Labels

Tuesday, June 30, 2020

ΛΟΓΟΣ ΕΓΚΩΜΙΑΣΤΙΚΟΣ ΣΤΟΥΣ ΑΓΙΟΥΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥΣ. Αγίου Νεοφύτου του Εγκλείστου.


apostolon

Αδελφοί και πατέρες, ιδού τα εμφορώτατα κλήματα της αγίας και αθάνατης και αποτελούσης την αρχή της ζωής αμπέλου, που είναι ο ίδιος ο Χριστός) «Εγώ είμαι», λέγει, «η άμπε­λος, εσείς τα κλήματα». Ιδού (ποίοι, κατά τους λόγους του Κυρίου, μπορούν να γίνουν και να είναι) οι φίλοι του Θεού Λόγου και Σωτήρα μας . «Εσείς είστε φίλοι μου», λέγει, «εάν πράττετε όσα εγώ σας παραγγέλλω. Δεν σας λέγω πλέον δούλους, διότι ο δούλος δεν γνωρίζει τι πράττει ο Κύριός του».
Εγώ όμως «έχω ονομάσει εσάς φίλους, διότι εκείνα τα οποία άκουσα από τον Πατέρα μου, σας τα γνωστοποίησα». Ιδού (ποίοι, κατά τους λόγους του Κυρίου, μπορούν να γίνουν και να είναι) οι Απόστο­λοι και οι κήρυκες της αλήθειας. «Εγώ είμαι», λέγει, «η (απόλυτη) αλή­θεια» και καθώς «με έχει αποστείλει» ο Πατήρ «να κηρύξω την άφεση (συγχώρηση) σε εκείνους που είναι αιχμάλωτοι (της αμαρτίας) και (να χαρίσω) την ανάβλεψη (το φως) σε εκείνους που είναι τυφλοί (από το σκοτισμό των παθών και των αδυναμιών τους)», κατά τον ίδιο τρόπο και εγώ αποστέλλω εσάς με σκοπό να θερα­πεύετε «κάθε ασθένεια και κάθε αδιαθεσία», και (όλα) εκείνα τα οποία ακούσατε (κατ’ ιδίαν) στους ιδιαίτερους χώρους προσευχής από εμένα, «να τα κηρύξετε από τα δώματα (ώστε να τα ακούσουν και να τα μάθουν όλοι)».Ιδού (ποίοι, κατά τους λόγους του Κυρίου, μπορούν να γίνουν και να είναι) οι αλιείς των ανθρώπων».
«Ακολουθήστε με», λέγει, «και θα σας κάνω αλιείς ανθρώπων (δηλαδή ικανούς να ψαρεύετε με τα δίκτυα του ευαγγελικού λόγου ανθρώπους και να τους προσελκύετε στη Βασιλεία του Θεού)». Ιδού (ποίοι, κατά τους λόγους του Κυρίου, μπορούν να γίνουν και να είναι) οι σωτήρες του κόσμου και ξένοι (προς τον υλιστικό και αμαρτωλό τρόπο ζωής) του κόσμου (αυτού). Δεν είναι, λέγει, από τον κόσμο τούτον, όπως (και) εγώ δεν είμαι από τον κόσμο αυτόν, και «φύλαξε αυτούς, Πάτερ, (ώστε να παραμείνουν ενωμένοι με­ταξύ τους) στο όνομά μου».
Ιδού (ποίοι, κατά τους λόγους του Κυρίου, μπορούν να γίνουν και να είναι) τα ευπειθέστατα (πάρα πολύ υπάκουα) πρόβατα που φέρουν τη σφραγίδα του παναγίου ποιμένος (δηλαδή του Χριστού). «Ιδού», λέγει, «εγώ (ο Χριστός) σας αποστέλλω ως (ήμερα) πρόβατα μέσα σε (αιμοβόρους) λύκους».
Και για να αφήσω πίσω τα περισσότερα από αυτά τα εγκώμια (επαίνους), που δίδουν μαρτυρία του Θεού, ιδού, προς εμάς σήμερα επανήλθαν, οι κατά χάριν του Χριστού και Σωτήρα μας αδελφοί -αφού επιστρέφετε, λέγει (ο Χριστός, μετά την Ανάστασή Του, στις Μυροφόρες), πέστε «στους αδελφούς μου» (δη­λαδή στους Αποστόλους)- οι λιμένες της σωτηρίας, οι πύργοι της χάριτος, οι λογικοί ουρανοί, οι νεφέλες του γλυκασμού που φέρνουν βροχή, οι ευαγγελιστές της ειρήνης, οι γρήγοροι της (Θείας) χάριτος ίπ­ποι, οι στύλοι της Εκκλησίας, οι κήρυκες της (Αγίας) Τριάδος -και γι­ατί πρέπει να λέγω και να απαριθμώ πολλά; -τα μουσικά όργανα, λύρες του Πνεύματος και οι σάλπιγγες της σωτηρίας και (οι) κλειδούχοι της Βασιλείας (του Θεού), «διδάσκοντας και νουθετώντας» μας ομόφωνα ο καθένας τους, όπως από κάθε μεν κακία απέχουμε, κρατούμε όμως μπροστά μας (ως ασπίδα) κάθε αρετή.
Και προηγουμένως μεν κηρύττουν ομόφωνα το σωτηριώδες μυστήριο της κατ’ οικονομίαν ενσάρκωσης (του Χριστού) και το άκτιστο και όμοιο στη φύση του (μυστήριο) της (Αγίας) Τριάδος, έπειτα δε διδάσκουν αρμονικά και σε μάς όλα τα «συνδεόμενα με τη σωτηρία». Γι’ αυτό και εγώ έχω κρίνει ότι είναι δί­καιο (ορθό) να μην πω σήμερα κάτι από τον εαυτό μου προς την αγάπη σας, αλλά (κάτι) από εκείνα τα οποία εκείνοι θεοπνεύστως διδάσκουν, (δηλαδή) να εισάξω στο μέσο (σας) (να φέρω ενώπιον σας) προς υπενθύμισή σας λίγα από τα πολλά από εκείνα τα οποία προτρέπει (συμ­βουλεύει) πρώτος ο θείος και αδελφόθεος Ιάκωβος.
«Ποιό είναι το όφελος, αδελφοί μου», λέγει, «εάν κάποιος λέγει (ισχυρίζεται) ότι έχει πίστη, δεν έχει όμως (ενάρετα) έργα; Μήπως μπορεί η (χωρίς έργα θεω­ρητική) πίστη (του) να τον σώσει; Αλλά θα πει κάποιος: συ έχεις (θεω­ρητική) πίστη και εγώ έχω (ενάρετα) έργα (χωρίς όμως και να έχω πίστη). Απόδειξέ μου την πίστη σου από τα έργα σου και θα σου αποδείξω και εγώ την πίστη μου από τα έργα μου. Εσύ πιστεύεις ότι ο Θεός είναι ένας. Καλά κάνεις. (Όμως) και τα δαιμόνια πιστεύουν (στην ύπαρξη του Θεού) και ανατριχιάζουν (μπροστά στη δικαιοσύνη και στη δύναμή Του). Θέλεις να μάθεις, κενέ (ανόητε) άνθρωπε, ότι η (θεωρη­τική) πίστη χωρίς τα (ενάρετα) έργα είναι νεκρή (και δεν μπορεί να σε σώσει);» Μάθε (λοιπόν) ότι «ο Αβραάμ ο προπάτοράς μας δικαιώθηκε (έγινε δίκαιος) από τα (ενάρετα) έργα (του), αφού έφερε (ανέβασε) πάνω στο θυσιαστήριο τον Ισαάκ τον υιό του. Βλέπεις ότι η πίστη τελειοποι­ήθηκε από τα έργα;».
«Βλέπετε ότι ο άνθρωπος δικαιώνεται (γίνεται δίκαιος) από τα (ενάρετα) έργα, και όχι από τη (θεωρητική) πίστη» μόνη της;
«Γι’ αυτό, αφού περιμαζέψετε όλο σας το μυαλό» με σωφροσύνη, λέγει ο θείος Πέτρος, «στηρίξετε πλήρως τις ελπίδες σας στη θεία Χάρη, που προσφέρεται σε σας με την αποκάλυψη του Ιησού Χριστού, ως παιδιά της υπακοής, χωρίς να συσχηματίζεστε με τις πρότερον επιθυμίες σας, οι οποίες σας εξουσίαζαν, όταν βρισκόσασταν στην άγνοια, αλλά σύμφωνα με τον άγιο Θεό, που σας κάλεσε στο δρόμο του αγιασμού, να γίνεστε και σεις οι ίδιοι άγιοι σε κάθε συναναστροφή, διότι είναι γραμ­μένο: Να γίνεστε άγιοι, διότι εγώ (ο Πατέρας σας) είμαι άγιος. Και εάν ονομάζετε Πατέρα σας τον Θεό, ο Οποίος κρίνει αμερόληπτα όλους σύμφωνα με τις πράξεις του καθενός, με φόβο Θεού να συμπεριφερθείτε κατά το χρόνο της παροικίας σας στη γη, που δεν είναι η παντοτινή σας πατρίδα, γιατί γνωρίζετε ότι όχι με φθαρτά λύτρα, δηλαδή με αργυρά ή χρυσά νομίσματα, λυτρωθήκατε από τη μάταιη και αμαρτωλή ζωή και συναναστροφή σας, αλλά με το τίμιο αί­μα του Χριστού, το οποίο προσφέρθηκε θυσία ως αίμα αμώμου και καθαρού από κάθε ηθική κηλίδα αμνού».
Για τούτο, «αφού αποθέσετε κάθε κακία και κάθε δόλο και υποκρισίες και φθόνους και όλες τις καταλαλιές , ως νεογέννητα βρέφη να επιθυμήσετε πολύ το θρεπτικό ανόθευτο γάλα της θείας Χάριτος, για να μεγαλώσετε με αυτό, εάν βεβαίως γευθήκατε (και από την πείρα σας μάθατε) ότι ο Κύριος είναι πάντοτε ευεργετικός και αγαθός». Και αυτός ο οποίος, αφού έπαθε σωματικά (συσταυρούμενος με τον Χριστό), έχει παύσει να αμαρτάνει, έτσι ώστε να μην επιθυμεί πλέον να ζήσει τον υπόλοιπο χρόνο των ανθρώπων μέσα στην αμαρτία, αλλά σύμφωνα με το θέλημα του Θεού. Διότι είναι αρκετός ο χρόνος της ζωής σας, που έχει περάσει μέσα στις ακολασίες».
«Διότι, εάν ο Θεός δε λογάριασε τους αγγέλους που αμάρτησαν, αλλά, αφού τους έριξε στα τάρταρα, τους παρέδωσε να είναι φυλαγμένοι σε σειρές από βαθύ σκότος μέχρι να δικαστούν κατά την ημέρα της Κρίσεως, και εάν δεν λυπήθηκε τον παλαιό κόσμο (προ του κατακλυσμού) και εάν, αφού μετέβαλε σε στάχτη τις πόλεις των Σοδόμων και των Γομόρρων, τις καταδίκασε σε καταστροφή, αφού τις είχε βάλει ως φοβερό παράδειγμα σε εκείνους που έμελλαν να ασεβούν», τότε να είστε βέ­βαιοι ότι, «θα έλθει η ημέρα του Κυρίου κατά την οποία θα κρί­νει τον κόσμο. Και θα έλθει ξαφνικά, όπως ο κλέφτης μέσα στη νύκτα, κατά την οποία οι ουρανοί με θορυβώδη ήχο θα παρέλθουν, τα δε στοιχεία, αφού θα καούν, θα διαλυθούν και η γη και τα έργα που θα υπάρχουν σ’ αυτήν, θα κατακαούν.
Αφού λοι­πόν όλα αυτά με αυτόν τον τρόπο διαλύονται, σκεφθείτε πόσο ταπει­νοί πρέπει να είστε σεις οι Χριστιανοί κατά τις αγίες συναναστροφές και τις ευσέβειές σας, προσδοκώντας και επιταχύνοντας την παρουσία (τον ερχομό) της ημέρας του Θεού;».
«Παιδιά μου», λέγει ο Ιωάννης ο Θεολόγος, «τελευταία και κρίσιμη είναι η σημερινή εποχή, και καθώς ακούσατε από τη διδασκαλία των Αποστόλων ότι έρχεται ο αντίχριστος, και τώρα ακριβώς έχουν παρουσιαστεί πολλοί αντίχριστοι· Απ’ αυτό μαθαίνουμε ότι είναι κρίσιμη η εποχή μας», «και σας αναγγέλλουμε, ότι ο Θεός είναι το φως, και ουδέν ίχνος σκό­τους υπάρχει εις Αυτόν. Εάν λοιπόν πούμε ότι έχουμε κοινωνία μαζί Του και ζούμε στο σκότος της αμαρτίας, ψευδόμαστε και δεν λέμε την αλήθεια. Εάν όμως περπατούμε μέσα στο φως. ζώντας σύμφωνα με τον ευαγγελικό λόγο, όπως ο ίδιος ο Θεός είναι στο φως, τότε έχουμε κοινωνία με­ταξύ μας, και το αίμα του Ιησού Χριστού του Υιού του μας καθαρίζει από κάθε αμαρτία». «Και τώρα, παιδάκια μου, μένετε σταθερά ενωμένοι με Αυτόν, ώστε, όταν φανερωθεί, να έχουμε παρρησία (θάρρος), και να μην αισθανθούμε ντροπή απ’ Αυτόν , όταν Τον δούμε κατά τη (Δευτέρα) Παρου­σία Του».
Και γι’ αυτό λέγει ο Ιούδας ο Ιακώβου: «Τους αγγέλους, οι οποίοι δεν φύλαξαν το (υψηλό) αξίωμά τους, αλλά εγκατέλειψαν την κατοικία τους (στους ουρανούς), τους έχει κρατήσει δεμένους με αιώνια δεσμά κάτω από σκότος για να δικαστούν στην Κρίση της μεγάλης ημέρας (δηλαδή κατά τη Δευτέρα Παρουσία). Όπως τα Σόδομα και τα Γόμορρα, έτσι και οι πόλεις που βρίσκονταν γύρω απ’ αυτά, οι οποίες με τον ίδιο με τα Σόδομα και τα Γόμορρα τρόπο, αφού παραδόθηκαν στην πορνεία και αφού παρασύρθηκαν σε παρά φύση ασέλγειες, βρίσκονται μπροστά μας ως παράδειγμα αμαρτωλών, που έχουν να δώσουν λόγο με την ποινή του αιωνίου πυρός».
«Ας μη βασιλεύει λοιπόν η αμαρτία», διδάσκει ο Παύλος, «στο θνητό σας σώμα, ώστε να υπακούετε σ’ αυτήν παρασυρόμενοι από τις επιθυμίες του, ούτε να προσφέρετε τα μέλη σας ως όργανα της αδικίας, με αποτέλεσμα να σας νικά και να σας εξουσιάζει με αυτά η αμαρτία, αλλά να προσφέρετε τους εαυτούς σας στο Θεό, ως άνθρωποι οι οποίοι, αφού αναστηθήκατε με το βάπτισμα από τους νεκρούς, είστε ζωντανοί έχοντας μία νέα και αγία ζωή», και «όπως ακριβώς προσφέρατε τα μέλη σας να εί­ναι δούλα στην αμαρτία, και με την παράβαση του νόμου (να είναι δού­λα) στην ανομία, έτσι και τώρα να προσφέρετε τα μέλη σας (να είναι) δούλα στη δικαιοσύνη προς αγιασμό (σας)».
Γνωρίζετε, αγαπητοί μου αδελφοί, λύρα με δώδεκα χορδές, η οποία να παίζει με θεία έμπνευση και να ομοφωνεί ως προς το πόσο κακό (πράγμα) είναι η αμαρτία; Ας προσέχουμε λοι­πόν, αδελφοί (μου), τους εαυτούς μας, για να σωθούμε. Ας προσέχου­με (σ’ αυτές) τις προτροπές της Αγίας Γραφής και σ’ αυτά εδώ τα σωτηριώδη διδάγματα των Αποστόλων, και ας μη δίδουμε δευτερεύουσα σημασία στους λόγους του Α­γίου Πνεύματος. Διότι, γι’ αυτόν τον λόγο δεν σας είπα και σήμερα (πράγματα) από τον εαυτό μου, αλλά όλα όσα σας είπα είναι αγιοπνευματικά και αποστολικά (λόγια), ώστε να είναι βέβαιη η πίστη (σας σ’ αυτά).
Και τώρα μνημονεύω τον θείο Πέτρο, για να μου επι­σφραγίσει (επιβεβαιώσει) το λόγο και να προσευχηθεί θεόπνευστα για όλους σας, λέγοντας τα εξής: «Ο Θεός, που είναι η πηγή και ο χορηγός κάθε δωρεάς, ο Οποίος σας κάλεσε διά του Ιησού Χριστού στην αιώνια δόξα Του, Αυτός είθε να σας καταρτίσει, να σας στηρίξει, να σας ενδυναμώσει, να σας θεμελιώσει. Εις Αυτόν ανήκει η δόξα και η δύναμη εις τους αιώνες των αιώνων. Αμήν».
(Αγίου Νεοφύτου του Εγκλείστου, Κατήχησις ΙΖ΄, Εις τους Αγίους και Πανευφήμους Αποστόλους και περί της αγίας και θεοπνεύστου αυτών διδαχής και περί του μη παρέργως ακούειν των σωτηριωδών τούτων διδαγμάτων. Συγγράμματα τ. Β. Έκδ. Ιεράς Βασιλικής και Σταυροπηγιακής Μονής Αγ. Νεοφύτου, σ.278-282.)


