Sunday, May 24, 2015

Το σχόλιο της Δευτέρας- Η βασίλισσα της Άρτας - Καλή βδομάδα!



Η ζωή γεμάτη εκπλήξεις κρυμμένες στη γωνιά του δρόμου, στα σοκάκια, στα υπόγεια, στις αθεατες και άγνωστες πτυχές του φουστανιού της. Ένα βήμα, ένα βλέμμα, μια καλημέρα, κι αποκαλύπτονται χρώματα, σχέδια, υφές ανθεκτικές στο χρόνο.
Η πρώτη εντύπωση της Άρτας, την οποία δεν έτυχε να επισκεφτώ ποτέ στο παρελθόν, είναι σαν μια τεράστια καρότσα να ξεφόρτωσε  κουτάκια σπίτια, περισσεύματα ετερόκλητων πόλεων ίδια ρετάλια υφασμάτων σε στίβες. Αφήνω την πρώτη εντύπωση κατά μέρος, γιατί αποδεικνύεται απατηλή ιδιιαίτερα στην περίπτωση της ελληνικής επαρχίας που ξερει να κρύβει καλά τους θησαυρούς της νομίζοντας, η αθώα, πως έτσι τους καταχωνιάζει, αλλά στην ουσία προστατεύοντάς τους.

Το απόγευμα βγαίνω από το ξενοδοχείο που βρίσκεται στο κέντρο της πόλης. Στα δέκα βήματα πέφτω πάνω σ' ένα μικρό κουκλίστικο βιβλιοπωλείο. Χαζεύω τη βιτρίνα του με τα ωραία βιβλία, τα παιχνίδια , τις τσάντες. Πάω να φύγω, αλλά το μετανιώνω. Απ' το τζάμι της βιτρίνας βλέπω την κοκκινομάλλα πωλήτρια καθσισμένη στην εσωτερική σκάλα, να διαβάζει. Σηκώνεται και πολύ ευγενικά με ρωτά αν μπορεί να με βοηθήσει σε κάτι. Πιάνουμε μια ωραία συζήτηση και πριν φύγω μου συστήνει να επισκεφτώ το ναό της αγίας Θεοδώρας. Χαιρετιόμαστε με εγκαρδιότητα και προχωρώ. Για έναν άνθρωπο σαν κι εμένα που δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει χάρτες, αλλά και δεν του αρέσει να διαβάζει οδηγούς, η συνδρομή των καλών ανθρώπων και του ενστίκτου του, συμβάλλουν καθοριστικά σε κάθε του βήμα.
Σ' ένα μικρό ύψωμα, δίπλα σ' ένα γήπεδο, προβάλλουν οι τρούλλοι. Παράξενη η αρχιτεκτονική του ναού, ασυνήθιστη στα μάτια μου. Θυμίζει μοναστήρι. Ένας μεγάλος περίβολος μπροστά και γύρω γύρω σπιτάκια, στο βάθος κάτι σαν αψίδα. Ανάβω δυο κεριά και μπαίνω. Θα είναι η αγία Θεοδώρα του Θεόφιλου, σκέφτομαι, που αναστήλωσε τις εικόνες, και η αγάπη της γ' αυτόν κατάφερε να τον συγχωρήσει ο Θεός μετά το θάνατό του κι ας ήταν εικονοκλάστης. Κάνω λίγα βήματα προς τον κυρίως ναό και ακούω απ' την πλαινή είσοδο ομιλίες. Κάποιος μοιάζει να κάνει ξενάγηση. Βγαίνω αμέσως στην αυλή, χαιρετώ τρία νεαρά παλλικάρια και ρωτώ αν μπορώ ν' ακούσω την ξενάγηση. Αν ήταν δυνατόν δε θα διάβαζα ποτέ μου τίποτα. Θα προτιμούσα όλα να μου τα αφηγούνται.

Ο νεωκόρος μου απαντά με προσήνεια πως και βέβαια μπορώ, και μπαίνουμε μέσα. Είναι ένα όμορφο παλικάρι γύρω στα τριάντα, μετρίου αναστήματος με ελαφρώς σγουρά μαλλιά, μεγάλα μάτια, χείλη λεπτά, σκαμμένα μάγουλα σε σχεδόν οβάλ πρόσωπο που λάμπει. Διακόπτει αυτά που έλεγε στους άλλους δύο, φίλοι του απ' το Μοναστηράκι της Βόνιτσας. Παρόλο που τον παρακαλώ να συνεχίσει από κει που σταματησε, εκείνος μου απαντά πως τα παιδια είναι φίλοι του και θα ξανάρθουν, ενώ εγώ πρέπει να  ακούσω την ξενάγηση απ' την αρχή κανονικά.
"Δεν είναι η αγία Θεοδώρα του Θεοφίλου" μου λέει "αν και γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη, είναι η αυτοκράτειρα σύζυγος του Μιχαήλ Κομνηνού". ΔΙηγείται την ιστορία της αγίας, όπως ένα μικρό παιδί προσπαθεί να θυμηθεί το μάθημά του. Συνεσταλμένα και με σκυμμένο το κεφάλι έχει μια χάρη παιδιού απ' αυτήν που θα είχαν και κείνα που κάθησαν στα πόδια του Χριστού. "Ο Μιχαήλ παντρεύτηκε τη Θεοδώρα στα Σέρβια της Κοζάνης κι έκαναν έναν γιο". Κάνει μια παύση σαν να δυσκολεύεται. "Μετά όμως τη γέννηση του γιου, ο Μιχαήλ παραστράτησε κι η Θεοδώρα έμεινε πέντε χρόνια μόνη. Ύστερα μετάνιωσε κι έκαναν άλλα τέσσερα παιδιά. Για να τον συγχωρήσει ο Θεός, έχτισε πολλές εκκλησίες. Η Θεοδώρα έγινε αγία. Τον συγχώρησε κι όταν εκείνος πέθανε, έφτιαξε αυτό το μοναστήρι κι έγινε καλογριά προσφέροντας μεγάλο έργο".
Ένα ένα μας δείχνει τα τμήματα του ναού που είναι τουλάχιστον από τρεις χρονικές περιόδους. Εκεί βρίσκεται και ο μαρμαρόγλυπτος τάφος της αγίας, ένα κόσμημα πηγής ιαμάτων μέχρι σήμερα. Δεξιά και αριστεραά του Ιερού πάνω από τις δύο κολώνες εικονίζονται δυο πρόσωπα, αριστερά του αγίου Γεωργίου και δεξιά του αγίου Δημητρίου. Θα πρέπει να ήταν του άη Γιώργη ο ναός. Και τα δύο πρόσωπα είναι μοναδικά στην γλυκύτητά τους. Τους πρώτους αιώνες ήταν πολύ γλυκά τα πρόσωπα των αγίων, μετά άρχισαν να γίνονται αυστηρότερα, σχολιάζει ο νεωκόρος. Μοιαζουν με υδατογραφίες παιδικές και παιδικά τα ίδια. Θυμίζουν λίγο τα φαγιούμ σε πιο απαλές αποχρώσεις που μάλλον οφείλονται στην πατίνα των αιώνων.
Στην δεξιά κόγχη εκτίθεται προς προσκύνηση το λείψανο της αγίας μέσα σε λάρνακα.
Μετ'α την ξενάγηση κι αφού συζητούμε θίγοντας γενικότερα θέματα γύρω απ' την ναοδομία και την ιστορία, ο γλυκός νεωκόρος μου λέει πως τελείωσε τη ιερατική σχολή του Βελά και όταν πριν έξι μήνες ζήτησαν νεωκόρο προσεφέρθη κι έτσι εργάζεται πλέον σ ' αυτόν τον ναό. Φτάνει η ώρα να τον κλείσει. Κοντοστέκεται. Διστάζει. "Κυρία" μου λέει "σας πειράζει να κάνοουμε το Απόδειπνο;". "Να με πειράζει; Τι λέτε; Με πολλή χαρά!" Οι δυο του φίλοι στέκονται δίπλα του, εγώ απέναντι. Πριν κλειδώσει, βγαίνει στην αυλή να ποτίσει τις γλάστρες. Τον ρωτω το όνομά του. "Θεόδωρος" "Δώρο του Θεού;" "Μακάρι..". Κλειδώνοντας την εκκλησία μας προτείνει να μας ανοιξει άλλη μία εκκλησία λίγο παραπέρα. "Θέλτε να δείτε τον άγιο Βασίλειο;" "Τον άγιο Βασίλειο δε θα θέλω να δω; Είναι ο άγιός μου!"
Βασίζουμε στο καλντερίμι. Χαιρετά όλες τις γειτόνισσες. Άλλες του απαντούν κι άλλες όχι. Δε φαίνεται να του κάνει διαφορά. Την επόμενη μέρα το πρωί πριν φύγουμε απ' την Άρτα για τα Γιάννενα ξαναπερνώ να τραβήξω φωτογραφίες που μέσα στον θαυμασμό της προηγούμενης μέρας ξέχασα, και να τον χαιρετίσω. Φεύγοντας τον ακούω να με φωνάζει: "Κυρία Βασιλική, περιμένετε να σας δώσω κάτι". Τρέχει και μου φέρνει ένα βιβλιαράκι με τον βίο της αγίας. Πλημμυρίζω χαρά κι ευγνωμοσύνη που συναπαντήθηκα μ' αυτόν τον άνθρωπο. Η αγία Θεοδώρα φαίνεται πως ήθελε να την φροντίζει ο Θοδωρής της. Γιατί τα όνόματα έχουν σημασία κι η χάρη των αγίων σε όσους φέρουν το όνομά τους χαρίζεται πλουσιοπάροχα, -είτε το γνωρίζουν αυτοί είτε όχι. Την ευχούλα της αγίας να έχουμε. Πολιούχος της Άρτας είναι. Ας μεριμνά για τους Αρτηνούς και για όλους μας.









