Wednesday, July 23, 2014

Μέγας Βασίλειος - Μέρος Λ΄ - Η άφεση των αμαρτιών της χήρας





Αν και είναι κι άλλα πολλά τα σπουδαία θαύματα του Μεγάλου Βασιλείου, ας πάρει τέλος η διήγησή τους, επειδή μάκρυνε κι ας διηγηθούμε το άγιο τέλος του για να ολοκληρώουμε τη διήγηση.

Μια γυναίκα χήρα που ξεπερνούσε σε ευγένεια και πλούτο οποιαδήποτε άλλη στην Καισάρεια, υποδυλώνοντας τον εαυτό της στη γαστρυμαργία και την ασωτεία και μολύνοντας την ψυχή της με άλλα σαρκικά πάθη, σκόρπισε όλη την περιουσία της.  Κατόπιν ήρθε εις εαυτόν και σκεπτόμενη την αιώνια κόλαση αποφάσισε να πάει να εξομολογηθεί τις αμαρτίες της στον άγιο. Αλλά ο εχθρός της σωτηρίας, διάβολος, έφερε στο λογισμό της την ντροπή των έργων της, κι έτσι την εμπόδισε να έρθει σε μετάνοια μέσω της εξομολόγησης. Τι σκέφτηκε λοιπόν εκείνη; Έγραψε σ’ ένα χαρτί όλες τις αμαρτίες της, στο τέλος έβαλε μια θανάσιμη αμαρτία της, και σφράγισε το γράμμα.

Την ώρα που ο άγιος Βασίλειος προχωρούσε προς την εκκλησία του, το έριξε στα πόδια του κλαίγοντας και είπε: 
“Ελέησόν με, άγιε του Θού, εμένα που είμαι αμαρτωλότερη απ’ όλους τους ανθρώπους”. Στάθηκε ο άγιος τότε, και τη ρώτησε ποια είναι η αιτία των τόσων δακρύων της. 
Εκείνη απάντησε: “ Άγιε δέσποτα, έγραψα όλες μου τις αμαρτίες σ’ αυτό το γράμμα και παρακαλώ την αγιοσύνη σου να μην το ανοίξεις, αλλά μόνο με την προσευχή σου να εξαλείψεις τις αμαρτίες μου.” 
Παίρνοντας το χαρτί ο άγιος σήκωσε τα μάτια στον ουρανό και προσευχήθηκε με τα εξής λόγια:
 “Δέσποτα Κύριε, δικό σου έργο είναι να συγχωρήσεις τις αμαρτίες αυτής της δούλης σου, διότι Εσύ ως Αγαθός και Φιλάνθρωπος βάσταξες τις αμαρτίες των ανθρώπων, ο Αναμάρτητος”. Αφού είπε αυτά ο άγιος, μπήκε στην εκκλησία και άρχισε να τελεί τη θεία λειτουργία κρατώντας το γράμμα. Μετά την απόλυση, προσκάλεσε τη γυναίκα και της παρέδωσε το γράμμα λέγοντας: 
“Άκουσες, γυναίκα, πως κανείς δεν μπορεί να συγχωρεί αμαρτίες εκτός απ’ τον Θεό;” 
Εκείνη απάντησε: “Το άκουσα, δέσποτα άγιε, και γι’ αυτό σε παρακάλεσα να ικετέψεις τον Θεό να μου τις συγχωρήσει.” 
Λέγοντας αυτά, άνοιξε η γυναίκα το γράμμα και, ω του Θαύματος, το είδε όλο άγραφο, εκτός από την τελευταία της αμαρτία. Βλέποντάς το αυτό η γυναίκα ολιγοψύχησε και χτυπώντας το στήθος με τα χέρια ης έπεσε στα ποδια του αγίου με το γράμμα στα χέρια και είπε: 
“Ελέησόν με, άγιε του Θεού του Υψίστου, κι όπως με τις άγιες προσευχές σου έσβησες τις άλλες αμαρτίες μου, έτσι παρακάλεσε τον Θεό να μου συγχωρήσει κι αυτήν” 
“Σήκω γυναίκα, γιατί κι εγώ αμαρτωλός είμαι κι έχω κι εγώ ανάγκη συγχωρήσεως. Πήγαινε στην έρημο κι αναζήτησε έναν μεγάλο ασκητή με το όνομα Εφραίμ κι αφού εκείνος δεηθεί στον Θεό θα σου συγχωρεθεί η αμαρτία σου”.

Παίρνοντας, λοιπόν, η γυναίκα σαν αγαθό συνοδοιπόρο την ευχή του αγίου, έφτασε στην έρημο και βρήκε τον Όσιο Εφραίμ. Πέφτοντας στα πόδια του τότε, έδειξε την επιστολή λέγοντας: 
“Ο Αρχιεπίσκοπος Καισαρείας, Μέγας Βασίλειος, μ’ έστειλε σ’ εσένα, ώστε αφού προσευχηθείς στον Θεό, να συγχωρέσει το θανάσιμο αμάρτημά μου. Μην ολιγωρίσεις, άγιε πάτερ, να δεηθείς στον Θεό να μου συγχωρέσει κι αυτό μου το αμάρτημα”. 
Αφού το άκουσε αυτό ο Όσιος Εφραίμ είπε: 
“Όχι, τέκνο μου, διότι εκείνος ο οποίος παρακάλεσε τον Θεό και συγχωρέθηκαν οι πολλές σου αμαρτίες μπορεί να παρακαλέσει και για τη μία. Πήγαινε λοιπόν, παιδί μου και μη σταθείς πουθενά, για να τον προφτάσεις ζωντανό, διότι μέχρι να επιστρέψεις θα τον βρεις νεκρό.”

