Wednesday, December 17, 2014

ΤΕΛΕΣΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ -ΝΙΚΟΣ Κ Α Ρ Ο Υ Ζ Ο Σ (1926 - 1990 )



Νενανώ τα συστατικά των ουράνιων ήχων
ένα μακρόπνοο τερερέ στην άκαπνη συντέλεια
γοργά και δίγοργα και τρίγοργα
νε νε…νε νε μηχανισμός απολαύσεως
ένα τερερέ δίπλα – δίπλα στο Οκτωήχι της τουρκοκρατίας
πλαταίνοντας τις ολονυχτίες τέρπει τερερέ τα χριστεπώνυμα
νανά…νανά, άγια… 

Δόξα και Νυν εννεάσημος ο μάχιμος ρυθμός εκείθε
νε νε… νε νε 

χορίαμβος – νηρηίδα
ο μείζων και ο ελάχιστος η πεταστή χειρονομούμενη
το παλαιό πολυσύλλαβον απήχημα
μ’ όλα τούτα βγήκαν 

οι Παπαφλέσσηδες κ’ οι Κολοκοτρωναίοι.
Η ιστορία φυσικά
δε μας περιμένει
στη στάση του τρόλλεϋ

----------------------------------------
Ν.Δ. ΚΑΡΟΥΖΟΣ, "ΦΑΡΕΤΡΙΟΝ", Αθήνα: ύψιλον/βιβλία, 1981, σσ. 14-15.