Στο βιβλιαράκι διαβάζω τον εκτενή και συγκλονιστικό βίο της αγίας που εδώ θα γράψω περιληπτικά.  Ήτανε γόνος της μεγάλης και επιφανούς οικογένειας των Πετραλυφα. Ο πατέρας της, Ιωάννης, κατείχε τον τίτλο του Σεβαστοκράτορα και ήταν διοικητής της Θεσσαλίας και της Μακεδονίας. Η Θεοδώρα γεννιέται γύρω στα 1210 και ανατρέφεται από τους ενάρετους γονείς της "εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου". Μένει από μικρή ορφανή από πατέρα και την κηδεμονία της αναλαμβάνει ο Δούκας της Ηπείρου Θεόδωρος,  ο οποίος αφού καταλαμβάνει τη Θεσσαλονίκη, νικιέται σε πόλεμο απ' τους Βουλγάρους και τυφλώνεται από τον βασιλιά τους Ασάν. Κατόπιν ο Ασάν καλεί τον ανιψιό του Θεόδωρου, Μιχαήλ, να αναλάβει τη διοίκηση του κράτους που του άφησε ο πατέρας του, Μιχαήλ Α΄ Άγγελος Κομνηνός.
Ο Μιχαήλ πηγαίνοντας προς την Άρτα περνά από τα Σέρβια της Κοζάνης που ήταν τότε ισχυρό φρούριο σε σημαντική στρατηγική θέση. Εκεί συναντά τη Θεοδώρα και εντυπωσιασμένος από την ομορφιά και την ευγένειά της τη ζητάει σε γάμο. Παντρεύονται στα Σέρβια γύρω  στα 1230 και με λαμπρή συνοδεία έρχονται στην Άρτα την οποία ο Μιχαήλ κάνει πρωτεύουσα του κράτους του.
 Η νεαρή Δούκισσα γίνεται η πρώτη κυρία του Δεσποτάτου της Ηπείρου, ο Μιχαήλ φροντίζει για την εδραίωση και επέκταση του κράτους του. Ύστερα από τη γέννηση του πρώτου τους γιου, του Νικηφόρου, ο Μιχαήλ παρασύρεται σε πορνεία με την Αρτηνή αρχόντισσα Γαγγρινή που κατορθώνει με μάγια να τον σκλαβώσει και να βάλει στην ψυχή μίσος για τη γυναίκα του. Τη διώχνει απ' τα ανάκτορα και η Θεοδώρα παίρνει τα βουνά και τα λαγκαδια με το μικρό γιο της κυνηγημένη από τον Μιχαήλ. Για πέντε χρόνια καταδιώκεται και κρύβεται, φτωχή, πεινασμενη, ταλαίπωρη. Κακός λόγος απ' το νου της δε βγαίνει. Καμία ανθρώπινη συμπαράσταση δεν έχει. Μοναδικό της καταφύγιο είναι η προσευχή στο Θεό στον Οποίο εναποθέτει όλες της τις ελπίδες. Στο τέλος βρίσκει καταφύγιο και παρηγοριά κοντά στον ιερέα της Πρενήστας και μια μέρα που μαζεύει λάχανα για να φάει αυτή και το παιδί της, τη συναντά ο ιερέας και επίμονα τη ρωτά να του πει επιτέλους ποια είναι. Έτσι αποκαλύπτει την ταυτότητά της.
Οι ευγενείς άρχοντες της Άρτας δυσανασχετούν με την έκλυτη ζωή του Μιχαήλ και την αλαζονεία της Γαγγρινής που τη διώχνουν απ' τα ανάκτορα. Τότε ο Μιχαήλ έρχεται στα συγκαλά του, αηδιάζει από τις αμαρτίες του και στέλνει έμπιστους ανθρώπους να βρουν τη γυναίκα του. Έτσι αρχίζει μια νέα ζωή γεμάτη μετάνοια. Η πόλη λαμπρύνεται με έργα πίστης, ναούς και μοναστήρια και φιλανθρωπίας για τον αγαπημένο λαό της Θεοδώραας. Το ζευγάρι αποκτά άλλα τέσσερα παιδιά, τον Ιωάννη, τον Δημήτριο (Μιχαήλ), την Ελένη και την Άννα.
Μετά από σαράντα πέντε χρόνια ο Μιχαήλ πεθαίνει και η Θεοδώρα για τα επόμενα δέκα της ζωής της ενδύεται το μοναχικό σχήμα ζώντας στη μονή του Αγίου Γεωργίου που ιδρύει. Προστατεύει τις χήρες και τα ορφανά, παρηγορεί τους θλοβομένους, είναι κοντά σε κάθε πονεμένο άνθρωπο.
Προγνωρίζει το θάνατό της και παρακαλεί τον Θεό και τον άη Γιώργη να της δώσουν άλλους έξι μήνες ζωής για να τελειωσει τα έργα στο μοναστήρι. Έτσι και γίνεται. Λίγο πριν κλείσει τα μάτια της συμβουλεύέι για τελευταία φορά τις αδελφές και παραδίδει το πνεύμα της στον Κύριο το 1280.
Κάθε χρόνο, την επομένη των αγίων Πάντων η τοπική εκκλησία της Άρτας εορτάζει κατά παράδοση την Ανακομιδή των λειψάνων της. Μέχρι σήμερα η λαμπρότερη μέρα της πόλεως που έχει ως πολλιούχο την αγία, είναι η γιορτή της, την 1η Μαρτίου. Είναι μέχρι σήμερα η βασίλισσα της Άρτας.





Ἀπολυτίκιον
Ήχος γ΄.

Των βασιλίδων το κλέος, ασκητριών τε αγλάϊσμα, της Ακαρνανίας το εύχος και ιαμάτων ρείθρον ακένωτον` των λυπουμένων και πτωχών την προστάτιν, την ακτίνος δίκην την Αιτωλίαν πάσαν καταφωτίζουσαν` επώνυμον την όντως δωρεών των του Θεού, την πάνσεπτον και οσίαν Θεοδώραν την Βασίλισσαν, δεύτε οι Αρταίοι πάντες πιστώς συνελθόντες ύμνοις τιμήσωμεν` αυτή γαρ αενάως υπέρ ημών ου παύει πρεσβεύουσα.


Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.

Βασιλείου ἀξίας παριδοῦσα τὴν εὔκλειαν, ἐγκρατείᾳ καὶ πόνοις καὶ ἀσκήσει ἐβίωσας, καὶ θείων ἐπληρώθης δωρεῶν, Ὁσία Θεοδώρα ἀληθῶς. Διὰ τοῦτό σε ἡ Ἄρτα χαρμονικῶς, γεραίρει ἀνακράζουσα· δόξα τῷ σὲ δοξάσαντι Χριστῷ, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διὰ σοῦ, πᾶσιν ἰάματα.


Κοντάκιον
Ἦχος β’. Τοὺς ἀσφαλεῖς.

Βασιλικὴν τιμὴν καὶ δόξαν καταλέλοιπας, καὶ ἐν ἀσκήσει τὴν ζωὴν διήνυσας, Θεοδώρα παμμακάριστε, γέρας τῆς Ἄρτης καὶ διάδημα· διό σου τῇ σεπτῇ θήκῃ προσπίπτοντες, ἁγιασμὸν ἐκ ταύτης κομιζόμεθα, ὑμνοῦντες Χριστὸν τὸν σὲ δοξάσαντα.


Μεγαλυνάριον
Χαίροις βασιλίδων ἡ καλλονή, χαίροις τῶν Ἀρταίων, ἐγκαλώπισμα ἱερόν· χαίροις δωρημάτων, ταμεῖον οὐρανίων, Ὁσία Θεοδώρα, ἀξιοθαύμαστε.




Κυριακὴ τῶν Ἁγὶων Πατὲρων τῆς Α᾽ Οἰκ.Συνὸδου




(Ιωάν. 17,1-13)

Τῷ καιρῷ ἐκείνω, ἐπάρας ὁ Ἰησοῦς
1. τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ εἶπε· πάτερ, ἐλήλυθεν ἡ ὥρα· δόξασόν σου τὸν υἱόν, ἵνα καὶ ὁ υἱὸς δοξάσῃ σε,
2. καθὼς ἔδωκας αὐτῷ ἐξουσίαν πάσης σαρκός, ἵνα πᾶν ὃ δέδωκας αὐτῷ δώσῃ αὐτοῖς ζωὴν αἰώνιον.
3. αὕτη δέ ἐστιν ἡ αἰώνιος ζωή, ἵνα γινώσκωσί σε τὸν μόνον ἀληθινὸν Θεὸν καὶ ὃν ἀπέστειλας Ἰησοῦν Χριστόν.
4. ἐγὼ σὲ ἐδόξασα ἐπὶ τῆς γῆς, τὸ ἔργον ἐτελείωσα ὃ δέδωκάς μοι ἵνα ποιήσω· 5. καὶ νῦν δόξασόν με σύ, πάτερ, παρὰ σεαυτῷ τῇ δόξῃ ᾗ εἶχον πρὸ τοῦ τὸν κόσμον εἶναι παρὰ σοί.
6. Ἐφανέρωσά σου τὸ ὄνομα τοῖς ἀνθρώποις οὓς δέδωκάς μοι ἐκ τοῦ κόσμου. σοὶ ἦσαν καὶ ἐμοὶ αὐτοὺς δέδωκας, καὶ τὸν λόγον σου τετηρήκασι.
7. νῦν ἔγνωκαν ὅτι πάντα ὅσα δέδωκάς μοι παρὰ σοῦ ἐστιν·
8. ὅτι τὰ ῥήματα ἃ δέδωκάς μοι δέδωκα αὐτοῖς, καὶ αὐτοὶ ἔλαβον, καὶ ἔγνωσαν ἀληθῶς ὅτι παρὰ σοῦ ἐξῆλθον, καὶ ἐπίστευσαν ὅτι σύ με ἀπέστειλας.
9. Ἐγὼ περὶ αὐτῶν ἐρωτῶ· οὐ περὶ τοῦ κόσμου ἐρωτῶ, ἀλλὰ περὶ ὧν δέδωκάς μοι, ὅτι σοί εἰσι.
10. καὶ τὰ ἐμὰ πάντα σά ἐστι καὶ τὰ σὰ ἐμά, καὶ δεδόξασμαι ἐν αὐτοῖς.
11. καὶ οὐκέτι εἰμὶ ἐν τῷ κόσμῳ, καὶ οὗτοι ἐν τῷ κόσμῳ εἰσί, καὶ ἐγὼ πρὸς σὲ ἔρχομαι. πάτερ ἅγιε, τήρησον αὐτοὺς ἐν τῷ ὀνόματί σου ᾧ δέδωκάς μοι, ἵνα ὦσιν ἓν καθὼς ἡμεῖς.
12. ὅτε ἤμην μετ’ αὐτῶν ἐν τῷ κόσμῳ, ἐγὼ ἐτήρουν αὐτοὺς ἐν τῷ ὀνόματί σου· οὓς δέδωκάς μοι ἐφύλαξα, καὶ οὐδεὶς ἐξ αὐτῶν ἀπώλετο εἰ μὴ ὁ υἱὸς τῆς ἀπωλείας, ἵνα ἡ γραφὴ πληρωθῇ.
13. νῦν δὲ πρὸς σὲ ἔρχομαι, καὶ ταῦτα λαλῶ ἐν τῷ κόσμῳ ἵνα ἔχωσι τὴν χαρὰν τὴν ἐμὴν πεπληρωμένην ἐν αὐτοῖς.

 

Thursday, May 21, 2015

ΟΡΕΣΤΗΣ ΑΛΕΞΑΚΗΣ (1931-2015)




Νύχτωνε
κι ήμουν τόσο μοναχός
που νόμιζα πως ο Θεός
πλησιάζει

*
Ακοίμητος στα στήθη μου
καημός
ο καταποντισμός
του παραδείσου

*
Ξάφνου
φωτίζει μέσα μου ο νεκρός
τον σκοτεινό ουρανό
του μέλλοντός μου

*
Σα να 'χει κι άλλα βήματα ο καιρός
Σα να 'χει κι άλλα σκαλοπάτια ο τάφος

*
Ψυχή μου
σκοτεινή καταπακτή
μυστηριώδης σήραγγα
του αγνώστου
*

Στη μοναξιά των λέξεων
κατοικώ
στην έρημο των στίχων
ασκητεύω
*

Εσύ
στα βάθη πάντα
μακρινή
- για να 'χει μιαν ελπίδα η μάταιη πτήση
*

Λίγη από λάμψη
λίγη από νερό
χαμογελάς καθώς
ουράνιο τόξο

*
Σελήνη ακινητεί στο μέτωπό σου
- μαρμάρου φως το μέλλον επωάζει

*
Σύρεις το σύρτη και
με προσκαλείς
στο βάθος της καταπακτής
χιονίζει
*

Βαθιά σιγή
δονεί
την ύπαρξή μου
με καταυγάζει το
πελώριο σκότος

*
Κι εσύ Μητέρα που
πυροβατείς
και ξαφνικά φωταγωγείς
το χάος

*
Παρατημένα σπίτια συντηρώ
δωμάτια πεθαμένων
συγυρίζω

*
Πόσα ναυάγια μέσα μου χωρούν;
Πόσους νεκρούς η ανάσα μου
λικνίζει;
*

Ο θάνατος
ο πιο
πυκνός
καπνός
ο θάνατος
ο κλίβανος των μύθων

*
Άνοιξη
και τα χώματα σκιρτούν
άνοιξη και τα σώματα
θυμούνται

*
Προς τι λοιπόν η θλίψη κι ο καημός;
Γέμισε πάλι φως
ο λίγος κήπος

*
Αγαπημένα χρώματα
της Γης
μυστηριώδη νεύματα
του απείρου

*
Έρωτα
κηπουρέ των εγκοσμίων

*
Κι εσύ καρδιά μου που
παραληρείς
συνεπαρμένη από βοή
και μοίρα

*
Ώρα να ηχήσουν οι
βαθιές σιωπές
να τελεσθούν
οι ακραίες προσεγγίσεις

*
Όχι τον ήχο την
ηχώ ν ακούς
Όχι το σώμα 

τη σκιά να βλέπεις
*

Όπως ο λύκος έτσι κι ψυχή
στην οιμωγή
στην απεραντοσύνη

*
Και τελικά δεν έμαθε κανείς
ποιος έχει το κλειδί
και τι
θ’ ανοίξει

*
Ψυχή μου
που αναθρώσκεις στο αχανές
Σώμα μου
που το χώμα σου αποδίδεις

*
Εγκόσμια χάρη πια δεν καρτερώ
- σαν ήσυχο νερό κυλά η ζωή μου

*
Μακριά
πέρ απ’ τα τείχη της σιωπής
ακούω ξανά τον σαλπιγκτή
της νιότης.