Μόλις το άκουσε η γυναίκα έφυγε αμέσως, αλλά μπαίνοντας στην Καισάρεια συνάντησε το λείψανο του αγίου που το πλήθος συνόδευε σε πομπή. Αμέσως τότε η γυανίκα άρχισε να κλαίει γοερά και να φωνάζει: 
“Αλλοίμονο, δούλε του Θεού, γι’ αυτό μ’ έστειλες στηνέρημο, για να πεθάνεις ανενόχλητος; Μ’ έστειλες στονΌσιο Εφραίμ, και να, επέστρεψα άπρακτη. Να δει και να κρίνει ο Θεός ανάμεσα σ’ εμένα και σ’ εσένα ότι αν και μπορούσες να κάνεις να συγχωρεθεί η αμαρτία μου, μ’ έστειλες σ’ άλλον”.
 Λέγοτας αυτά έριξε το γράμμα στο φέρετρο του αγίου διηγούμενη σε όλους την υπόθσεή της. Ένας κληρικός παίρνοντας το γράμμα κι επιθυμώντας να γνωρίσει ποια ήταν εκείνηη μεγάλη αμαρτία, το ξετύλιξε, αλλά το βρήκε όλο άγραφο. Τότε φώναξε δυνατά στη γυναίκα: 
“Άγραφο είναι όλο το χαρτί σου, γυναίκα. Τι λοιπόν κοιτάς; Δεν γνωρίζεις την φιλανθρωπία του Θεού;”
 Παίρνοντας η γυναίκα το γράμμα στα χέρια και βλέποντας την ευσπλαχνία του Θεού, όπως και τη μεγάλη βοήθεια του αγίου, ευχαρίστησε τον άγιο. Έτσι έζησε με σωφροσύνη θεάρεστα την υπόλοιπη ζωή της κι αναπαύθηκε εν Κυρίω.















ο κείμενο αποτελεί μία προσπάθεια απόδοσης του κατά πλάτος βίου του Αγίου Βασιλείου στην Νέα Ελληνική  από το πρωτότυπο, όπως αυτό το συναντούμε στο βιβλίο "Ο Μέγας Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας" του Ματθαίου Λαγγή, Επισκόπου Οινόης.

Tuesday, July 22, 2014

Φαρμακείον Ν. Γ. Πεντζίκη - Γιώργος Σκαμπαρδώνης (Νοέμβριος)



Μ' έχει τσακίσει ο κεφαλόπονος (δυο μέρες χωρισμένος) και γύριζα μιάμιση ώρα μέσα στη νύχτα να βρω διανυκτερεύον φαρμακείο. Αγανάκτησα διπλά και για να περνάει η ώρα άρχισα να κάνω φηφαρίθμηση στα κτήρια βάσει ενός στίχου του Συναξαριστή. Περοπλανήθηκα αρκετά. Στρίβοντας από Αγίας Σοφίας και μπαίνοντας Εγνατία, βλέπω επιτέλους έναν πράσινο φωτεινό σταυρό. Η ώρα είναι δύο και είκοσι μετά τα μεσάνυχτα. Παρκάρω μπροστά, παράνομα, καβαλώντας το πεζοδρόμιο. Βγαίνοντας διαβάζω την ταμπέλα και κοντοστέκομαι: "Φαρμακείο Ν. Γ. Πεντζίκη". Παγώνω -δεν το πιστεύω. Ο μπαρμπα-Νίκος ξανάνοιξε το φαρμακείο; Πώς; Αφού είναι δεκαεννιά χρόνια πεθαμένος. Μπα, θα 'ναι απλή συνωνυμία, σκέφτομαι. Πλησιάζω διστακτικά και κοιτάζω κρυφά, λοξά, απ' το τζάμι. Κι όμως είναι αυτός, ο ίδιος. Ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, σκυμμένος στον πάγκο και κάτι γράφει. Φοράει τα παλιά, τετράγωνα μαύρα γυαλιά του και τη λευκή ρόμπα των φαρμακοποιών, που κάνει τα άσπρα μαλλιά του να λευκάζουν περισσότερο, να φωσφορίζουν σαν φωτοστέφανο. Στέκομαι αμήχανος, παραξενεμένος, κάνα πεντάλεπτο και τον παρατηρώ. Το κεφάλι μου πάει να σπάσει. Βλέποντάς τον μου 'ρχεται κι επαναλαμβάνω ψιθυρίζοντας, πέντε φορές, μια φράση του: "Άστρα βελάζοντα εντός κρύπτης". Μετά, σαν μαγνητισμένος, μπαίνω μουδιασμένα, ανατριχιασμένος κάπως, και πλησιάζω στον πάγκο -σηκώνει το κεφάλι και με κοιτάζει. Δεν με αναγνωρίζει. Θα 'χω αλλάξει κι εγώ αρκετά, σκέφτομαι, ύστερα από δυο δεκαετίες -πώς να με αναγνωρίσει ο άνθρωπος; Τον καλησπερίζω πλησιάζοντας. Ούτε τη φωνή μου θυμάται.
"Τι επιθυμείτε;" με ρωτάει.
Παρατηρώ ότι δεν έγραφε κάτι με το μολύβι που κρατούσε, αλλά ότι ζωγράφιζε ένα μοναστήρι -της Μεγιστης Λαύρας- με τη μέθοδο της ψηφαρίθμησης. Αυτός τη δίδαξε και σ' εμένα.
"Ένα "Panadol", του λέω.
"Τι είναι ετούτο;"
"Παυσίπονο".
"Δεν έχουμε απ' αυτό, δεν το ξέρω. Έχω όμως "Αλγκόν".
Περίεργο, λέω από μέσα μου. Έχει παυσίπονα της προηγούμενης εικοσαετίας.
"Πώς γίνεται; Αυτά δεν κυκλοφορούν εδώ και δεκαπέντε χρόνια. Είναι ληγμένα;"
"Κι εγώ είμαι ληγμένος", μου λέει, "αλλά αισθάνομαι μια χαρά. Όλα πεθαίνουνε πολλά χρόνια μετά το θάνατό τους. Δες. Αφού το φαρμακείο Πεντζίκη υπάρχει μέσα σου, δεν πρόκειται να κλείσει ποτέ. Άλλα, σύγχρονα, μπορεί να κατεβάσουνε ρολά σύντομα. Όμως το φαρμακείο αυτό, όχι, στον αιώνα -παρ' όλο που κατά βάθος ποτέ δεν πουλούσε κυρίως φάρμακα. Δεν θα κλείσει. Είναι σαν την πυρκαγιά του 1917, εδώ στη Θεσσαλονίκη, που δεν έσβησε ποτέ".
Διστάζω - το μυαλό μου πάει σ' εκείνη, στη γυναίκα μου. Νιώθω σφυριές στα μηνύγγια. Μετά του λεω:
"Κάποτε είπατε ότι ο ποιητής Γεώργιος Σαραντάρης έγραψε τον ωραιότερο στίχο που έχει γράφεί ποτέ για γυναίκα. Αλλά τον ξέχασα. Μήπως θυμάστε να μου τον ξαναπείτε;"
Ο Πεντζίκης αφήνει το μολύβι στον πάγκο, σκέφτεται για λίγο και λέει απαγγέλοντας:
"Ελένη, καμπύλη του κόσμου, με εβένινη σημασία".