φωτιγραφλθα:Ηράκλειο, Δεκέμβριος 2014


Friday, December 12, 2014

Άγιος Σπυυρίδων - Επίσκοπος Τριμυθούντος ο θαυματουργός


Ὁ θαυματουργὸς κἂν τέθνηκε Σπυρίδων,
Τοῦ θαυματουργεῖν οὐκ ἔληξεν εἰσέτι.
Ἀμφὶ δωδεκάτην Σπυρίδων βίοτον λίπε τόνδε.
Ο Άγιος Σπυρίδων γεννήθηκε το 270 μ.Χ. στο τώρα κατεχόμενο χωριό Άσσια (Άσκια) της Κύπρου (και όχι στην Τριμυθούντα – σημερινή Τρεμετουσιά – όπως γράφουν πολλοί) από οικογένεια βοσκών, που ήταν κάπως εύπορη. Αν και μορφώθηκε αρκετά δεν άλλαξε επάγγελμα. Συνέχισε και αυτός να είναι βοσκός.Σαν χαρακτήρας, ο Άγιος, ήταν απλός, αγαθός, γεμάτος αγάπη για τον πλησίον του. Τις Κυριακές και τις γιορτές, συχνά έπαιρνε τους βοσκούς και τους οδηγούσε στους ιερούς ναούς, και κατόπιν τους εξηγούσε την ευαγγελική ή την αποστολική περικοπή. Ο Θεός τον ευλόγησε να γίνεται συχνά προστάτης χήρων και ορφανών.Νυμφεύθηκε ευσεβή σύζυγο και απέκτησε μια κόρη, την Ειρήνη. Γρήγορα, όμως, η σύζυγός του πέθανε. Για να επουλώσει το τραύμα του ο Σπυρίδων αφοσιώθηκε ακόμα περισσότερο στη διδαχή του θείου λόγου.
Μετά από πολλές πιέσεις, χειροτονήθηκε ιερέας. Και πράγματι, υπήρξε αληθινός ιερέας του Ευαγγελίου, έτσι όπως τον θέλει ο θείος Παύλος: «Ἀνεπίληπτον, νηφάλιον, σώφρονα, κόσμιον, φιλόξενον, διδακτικόν, τέκνα ἔχοντα ἐν ὑποταγῇ μετὰ πάσης σεμνότητας» (Α’ προς Τιμόθεον γ’ 2-7). Δηλαδή ακατηγόρητο, προσεκτικό, εγκρατή, σεμνό, φιλόξενο, διδακτικό, και να έχει παιδιά που να υποτάσσονται με κάθε σεμνότητα. Έτσι και ο Σπυρίδων, τόσο σωστός υπήρξε σαν ιερέας, ώστε όταν χήρεψε η επισκοπή Τριμυθούντος στην Κύπρο, δια βοής λαός και κλήρος τον εξέλεξαν επίσκοπο.
Από τη θέση αυτή ο Σπυρίδων προχώρησε τόσο πού στην αρετή, ώστε τον αξίωσε ο Θεός να κάνει πολλά θαύματα.
Να σημειώσουμε εδώ ότι ο Άγιος Σπυρίδων με το κύρος της αγίας και ηθικής ζωής του στην Α’ Οικουμενική σύνοδο, που έγινε στη Νίκαια της Βιθυνίας (Μικρά Ασία) και στην οποία συμμετείχε, κατατρόπωσε τους Αρειανούς και αναδείχτηκε από τους λαμπρούς υπερασπιστές της Ορθόδοξης πίστης. Μάλιστα, όπως αναφέρει η παράδοση, αφού μίλησε για λίγο, κατόπιν έκανε το σημείο του Σταυρού και με το αριστερό χέρι, που κρατούσε ένα κεραμίδι, εις τύπον της Αγίας Τριάδος είπε: «Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρός» και έκανε να φανεί προς τα επάνω απ’ το κεραμίδι φωτιά, δια της οποίας είχε ψηθεί αυτό. Όταν δε είπε: «Καὶ τοῦ Υἱοῦ», έρρευσε κάτω νερό, δια του οποίου ζυμώθηκε το χώμα του κεραμιδιού. Και όταν πρόσθεσε: «Καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος» έδειξε μέσα στη χούφτα του μόνο το χώμα που απέμεινε.
Ο Άγιος Σπυρίδων κοιμήθηκε στις 12 Δεκεμβρίου του 350 μ.Χ.
Τα 648 μ.χ. η Κύπρος αντιμετώπιζε μεγάλες επιδρομές από τους Σαρακηνούς και το λείψανο μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη από τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό. Τοποθετήθηκε στον Ναό των Αγίων Αποστόλων μαζί με το λείψανο της Αυγούστας Θεοδώρας (βλέπε 11 Φεβρουαρίου). Παρέμεινε στην βασιλίδα των πόλεων μέχρις ότου ο ιερέας Γρηγόριος Πολύευκτος λίγες μέρες πριν την πτώση πήρε τα δύο λείψανα και τα μετέφερε μέσω Σερβίας, Θράκης και Μακεδονίας στη Παραμυθιά της Ηπείρου. Τρία χρόνια περιπλανήθηκε από τόπο σε τόπο μέχρις ότου φτάσει στην Κέρκυρα. Όλο αυτό το διάστημα είχε τοποθετήσει τα λείψανα σε σακιά με άχυρα και όποιος τον ρωτούσε τους έλεγε πως είναι τροφή για το υποζύγιό του. Το 1456 μ.Χ. έφτασε στην Κέρκυρα γιατί πίστευε πως τα λείψανα θα ήταν ασφαλισμένα. Τα Επτάνησα εκείνη την εποχή βρίσκονταν κάτω από την εξουσία των Ενετών. Ο ιερέας Γρηγόριος Πολύευκτος βρήκε ένα συμπολίτη του πρόσφυγα τον ιερέα Γεώργιο Καλοχαιρέτη και του κληροδότησε το λείψανο του Αγίου.
Μετά τον θάνατο του ο Γεώργιος Καλοχαιρέτης άφησε κληρονομιά στους γιούς του στο Λουκά και Φίλιππο το λείψανο του Άγιου Σπυρίδωνα Οι δύο αδελφοί θέλησαν να μεταφέρουν το λείψανο στην Βενετία. Η υπόθεση μάλιστα εκδικάστηκε από την Ενετική Γερουσία. Το ανώτατο δικαστικό όργανο του κράτους αποφάσισε ότι το λείψανο αποτελεί ιδιοκτησία των αδελφών, άρα διατηρούν το αναφαίρετο δικαίωμα να το μεταφέρουν όπου εκείνοι επιθυμούν. Τελικά όμως η μεταφορά δεν πραγματοποιήθηκε διότι υπήρξαν έντονες αντιδράσεις από τον Κερκυραϊκό λαό και το ανώτατο δικαστικό όργανο δεν επέμεινε και επικράτησε η σκέψη ότι δεν έπρεπε να δημιουργούνται δυσαρέσκειες στους λαούς οι οποίοι βρίσκονται κάτω από τη Βενετική σημαία. Το 1512 μ.Χ. συντάχθηκε στην Άρτα δωρητήριο συμβόλαιο στο όνομα της Ασημίνας Καλοχαιρέτη, κόρη του Φιλίππου, η οποία παντρεύτηκε τον Σταμάτιο Βούλγαρη και η οποία με τη σειρά της άφησε διαθήκη που χρονολογείται από τις 25 Νοεμβρίου 1571 μ.Χ. και ορίζει πως το Ιερό Λείψανο του Αγίου παραμένει ως κληρονομιά στους γιούς της και στους απογόνους τους.
Ο ναός ο οποίος στεγάζει σήμερα το σκήνωμα του σγίου, κτίστηκε στα 1589 μ.Χ. και ανήκει στο ρυθμό της μονόκλιτης βασιλικής. Το ψηλό και πυργωτό καμπαναριό, ως συμπλήρωμα του ναού, κτίστηκε το 1620 μ.Χ. Το σημερινό τέμπλο του ναού, κατασκευασνμένο από μάρμαρο της Πάρου, κατασκευάστηκε το 1864 μ.Χ. και είναι έργο του αυστριακού αρχιτέκτονα Μάουερς. Η ουρανία είναι ζωγραφισμένη από τον Κερκυραίο ζωγράφο Νικόλαο Ασπιώτη το 1852 μ.Χ., ενώ οι εικόνες του τέμπλου είναι φτιαγμένες από τον επίσης Κερκυραίο ζωγράφο, Σπύρο Προσαλένδη. Η σημερινή λάρνακα φτιάχτηκε στη Βιέννη το 1867 μ.Χ. Είναι από σκληρό, πολυτελές ξύλο με εξωτερική ασημένια επένδυση. Βρίσκεται τοποθετημένη μέσα στην κρύπτη, η οποία δημιουργήθηκε ειδικά για να δεχθεί το λείψανο του Αγίου Σπυρίδωνα, το οποίο επισκέπτονται χιλιάδες ξένοι και ντόπιοι επισκέπτες. Είναι ένα από τα τρία άφθορα λείψανα στο Ιόνιο, του Άγιου Σπυρίδωνα, του Άγιου Γεράσιμου και του Αγίου Διονυσίου.
Στην Κέρκυρα το σκήνωμα του Αγίου Σπυρίδωνος λιτανεύεται τέσσερις φορές το χρόνο. Την Κυριακή των Βαΐων για την απαλλαγή του νησιού από επιδημία πανώλης το 1629 μ.Χ. Το Μεγάλο Σάββατο γιατί το έτος 1533 μ.Χ. το νησί επλήγη από μεγάλη καταστροφή της σοδιάς των σιτηρών. Την 11η Αυγούστου για την διάσωση του νησιού από σφοδρή επιδρομή των Τούρκων το 1716 μ.Χ. και την πρώτη Κυριακή του μηνός Νοεμβρίου για δεύτερη επιδημία πανώλης το 1673 μ.Χ.
Θαύματα του Αγίου Σπυρίδωνα
  1. Μια μέρα, ένας πτωχός με πολυμελή οικογένεια κτύπησε την πόρτα της επισκοπής του Αγίου Σπυρίδωνα. Πλησίασε τον άγιο και με δάκρυα του ζήτησε ένα δάνειο. Το ήθελε για να πληρώσει κάποιο χρέος του σ’ ένα πλούσιο, που απειλούσε να του πωλήσει το σπίτι του. Πού να βρει όμως ο άγιος ένα τόσο μεγάλο ποσό;Στον πόνο που του δημιουργούσαν τα πικρά δάκρυα του πτωχού, που από τη θλίψη σπάραζε, ο στοργικός επίσκοπος καταστενοχωρημένος άρχισε να βηματίζει. Ξάφνου εκεί μπροστά του, πήρε το μάτι του ένα φίδι να σέρνεται μέσα στην πρασινάδα. Σαν αστραπή πέρασε από τον νου του το ραβδί του Ααρών, που στο παλάτι του Φαραώ τ’ αφήκε να πέσει στη γη κι έγινε φίδι. «Ας ήταν, Κύριε, το φίδι αυτό να γινόταν χρυσάφι για τον πτωχό αυτόν οικογενειάρχη, είπε σιγανά. Ναί, Κύριε. Άς γινόταν χρυσάφι, για να βοηθηθεί το δυστυχισμένο αυτό πλάσμα σου», ξανάπε και σήκωσε το χέρι. Το φίδι σταμάτησε. Κι ο άγιος έσκυψε και το πήρε. Στό χέρι του το σιχαμερό ερπετό μεταμορφώθηκε κι άστραψε τώρα χρυσαφένιο. O πτωχός γεμάτος χαρά πήρε το χρυσάφι κι έτρεξε και το ‘δωκε ενέχυρο στον πλούσιο δανειστή.Όταν αργότερα με τη βοήθεια του Θεού πλήρωσε το χρέος του, ο δανειστής του επέστρεψε το χρυσαφένιο ενέχυρο. Κι ο πτωχός το πήρε και με δάκρυα ευγνωμοσύνης το γύρισε στον άγιο. Αυτός, αφού το έλαβε στα χέρια, έστρεψε τα μάτια στον ουρανό, δόξασε τον Θεό για την άπειρη φιλανθρωπία του κι ύστερα το έρριξε στη γη. Και ώ του θαύματος! Το χρυσάφι έγινε και πάλι φίδι κι έφυγε από μπροστά τους.