Η εορτή της Αναλήψεως



Ἐκ δεξιᾶς κάθισας πατρικῆς Λόγε,

Μύσταις παρασχὼν πίστιν ἀσφαλεστέραν.

«Ὁ Κύριος ἀνελήφθη εἰς οὐρανούς, ἵνα πέμψῃ τὸν Παράκλητον τῶ κόσμω, οἱ οὐρανοὶ ἡτοίμασαν τὸν θρόνον αὐτοῦ, νεφέλαι τὴν ἐπίβασιν αὐτοῦ, Ἄγγελοι θαυμάζουσιν, ἄνθρωπον ὁρῶντες ὑπεράνω αὐτῶν, ὁ Πατὴρ ἐκδέχεται, ὃν ἐν κόλποις ἔχει συναϊδιον, Τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον κελεύει πᾶσι τοὶς Ἀγγέλοις αὐτοῦ, Ἄρατε πύλας οἱ ἄρχοντες ἡμῶν, Πάντα τὰ ἔθνη κροτήσατε χείρας. ὅτι ἀνέβη Χριστός, ὅπου ἣν τὸ πρότερον».Ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός μετά την λαμπροφόρο Ανάστασή Του από τους νεκρούς, δεν εγκατέλειψε αμέσως τον κόσμο, αλλά συνέχισε για σαράντα ημέρες να εμφανίζεται στους μαθητές Του (Πράξ.1,3).
Αυτές οι μεταναστάσιμες εμφανίσεις Του προς αυτούς είχαν πολύ μεγάλη σημασία. Έπρεπε οι πρώην δύσπιστοι και φοβισμένοι μαθητές να βιώσουν το γεγονός της Αναστάσεως του Διδασκάλου τους και να αποβάλλουν κάθε δισταγμό και ψήγμα απιστίας για Εκείνον.Την τεσσαρακοστή λοιπόν ημέρα, σύμφωνα με το Ευαγγέλιο του Λουκά, ο Κύριος τους μαθητές του «εξήγαγε έξω έως τη Βηθανία», στο όρος των Έλαιών όπου συνήθως προσηύχετο.
«Και αφού σήκωσε τα χέρια του, τους ευλόγησε». (Λουκά 24,50) και «ευλογώντας τους, εχωρίσθηκε απ’ αυτούς και εφέρετο πρός τα πάνω, στον ουρανό» μέχρι που τον έχασαν από τα μάτια τους.
Και μετά αφού Τον προσκύνησαν επέστρεψαν στην Ιερουσαλήμ με χαρά μεγάλη και έμεναν συνεχώς στο ναό υμνολογώντας και δοξολογώντας το Θεό.Ο ευαγγελιστής Μάρκος, περιγράφοντας πιο λακωνικά το θαυμαστό και συνάμα συγκινητικό γεγονός, αναφέρει πως μετά από την ρητή αποστολή των μαθητών σε ολόκληρο τον κόσμο κηρύττοντας και βαπτίζοντας τα έθνη, «ανελήφθη εις τον ουρανόν και εκάθισεν εκ δεξιών του Θεού.
Εκείνοι δε εξελθόντες εκήρυξαν πανταχού, του Κυρίου συνεργούντος και τον λόγον βεβαιούντος δια των επακολουθούντων σημείων» (Μαρκ.16,19-20).Αυτή η ευλογία είναι πια η αρχή της Πεντηκοστής. Ο Κύριος ανέρχεται για να μας στείλει το παράκλητο Πνεύμα, όπως λέγει το τροπάριο της εορτής: «Ανυψώθηκες στη δόξα, Χριστέ Θεέ μας, αφού χαροποίησες τους μαθητές σου με την επαγγελία του Αγίου Πνεύματος και βεβαιώθηκαν από την ευλογία σου».Η Ανάληψη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού αποτελεί αναμφίβολα το θριαμβευτικό πέρας της επί γης παρουσίας Του και του απολυτρωτικού έργου Του. «Ανελήφθη εν δόξη» για να επιβεβαιώσει την θεία ιδιότητά Του στους παριστάμενους μαθητές Του.
Για να τους στηρίξει περισσότερο στον τιτάνιο πραγματικά αγώνα, που Εκείνος τους ανάθεσε, δηλαδή τη συνέχιση του σωτηριώδους έργου Του για το ανθρώπινο γένος.Ο Κύριος Ιησούς Χριστός ανήλθε στους ουρανούς, αλλά δεν εγκατέλειψε το ανθρώπινο γένος, για το οποίο έχυσε το τίμιο Αίμα Του.
Μπορεί να κάθισε στα δεξιά του Θεού στους ένδοξους ουρανούς, όμως η παρουσία Του εκτείνεται ως τη γη και ως τα έσχατα της δημιουργίας.
Άφησε στη γη την Εκκλησία Του, η οποία είναι το ίδιο το αναστημένο, αφθαρτοποιημένο και θεωμένο σώμα Του, για να είναι το μέσον της σωτηρίας όλων των ανθρωπίνων προσώπων, που θέλουν να σωθούν.
Νοητή ψυχή του σώματός Του είναι ο Θεός Παράκλητος, «το Πνεύμα της αλήθείας» (Ιωάν. 15,26), ο Οποίος επεδήμησε κατά την αγία ημέρα της Πεντηκοστής σε αυτό, για να παραμείνει ως τη συντέλεια του κόσμου.Η σωτηρία συντελείται με την οργανική συσσωμάτωση των πιστών στο θεανδρικό Σώμα του Χριστού. Αυτό εννοούσε, όταν υποσχόταν στους μαθητές Του: «ιδού εγώ μεθ’ υμών ειμί πάσας τας ημέρας έως της συντελείας του αιώνος» (Ματθ.28,20).




ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΑΝΑΛΗΨΕΩΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ


ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΠΑΛΑΜΑ

«Βλέπετε αυτή τη κοινή για μας εορτή και ευφροσύνη, την οποία ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός εχάρισε με την ανάσταση και ανάληψή του στους πιστούς; Επήγασε από θλίψη.

Βλέπετε αυτή τη ζωή, μάλλον δε την αθανασία; Επιφάνηκε σε μας από θάνατο.
Βλέπετε το ουράνιο ύψος, στο οποίο ανέβηκε κατά την ανύψωσή του ο Κύριος και την υπερδεδοξασμένη δόξα που δοξάσθηκε κατά σάρκα; Το πέτυχε με τη ταπείνωση και την αδοξία.
Όπως λέγει ο απόστολος γι’ αυτόν, «εταπείνωσε τον εαυτό του γενόμενος υπήκοος μέχρι θανάτου, και μάλιστα σταυρικού θανάτου, γι’ αυτό κι’ ο Θεός τον υπερύψωσε και του χάρισε όνομα ανώτερο από κάθε όνομα, ώστε στο όνομα του Ιησού να καμφθεί κάθε γόνατο επουρανίων και επιγείων και καταχθονίων και να διακηρύξει κάθε γλώσσα ότι ο Ιησούς Χριστός είναι ο Κύριος σε δόξα Θεού Πατρός».(Φιλιπ. 2: 8-11).

