσως ξεκλειδώνουν
Πιστεύουν όλοι στον Χριστό κι όλους τους θανατώνουν
παίρνοντας τα κεφάλια τους μ' ακονισμένο ξίφος
"Να την αλυσοδέσετε", μ' αγριεμένο ύφος
προστάζει ο αυτοκράτορας, "στη φυλακή να μείνει"
Άγγελος όμως έρχεται τη νύχτα και τη λύνει
Πάλι μπροστά στο βασιλιά την παν την άλλη μέρα
Την είδε και τη θαύμασε ξανά, μα παραπέρα 
λέει ν' ανάψουνε φωτιά σ' ένα βαθύ καζάνι
να βράσουν μέσα έλαιο και πίσσα μάνι μάνι
Τη ρίχνουν και δροσίζεται. Τρίτη φορά θαυμάζει
ο Αντωνίνος κι απορεί, αυτός που ετοιμάζει 
την κάμινο, μη λάθεψε; "Ρίξε μου δυο κομμάτια",
ζητά απ' την Παρασκευή. Του καίγονται τα μάτια
καθώς αυτή ατρόμητη του ρίχνει με τα χέρια.
Σφαδάζει ο αυτοκράτορας κι αυτή πονάει πλέρια
Προσεύχεται στον Κύριο κι Αυτός τον θεραπεύει
Ανοίγονται και της ψυχής τα μάτια και πιστεύει
Προστάτης είναι των ματιών έκτοτε η αγία
κι ο Αντωνίνος στη Ρωμαϊκή, έμεινε, ιστορία
ως Πίος, που εσήμαινε, ο Ευσεβής, και παύει
αμέσως όλους τους διωγμούς. Εκείνην αναπαύει
κι απ' τα δεσμά της φυλακής βεβάιως λευθερώνει
Εκείνη παίρνει το ραβδί κι αρχίζει να οργώνει
Μέχρι στη Σαλονίκη μας φθάνει και συνεχίζει
στα Τέμπη κατεβαίνοντας κηρύττει και σαλπίζει
του ευαγγελίου μήνυμα σε όποιον συναντάεΙ
Μέχρι και δυο διοικητές στο δρόμο απαντάει
Ο ένας ο Ασκληπιός, Ταράσιος ο άλλος
Σκοτώνει έναν δράκοντα όπου 'τανε μεγάλος
Ο Ασκληπιός, όπως πολλοί, πιστεύει ολοψύχως
Ατάραχος Ταράσιος, καθόλου αντιστοίχως
με τον Ασκληπιό αυτός, βρίσκει την ευακιρία
και με αποκεφαλισμό, σκοτώνει την αγία
Πετά ψηλά στους ουρανούς η πάγκαλη ψυχή της
Τόσοι αιώνες πέρασαν κι ακόμα η ευχή της
κάνει σπουδαία θαύματα. Όσοι την ανταμώνουν
σαν μια γλυκιά καλογριά και την κοντοζυγώνουν
σ' όλα τα προσκυνήματα που 'χουνε τ' όνομά της,
γλυκαίνονται απ' τη χάρη της κι από την αρχοντιά της

  






Monday, July 25, 2016

Τραγούδι της Αγίας Μαρίας Μαγδαληνής (22.07.16)