  2. Κάποια άλλη φορά ο Άγιος Σπυρίδωνας, ύστερα από μακρινή οδοιπορία για διδαχή του λαού του μπήκε κουρασμένος στο σπίτι ενός από τους πιστούς του, για να ξεκουραστεί. Στο άκουσμα της είδησης κόσμος πολύς από τα γειτονικά σπίτια στην αρχή κι έπειτα από όλη την κοινότητα έτρεξαν να τον συναντήσουν και να πάρουν την ευλογία του. Ανάμεσα στα πλήθη ήταν και μια αμαρτωλή γυναίκα, που ήρθε κι αυτή να δεί τον άγιο. Κάποια στιγμή μάλιστα έπεσε και κάτω, για να ασπασθεί τα πόδια του. Με τη χάρη του Παναγίου Πνεύματος ο άγιος, σαν την κοίταξε, γνώρισε αμέσως την αμαρτία της. Χωρίς να τον ακούσει κανένας, με τρόπο γλυκύ και ταπεινό, ψιθύρισε στη γυναίκα: «Κυρά μου, μη με εγγίσεις». Εκείνη όμως επέμενε. Και τότε ο άγιος με αυστηρότητα φανέρωσε μπροστά σε όλους την αμαρτία της. Η γυναίκα θαύμασε και με συντριβή καρδιάς έσκυψε κι άρχισε με δάκρυα να ζητά το έλεος του Θεού. Μπροστά στη μετάνοια της ο στοργικός πατέρας της είπε με συγκίνηση τα λόγια εκείνα, που κάποτε ο ίδιος ο Κύριος απηύθυνε σε μια τέτοια αμαρτωλή: «Θάρσει, θύγατερ. ἀφέωνται σοι αἳ ἁμαρτίαι». Πήγαινε στο καλό και πρόσεχε μελλοντικά. Με τον τρόπο του ο άγιος βοήθησε την αμαρτωλή εκείνη γυναίκα να μετανοήσει. Αλλά κι έδωκε ένα μάθημα σε όλους. Μόνο η μετάνοια η ειλικρινής ξεπλένει την ψυχή και αποκαθιστά τον άνθρωπο στη θέση την τιμητική, να είναι παιδί του Θεού.
  3. Ο άγιος κατά τη Μεγάλη Σαρακοστή συνήθιζε να νηστεύει απόλυτα. Δεν έτρωγε τίποτα, ούτε αυτός ούτε κι η κόρη του. Κάποια βραδυά, σε περίοδο νηστείας, ένας άγνωστος οδοιπόρος κτύπησε την πόρτα της επισκοπής του. Ο άγιος έσπευσε με προθυμία να του ανοίξει και να τον υποδεχθεί. Του πρόσφερε νερό να ξεπλυθεί και πήγε να βρει κάτι, για να του δώσει να δειπνήσει. Κοίταξε παντού, μα τίποτα δεν βρήκε. Ούτε ψωμί δεν είχε. Στήν αμηχανία του ο άγιος θυμήθηκε πώς σε κάποια γωνιά βρισκόταν κρεμάμενο ένα κομμάτι διατηρημένο χοιρινό κρέας από τις ημέρες της κρεοφαγίας. Χωρίς να χάσει καιρό, φώναξε την κόρη του να ψήσει λίγο για τον φιλοξενούμενο τους. Η κόρη ετοίμασε το τραπέζι. Έβαλε πάνω το ψητό κρέας και κάλεσαν τον ξένο να φάγει. Ο ξένος, σαν είδε το προσφερόμενο, αρνήθηκε να το δοκιμάσει λέγοντας: «Δέσποτα μου, συγχώρεσε με. Νηστεύω. Είμαι χριστιανός». «Ναί! παιδί μου», είπε ο άγιος, «κι εγώ νηστεύω. Είμαι κι εγώ χριστιανός. Μα μια και δεν έχουμε τίποτε άλλο στο σπίτι κι εσύ πρέπει να τονωθείς ύστερα από την τόση οδοιπορία, θα φας από αυτό που βρίσκεται. Να! εγώ καταλύω πρώτος τη νηστεία. Φάγε, παιδί μου, να τονωθείς». Κι ο άγιος, για να ενθαρρύνει τον ξένο, έφαγε κι έδωσε και σ’ εκείνο λέγοντας του. «Πάντα καθαρὰ τοὶς καθαροίς, ὁ θεῖος ἀπεφήνατο Λόγος». Την άλλη μέρα φυσικά συνέχισε και πάλι τη νηστεία του.Το περιστατικό αυτό δείχνει την πλατιά αντίληψη του αγίου για τη νηστεία, που είναι κι η μόνη ορθή. «Τὸ Σάββατον ἐγένετο διὰ τὸν ἄνθρωπον οὒχ ὁ ἄνθρωπος διὰ τὸ Σάββατον». (Μάρκ. β’, 27).
  4. Μια βραδυά, την ώρα που όλοι ησύχαζαν, μερικοί κλέφτες μπήκαν στη μάνδρα, που ήσαν τα πρόβατα που έτρεφε ο άγιος για τις ανάγκες των πτωχών του, για να κλέψουν μερικά. Ξεχώρισαν αυτά που ήθελαν και δοκίμασαν να φύγουν. Άδικα, όμως, προσπαθούν να κινηθούν προς την έξοδο. Τα πόδια και τα χέρια τους δέθηκαν αόρατα από Εκείνο, που όλα τα βλέπει και τα παρακολουθεί, Όλο το βράδυ άγρυπνοι αγωνίζονταν χωρίς να κατορθώσουν αυτό που ήθελαν. Όταν ξημέρωσε και πήγε ο άγιος στη μάνδρα και τους είδε σε κείνα τα χάλια, τους σπλαγχνίστηκε. Τους μίλησε με καλωσύνη και τους συνέστησε να μην επαναλάβουν αυτή την πράξη. Κι εκείνοι ντροπιασμένοι και καταστενοχωρημένοι του το υποσχέθηκαν. Τους έλυσε τα δεσμά, με τα οποία ήσαν δεμένοι, τους ευλόγησε και τους απέλυσε. Την ώρα, που έφευγαν, τους έδωσε κι ένα κριάρι για «τον κόπο της αγρυπνίας». Πόσο δίκαιο έχει ο λαός μας όταν λέγει: «Αγαπά ο Θεός τον κλέφτη· αγαπά όμως και τον νοικοκύρη». Ο Πανάγαθος «θέλει πάντας σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν» (Α’ Τιμοθ. β’ 4).
  5. Στις αρχές του 17ου αιώνα μ.Χ. μια τρομερή ανομβρία κτύπησε τα νησιά του Ιόνιου Πελάγους. Ιδιαίτερα τη νήσο Κέρκυρα. Η δύναμη που κρατούσε κι εξουσίαζε τα νησιά με τους πολέμους που διεξήγαγε εδώ κι εκεί, δεν εύρισκε καιρό να σκεφθεί τους δουλοπάροικους της. Ο λαός πεινά. Υποφέρει. Πλησίαζε και το Πάσχα, η Λαμπρή. Πώς θα περνούσε ο κόσμος τέτοιες μέρες χωρίς ψωμί; Στις δύσκολες αυτές ώρες όλοι θυμούνται τον Θεό. «Η παιδεία Κυρίου ανοίγει μου τα ώτα» (Ησαΐα, ν’ 5) φωνάζει κι ο λόγος του Θεού. Στην εκκλησία που φυλάγεται το λείψανο του αγίου, ο λαός αγρυπνεί και παρακαλεί. Οι ιερείς ψέλνουν την παράκληση του αγίου. Κι η απάντηση έρχεται τάχιστα.Το Μέγα Σάββατο τρία πλοία φορτωμένα με σιτάρι πλέουν προς την Ιταλία. Όταν περνούσαν την Κέρκυρα, οι ναύτες βλέπουν ξαφνικά και των τριών πλοίων την πλώρη να στρέφεται πλάγια και προς τον βοριά, όπου ήταν η νήσος. Ο αέρας αλλάζει κατεύθυνση και τα βοηθά. Ένας γέροντας ρασοφόρος προχωρεί μπροστά, λες και τους δείχνει τον δρόμο. Και μια φωνή δυνατή ακούεται και επαναλαμβάνεται πολλές φορές. «Προς την Κέρκυρα. Πεινούν εκεί οι άνθρωποι. Θα πληρωθείτε. Θα πληρωθείτε. Προς την Κέρκυρα». Σε λίγο, τα καράβια φτάνουν στο λιμάνι. Τα έφερε ο άγιος. Ρίχνουν τις άγκυρες και καλούν τον κόσμο να τρέξει να πάρει αυτά που ποθούσε κι είχε τόση ανάγκη. Να πάρει αυτό που στηρίζει την καρδιά του ανθρώπου. Να πάρουν το σιτάρι για να φτιάξουν το ψωμί. Δεν πέρασε πολλή ώρα και το λιμάνι γέμισε από κόσμο. Τα σακκιά με τον ξανθό θησαυρό σέρνονται στην ακρογιαλιά και διαμοιράζονται. Οι καρδιές πανηγυρίζουν. Τα δάκρυα του πόνου μεταβάλλονται με μιας σε δάκρυα χαράς. Δοξολογίας και χαράς, μα κι ευγνωμοσύνης στον Μεγάλο Πατέρα, τον Πανάγαθο Θεό και τον προστάτη κι ακοίμητο φρουρό άγιο.Η Ενετική Κυβέρνηση με θέσπισμά της ώρισε κάθε Μεγάλο Σάββατο να γίνεται λιτάνευση του ιερού Σκηνώματος του αγίου, για να θυμάται πάντα ο λαός το μεγάλο αυτό θαύμα της σωτηρίας του από την πείνα.