Γιώργος Σκαμπαρδώνης, Νοέμβριος, Διηγήματα, Πατάκης, 2014

Monday, July 21, 2014

Υπό τας αμφιλαφείς σκιάς αιωνοβίων πλατάνων των Πλατρών


Τραχεία πεύκη, πανύψηλα πλατάνια και θάμνοι, λαντζιά, αντρουκλιά, ξισταρκά, σπατζιά, σκλήδρος, σφένδαμνος, αροδάφνη, ατζουλάβατος, μερινιά, καλάμια, σκλινίτζια, κόνιζος. Και αιωνόβιες βαλανιδιές και καβάτζια, περνιές, τριμιθιές, σουματζιές. 
Τ' αηδόνι την άνοιξη στους ποταμούς προβάλλει, στα πεβόλια και στις ρεματιές, φεύγει το φθινόπωρο. Απ' τον Απρίλη μέχρι τον Ιούνη τραγουδά ακατάπαυστα τις νύχτες, μα το Μάιο δίνει τις μεγαλύτερες παραστάσεις του. Στα ίδια μέρη χτίζει τις φωλιές του, στα ίδια γεννά τ' αηδονάκια του και τ' ανατρέφει. Το πιο γλυκόλαλο πουλί και πιο περήφανο, μόνο ελεύθερο μπορεί και τραγουδά, στη σκλαβιά πεθαίνει. Στην κοιλάδα των Χαρίτων και στην οδό Καληδονίας η κρήνη της Ρωξάνης με ξεδιψά.

Η προτομή του Στέλιου Μαύρου δεσπόζει στο ομώνυμο πάρκο. Αρτοποιός ήταν, ψωμάκι έφτιαχνε, μα τα έδωσε όλα στον αγώνα για το πιο αληθινό ψωμί, αυτό της ελευθεριάς που σαν κι αυτό άλλο δεν είναι. Τάχτηκε στο πλευρό του Μακαρίου του Γ΄ και τον Γενάρη του φαρμακερού '74 τον χτύπησαν άνανδρα σε δρόμο των Πλατρών. Μα πρόλαβε πρώτα να υπηρετήσει στην ΕΟΚΑ και να συμμετάσχει στην ανατίναξη του ελικοπτέρου του Άγγλου κυβερνήτη Χάρντιγκ όταν προσπάθησε να προσγειωθεί στις Πλάτρες. Στο Δημοτικό σχολείο, άλλη προτομή, του Αντρέα Παρασκευά. Με την εισβολή των Τούρκων, τον Ιούλιο του '74, έσπευσε να καταταγεί, εγκαταλείποντας τις σπουδές του στο εξωτερικό, και να πάει να πολεμήσει στην πρώτη γραμμή του πυρός, στην περιοχή των Κεντρικών φυλακών της Λευκωσίας, για ν' αποχαιρετήσει τη ζωή του στο πεδίο της μάχης.

"Γιατί δεν έρχεσαι μαζί μας, παππού, να δεις ξανά το σπίτι σου στα κατεχόμενα;" ρωτά ο εγγονός τον παππού του. "Καλύτερα να μην έρτω, γιατί άμα έρτω θα τους σφάξω, δε θα κρατηθώ..."
Ακούω τις διηγήσεις των εγγονών και βουρκώνω. "Σκέψου", λέω στο εικοσιπεντάχρον παλικάρι που γύρισε απ' το σπίτι του παππού του, πως εσάς σας πήρε τα σπίτια και τις περιουσίες ο εχθρός, εμάς μας τα παίρνουν οι δικοί μας... Ούτε να πολεμήσουμε δεν δικαιούμαστε..." Είναι, πιθανόν, μια ακραία σύγκριση, αλλά δεν μπορώ να μην την κάνω. Εξάλλου, η κατάσταση στην Κύπρο σήμερα, αν και καλύτερη απ' αυτήν της Ελλάδας, είναι αλήθεια πως μέσα σ' όλη τη συμφορά, συνέφερε και πολλούς ύστερα από τα χρόνια της μεγάλης ευμάρειας και του πλουτισμού που ακολούθησε, για να χρυσώσει το χάπι της απώλειας.