Σεμνή, σοφή μακάρια, στα Μάγδαλα που ζούσε 
αναγκαιμένους και φτωχούς, όλους τους ελεούσε
Πλούσια και επιφανής η οικογένειά της
Φιλεύσπλαχνα υπήρξανε τα δύο γονικά της,
η Ευχαριστία μάνα της κι ό Σύρος ο πατέρας
τον Νόμο τον τηρούσανε μέχρι ορίων πέρας
Κι όταν αυτοί πεθάνανε συνέχισε η Μαρία
τον κόσμο να τον ελεεί. Τέτοια καλή πορεία
τη φθόνησε ο διάβολος και τη γεμίζει πάθη
κι εκείνη ψάχνει λυτρωμό απ' της ψυχής τα λάθη
Μαρία τη Μαγδαληνή, άνθος των Μυροφόρων, 
ο Κύριος απάλλαξε απ' των δαιμονόφόρων
τα επτά πάθη της ψυχής όπου τη βασανίζαν
κι έγινε ολοκάθαρο κρύσταλλο που βαφτίζαν
οι αρετές τα κάλλη τους κι όλη την όμορφιά τους
Στις Μυροφόρες έγινε πρώτη ανάμεσά τους
Άφησε σπίτι, συγγενείς, και τα υπάρχοντά της
χωρίς φειδώ τα χάρισε όλα με την καρδιά της
το έργο του Κυρίου της για να υποστηρίξει,
τις χρείες τις βιοτικές με αγάπη να στηρίξει
των μαθητών το φαγητό κι όποια ανάγκη είχαν
Αυτή είναι που έμεινε ενώ ξεσπούσε η μπόρα
στον Κύριό της συνοδός ως τη στερνή την ώρα
Στον Γολγοθά ακολουθεί τον Κύριο και πάει 
και στην ταφή του βρίσκεται κι αφόρητα πονάει
Την πέτρα, αυτή, του μνήματος, είδε ανεωγμένη
κι έτρεξε με τις φίλες της να πει πως απομένει
κνεό το μνήμα του Χριστού σ' όλους τους αποστόλους
Αυτήν, μετά την Παναγιά και πριν βρεθεί με όλους,
ο Κύριος, απάντησε, εκείνη να μηνύσει,
ότι Ανέστη εκ νεκρών, να το διαλαλήσει
Των Αποστόλων έγινε απόστολος εκείνη
και σαν Ευαγγελίστρια σε όλους που θα γίνει
των Ευαγγελιστών αυτή, παρθένος και Μαρία,
 τα άγια ευαγγέλια γράφουν την ιστορία
πώς πρώτη απ' τις μαθήτριες εκείνη επιλέγη
και πώς σαν Ισαπόστολος θα δοξασθή ως λέγη
κάθε ένας Ευαγγελιστής, η ακόλουθος αγία
που διακόνησε μετά, κι αυτήν την Παναγία
Μέχρι να φτάσει τελικά στον άγιο Ιωάννη
στην Έφεσο που ήτανε,  κι εκεί να αποθάνει
η αγαπημένη του Χριστού μαθήτρια εκείνη
στου αγαπημένου μαθητή τα χώματα να μείνει
το άγιο το σώμα της,  ενώ λευκή η ψυχή της
να φύγει για τον ουρανό, κοντά στον Λυτρωτή της





Sunday, July 24, 2016

Κυριακὴ Ε᾽Ματθαὶου

(Ματθ. 8,28-9,1)

Τῷ καιρῷ ἐκείνω, ἐλθόντι τῷ Ἰησοῦ 
28. εἰς τὴν χώραν τῶν Γεργεσηνῶν ὑπήντησαν αὐτῷ δύο δαιμονιζόμενοι ἐκ τῶν μνημείων ἐξερχόμενοι, χαλεποὶ λίαν, ὥστε μὴ ἰσχύειν τινὰ παρελθεῖν διὰ τῆς ὁδοῦ ἐκείνης. 
29. καὶ ἰδοὺ ἔκραξαν λέγοντες· τί ἡμῖν καὶ σοί, Ἰησοῦ υἱὲ τοῦ Θεοῦ; ἦλθες ὧδε πρὸ καιροῦ βασανίσαι ἡμᾶς; 
30. ἦν δὲ μακρὰν ἀπ’ αὐτῶν ἀγέλη χοίρων πολλῶν βοσκομένη. 
31. οἱ δὲ δαίμονες παρεκάλουν αὐτὸν λέγοντες· εἰ ἐκβάλλεις ἡμᾶς, ἐπίτρεψον ἡμῖν εἰσελθεῖν εἰς τὴν ἀγέλην τῶν χοίρων.
32. καὶ εἶπεν αὐτοῖς· ὑπάγετε. οἱ δὲ ἐξελθόντες ἀπῆλθον εἰς τὴν ἀγέλην τῶν χοίρων· καὶ ἰδοὺ ὥρμησε πᾶσα ἡ ἀγέλη τῶν χοίρων κατὰ τοῦ κρημνοῦ εἰς τὴν θάλασσαν καὶ ἀπέθανον ἐν τοῖς ὕδασιν. 
33. οἱ δὲ βόσκοντες ἔφυγον, καὶ ἀπελθόντες εἰς τὴν πόλιν ἀπήγγειλαν πάντα καὶ τὰ τῶν δαιμονιζομένων. 
34. καὶ ἰδοὺ πᾶσα ἡ πόλις ἐξῆλθεν εἰς συνάντησιν τῷ Ἰησοῦ, καὶ ἰδόντες αὐτὸν παρεκάλεσαν ὅπως μεταβῇ ἀπὸ τῶν ὁρίων αὐτῶν. 
1. Καὶ ἐμβὰς εἰς πλοῖον διεπέρασε καὶ ἦλθεν εἰς τὴν ἰδίαν πόλιν.