Sunday, June 28, 2020

Κυριακὴ Γ’ Ματθαὶου

ΚΥΡΙΑΚΗ Γ' ΜΑΤΘΑΙΟΥ – ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ & ΠΡΕΒΕΖΗΣ

(Ματθ. 6,22-33)

Εἶπεν ὁ Κύριος· 
22. ὁ λύχνος τοῦ σώματός ἐστιν ὁ ὀφθαλμός· ἐὰν οὖν ὁ ὀφθαλμός σου ἁπλοῦς ᾖ, ὅλον τὸ σῶμά σου φωτεινὸν ἔσται· 
23. ἐὰν δὲ ὁ ὀφθαλμός σου πονηρὸς ᾖ, ὅλον τὸ σῶμά σου σκοτεινὸν ἔσται. εἰ οὖν τὸ φῶς τὸ ἐν σοὶ σκότος ἐστί, τὸ σκότος πόσον;
24. Οὐδεὶς δύναται δυσὶ κυρίοις δουλεύειν· ἢ γὰρ τὸν ἕνα μισήσει καὶ τὸν ἕτερον ἀγαπήσει, ἢ ἑνὸς ἀνθέξεται καὶ τοῦ ἑτέρου καταφρονήσει. οὐ δύνασθε Θεῷ δουλεύειν καὶ μαμωνᾷ. 
25. Διὰ τοῦτο λέγω ὑμῖν, μὴ μεριμνᾶτε τῇ ψυχῇ ὑμῶν τί φάγητε καὶ τί πίητε, μηδὲ τῷ σώματι ὑμῶν τί ἐνδύσησθε· οὐχὶ ἡ ψυχὴ πλεῖόν ἐστι τῆς τροφῆς καὶ τὸ σῶμα τοῦ ἐνδύματος;
26. ἐμβλέψατε εἰς τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ, ὅτι οὐ σπείρουσιν οὐδὲ θερίζουσιν οὐδὲ συνάγουσιν εἰς ἀποθήκας, καὶ ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος τρέφει αὐτά· οὐχ ὑμεῖς μᾶλλον διαφέρετε αὐτῶν; 
27. τίς δὲ ἐξ ὑμῶν μεριμνῶν δύναται προσθεῖναι ἐπὶ τὴν ἡλικίαν αὐτοῦ πῆχυν ἕνα; 
28. καὶ περὶ ἐνδύματος τί μεριμνᾶτε; καταμάθετε τὰ κρίνα τοῦ ἀγροῦ πῶς αὐξάνει· οὐ κοπιᾷ οὐδὲ νήθει· 
29. λέγω δὲ ὑμῖν ὅτι οὐδὲ Σολομὼν ἐν πάσῃ τῇ δόξῃ αὐτοῦ περιεβάλετο ὡς ἓν τούτων. 
30. Εἰ δὲ τὸν χόρτον τοῦ ἀγροῦ, σήμερον ὄντα καὶ αὔριον εἰς κλίβανον βαλλόμενον, ὁ Θεὸς οὕτως ἀμφιέννυσιν, οὐ πολλῷ μᾶλλον ὑμᾶς, ὀλιγόπιστοι; 
31. μὴ οὖν μεριμνήσητε λέγοντες, τί φάγωμεν ἢ τί πίωμεν ἢ τί περιβαλώμεθα; 
32. πάντα γὰρ ταῦτα τὰ ἔθνη ἐπιζητεῖ· οἶδε γὰρ ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος ὅτι χρῄζετε τούτων ἁπάντων.
33. ζητεῖτε δὲ πρῶτον τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν δικαιοσύνην αὐτοῦ, καὶ ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν.

https://aerapatera.wordpress.com/2020/06/28/κυριακὴ-γ-ματθαὶου-4/


Wednesday, June 24, 2020

Σιωπή


Δε ζήλεψα την ομορφιά των λουλουδιών
Τη σιωπή τους ζήλεψα
Που αναδίδει ακέραιη την ομορφιά τους

Sunday, June 21, 2020

Κυριακὴ Β’ Ματθαὶου

Κυριακή Β' Ματθαίου | Άγ. Ανάργυροι Ψυρρή

(Ματθ. 4,18-23)

Τῷ καιρῷ ἐκείνω, περιπατῶν ὁ Ἰησοῦς 
18. παρὰ τὴν θάλασσαν τῆς Γαλιλαίας εἶδε δύο ἀδελφούς, Σίμωνα τὸν λεγόμενον Πέτρον καὶ Ἀνδρέαν τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ, βάλλοντας ἀμφίβληστρον εἰς τὴν θάλασσαν· ἦσαν γὰρ ἁλιεῖς·
19. καὶ λέγει αὐτοῖς· δεῦτε ὀπίσω μου καὶ ποιήσω ὑμᾶς ἁλιεῖς ἀνθρώπων. 20. οἱ δὲ εὐθέως ἀφέντες τὰ δίκτυα ἠκολούθησαν αὐτῷ.
21. Καὶ προβὰς ἐκεῖθεν εἶδεν ἄλλους δύο ἀδελφούς, Ἰάκωβον τὸν τοῦ Ζεβεδαίου καὶ Ἰωάννην τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ, ἐν τῷ πλοίῳ μετὰ Ζεβεδαίου τοῦ πατρὸς αὐτῶν καταρτίζοντας τὰ δίκτυα αὐτῶν, καὶ ἐκάλεσεν αὐτούς. 
22. οἱ δὲ εὐθέως ἀφέντες τὸ πλοῖον καὶ τὸν πατέρα αὐτῶν ἠκολούθησαν αὐτῷ. 
23. Καὶ περιῆγεν ὅλην τὴν Γαλιλαίαν ὁ Ἰησοῦς διδάσκων ἐν ταῖς συναγωγαῖς αὐτῶν καὶ κηρύσσων τὸ εὐαγγέλιον τῆς βασιλείας καὶ θεραπεύων πᾶσαν νόσον καὶ πᾶσαν μαλακίαν ἐν τῷ λαῷ.


https://aerapatera.wordpress.com/2020/06/21/κυριακὴ-β-ματθαὶου-2/


Sunday, June 14, 2020

Κυριακὴ τῶν Ἁγὶων Πὰντων

ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ Ο ΘΕΙΟΤΑΤΟΣ ΧΟΡΟΣ (ΑΓΙΟΙ ΠΑΝΤΕΣ) | ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ...

Ματθ. 10,32-33, 37-38, 19,27-30)

Εἶπεν ὁ Κύριος τοῖς ἑαυτοὺ μαθηταίς·
32. Πᾶς οὖν ὅστις ὁμολογήσει ἐν ἐμοὶ ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὁμολογήσω κἀγὼ ἐν αὐτῷ ἔμπροσθεν τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς· 
33. ὅστις δ’ ἂν ἀρνήσηταί με ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ἀρνήσομαι αὐτὸν κἀγὼ ἔμπροσθεν τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς. 
37. Ὁ φιλῶν πατέρα ἢ μητέρα ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ἔστι μου ἄξιος· καὶ ὁ φιλῶν υἱὸν ἢ θυγατέρα ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ἔστι μου ἄξιος· 
38. καὶ ὃς οὐ λαμβάνει τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθεῖ ὀπίσω μου, οὐκ ἔστι μου ἄξιος. 
27. Τότε ἀποκριθεὶς ὁ Πέτρος εἶπεν αὐτῷ· ἰδοὺ ἡμεῖς ἀφήκαμεν πάντα καὶ ἠκολουθήσαμέν σοι· τί ἄρα ἔσται ἡμῖν; 
28. ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ὑμεῖς οἱ ἀκολουθήσαντές μοι, ἐν τῇ παλιγγενεσίᾳ, ὅταν καθίσῃ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐπὶ θρόνου δόξης αὐτοῦ, καθίσεσθε καὶ ὑμεῖς ἐπὶ δώδεκα θρόνους κρίνοντες τὰς δώδεκα φυλὰς τοῦ Ἰσραήλ.
29. καὶ πᾶς ὃς ἀφῆκεν οἰκίας ἢ ἀδελφοὺς ἢ ἀδελφὰς ἢ πατέρα ἢ μητέρα ἢ γυναῖκα ἢ τέκνα ἢ ἀγροὺς ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός μου, ἑκατονταπλασίονα λήψεται καὶ ζωὴν αἰώνιον κληρονομήσει. 
30. Πολλοὶ δὲ ἔσονται πρῶτοι ἔσχατοι καὶ ἔσχατοι πρῶτοι.





https://aerapatera.wordpress.com/2020/06/14/κυριακὴ-τῶν-ἁγὶων-πὰντων-5/


Friday, June 12, 2020

Η ερμηνεία της εικόνας της Πεντηκοστής - Χρήστου Γ. Γκότση


Πεντήκοντα ἡμέρας μετά τό Πάσχα ἡ Ἐκκλησία μας ἑορτάζει τήν Πεντηκοστήν εἰς ἀνάμνησιν τῆς ἐπιφοιτήσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐπί τούς ἁγίους Μαθητάς τοῦ Κυρίου. Ἡ ἐπιφοίτησις αὐτή ἔγινε τήν ἡμέραν πού οἱ Ἰουδαῖοι ἑώρταζον τήν ἑορτήν τῆς Πεντηκοστῆς. Οἱ Ἰουδαῖοι μέ τήν ἑορτήν αὐτήν ηὐχαρίστουν τόν Θεόν διά τήν συγκομιδήν τῶν σιτηρῶν. Διά τοῦτο ἡ Πεντηκοστή ἐλέγετο καί ἑορτή τοῦ θερισμοῦ ἤ τῶν πρώτων καρπῶν. Κατά τούς χρόνους ὅμως τοῦ Κυρίου εἶχε καί ἄλλην σημασίαν. Ἦτο ἑορτή ἀναμνηστική τῆς παραδόσεως ὑπό τοῦ Θεοῦ τοῦ Νόμου εἰς τόν Μωϋσῆν, πού ἔγινε τήν 50ήν ἡμέραν μετά τό Πάσχα.
Κατ᾿ αὐτήν τήν ἐπίσημον ἡμέραν ἡ ὑπόσχεσις τοῦ Κυρίου εἰς τούς Ἀποστόλους περί ἀποστολῆς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τῆς «δυνάμεως ἐξ ὕψους», ἔγινε πραγματικότης. «Καί ὤφθησαν αὐτοῖς (=εἶδον μέ τά μάτια των) διαμεριζόμεναι γλῶσσαι ὡσεί πυρός, ἐκάθισέ τε ἐφ᾿ ἕνα ἕκαστον αὐτῶν, καί ἐπλήσθησαν ἅπαντες Πνεύματος Ἁγίου, καί ἤρξαντο λαλεῖν ἑτέραις γλώσσαις καθώς τό Πνεῦμα ἐδίδου αὐτοῖς ἀποφθέγγεσθαι» (Πράξ. 2, 3-4).
Ὁ Ἀπόστολος Πέτρος, ἐμπνευσμένος καί ἐνισχυμένος ἀπό τό Ἅγιον Πνεῦμα, ὡμίλησε κατά τήν ἡμέραν τῆς Πεντηκοστῆς εἰς τά συγκεντρωθέντα πρό τῆς οἰκίας τῶν Ἀποστόλων πλήθη. «Οἱ μέν οὖν ἀσμένως (=μέ χαράν) ἀποδεξάμενοι τόν λόγον αὐτοῦ ἐβαπτίσθησαν, καί προσετέθησαν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ ψυχαί ὡσεί τρισχίλιαι». (Πράξ. 2, 41).
Μέ τήν κάθοδον τοῦ Ἁγίου Πνεύματος κατά τήν Πεντηκοστήν ἐνεφανίσθη ἐπισήμως εἰς τόν κόσμον ἡ Ἐκκλησία, ἡ ὁποία συνεχίζει τό ἔργον τοῦ Κυρίου ἐπί τῆς γῆς. Ὅπως εἰς τό ὄρος Σινᾶ ἡ παράδοσις τοῦ Νόμου εἰς τόν Μωϋσῆν κατέστησε τούς Ἰσραηλίτας περιούσιον λαόν τοῦ Θεοῦ, ἔτσι καί μέ τήν δωρεάν ἔκχυσιν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐπί τούς Ἀποστόλους ἐγεννήθη ὁ νέος περιούσιος λαός τοῦ Θεοῦ, ἡ Ἐκκλησία. Ἔκτοτε τό Ἅγιον Πνεῦμα διαμένει εἰς τήν Ἐκκλησίαν καί εἶναι ἡ δύναμις καί ἡ ψυχή της.
Ὕστερα ἀπό τά λεχθέντα διά τό ἱστορικόν τῆς ἑορτῆς τῆς Πεντηκοστῆς ἐρχόμεθα εἰς τήν περιγραφήν καί σημασίαν τῶν μορφῶν τῆς εἰκόνος.

1.-. Περιγραφή τῆς εἰκόνος
Ἡ εἰκών τῆς Πεντηκοστῆς παρουσιάζει ὑπερῷον. Εἶναι τό ὑπερῷον «οὗ ἦσαν καταμένοντες» οἱ Ἀπόστολοι μετά τήν Ἀνάληψιν τοῦ Κυρίου. Οἱ Ἀπόστολοι κάθηνται ἡμικυκλικῶς. Εἰς τήν κορυφήν τοῦ ἡμικυκλίου εἶναι οἱ Πρωτοκορυφαῖοι Ἀπόστολοι Πέτρος καί Παῦλος. Τρίτος δεξιά τοῦ Πέτρου εἶναι ὁ Ἀπόστολος καί Εὐαγγελιστής Λουκᾶς καί ἀπέναντί του ὁ Ἀπόστολος καί Εὐαγγελιστής Μᾶρκος, τρίτος παρά τόν Παῦλον. Ἀκολουθοῦν οἱ λοιποί Ἀπόστολοι κατά σειράν ἡλικίας. Ὅλοι εἶναι ἤρεμοι μέ γλυκεῖαν ἔκφρασιν καί στοχαστικόν βλέμμα. Κρατοῦν εἰλητάρια ἐκτός τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, πού κρατεῖ βιβλίον. Εἶναι τά σύμβολα τοῦ διδακτικοῦ χαρίσματος, πού ἔλαβον ἀπό τό Ἅγιον Πνεῦμα. Μεταξύ τῶν Πρωτοκορυφαίων διακρίνεται ἕνα κάθισμα κενόν. Εἶναι ἡ θέσις τοῦ Χριστοῦ, τῆς θείας Κεφαλῆς τῆς Ἐκκλησίας, τήν ὁποίαν εἰκονίζει ἡ εἰκών τῆς Πεντηκοστῆς.
Εἰς τό ἄνω μέρος τῆς εἰκόνος εἰκονίζεται ὁ οὐρανός διά τμήματος κύκλου. Ἐξ αὐτοῦ ἐκπέμπονται δώδεκα ἀκτῖνες φωτός, κατερχόμεναι εἰς τούς Ἀποστόλους. Εἰς τήν εἰκόνα μας, ἐκτός τῶν κατερχομένων ἀκτίνων, αἰωρεῖται ἐπάνω ἀπό τήν κεφαλήν ἑκάστου Ἀποστόλου «γλῶσσα ὡσεί πυρός», πού σημαίνει ὅτι «ἐπλήσθησαν ἅπαντες Πνεύματος Ἁγίου» καί ἀπέκτησαν τό χάρισμα τῆς γλωσσολαλίας. Ὁ Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος εἶχε προφητεύσει τοῦτο, ὅταν ἔλεγεν εἰς τούς ἀκροατάς του ὅτι ὁ «ὀπίσω του ἐρχόμενος», ὁ Χριστός, θά βαπτίσῃ τούς ὀπαδούς Του μέ Πνεῦμα Ἅγιον καί μέ πῦρ τῆς θείας Χάριτος.
Κάτωθεν τοῦ καθίσματος, ἐπάνω εἰς τό ὁποῖον εἶναι καθισμένοι (οἱ Ἀπόστολοι), εἰκονίζεται μορφή γέροντος μέ στέμμα εἰς τήν κεφαλήν του καί μέ ὀξύ στρογγύλον γένειον, κρατῶν μέ τάς δύο χεῖρας του σινδόνι, μέσα εἰς τό ὁποῖον φαίνονται δώδεκα εἰλητάρια, ἤγουν χαρτία τυλιγμένα. Ὁ γέρων οὗτος παριστᾷ τόν Κόσμον, τά δέ χαρτία τούς δώδεκα κλήρους ὁπού ἐκληρώθη ἡ οἰκουμένη νά κηρυχθῇ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ ἀπό τούς Ἀποστόλους.
«Εἰς τάς ἀρχαιοτέρας εἰκόνας τῆς Πεντηκοστῆς, ἀντί τοῦ Κόσμου, ζωγραφίζονται κάποιοι ἄνθρωποι ἀπό διαφόρους φυλάς, ντυμένοι μέ παράδοξα φορέματα καί γυρισμένοι κατ᾿ ἐπάνω, ὡσάν νά ἀκούουν ἐξεστηκότες τό κήρυγμα τῶν Ἀποστόλων, καί ἐπάνωθεν αὐτῶν ἡ ἐπιγραφή ΛΑΟΙ, ΦΥΛΑΙ ΚΑΙ ΓΛΩΣΣΑΙ. Παριστάνουν δέ οὗτοι τούς ἀνθρώπους ἀπό τά διάφορα ἔθνη, ὁπού εὑρέθησαν εἰς τά Ἱεροσόλυμα κατά τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, τήν ὥραν ὅπου κατῆλθεν τό Ἅγιον Πνεῦμα καί οἱ ὁποῖοι, ὅταν ἄκουσαν τήν βοήν ὁπού ἔγινεν ἀπό τήν ἐπιφοίτησιν τοῦ Παναγίου Πνεύματος, ἐμαζεύθησαν εἰς τόν οἶκον ὁπού εὑρίσκοντο οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι καί ἀποροῦσαν, διότι ἤκουον ὁ καθένας εἰς τήν γλῶσσάν του το κήρυγμα ὅπου ἔβγαινεν ἀπό τό στόμα τῶν μαθητῶν τοῦ Χριστοῦ, ὅπως διαλαμβάνουσιν αἱ Πράξεις τῶν Ἀποστόλων» (Φ. Κόντογλου).
2.-. Ἡ σημασία τῆς εἰκόνος. 
Ὅπως πληροφορούμεθα ἀπό τάς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων, κατά τήν ἡμέραν τῆς Πεντηκοστῆς εὑρίσκοντο εἰς τό ὑπερῷον περίπου ἑκατόν εἴκοσι πρόσωπα. Συνεπῶς τήν δωρεάν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος δέν ἔλαβον μόνον οἱ Δώδεκα Ἀπόστολοι. Ὅλοι οἱ παρευρισκόμενοι «ἐπλήσθησαν Πνεύματος Ἁγίου». Ἐπί πλέον ὁ Ἀπόστολος Πέτρος εἰς τήν ὁμιλίαν του κατά τήν ἡμέραν τῆς Πεντηκοστῆς διεβεβαίωσεν, ὅτι ὅλοι ὅσοι θά μετανοήσουν καί βαπτισθοῦν, θά λάβουν «τήν δωρεάν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος». Ὡς ἐκ τούτου οἱ ἑκατόν εἴκοσι μαθηταί ἐκπροσωποῦν τήν ὅλην Ἐκκλησίαν. Διά τόν βυζαντινόν ἁγιογράφον εἶναι ἀντιπρόσωποι τῆς Ἐκκλησίας ὅλων τῶν γενεῶν καί ὅλων τῶν αἰώνων. Αὐτός εἶναι ὁ λόγος, πού ἐνῷ τά καθήμενα πρόσωπα εἶναι δώδεκα, ὁ ἀριθμός αὐτός δέν ἀντιστοιχεῖ πρός τούς Δώδεκα Ἀποστόλους. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος καί οἱ Εὐαγγελισταί Λουκᾶς καί Μᾶρκος, πού εἰκονίζονται εἰς τήν εἰκόνα, δέν ἀνῆκον εἰς τόν κύκλον τῶν ἀμέσων Μαθητῶν τοῦ Κυρίου.
Εἰς ἀντίθεσιν πρός τάς ἁγίας μορφάς τῶν Ἀποστόλων ἔρχεται ἡ συμβολική μορφή τοῦ Κόσμου. Δι᾿ αὐτήν διαβάζομεν εἰς ἕνα κείμενον τοῦ 17ου αἰῶνος: «Διατί κατά τήν κάθοδον τοῦ Ἁγίου Πνεύματος παρουσιάζεται ἕνας ἄνθρωπος καθήμενος εἰς σκοτεινόν μέρος, κυρτωμένος ἀπό τά χρόνια, ἐνδεδυμένος μέ κόκκινον ἔνδυμα, μέ βασιλικόν στέμμα ἐπί τῆς κεφαλῆς του καί μ᾿ ἕνα λευκόν ὕφασμα εἰς τάς χεῖράς του, πού περιέχει δώδεκα γραμμένους κυλίνδρους; Ὁ ἄνθρωπος κάθηται εἰς σκοτεινόν μέρος, ἐπειδή ἡ οἰκουμένη ἦτο προηγουμένως χωρίς πίστιν. Εἶναι κυρτωμένος ἀπό τά χρόνια, διότι εἶχε γηράσει ἀπό τήν ἁμαρτίαν τοῦ Ἀδάμ. Τό κόκκινόν του ἔνδυμα ὑποδηλώνει τάς αἱματηράς θυσίας τοῦ πονηροῦ. Τό βασιλικόν στέμμα ὑποδηλώνει τήν ἁμαρτίαν, πού ἐκυβέρνα τόν κόσμον. Τό λευκόν ὕφασμα εἰς τάς χεῖράς του μέ τούς δώδεκα κυλίνδρους σημαίνει τούς Δώδεκα Ἀποστόλους, πού ἔφεραν φῶς εἰς τήν οἰκουμένην μέ τήν διδασκαλίαν των».
Ὁ Χριστός ὁ Θεός ἡμῶν, «ὁ πανσόφους τούς ἁλιεῖς ἀναδείξας», εἶναι «χθές καί σήμερον ὁ αὐτός καί εἰς τούς αἰῶνας». Διά τοῦτο πρέπει εἰς τήν προσευχήν μας νά Τόν παρακαλῶμεν νά μᾶς φωτίζει καί ἁγιάζῃ μέ τό Ἅγιον Πνεῦμα, πού εἶναι «ὁ φρουρός καί ἁγιοποιός τῆς Ἐκκλησίας, ὁ διοικητής τῶν ψυχῶν, ὁ κυβερνήτης τῶν χειμαζομένων, ὁ φωταγωγός τῶν πεπλανημένων καί ἀθλοθέτης τῶν ἀγωνιζομένων καί στεφανωτής τῶν νενικηκότων» (Κυρίλλου Ἱεροσολύμων, Κατήχησις 17, 3).