Δε χορταίνω ν' ακούω την τραγουδιστή αρχαία γλώσσα τους. Λέξεις ξεχασμένες, γλύκα περισσή, τρυφερότητα. "Κορούες", φωνάζει μια οχτάχρονη τις φίλες της για να παίξουν, κορούλες, κορούλες τρισχαριτωμένες νεράιδες των πηγών του Τροόδους, του όρους που φιλοξενεί εδώ και εκατοντάδες χρόνια το πανέμορφο χωριό των Πλατρών. Σεφταλιές και λουβοί, κολοκυθοανθοί και παγωμένη ζηβανία, είναι μόνο μερικά απ' τα εκλεκτά εδέσματα και ποτά που γεμίζουν το τραπέζι των φιλόξενων Κυπραίων προς τους Ελλαδίτες.

Είναι παράξενο. Στην Ελλάδα συχνά απαντάς μια αντιπάθεια των Ελλήνων προς τους αδερφούς Κυπρίους. Είναι αλήθεια πως κι εγώ τους αγάπησα και τους εκτίμησα βαθιά όταν ήρθα και ξανάρθα στον τόπο τους. Εδώ τους κατάλαβα, γιατί εδώ ήταν ο εαυτός τους, ανεπητήδευτος, ελεύθερος, ανυπόκριτος. Αυτό που συμβαίνει με τους Κυπρίους στην Ελλάδα δεν είναι άλλο απ' αυτό που συμβαίνει με όλους τους ανθρώπους, όλων των φυλών, όταν ξεριζώνονται απ' τον τόπο τους και ζουν σε άλλον. Αλλάζουν, οχυρώνονται, αμύνονται, προσπαθώντας να επιβιώσουν επιστρατεύουν όπλα που γίνονται αντιπαθητικά στους γηγενείς. Το είδα και με φίλους νησιώτες, Χιώτες και Μυτηλινιούς, που έμοιαζαν ακατανόητοι, περίεργοι, παράξενοι στη Θεσσαλονίκη κι όταν τους είδα κάποτε στον τόπο τους, ήταν τόσο αξιαγάπητοι εκεί, λυμένοι, αρμονικοί, σαν τα λουλούδια που συχνά στη μετφύτευση και μεταφορά τους από τόπο σε τόπο αρρωσταίνουν ή πεθαίνουν κιόλας. Οι Κύπριοι είναι άνθρωποι ευγενείς, εργατικοί, φιλότιμοι, πανέξυπνοι και ευλαβείς. Αισθάνομαι πως σιγά σιγά κι αυτοί ξυπνούν, αργά ή γρήγορα θα τα καταφέρουν, -το πιστεύω.

Εδώ, στην καρδιά του βουνού, ο νους μου καθάρισε, γαλήνεψε η ψυχή μου, ξεκουράστηκα. Χρωστώ ευγνωμοσύνη κι ό,τι κι αν αναταποδώσω θα 'ναι λίγο. Μα ίσως η μεγαλύτερη ανταπόδοση να είναι αυτό το αίσθημα της αδερφοσύνης μ' έναν λαό που είναι περισσότερο απ' όλους αδερφικός μας. Ενώ χριστιανικοί πληθυσμοί εκδιώκονται συστηματικά τα τελευταία χρόνια από την Ανατολή, με ποικίλλες αφορμές και προφάσεις, εμείς ενωνόμαστε με όλο και πιο δυνατούς δεσμούς φιλίας, όπως μας πρέπει κι όπως μας αμόζει, γιατί Ελλάδα και Κύπρος απ' το ίδιο ντέρτι κατατρώγονται, ντέρτι που δεν το χωρούν οι στράτες ούτε και οι ποαταμοί, που μύλοι δεν τ' αλέθουν:

Το τέρτι της καρτούλας μου
θκυο μύλοι εν τ' αλέθουν
ούτε οι στράτες το χωρούν
με οι ποταμοί που τρέχουν...