Saturday, July 23, 2016

Τραγούδι του προφήτη Ιεζεκιήλ


Στου Ναβουχοδονόσορα τα χρόνια ο προφήτης,
ο μέγας Ιεζεκιήλ, έζησε ως αλύπτης
ψυχών όπου τις δίδασκε το φως του Ναζωραίου
Τ' όνομα του πατέρα του, Βουζί ήταν, του ωραίου
που ιερέας σύρθηκε μέχρι τη Βαβυλώνα
σαν τα Ιεροσόλυμα, τον έκτο τον αιώνα,
πήραν οι Βαβυλώνιοι, κι όλους τους Ιουδαίους
αιχμάλωτους εξόρισαν, ανήμπορους, μοιραίους
Η ανατροφή που δέχτηκε ο γιος απ' τον πατέρα
είχε την επιμέλεια ηθών που πέρα ως πέρα
απ' την πατροπαράδοτη θρησκεία τους πηγάζαν
και μόνο ό,τι ήταν του Θεού τιμούσαν και γιορτάζαν
Έτσι, εχθρός κάθε κακού και κάθε αμαρτίας,
θα γίνει ο προφήτης μας πρότυπο ακακίας
Τους υπερόπτες άρχοντες με θάρρος θα ελέγξει,
χωρίς, η εξουσία τους, να νοιάζεται αν πλέξει
δίχτυα που στην παγίδα τους θα θέλει να τον κλείσει
Τη νιώθει όλος ο λαός τη θεία του την κλήση.
Πρεσβύτεροι, νεότεροι, ζητούν τη συμβουλή του
Κι ο Κύριος τον αγαπά. Τη Θεία τη βουλή Του
θα φανερώσει καθαρά, ώστε να προφητέψει
πώς την αγία πόλη τους εχθρός θα καταστρέψει,
των ειδωλολατικών εθνών τη θεία καταδίκη,
και την ανάσταση νεκρών με του Θεού τη νίκη
απέναντι στο θάνατο. Πώς τα γεγυμνωμένα 
οστέα, σάρκες θα ντυθούν κι όλα αναστημένα
όταν ο μέγας φωνητής Αρχάγγελος σαλπίσει
μπροστά στον Ένα τον Θεό θα τα ονοματίσει
Περνούν οι χρόνοι κι οι καιροί,  κι ως όλοι οι προφήτες
έτσι κι ο Ιεζεκιήλ, απ' του κακού τις φύτρες,
φονεύεται. Απ' τη φυλή του Γαδ κάποιοι φονιάδες
ειδωλολάτρες, φόνευσαν σαν άγριες μαινάδες
τον μέγα της Ανάστασης προφήτη των αιώνων
να ζει ανθός αμάραντο  των Θείων των λειμώνων