Από τό βιβλίο του Χρήστου Γκότση  «Ο ΜΥΣΤΙΚΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΤΩΝ ΒΥΖΑΝΤΙΝΩΝ ΕΙΚΟΝΩΝ»  τ. Α΄, Αθήνα 1971


Monday, June 8, 2020

Ακολουθία της Αγίας Καλλιόπης



ΙΟΥΝΙΟΥ Η'. ( 08 )
Μνήμη τῆς Ἁγίας Παρθενομάρτυρος Καλλιόπης. Ποίημα μοναχοῦ Γερασίμου Μικραγιαννανίτου

ΕΝ Τῼ ΕΣΠΕΡΙΝῼ
Μετὰ τὸν Προοιμιακόν, τὸ, Μακάριος ἀνήρ. Εἰς δὲ τὸ, Κύριε ἐκέκραξα,
ἱστῶμεν Στίχους στ' καὶ ψάλλομεν τὰ ἐξῆς
Προσόμοια τῆς Ἁγίας. Ἦχος δ ́.  ̔Ως γενναῖον ἐν Μάρτυσιν.

Φερωνύμως τὸ ἄχραντον, τοῦ Χριστοῦ καὶ ἀμήχανον, κάλλος ἐπεπόθησας καλλιπάρθενε· ἔνθεν σαυτὴν κατεκάλλυνας, ἁγνείας τοῖς κάλλεσι, καὶ ἀθλήσει ἱερᾷ, Καλλιόπη πανεύφημε, καἰ ἀνέδραμες, εἰς νυμφῶνας ζωῆς τῆς ἀϊδίου, τῇ στολῇ τῆς ἀφθαρσίας, περιφανῶς διαλάμπουσα.
Τῆς ψυχῆς τὴν λαμπρότητα, τῷ ὡραίῳ τοῦ σώματος, πᾶσιν ὑπεμφαίνουσα καλλιπάρθενε, κατηγγυήθης ὡς ἄφθορος, Χριστῷ τῷ Θεῷ ἡμῶν, καὶ τοῖς ἴχνεσιν αὐτοῦ, ἀκλινῶς ἠκολούθησας, θείοις σκάμμασι, καθελοῦσα τοῦ σκότους τὸν προστάτην, Καλλιόπη μακαρία, τῇ στερροτάτῃ ἀθλήσει σου.
Ὡς τρωθεῖσα τῷ ἔρωτι, τῆς Χριστοῦ ἀγαπήσεως, Καλλιόπη πάνσεμνε ἠνδραγάθησας, ἀνδρειοτάτῳ φρονήματι, ἀγῶσιν ἀθλήσεως, καὶ τὸν δόλιον ἐχθρόν, τὸν τὴν Εὔαν πτερνίσαντα, καταβέβληκας· διὰ τοῦτο τῆς δόξης τοῦ Κυρίου, ὡς περίδοξος παρθένος, καὶ ἀθληφόρος ἠξίωσαι.
Τὰς στρεβλώσεις τοῦ σώματος, καὶ μαστῶν τὴν ἀφαίρεσιν, ὥσπερ ἂλλου πάσχοντος ἐκαρτέρησας, κραταιουμένη τῇ Χάριτι, Χριστοῦ τοῦ νυμφίου σου· ὅθεν ῎Αγγελος φωτὸς ἐπιστὰς οὐρανόθεν σοι, θείῳ νεύματι, τῶν τοιούτων ἰᾶται ὁδυνῶν σε, Καλλιόπη μακαρία, Παρθενομάρτυς πολύαθλε.

Τοῦ πυρὸς τὴν κατάφλεξιν, καὶ μαστίγων τὴν ἔφοδον, ψυχικῇ στερρότητι καὶ φαιδρότητι, καὶ τῶν ξεσμῶν τὴν δριμύτητα, ὑπέμεινας χαίρουσα, τῶνμελλόντων ἀγαθῶν, προορῶσα τὴν ἔλλαμψιν, καὶ τὴν ἄληκτον, εὐφροσύνην τῆς ἄνω βασιλείας,  ̓Αθληφόρε Καλλιόπη, ἧς ἐπαξίως τετύχηκας.
Τῷ οἰκείῳ σου αἵματι, φοινιχθεῖσα πανεύψημε, καὶ καλῶς τελέσασα τὸν ἀγῶνά σου, λαμπαδηφόρος ἀνέδραμες, Καλλιόπη ἔνδοξε, πρὸς παστάδα φωταυγῆ, πρὸς νυμφῶνα οὐράνιον, τὴν ἀθάνατον, καρπουμένη χαρὰν καὶ θυμηδίαν, τῆς τερπνότητος Κυρίου, τοῦ θαυμαστῶς σε δοξάσαντος.

Δόξα. Ἦχος πλ. β ́.
Τὸ πῦρ τῆς θείας ἀγάπης, δεξαμένη ἐν τῇ ψυχῆ, τῇ φωνῇ τοῦ νυμφίου Χριστοῦ
ἠκολούθησας, Καλλιόπη θεόφρον· σεαυτὴν γὰρ ἀπαρνησαμένη, οὐρανίῳ φρονήματι, μαρτυρικὸν δίαυλον ἤνυσας, καὶ τῆς παρθενίας τὴν χλαῖναν, λαμπροτέραν ἀπειργάσω, τοῖς ὑπὲρ τῆς εὐσεβείας ἄθλοις· ὅθεν ἐν οὐρανίοις θαλάμοις χορεύουσα, ὡς παρθένος φρονίμη, καὶ μάρτυς ἠγλαϊσμένη, ἱκέτευε δεόμεθα, ὑπἐρ τῶν ψυχῶν ὴμῶν.

Τῆς Ἑορτῆς ἢ τὸ τῆς Θεοτόκου.
Καὶ νῦν.Τίς μὴ μακαρίσει σε.
Εἴσοδος, Φῶς ἱλαρόν, τὸ Προκείμενον τῆς ἡμέρας καὶ τὰ Ἀναγνώσματα. Προφητείας Ἡσαΐου τὸ ἀνάγνωσμα

(Κεφ. ΜΓ ́ 9-14)
Τάδε λέγει Κύριος· πάντα τὰ ἔθνη συνήχθησαν ἅμα, καὶ συναχθήσονται ἄρχοντες ἐξ αὐτῶν. τίς ἀναγγελεῖ ταῦτα; ἢ τὰ ἐξ ἀρχῆς τίς ἀναγγελεῖ ὑμῖν; ἀγαγέτωσαν τοὺς μάρτυρας αὐτῶν καὶ δικαιωθήτωσαν καὶ εἰπάτωσαν ἀληθῆ. Γίνεσθέ μοι μάρτυρες, καὶ ἐγὼ μάρτυς, λέγει Κύριος ὁ Θεός, καὶ ὁ παῖς μου, ὃν ἐξελεξάμην, ἵνα γνῶτε καὶ πιστεύσητε καὶ συνῆτε ὅτι ἐγώ εἰμι. ἔμπροσθέν μου οὐκ ἐγένετο ἄλλος Θεὸς καὶ μετ ̓ ἐμὲ οὐκ ἔσται. Ἐγὼ ὁ Θεός, καὶ οὐκ ἔστι πάρεξ ἐμοῦ ὁ σῴζων. Ἐγὼ ἀνήγγειλα καὶ ἔσωσα, ὠνείδισα καὶ οὐκ ἦν ἐν ὑμῖν ἀλλότριος. ὑμεῖς ἐμοὶ μάρτυρες καὶ ἐγὼ Κύριος ὁ Θεός. Ἔτι ἀπ ̓ ἀρχῆς καὶ οὐκ ἔστιν ὁ ἐκ τῶν χειρῶν μου ἐξαιρούμενος· ποιήσω, καὶ τίς ἀποστρέψει αὐτό; Οὕτως λέγει Κύριος ὁ Θεὸς ὁ λυτρούμενος ὑμᾶς, ὁ ἅγιος τοῦ  ̓Ισραήλ.

Σοφίας Σολομῶντος τὸ Ἀνάγνωσμα. (Κεφ. γ', 1-9).
Δικαίων ψυχαὶ ἐν χειρὶ Θεοῦ, καὶ οὐ μὴ ἅψηται αὐτῶν βάσανος. Ἔδοξαν ἐν ὀφθαλμοῖς ἀφρόνων τεθνάναι, καὶ ἐλογίσθη κάκωσις ἡ ἔξοδος αὐτῶν καὶ ἡ ἀφ' ἡμῶν πορεία σύντριμμα, οἱ δέ εἰσιν ἐν εἰρήνῃ. Καὶ γὰρ ἐν ὄψει ἀνθρώπων ἐὰν κολασθῶσιν, ἡ ἐλπὶς αὐτῶν ἀθανασίας πλήρης. Καὶ ὀλίγα παιδευθέντες, μεγάλα εὐεργετηθήσονται, ὅτι ὁ Θεὸς ἐπείρασεν αὐτοὺς καὶ εὗρεν αὐτοὺς ἀξίους ἑαυτοῦ. Ὡς χρυσὸν ἐν χωνευτηρίῳ ἐδοκίμασεν αὐτοὺς καὶ ὡς ὁλοκάρπωμα θυσίας προσεδέξατο αὐτούς. Καὶ ἐν καιρῷ ἐπισκοπῆς αὐτῶν ἀναλάμψουσι καὶ ὡς σπινθῆρες ἐν καλάμῃ διαδραμοῦνται. Κρινοῦσιν ἔθνη καὶ κρατήσουσι λαῶν, καὶ βασιλεύσει αὐτῶν Κύριος εἰς τοὺς αἰῶνας. Οἱ πεποιθότες ἐπ' αὐτῷ συνήσουσιν ἀλήθειαν, καὶ οἱ πιστοὶ ἐν ἀγάπῃ προσμενοῦσιν αὐτῷ, ὅτι χάρις καὶ ἔλεος ἐν τοῖς ὁσίοις αὐτοῦ, καὶ ἐπισκοπὴ ἐν τοῖς ἐκλεκτοῖς αὐτοῦ.

Σοφίας Σολομῶντος τὸ Ἀνάγνωσμα. (Κεφ. γ.' 15.)
Δίκαιοι εἰς τὸν αἰῶνα ζῶσι, καὶ ἐν Κυρίῳ ὁ μισθὸς αὐτῶν, καὶ ἡ φροντὶς αὐτῶν παρὰ Ὑψίστῳ. Διὰ τοῦτο λήψονται τὸ βασίλειον τῆς εὐπρεπείας, καὶ τὸ διάδημα τοῦ κάλλους ἐκ χειρὸς Κυρίου· ὅτι τῇ δεξιᾷ αὐτοῦ σκεπάσει αὐτούς, καὶ τῷ βραχίονι ὑπερασπιεῖ αὐτῶν. Λήψεται πανοπλίαν τὸν ζῆλον αὐτοῦ, καὶ ὁπλοποιήσει τὴν κτίσιν εἰς ἄμυναν ἐχθρῶν. Ἐνδύσεται θώρακα, δικαιοσύνην, καὶ περιθήσεται κόρυθα, κρίσιν ἀνυπόκριτον. Λήψεται ἀσπίδα ἀκαταμάχητον, ὁσιότητα· ὀξυνεῖ δὲ ἀπότομον ὀργὴν εἰς ῥομφαίαν. Συνεκπολεμήσει αὐτῷ ὁ κόσμος ἐπὶ τοὺς παράφρονας. Πορεύσονται εὔστοχοι βολίδες ἀστραπῶν, καὶ ὡς ἀπὸ εὐκύκλου τόξου τῶν νεφῶν, ἐπὶ σκοπὸν ἁλοῦνται, καὶ ἐκ πετροβόλου θυμοῦ πλήρεις ῥιφήσονται χάλαζαι. Ἀγανακτήσει κατ' αὐτῶν ὕδωρ θαλάσσης· ποταμοὶ δὲ συγκλύσουσιν ἀποτόμως. Ἀντιστήσεται αὐτοῖς πνεῦμα δυνάμεως, καὶ ὡς λαῖλαψ ἐκλικμήσει αὐτούς, καὶ ἐρημώσει πᾶσαν τὴν γῆν ἀνομία, καὶ ἡ κακοπραγία περιτρέψει θρόνους δυναστῶν. Ἀκούσατε οὖν βασιλεῖς, καὶ σύνετε· μάθετε δικασταὶ περάτων γῆς· ἐνωτίσασθε οἱ κρατοῦντες πλήθους, καὶ γεγαυρωμένοι ἐπὶ ὄχλοις ἐθνῶν ὅτι ἐδόθη παρὰ Κυρίου ἡ κράτησις ὑμῖν, καὶ ἡ δυναστεία παρὰ Ὑψίστου.

Εἰς τὴν Λιτήν,  ̓Ιδιόμελα. Ἦχος α ́.
Τῆς εὐσεβείας τὸ κάλλος, φερωνύμως γεωργοῦσα, ἔργῳ τὴν κλῆσιν ἐλάμπρυνας, Καλλιόπη πανεύφημε· ἀθλητικὸν γὰρ στάδιον διέδραμες, ἀρρενωθεῖσα ταῖς φρεσί, καὶ τοῦ Χριστοῦ τὸ ὄνομα ὲδόξασας, ταῖς μαρτυρικαῖς σου ἀριστείαις. ῞Οθεν κατ' ἀξίαν ἐδοξάσθης, καὶ τὸν καρπὸν τῆς θεώσεως, ἐπιτηδείως ὲτρύγησας βοῶσα· Κύριε δόξα σοι.