  6. Γύρω στα 1629-30 μ.Χ. καινούργια δοκιμασία έπληξε το ευλογημένο νησί της Κέρκυρας. Αρρώστια μεταδοτική και θανατηφόρα, το κτύπησε αυτή τη φορά χωρίς διάκριση και έλεος. Ήταν πανώλης (πανούκλα). Άνδρες και γυναίκες, νέοι και γέροι, πλούσιοι και πτωχοί προσβάλλονται καθημερινά από την επάρατη νόσο και πεθαίνουν τόσο στην πόλη, όσο και στην ύπαιθρο, τα χωριά. Η διοίκηση του νησιού με τα πρώτα κρούσματα σπεύδει να ψηφίσει και να διαθέσει ένα τεράστιο ποσό, για να περιορίσει την εξάπλωση της αρρώστιας. Άδικα όμως αγωνίζεται. Σε λίγο καιρό η ωραία Κέρκυρα πάει να ερημώσει. Τα καταστήματα τόσο στην πόλη, όσο και στα μεγάλα κέντρα έχουν κλείσει. Η αγορά νεκρώθηκε. Οι δρόμοι έχουν αδειάσει. Μονάχα μερικά αλογοσυρόμενα κάρα κινούνται κάπου-κάπου φορτωμένα με πτώματα για να μεταφέρουν το μακάβριο φορτίο τους έξω από την πόλη για ταφή σε ομαδικούς τάφους. Εικόνα τραγική παρουσιάζει ολόκληρο το νησί.Κάποια μέρα στη συμφορά αυτή την κοσμογονική ο πιστός και πονεμένος λαός παρά τις συστάσεις των ιατρών να αποφεύγει τον συνωστισμό, τολμά και σπεύδει να κατακλύσει τον ιερό ναό του αγίου και με συντριβή ψυχής και δάκρυα καυτά να εκζητήσει τη μεσιτεία του.Κι η σωτηρία δεν αργεί. Προσφέρεται γρήγορα και πλούσια.Ο ιστορικός της Κέρκυρας Ανδρέας Μάρμορας που ζούσε Τότε, μας λέγει, πως η τρομερή επιδημία, παρά την έλλειψη σχετικών φαρμάκων, σε λίγο περιορίστηκε στο ελάχιστο και μέχρι την Κυριακή των Βαΐων σταμάτησε τελείως. Όλες τις νύκτες κατά τις οποίες η πόλη δοκιμαζόταν από την αρρώστια, πάνω από το ναό του αγίου φαινόταν κάτι σαν φως μιας υπερκόσμιας κανδήλας. Ήταν το σημάδι πως ο άγιος αγρυπνούσε και φρουρούσε τον λαό του. Έτσι το εξήγησαν οι πιστοί. Το φως το έβλεπαν συνέχεια οι νυχτερινοί σκοποί των φρουρίων.
    Η τρομερή αυτή επιδημία, η πανώλης, παρουσιάστηκε και δεύτερη φορά στην Κέρκυρα μετά από σαράντα περίπου χρόνια, το 1673 μ.Χ. Και τούτη τη φορά η αρρώστια ξαπλώθηκε γρήγορα σε πόλεις και χωριά. Τα κρούσματα υπήρξαν πάμπολλα. Το δρεπάνι του θανάτου θέριζε κι αυτή τη φορά καθημερινά ένα μεγάλο αριθμό από τους κατοίκους.
    Στις παρακλήσεις του λαού του ο θαυματουργός άγιος έσπευσε να ανεβάσει και πάλι στον θρόνο της θείας Μεγαλωσύνης, τη συντριβή και τα δάκρυα του πιστού λαού μαζί με τα δικά του και να εκζητήσει και να λάβει τάχιστα το ουράνιο έλεος και τη σωτηρία του. Τα λόγια του Πνεύματος του Θεού «επικάλεσαί με εν ημέρα θλίψεώς σου και εξελούμαί σε και δοξάσεις με» (ψαλμ. μθ’, 15) βρήκαν και στην περίπτωση αυτή πλήρη την εφαρμογή τους. Στις ικεσίες του θείου ιεράρχη και του μετανοημένου λαού η απάντηση δεν άργησε να δοθεί. Τα κρούσματα μέρα με τη μέρα ελαττώθηκαν στο ελάχιστο και τις τελευταίες μέρες του Οκτώβρη σταμάτησαν απότομα. Κι αυτή τη φορά στην κορυφή του καμπαναριού για τρεις νύχτες έβλεπαν οι πιστοί ένα σταθερό φως, και μέσα σ’ αυτό το υπερκόσμιο φως, τον θαυματουργό άγιο να αιωρείται και μ’ ένα Σταυρό στο χέρι να καταδιώκει ένα κατάμαυρο φάντασμα, την αρρώστια, που προσπαθούσε να αποφύγει τον άγιο και να σωθεί.
    Η ευγνωμοσύνη κι οι ευχαριστίες του πιστού λαού υπήρξαν και πάλι μεγάλες. Με θέσπισμα της Ενετικής διοικήσεως καθιερώθηκε από τότε κάθε πρώτη Κυριακή του Νοεμβρίου να γίνεται πανηγυρική και παλλαϊκή λιτάνευση του ιερού Σκηνώματος, για να θυμάται ο λαός κι ιδιαίτερα η νέα γενεά τον αληθινό και άγρυπνο προστάτη και Σωτήρα της.
  7. Το 1715 μ.Χ. ο καπουδάν Χοντζά πασάς, αφού κατέκτησε την Πελοπόννησο κατά διαταγή του σουλτάνου προχωρεί για να καταλάβει και τα Επτάνησα. Και πρώτα – πρώτα βαδίζει προς την Κέρκυρα, που τόσο αυτή, όσο και τα άλλα νησιά βρισκόντουσαν κάτω από την Ενετική κυριαρχία.Ένα πρωί της 24ης Ιουνίου 1716 μ.Χ. η τουρκική στρατιά με επίκεφαλής τον σκληρό στρατηγό της επέδραμε και πολιόρκησε την πόλη κι απ’ την ξηρά κι από τη θάλασσα. Επί πενήντα μέρες το αίμα χυνόταν ποτάμι κι από τις δύο μεριές. Οι υπερασπιστές Έλληνες και Βενετσιάνοι αγωνιζόντουσαν απεγνωσμένα για να σώσουν την πόλη. Τα γυναικόπαιδα, μαζεμένα στον ιερό ναό του αγίου μαζί με τους γέρους κι όσους δεν μπορούσαν να πάρουν όπλα προσεύχονται στα γόνατα και με στεναγμούς λαλητούς εκζητούν του προστάτη αγίου τη μεσιτεία. Σαν πέρασαν οι πενήντα μέρες οι εχθροί αποφάσισαν να συγκεντρώσουν όλες τις δυνάμεις τους και να κτυπήσουν με πιο πολλή μανία την πόλη. Κερκόπορτα ζητούν κι εδώ οι εχθροί για να τελειώσουν μια ώρα γρηγορώτερα το έργο τους. Απ’ την Κερκόπορτα δεν μπήκαν κι οι προγονοί τους και κατέκτησαν τη Βασιλεύουσα; Γι’ αυτό και προβάλλουν δελεαστικές υποσχέσεις, για να πετύχουν κάποια προδοσία.Το επόμενο πρωινό ένας Αγαρηνός με τηλεβόα κάνει προτάσεις στους μαχητές να παραδοθούν, αν θέλουν να σωθούν. Την ίδια ώρα όμως αραδιάζει κι ένα σωρό απειλές στην περίπτωση, που οι υπερασπιστές δεν θα δεχόντουσαν τη γενναιόδωρη πρόταση του.Περνούν οι ώρες. Η αγωνία κι ο φόβος συνέχει τις ψυχές. Οι Αγαρηνοί ετοιμάζονται για το τελειωτικό κτύπημα, όπως λένε. Μα κι οι υπερασπιστές εμψυχωμένοι από τις προσευχές τόσο των ίδιων, όσο και των ιδικών τους μένουν αλύγιστοι κι ακλόνητοι στις θέσεις τους. Η πρώτη επίθεση αποκρούεται με πολλά τα θύματα κι από τις δύο μεριές. Η πόλη της Κέρκυρας περνά τρομερά δύσκολες στιγμές. Η θλίψη, όμως, των στιγμών εκείνων «υπομονήν κατεργάζεται, η δε υπομονή δοκιμήν, η δε δοκιμή ελπίδα, η δε ελπίς ου καταισχύνει» (Ρωμ. ε’, 3-5). Η ελπίδα στον Θεό ουδέποτε στ’ αλήθεια ντροπιάζει ή διαψεύδει αυτόν που την έχει. Κι ο λαός ελπίζει και προσεύχεται. Προσεύχεται και πιστεύει πώς ο ακοίμητος φρουρός και προστάτης άγιος του, δεν θα τον εγκαταλείψει.
    Στον ιερό ναό οι προσευχές του άμαχου πληθυσμού συνεχίζονται θερμές κι αδιάκοπες.
    Ξημέρωσε η 10η Αυγούστου. Κάτι ασυνήθιστο για την εποχή παρατηρείται την ήμερα αυτή από το πρωί. Ο ουρανός είναι σκεπασμένος με μαύρα πυκνά σύννεφα. Από στιγμή σε στιγμή ετοιμάζεται να ξεσπάσει τρομερή καταιγίδα. Και να! Πολύ πριν από το μεσημέρι μια βροχή, καταρρακτώδης, βροχή κατακλυσμιαία αρχίζει να πέφτει στη γη. Μοναδική η περίπτωση. Νύχτωσε κι ακόμη έβρεχε. Σαν αποτέλεσμα της κακοκαιρίας αυτής καμιά επιθετική προσπάθεια δεν αναλήφθηκε εκείνη την ήμερα. Η νύχτα περνά ήσυχα. Περί τα ξημερώματα της 11ης Αυγούστου συνέβη κάτι το εκπληκτικό, το αναπάντεχο. Μια Ελληνική περίπολος που έκαμνε αναγνωριστικές επιχειρήσεις, για να εξακριβώσει από που οι εχθροί θα επιτίθεντο, βρήκε τα χαρακώματα των Τούρκων γεμάτα νερό από τη βροχή και πολλούς Τούρκους στρατιώτες πνιγμένους μέσα σ’ αυτά. Νεκρική σιγή βασίλευε παντού. Στό μεταξύ ξημέρωσε για καλά. Οι χρυσές ακτίνες του ήλιου πέφτουν στη γη και χαιρετούν την άγρυπνη πόλη. Οι τηλεβόες σιγούν. Οι εχθροί δεν φαίνονται. Μήπως κοιμούνται; Τι να συμβαίνει άραγε;
    Μα δεν το είπαμε; Η ελπίδα στον Θεό «ου καταισχύνει». Δεν ντροπιάζει ποτές εκείνο που την έχει. Και να!
    Όλη τη νύχτα ο θαυματουργός εκείνος υπερασπιστής της νήσου, ο άγιος Σπυρίδωνας της Κύπρου με ουράνια στρατιά συνοδεία κτύπησε άγρια τους Αγαρηνούς, και τους διέλυσε και τους διεσκόρπισε. Αυτά ομολογούσαν οι ίδιοι οι Αγαρηνοί το πρωί που έφευγαν «χωρίς διώκον τος». Σωρεία τα πτώματα στην παραλία. Τα απομεινάρια της τούρκικης στρατιάς μαζεμένα στα λίγα πλοία που απέμειναν, φεύγουνε ντροπιασμένα για την Κωνσταντινούπολη. Αληθινά! «Τον ελπίζοντα επί Κύριον έλεος κυκλώσει». Και «αυτή εστίν η νίκη η νικήσασα τον κόσμον, η πίστις ημών». (Α’ Ίωάν. ε’, 4). Δηλαδή αυτή είναι η δύναμη που νίκησε τον κόσμο, η πίστη μας.
    Η Κέρκυρα πανηγυρίζει. Ο πιστός λαός, μαζεμένος στην εκκλησία του αγίου, δοξολογεί τον Θεό και ψάλλει με δυνατή φωνή: «Δόξα τω σε δοξάσαντι Χριστώ… δόξα τω ενεργούντι δια σου… Ναι! δόξα στον Παντοδύναμο Χριστό, που σε δόξασε. Δόξα και σε σένα άγιε, που με τη χάρη Του ενεργείς τα τόσα θαύματα σου».