Thursday, July 21, 2016

Τραγούδι του Προφήτη Ηλία



Από τη Θέσβη έλκυε  το γένος ο προφήτης,
εξ ου και το επίθετο απέκτησε, Θεσβίτης
Απ' τη φυλή του Ααρών και τον Σωβάκ πατέρα
στον ένατο, γεννήθηκε, αιώνα, μία μέρα
στη Γαλαάδ που βρίσκονταν στη Μεσοποταμία. 
Σαν ο Σωβάκ στον ύπνο του βλέπει μια οπτασία: 
Δυο άντρες μέσα στα λευκά, νιογέννητο ταϊζουν
με φλόγα, και σε σπάργανα φωτιάς όπου ορίζουν,
το σώμα σπαραγανώνουνε, γυρεύει ο πατέρας 
τη λύση του οράματος κάπως να φέρει εις πέρας.
Αναζητά τους ιερείς να πουν για το παιδί του,
και στα Ιεροσόλυμα, του λένε, τη φυλή του,
ο γιος του που θα γεννηθεί θα κρίνει με μαχαίρι
δίκοπο, μα και με φωτιά που θα κρατά στο χέρι
Και εικοσπέντε συναπτά έτη, ακολουθούνε
που ο προφήτης επί γης μιλά σ' αυτούς που ζούνε
Με προφητειές πάμπολλες κι έτσι τους συμβουλεύει.
Το ζεύγος το βασιλικό που τότε βασιλεύει,
ο Αχαάβ ο βασιλιάς και η βασίλισσά του,
η Ιεζάβελ, δέχονται τα φλογερά πυρά του
Δεν ήτανε του Ισραήλ το γένος της αφέντρας
και τον Ηλία έβαλε στο στόχο της βουκέντρας
Τον κυνηγούσε, καθώς λεν, όπως Ηρωιδάδα
τον Τίμιο τον Πρόδρομο, σε κάθε πεδιάδα
Αφού την πίστη νόθευε με έθιμα δικά της
που 'ταν ειδωλολατρικά, αυτός την αφεντιά της,
με θάρρος καυτηρίαζε κι αυτή λυσσομανούσε
και τον προφήτη άγρια παντού τον κυνηγούσε
Κρύβεται τότε σε σπηλιά κι απ' το Θεό ζητάει
να πάψουν όλες οι βροχές. Αυτό παρακαλάει.
Τρισήμιση χρόνια περνούν, δε βρέχει ούτε στάλα
Νερό πίνει απ' το χείμαρρο ο ίδιος, και για τ' άλλα
ένα κοράκι φρόντιζε. Σαν το νερό στερεύει
στης Σιδωνίας, Σάρεπτα, την πόλη,  καταφεύγει
κατόπιν Θείας εντολής. Μια χήρα τον προσμένει
Μήτε τ' αλεύρι σώνεται, μήτ' από λάδι μένει
κι ας ήταν όλα λιγοστά μέσα στο φτωχικό της
Μα σώνεται ο γιόκας της και το μονάκριβό της
από ασθένεια βαριά που τη ζωή του παίρνει.
Εκείνος, σαν προσευχηθεί, πίσω τον ξαναφέρνει.
Μετά απ' την ανάσταση συμβαίνει κάτι ακόμα
Ο βασιλέας προσκαλεί να χτίσουνε στο χώμα
ένα θυσιαστήριο, και ιερείς φωνάζει
στον Βάαλ να ευχηθούν, όπως τον διατάζει,
η Ιεζάβελ μυστικά. Ήρθανε τετρακόσιοι
και όλοι τους προσεύχονταν να πέσει να πλακώσει
το σφάγιο που βάλανε, φωτιά,  απ' τους θεούς τους
Όλη μέρα φωνάζουνε. Τους αναστεναγμούς τους
ψευτοθεοί δεν άκουσαν. "Κάντε στην άκρη τώρα",
τους λέει τότε ο Άη Λιας. "Ήρθε πλέον η ώρα
του μόνου Τρισυπόστατου την δύναμη να δείτε
Τα ξύλα να βουτήξετε μες στο νερό και πάλι
να το επαναλάβετε για τρεις φορές. Οι άλλοι
το κάναν και του τα 'φεραν και φτιάχνει το δικό του
θυσιαστήριο γ ίαυτόν μονάχα το Θεό του.
Αφού βάζει το σφάγιο, προσεύχεται κι ανοίγουν
οι ουρανοί, και με φωτιά μεγάλη το τυλίγουν
Στ' αποκαϊδια του μπροστά,  ένας λαός θυμώνει
Τους τετρακόσιους ψεύτικους τους ιερείς, ζυγώνει
και στον προφήτη με σειρά όλους τους παραδίνει
για τιμωρία αυστηρή που παρευθύς τους δίνει.
Η Ιεζάβελ θύμωσε. Πάλι τον κατατρέχει
κι εκείνος τότε στο Χωρήβ του Μωϋσή προστρέχει
Εκεί που άκουσε φωνή Θεού κι είδε τη βάτο
να μην την καίει η φωτιά που άρπαξε από κάτω
Θα μείνει σ' ένα σπήλαιο κι εκεί θα του διδάξει
κάτι καινούργιο ο Θεός για να τον προφυλάξει
Ανέβα πάνω στην κορφή, λέει, να με κοιτάξεις.
Σεισμό, αέρα και φωτιά θα δεις και θα τρομάξεις
Θα δεις και άύρα απαλή. Σ' αυτήν θα με ζητήσεις
Μόνο εκεί θα βρίσκομαι όταν θα με ποθήσεις
Τη μυλωτή του στα νερά του ποταμού πετάει
τον Ιορδάνη, πάνω της πατώντας, τον περνάει
Περνούν οι χρόνοι κι οι καιροί, κι αντί για να πεθάνει,
στους ουρανούς ο Κύριος αυτόν αναλαμβάνει
Και σαν φωτιά υψώνεται στα πύρινα άλογά του
που σέρνουν άρμα από φωτιά και τρέχουνε μπροστά του
Μακάριοι τον είδανε, και οι κεκοσμημένοι
εν αγαπήσει, χαίρονται. Κοντά τους παραμένει. 