Ἦχος β ́.
Τὴν τοῦ θήλεος ἀσθένειαν ἐμφρόνως ἀπορρίψασα πρὸς ἀνδρικοὺς ἀγῶνας, ἐχώρησας, καλλιμάρτυς Καλλιόπη· ὅθεν τοὺς μὲν τυράννους ἐξέπληξας, τῆ ψυχικῇ ἐνατάσει σου, τοῦ δὲ Σταυροῦ τὴν δύναμιν ὑπέδειξας, ὑπὲρ ἥλιον φαίνουσαν, τῆ ἐπανθούσῃ σοι χάριτι, ἐν τῷ πικρῶς τιμωρεῖσθαί σε· ἀνωτέρα γὰρ ὤφθης, καὶ στρεβλώσεων καὶ πυρός, καὶ τῷ ἐνδυναμοῦντί σε Χριστῷ ἐβόας Κύριε δόξα σοι.
῏Ηχος γ ́.
Σώματος ὥρᾳ διαπρέπουσα, τὴν ψυχικήν σου καλλονήν, Χριστῷ ἀνατέθεικας, Καλλιόπη καλλιπάρθενε· τῇ γὰρ ὀσμῇ τῶν μύρων αὐτοῦ ἑπομένη, πάντων τῶν ἐπὶ γῆς καταπεφρόνηκας, καὶ νύμφη περίδοξος, ὡς ἀληθῶς αὐτοῦ ἀναδέδειξαι· καὶ ὡς προῖκα πολύτιμον, τοὺς τῆς ἀθλήσεως πόνους, καὶ τῶν αἱμάτων τὰ ρεῖθρα, αὐτῷ προσενήνοχας· ὅθεν ἐν τῷ αἰωνίῳ νυμφῶνι κατεσκήνωσας, ἀκαταπαύστως βοῶσα· Κύριε δόξα σοι.
῏Ηχος δ ́.
Μαρτυρικῶς ἀθλοῦσα, ̓Αγγελικῆς ἐπιστασίας ἔτυχες, εὐδοκίᾳ κρείττονι, Καλλιόπη θεόνυμφε· ὅθεν τῶν μὲν ἀπηνῶν, ἐν τῷ σώματι αἰκισμῶν, τὴν ἀπαλλαγὴν καὶ ἴασιν εὗρες, πρὸς δἐ τοὺς προκειμένους ἀγῶνας, πολλῷ πλείονι προθυμίᾳ ἐχώρεις· ἔρως γὰρ θεῖος κατασχών σε, ἅπαν εἶδος τιμωρίας, καταγέλαστόν σοι γἐγονεν, ἐν ἀγαλλιάσει Χριστῷ βοώσῃ Κύριε δόξα σοι.
Δόξα. Ἦχος ὁ αὐτός.
Τὴν ἐν παρθένοις μάρτυρα, ὡς ἀθλητικῶς ἀγωνισθεῖσαν καὶ τῷ Χριστῷ
νυμφευθεῖσαν, Καλλιόπην τὴν θεόφρονα, ἀθλητικοῖς ἐπαίνοις στέψωμεν. Παρθενικῇ γὰρ ἐμπρέπουσα χάριτι, μαρτυρικὸν ἀγῶνα διήθλησε, καὶ ἐν ἀσθενείᾳ φύσεως, τὸν ἐν κακίᾳ ἰσχυρόν, κατεπάλαισε δράκοντα· ἀμαραντίνῳ δὲ τῆς νίκης, στεφάνῳ κοσμηθεῖσα, αἰτεῖται ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν, φωτισμὸν καὶ εἰρήνην, καὶ τὸ μέγα ἔλεος.

Καὶ νῦν. Τῆς Ἑορτῆς ἤ τὸ Θεοτοκίον
 ̓Εκ παντοίων κινδύνων.
Εἰς τὸν Στίχον, Στιχηρὰ Προσόμοια. Ἦχος πλ. α'. Χαίροις ἀσκητικῶν.

Χαίροις Παρθενομάρτυς Χριστοῦ, κάλλει ψυχῆς περιφανῶς διαλάμπουσα καὶ σώματος εὐπρεπείᾳ καθάπερ ἄνθος τερπνόν, ἠθῶν γεωργίᾳ καθαρότητος· σεμνότητος σκήνωμα παρθενίας ἀλάβαστρον, Πνεύματος θείου, τὸ εὐῶδες θησαύρισμα, λαμπὰς ἄσβεστος, θεϊκῆς ἀγαπήσεως· νύμφη Χριστοῦ ἀμόλυντος, καὶ μάρτυς ἀήττητος, τῆς Ἐκκλησίας φαιδρότης, τῶν εὐσεβῶν ἀγαλλίαμα, σεμνὴ Καλλιόπη, ἡ τοῖς πᾶσιν ἐξαιτοῦσα, τὸ μέγα ἔλεος.

Στίχ. Ὑπομένων ὑπέμεινα τὸν Κύριον καὶ προσέσχε μοι.
Πλούτῳ τῷ τῆς ἁγνείας σεμνή, πεποικιλμένη ὡς νεᾶνις θεόληπτος, εὐπνοίᾳ Χριστοῦ τῶν μύρων, τῶν νοητῶν γραφικῶς, ἀκορέστῳ πόθῳ ἠκολούθησας, καὶ τούτου τὸ ἄχραντον, Καλλιόπη ἐζήλωσας, καὶ θεῖον Πάθος, διὰ πάθους ἀθλήσεως, δι ́οὗ εὕρηκας, ἀπαθείας την ἔλλαμψιν· ὅθεν εἰς τὸν οὐράνιον, νυμφῶνα χορεύουσα, καὶ ἱερῶς θεουμένη, θεαρχικαῖς διαδόσεσιν, ἀπαύστως δυσώπει, ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν δοθῆναι, τὸ μέγα ἔλεος.

Στίχ. Θαυμαστὸς ὁ Θεὸς ἐν τοῖς  ̔Αγίοις αὐτοῦ.
Πόνους ἀκαταπλήκτῳ ψυχῆ, τοὺς ἀνυποίστους τῆς σαρκὸς ὑπομένουσα, μαστίγων ὑπέστης πεῖραν, καὶ τῶν μαστῶν τὴν τομήν, ἀκαταφλέκτως καὶ τὰς καταφλέξεις τοῦ σοῦ σώματος· διὸ θεῖος ῎Αγγελος, ἐπιστάς σοι ἰάσατο, τῶν ἀλγηδόνων, Καλλιόπη πανεύφημε, ἐνισχύσας σε, πρὸς τὰ μέλλοντα σκάμματα, ἅπερ ἀνδρείως ἤνυσας, καὶ πάντας ἐξέπληξας, τῆ καρτερίᾳ σου Μάρτυς, καὶ τῷ λαμπρῷ παραστήματι· καὶ νῦν τῆς ἀλήκτου, εὐφροσύνης ἐντρυφῶσα, ἡμῶν μνημονευε.

Δόξα. Ἦχος πλ. δ '.
Τῆς εὐσεβείας τὸν ἄθλον, ἐν ἀνδρείᾳ ψυχῆς, Καλλιόπη καλλιπάρθενε,
μαρτυρικῶς ἠγώνισαι· ὤ τοῦ θαύματος! πῶς τὸ εὐπαθὲς καὶ ἁπαλόν σου σῶμα, τομὰς καὶ καὑσεις ἤνεγκε, καὶ τὴν ὀφρὺν καθεῖλε, τοῦ πάλαι καθ ́ἡμῶν, ὠρυομένου ὡς λέοντος; ἀλλ' ἡ δυνάμει Χριστοῦ, τοῦ τὴν ἀσθένειαν ἡμῶν ἀναλαβόντος, καὶ παρέχοντος διὰ σοῦ, ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.
Καὶ νῦν. Τῆς  ̔Εορτῆς ἢ τὸ Θεοτοκίον. Δέσποινα πρόσδεξαι

Ἀπολυτίκιον.
Ἦχος α '. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Τοῦ Σωτῆρος τὸ κάλλος ἐκ ψυχῆς ἀγαπήσασα, καλλιπάρθενε κόρη, Καλλιόπη πανεύφημε, ἠγώνισαι στερρῶς ὑπὲρ αὐτοῦ, καὶ δόξης ἠξιώθης θεϊκῆς· διὰ τοῦτό σου τὴν μνήμην τὴν ἱεράν, τιμῶμεν ἐκβοῶντές σοι· δόξα τῷ δεδωκότι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ χορηγοῦντι διὰ σοῦ, ὴμῖν πταισμάτων ἄφεσιν.

Καὶ τὸ τῆς  ̔Εορτῆς ἢ τὸ Θεοτοκίον.
Τοῦ Γαβριὴλ φθεγξαμένου...

ΕΙΣ ΤΟΝ ΟΡΘΡΟΝ
Μετὰ τὴν α'. Στιχολογίαν, Κάθισμα.
Ἦχος α '. Τὸν τάφον σου Σωτήρ.
Ἀθλήσασα λαμπρῶς, Καλλιόπη θεόφρον, καθεῖλες τὴν ὀφρύν,τοῦ δολίου Βελίαρ· ἐντεῦθεν δεδόξασαι, τῇ τοῦ Πνεύματος χάριτι, καὶ παρίστασαι, τῷ σῷ νυμφίῳ καὶ Κτίστῃ, ἱκετεύουσα, ὑπὲρ ἡμῶν τῶν τελούντων, τὴν πάνσεπτον μνήμην σου.

Τῆς  ̔Εορτῆς ἢ τῆς Θεοτόκου.
Ανύμφευτε  ̔Αγνή, Θεοτόκε Παρθένε, ἡ τέξασα ἡμῖν, ὑπὲρ νοῦν τε καὶ λόγον, σαρκὸς ὁμοιώματι, τὸν Ὑπέρθεον Κύριον, ἀποκάθαρον, τὴν μολυνθεῖσαν ψυχήν μου, καὶ καταύγασον, τὰ τῆς καρδίας μου Κόρη, τυφλώττοντα ὄμματα.

Μετὰ τὴν β ́ Στιχολογίαν, Κάθισμα.
Ἦχος δ'. Ταχὺ προκατάλαβε.
Τρωθεῖσα τῷ ἔρωτι, τοῦ σοῦ νυμφίου Χριστοῦ, τὸ κάλλος ἀκήρατον, τὸ τῆς ψυχῆς σου σεμνή, αὐτῷ διετήρησας· τοῦτο δὲ ἐπὶ πλεῖον, ὡραΐσασα Μάρτυς, ἄθλοις τοῦ μαρτυρίου, καὶ αἱμάτων σταγόσιν, ἀνέδραμες γηθομένη, πρὸς δόξαν οὐράνιον.

Τῆς  ̔Εορτῆς ἢ τὸ τῆς Θεοτόκου.
Θεὸν τὸν ἀσώματον, ἐκ τῶν αἱμάτων τῶν σῶν,  ̔Αγνὴ σωματώσασα, δίχα τροπῆς καὶ φυρμοῦ, ἡμᾶς ἀνεκαίνισας· ὅθεν τῇ σῇ κυήσει, τῆς ἀρᾶς  λυτρωθέντες, ὤφθημεν Θεοτόκε, συμπολῖται  ̓Αγγέλων, μεθ' ὧν καὶ μεγαλύνομεν, τὴν ἄφραστον δόξαν σου.

Μετὰ τὸν Πολυέλεον. Κάθισμα,
Ἦχος πλ. α'. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Τῷ Χριστῷ νυμφευθεῖσα ψυχῆς θερμότητι, ὡς παρθένος φρονίμη καὶ ἀδιάφθορος, ἠκολούθησας αὐτῷ ἀσχέτῳ ἔρωτι, καὶ τὴν ἄθλησιν τὴν σὴν, ὥσπερ προῖκα ἐκλεκτήν, προσήγαγες τούτῳ κόρη, παρ' οὗ λαμπρῶς δοξασθεῖσα, κινδύνων ρύῃ τοὺς ὑμνοῦντάς σε.

Τῆς  ̔Εορτῆς ἢ τῆς Θεοτόκου.
Ἀειπάρθενε Κόρη θεοχαρίτωτε, τῶν ἀνθρώπων ἡ σκἑπη καὶ τὸ προσφύγιον, τοὺς προστρέχοντας ἀεὶ τῇ προστασίᾳ σου, διατήρει ἀσινεῖς, ἀπὸ πάσης προσβολῆς, τοῦ ὄφεως Θεοτόκε, καὶ συμπαθῶς πᾶσι δίδου, τῆς σῆς εὐνοίας τὴν χρηστότητα.

Τὸ α' Αντίφωνον τοῦ Δ ́. Ἤχου
Τὸ Προκείμενον.
 ̔Υπομένων ὑπέμεινα τὸν Κύριον καὶ προσέσχε μοι. Στίχ. Θαυμαστὸς ὁ Θεὸς ἐν τοῖς  ̔Αγίοις αὐτοῦ.
Εὐαγγέλιον τῶν δέκα Παρθένων.
Ζὴτει αὐτὸ τῷ δεκάτῳ ἑβδόμῳ Σαββάτῳ τοῦ Ματθαίου.

Δόξα, Ταῖς τῆς  ̓Αθληφόρου. Καὶ νῦν. Ταῖς τῆς Θεοτόκου.
 ̓Ιδιόμελον. Ἦχος πλ. β'.
Ἐρηρεισμένη ἀκλινῶς, Καλλιόπη θεόφρον τῷ θεμελίῳ τῆς πίστεως πάσαις προσβολαῖς τῶν ἀντικειμένων, ἀτίνακτος ἔμεινας, καὶ καλῶς τὸν ἀγῶνα ἐτέλεσας· διὸ ἐν οὐρανίοις θαλάμοις χορεύουσα, ἀδιαλείπτως πρέσβευε, ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.

Εἶτα οἱ Κανόνες, τῆς  ̔Εορτῆς ἢ τῆς Θεοτόκου, καὶ τῆς  ̔Αγίας οὗ ἡ ἀκροστιχίς.
« Καλὴ ὤφθης Χριστῷ Καλλιόπη, Γερασίμου».
ᾨδὴ α'. Ἦχος πλ. δ'.  ̔Υγρὰν διοδεύσας
Καμάτων σου Μάρτυς τὰς ἀμοιβάς, λαμπρῶς δεχομἐνη, Καλλιὁπη παρὰ Χριστοῦ, λόγον μοι πρυτάνευσον σοφίας, ὡς ἂν ὑμνήσω τὰ θεῖά σου σκάμματα.
Ἀθλήσει τὸ κάλλος τὸ τῆς ψυχῆς, λαμπρότερον Μάρτυς, ἀναδείξασα ἀληθῶς, νύμφη εὐκλεῶς ἠγλαϊσμένη, τοῦ Βασιλέως τῆς δόξης γεγἐνησαι.
Λυθεῖσα ἁπάσης τῶν ἐπὶ γῆς, καλῶν προσπαθείας, συνεδἐθης ὁλοσχερῶς, Μάρτυς τοῦ Χριστοῦ τῇ ἀγαπήσει, καὶ μαρτυρίου ἀγῶσι διέπρεψας.
Θεοτοκίον.
Ἡ μόνη τεκοῦσα μετὰ σαρκός, τὸν πάντων Δεσπότην, δεσποτείας με τοῦ ἐχθροῦ, λύτρωσαι Παρθἐνε Θεοτόκε, καὶ τὸν παθῶν μου τὸν σάλον κατεύνασον.

ᾨδὴ γ ́. Οὐρανίας ἁψῖδος.
Ὡς καλὴ καὶ ὡραία παρθενικαῖς χάρισι τῷ ἐκ τῆς Παρθένου τεχθέντι, Λόγῳ μεμνήστευσαι, καὶ ἐναθλήσασα τούτῳ ἡρμόσθης ἀΰλως, συναφείᾳ κρείττονι, Μάρτυς πολύαθλε.
Φωτισμῷ λαμπομένη, τοῦ Παντουργοῦ Πνεύματος, σκότος ἀπροσκόπτως διέβης, τὸ τῶν κολἀσεων, καὶ κατεσκήνωσας, ἐν τῷ φωτὶ τοῦ Κυρίου, πληρουμένη πάνσεμνε, θείας ἐλλάμψεως.
Θεϊκῷ πτερουμένη, ὡς ἀληθῶς ἔρωτι, Μάρτυς Καλλιόπη τῆς δόξης, τοῦ Παντοκράτορος, ἀνδρείως ἔφερες, τοὺς σπαραγμοὺς τῆς σαρκός σου, καὶ ἐχθρῶν τὴν δύναμιν, πᾶσαν ἐσπάραξας.
Θεοτοκίον.
Ἡ Ἁγνὴ Θεοτόκος, ἡ τὸν Θεὸν τέξασα, τὴν μεμολυσμἐνην ψυχήν μου, τοῖς παραπτώμασι, κάθαρον δέομαι, καὶ διαρρύθμισον πᾶσαν, τὴν ζωὴν μου Δέσποινα, φόβῳ τῷ κρείττονι.

Κάθισμα. Ἦχος γ ́. Τὴν ὡραιότητα.
Τὴν ὡραιὁτητα, Χριστοῦ ἐπόθησας, καὶ τὰ φθειρόμενα, κάλλη ἐμίσησας, καὶ ἠγωνίσω ἀνδρικῶς, φρονήματι στερροτάτῳ, Καλλιόπη πάνσεμνε, τοῦ Χριστοῦ νύμφη ἄφθορε· ὅθεν πρὸς οὐράνιον, κατεσκήνωσας θάλαμον, τὸν σὸν ἐκδυσωποῦσα νυμφίον, σώζεσθαι πάσης ἡμᾶς βλάβης.

Τῆς  ̔Εορτῆς ἢ τῆς Θεοτόκου.
Σάρκα γενόμενον, ἐκ σοῦ γεγέννηκας, τὸν  ̔Υπερούσιον, θεοχαρίτωτε, καἰ ἐκαινούργησας ἡμᾶς, φθαρἐντας τῇ ἁμαρτίᾳ· ὅθεν ὡς αἰτίαν σε, τῶν καλῶν μακαρίζομεν, καὶ ἐπιβοώμεθα, τὴν θερμὴν προστασίαν σου, ἣν δίδου ἡμῖν πάντοτε Κόρη, σώζουσα πάσης ἡμᾶς θλίψεως.