    Η ανέλπιστη σωτηρία της νήσου από την εκστρατεία των Τούρκων ανάγκασε κι αυτή την αριστοκρατία των Ενετών, να αναγνωρίσει ως ελευθερωτή της Κέρκυρας τον άγιο Σπυρίδωνα. Και ως εκδήλωση ευγνωμοσύνης να προσφέρει στον ναό μια ασημένια πολύφωτη κανδήλα, και να ψηφίσει ώστε το λάδι που θα χρειαζόταν κάθε χρόνο για το άναμμα της κανδήλας αυτής, να προσφέρεται από το Δημόσιο. Με ψήφισμα της πάλι η Ενετική διοίκηση καθιέρωσε την 11 Αυγούστου, σαν ημέρα εορτής του αγίου και λιτανεύσεως του ιερού Σκηνώματός Του.
  8. Ο αρχιναύαρχος του Ενετικού στόλου και διοικητής της νήσου Κερκύρας, Ανδρέας Πιζάνης, θέλοντας κατά ένα τρόπο πιο φανερό και πιο θεαματικό να εκδηλώσει την ευγνωμοσύνη του στον άγιο για τη σωτηρία, αποφάσισε να στήσει στον ναό ένα θυσιαστήριο ακόμη. Ένα θυσιαστήριο για να γίνεται επάνω σ’ αυτό το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας κατά το Λατινικό δόγμα. Το θυσιαστήριο, αλτάριο κατά τους Λατίνους, θα κτιζόταν δίπλα στην Αγία Τράπεζα των Ορθοδόξων κι εκεί θα γινόταν από Λατίνο ιερέα η θεία Λειτουργία. Στή σκέψη του αυτή πολύ ενισχύθηκε ο Ενετός διοικητής και από ένα θεολόγο Λατίνο σύμβουλο του, κάποιο Φραγκίσκο Φραγγιπάνη. Ο τελευταίος θεώρησε την ευκαιρία μοναδική για να τοποθετήσει στο ναό του αγίου αλτάριο, δηλαδή αγία Τράπεζα φράγκικη και να τελείται μέσα στον ορθόδοξο ναό του αγίου η θεία Λειτουργία με άζυμα, κατά το δικό τους το δόγμα. Μετά τη γνωμοδότηση, που πήρε από τον σύμβουλο του ο διοικητής Ανδρέας Πιζάνης, κάλεσε τους ιερείς του Ναού και τους ανακοίνωσε τον σκοπό του και ζήτησε κατά κάποιο τρόπο από αυτούς και τη συγκατάθεση τους. Εκείνοι, όπως ήτο φυσικό, αρνήθηκαν κι υπέδειξαν, πως αυτό θα ήταν μια καινοτομία ασύγγνωστη και επιζήμια και γι’ αυτό δεν έπρεπε να γίνει. Στην άρνηση των ιερέων να συγκατατεθούν στην τοποθέτηση του αλταρίου, ο διοικητής τους απείλησε κι αποφάσισε να προχωρήσει στην εκτέλεση του σχεδίου του χωρίς την άδεια τους. Οι ιερείς στην επιμονή του κατέφυγαν με δάκρυα στον άγιο τους και ζήτησαν με θερμή προσευχή, τη βοήθεια και την προστασία του. Ο διοικητής με το δικαιωμα που του έδινε η εξουσία, προσπάθησε ανεμπόδιστα να προχωρήσει στην εκτέλεση της παράνομης επιθυμίας του. Αλλά και ο άγιος, για να προλάβει μια τέτοια απαράδεκτη πράξη, παρουσιάστηκε δύο κατά συνέχεια νύκτες στον ύπνο του με το ένδυμα ορθόδοξου μονάχου και του συνέστησε να παραιτηθεί από την απόφαση του, διαφορετικά θα το μετάνοιωνε πολύ πικρά. Τρομαγμένος ο διοικητής κάλεσε τον σύμβουλο του και του φανέρωσε και τις δύο φορές την απειλή του αγίου. Ο θεολόγος σύμβουλος γέλασε και τις δύο φορές κι υπέδειξε πώς δεν έπρεπε αυτός ένας μορφωμένος άρχοντας να βασισθεί στα όνειρα, που είναι έργο, όπως του είπε, του διαβόλου και που σκοπό έχουν να παρεμποδίσουν και να ματαιώσουν ένα καλό και θεάρεστο έργο.Τα λόγια του συμβούλου διασκέδασαν τον φόβο του διοικητού, ο οποίος μάλιστα την επομένη ήμερα 11 Νοεμβρίου 1718 μ.Χ. ακολουθούμενος από τη συνοδεία του πρωί-πρωί ξεκίνησε για την εκκλησία του αγίου για να προσκυνήσει τάχατες το λείψανο και να ανάψει το καντήλι του. Ουσιαστικά όμως πήγε εκεί για να καταμετρήσει το μέρος που θα κτιζόταν το αλτάριο και να καθορίσει και τις διαστάσεις του, μήκος, πλάτος και ύψος.Εκεί στον ναό για μια ακόμη φορά αγωνίστηκαν οι ιερείς με κάθε τρόπο, να τον αποτρέψουν από του να εκτελέσει το σχέδιο του. Άδικα, όμως. Ο άρχοντας, όχι μόνο δεν μεταπείσθηκε, αλλά και με σκληρό και βάναυσο τρόπο τους απείλησε πώς, αν του ξαναμιλούσαν γι’ αυτό το θέμα, θα τους έστελλε φυλακή στη Βενετία.Έφυγε ο διοικητής με τη συνοδεία του, με την απόφαση την επομένη το πρωί, δηλαδή στις 12 του Νοέμβρη, οι άνθρωποι του να ερχόντουσαν να. αρχίσουν το έργο. Οι ιερείς κι ένας αριθμός πιστών έμειναν εκεί, συνεχίζοντας με δάκρυα τις παρακλήσεις τους μπροστά στην ανοικτή λάρνακα, που περιείχε το σεπτό λείψανο.
    Πέρασε η μέρα. Νύχτωσε. Κοντά στα μεσάνυχτα, όπως μας διηγείται ο υπέροχος χρονικογράφος Αθανάσιος ο Πάριος, στο βιβλίο του «ΟΥΡΑΝΟΥ ΚΡΙΣΙΣ», βροντές και κεραυνοί συνταράζουν την πόλη. Ο σκοπός, που βρισκόταν στην είσοδο του φρουρίου κοντά στην πυριτιδαποθήκη βλέπει κάποιο μοναχό να προχωρεί μ’ ένα δαυλό αναμμένο στο χέρι και να μπαίνει στο Φρούριο. Πρόφτασε και του φώναξε: «Ποιός είσαι; Πού πάς»; Μια φωνή του απήντησε. «Είμαι ο Σπυρίδων».
    Την ίδια ώρα τρείς φλόγες βγήκαν από το καμπαναριό της εκκλησίας ενώ ένα χέρι άρπαξε τον σκοπό και τον πέταξε στην άλλη μεριά του κάστρου. Ο σκοπός έπεσε όρθιος χωρίς να πάθει τίποτα. Ταυτόχρονα μια δυνατή, εκκωφαντική έκρηξη ακούστηκε. Και το φρούριο τινάχτηκε στον αέρα με όλα τα γύρω σπίτια. Η καταστροφή υπήρξε τρομερή. Χίλια περίπου πρόσωπα σκοτώθηκαν. Ο διοικητής Ανδρέας Πιζάνης βρέθηκε νεκρός με τον τράχηλο ανάμεσα σε δύο δοκάρια. Και ο θεολόγος σύμβουλος του, νεκρός έξω από το τειχόκαστρο μέσα σε ένα χαντάκι, στο οποίο έτρεχαν τα ακάθαρτα νερά των αποχωρητηρίων της πόλεως. Το ασημένιο πολύφωτο κανδήλι, που έκανε δώρο ο άρχοντας στην εκκλησία του αγίου, κατέπεσε με αποτέλεσμα να καταστραφεί η βάση του. Το κανδήλι κρεμάστηκε πάλι στο ίδιο μέρος, όπου βρέθηκε πεσμένο. Έτσι με αλάλητη φωνή μαρτυρεί ως σήμερα τη συμφορά, που έγινε. Και στη Βενετία, εκεί μακρυά στη Βενετία, την ίδια στιγμή έπεσε κεραυνός στο μέγαρο του Ανδρέα Πιζάνη, τρύπησε τον τοίχο κι έκαψε το πορτραίτο του άρχοντα. Την εικόνα του. Μόνο την εικόνα του.
    Η τιμωρία παραδειγματική. Και το δίδαγμα από το περιστατικό μοναδικό. Η Ορθοδοξία δεν μπορεί να συγχέεται με τον παπισμό. Η Ορθοδοξία είναι φως, αλήθεια, ζωή. Ο παπισμός σκοτάδι, αίρεση, πλάνη.
    Την άλλη μέρα, μετά από αυτά που συνέβησαν, ο Λατίνος επίσκοπος διέταξε να σηκώσουν τα υλικά, που μετέφεραν από μπροστά στην εκκλησία και να ματαιώσουν το έργο που σκέφθηκαν να εκτελέσουν. Την ίδια μέρα ο λαός της Κέρκυρας, μαζεμένος στον ιερό ναό του αγίου ψάλλει με αγαλλίαση και χαρά στον ακοίμητο προστάτη της νήσου:
    «Ως των Ορθοδόξων υπέρμαχον, και των κακοδόξων αντίπαλον, Παμμακάριστε Σπυρίδων, ευφημούμεν oι πιστοί και υμνούμέν σε, και δυσωπούμέν σε, φυλάττειν τον λαόν και την πάλιν σου, πάσης κακοδοξίας και επιδρομής βαρβάρων απρόσβλητον».
  9. Στον Ελληνοιταλικό πόλεμο του 1940 μ.Χ., η Κέρκυρα δεχόταν επί ένα έτος τις καθημερινές αεροπορικές επιθέσεις των Ιταλών αεροπόρων, εν τούτοις οι ζημιές υπήρξαν ελάχιστες.Κατά τις επιδρομές αυτές που δεν σταμάτησαν ούτε και τα Χριστούγεννα συνέβαινε κάτι το πολύ περίεργο. Αν και τα Ιταλικά αεροπλάνα πετούσαν συνήθως πολύ χαμηλά, μια και η Κέρκυρα δεν διέθετε αντιαεροπορική άμυνα, εν τούτοις οι βόμβες τους κατά κανόνα δεν έπεφταν μέσα στην πόλη, αλλά μακρυά στη θάλασσα. Λες και κάποιο χέρι τις έσπρωχνε εκεί. Κι όταν κάποτε σ’ ένα βομβαρδισμό μια βόμβα έπεσε στον γυναικωνίτη της εκκλησίας του αγίου, που ας σημειωθεί ήταν γεμάτη από γυναικόπαιδα, η βόμβα δεν εξερράγη. Ο πυροδοτικός της μηχανισμός δεν λειτούργησε. Ο άγιος δεν το επέτρεψε. Ποιος μπορεί σ’ αυτή, μα και σ’ άλλη παρόμοια περίπτωση να σιωπήσει και να μην αναφωνήσει: «Δοξασμένον το Πανάγιον Όνομα σου εις τους αιώνας, γλυκύτατε Ιησού».