Wednesday, July 20, 2016

Ο προφήτης Ηλίας


Ὁ ἔνσαρκος Ἄγγελος, τῶν Προφητῶν ἡ κρηπίς,
ὁ δεύτερος Πρόδρομος, τῆς παρουσίας Χριστοῦ,
Ἠλίας ὁ ἔνδοξος,
ἄνωθεν καταπέμψας, Ἐλισαίῳ τὴν χάριν,
νόσους ἀποδιώκει, καὶ λεπροὺς καθαρίζει,
διὸ καὶ τοῖς τιμῶσιν αὐτόν, βρύει ἰάματα.

Μέσα στη χορεία των Προφητών της Παλαιάς Διαθήκης ξεχωριστή είναι η θέση του προφήτη Ηλία. Στην Καινή Διαθήκη το όνομα του προφήτη Ηλία αναφέρεται πολλές φορές από τον ίδιο τον Ιησού Χριστό. Ο Ζαχαρίας, ο πατέρας του Προδρόμου, είπε πως ο Ιωάννης θα ερχόταν «ἐν πνεύματι καὶ δυνάμει Ἠλίου» (Λουκ., κεφ. α, στ. 17), θα είχε δηλαδή τα γνωρίσματα και το ζήλο του προφήτη Ηλία, θα ήταν ο ίδιος ο προφήτης Ηλίας, όπως ο λαός τον περίμενε να ξανάρθει. Ο Ιησούς Χριστός, όταν έδωσε μαρτυρία για τον πρόδρομο Ιωάννη κι έπλεξε το εγκώμιο του, είπε πως αυτός ήταν ο Ηλίας «Αν θέλετε, να το παραλεχθείτε, αυτός είναι ο Ηλίας, που έμελλε να έλθει».

Το πιο σπουδαίο είναι ότι οι μαθητές επάνω στο βουνό, κατά τη θεία Μεταμόρφωση, είδαν τους δυο Προφήτες, τον Μωϋσή και τον Ηλία, να συνομιλούν με τον Ιησού Χριστό. Όλα αυτά φανερώνουν την ξεχωριστή θέση του προφήτη Ηλία ανάμεσα στους Προφήτες και μέσα στη συνείδηση του λαού. Ακόμα και στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού, ακούοντας τη διδασκαλία και βλέποντας τα θαύματά του, έβλεπαν τον προφήτη Ηλία, που είχε ξανάρθει. Ο Ιησούς Χριστός ρώτησε· «Τίνα με λέγουσιν οἱ ἄνθρωποι εἶναι;». Κι οι μαθητές είπαν’ «Ἰωάννην τὸν βαφτιστήν, ἄλλοι δὲ Ἠλίαν....».