Sunday, July 20, 2014

Ο προφήτης Ηλίας



Ο Προφήτης Ηλίας

Ιουλίου 20, 2014
Καταγωγή τοῦ προφήτη Ἠλία
Ὁ Προφήτης Ἠλίας ἦταν γιός τοῦ Σωβάκ καί καταγόταν ἀπό τή Θέσβη τῆς περιοχῆς Γαλαάδ, καί ἀνῆκε στήν φυλή τοῦ Ἀαρῶν. Ὅταν γεννήθηκε, ὁ πατέρας τοῦ εἶδε μία θεία ὀπτασία:
Δυό ἄνδρες λευκοφορεμένοι τόν ὀνόμαζαν Ἠλία, τόν σπαργάνωναν μέ φωτιά καί τοῦ ἔδιναν φλόγα νά φάει. Τότε ὁ πατέρας του, πῆγε στά Ἱεροσόλυμα καί ἀφοῦ περιέγραψε τήν
ὀπτασία στούς ἱερεῖς, ἐκεῖνοι τοῦ εἶπαν ἑρμηνεύοντας τήν ὀπτασία, ὅτι ὁ γιός του θά γίνει προφήτης καί θά κρίνει τό Ἰσραήλ μέ δίκοπο μαχαίρι καί φωτιά.
Οἱ ἁγιογραφικές πληροφορίες γιά τόν προφήτη Ἠλία ἀναφέρουν ὅτι φοροῦσε ροῦχο ἀπό προβιά καί στή μέση του εἶχε δερμάτινη ζώνη. Ζοῦσε αὐστηρή καί ἀσκητική ζωή, καί
ἦταν ἀνυποχώρητος σέ θέματα γνήσιας λατρείας τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ δέν συμβιβαζόταν μέ τή τάση τῆς υἱοθέτησης ἀπό τούς Ἑβραίους εἰδωλολατρικῶν στοιχείων.
Βίος καί δράση του
Ἡ προφητική ἀποστολή τοῦ Ἠλία ἀναπτύχτηκε στά χρόνια της βασιλείας τοῦ Ἀχαάβ (873-854 π.Χ.). Ὁ Ἀχαάβ ἔλαβε ὡς γυναίκα τοῦ τήν Ἰεζάβελ. Ἐκείνη καθιέρωσε ἐπίσημά τη
λατρεία τοῦ θεοῦ Βάαλ-Melgart. Εἶχε φτάσει πλέον ἡ στιγμή νά δράσει ὁ προφήτης Ἠλίας. Ἐμφανίζεται στό βασιλιά Ἀχαάβ καί τοῦ λέει: Ὁρκίζομαι στόν Κύριο πού ὑπηρετῶ,
τόν ἀληθινό Θεό τοῦ Ἰσραήλ, ὅτι τά ἑπόμενα χρόνια δέν θά πέσει στή γῆ δροσιά οὔτε βροχή, παρά μόνο μέ προσταγή δική μου.
Ἡ τριετῆ ἀνομβρία.
Ὁ Κύριος εἶπε στόν Ἠλία: Φύγε ἀπό ἐδῶ καί πήγαινε πρός τά ἀνατολικά, νά κρυφτεῖς κοντά στό χείμαρρο Χοράθ (Χερίθ), ἀνατολικά του Ἰορδάνη. Θά πίνεις νερό ἀπό τό χείμαρρο κι
ἐγώ θά δώσω προσταγή στούς κόρακες νά φροντίζουν γιά τήν τροφή σου ἐκεῖ. Ὁ προφήτης συμμορφώθηκε. Ἡ τριετής ξηρασία ἄρχισε. Ὁ προφήτης κρυβόταν στό μέρος πού του
εἶχε ὑποδειχθεῖ ἀπό τόν Θεό. Ἐκεῖ, οἱ κόρακες τοῦ ἔφερναν ψωμί καί κρέας πρωί καί βράδυ, κι ἔπινε νερό ἀπό τό χείμαρρο. Μετά ὅμως ἀπό μερικές μέρες ξεράθηκε ὁ χείμαρρος,
γιατί ὑπῆρχε ἀνομβρία στή χώρα.
Φιλοξενούμενος στή Σαρεπτά.
Τότε παίρνει καί πάλι νέα ἐντολή ἀπό τόν Κύριο πού τοῦ εἶπε: Σήκω, πήγαινε στή Σαρεπτά, στήν περιοχή τῆς Σιδώνας καί μεῖνε ἐκεῖ. Ἐγώ διέταξα μία χήρα νά φροντίζει γιά τήν
τροφή σου. Ξεκίνησε ὁ Ἠλίας καί ὅταν ἔφτασε στήν πύλη τῆς πόλης εἶδε μία γυναίκα πού μάζευε ξύλα. Τῆς ζήτησε νά φτιάξει μία μικρή λαγάνα γιά ἐκεῖνον ἀπό τό λίγο ἀλεύρι της
καί νά τοῦ τή φέρει, ἔπειτα νά φτιάξει γιά τήν ἴδια καί τό γιό της. Γιατί ὁ Κύριος, ὁ Θεός τοῦ Ἰσραήλ, λέει: τό πιθάρι μέ τό ἀλεύρι δέν θά ἀδειάσει καί τό λάδι στό δοχεῖο δέν θά
λιγοστέψει, ὡς τή μέρα πού ὁ Κύριος θά στείλει βροχή. Ἡ γυναίκα ἔκανε ὅπως τῆς εἶπε ὁ προφήτης, μέ ἀποτέλεσμα οὔτε τό ἀλεύρι οὔτε τό λάδι νά τελειώνουν γιά πολλές ἡμέρες.
Ἡ ἀνάσταση τοῦ γιοῦ τῆς χήρας.
Ὕστερα ἀπό τά γεγονότα αὐτά ἀρρώστησε βαριά καί πέθανε ὁ γιός τῆς χήρας πού φιλοξενοῦσε τόν προφήτη. Τότε ἡ γυναίκα, εἶπε στόν προφήτη Ἠλία: Τί σου χρωστοῦσα,
ἄνθρωπε τοῦ Θεοῦ; Ἦρθες στό σπίτι μου γιά νά μοῦ ὑπενθυμίσεις τήν ἁμαρτία μου καί νά κάνεις νά πεθάνει ὁ γιός μου; Ἐκεῖνος ὅμως τό πῆρε ἀπό τήν ἀγκαλιά της καί
προσευχήθηκε στόν Κύριο, λέγοντας: Κύριε, Θεέ μου, γιατί ἔκανες κακό στή χήρα ποῦ μέ φιλοξενεῖ, ἀφήνοντας νά πεθάνει ὁ γιός της; Καί συνέχισε, παρακαλώντας νά ἐπιστρέψει
ἡ ψυχή τοῦ παιδιοῦ αὐτοῦ μέσα του. Ὁ Κύριος ἄκουσε τήν προσευχή του καί ἀνέστησε τό παιδί.
Ἡ παρρησία τοῦ Ἠλία ἐνώπιον τοῦ βασιλιᾶ.
Ἦταν ἤδη ὁ τρίτος χρόνος τῆς φοβερῆς ξηρασίας, ὅταν ὁ Θεός μίλησε στόν προφήτη καί τοῦ εἶπε: Πήγαινε νά παρουσιαστεῖς στόν Ἀχαάβ, κι ἐγώ θά στείλω βροχή στή γῆ. Τόν
προκάλεσε μάλιστα νά δώσει ἐντολή νά συγκεντρωθοῦν ὅλοι οἱ Ἰσραηλίτες στό ὅρος Κάρμηλος, μαζί μέ τούς 450 «προφῆτες» τοῦ Βάαλ καί τούς 400 «προφῆτες» τῆς Ἀστάρτης,
ποῦ ἦταν προστατευόμενοι τῆς βασίλισσας Ἰεζάβελ.
Λέει ὁ προφήτης Ἠλίας : Ἐγώ ἀπέμεινα μόνος προφήτης τοῦ Κυρίου, ἐνῶ οἱ προφῆτες τοῦ Βάαλ εἶναι 450. Ἄς μας φέρουν δυό μοσχάρια κι ἄς διαλέξουν τό ἕνα γιά τόν ἑαυτό τους