Wednesday, December 10, 2014

Εξομολόγηση στο 23


Απομεσήμερο στο κέντρο της Θεσσαλονίκης με καταρρακτώδη βροχή. Για να έχω πιθανότητα να μπω στο λεωφορείο No 23, πρέπει να πάω στην αφετηρία. Aλλά δεν πάω. Εγκαταλείπω την πιθανότητα χάριν των φύλλων που φέτος έχουν στρωθεί για τα καλά κι όπως δεν έχει φυσήξει μέρες τώρα, έχουν μεταμορφώσει τ' αυτοκίνητα σε πολύχρωμα λοφάκια και τους τσιμεντένιους δρόμους σε πορτοκαλοκόκκινη μοκέτα. Τυφλά ακολουθώ τα φύλλα, αυτά που 'ναι πολλά μαζί συντροφευμένα. Έτσι φτάνω στη δεύτερη στάση του αστικού. Ίσα που κλείνει η πόρτα πίσω μου. Είναι ασφυκτικά γεμάτο. Ο ένας πάνω στον άλλο σαν παράφορα  ερωτευμένοι. Στην επόμενη στάση ανοίγει πάλι ο οδηγός την πόρτα. Ποιος να μπει; Δε χωράει κουνούπι. 
"Τι ανοίγεις, οδηγέ, δε βλέπεις τι γίνεται; Κλείσε!" λέει η διπλανή μου κυρία. Φωνή ντόμπρα, ίσια σαν κοφτερό μαχαίρι, όχι όμως και σκληρή. Είναι φωνή που νοιάζεται, αλλά έχει και επίγνωση. Ο κολλητός της κύριος τη συμβουλεύει να μη μιλά έτσι και της υπενθυμίζει πως εμείς καλά βολευτήκαμε, ας βολευτούν κι οι άλλοι που περιμένουν ώρα στη βροχή. "Πού να μπουν, χριστιανέ μου; Δε χωράνε!" Έχει δίκιο η κυρία, μα το δίκιο είναι ορφανό που έλεγε κι η γιαγιά μου. "Ε, όσοι αρέσκονται, τώρα πολύ θα ευχαριστιούνται" συνεχίζει η κυρία ευδιάθετη μόλις κλείνουν οι πόρτες. Στην αρχή δεν καταλαβαίνω το πονηρό υπονοούμενο, μα όταν οι γύρω μου γελούν, γελώ κι εγώ κι ευθύς το συλλαμβάνω. Σκέφτομαι πόσο λεπτά το είπε. Πράγματι, όσοι αρέσκονται, έτσι όπως είμαστε παστωμένοι σαν σαρδέλες, έχουν βρει τη χαρά τους. "Ε, ρε Θεέ, δεν μας έκανες κι εμάς με φτερά, τι ωραία που θα χωρούσαμε όλοι τώρα!", συνεχίζει με χιούμορ και γελάμε. Την κοιτώ. Τα βλέμματά μας συναντιώνται συχνά καθως όλο κάτι λέω κι εγώ, κάτι κι εκείνη. "Ε, να πούμε και καμιά χαζομάρα να περάσει η ώρα. Ε, Παναγιά μου, τι έχουν τα έρμα και ψοφούν". Ανοιχτόκαρδοι άνθρωποι, άνθρωποι ωραίοι. Σκύβει στ' αφτί μου. "Αν δε γελάσουμε και λίγο θα σαλτάρουμε. Να γελάσουμε για να φτάσουμε". 
Αρχίζει και αδειάζει σιγά σιγά το λεωφορείο από κόσμο, ανασαίνουμε. Μετά τον άγιο Παύλο μπαίνει ένα τσούρμο σχολιαρόπαιδα. Φωνάζουν, λένε χαζά αστεία, κέφι στο ζενίθ. Η κυρία μόλις κάθησε στη θέση που άδειασε. Ξανασκύβει κοντά μου. "Γελούν... ποιος ξέρει τι τα περιμένει αύριο... τώρα είναι ξεγνοιασιά..." "Μακάρι να γελούν πάντα" της λέω. "Μακάρι, αλλά γίνεται; Δεν πειραζει, όσο πάει. Εμένα με κράτησε που σαν παιδί γέλασα κάποτε πολύ. Και τώρα καμιά φορά, αλλά όχι όπως τότε. Μα γελάω και τώρα, τι νομίζεις; Έχασα παλικάρι εικοσιοχτώ χρονών. Κανονικά θα ήμουν στο ψυχιατρείο. Και σάματις τι θα καταλάβαινα; Να γελάμε, όσο μπορούμε, αλλιώς δε βγαίνει..." 
Την παρατηρώ. Έχει νεανικό νευρικό σώμα και πρόσωπο σαραντάρας. Είναι όμως αδύνατον να είναι κάτω από πενήντα. Κοντά καστανά μαλλιά αγορέ, ντυμένη στα μαύρα με χαρακτηριστικά προσώπου ανοιχτά, όχι μόνο στο χρώμα, αλλά και στο μέγεθος. Μεγάλα μάτια, πλατύ καθαρό μέτωπο, έντονα ζυγωματικα και χείλη μεγάλα, αν και σχετικά λεπτά. Συχνά οι ανοιχτόκαρδοι άνθρωποι έχουν και ανοιχτά σαν ανθισμένα πέταλα τα χαρακτηριστικά του προσώπου τους. Θαρρεις και πλαταίνουν για να ταιριάξουν με το πλάτος της καρδιάς τους.
Αδειάζει η διπλανή της θέση κι έτσι κάθομαι κοντά της. Τώρα θα μου πει κι άλλα, σκέφτομαι. "Έναν αδερφό έχω, ο πατέρας μου του τα άφησε όλα εκείνου. Στο τέλος τον πέταξε στο δρόμο. Ήρθε σ' εμένα. Να πας σ' αυτόν που του τα 'δωσες όλα, του είπα. Πού να πάει; Θα βρωμούσε και θα πέθαινε σαν το σκυλί." Οι καλόκαρδοι άνθρωποι συνηθίζουν καμιά φορά να μιλούν σκληρά σαν να είναι οι πλέον σκληρόκαρδοι, αλλά το καλό το κάνουν πάντα ό,τι κι αν έχουν πει στην αρχή. Ίσως και να το προστατεύουν έτσι. Η ασπίδα του καλού πρέπει να είναι από μέταλλο σκληρό, αλλιώς εύκολα το καλό μπορεί να πληγωθεί θανάσιμα. 
"Τον κράτησα τον πατέρα μου τέσσερα χρόνια, τον φρόντισα σαν παιδί κι ας μη μου έδωσε τίποτα. Δόξα τω Θεώ! Τι ανάγκη είχα; Εγώ έκανα δυο σπίτια. Μ' αυτά τα χέρια τα έκανα, με τη δουλειά μου. Δε μου τα χάρισε κανείς αχνιστά για να τα καταβροχθήσω... Θα το βρει απ' τα παιδιά του, αλλά και τα παιδιά του δυστυχώς τα έκανε σαρκοφάγα σαν τον ίδιο. Σαρκοφάγοι γονείς, σαρκοφάγα παιδιά. Πικρή η αλήθεια, αλλά πρέπει να λέγεται. Τι θα τα κάνουμε μωρέ σάμπως; Μαζί μας θα πάρουμε και τα σπίτια και τα χωράφια και όλα; Τι πήρε εμένα ο γιος μου; Ένα μέτρο γης κι αυτό για τρία χρόνια. Μετά μάζεψα τα κοκκαλάκια του και τα πήγα στο οστεοφυλάκιο. Αυτό έμεινε από κείνον. Τι τα θες;"
Φτάνουμε στο Επταπύργιο. Σηκώνεται, μαζεύει τα ψώνια της, πατά το κουμπί και πριν κατέβει, μου λέει χαμογελώντας: "Γεια σου κοπέλα μου, καλά να είσαι" "Κι εσείς" απαντώ, "καλές γιορτές". Και βουρκώνω.

Οι άνθρωποι που δε ζήτησαν τίποτα από κανέναν, εκείνοι που τους αφαιρέθηκε μέχρι και κομμάτι της καρδιάς τους, κάποτε είναι οι βασιλιάδες αυτού του κόσμου. Ναι, αυτού του κόσμου που σήμερα κάνει ήρωες όσους στάθηκε ο ίδιος ανίκανος να παιδαγωγήσει ως ανθρώους, με αποτέλεσμα να γίνουν σαρκοφάγα έτοιμα να κατασπαράξουν τα πάντα. 
Αυτή η άγνωστή μου κυρία ήταν μια βασίλισσα, μια αρχόντισσα. Ήταν ένας κήπος κάτω από τον ουρανό. Έναν ουρανό που τίποτα δεν θα τον εμποδίσει ποτέ να λούσει με τον ήλιο του τον κήπο, με τη βροχή του να τον ποτίσει, με το φθινόπωρό του να τον μαράνει, να τον παγώσει με τα χιόνια του, και πάλι, πάλι απ' την αρχή, μέχρι το τέλος. 
Αυτό το τέλος που τέλος δεν έχει.