Ο προφήτης Ηλίας έζησε τον 9 π.Χ. αιώνα και ήταν γιος του Σωβάκ και καταγόταν από τη Θέσβη (γι' αυτό και ονομάστηκε Θεσβίτης), το σημερινό El Istib, της περιοχής Γαλαάδ, και άνηκε στην φυλή του Ααρών. Όταν γεννήθηκε, ο πατέρας του είδε μία θεία οπτασία: Δύο άνδρες λευκοφορεμένοι τον ονόμαζαν Ηλία, τον σπαργάνωναν με φωτιά και του έδιναν φλόγα να φάει. Τότε ο πατέρας του, πήγε στα Ιεροσόλυμα και αφού περιέγραψε την οπτασία στους ιερείς, εκείνοι του είπαν ερμηνεύοντας την οπτασία, ότι ο γιος του θα γίνει προφήτης και θα κρίνει το Ισραήλ με δίκοπο μαχαίρι και φωτιά.

Ο Προφήτης Ηλίας άσκησε το προφητικό του χάρισμα επί 25 έτη στα χρόνια του βασιλέα Αχαάβ, που βασίλεψε στα 873 - 854 π.Χ. Ο Αχαάβ και μάλιστα η γυναίκα του Ιεζάβελ ήσαν άνθρωποι ασεβείς κι εναντίον τους ήταν ο πόλεμος του προφήτη Ηλία. Η Ιεζάβελ, που δεν ήταν ισραηλίτισσα και γινόταν αιτία να νοθεύεται η πίστη από ειδωλολατρικά έθιμα, αυτή λοιπόν κυνήγησε πολύ τον προφήτη Ηλία, γι’ αυτό κι εκείνος αναγκαζόταν διαρκώς να φεύγει και να κρύβεται. Η Ιεζάβελ κυνηγούσε τον προφήτη Ηλία όπως η Ηρωδιάδα τον Ιωάννη τον Πρόδρομο.

Πρώτο μεγάλο σημείο, που έδωσε ο προφήτης Ηλίας, ήταν που προσευχήθηκε και δεν έβρεξε για τριάμισι χρόνια. Σ’ αυτό το διάστημα ο Προφήτης κρυβόταν σε μια σπηλιά σ’ ένα χείμαρρο πέρ’ από τον Ιορδάνη. Εκεί υπήρχε λίγο νερό, κι ένας κόρακας του πήγαινε τροφή κάθε πρωί. Όταν στέρεψε το νερό, έφυγε ο Προφήτης και πήγε στα Σάρεπτα της Σιδωνίας· όλα αυτά με εντολή του Θεού. Εκεί φιλοξενήθηκε σε μια χήρα γυναίκα, που είχε λίγο αλεύρι και λίγο λάδι, κι όμως έτρωγαν όλο τον καιρό και δεν έλειψαν. Η χήρα γυναίκα είχε ένα παιδί κι έτυχε να αρρωστήσει και να πεθάνει. Τότε ο Προφήτης προσευχήθηκε κι ανάστησε το παιδί.

Δεύτερο μεγάλο σημείο, που έδειξε ο Προφήτης Ηλίας, ήταν που προσευχήθηκε κι ήλθε φωτιά από τον ουρανό. Με προσταγή του βασιλέα Αχαάβ, μαζεύτηκαν τετρακόσιοι ειδωλολάτρες ψευτοιερείς, που τους προστάτευε η Ιεζάβελ. Τότε ο προφήτης Ηλίας τους προκάλεσε σ’ ένα διαγωνισμό. Του είπε κι έβαλαν πάνω στο θυσιαστήριο τα ξύλα και το σφάγιο για θυσία, και άρχισαν να τρέχουν γύρω και να φωνάζουν όλη την ήμερα τον ψεύτικο θεό Βάαλ, για να ρίξει φωτιά· «και ουκ ην φωνή και ουκ ην ακρόασις». Τότε ο Προφήτης τους είπε· «Κάνετε πέρα! Τώρα θα κάνω εγώ τη θυσία μου». Έκανε δικό του θυσιαστήριο, έβαλε κι έβρεξαν καλά τρείς φορές τα ξύλα με νερό κι ύστερα προσευχήθηκε. Έπεσε τότε φωτιά από τον ουρανό κι αναποδογύρισε κι έκαψε ολόκληρο το θυσιαστήριο.