ἄς τό κομματιάσουν κι ἄν τό βάλουν πάνω στά ξύλα, φωτιά ὅμως νά μή βάλουν. Ἐγώ θά πάρω τό ἄλλο μοσχάρι καί θά τό βάλω πάνω στά ξύλα καί δέν θά βάλω φωτιά.
Ἄν ἐπικαλεστοῦν αὐτοί τό ὄνομα τοῦ θεοῦ τους καί θά ἐπικαλεστῶ κι ἐγώ τό ὄνομα τοῦ Κυρίου. Ὅποιος θεός ἀπαντήσει μέ φωτιά, αὐτός θά εἶναι ὁ ἀληθινός Θεός.
Οἱ 450 «προφῆτες» τοῦ Βάαλ προσεύχονταν στό θεό τους ἀπό τό πρωί ὡς τό μεσημέρι: «Βάαλ, ἄκουσέ μας», φώναξαν καί χοροπηδοῦσαν γύρω ἀπό τό θυσιαστήριο πού εἶχαν
ἑτοιμάσει. Εἰς μάτην ὅμως! Καμία φωνή, κανένα σημάδι ὅτι ὁ θεός τούς εἶχε ἀκούσει τίς ἱκεσίες τους.
Νωρίς τό ἀπόγευμα ὁ προφήτης κάλεσε κοντά του τό λαό, πού πλησίασε στό θυσιαστήριο τοῦ Κυρίου τό ὁποῖο εἶχε καταστραφεῖ ἀπό τήν Ἰεζάβελ καί ξαναστήσει ὁ Ἠλίας μέ 12
πέτρες, ὅσοι καί οἱ γιοί τοῦ Ἰακώβ καί οἱ 12 φυλές τοῦ Ἰσραήλ. Ἔβαλε πάνω στό θυσιαστήριο ξύλα, κομμάτιασε τό μοσχάρι καί τό τοποθέτησε πάνω τους. Ἔπειτα ζήτησε τέσσερις
κάδους νερό κι ἔδωσε ἐντολή νά τό χύσουν πάνω στό ὁλοκαύτωμα καί τά ξύλα. Τό ἴδιο εἶπε καί ἔκαναν δεύτερη καί τρίτη φορᾶ. Στή συνέχεια πλησίασε τό θυσιαστήριο καί
προσευχήθηκε σέ ἐπήκοο ὅλων: Κύριε, Θεέ τοῦ Ἀβραάμ, τοῦ Ἰσαάκ καί τοῦ Ἰακώβ, ἄς μάθουν ὅλοι σήμερα δή ἐσύ εἶσαι Θεός στόν Ἰσραήλ κι ἐγώ δοῦλος σου, καί ὅτι ἐγώ ἔκανα
ὅλα αὐτά τά πράγματα σύμφωνα μέ τό λόγο σου. Ἀπάντησέ μου, Κύριε, ὥστε νά μάθει ὁ λαός σου αὐτός ὅτι ἐσύ εἶσαι ὁ Κύριος, ὁ Θεός, κι ὅτι ἐσύ θά ξαναφέρεις τήν καρδιά τους
κοντά σου.
Τότε λοιπόν ἔπεσε φωτιά ἀπό τόν οὐρανό καί ἔκαψε ἐντελῶς τά κομμάτια τοῦ μοσχαριοῦ, τά ξύλα, ἀκόμα καί τίς πέτρες καί τό χῶμα. Ἔκπληκτοι ὅλοι ἔσκυψαν τό κεφάλι καί εἶπαν:
Ὁ Κύριος! Αὐτός εἶναι ὁ Θεός! Καί ὁ Ἠλίας: Πιάστε τούς «προφῆτες» τοῦ Βάαλ, νά μή σας ξεφύγει κανείς. Τούς συνέλαβαν, τούς κατέβασαν στό χείμαρρο Κισῶν κι ἐκεῖ τους
ἐξολόθρευσε.
Τό τέλος τῆς τριετοῦς ξηρασίας
Μετά τό γεγονός αὐτό τά σύννεφα σκοτείνιασαν τόν οὐρανό καί ξέσπασε θύελλα καί δυνατή βροχή. Ἡ Ἰεζάβελ ὀργισμένη ἔστειλε μέ ἀγγελιοφόρο
μήνυμα στόν Ἠλία: Νά μέ τιμωρήσουν οἱ θεοί, ἄν αὔριο τέτοια ὥρα δέν σοῦ κάνω ὅτι ἔκανες ἐσύ στούς προφῆτες.
Ὁ Ἠλίας κρύβεται στό ὅρος Χωρήβ. Καί ὁ Κύριος στή συνέχεια ἐμφανίστηκε στόν Ἠλία. Καί ἔδωσε ἐντολή στόν προφήτη του νά πάει στή Δαμασκό γιά νά χρίσει τό νέο βασιλιά τῶν
Συρίων, ὑστέρα τό νέο βασιλιά τοῦ Ἰσραήλ καί στή συνέχεια νά χρίσει διάδοχο τοῦ προφήτη τόν Ἐλισαῖο. Πράγμα πού ἔκανε ὁ Ἠλίας.
Ἡ ἁρπαγή τοῦ προφήτη Ἠλία στόν οὐρανό
Ἀφοῦ ὁ προφήτης Ἠλίας ἔζησε καί ἔδρασε κατά τό θέλημα τοῦ Κυρίου, ἔφτασε ὁ καιρός νά τόν πάρει ὁ Θεός στούς οὐρανούς μέσα σέ ἀνεμοστρόβιλο. Ὁ Ἠλίας καί ὁ Ἐλισαῖος κατά
τήν ἐντολή τοῦ Κυρίου, βάδισαν πρός τόν Ἰορδάνη ποταμό, ἐνῶ τούς ἀκολουθοῦσαν 50 προφῆτες πού στάθηκαν σέ κάποια ἀπόσταση ἀπ’ αὐτούς. Ξαφνικά, καθώς προχωροῦσαν
συζητώντας, φάνηκε ἕνα ἅρμα ἀπό φωτιά, κι ἄλογα πύρινά τους χώρισαν τόν ἕναν ἀπό τόν ἄλλον. Κι ἀνέβαινε ὁ Ἠλίας μέσα σέ ἀνεμοστρόβιλο στόν οὐρανό, ἐνῶ ἄφησε νά πέσει
ἀπό πάνω τοῦ ὁ μανδύας (μηλωτή) πού τόν μάζεψε ὁ Ἐλισαῖος. Οἱ προφῆτες πού παρακολουθοῦσαν τά γινόμενα ἀπό μακριά, εἶπαν: Τό πνεῦμα τοῦ Ἠλία ἔμεινε στόν Ἐλισαῖο.
Ὁ προφήτης Ἠλίας ἔδειξε ἔνθερμο ζῆλο γιά τό νόμο τοῦ Θεοῦ καί γί αὐτό ἀναλήφθηκε στόν οὐρανό.
Ὁ προφήτης Ἠλίας, ἐξαιτίας τῆς βαθιᾶς του πίστης, τῆς ἀφοσίωσης στόν Θεό καί τοῦ ἔνθερμου ζήλου, ἀναφέρεται πολύ συχνά στά βιβλία τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ἡ δέ ἐπίδραση πού
ἄσκησε ἡ ζωή καί τό ἔργο τοῦ διά μέσου τῶν αἰώνων εἶναι πολύ σημαντική. Ἀπό τά ἱερά καί ἅγια πρόσωπα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης εἶναι ἴσως τό πλέον ἀγαπητό καί ἡ μνήμη του
τιμᾶται ἀπό τούς ὀρθοδόξους χριστιανούς περισσότερο ἀπό κάθε ἄλλο.
Ὄχι λιγότερο σημαντική εἶναι ἡ παρουσία τοῦ προφήτη Ἠλία στά βιβλία τῆς Καινῆς Διαθήκης.
Ὁ προφήτης Ἠλίας τιμᾶται στήν κορυφή λόφων, ὑψωμάτων καί βουνῶν. Ἀκριβῶς γι’ αὐτό πολλές κορυφές φέρουν τό ὄνομά του καί οἱ περισσότερες ἔχουν ἐκκλησάκια ἤ
εἰκονοστάσια ἀφιερωμένα σ’ αὐτόν.