Tuesday, December 9, 2014

Τι σημαίνει τέχνη για τον Ρίλκε και ένα σχόλιο



Τέχνη στην ουσία σημαίνει παιδικότητα. 
Τέχνη σημαίνει να μη γνωρίζεις ότι ο κόσμος υπάρχει ήδη και να δημιουργεις έναν. 
Να μην καταστρέφεις ό,τι βρίσκεις, αλλά απλώς, να μη βρίσκεις τίποτα τέλειο. Μόνο πιθανότητες. Μόνο επιθυμίες. Και ξαφνικά να είσαι η ολοκλήρωση, να είσαι ένα όνειρο, να έχεις ήλιο. Χωρίς να μιλάς γι' αυτό, ασυναίσθητα. Να μην φτάνεις ποτέ στην τελείωση. Ποτε να μη ζεις την έβδομη ημέρα. Ποτέ να μη βλέπεις ότι όλα είναι καλά. Η ασίσθηση του ανικανοποιητου σημαίνει νιότη. Ο Θεός ήταν πολύ γέρος στην αρχή, αυτό πιστεύω. Διαφορετικά δε θα είχε σταματήσει το βράδυ της έκτης μέρας. Ούτε καν τη χιλιοστή ημέρα. Ούτε καν σήμερα. Μόνο αυτό έχω να του προσάψω. Ότι εξαντλήθηκε. Ότι πίστεψε ότι το βιβλίο του τελείωνε με τον άνθρωπο και κατόπιν άφησε κάτω την πένα του αναμένοντας να δει πόσες φορές θα εκδοθεί. Ότι δεν ήταν καλλιτέχνης, αυτό είναι τόσο θλιβερό. Ότι παρόλα αυτά δεν ήταν καλλιτέχνης. Γι' αυτόν τον λόγο θέλεις να κλάψεις και χάνεις το κουράγιο σου μπροστά σε όλα...."
"...Σκεφτείτε ένα τραγούδι, έναν πίνακα που σας είναι οικείος, ένα ποίημα που αγαπάτε, όλα αυτά έχουν την αξία τους και τη σημασία τους. Εννοώ γι' αυτόν που τα δημιουργεί γαι πρώτη φορά και γι' αυτόν που τα δημιουργεί για δεύτερη φορά. Για τον καλλιτέχνη και γι' αυτόν που αληθινά τα βλέπει. Γιατί τα πράγματα έχουν ως εξής: Ο γλύπτης, για παράδειγμα, φτιάχνει ένα άγαλμα για τον ίδιο, αποκλειστικά για τον ίδιο. Ωστόσο (και αυτό είναι το επιπλέον που πρέπει να κάνει) δημιουργεί γι' αυτό χώρο στον κόσμο δίπλα στα άλλα πράγματα. Και μόνο όποιος είναι σε θέση να ξαναδημιουργήσει το άγαλμα μέσα σ' αυτόν τον χώρο βασισμένος στις δικε΄ς του δυνάμεις, μόνο εκείνος είναι ο κάτοχός του, φυσικά και πνευματικά..."
"Αυτά τα πράγματα, λοιπόν, το τραγουδι, το ποίημα και η εικόνα, είναι διαφορετικά από τα άλλα πράγματα. Δείτε καλόπιστα αυτή την παρατήρηση, σας παρακαλώ Δεν είναι. Γίνονται κάθε φορά από την αρχή. Γι' αυτόν τον λόγο προσφέρουν αυτήν την χαρά, την ατέρμονη. Αυτή την δύναμη. Αυτή την αίσθηση του ανεξάντλητου θησαυρού που τίποτε άλλο δεν την προκαλεί. Γι' αυτό ανυψώνουν. Ναι, αυτό κάνουν Μας ανυψώνουν -μέχρι το Θεό."
"...Πάντα μέχρι το Θεό. Ποτέ να μην τον διαπερνάς. Ποτέ πέρ' απ' αυτόν. Σαν να ήταν ένας βράχος. Ενώ είναι ένας κήπος, αν μπορούμε να το πούμε αυτό, ή μια θάλασσα, ή ένα δάσος -πολύ μεγάλο..."
"Τι μπορούμε να κάνουμε λοιπόν... για να μην ειναι αυτό τόσο θλιβερό;  Τόσο παράλογα θλιβερό.... πρέπει ν' αρχίσουμε από το σημείο που σταμάτησε ο Θεός, όπου κουράστηκε, από κει πρέπει να ξεκινησουμε. Και πού είναι αυτό...; Είναι στη ζωή, στον άνθρωπο. Όχι στο πλήθος, αλλά στον έναν άνθρωπο που έρχεται να μας συναντήσει από την αιωνιότητα. Αυτόν ο οποίος μας φέρνει τα πάντα, ο οποίος μας φέρνει το Άλλο που το χρειαζόμαστε για να μη δυστυχήσουμε ποτέ, για να μπορέσουμε ν' αρχίσουμε χωρίς έγνοια, ασυλλόγιστα. Και αυτό... δεν μπορεί να μοιάζει με μια φευγαλέα επίσκεψη ενός ανθρώπου σε κάποιον άλλο και ο κόσμος να συνεχίσει να κινείται αδιάφορα. Αυτό πρέπει να είναι μια γιορτή, μια ζητωκραυγή χωρίς όρια. Βρήκατε μαι εικόνα γι' αυτό..., την εξής: δυο στρατηγοι που συναντιούνται στα ύψη. Σε μια φωτεινή χώρα. Στην Ιερουσαλήμ, ίσως, στην Αίγυπτο,, ή στο Γάγγη. Καθένας με μια στρατιά πίσω του, και κάθε στρατιά είναι ο μισός κόσμος."


Ράινερ Μαρία Ρίλκε, Διήγημα "Συζητώντας" από τη συλλογή "Οι τελευταίοι", εκδ. Ροές, 2003.
.....................................................................................

Σχόλιο

Το παραπάνω κείμενο που αντέγραψα αποσπώντας το από το σύνολο του διηγήματος, είναι τα λόγια ενός προσώπου το οποίο μοιάζει περισσότερο να μονολογεί παρά να συνδιαλέγεται. Το βρήκα έξοχο, αλλά έχω μία ένσταση την οποία και θα καταγράψω. 
Η ένστασή μου αφορά μία αντίφαση στην οποία υποπίπτει ο Ρίλκε, ενδεχομένως εσκεμμένα, αλλά μπορεί και όχι. Δεν είναι δυνατόν να υποστηρίζει πως ο Θεός δεν είναι καλλιτέχνης επειδή ολοκλήρωσε την έβδομη ημέρα τη δημιουργία και αυτή δεν κράτησε μέχρι σήμερα ή στους αιώνες. Και δεν μπορεί να το ισχυρίζεται αυτό ακριβώς επειδή ο ίδιος παρακάτω το ανατρέπει φέρνοντας το παράδειγμα του γλύπτη που παραδίνει το γλυπτό που καταρχάς έφτιαξε για τον ευατό του, στον κόσμο, ώστε αυτό να ξαναδημιουργηθεί με άλλο τρόπο από όποιον βασισμένος στις δικές του δυνάμεις το αναπλάθει σε σημείο να το κάνει δικό του πνευματικά και φυσικά.

Αυτή ακριβώς είναι και η απόδειξη πως ο Θεός και καλλιτέχνης είναι, αλλά και αιωνίως νέος. Ολοκλήρωσε τη δημιουργία του και την τοποθέτησε στο χώρο σαν ένα ολοζώντανο γλυπτό, και αφού έφτιαξε και τον άνθρωπο μέσα στον οποίο ενεφύσησε τη δική Του αιώνια πνοή, -για τον εαυτό Του όπως και ο καλλιστέχνης το έργο του-, του παρέδωσε και τον κόσμο και μαζί μ' αυτόν και τον εαυτό Του. Έτσι ο άνθρωπος βασισμένος στις δικές του δυνάμεις ξαναδημιουργεί τον κόσμο για να τον οικειοποιηθεί ως δικό του φυσικά και πνευματικά. 
Όπως ακριβώς προσλαμβάνουμε μια εικόνα, ένα ποίημα ή ένα τραγούδι και το επαναδημιουργούμε, το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και με τη δημιουργία του κόσμου. Γιατί, ποιο έργο μας είναι άμοιρο της πρώτης Δημιουργίας  και του πρώτου της Καλλιτέχνη, του Θεού; Πρόκειται, λοιπόν, για μία αδιάσπαστη αλυσίδα όπου το ένα γεννά το άλλο ακατάπαυστα όσο υπάρχει δημιουργία από τον άνθρωπο, η οποία πηγάζει καταρχάς, σταθερά και εις το διηνεκές από την πρώτη πηγή δημιουργίας, τον Θεό και το έργο Του. Και όπως σε κάθε καλλιτεχνικό έργο ενυπάρχει η αφορμή της δημιουργίας του που είναι πάντα κάτι Άλλο, έτσι σε κάθε δημιουργία ενυπάρχει εν σπέρματι ο Θεός και η δυναμική της παρουσίας Του. Έτσι ζει και ανασαίνει το ένα έργο μέσα σ' ένα άλλο προηγούμενο κι εκεινο σ' ένα ακόμα που προηγήθηκε, και ούτε καθεξής μέχρι την αρχή της Δημιουργίας, όπως και κάθε καλλιτέχνης φέρει μέσα του την επιρροη από έναν προγενέστερο, κι εκείνος από έναν άλλο που προηγηθηκε, μέχρι το Θεό. Γι' αυτό και δεν υπάρχει παρθενογέννεση κατά το ανθρώπινο μέτρο στην τέχνη και γι' αυτό μπορούμε να υποψιαζόμαστε πως όλο το έργο της Δημιουργιας που "τυπικά" τελείωσε την έβδομη ημέρα, δε θα τελειώσει κατ' ουσίαν ποτέ. Ο Θεός δεν σταμάτησε ποτέ να δημιουργεί, μόνο που "έκανε λίγο πίσω", θα τολμούσα να πω πως "κρύφτηκε", ώστε να δώσει την ελευθερία στον άνθρωπο να συνεχίσει. Να συνεχίσει όχι από το σημείο που Εκείνος σταμάτησε, γιατί δεν σταμάτησε ποτέ όπως δε σταματά ένα έργο, ένα άγαλμα ή ένα ποίημα από τη στιγμή που πεθαίνει ο δημιουργός του. Πόσο μάλλον όταν μιλούμε για τον Καλλιστέχνη-Θεό που η ζώσα πνοή του κινεί τα πάντα και εμπνέει τους πάντες. Η δυναμική της παρουσίας του καλλιτέχνη μέσα στο έργο του δεν παύει, ό,τι κι αν γινει. Μα ακόμα κι αν δεχόμασταν πως έχουμε να συνεχίσουμε από κει που σταμάτησε ο Θεός, αυτό όχι μόνο θλιβερό δε θα το έβρισκα, αλλά τουναντίον, σπουδαίο, χαρμόσυνο και ελπιδοφόρο, απείρως γοητευτικό, ακόμα κι αν ενέχει όλο το βάρος της θλίψης του ανικανοποίητου, αλλά και του πρόσκαιρου θανάτου. Διαφορετικά όλα θα ήταν ανιαρά, ανάισθητα, βαρετά, γεμάτα βεβαιότητες, σκληρότητα και απόγνωση.
Ο Θεός έφτιαξε τον κόσμο για τον άνθρωπο και τον άνθρωπο για τον εαυτό Του. Ο άνθρωπος ξαναφτιάχνει τον κόσμο για τον Θεό και τον Θεό για τον εαυτό του. 
Είναι μια σχέση αμοιβαιότητας και εντιμότητας, ασύλληπτης ευθύνης, που αποζητά την ολοκλήρωση, την πλήρη ένωση δημιουργημάτων-δημιουργών και Δημιουργού, τον απόλυτο έρωτα, μέσα από μια διαρκή ανταλλαγή δώρων ατελευτητης αγάπης.