Εάν λοιπόν ο Θεός υπερύψωσε το Χριστό του για το λόγο ότι ταπεινώθηκε, ότι ατιμάσθηκε, ότι πειράσθηκε, ότι υπέμεινε επονείδιστο σταυρό και θάνατο για χάρη μας, πως θα σώσει και θα δοξάσει και θα ανυψώσει εμάς, αν δεν επιλέξωμε τη ταπείνωση, αν δεν δείξουμε τη προς τους ομοφύλους αγάπη, αν δεν ανακτήσωμε τις ψυχές μας δια της υπομονής των πειρασμών, αν δεν ακολουθούμε δια της στενής πύλης και οδού, που οδηγεί στην αιώνια ζωή, τον σωτηρίως καθοδηγήσαντα σ’ αυτήν;

«διότι, και ο Χριστός έπαθε για μας, αφήνοντάς μας υπογραμμό (παράδειγμα), για να παρακολουθήσουμε τα ίχνη του». (Α’ Πέτρ. 2:21).

Η ενυπόστατος Σοφία του υψίστου Πατρός, ο προαιώνιος Λόγος, που από φιλανθρωπία ενώθηκε μ’ εμάς και μας συναναστράφηκε, ανέδειξε τώρα εμπράκτως μια εορτή πολύ ανώτερη και από αυτή την υπεροχή.

Γιατί τώρα γιορτάζουμε τη διάβαση, της σ’ αυτόν ευρισκομένης φύσεώς μας, όχι από τα υπόγεια προς την επιφάνεια της γης, αλλά από τη γη προς τον ουρανό του ουρανού και προς τον πέρα από αυτόν θρόνο του δεσπότη των πάντων.
Σήμερα ο Κύριος όχι μόνο στάθηκε, όπως μετά την ανάσταση, στο μέσο των μαθητών του, αλλά και αποχωρίσθηκε από αυτούς και, ενώ τον έβλεπαν, αναλήφθηκε στον ουρανό και εισήλθε στ’ αληθινά άγια των αγίων «και εκάθησε στα δεξιά του Πατρός πάνω από κάθε αρχή και εξουσία και από κάθε όνομα και αξίωμα, που γνωρίζεται και ονομάζεται είτε στον παρόντα είτε στον μέλλοντα αιώνα».(Εφ. 1:20)
Γιατί λοιπόν στάθηκε στο μέσο τους κι’ έπειτα τους συνόδευσε; «Τους εξήγαγε, λέγει, έξω έως τη Βηθανία», αλλά «και αφού σήκωσε τα χέρια του, τους ευλόγησε». (Λουκά 24:50).
Το έκαμε για να επιδείξει τον εαυτό του ολόκληρο σώο και αβλαβή, για να παρουσιάσει τα πόδια υγιή και βαδίζοντα σταθερά, αυτά που υπέστησαν τα τρυπήματα των καρφιών, τα ομοίως επί του σταυρού καρφωμένα χέρια, την ίδια τη λογχισμένη πλευρά, αν έφεραν πάνω τους, τους τύπους των πληγών, προς διαπίστωση του σωτηριώδους πάθους.
Εγώ δε νομίζω ότι δια του «στάθηκε στο μέσο των μαθητών» δεικνύεται και το ότι αυτοί στηρίχθηκαν στη πίστη προς αυτόν, με αυτή τη φανέρωση και ευλογία του.
Γιατί δεν στάθηκε μόνο στο μέσο όλων αυτών, αλλά και στο μέσο της καρδιάς του καθενός, γιατί από εκείνη την ώρα οι απόστολοι του Κυρίου έγιναν σταθεροί και αμετακίνητοι.
Στάθηκε λοιπόν στο μέσο τους και τους λέγει, «ειρήνη σε σας», τούτη τη γλυκιά και σημαντική και συνηθισμένη του προσφώνηση. Την διπλή ειρήνη, προς το Θεό που είναι γέννημα της ευσέβειας και αυτή που έχουμε οι άνθρωποι μεταξύ μας.
Και καθώς τους είδε φοβισμένους και ταραγμένους από την ανέλπιστη και παράδοξη θέα, γιατί νόμισαν ότι βλέπουν πνεύμα – φάντασμα, αυτός τους ανέφερε πάλι τους διαλογισμούς της καρδιάς των, και αφού έδειξε ότι είναι αυτός ο ίδιος, πρότεινε τη διαβεβαίωση δια της εξετάσεως και ψηλαφήσεως. Ζήτησε φαγώσιμο, όχι γιατί είχε ανάγκη τροφής, αλλά για επιβεβαίωση της αναστάσεώς του.
Έφαγε δε μέρος ψητού ψαριού και μέλι από κηρύθρα, που είναι και αυτά σύμβολα του μυστηρίου του. Δηλαδή ο Λόγος του Θεού ένωσε στον εαυτό του καθ’ υπόσταση τη φύση μας, που σαν ιχθύς κολυμπούσε στην υγρότητα του ηδονικού και εμπαθούς βίου, και την καθάρισε με το απρόσιτο πυρ της Θεότητός του.
Με κηρύθρα δε μελισσιού μοιάζει η φύση μας γιατί κατέχει το λογικό θησαυρό τοποθετημένο στο σώμα σαν μέλι στη κηρύθρα. Τρώγει από αυτά ευχαρίστως γιατί καθιστά φαγητό του τη σωτηρία του καθενός από τους μετέχοντας της φύσεως.
Δεν τρώει ολόκληρο, αλλά μέρος «από κηρύθρα μέλι» επειδή δεν πίστευσαν όλοι και δεν το παίρνει μόνος του, αλλά προσφέρεται από τους μαθητές, γιατί του φέρνουν μόνο τους πιστεύοντες σ’ αυτόν, χωρίζοντάς τους από τους απίστους.
Κατόπιν τους υπενθύμισε τους λόγους του πριν το πάθος, που όλοι πραγματοποιήθηκαν. Τους υποσχέθηκε να τους στείλει το άγιο Πνεύμα, τους είπε να καθίσουν στην Ιερουσαλήμ μέχρι να λάβουν δύναμη από ψηλά.
Μετά τη συζήτηση ο Κύριος τους έβγαλε από το σπίτι και τους οδήγησε έως τη Βηθανία και αφού τους ευλόγησε, όπως αναφέραμε, αποχωρίσθηκε από αυτούς και ανυψώθηκε προς τον ουρανό, χρησιμοποιώντας νεφέλη σαν όχημα και ανήλθε ενδόξως στους ουρανούς, στα δεξιά της μεγαλοσύνης του Πατρός, καθιστώντας ομόθρονο το φύραμά μας.
Καθώς οι Απόστολοι δεν σταματούσαν να κοιτάζουν τον ουρανό, με τη φροντίδα των αγγέλων πληροφορούνται ότι έτσι θα έλθει πάλι από τον ουρανό και «θα τον ιδούν όλες οι φυλές της γης, να έρχεται πάνω στις νεφέλες του ουρανού». (Ματθ. 24: 30).
Τότε οι μαθητές αφού προσκύνησαν από το Όρος των Ελαιών, από όπου αναλήφθηκε ο Κύριος, επέστρεψαν στην Ιερουσαλήμ χαρούμενοι, αινώντας και ευλογώντας το Θεό και αναμένοντες την επιδημία του θείου Πνεύματος.
Όπως λοιπόν εκείνος έζησε και απεβίωσε, αναστήθηκε και αναλήφθηκε, έτσι κι’ εμείς ζούμε και πεθαίνουμε και θα αναστηθούμε όλοι. Την ανάληψη όμως δεν θα πετύχουμε όλοι, αλλά μόνο εκείνοι για τους οποίους ζωή είναι ο Χριστός και ο θάνατος είναι κέρδος, όσοι προ του θανάτου σταύρωσαν την αμαρτία δια της μετανοίας, μόνο αυτοί θα αναληφθούν μετά την κοινή ανάσταση σε νεφέλες προς συνάντηση του Κυρίου στον αέρα. (Α’ Θεσ. 4:17).
Ας έρθουμε στο υπερώο μας, στο νου μας προσευχόμενοι, ας καθαρίσουμε τους εαυτούς μας για να πετύχουμε την επιδημία του Παρακλήτου και να προσκυνήσουμε Πατέρα και Υιό και άγιο Πνεύμα, τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. Γένοιτο».


https://aerapatera.wordpress.com/2015/05/21/ἡ-ἐορτὴ-τῆς-ἀναλὴψεως/

Monday, May 18, 2015

Το σχόλιο της Δευτέρας - Οι εφτάχρονοι κήρυκες - Καλή βδομάδα!