πηγή: aerapatera.wordpress.com

Saturday, July 19, 2014

Το κουκουνάρι των Πλατρών



Δεύτερο καλοκαίρι κατ' εξακολούθησιν στις Πλάτρες, στο ίδιο ξενοδοχείο, στο ίδιο δωμάτιο με το ίδιο μεγάλο μπαλκόνι -που το διαφοροποιεί απ' όλα τα υπόλοιπα που ίσα ίσα χωρούν ένα μικρό τραπεζάκι και δυο καχεκτικούς πελάτες. Πάνω απ' το δεξί δοκάρι του τετράγωνου μπαλκονιού η ίδια χελιδονοφωλιά που πέρσυ ήταν γεμάτη μωρά χελιδόνια κι οι γονείς τους φτεροκοπούσαν κάθε λίγο να βρούν τροφή να τα ταϊσουν. Πίσω απ' το αριστερό δοκάρι του μπαλκονιού, ο ίδιος θεόρατος πεύκος ακόμα σφιχταγκαλιασμένος από τον ίδιο κισσό.

Όλα τα άλλα πεύκα, που η μοίρα τους στάθηκε ευγενέστερη μαζί τους και τους παραχώρησε το αυτεξούσιο της μοναχικής ανάπτυξης χωρίς άλλα φυτά προσκολλημένα στο σώμα τους, έχουν τα κλαδιά τους υψωμένα προς τον ουρανό ή παράλληλα προς το έδαφος. Το δικό μου πεύκο, όμως, -δικό μου ως πιο κοντινό και συμπτωματικά ψηλότερο απ' όλα-, έχει τα κατάμεστα από τσαμπιά κουκουνάρια κλαδιά του, προς τα κάτω, θαρρείς και θέλει ν' αγκαλιάσει τον κισσό ανταποδίδοντάς του το πάθος της αναρριχώμενης λατρείας.

Άπνοια. Ένα δωδεκάχρονο κορίτσι στην αυλή άφησε προς στιγμήν το κινητό του και ποτίζει καθ' υπόδειξιν του πατέρα της - ξενοδόχου τις γλάστρες. Τα πουλιά κελαηδούν ακατάπαυστα με φωνές λεπτότερες κι απ' τις πευκοβελόνες. Πατέρας και κόρη μετά το πότισμα  ξεκινούν το τάβλι. Ζάρια και πούλια προστίθενται στην ηχητική παρτιτούρα του πρωινού. Από μακριά ακούγονται τα αυτοκίνητα, ήχος περαστικός σαν ελαφρά ασθένεια που γρήγορα φεύγει και τη λησμονείς.