ᾨδὴ δ'. Εἰσακήκοα Κύριε.
Σώματός σου τοὺς μώλωπας, Μάρτυς Καλλιόπη στερρῶς ὑπέμεινας, καὶ ἐχθρὸν τὸν πολυμήχανον, ἐν τοῖς τραύμασί σου ἐτραυμάτισας.
Χριστὸν μόνον ἠγάπηοας, καὶ αὐτοῦ τοῖς ἵχνεσιν ἠκολούθησας, διὰ πόνων τῆς ἀθλήσεως, δι ́ ὧν τὴν ζωὴν εὗρες τἠν ἄπονον.
Ῥωμαλέῳ φρονήματι, ἀντιταξαμένη τοῖς ἀναγκάζουσιν, ἀποστῆναί σε τοῦ πλάσαντος, μαρτυρίου ἄθλοις ἠνδραγάθησας.

Θεοτοκίον.
Ἴασαί μου τὰ τραύματα, τῆς ψυχῆς Παρθένε ἃ μοι ἐπἡγαγεν ἀμαρτίας ἡ ἀπόλαυσις, καὶ τῷ θείῳ φόβῳ με καθήλωσον.
ᾨδὴ ε'. Φώτισον ἡμᾶς.
Σθένει θεϊκῷ, αἰκισμοὺς σφοδροὺς ὑπήνεγκας, Καλλιόπη καλλιπάρθενε σεμνή, δι ̓ὧν πᾶσαν τοῦ ἐχθροῦ τὴν πλάνην ᾔσχυνας.
Τίς σου τὸ στερρόν, Καλλιόπη ἐπαινέσεται; ὡς γὰρ ἄσαρκος τοὺς πόνους τῆς σαρκὁς, δι' ἀγάπην τοῦ νυμφίου σου ὑπέμεινας.
Ὤφθη σοι σεμνὴ, θεῖος Ἄγγελος ἰώμενος, τοὺς κοπέντας σου μαστοὺς ὀδυνηρῶς, Καλλιόπη καὶ χαράν σοι παρεχόμενος.

Θεοτοκίον.
Κύριον Ἁγνή, καὶ Σωτῆρα πάντων τέτοκας τὸν τὸ εἶναι παρεχόμενον ἡμῖν,  ̓Ιησοῦν τὸν Ζωοδότην κόσμον σώζοντα.

ᾨδὴ στ'. Τὴν δέησιν.
Ἀμόλυντον, ἀληθῶς καὶ ἄφθορον, τῆς ψυχῆς διατηροῦσα τὸ κάλλος, κατηγγυὴΘης Χριστῷ Καλλιόπη, καὶ εἰς θαλάμους φωτὸς κατεσκήνωσας, ἀθλητικαῖς μαρμαρυγαῖς, καὶ ἁγνείας ἀκτῖσιν ἐκλάμπουσα.
Λαμπρύνασα, τῆς ψυχῆς τὰ ὄμματα, οὐρανίαις Καλλιόπη μελέταις, ἀνεπτερώθης πρὸς κάλλος τὸ θεῖον, τῆς οὐρανῶν βασιλείας καὶ ἔσπευσας, ἐπιτυχεῖν ταύτης σεμνή, ἀσφαλῶς διὰ πόνων άθλήσεως.
Λαμπρά σου, ἡ παρρησία  ̔Αγία, καὶ ἀνδρεῖον τὸ παράστημα Μάρτυς· σὺ γὰρ τυράννων οὐκ ἔπτηξας θράσος, ἀλλ' ἀπτοήτῳ, καρδίᾳ ἐκραύγαζες· Ὑπἐρ Χριστοῦ τοῦ Ποιητοῦ, γηθομένῃ ψυχῇ σφαγιάζομαι.
Θεοτοκίον.
Ἰλύϊ τῆς ἁμαρτίας ἐπάγην, καὶ οὐκ ἕστι μοι ἐλπὶς σωτηρίας, ἀλλἀ θαρρήσας τῇ σῇ εὐσπλαγχνίᾳ, μετὰ δακρύων βοῶ σοι Πανάμωμε· Ἀνάγαγέ μου τὴν ζωήν, ἐκ φθορᾶς Θεοτόκε καὶ σῶσόν με.
Κοντάκιον. Ἦχος β ́. Τοῖς τῶν αἱμάτων σου.
Παρθενικῇ διαλάμπουσα χάριτι, μαρτυρικῶς τῷ Χριστῷ προσενήνεξαι· οὗ νῦν τῆς χαρᾶς ἀπολαύουσα, τῆς ὑπἐρ νοῦν Καλλιόπη πανεύφημε· δυσώπει ὑπἐρ τῶν τιμώντων σε.
Ὁ Οἶκος.
Καλὴ τῷ εἴδει ἀληθῶς τυγχάνουσα παρθένε, καλὴ καὶ ἄμωμος Χριστῷ τῷ Βασιλεῖ τῶν οὐρανῶν, κατὰ ψυχὴν ὡράθης, μὴ ἔχουσα σπῖλον ἢ ρυτίδα, ἀλλὰ πῦρ θείας ἀγάπης, ἁγνείας ὀσμὴν ὡς ἀπὸ Λιβάνου θαυμαστήν, καἰ καθαρότητα ἀγγελικὴν ἐν τῆ καρδίᾳ· ἐντεῦθεν τῷ ἀθανάτῳ νυμφίῳ νυμφευθεῖσα, ὑπἐρ αὐτοῦ ἀκαταπλήκτως ἠγώνισαι, πλείστοις πόνοις ἐγκαρτερήσασα, καὶ τὸν ἀρχαῖον ἐχθρὸν καταπατήσασα· νῦν δἐ τοῦ σοῦ  νυμφίου τῆς χαρᾶς ἀπολαύουσα, Καλλιόπη πανεύφημε, δυσώπει ὑπὲρ τῶν τιμώντων σε.

Συναξάριον.
Τῇ η' τοῦ αὐτοῦ μηνός, μνήμη τῆς Ἁγίας Παρθενομάρτυρος Καλλιόπης.
Στίχ. Κάλλη παραβλέπουσα τῶν ποιημάτων, Κτίστου τὰ κάλλη ὀπτάνῃ Καλλιόπη.
Αὕτη ἦν κατὰ τοὺς χρόνους Δεκίου τοῦ βασιλέως, ὥρᾳ σώματος καὶ κάλλει ψυχῆς διαλάμπουσα. Συσχεθεῖσα οὖν, ἀναγκάζεται άποστῆναι τῆς τοῦ Χριστοῦ ἀγάπης καὶ πίστεως· ὡς δὲ κραταιῶς ταύτης ἀντείχετο, αἰκίζεται σφοδρῶς, καὶ τοὺς μαστοὺς κόπτεται οὓς Ἄγγελος ἐπιστὰς ὑγιεῖς ἀπέδειξεν·Εἶτα ἐπ' ὀστράκου κεκομμένου σύρεται, καὶ πυρἰ καταφλέγεται, καὶ τὰς καταφλεχθείσας σάρκας ἅλατι ἐπιπάσσεται, καὶ τριχίνοις ὑφάσμασι κατατρίβεται. Εἶθ' οὕτω τὴν κεφαλὴν ἀποτέμνεται εἰς δόξαν τοῦ Κυρίου ἡμῶν  ̓Ιησοῦ Χριστοῦ.
Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, Μνήμη τῆς Ἀνακομιδῆς τοῦ Λειψάνου τοῦ Ἁγίου Μεγαλομάρτυρος Θεοδώρου τοῦ Στρατηλάτου.
Στίχοι
 Νεκρόν με Θεόδωρον ἡ πατρὶς δέχου,
 Ὃν ζῶντα πλουτεῖ Μαρτύρων πατρὶς πόλος.
 Ὄλβιον ὀγδοάτῃ Θεοδώρου σῶμα κομίσθῃ.
Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, τελεῖται ἡ σύναξις τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου ἐν τῷ Σωσθενείῳ. Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, Μνήμη τῶν Ἁγίων Μαρτύρων Νικάνδρου καὶ Μαρκιανοῦ. Ταῖς αὐτῶν ἁγίαις πρεσβείαις, ὁ Θεὸς ἐλέησον ἡμᾶς,  ̓Αμήν.

ᾨδὴ ζ'. Οἱ ἐκ τῆς Ιουδαίας.
Ὁλικῇ διανοίᾳ, τοῦ νυμφίου ὁρῶσα τὴν ὡραιότητα, ξεσμοὺς τοὺς τῆς σαρκός σου, ὡς τρυφὰς ἡγήσω, Καλλιόπη κραυγάζουσα· Ὁ τῶν Πατέρων ἡμῶν, Θεὸς εὐλογητὸς εἶ.
Πῦρ τῆς θείας ἀγάπης, ἐν καρδίᾳ σου φέρουσα καλλιπάρθενε, πυρὸς τὴν τιμωρίαν, καὶ τἀς καταφλέξεις, καθυπέστης καὶ ἔφλεξας, πυρὶ ἀγώνων τῶν σῶν, τὴν ὕλην τῆς ἀπάτης.
Ἡ ἁγία σου μνὴμη, ἀγιάζουσα πάντας ὴμᾶς ἀνέτειλεν, ἐν ᾗ, ὦ Καλλιόπη, τῶν ἄθλων σου τῶν θείων, ἀνυμνοῦμεν τὸ μέγεθος, καὶ τῶν ἐπάθλων σεμνὴ, τὰς θείας χορηγίας.

Θεοτοκίον.
Γνώσει θείᾳ Παρθένε, τὴν ψυχὴν λαμπρυνθεῖσα βίου σεμνότητι, ἡ Μάρτυς Καλλιόπη, ὅλη καλὴ ὡράθη, μαρτυρίου τοῖς στίγμασι, τῷ προελθόντι ἐκ σοῦ, Ὑπερουσίῳ Λόγῳ.

ᾨδὴ η'. Τὸν Βασιλέα.
Ἔνδον εἰσῆλθες, τοῦ οὐρανίου νυμφῶνος, ὡς ἀκήρατος νύμφη πεποικιλμένη, αἴγλῃ παρθενίας, καὶ μαρτυρίου ἄθλοις.
Ῥείθροις αἱμάτων, τῶν ἐκχυθέντων σου Μάρτυς, πᾶσαν ἤρδευσας Χριστοῦ τὴν  ̓Εκκλησίαν, θάλλουσαν Ἁγία, φυτοῖς τῆς εὐσεβείας.
Ἄγγελος θεῖος, τοὺς σοὺς μαστοὺς θεραπεύσας, πᾶσιν ἔδειξε τὴν σοὶ δοθεῖσαν χάριν, δι' ἧς Καλλιόπη, ἐκλάμπεις τοῖς ἐν κόσμῳ.

Θεοτοκίον.
Σὲ τὴν τεκοῦσαν, τὸν Βασιλέα τῆς δόξης, ἱκετεύομεν Παρθένε, Θεοτόκε, ῥῦσαι άδοξίας, ἡμᾶς τῆς ἐκ τῆς πλάνης.

ᾨδὴ η'. Κυρίως Θεοτόκον.
Ἰδεῖν ἐπιποθοῦσα, τοῦ Χριστοῦ τὸ κάλλος, τὸν σὸν αὐχένα τῷ ξίφει ὑπέκλινας, καὶ πρὸς αὐτὸν Καλλιόπη χαίρουσα ἔδραμες.
Μαρτύρων ταῖς χορείαις, Μάρτυς Καλλιόπη, περὶ τὸν θρόνον Χριστοῦ συγχορεύουσα, τὰς ἀντιδόσεις κομίζῃ τῶν παλαισμάτων σου.
Οὐράνιον παστάδα, Μάρτυς κατοικοῦσα, μὴ διαλίπῃς πρεσβεύουσα πάντοτε, ὑπἐρ τῶν πίστει τιμώντων τὴν θείαν μνήμην σου.
Θεοτοκίον.
Ὑμνοῦμέν σου τὴν δόξαν Ὑπεδεδοξασμένη οἱ διὰ σοῦ θεωθέντες θεόνυμφε, καὶ εὐλαβῶς σοι τὸ χαῖρε ἀεὶ κραυγάζομεν.

Ἐξαποστειλάριον
Τῶν Μαθητῶν ὁρώντων σε.
Τῇ τοῦ Χριστοῦ δυνάμει κραταιωθεῖσα, μαρτυρικῶς ἠρίστευσας Καλλιόπη, καὶ ᾔσχυνας ἐχθρὸν τὸν πολυμήχανον, ἀθλητικῇ ἐνστάσει σου· ὅθεν ἀξίως μετέσχες, τῆς οὐρανίου εὐκλείας.
Τῆς Ἑορτῆς ἢ τὸ παρὸν τῆς Θεοτόκου.
Ὑπερφυῶς γεγέννηκας Θεοτόκε, τὸν Ποιητὴν τῶν ὅλων καὶ Βασιλέα, τὸν κόσμον τῆς κατάρας ἐκλυτρούμενον, δι' ἄκραν ἀγαθότητα, διὸ κἀμὲ ρῦσαι Κόρη, τῆς τῶν παθῶν τυραννίδος.

ΕΙΣ ΤΟΥΣ ΑΙΝΟΥΣ
Ἱστῶμεν Στίχους δ' καὶ ψάλλομεν τὰ ἑξῆς Προσὁμοια.
Ἦχος α'. Τῶν οὐρανίων ταγμάτων.

Τὴν τοῦ Χριστοῦ Ἀθληφόρον, καὶ καλλιπάρθενον, τιμήσωμεν προφρόνως, Καλλιόπην τὴν θείαν· καλῶς γὰρ καὶ νομίμως καὶ ἀνδρικῶς, τὸν ἀγῶνα τὸν κάλλιστον, διατελέσασα πόνοις ἀθλητικοῖς, θείας δόξης κατηξίωται.
Τὸ τῆς νεότητος ἄνθος, πόθῳ τοῦ Κτίσαντος, καὶ τὰ τερπνὰ τοῦ κόσμου, ὑπερεῖδες ἐμφρόνως, καὶ ἅπασαν ἰδέαν τιμωριῶν, Καλλιόπη ὑπέμεινας, ὑπὲρ Χριστοῦ τοῦ νυμφίου σου καὶ Θεοῦ, ὃν ἱκέτευε σωθῆναι ἡμᾶς
Τῆς παρθενίας τὴν χλαῖναν, καταποικίλασα, μαρτυρικοῖς καμάτοις, ὡς ἀΰλοις μαργάροις, εἰσῆλθες λαμπαδοῦχος ἐν τῇ χαρᾷ, τοῦ Νυμφίου σου πάνσεμνε, καὶ τῆς αὐτοῦ φωταυγείας κατατρυφᾷς, Καλλιόπη καὶ τερπνότητος.

Τοῦ μαρτυρίου τὸν δρόμον, καλῶς τελέσασα, ὑπέκλινας τῷ ξίφει, τὸν αὐχένα σου Μάρτυς, καὶ πάσας τοῦ Βελίαρ τὰς μηχανάς, Καλλιόπη ἀπέτεμες, οὗ τῆς κακἱας ἀτρώτους σῷζε ἡμᾶς, τοὺς ὑμνοῦντάς σου τὴν ἄθλησιν.

Δόξα. Ἦχος πλ. α'.
Τοῖς ἀθλητικοῖς σου σκάμμασι, τὸ σωτήριον πάθος δοξάσασα, τῆς οὐρανίου
μετέσχες δόξης, Παρθενομάρτυς Καλλιόπη· πάντα γὰρ σκύβαλα ἡγήσω, νοῒ θεόφρονι, σώματος ὥραν, ἐπιγείους δόξας καὶ τιμάς, καὶ πᾶν εἶδος κολάσεων, ἵνα Χριστὸν κερδήσῃς, τὸν σὸν ἔρωτα. Καὶ νῦν τοῦ πόθου τὸ πέρας εὑροῦσα, ἀδιαλείπτως ἱκέτευε, ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.
Καὶ νῦν. Τῆς Ἑορτῆς ἢ τὸ τῆς Θεοτόκου. Μακαρίζομέν σε Θεοτόκε Παρθένε.
Δοξολογία μεγάλη καὶ Ἀπόλυσις.