Εδώ και σχεδόν δύο μήνες, εξαιρουμένου του Πάσχα, οι παρουσιάσεις του Καλλίστρατου και της Πολιτείας των Αηδονιών, αν δεν ήταν σε καθημερινή βάση, πάντως ήταν αρκετές μέσα σε κάθε βδομάδα. Παρουσιάσεις σε σχολεία, βιβλιοθήκες, βιβλιοπωλεία, ενορίες, στη Διεθνή Έκθεση και σε διάφορα μέρη της χώρας.
Κάθε παρουσίαση είναι ξεχωριστή και δε συγκρίνεται με καμιά άλλη. Ποτέ δεν μπορείς να γνωρίζεις ούτε εκ των προτέρων ούτε και εκ των υστέρων σε τι συμβάλλεις και εάν συμβάλλεις σε κάτι, εσύ και το βιβλίο σου. Άλλοτε οι συνθήκες μοιάζουν ιδανικές από άποψη οργάνωσης, φιλοξενίας, δεκτικότητας και προετοιμασίας και άλλοτε δύσκολες. Μπορεί οι υπεύθυνοι να μη σκεφτούν να σου φέρουν ένα ποτήρι νερό, να μην έχουν ενημερώσει τα παιδια περί τίνος πρόκειται, να είναι πάρα πολλά παιδιά στριμωγμένα σε μια αίθουσα και να μη βολεύονται, να κανουν φασαρία και κανείς να μη μεριμνά για την τάξη. Όλα μπορούν να συμβούν και δεν μπορείς να βγάλεις εύκολα κανένα συμπέρασμα. Ειδικά στην περίπτωση των σχολείων που βιώνουν μια σκληρή και πολύ απαιτητική, αλλά και συχνά απροσδόκητη καθημερινότητα. Στο τέλος, μπορείς να βγεις πετώντας ή εξουθενωμένος. Κι όμως το ξέρεις πια πως αυτό δεν έχει καμιά σημασία. Ίσως μάλιστα όταν βγαίνεις εξουθενωμένος να έχουν συμβεί πολύ πιο ουσιαστικά και καίρια πράγματα που ούτε καν τα υποψιάζεσαι. Θα παραμείνουν μυστικά και θα καρποφορήσουν σε βάθος χρόνου. Οπότε, παίρνεις το δισάκι σου και πας παντού. Δεν αναρωτιέσαι τίποτα και δίνεις τον εαυτό σου. Να σε φάνε όσο θέλουν και όπως θέλουν. Αν δε σε θέλουν να σε φτύσουν. Κι αυτό καλό θα σου κάνει. Βάνεις το σταυρό σου ξεκινώντας, τον βάνεις και τελειώνοντας και συνεχίζεις.

Προχθές ήταν μια από τις δύσκολες στιγμές. Εφτάχρονα παιδιά, περίπου πενήντα σε αριθμό, σε μια τάξη με δυο δασκάλους που κάθονταν ανάμεσά τους. Κανείς δεν έκανε καποια σύσταση, κανείς δεν επέβαλλε την ησυχία. Η δική μου φωνή ήταν ήδη πολύ κουρασμένη και δεν είχα τη δύναμη να την υψώσω. Ζήτησα βοήθεια από τη δασκάλα και μου είπε πως κι η δική της φωνή ήταν κουρασμένη. Έμεινα να κοιτώ. Περίμενα. Τι άλλο να κάνω; Αν ήταν μεγάλοι, θα έφευγα. Αλλά ήταν παιδιά που από την προηγούμενη μέρα τους είχα υποσχθετί πως θα πάω. Δε θα έφευγα, λοιπόν, γιατί έτσι θα τα απογοήτευα. Ποτέ δεν ξέρεις. Λίγο λιγο άρχισαν να ησυχάζουν. Ξακίνησα το παραμύθι, αναγκαζόμουν πότε πότε να διακόπτω και να χαϊδεύω κανένα κεφαλάκι, κάποια στιγμή βοήθησε λίγο κι η δασκάλα και τελείωσα την αφήγηση. 

Ξαφνικά έγινε απόλυτη ησυχία.Μια ησυχία ιδιαίτερα αισθητή μετά από τόση φασαρία. Έγινε μόνη της. Κανείς μας δεν την επέβαλε. Ξεκινούσε η ώρα της συζήτησης που σε κανονικές συνθήκες είναι αυτή η ώρα που τα παιδιά είναι συνήθως πιο ζωηρά. Εδώ έγινε ακριβώς το αντίθετο. 
Τότε ρώτησε ένα παιδί: Πώς τα σκέφτεστε όλα αυτά; Από πού σας έρχονται;
Ξέρω κι εγώ βρε παιδί μου, πώς τα σκέφτομαι, του είπα. Ίσως να είναι αυτό που λέμε έμπνευση.
Έμειναν όλα να με κοιτούν βουβά.
Τι είναι έμπνευση; τα ρώτησα. Κανένα δε μίλησε, δεν κουνήθηκε, δεν ανέπενεε σχεδόν.
Τι σας έρχεται στο μυαλό όταν ακούτε αυτή τη λέξη;
Τα πνεύματα! φώναξε ένα παιδί.
Τι είναι τα πνεύματα;
Ένα είναι το πνεύμα, είπε ένα άλλο.
Και ποιανού είναι αυτό; Ποιος το έχει;
Ο Θεός, απάντησε ένα άλλο.
Α, γι' αυτό λέμε Πατήρ, Υιός και...
Άγιο Πνεύμα, φώναξαν όλα μαζί.
Ακριβώς! Άρα το Πνεύμα είναι του Θεού μας κι αυτός μας δίνει την έμπνευση να γράφουμε. Η έμπνευση, λοιπόν, είναι δώρο του Θεού...
Τότε συνέβη κάτι σπάνιο, κάτι μοναδικό. Ένα μικρό αγοράκι που καθοταν στην πρώτη σειρά, αριστερά μου, άστραψε κι ανοίγοντας τα μάτια είπε δυνατά κουνώντας πολύ ζωηρά τα χέρια για να καταλάβουμε όλοι τι μας λέει:
Ο Θεός είναι το δώρο! Ο Θεός μας δίνει όλα τα δώρα! Ό,τι έχουμε κι ό,τι κάνουμε είναι δώρα του Θεού!
Ένα ένα τα παιδιά άρχισαν τότε να μιλάνε. Ένα ένα, σαν κάποιος να τους έδινε το λόγο, χωρίς να ανακατεύονται οι φωνές, ένα ένα με τη σειρά.
Δώρο είναι που ζωγραφίζουμε.
Δώρο είναι που περπατάμε.
Δώρο είναι που τρώμε.
Δώρο είναι που παίζουμε.
Δώρο είναι που αναπνέουμε...

Έμεινα να τα κοιτώ βουρκωμένη...
Η τάξη είχε γεμίσει Φως...
Και εκεί ήν Θεός...