Ύστερα απ’ αυτό το σημείο, ο λαός έπιασε τους τετρακόσιους ψευτοϊερείς, κι ο προφήτης Ηλίας τους τιμώρησε αυστηρά. Η Ιεζάβελ, αγριεμένη, κυνήγησε τον Προφήτη, κι εκείνος έφυγε ψηλά στο Χωρήβ, εκεί που πριν πεντακόσια χρόνια ο Μωϋσής άκουσε τη φωνή του Θεού κι είδε τη βάτο να φλέγεται και να μην καίγεται. Εκεί ο προφήτης Ηλίας κρυβόταν σε μια σπηλιά, κι ο Θεός τον δίδαξε ένα σπουδαίο μάθημα. Του είπε· «Ανέβα ψηλά στην κορυφή, και θα δεις το Θεό. Θα περάσει δυνατός αέρας· θα γίνει σεισμός· θα δεις φωτιά και θα περάσει ένα ανάλαφρο και δροσερό αεράκι. Ο Θεός δεν θα είναι ούτε στη θύελλα ούτε στο σεισμό ούτε στη φωτιά, αλλά στο ανάλαφρο αεράκι».

Άλλα θαυμαστά σημεία του πορφήτη Ηλία ήταν ότι διέσχισε τον Ιορδάνη ποταμό με την μυλωτή του και τέλος ότι αντί να πεθάνει ανελήφθη με άρμα πυρός στον ουρανό.

Να σημειώσουμε, ότι ο προφήτης Ηλίας, μετά από οκτώ ή δέκα χρόνια από την ανάληψη του, απέστειλε γράμματα (ίσως δι’ Αγγέλου) στον βασιλέα Iωράμ, προβλέποντας τον θάνατο του επειδή απομακρύνθηκε από την λατρεία του αληθινού Θεού: «καὶ ἦλθεν αὐτῷ ἐν γραφῇ παρὰ ᾿Ηλιοὺ τοῦ προφήτου λέγων· τάδε λέγει Κύριος Θεὸς Δαυὶδ τοῦ πατρός σου· ἀνθ' ὧν οὐκ ἐπορεύθης ἐν ὁδῷ ᾿Ιωσαφὰτ τοῦ πατρός σου καὶ ἐν ὁδοῖς ᾿Ασὰ βασιλέως ᾿Ιούδα» (Παραλειπομένων Β’, κεφ. 21, στίχος 12).

Το δε βιβλίο Σοφία Σειράχ αναφέρει ότι: «ΚΑΙ ἀνέστη ᾿Ηλίας προφήτης ὡς πῦρ, καὶ ὁ λόγος αὐτοῦ ὡς λαμπὰς ἐκαίετο.... ὡς ἐδοξάσθης, ᾿Ηλία, ἐν τοῖς θαυμασίοις σου· καὶ τίς ὅμοιός σοι καυχᾶσθαι; ὁ ἐγείρας νεκρὸν ἐκ θανάτου καὶ ἐξ ᾅδου ἐν λόγῳ ῾Υψίστου· ὁ καταγαγὼν βασιλεῖς εἰς ἀπώλειαν καὶ δεδοξασμένους ἀπὸ κλίνης αὐτῶν· ὁ ἀκούων ἐν Σινᾷ ἐλεγμὸν καὶ ἐν Χωρὴβ κρίματα ἐκδικήσεως· ὁ χρίων βασιλεῖς εἰς ἀνταπόδομα καὶ προφήτας διαδόχους μετ᾿ αὐτόν· ὁ ἀναληφθεὶς ἐν λαίλαπι πυρὸς ἐν ἅρματι ἵππων πυρίνων.... μακάριοι οἱ ἰδόντες σε καὶ οἱ ἐν ἀγαπήσει κεκοσμημένοι, καὶ γὰρ ἡμεῖς ζωῇ ζησόμεθα.» (Σοφία (Σειράχ, μη΄, 1<-11>).