ΕΙΣ ΤΗΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΝ

Τὰ Τυπικά, οἱ Μακαρισμοί, ἐκ δὲ τοῦ Κανόνος τῆς Ἁγίας Μάρτυρος ἡ γ' καὶ στ'  ̓Ωδή.
 ̓Α π ό σ τ ο λ ο ν καὶ Ε ὐ α γ γ έ λ ι ο ν τῆς  ̔Αγίας Αἰκατερίνης. Κοινωνικόν. Εἰς μνημόσυνον αἰώνιον.
Μεγαλυνάριον.
Ψάλλει διαλάμπουσα ψυχικῷ, καλὴ καὶ ὡραία, δι' ἀγώνων μαρτυρικῶν, ὤφθης τῷ Σωτῆρι, θεόφρον Καλλιόπη, ᾧ πρέσβευε σωθῆναι, τοὺς σὲ γεραίροντας.
Δίστιχον.
Κάλλους νοητοῦ δεῖξόν με κληρονόμον, Γεράσιμον, ὑμνοῦντά σε, Καλλιόπη.

https://wwwfyllades.files.wordpress.com/2015/06/08-ceb9cebfcf85cebdceb9cebfcf85-ceb1cebacebfcebbcebfcf85ceb8ceb9ceb1-ceb1ceb3ceb9ceb1cf83-cf80ceb1cf81ceb8ceb5cebdcebfcebcceb1cf81cf84.pdf

Sunday, June 7, 2020

Κυριακὴ τῆς Πεντηκοστῆς

Περιγραφή της εικόνας της Πεντηκοστής | Διακόνημα

(Ιωάν. 7,37-53, 8,12)

37. Τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ τῇ μεγάλῃ τῆς ἑορτῆς εἱστήκει ὁ Ἰησοῦς καὶ ἔκραξε λέγων· ἐάν τις διψᾷ, ἐρχέσθω πρός με καὶ πινέτω. 
38. ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, καθὼς εἶπεν ἡ γραφή, ποταμοὶ ἐκ τῆς κοιλίας αὐτοῦ ῥεύσουσιν ὕδατος ζῶντος.
39. τοῦτο δὲ εἶπε περὶ τοῦ Πνεύματος οὗ ἔμελλον λαμβάνειν οἱ πιστεύοντες εἰς αὐτόν· οὔπω γὰρ ἦν Πνεῦμα Ἅγιον, ὅτι Ἰησοῦς οὐδέπω ἐδοξάσθη. 
40. Πολλοὶ οὖν ἐκ τοῦ ὄχλου ἀκούσαντες τὸν λόγον ἔλεγον· οὗτός ἐστιν ἀληθῶς ὁ προφήτης.
41. ἄλλοι ἔλεγον· οὗτός ἐστιν ὁ Χριστός· ἄλλοι ἔλεγον· μὴ γὰρ ἐκ τῆς Γαλιλαίας ὁ Χριστὸς ἔρχεται; 
42. οὐχὶ ἡ γραφὴ εἶπεν ὅτι ἐκ τοῦ σπέρματος Δαυῒδ καὶ ἀπὸ Βηθλεὲμ τῆς κώμης, ὅπου ἦν Δαυΐδ, ὁ Χριστὸς ἔρχεται; 
43. σχίσμα οὖν ἐν τῷ ὄχλῳ ἐγένετο δι’ αὐτόν. 
44. τινὲς δὲ ἤθελον ἐξ αὐτῶν πιάσαι αὐτόν, ἀλλ’ οὐδεὶς ἐπέβαλεν ἐπ’ αὐτὸν τὰς χεῖρας.
45. Ἦλθον οὖν οἱ ὑπηρέται πρὸς τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ Φαρισαίους, καὶ εἶπον αὐτοῖς ἐκεῖνοι· διατί οὐκ ἠγάγετε αὐτόν; 
46. ἀπεκρίθησαν οἱ ὑπηρέται· οὐδέποτε οὕτως ἐλάλησεν ἄνθρωπος, ὡς οὗτος ὁ ἄνθρωπος. 
47. ἀπεκρίθησαν οὖν αὐτοῖς οἱ Φαρισαῖοι· μὴ καὶ ὑμεῖς πεπλάνησθε;
48. μή τις ἐκ τῶν ἀρχόντων ἐπίστευσεν εἰς αὐτὸν ἢ ἐκ τῶν Φαρισαίων; 
49. ἀλλ’ ὁ ὄχλος οὗτος ὁ μὴ γινώσκων τὸν νόμον ἐπικατάρατοί εἰσι 
50. λέγει Νικόδημος πρὸς αὐτούς, ὁ ἐλθὼν νυκτὸς πρὸς αὐτόν, εἷς ὢν ἐξ αὐτῶν·
51. μὴ ὁ νόμος ἡμῶν κρίνει τὸν ἄνθρωπον, ἐὰν μὴ ἀκούσῃ παρ’ αὐτοῦ πρότερον καὶ γνῷ τί ποιεῖ; 
52. ἀπεκρίθησαν καὶ εἶπον αὐτῷ· μὴ καὶ σὺ ἐκ τῆς Γαλιλαίας εἶ; ἐρεύνησον καὶ ἴδε ὅτι προφήτης ἐκ τῆς Γαλιλαίας οὐκ ἐγήγερται. 
53. Καὶ ἀπῆλθεν ἕκαστος εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ, 
12. Πάλιν οὖν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς ἐλάλησε λέγων· ἐγώ εἰμι τὸ φῶς τοῦ κόσμου· ὁ ἀκολουθῶν ἐμοὶ οὐ μὴ περιπατήσῃ ἐν τῇ σκοτίᾳ, ἀλλ’ ἕξει τὸ φῶς τῆς ζωῆς.


https://aerapatera.wordpress.com/2020/06/07/κυριακὴ-τῆς-πεντηκοστῆς-5/


Saturday, June 6, 2020

Τρεις αναγνώσεις


Πρώτη ανάγνωση:
Ανεμοδέρνονται τα φύλλα των δέντρων.
Δεύτερη ανάγνωση:
Αόρατες ψυχές τραμπαλίζονται.
Τρίτη ανάγνωση:
Βεντάλιες τα φύλλα ιδρωμένων αγγέλων.



Thursday, June 4, 2020

Ο γιατρός μιας ολόκληρης χώρας… - του Αντώνη Καρπετόπουλου


184
Η ανακοίνωση του κ. Σωτήρη Τσιόδρα ότι σταματά τις καθημερινές ενημερώσεις για την εξέλιξη της πανδημίας στην Ελλάδα βάζει τυπικά ένα είδος τέλους στη φάση της κατάστασης έκτακτης ανάγκης, που η χώρα πέρασε το τελευταίο τρίμηνο. Τώρα βρισκόμαστε σε ένα στάδιο δυσκολότερο: πρέπει να μάθουμε να ζούμε με τον ιό, αφού περιορίστηκε η καταστροφική του δράση. Θα το απλοποιούσα περισσότερο και θα λεγα ότι πρέπει να μάθουμε να ζούμε χωρίς τον Τσιόδρα, την μεγάλη του ψυχραιμία, τις συμβουλές του και το κύρος του. Ο σπάνιος αυτός γιατρός προστάτευσε όλο αυτό το διάστημα όχι μόνο τη χώρα, αλλά και την ίδια την λογική. Χωρίς την καθημερινή του παρουσία αυτό το τελευταίο ειδικά θα είναι δύσκολο.
Είναι εύκολο να πεις γιατί ο πολύς κόσμος εκτιμάει και κάπου μέσα του χαίρεται για τον Τσιόδρα. Πρώτα από όλα νομίζω πως οι πιο πολλοί εκτιμήσαμε το θάρρος του να βγει μπροστά. Λένε ότι όλα κρίνονται εκ των υστέρων και πως τα επιστημονικά συμπεράσματα βγαίνουν όταν οι ιστορίες ολοκληρωθούν, όμως στην προκειμένη περίπτωση η αρχή ήταν ό,τι πιο δύσκολο και κάποια πράγματα τα μετράς σωστά μόνο αν τα θυμάσαι καλά.
Πως άρχισαν όλα
Όταν ο Τσιόδρας εμφανίστηκε δεν ήταν καθόλου βέβαιο ότι θα πειθαρχούσαμε στα μέτρα κι ότι θα είχαμε λίγους νεκρούς. Ο λοιμωξιολόγος που θα αναλάμβανε την ενημέρωση θα μπορούσε να ταυτιστεί με ατελείωτους και οδυνηρούς θανάτους, με αδυναμίες του συστήματος Υγείας, με την εικόνα ενός κράτους σε απόλυτο πανικό. Θα μπορούσε εύκολα να γίνει ο πιο μισητός άνθρωπος της χώρας πόσο μάλλον όταν έλεγε που μας μιλά για κάτι που δεν γνωρίζει και τώρα μαθαίνει κι αυτός. Θα μπορούσε να μαζεύει τις κατάρες όσων χάνουν ανθρώπους, να γίνει το σύμβουλο μιας ιστορικής καταστροφής σαν αυτή που ζουν η Ισπανία, η Ιταλία, η Γαλλία, η Αγγλία, που ανάμεσα στα πολλά λάθη που έκαναν είναι και το ότι άργησαν να εμπιστευτούν ένα γιατρό σαν αυτόν και μια επιτροπή όπως είναι η δική του. Μολονότι ο Τσιόδρας γνώριζε την πιθανότητα να μεταβληθεί η χώρα σε ένα τεράστιο νεκροταφείο δεν δίστασε τότε καθόλου να μας κοιτάξει στα μάτια ζητώντας μας προσοχή και κατανόηση. Το κανε δημιουργώντας μια εντελώς νέα εικόνα για τους λειτουργούς του Κράτους από αυτή που είχαμε συνηθίσει.
Ειλικρίνεια και ψυχραιμία
Όλα τα άλλα τα έφερε η ίδια η επιτυχία. Η Ελλάδα κατάφερε να αντιμετωπίσει τον ιό καλύτερα από χώρες πιο οργανωμένες και μεγαλύτερες γιατί αυτός ο υπέροχος άνθρωπος μίλησε από την πρώτη στιγμή μια μετρημένη γλώσσα συνδυάζοντας επιστημονική γνώση, αλήθεια και ειλικρίνεια αλλά κι ένα απαραίτητο διδακτισμό: μίλησε πολύ για το κακό σενάριο, δεν έκρυψε την ανησυχία του, δεν περιαυτολόγησε, δεν δίστασε να πει πως και ο ίδιος και οι συνεργάτες του μαθαίνουν καθημερινά και μαζί μας. Αλλά δεν ήταν μόνο μια σειρά από τηλεοπτικές παρουσίες η προσφορά του. Θυμίζω την παρουσία του στους προσφυγικούς καταυλισμούς, στα νοσοκομεία και στις κλινικές, στις συνοικίες των Ρομά στη Λάρισα όπου αντιμετώπισε ανθρώπους που τον έβριζαν χωρίς ποτέ του να χάσει την ψυχραιμία του.
Χάρη στο Τσιόδρα η Ελλάδα τα κατάφερε όχι μόνο γιατί όλοι κλειστήκαμε σπίτι, αλλά και γιατί όποιος είχε το πρόσταγμα έφτιαξε καραντίνες για τους επισκέπτες, δημιούργησε προστατευμένες ζώνες σε χωριά και συνοικίες, οργάνωσε τα αεροδρόμια, αντιμετώπισε σωστά ασθενείς που επέστρεψαν από το εξωτερικό άρρωστοι, πάλεψε με τον ιό σε κρουαζιερόπλοια, πλοία, δομές προσφύγων: και το έκανε παντού πολιτισμένα και ψύχραιμα. Ο Τσιόδρας κέρδισε τον σεβασμό του κόσμου ως επικεφαλής ειδικός και όχι απλά ως επιστήμονας. Και το ωραίο είναι ότι το έκανε μιλώντας χαμηλόφωνα, κοιτώντας τον φακό με συστολή, επαναλαμβάνοντας πως έχει ελάχιστες βεβαιότητες και ζητώντας ταπεινά τη συνεργασία μας. Πώς να μην τον λατρέψεις;
Γιατί τον αντιπαθούν
Μεγαλύτερο ενδιαφέρον έχει στην περίπτωση του να καταλάβει κανείς γιατί κάποιοι τον αντιπάθησαν, τον χλεύασαν και προσπάθησαν να τον απαξιώσουν, μολονότι τα αποτελέσματα της παρουσίας και της προσπάθειάς του προκαλούν ακόμα και σήμερα τον θαυμασμό του κόσμου ολόκληρου. Νομίζω πως όλοι αυτοί δεν είναι ένα ενιαίο κοινό, αλλά ανήκουν σε πολλές και διάφορες κατηγορίες –ευτυχώς όχι πολυπληθείς. Μεταξύ αυτών συναντάς συνομοσιολόγους που πιστεύουν πως ο ιός δεν υπάρχει ή δεν ήρθε στην Ελλάδα, «άρα δεν έκανε και τίποτα». Συναντάς τους συνηθισμένους γκρινιάρηδες του διαδικτύου που τα έχουν με όλα και όλους. Συναντάς διάφορους κακομοίρηδες που θα ήθελαν χιλιάδες θανάτους για μικροπολιτικό συμφέρον κτλ. Αλλά κυρίως συναντάς μια μερίδα ανθρώπων που είδε τον Τσιόδρα ως μια παράξενη απειλή: μιλάω για αυτούς που φοβούνται μήπως ο κόσμος ξαφνικά καταλάβει πως οι ειδικοί είναι στην κοινωνία μας περισσότεροι απαραίτητοι από τους λαοπλάνους, τους ρήτορες της μισαλλοδοξίας και όσους κάνουν καριέρες πολιτικές αναπαράγοντας σχήματα και λογικές προηγούμενων δεκαετιών.
Ενας ολόκληρος κόσμος πολιτικών, κολαούζων, παρατρεχάμενων, ίσως και ψηφοφόρων, εξακολουθεί να πιστεύει πως η πολιτική και η διαχείριση των κρίσεων είναι υπόθεση τάχα μου ηγετών, που αφουγκράζονται το λαό ή διατηρούν ακόμα το μονοπώλιο της γνώσης των αναγκών του. Για όλους αυτούς ο Τσιόδρας, που δουλεύει με μαθηματικά μοντέλα, που βασίζεται στην επιστημονική του κατάρτιση κι όχι στις δημοσκοπήσεις για το τι θέλει ο κόσμος, που δεν διστάζει να πάει στην εκκλησία για να δείξει συμβολικά πως όλοι πρέπει να είμαστε μαζί, είναι κάποιος που χαλά την πιάτσα – την πιάτσα τους. Σκεφτείτε πόσοι από δαύτους θα έχαναν τον ύπνο τους αν αύριο ως πολίτες ζητούσαμε ένα Τσιόδρα και για την οικονομία, και για την διοίκηση και την οργάνωση του κράτους και για την ασφάλεια και για την παιδεία. Σκεφτείτε πόσο διαφορετική θα ήταν η πολιτική τάξη μας αν αύριο αυτό που μας ενδιέφερε θα ήταν να ψηφίζουμε όχι δήθεν αυθεντίες που έχουν το μαγικό τρόπο να λύσουν όλα μας τα προβλήματα με ένα νόμο κι ένα άρθρο, αλλά ανθρώπους που θα υπόσχονταν πως θα στηριχθούν σε ειδικούς και επιστήμονες που γνωρίζουν το αντικείμενο και μπορούν χωρίς φόβο να βγουν μπροστά, να σηκώσουν μανίκια, να αναλάβουν τη δουλειά με όπλο τη γνώση τους.
Η πίστη και η δύναμη
Όποιος έχει χρειαστεί σοβαρή ιατρική βοήθεια καταλαβαίνει ότι η πίστη στο γιατρό δίνει δύναμη: η πίστη στον Τσιόδρα έδωσε δύναμη στην χώρα – θα πρεπε εμείς όλοι χθες να μπορούσαμε να του πούμε ένα ευχαριστώ. Ο Τσιόδρας, εκτός όλων των άλλων, ήταν εξαιρετικά χρήσιμος για να θυμίσει σε μια χώρα που ψηφίζει δημοσιογράφους, άεργους νταλαβεριτζήδες του κομματικού σωλήνα και επαγγελματίες τηλεκαυγατζήδες πως υπάρχουν ακόμα κι εδώ ειδικοί που αξίζει να εμπιστεύεσαι για την επιστημονική τους γνώση κι όχι γιατί πλασάρουν τα σωστά συνθήματα. Ο Τσιόδρας αποχώρησε χθες ήσυχα, όπως ήσυχα ανέλαβε, θυμίζοντας ακόμα και στην τελευταία του εμφάνιση ότι για τον επιστήμονα αποτελεί χρέος να προσπαθεί να μάθει και να μην ξεχνά ότι πολλά δεν τα γνωρίζει. Είπε επίσης ότι είναι ένας άνθρωπος με αδυναμίες, «ένας άνθρωπος που φυσικά και δεν πρέπει να προβάλλεται σαν πρότυπο».
Συμφωνώ ότι δεν πρέπει να προβάλλεται σαν πρότυπο. Είναι πρότυπο.
Ο ζωγραφικός πίνακας που πλαισιώνει τη σελίδα είναι έργο του Εδουάρδου Σακαγιάν.



Monday, June 1, 2020

Τῶν Ἁγίων Πατέρων τῆς Πρώτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου - Ἅγιος Νικόλαος Ἀχρίδος