Saturday, December 6, 2014

Παραμονές του άη Νικόλα




Κι όσο μεγαλώνω το παρόν με κατακλίζει θάλασσα τη βαρκούλα που όλο την οδηγεί, δίχως σταματημό, στο ταξίδι. Κι όσο ταξιδεύω το αίσθημα του βάθους των νερών, μα και του ορίζοντα, μεγαλώνει. Όσο μεγαλώνει, τόσο λιγότερο γράφω. Κι όσο λιγότερο γράφω τόσο περισσότερο ζω.

Μα σήμερα το νοτισμένο απ' τη βροχή χαλί της νύχτας στρώνεται για τον καραβοκύρη μου, τον άη Νικόλα, και πώς να μην του αφιερώσω λίγες αράδες κωπηλασίας της γραφής; Δεν το μπορώ.

Επέστρεψα απόγευμα από την παρουσίαση της Αθήνας για τον εσπερινό του. Βροχή ο ουρανός. Βροχή δροσιάς. Αυτό το φθινόπωρο μοιάζει να μη θέλει να φύγει κι έχει γίνει με το πείσμα του αξιαγάπητο. Τα αγιοκέρια έξω από τον κατάμεστο από πιστούς ναό, κάτω απ' το ξύλινο μπαλκόνι του άλλοτε φτωχικού ορφανοτροφείου. Σκαλωσιες γύρω από το ναό. Καιρός να φτιαχτεί η στέγη να μη βρέχονται οι άγιοι που άντεξαν αιώνες και αιώνες στους τοίχους. Και η κυρία Όλγα να λέει: "Το Δημόσιο περίμενε το φθινόπωρο για να φτιάξει τη στέγη, δεν μπορούσε το καλοκαίρι". Και ο δέσποτας σε όλη του τη μεγαλοπρέπεια στον απλό θρόνο του και όλοι οι ιερείς της Μονής Βλατάδων παρόντες κι άλλοι που δεν τους γνωρίζω. Και πρόσωπα πιστών άγνωστα, πρωτοειδωμένα, που καθένα για κάποιον λόγο ευλαβείται τον άγιο. 
Στέκομαι πίσω δεξιά πλάι στις γιαγιάδες που συχνά φιλοτιμούνται να προσφέρουν την καρέκλα τους στις νεότερες γυναίκες. Όταν όλοι κάθονται, εγώ σηκώνομαι. Θέλω να βλέπω ολόκληρο τον όρθιο Χριστό, εκεί στην κολώνα. Τον Χριστό, τον Χριστό, τον Χριστό. Πάντα όρθιο. Να μας βλέπει όλους καλά καλά κι ας μην τον βλέπουμε εμείς. Ύστερα από ώρα αφήνω την καρέκλα ξεχνώντας την κούρασή μου. Ασυναίσθητα προχωρώ στο κέντρο του νάρθηκα. Να δω τον καραβοκύρη άγιο μέσα στη θαλασσοδαρμένη βάρκα με τους κατατρομαγμένους ανθρώπους πάνω απ' την είσοδο του κυρίως ναού. Να βεβαιωθώ πως είναι εκεί. Πως είναι ακόμα εκεί. Πράγματι, εκεί είναι. Το καταγώγιο των αρετών, η παραμυθία των θλιβομένων, ο προστάτης των αδυνάτων. Ο παππούλης μας ο πανγλυκύτατος. Εκεί και παντού. Μέσα στο ναό στέκεται και σκορπά τα μύρα του σε όλους μας κι απέξω τριγυρνά και θροϊζουν στο πέρασμά του οι συκιές και τα κυπαρίσσια, τρεμοπαίζουν και τ' αγιοκέρια των τεθνεότων και των ζώντων. 
Κι ύστερα μετακινούμαι πάλι. Εγώ που ποτέ δεν κουνιέμαι από τη θέση μου, προχωρώ στο αριστερό μέρος. Δεν το ξέρω, αλλά είναι που θέλω να δω την Κυρία μου. Και τη βλέπω όρθια σαν τον Χριστό, στην αριστερή κολώνα του ιερού. Με τα χεράκια λυγισμένα προς τον Υιό της Τον παρακαλεί. Ακούραστη τόσους αιώνες στην ίδια στάση, με την ίδια θέρμη, την απαράμιλλη συμπόνοια στους ανθρώπους, Τον ικετεύει. "Παρακαλέστε την Παναγία" μου είπε προχθές η Άννα, "εσάς τις μανούλες σας ακούει περισσότερο, παρακαλέστε την για την μητέρα μου, Ελένη τη λένε, τρία εγκεφαλικά, ανάπηρη έμεινε και δε μιλά πια". Μα η Μητέρα δεν ακούει μόνο τις μητέρες, αλλά και τα παιδιά, άρα τους ακούει όλους, μα δεν το λέω στην Άννα που τρέμει σαν το φύλλο, είναι τόσο γλυκά αφελής η σκέψη της και τόσο ταπεινή, μιας και η ίδια έμεινε ανύπαντρη και σήμερα πια λογίζεται μεγαλοκοπέλα.

Κάποιος ξεκινά να μιλά, δεν τον γνωρίζω. Αν και η φωνή του είναι ήπια, δεν μένω μέσα. Δε θέλω ν' ακούσω τώρα τίποτα. Μετα από τέτοια τροπάρια που ύμνησανν τον καραβοκύρη μου, τι άλλο ν' ακούσω; Βγαίνω στη βροχή, αλλάζω δυο κουβέντες με φίλες και ξαναμπαίνω να πάρω τον άρτο. Αδειάζει ο ναός και τότε σκύβω προς το ιερό από τη μεριά της κολώνας που ακουμπά η Κυρία μου, προς το εσωτεικό του ίερου είναι μια έξοχη παράσταση του αγίου Νικολάου που αδικείται καθώς την κρύβει η κουρτίνα -που μέσα στη γενική αποκατάσταση του ναού ελπίζω να φύγει κι αυτή-. Δηλαδή, εμεις αδικούμαστε που δεν τη βλέπουμε, αλλά μάλλον κι εκείνη. Είναι απερίγραπτα γλυκός, ελαφρά γερμένος προς το θυσιαστήριο, θωπευτικός, τόσο ευλαβικός που σχεδόν δεν αντέχεις να τον κοιτάς.

Οπισθοχωρώντας το βλέμμα παραμένει αγκιστρωμένο στην πλάτη του, αυτή την ελαφρά γερμένη προς τα μπρος. Και τότε θυμάμαι πάλι τον Γιαννη. Σαραπέντε παιδάκια ήταν στην παρουσίαση σήμερα. Ανάμεσά τους παιδιά από την Αλβανία, τη Ρωσία και βέβαια τα περισσότερα ελληνόπαιδες. Ξάπλωναν, κάθονταν, άκουγαν το παραμύθι, έπαιζαν με τις σακούλες των διαφημιστικών φυλλαδίων της έκθεσης βιβλίου, αγκάλιαζαν τις τσάντες με το φαγητό τους αδημονώντας να έρθει η ώρα να φάνε. Κι ένα παιδί είχε γυρισμένη την πλάτη. Κοιτούσε τον τοίχο. 
Όταν πρωτοκάθισε και είδα το πρόσωπό του, σκέφτηκα: τι πρόσωπο φεγγάρι! Ολοστρόγγυλο, με ολοστρόγγυλα μάτια, μεγάλα χείλη, μα όχι ήλιος, φεγγάρι ολόγιομο. Χλωμό. Φωτεινό. Αγέλαστο. Τα ρώτησα από ποιο σχολείο είναι, απάντησαν όλα μαζί, δεν έβγαζα λέξη. Αυτός δε φώναξε, μόνο σήκωνε το χέρι επίμονα. Του έδωσα το λόγο και πριν μιλήσει κάποια άλλα γέλασαν. Αργά, συλλαβιστά και με μεγάλη προσπάθεια είπε ολόκληρο το όνομα του σχολείου, όπως κανένα παιδί δεν το είχε πει. Όταν άρχισα να λέω το παραμύθι μού γύρισε την πλάτη. Και η πλάτη του έγινε όλη ένα τεράστιο αφτί. Κουνιόταν πέρα δώθε ρυθμικά, αλλά δεν έχανε λέξη. Σαν την πλάτη του αγίου Νικολάου. Ναι, ελαφρά γερμένη κι η δική του στον τοίχο. 
Όταν έφευγαν τον πλησιασα και του ζήτησα να μου δώσει ένα φιλί στο μάγουλο. Έσκυψα κοντά του. Με φίλησε. Κι ήταν φιλί αγγέλου. Τον αγκάλιασα. Κι ήταν σώμα αγγέλου. Γεροδεμένου, ψηλού και διάφανου.
Τόσα μυστήρια και πώς να τα χωρέσω;
Καλά που υπάρχουν κάποιοι με μεγάλες πλάτες και μπορούμε πάνω τους ν' αποθέτουμε τα ακατανόητα, τα πονεμένα, τα αχώρητα. Άγιοι, άγγελοι, παιδά. Η Παναγία των παιδιών και των μηητέρων. Και ο Χριστός μας.
Βοήθειά μας ο καραβοκύρης άη Νικόλαος.