Sunday, May 17, 2015

Κυριακή του Τυφλού

(Ιωάν. 9,1-38)

Τῷ καιρῷ ἐκείνω, παράγων ὁ Ἰησοῦς
1. εἶδεν ἄνθρωπον τυφλὸν ἐκ γενετῆς.
2. καὶ ἠρώτησαν αὐτὸν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ λέγοντες· ῥαββί, τίς ἥμαρτεν, οὗτος ἢ οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ἵνα τυφλὸς γεννηθῇ;
3. ἀπεκρίθη Ἰησοῦς· οὔτε οὗτος ἥμαρτεν οὔτε οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ἀλλ’ ἵνα φανερωθῇ τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ ἐν αὐτῷ.
4. ἐμὲ δεῖ ἐργάζεσθαι τὰ ἔργα τοῦ πέμψαντός με ἕως ἡμέρα ἐστίν· ἔρχεται νὺξ ὅτε οὐδεὶς δύναται ἐργάζεσθαι.
5. ὅταν ἐν τῷ κόσμῳ ὦ, φῶς εἰμι τοῦ κόσμου.
6. ταῦτα εἰπὼν ἔπτυσε χαμαὶ καὶ ἐποίησε πηλὸν ἐκ τοῦ πτύσματος, καὶ ἐπέχρισε τὸν πηλὸν ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ τυφλοῦ
7. καὶ εἶπεν αὐτῷ· ὕπαγε νίψαι εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωάμ, ὃ ἑρμηνεύεται ἀπεσταλμένος. ἀπῆλθεν οὖν καὶ ἐνίψατο, καὶ ἦλθε βλέπων.
8. Οἱ οὖν γείτονες καὶ οἱ θεωροῦντες αὐτὸν τὸ πρότερον ὅτι τυφλὸς ἦν, ἔλεγον· οὐχ οὗτός ἐστιν ὁ καθήμενος καὶ προσαιτῶν;
9. ἄλλοι ἔλεγον ὅτι οὗτός ἐστιν· ἄλλοι δὲ ὅτι ὅμοιος αὐτῷ ἐστιν. ἐκεῖνος ἔλεγεν ὅτι ἐγώ εἰμι.
10. ἔλεγον οὖν αὐτῷ· πῶς ἀνεῴχθησάν σου οἱ ὀφθαλμοί;
11. ἀπεκρίθη ἐκεῖνος καὶ εἶπεν· ἄνθρωπος λεγόμενος Ἰησοῦς πηλὸν ἐποίησε καὶ ἐπέχρισέ μου τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ εἶπέ μοι· ὕπαγε εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωὰμ καὶ νίψαι· ἀπελθὼν δὲ καὶ νιψάμενος ἀνέβλεψα.
12. εἶπον οὖν αὐτῷ· ποῦ ἐστιν ἐκεῖνος; λέγει· οὐκ οἶδα.
13. Ἄγουσιν αὐτὸν πρὸς τοὺς Φαρισαίους, τόν ποτε τυφλόν.
14. ἦν δὲ σάββατον ὅτε τὸν πηλὸν ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς καὶ ἀνέῳξεν αὐτοῦ τοὺς ὀφθαλμούς.
15. πάλιν οὖν ἠρώτων αὐτὸν καὶ οἱ Φαρισαῖοι πῶς ἀνέβλεψεν. ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· πηλὸν ἐπέθηκέ μου ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμούς, καὶ ἐνιψάμην, καὶ βλέπω.
16. ἔλεγον οὖν ἐκ τῶν Φαρισαίων τινές· οὗτος ὁ ἄνθρωπος οὐκ ἔστι παρὰ τοῦ Θεοῦ, ὅτι τὸ σάββατον οὐ τηρεῖ. ἄλλοι ἔλεγον· πῶς δύναται ἄνθρωπος ἁμαρτωλὸς τοιαῦτα σημεῖα ποιεῖν; καὶ σχίσμα ἦν ἐν αὐτοῖς.
17. λέγουσι τῷ τυφλῷ πάλιν· σὺ τί λέγεις περὶ αὐτοῦ, ὅτι ἤνοιξέ σου τοὺς ὀφθαλμούς; ὁ δὲ εἶπεν ὅτι προφήτης ἐστίν.
18. οὐκ ἐπίστευσαν οὖν οἱ Ἰουδαῖοι περὶ αὐτοῦ ὅτι τυφλὸς ἦν καὶ ἀνέβλεψεν, ἕως ὅτου ἐφώνησαν τοὺς γονεῖς αὐτοῦ τοῦ ἀναβλέψαντος
19. καὶ ἠρώτησαν αὐτοὺς λέγοντες· οὗτός ἐστιν ὁ υἱὸς ὑμῶν, ὃν ὑμεῖς λέγετε ὅτι τυφλὸς ἐγεννήθη; πῶς οὖν ἄρτι βλέπει;
20. ἀπεκρίθησαν δὲ αὐτοῖς οἱ γονεῖς αὐτοῦ καὶ εἶπον· οἴδαμεν ὅτι οὗτός ἐστιν ὁ υἱὸς ἡμῶν καὶ ὅτι τυφλὸς ἐγεννήθη·
21. πῶς δὲ νῦν βλέπει οὐκ οἴδαμεν, ἢ τίς ἤνοιξεν αὐτοῦ τοὺς ὀφθαλμοὺς ἡμεῖς οὐκ οἴδαμεν· αὐτὸς ἡλικίαν ἔχει, αὐτὸν ἐρωτήσατε, αὐτὸς περὶ ἑαυτοῦ λαλήσει. 22. ταῦτα εἶπον οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ὅτι ἐφοβοῦντο τοὺς Ἰουδαίους· ἤδη γὰρ συνετέθειντο οἱ Ἰουδαῖοι ἵνα, ἐάν τις αὐτὸν ὁμολογήσῃ Χριστόν, ἀποσυνάγωγος γένηται.
23. διὰ τοῦτο οἱ γονεῖς αὐτοῦ εἶπον ὅτι ἡλικίαν ἔχει, αὐτὸν ἐρωτήσατε.
24. ἐφώνησαν οὖν ἐκ δευτέρου τὸν ἄνθρωπον ὃς ἦν τυφλός, καὶ εἶπον αὐτῷ· δὸς δόξαν τῷ Θεῷ· ἡμεῖς οἴδαμεν ὅτι ὁ ἄνθρωπος οὗτος ἁμαρτωλός ἐστιν.
25. ἀπεκρίθη οὖν ἐκεῖνος καὶ εἶπεν· εἰ ἁμαρτωλός ἐστιν οὐκ οἶδα· ἓν οἶδα, ὅτι τυφλὸς ὢν ἄρτι βλέπω.
26. εἶπον δὲ αὐτῷ πάλιν· τί ἐποίησέ σοι; πῶς ἤνοιξέ σου τοὺς ὀφθαλμούς;
27. ἀπεκρίθη αὐτοῖς· εἶπον ὑμῖν ἤδη, καὶ οὐκ ἠκούσατε· τί πάλιν θέλετε ἀκούειν; μὴ καὶ ὑμεῖς θέλετε αὐτοῦ μαθηταὶ γενέσθαι;
28. ἐλοιδόρησαν αὐτὸν καὶ εἶπον· σὺ εἶ μαθητὴς ἐκείνου· ἡμεῖς δὲ τοῦ Μωϋσέως ἐσμὲν μαθηταί.
29. ἡμεῖς οἴδαμεν ὅτι Μωϋσεῖ λελάληκεν ὁ Θεός· τοῦτον δὲ οὐκ οἴδαμεν πόθεν ἐστίν.
30. ἀπεκρίθη ὁ ἄνθρωπος καὶ εἶπεν αὐτοῖς· ἐν γὰρ τούτῳ θαυμαστόν ἐστιν, ὅτι ὑμεῖς οὐκ οἴδατε πόθεν ἐστί, καὶ ἀνέῳξέ μου τοὺς ὀφθαλμούς.
31. οἴδαμεν δὲ ὅτι ἁμαρτωλῶν ὁ Θεὸς οὐκ ἀκούει, ἀλλ’ ἐάν τις θεοσεβὴς ᾖ καὶ τὸ θέλημα αὐτοῦ ποιῇ, τούτου ἀκούει.
32. ἐκ τοῦ αἰῶνος οὐκ ἠκούσθη ὅτι ἤνοιξέ τις ὀφθαλμοὺς τυφλοῦ γεγεννημένου.
33. εἰ μὴ ἦν οὗτος παρὰ Θεοῦ, οὐκ ἠδύνατο ποιεῖν οὐδέν.
34. ἀπεκρίθησαν καὶ εἶπον αὐτῷ· ἐν ἁμαρτίαις σὺ ἐγεννήθης ὅλος, καὶ σὺ διδάσκεις ἡμᾶς; καὶ ἐξέβαλον αὐτὸν ἔξω.
35. Ἤκουσεν ὁ Ἰησοῦς ὅτι ἐξέβαλον αὐτὸν ἔξω, καὶ εὑρὼν αὐτὸν εἶπεν αὐτῷ· σὺ πιστεύεις εἰς τὸν υἱὸν τοῦ Θεοῦ;
36. ἀπεκρίθη ἐκεῖνος καὶ εἶπε· καὶ τίς ἐστι, Κύριε, ἵνα πιστεύσω εἰς αὐτόν;
37. εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· καὶ ἑώρακας αὐτὸν καὶ ὁ λαλῶν μετὰ σοῦ ἐκεῖνός ἐστιν.
38. ὁ δὲ ἔφη· πιστεύω, Κύριε· καὶ προσεκύνησεν αὐτῷ.