Στην πραγματικότητα τίποτα δεν μπορεί να ταράξει τη σιωπή που βασιλεύει εδώ. Σιωπή που μοιάζει με κεκτημένο των γηραιών δέντρων που κατοικούν αιώνες τώρα στο Τρώοδος όρος τόσο πυκνά που μοιάζει μεγάλη παραχώρηση από μεριάς τους πως επιτρέπουν στους ανθρώπους τη συγκατοίκηση.

Είναι πράγματι όλα ίδια ένα χρόνο μετά. Το καλοριφέρ του μπάνιου στο δωμάτιο ακόμα γέρνει προς τα δεξιά. Η μπαλκονόπορτα τρίζει. Η κόκκινη μοκέτα των διαδρόμων διατηρεί την ίδια βαριά παλιοκαιρίσια μυρωδιά. Το πρωινό σαλάτες, ελιές, μαρμελάδες και χυμοί όπως πέρσι. Όλα ίδια, εκτός από τον πεύκο, τον κισσό κι εμένα. 

Εγώ κόντυνα, ο κισσός ψήλωσε κι ο πεύκος χαμήλωσε κι άλλο τα κλαδιά του. Εγώ κόντυνα για να εξοικειωθώ περισσότερο με το χώμα στο οποίο κατευθύνομαι -θέλοντας και μη- μεγαλώνοντας, ο κισσός ψήλωσε για να φτάσει στην κορφή του πεύκου -που ακόμα δεν άγγιξε- να χαϊδέψει και το πρόσωπό του, -ή ίσως για ν' ατενίσει κι αυτός λιγάκι καθαρό, ανεμπόδιστο, γαλάζιο-, κι ο πεύκος... Ο πεύκος χαμήλωσε κι άλλο τα κλαδιά για ν' ανταποδώσει το αγκάλιασμα, -ή μήπως για να ξεκολλήσει επιτέλους από πάνω του αυτό το υπερφύαλο πλάσμα που δεν τον αφήνει ν' ανασάνει;

Σηκώνεται αέρας ξαφνικός. Ένα κουκουνάρι εκσφενδονίζεται αγενέστατα στην κεφαλή μου απάνω. "Ανόητη", μοιάζει να λέει, "τίποτα δεν είναι ίδιο, όλα αλλάζουν κάθε στιγμή, αλλά εσύ μάτια δεν έχεις να το δεις, αφτιά για να τ' ακούσεις!"



Friday, July 18, 2014

Ο αυτόλυκος- Γιώργος Σκαμπαρδώνης



Δεκέμβριος κι είμαι στ' αψηλά του Χολομώντα, άγρυπνος, μονάχος εδώ και μέρες, κουκουλωμένος στον ξενώνα, κι ακούω έξω, μακριά, να ουρλιάζει λυκος μ' αγύριστο σβέρκο. Ο αέρας επιστατε΄.

Κι αισθάνομαι τον λύκο να κατεβαίνει, πεινασμένος, αγριεμένος, στο όριο, υπομονετικός μες στην απελπισία του. Μπαίνω μέσα του, τον νιώθω -κινείται παραπλανητικά, κυκλικά, με λοξές διαδρομές. Ζει απ' τον άνεμο, παίρνει τα σομά, αφουγκράζεται κάθε τρίξιμο, τροχίζει τα δόντια του στη σμυριδόπετρα, ξέρει: Μόνος του θα καταλήξει να μπει στο μαντρί, ολομόναχος. Τα λυκόπουλα, φύτρα του και δωσίλοι, γενίτσαροι και θα τον πάρουνε στο κατόπι μέχρι να πατήσει μαύρο χιόνι. Το 'χει δεχτεί. Καλύτερα μια ζωή στην παρανομία, μοναχός, νυχτοπλάνο αγρίμι, με τα χαρίσματα του θηρίου, παρά υποτακτικός του κάθε τσομπάνη. Παρά λυκόσκυλο του κάθε ανθρώπου, που 'ναι για τον άνθρωπο λύκος. Καλύτερα σβλερξι αγύριστο χωρίς λαιμαριά, να πεθάνει από λύσσα κάποιαν πανσέληνο, μέσα σε αφρούς σβήνοντας, ουρλιάζοντας στην κορυφή της μοναξιάς -μάταιος αυτόλυκος. προχωρεί,  αμείλικτος, βαρύγνωμος, νιώθοντας μιαν φλόγωση στο υπογάστριο -εκείνη τη θερμή, σταθερή υπερένταση, που 'ναι τρόπος ζωής γι' αυτόν, ακόμα κι όταν κοιμάται: πυρετός καθ' έξιν. Λυπημένος, χρεωμένος τον εαυτό του, προχωρεί. Κακόβουλος κι ευπατρίδης των βουνών. Φρικιό.

Πέφτει πλάγια από ρέμα σε ρέμα. Περνάει το ρηχό ποταμάκι. "Άντρα μαζί σου". Φτάνει αθόρυβα στο Χοιρολακκο -κατεβαίνει διστακτικά. Ακούει μακριά, ψηλότερα, τσομπαναραίους, κουδούνια και σκυλιά. (Μην είν' ρα Μαμαλέικα, μην είν' του Κλαδευτήρα;) Στέκει. Τρίζει τα δόντια του. Το νιώθω σαν πριονωτό, γυριστό κλειδομάχαιρο. Παίρνει κοφτές ανάσες -ατμίζει χνότα. Ξέρει ότι το άσπρο γύρω του θα καταλήξει, πάλι, κόκκινο και μαύρο χιόνι.

Με μάτια άγρυπνα, τρελά, κοιτάζω τα λευκά σεντόνια του παπλώματος. Μου φαίνονται ματωμένα, πορφυρά, κι ανασαλεύουν.

Νοέμβριος, Γιώργος Σκαμπαρδώνης, εκδ. Πατάκη, 2014