Friday, May 15, 2015

Όσιος Παχώμιος ο Μέγας


Ο Όσιος Παχώμιος γεννήθηκε το 292 μ.Χ. στην Κάτω Θηβαΐδα της Αιγύπτου από γονείς ειδωλολάτρες και έζησε κατά τους χρόνους του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου του Μεγάλου (306-337 μ.Χ.).
Στο στρατό, στον οποίο κατετάγη, γνωρίσθηκε με Χριστιανούς στρατιώτες και διδάχθηκε από αυτούς τα της Χριστιανικής πίστεως.
Όταν δε απολύθηκε από τις τάξεις του στρατού, εγκατέλειψε τον κόσμο και αφού μετέβη στην Ανω Θηβαΐδα, βαπτίσθηκε και εκάρη μοναχός.
Επιθυμώντας μεγαλύτερη ησυχία, για να αφοσιωθεί στην ερημική ζωή και την άσκηση, κατέφυγε στην έρημο και ετέθη υπό την πνευματική καθοδήγηση του περίφημου ησυχαστού Παλάμονος (τιμάται 12 Αυγούστου), του οποίου έγινε τέλειος μιμητής.
Μετά την κοίμηση του πνευματικού του πατέρα, περί το 320 μ.Χ., κατέφυγε σε έρημο νησίδα του Νείλου, στη νήσο Ταβέννη της Ανω Θηβαΐδας, όπου βοηθούμενος και από τον ασπασθέντα το μοναχικό σχήμα αδελφό του Ιωάννη, ίδρυσε μικρή μονή.
Η φήμη της αγιότητας και της συνέσεώς του, είλκυσε πολλούς μοναχούς, εξαιτίας δε τούτου ολοένα και μεγάλωνε τη μονή του, ώστε σε διάστημα ολίγων ετών αυτή να αριθμεί περισσότερους από 14.000 μοναχούς.
Έτσι ο Όσιος Παχώμιος έγινε ένας από τους μεγάλους οικιστές και ασκητές της ερήμου.
Ο Όσιος Παχώμιος θεωρείται θεμελιωτής της κοινοβιακής οργανώσεως των ασκητών.
Όπως φαίνεται από τη Λαυσαϊκή Ιστορία, βιβλίο πού έγραψε ο Παλλάδιος περί το 420 μ.Χ., οι μοναχοί του Παχωμίου, πού ονομάζονταν Ταβεννησιώτες, ζούσαν ανά τρεις σε μικρά οικήματα.
Ο Όσιος Παχώμιος επέβαλε στους μοναχούς κοινή προσευχή κάθε πρωί και βράδυ (συνολικά βέβαια οι μοναχοί προσεύχονταν, σύμφωνα με τον Κανόνα, δώδεκα φορές την ημέρα και δώδεκα τη νύχτα), κοινή εργασία, κοινά έσοδα, κοινές δαπάνες, κοινά γεύματα και ομοιόμορφη ενδυμασία.
Τα γεύματά τους αποτελούνταν από φυτικές τροφές και τυρί. Κατ’ αυτά οι μοναχοί δεν μιλούσαν μεταξύ τους καί, γι’ αυτό, συνεννοούνταν με νεύματα. Κάλυπταν δε τα πρόσωπά τους κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να μπορούν να βλέπουν μόνο την τράπεζα.
Η ομοιόμορφη στολή τους αποτελείτο από τα εξής ενδύματα: λινό χιτώνα («λεβιτωνάριο»), πού έφθανε λίγο κάτω από τα γόνατα και ζωνόταν με ζώνη, λευκό μαλλοφόρο ένδυμα αιγός ή προβάτου («μηλωτή»), επίσης ζωσμένο, πού έφθανε ως τα γόνατα και είχε τη μαλλοφόρο όψη προς τα έξω, κωνοειδές κουκούλιο, πού στο πίσω μέρος έφθανε ως τους ώμους, και μικρό λινό ωμοφόριο («μοφόριον» ή «μαφόριον»), πού κάλυπτε συνήθως τον αυχένα και τους ώμους.
Υποδήματα σπανίως χρησιμοποιούσαν.
Οι Ταβεννησιώτες μοναχοί κοιμούνταν καθήμενοι και κοινωνούσαν των Αχράντων Μυστηρίων κάθε Σάββατο και Κυριακή.
Διαιρούνταν σε είκοσι τέσσερα τάγματα, καθένα από τα οποία χαρακτηρίζονταν με ένα γράμμα της αλφαβήτου, ανάλογα με την κατάσταση και τον τρόπο συμπεριφοράς εκείνων πού το αποτελούσαν.
Πνεύμα οργανωτικό και απαράμιλλος στην καθοδήγηση και διακυβέρνηση προσώπων και πραγμάτων, κατόρθωσε να διατηρήσει μεταξύ του πλήθους της περί αυτόν αδελφότητας πειθαρχία και αγάπη, φροντίζοντας ως φιλόστοργος πατέρας για τις πνευματικές και υλικές τους ανάγκες, διά δε των σοφών συμβουλών του και του παραδείγματός του να τους ενθερρύνει στον αγώνα προς την αγιότητα.
Λόγω της θεοσεβείας και της θεοφιλούς δράσεώς του ο Όσιος Παχώμιος προικίσθηκε από τον Θεό διά της χάριτος της θαυματουργίας και επιτέλεσε πλείστα όσα θαύματα.
Το 348 μ.Χ. περιποιούμενος ο ίδιος τους μοναχούς πού ασθένησαν από πανώλη, αρρώστησε και ο ίδιος και μετά από λίγο πέθανε. Τον Όσιο Παχώμιο διαδέχθηκε στην ηγουμενία της μονής ο Όσιος Θεοδόσιος ο Ηγιασμένος (τιμάται 16 Μαΐου).

Απολυτίκιον. Ήχος πλ. α΄. Τον συνάναρχον Λόγον.

Αγελάρχης εδείχθης του Αρχιποιμένος,
Μοναστών τας αγέλας Πάτερ Παχώμιε,
προς την μάνδραν οδηγών την επουράνιον,
και το πρέπον ασκηταίς, εκείθεν σχήμα μυηθείς,
και τούτο πάλιν μυήσας, νύν δε συν τούτοις αγάλλη,
και συγχορεύεις εν ουρανίαις σκηναίς.

Κοντάκιον Ήχος β΄. Τα άνω ζητών.
Φωστήρ φαεινός, εδείχθης εν τοίς πέρασι την έρημον δέ,
επόλισας τοίς πλήθεσι, σεαυτόν εσταύρωσας,
τον σταυρόν σου επ’ ώμων αράμενος,
και ασκήσει το σώμα, κατέτηξας,
πρεσβεύων απαύστως υπέρ πάντων ημών.

Wednesday, May 13, 2015

Χάι κου τ' ουρανού



1. Σύννεφα τρέχουν
Βιάζονται να διαλυθούν
μες στο γαλαζιο


2. Σύννεφα μαύρα
κυνηγούνε τα λευκά
άπιαστα παιδιά


3. Νέφη υφαίνουν
στο αδράχτι τ' ουρανού
κλωστή ελπίδας