Σήμερα ἡ Ἐκκλησία μας γιορτάζει τὴ μνήμη μίας πολὺ μικρῆς ὁμάδας μαθητῶν καὶ ὀπαδῶν Του. Σήμερα παρουσιάζει μπροστά σου μόνο τριακόσιους δεκαοκτὼ γλυκεῖς, εὐώδεις καὶ ἀμάραντους καρπούς. Μιὰ μικρὴ ἀλλά ἐκλεκτὴ ὁμάδα.
Αὐτοὶ εἶναι οἱ τριακόσιοι δεκαοκτὼ ἅγιοι πατέρες τῆς Πρώτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ποὺ συνῆλθε στὴ Νίκαια τὸ 325 μ. Χ., τὴν ἐποχὴ τοῦ αὐτοκράτορα Κωνσταντίνου τοῦ Μεγάλου, γιὰ τὴν ὑπεράσπιση, ἀποσαφήνιση καὶ βεβαίωση τῆς Ὀρθόδοξης Πίστης.
Τὴν ἐποχὴ ἐκείνη στὴν Ἐκκλησία εἶχαν ἐμφανιστεῖ «λύκοι βαρεῖς» (Πράξ. κ’ 29), πού φοροῦσαν ροῦχα ὅμοια μὲ τῶν ποιμένων. Αὐτοὶ εἶχαν ἔκλυτη ζωὴ καὶ γι’ αὐτὸ δὲν μποροῦσαν νὰ βροῦν μέσα τους τόπο γιὰ τὴν ἀλήθεια τοῦ Χριστοῦ. 
Ἔτσι ἔπεσαν κι οἱ ἴδιοι, ἀλλά παρέσυραν καὶ τοὺς πιστοὺς σὲ πλάνες. Ἡ διδασκαλία τους ἦταν διαβρωτική, ὅπως κι ἡ ζωή τους. 
Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα λοιπὸν σύναξε τοὺς ἁγίους αὐτοὺς τοῦ Θεοῦ σὲ μιὰ Σύνοδο, ὥστε νὰ φανοῦν οἱ ἀληθινοὶ διδάσκαλοι τοῦ Χριστοῦ, σὲ ἀντίθεση μὲ τοὺς πλανεμένους· νὰ φανεῖ ἡ δύναμη ἐκείνων πού ἀγωνίζονται γιὰ τὸν Χριστὸ ἐναντίον ἐκείνων πού τὸν πολεμοῦν καὶ νὰ διακριθεῖ ὁ γλυκὺς καρπὸς τοῦ καλοῦ Δέντρου, πού εἶναι ὁ Χριστός, σὲ ἀντίθεση μὲ τοὺς σάπιους καὶ πικροὺς καρποὺς τοῦ δέντρου τοῦ πονηροῦ.
Οἱ ἅγιοι πατέρες ἔλαμψαν στὴ Νίκαια ὅπως τὰ ἄστρα στὸν οὐρανό, πού παίρνουν τὸ φῶς τους ἀπὸ τὸν ἥλιο. Ἔτσι καὶ ἐκεῖνοι φωτίστηκαν ἀπὸ τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστὸ κι ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. 
Ἦταν Χριστοφόροι ἄνθρωποι, ὁ Χριστὸς ζοῦσε κι ἔλαμπε μέσα ἀπὸ τὸν καθένα τους.
Ἦταν οὐρανοπολίτες μᾶλλον παρὰ πολίτες τῆς γῆς, ἀγγελόμορφοι, ἔμοιαζαν περισσότερο μὲ ἀγγέλους παρὰ μὲ ἀνθρώπους. Ἦταν πραγματικὰ «ναὸς Θεοῦ ζῶντος, καθὼς εἶπεν ὁ Θεὸς ὅτι ἐνοικήσω ἐν αὐτοῖς καὶ ἐμπεριπατήσω» (Β’ Κόρ. στ’ 16).
Πιστεύω πώς εἶναι ἀρκετὸ ν’ ἀναφερθῶ σὲ τρεῖς μόνο ἀπ’αὐτούς· ἐκείνους πού σοῦ εἶναι οἱ πιὸ γνωστοί, γιὰ νὰ ‘χεις μιὰ ἰδέα πῶς ἦταν κι οἱ ὑπόλοιποι τριακόσιοι δεκαπέντε.
Κι ἀναφέρομαι στὸν ἅγιο πατέρα Νικόλαο, στὸν ἅγιο Σπυρίδωνα καὶ στὸν ἅγιο Ἀθανάσιο τὸν Μέγα. Πολλοὶ ἀπό τούς ἅγιους πατέρες ἔφτασαν στὴ Σύνοδο φέροντας στὸ σῶμα τους τραύματα πού εἶχαν δεχτεῖ γιὰ χάρη τοῦ Χριστοῦ.
Ὁ ἅγιος Παφνούτιος, γιὰ παράδειγμα, εἶχε χάσει τὸ ἕνα του μάτι ὅταν τὸν βασάνιζαν. 
Ὅλοι τους ἔλαμπαν ἀπὸ ἕνα ἐσωτερικὸ φῶς πού προερχόταν ἀπὸ τὸν Θεό, ἕνα φῶς ὅπου διακρινόταν καθαρὰ ἡ ἀλήθεια. Ὡς ἀκόλουθοι τοῦ Ἐσταυρωμένου δὲν λογάριαζαν τὰ βασανιστήρια. 
Ἡ ἀφοβία τους στὴν ὑπεράσπιση τῆς ἀλήθειας ἦταν μέγιστη, ἀπεριόριστη. Μὲ τὴ θεόσδοτη γνώση τῆς ἀλήθειας πού κατεῖχαν καὶ τὴν τόλμη τους στὴν ὑπεράσπισή της, οἱ ἅγιοι αὐτοὶ πατέρες ἀναίρεσαν καὶ συνέτριψαν τὴν αἵρεση τοῦ Ἀρείου καὶ καθιέρωσαν τὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως, πού κρατοῦμε ὡς σήμερα καὶ ὁμολογοῦμε ὡς τὴ μόνη σωστικὴ ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ.
Tό σημερινὸ εὐαγγέλιο δέν μᾶς μιλάει γιὰ τὴ Σύνοδο αὐτή, ἀλλά γιὰ τὴν τελευταία προσευχὴ τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ στὸν Οὐράνιο Πατέρα Του. Γιατί διαβάζουμε τὸ εὐαγγέλιο αὐτὸ στὴ σημερινὴ γιορτή;
Ἐπειδὴ δείχνει τὴν ἐπιρροή του στὴν Πρώτη Οἰκουμενικὴ Σύνοδο. Μὲ τὴ δύναμη τῆς προσευχῆς αὐτῆς ὁ Θεὸς ἐνίσχυσε τοὺς ἁγίους πατέρες τῆς Συνόδου καὶ τοὺς ἔκανε ἀτρόμητους ὑπερασπιστὲς τῆς ἀλήθειας, νικητὲς στὶς ἀμφισβητήσεις καὶ τὴν κακία ἀνθρώπων καὶ δαιμόνων. Νά, πῶς ἀρχίζει ἡ προσευχὴ αὐτή:
«Ταῦτα ἐλάλησεν ὁ ᾿Ιησοῦς, καὶ ἐπῆρε τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ εἶπε· πάτερ, ἐλήλυθεν ἡ ὥρα· δόξασόν σου τὸν υἱόν, ἵνα καὶ ὁ υἱός σου δοξάσῃ σε» (Ἰωάν. ιζ’ 1). Ὅλα ὅσα δίδαξε ὁ Κύριος στοὺς ἀνθρώπους, τὰ εἶχε ἐφαρμόσει ὁ ἴδιος. 
Εἶχε διδάξει τοὺς ἀνθρώπους πῶς νὰ προσεύχονται: «Πάτερ ἡμῶν, ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς…» (Ματθ. στ’ 9). Ὁ ἴδιος σήκωσε τὸ βλὲμμα Του στοὺς οὐρανούς, ὅπου κατοικεῖ ὁ Πατέρας Του καὶ εἶπε: 
«Πάτερ!» Δὲν εἶπε «Πάτερ ἡμῶν», ὅπως κάνουμε ἐμεῖς, ἀλλά ἁπλά «Πάτερ!» Μόνο Αὐτὸς θὰ μποροῦσε νὰ πεῖ «Πατέρα μου». 
Αὐτὸς καὶ κανένας ἄλλος, εἴτε στὸν οὐρανὸ εἴτε στὴ γῆ, ἀφοῦ Αὐτὸς μόνο εἶναι ὁ Μονογενὴς Υἱός τοῦ Οὐράνιου Πατέρα, ὁ μόνος ἴσος μὲ τὸν Πατέρα τόσο κατὰ τὴν ὕπαρξη ὅσο καὶ κατὰ τὴν οὐσία· ὁ μοναδικὸς Υἱός τοῦ μοναδικοῦ Πατέρα. Ἐμεῖς εἴμαστε μόνο υἱοί ἐξ υἱοθεσίας, μὲ τὴ χάρη καὶ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ.
Ἐπῆρε τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ εἰς τὸν οὐρανόν. Δέν σήκωσε μόνο τὰ σωματικά Του μάτια ἀλλά καὶ τὰ πνευματικά, κυρίως αὐτά. Ὁ Ἄσωτος «οὐκ ἤθελεν οὐδὲ τοὺς ὀφθαλμοὺς εἰς τὸν οὐρανόν ἐπᾶραι» (Λουκ. ιη’ 13), γιατί αἰσθανόταν τὴν ἁμαρτωλοτητά του.
Ὁ Κύριος ὅμως ἐπῆρε τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ εἰς τὸν οὐρανόν ἐλεύθερα, γιατί ἦταν ἀναμάρτητος.
Ἡ ὥρα Του -ἡ ὥρα τοῦ μεγάλου πάθους- πλησίαζε. Μόνο Αὐτὸς ἔβλεπε τὴν ὥρα αὐτή, τὴν πιὸ φοβερὴ ἀπὸ καταβολῆς καὶ ὡς τὴ συντέλεια τοῦ κόσμου. Μόνο Αὐτὸς τὴν ἔβλεπε καθαρὰ ἀπὸ τὴν ἀρχή, τὴν προεῖπε ἀπὸ τὴν ἀρχή καὶ μίλησε γι’ αὐτὴν στοὺς μαθητές Του. 
Οἱ μαθητὲς Του ὅμως δὲν τὸ κατάλαβαν αὐτό, δὲν τὸ ἔβαλαν στὴν καρδιά τους, δὲν τὸ ἔκαναν δικό τους, ὡς τὴ στιγμὴ πού ἡ ὥρα δὲν ἀπεῖχε πιὰ μέρες, ἀλλά λεπτά.
«Δόξασόν σου τὸν υἱόν!» Δόξασέ Τον τὴ φοβερὴ αὐτὴ ὥρα, ὅπως τὸν δόξασες μέχρι τώρα. Δόξασέ Τον στὸ θάνατο, ὅπως τὸν δόξασες στὴ ζωή. Δόξασέ Τον στὴν ταπείνωση καὶ στὰ πάθη Του, ὅπως τὸν δόξασες μέ τούς δυνατοὺς λόγους καὶ τὰ ἔργα Του.
Δόξασέ Τον στοὺς ἀνθρώπους, ὅπως τὸν εἶχες δοξάσει ἀπὸ τὴν ἀρχή στοὺς ἀγγέλους Σου. 
Δόξασε τὸν Υἱόν Σου «ἵνα καὶ ὁ υἱός σου δοξάσῃ σε». Ἂν ἀπὸ τὸ πρῶτο μέρος τῆς πρότασης φαίνεται πώς ὁ Υἱός εἶναι κατώτερος ἀπὸ τὸν Πατέρα, στὸ δεύτερο αὐτὸ μέρος βλέπουμε καθαρὰ τὴν ἰσότητά Τους καὶ τὴν ἀμοιβαία συμμετοχὴ στὴν ἴση δύναμή Τους.
Ὁ Πατέρας δοξάζει τὸν Υἱό καὶ ὁ Υἱός δοξάζει τὸν Πατέρα, μὲ ἀδιαίρετη δύναμη καὶ ἀδιαίρετη ἀγάπη. «Πᾶς ὁ ἀρνούμενος τὸν υἱὸν οὐδὲ τὸν πατέρα ἔχει» (Α’ Ἰωάν. β’ 23). Ὁ Πατέρας ἔστειλε τὸν Υἱὸ στὸν κόσμο· ὁ Υἱός φανέρωσε τὸν Πατέρα στὸν κόσμο.
 Τίποτα δέν θὰ ξέραμε γιὰ τὸν Υἱό χωρὶς τὸν Πατέρα, οὔτε γιὰ τὸν Πατέρα χωρὶς τὸν Υἱό, ὅπως δέν θὰ γνωρίζαμε γιὰ τὸ φῶς, ἂν δὲν ὑπῆρχε ὁ ἥλιος. Μὰ οὔτε καὶ γιὰ τὸν ἥλιο θὰ ξέραμε ἂν δὲν τὸν φανέρωνε τὸ φῶς. Ὁ ἀπόστολος χρησιμοποιεῖ τὴ σύγκριση αὐτὴ καὶ ὀνομάζει τὸν Χριστὸ «ἀπαύγασμα τῆς δόξης (τοῦ Πατρὸς)» (Ἑβρ. α’ 3).
Ὁ Κύριος δέν ζητᾶ νὰ δοξαστεῖ ἀπὸ τὸν Πατέρα γιὰ χάρη τοῦ ἰδίου, μὰ γιὰ χάρη τῶν ἀνθρώπων, ὅπως βλέπουμε ἀπὸ τ’ ἀκόλουθα λόγια:
«Καθὼς ἔδωκας αὐτῷ ἐξουσίαν πάσης σαρκός, ἵνα πᾶν ὃ δέδωκας αὐτῷ δώσῃ αὐτοῖς ζωὴν αἰώνιον» (Ἰωάν. ιζ’ 2). Προσέξτε μὲ ποιὸ τρόπο ὁ Κύριος ἀναφέρεται στὴ δόξα Του: μὲ τὴν ἀγάπη Του γιὰ τὸ ἀνθρώπινο γένος! 
Τὸ κάνει, γιὰ νὰ γίνει τὸ μέσον πού θὰ χαρίσει στοὺς ἀνθρώπους τὴν αἰώνια ζωή. Αὐτὸ εἶναι πού ζητᾶ ἀπὸ τὸν Πατέρα Του. Αὐτὴ εἶναι ἡ δόξα πού ζητάει. Τὴ στιγμὴ πού οἱ ἄνθρωποι τοῦ ἑτοιμάζουν ἕνα πικρὸ ποτήρι θλίψεων, γεμάτο μὲ βάσανα, ἱδρῶτα καὶ αἷμα, Ἐκεῖνος προσεύχεται γιὰ νὰ δώσει στοὺς ἀνθρώπους αἰώνια ζωή. 
Ἡ ἀπάντησή Του στὴν πιὸ βαριὰ πέτρα, εἶναι τὸ γλυκύτερο ψωμί. Κι ἀνέφερε ἀρκετὲς φορὲς ὅτι ὁ Πατέρας τοῦ ἔδωσε δύναμιν ἐπὶ πάσης σαρκός. «Πάντα μοι παρεδόθη ὑπὸ τοῦ πατρός μου» (Ματθ. ια’ 27), εἶπε. Κι ἀλλοῦ πάλι: «Πάντα ὅσα ἔχει ὁ πατὴρ ἐμά ἐστι» (Ἰωάν. ιστ’ 15).
Ἀλλά καὶ μετὰ τὴν Ἀνάστασή Του, ὅταν φανερώθηκε στοὺς μαθητὲς Του εἶπε: «ἐδόθη μοι πᾶσα ἐξουσία ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ γῆς» (Ματθ. κη’ 18).
Ὅπως λοιπὸν εἶχε λάβει ἐξουσία πάνω σὲ κάθε ὕπαρξη, ὁ Κύριος ζητάει τώρα ἀπὸ τὸν Πατέρα Του ἐξουσία στὴν αἰώνια ζωὴ γιὰ τὶς ψυχὲς ἐκεῖνες πού τὸν εἶχαν ἐμπιστευτεῖ, νὰ τοὺς χαρίσει δηλαδὴ τὴν αἰωνιότητα. Ἄλλο πράγμα εἶναι νὰ ἔχεις ἐξουσία πάνω στὸν ὑλικὸ καὶ φθαρτὸ κόσμο κι ἄλλο νὰ ἔχεις στὴ δικαιοδοσία σου τὴν αἰώνια ζωή. 
Ὅταν στὴν ἀρχή θέλησε ὁ Θεὸς νὰ δημιουργήσει τὸν ἄνθρωπο, ζωντανὸ καὶ ἀθάνατο, στὴ δημιουργία ἔλαβε μέρος ἡ Ἁγία Τριάδα, ὅπως διαβάζουμε στὴ Γένεση (α’ 26): «Ποιήσωμεν ἄνθρωπον κατ’ εἰκόνα ἡμετέραν».
Τώρα, πού ὁ Λυτρωτὴς καὶ Σωτήρας τοῦ κόσμου θέλει νὰ δώσει αἰώνια ζωὴ στοὺς θνητοὺς ἀνθρώπους, προσφεύγει στὸν Πατέρα, ἐνῶ εἶναι αὐτονόητη καὶ ἡ παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Στὴν περίπτωση αὐτή, ὅπως καὶ στὴ δημιουργία, ἡ αἰώνια ζωὴ εἶναι ἀποκλειστικὸ χάρισμα τῆς Ἁγίας Τριάδας.
Καὶ στὴ μιὰ περίπτωση καὶ στὴν ἄλλη, ἡ αἰώνια ζωὴ δηλώνεται πώς εἶναι τὸ μέγιστο ἀγαθὸ πού χαρίζει ὁ Θεός.
Ἡ στιγμὴ πού ὁ ἄνθρωπος ἀποκαθίσταται στὴν αἰώνια ζωὴ εἶναι ἀνυπέρβλητη, μοναδική, ὅπως κι ἡ δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸν πηλό. Τὸ νὰ κάνεις ἕνα θνητὸ ἄνθρωπο ἀθάνατο εἶναι τόσο μεγαλειώδης καὶ θεϊκὴ πράξη, ὅσο κι ἡ δημιουργία ἀπὸ τὸν πηλό.
«Αὕτη δέ ἐστιν ἡ αἰώνιος ζωή, ἵνα γινώσκωσί σε τὸν μόνον ἀληθινὸν Θεὸν καὶ ὃν ἀπέστειλας ᾿Ιησοῦν Χριστόν» (Ἰωάν. ιζ’ 3). 
Ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ στὴν ἐπίγεια ζωὴ μας εἶναι ἀπαρχὴ καὶ πρόγευση τῆς αἰώνιας ζωῆς. Ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ αἰώνια ζωὴ γιὰ μᾶς πού ζοῦμε ἀκόμα στὴ γῆ. 
Πῶς ὅμως θὰ εἶναι ἡ αἰώνια ζωὴ στὴ μέλλουσα κατάστασή μας; «ἃ ὀφθαλμὸς οὐκ εἶδε καὶ οὖς οὐκ ἤκουσε καὶ ἐπὶ καρδίαν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβη» (Α’ Κορ. β’ 9). Αὐτὸ τὸ ἀποκάλυψε πνευματικὰ ὁ Θεὸς σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο μόνο σὲ κείνους πού Τὸν εὐαρέστησαν. 
Ἡ μεγαλύτερη εὐφροσύνη ὅμως στὴν αἰώνια ζωή, στὴ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, πρέπει νὰ συνίσταται στὴ μέγιστη γνώση τοῦ Θεοῦ, στὴ θέα τοῦ προσώπου τοῦ Θεοῦ.
Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ὅταν μιλοῦσε γιὰ τὰ παιδιὰ εἶχε πεῖ: «… οἱ ἄγγελοι αὐτῶν ἐν οὐρανοῖς διὰ παντὸς βλέπουσι τὸ πρόσωπον τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς» (Ματθ. ιη’ 10).
Ἡ ἀκόρεστη θέαση τοῦ Θεοῦ, ἡ διαρκής ζωὴ μὲ τὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ, μέσα σὲ μιὰν ἀνέκφραστη ἀγαλλίαση καὶ χαρά, ἀέναη δοξολογία κι ἀγάπη, δὲν εἶναι ζωὴ ἀγγελική, πού ἁρμόζει καὶ στοὺς ἁγίους στὸν ἄλλο κόσμο; Δὲν εἶναι ζωὴ μὲ γνώση τοῦ Θεοῦ; 
Ὅσο ζοῦμε στὸν κόσμο αὐτόν, στὴ γῆ, ὅπως λέει ὁ ἀπόστολος, «βλὲπομεν δι’ ἐσόπτρου ἐν αἰνίγματι, τότε δέ πρόσωπον πρὸς πρόσωπον» (Α’ Κορ. ιγ’ 12).
 Ἡ γνώση πού ἔχουμε τώρα γιὰ τὸν Θεὸ εἶναι μερική, τότε ὅμως θὰ εἶναι πλήρης. 
Ἑπομένως, δὲν πρέπει νὰ νομίζουμε πώς ἕνας ἄνθρωπος γνωρίζει τὸν Θεὸ ὅταν φτάνει μὲ τὶς διεργασίες τοῦ νοῦ στὸ συμπέρασμα πώς ὁ Θεὸς ὑπάρχει κατὰ κάποιο τρόπο καὶ κατοικεῖ κάπου.
Τὸ Θεὸ γνωρίζει ἐκεῖνος πού νιώθει μέσα του ἀλλά καὶ γύρω του τὴ ζείδωρη πνοὴ τοῦ Θεοῦ· αὐτὸς πού μὲ τὴν καρδιά, τὸ νοῦ καὶ τὴν ψυχὴ του αἰσθάνεται τὴ μεγαλειώδη καὶ φοβερὴ παρουσία τοῦ μόνου ἀληθινοῦ Θεοῦ στὴ φύση, μὰ καὶ στὴν προσωπικὴ ζωή του.
Γιατί ὁ Χριστὸς τονίζει τὰ λόγια τὸν μόνον ἀληθινὸν Θεόν; Ἐπειδὴ θέλει νὰ προφυλάξει τοὺς μαθητές Του ἀπὸ τὸν πανθεϊσμὸ καὶ τὴν εἰδωλολατρεία, νὰ βεβαιώσει γιὰ μιὰ ἀκόμα φορά τὰ λόγια πού εἶπε μέσω τοῦ Μωυσῆ: 
«Ἐγώ εἰμὶ Κύριος ὁ Θεός σου… οὐκ ἔσονταί σοι θεοὶ ἕτεροι πλὴν ἐμοῦ» (Ἐξ. κ’ 2, 3). Καὶ γιατί ἐπισημαίνει πώς αἰώνια ζωὴ εἶναι ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ, τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ; 
Ἐπειδὴ ὁ Θεὸς ἀποκαλύπτεται μέσω τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὅσο μπορεῖ ν’ ἀποκαλυφθεῖ στὸ θνητὸ ἄνθρωπο, κι ἐπειδὴ μόνο μέσα ἀπὸ τὸν Χριστὸ μποροῦν νὰ φτάσουν οἱ ἄνθρωποι στὴν πληρέστερη γνώση τοῦ Θεοῦ, ὅσο αὐτὸ εἶναι δυνατὸ σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο. 
Ὅπως εἶπε ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς στοὺς Ἰουδαίους, «εἰ ἐμὲ ᾔδειτε, καὶ τὸν πατέρα μου ᾔδειτε ἄν» (Ἰωάν. η’ 19). Ἀπὸ τὰ λόγια αὐτὰ βγαίνει ἀβίαστα τὸ συμπέρασμα πώς τὸν Πατέρα μποροῦμε νὰ τὸν γνωρίσουμε μόνο μέσω τοῦ Υἱοῦ, τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ.
«Ἐγώ σε ἐδόξασα ἐπὶ τῆς γῆς, τὸ ἔργον ἐτελείωσα ὃ δέδωκάς μοι ἵνα ποιήσω» (Ἰωάν. ιζ’ 4). Τί σημαίνουν τὰ λόγια ἐπὶ τῆς γῆς; Σημαίνουν πώς αὐτὸ τὸ ἔκανε ἐν σαρκί, ζώντας ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους.
Τὸ ἔργο πού ἔκανε καὶ τελείωσε ὁ Κύριος ἐν σαρκί, ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους, ἦταν ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπινου γένους. 
Μέχρι τὴν ὥρα τοῦ θανάτου Του στὸ σταυρό, τὸ ἔργο αὐτὸ ἀποτελοῦνταν ἀπὸ λόγια ζωοποιά, τέτοια πού δὲν εἶχαν ξανακουστεῖ στὴ γῆ, καθὼς κι ἀπὸ ἀμέτρητα θαύματα, τέτοια πού δὲν εἶχαν ξαναγίνει. 
Ὁ Κύριος ὅμως πιστώνει τὰ λόγια καὶ τὰ ἒργα Του στὸν Οὐράνιο Πατέρα, γιὰ νὰ διδάξει σ’ ἐμᾶς τὴν ταπείνωση καὶ τὴν ὑπακοή.
«Καὶ νῦν δόξασόν με σύ, πάτερ, παρὰ σεαυτῷ τῇ δόξῃ ᾗ εἶχον πρὸ τοῦ τὸν κόσμον εἶναι παρὰ σοί» (Ἰωάν. ιζ’ 5). 
Τί μποροῦν νὰ ποῦν τώρα ἐκεῖνοι πού λένε πώς ὁ Χριστὸς ἦταν ἕνας συνηθισμένος ἄνθρωπος, ἕνα πλάσμα τοῦ Θεοῦ ὅπως καὶ τ’ ἄλλα πλάσματά Του;
Ὁ Κύριος ἐδῶ μιλάει γιὰ τὴ δόξα πού εἶχε μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα Του πρὶν ἀπὸ τὴ δημιουργία τοῦ κόσμου! Εἶπε κάποτε ὁ Κύριος γιὰ τὸν ἑαυτό Του: «πρὶν ᾿Αβραὰμ γενέσθαι ἐγώ εἰμι» (Ἰωάν. η’ 58). 
Εἶπε πώς ὑπῆρχε πρὶν ἀπὸ τὸν Ἀβραάμ. Αὐτὸ μόνο μποροῦσε νὰ πεῖ στοὺς ἄφρονες Ἰουδαίους, μὰ στὴν προσευχὴ Του εἶπε πώς ὑπῆρχε καὶ μάλιστα μὲ δόξα, πρὶν ἀπὸ τὴ δημιουργία τοῦ κόσμου.
Δὲν ἤθελε νὰ τοὺς ἀποκαλύψει περισσότερα. Τώρα ὅμως μὲ τὴν προσευχή Του, τὸ ἀποκαλύπτει στὸν κόσμο ὁλόκληρο.
Γιατί τώρα μόνο; Ἐπειδὴ γνωρίζει ὡς παντογνώστης πώς ἡ προσευχή Του θὰ φτάσει στ’ αὐτιὰ τῶν ἀνθρώπων μόνο μετὰ τὴν ἔνδοξη Ἀνάστασή Του, τότε πού θὰ εἶναι εὔκολο νὰ πιστέψουν οἱ ἄνθρωποι στὴν προαιώνια δόξα Του.
Ἡ δόξα Του εἶναι ἴδια μὲ τὴ δόξα τοῦ Πατέρα, ἀφοῦ εἶναι «δόξαν ὡς μονογενοῦς παρὰ πατρός, πλήρης χάριτος καὶ ἀληθείας» (Ἰωάν. α’ 14). Δὲν εἶπε ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς πώς «πάντα ὅσα ἔχει ὁ πατὴρ ἐμά ἐστι» (Ἰωάν. ιστ’ 15); Ἑπομένως ἡ δόξα τοῦ Πατέρα εἶναι καὶ δική Του δόξα.
Τόσο στὴ δόξα ὅσο καὶ στὴν ἐξουσία εἶναι ἴσος μὲ τὸν Πατέρα. Τότε γιατί προσεύχεται στὸν Πατέρα νὰ τὸν δοξάσει; Δέν ζητάει νὰ δοξαστεῖ ὡς πρὸς τὴ Θεία φύση Του, ἀλλὰ τὴν ἀνθρώπινη.
Γιὰ τὸν πλασμένο κόσμο ἡ ἀνθρώπινη φύση Του εἶναι καινούργια, ὄχι ἡ Θεία. Ἡ ἀνθρώπινη φύση Του πρέπει νὰ θεωθεῖ, νὰ φτάσει στὴ Θεία δόξα, ὥστε κι ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι νὰ προσεγγίσουμε τὴ δόξα Του. 
Αὐτὸ εἶναι τὸ τέλος, τὸ στεφάνωμα ὅλων ὅσα ἔκανε ὁ Σωτήρας τοῦ κόσμου. Αὐτὸ εἶναι τὸ μεγάλο μυστήριο τῆς εἰρήνευσης τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεό, ἡ εὐλογημένη υἱοθεσία τους ὡς κατὰ Χάρη υἱῶν, μέσω τῆς δόξας τοῦ Θεανθρώπου.
Πρόσεξε ἐπίσης ποιὰ σπουδαία στιγμὴ διάλεξε ὁ Κύριος γιὰ νὰ προσευχηθεῖ στὸν Πατέρα καὶ νὰ τὸν δοξάσει. 
Κι αὐτὸ ἔγινε τότε πού, ὅπως εἶπε ὁ ἴδιος, τὸ ἔργον ἐτελείωσα ὁ δέδωκάς μοι ἵνα ποιήσω. Αὐτὴ εἶναι μιὰ πολὺ καθαρὴ καὶ σαφὴς διδασκαλία πρὸς ἐμᾶς. Μᾶς λέει πώς, γιὰ νὰ περιμένουμε ἀνταπόδοση ἀπὸ τὸν Θεό, πρέπει πρῶτα νὰ τηρήσουμε τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. 
Θυμήσου τὰ προφητικὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ πώς, στὸ τέλος τοῦ χρόνου, ὅταν «μέλλει γὰρ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἔρχεσθαι ἐν τῇ δόξῃ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ μετὰ τῶν ἀγγέλων αὐτοῦ, καὶ τότε ἀποδώσει ἑκάστῳ κατὰ τὴν πρᾶξιν αὐτοῦ» (Ματθ. ιστ’ 27). 
Εὐλογημένοι καὶ μακάριοι θὰ εἶναι τότε οἱ ἅγιοι κι οἱ δίκαιοι, γιατί θὰ λάβουν ὡς ἀνταπόδοση ἑκατὸ φορὲς περισσότερα ἀπ’ ὅσα καλὰ ἔργα ἔκαμαν, θὰ λάμψουν σὰν τὸν ἥλιο μὲ τὸ φῶς τῆς δόξας τοῦ Χριστοῦ, μπροστὰ στὸ θρόνο τοῦ Ὑψίστου.
«᾿Εφανέρωσά σου τὸ ὄνομα τοῖς ἀνθρώποις οὓς δέδωκάς μοι ἐκ τοῦ κόσμου. σοὶ ἦσαν καὶ ἐμοὶ αὐτοὺς δέδωκας, καὶ τὸν λόγον σου τετηρήκασι» (Ἰωάν. ιζ’ 6). Ποιὸ εἶναι τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ πού φανέρωσε ὁ Κύριος στὸν κόσμο; τὸ ὄνομα «Πατέρας». 
Τὸ ὄνομα αὐτὸ ἦταν ἄγνωστο τόσο στοὺς εἰδωλολάτρες ὅσο καὶ στοὺς Ἰουδαίους. Εἶναι μιὰ ὁλότελα καινούργια ἀποκάλυψη στὸν κόσμο. οἱ προφῆτες κι οἱ δίκαιοι τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης γνώριζαν τὸν Θεὸ μὲ τὰ ὀνόματα «Θεός», «Δημιουργός», «Κύριος», «Βασιλιᾶς», «Κριτής», ποτὲ ὅμως δὲν τὸν ἤξεραν ὡς «Πατέρα». 
Τὸ ὄνομα αὐτὸ ἦταν ἄγνωστο στοὺς ἀνθρώπους ἀνά τούς αἰῶνες.
Κανένας θνητὸς ἄνθρωπος δέν θὰ μποροῦσε ν’ ἀποκαλύψει τὸ οἰκεῖο αὐτὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ, γιατί κανένας θνητὸς δέν θὰ μποροῦσε νὰ νιώσει τὴν πατρότητα τοῦ Δημιουργοῦ Του, ζώντας κάτω ἀπὸ τὸ ζυγὸ τοῦ σκότους καὶ τοῦ τρόμου, τῆς ἁμαρτίας. 
Κι αὐτὸ πού δὲν μπορεῖ νὰ νιώσει κανείς, ἀκόμα κι ἂν τὸ ἐκφράσει μὲ τὴ γλώσσα του, δὲν ἔχει οὐσιαστικὴ σημασία. Μόνο ὁ Μονογενὴς Υἱός μπορεῖ ν’ ἀποκαλέσει τὸν Θεὸ «Πατέρα». «ὁ μονογενὴς υἱὸς ὁ ὢν εἰς τὸν κόλπον τοῦ πατρός, ἐκεῖνος ἐξηγήσατο» (Ἰωάν. α’ 18).
Σὲ ποιὸν ἀποκάλυψε ὁ Κύριος τὸ γλυκύτατο αὐτὸ ὄνομα τοῦ «Πατέρα»; Στοὺς ἀνθρώπους, οὕς δέδωκάς μοι ἐκ τοῦ κόσμου.
Κάποιοι σχολιαστὲς νομίζουν πώς τόνισε ἰδιαίτερα ἐκ τοῦ κόσμου, ὥστε νὰ μὴ θεωρηθεῖ ὅτι ἀναφέρεται στοὺς ἀγγέλους, τοὺς «οὐράνιους ἀνθρώπους», ἀλλά στοὺς συνηθισμένους, τοὺς ἐπίγειους ἀνθρώπους.
Ὁπωσδήποτε ὅμως φαίνεται πιὸ ὀρθὸ νὰ θεωρήσουμε πώς ὁ Κύριος ἐδῶ ἀναφέρεται στοὺς μαθητές Του, τόσο μὲ τὴ στενὴ ὅσο καὶ μὲ τὴν εὐρύτερη ἔννοια.
Αὐτὸ προκύπτει μὲ σαφήνεια ἀπὸ ἐκεῖνα πού λέει στὴ συνέχεια στὴν προσευχή Του: «Οὐ περὶ τούτων δὲ ἐρωτῶ μόνον, ἀλλὰ καὶ περὶ τῶν πιστευσόντων διὰ τοῦ λόγου αὐτῶν εἰς ἐμέ» (Ἰωάν. ιζ’ 20). 
Τὸ σκεπτικὸ ἐκείνων πού ἰσχυρίζονται πώς στὰ λόγια αὐτὰ τοῦ Χριστοῦ ὑπάρχει ὁ «προορισμός», πού διακρίνουν στὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ προειλημμένη ἀπόφαση σωτηρίας ἡ καταδίκης, εἶναι ἐντελῶς ἀβάσιμο.
«Σοὶ ἦσαν καὶ ἐμοὶ αὐτοὺς δέδωκας» (Ἰωάν. ιζ’ 6). Δηλαδή, δικοί Σου ἦταν ὡς πλάσματα καὶ δοῦλοι, Σὲ γνώριζαν μόνο ὡς Δημιουργὸ καὶ Κριτή. Τώρα ὅμως ἔμαθαν ἀπὸ Ἐμένα τὸ γλυκύτερο καὶ ἀγαπητὸ ὄνομά Σου, υἱοθετήθηκαν ἀπὸ Μένα κατὰ Χάρη.
Μοῦ τοὺς ἔδωσες ὡς σκλάβους, γιὰ νὰ τοὺς παραδώσω σὲ Σένα ὡς υἱούς. Ἀπόδειξαν πώς εἶναι ἄξιοι τῆς τιμῆς αὐτῆς, γιατί τὸν λόγον σου τετηρήκασι. Μὲ τὴν ἀγάπη Του γιὰ τὸ ἀνθρώπινο γένος ὁ Κύριος ἐδῶ ἐγκωμιάζει τοὺς μαθητές Του στὸν Οὐράνιο Πατέρα Του. Καὶ συνεχίζει τὰ ἐγκώμια Του:
«Νῦν ἔγνωκαν ὅτι πάντα ὅσα δέδωκάς μοι παρὰ σοῦ ἐστιν» (Ἰωάν. ιζ’ 7). οἱ πονηροὶ Ἰουδαῖοι δὲν ἤθελαν νὰ τὸ καταλάβουν αὐτό. Γι’ αὐτὸ καὶ συκοφαντοῦσαν τὸν Κύριο, ἔλεγαν πώς εἶχε δαιμόνιο καὶ πώς ἡ θαυματουργική Του δύναμη προερχόταν ἀπὸ τὸν Βεελζεβούλ, τὸν ἄρχοντα τῶν δαιμόνων. 
Πρέπει νὰ ‘χουμε κατὰ νοῦ πώς ἀνάμεσα στοὺς πρεσβυτέρους τῶν Ἰουδαίων ὑπῆρχε κάποια σύγχυση καὶ διαφωνία γιὰ τὸν Χριστό: Ἦταν ἀπὸ τὸν Θεὸ ἡ ὄχι; 
Ἔτσι μποροῦμε νὰ κατανοήσουμε γιατί ὁ Κύριος ἐδῶ ἐγκωμιάζει τοὺς ἀποστόλους πού πίστευαν πώς ἦταν Θεός. Πάντα ὅσα δέδωκάς μοι,δηλαδή, ὅλα τὰ λόγια κι ὅλα τὰ ἔργα.
«Ὅτι τὰ ρήματα ἃ δέδωκάς μοι δέδωκα αὐτοῖς, καὶ αὐτοὶ ἔλαβον, καὶ ἔγνωσαν ἀληθῶς ὅτι παρὰ σοῦ ἐξῆλθον, καὶ ἐπίστευσαν ὅτι σύ με ἀπέστειλας» (Ἰωάν. ιζ’ 8). Μὲ τὰ ρήματα πρέπει νὰ κατανοήσουμε ὅλη τὴ σοφία καὶ τὴ δύναμη πού ἔδωσε ὁ Κύριος στοὺς μαθητές Του, ὄχι μόνο τὰ λόγια.
Τὴν ἐνέργεια τῆς σοφίας καὶ τῆς δύναμης τὴν εἶχαν ἤδη δοκιμάσει οἱ μαθητὲς ὅλο τὸ διάστημα πού ἔζησαν κοντὰ στὸν Κύριο στὴ γῆ καὶ εἶχαν πειστεῖ πώς ὅλη ἡ σοφία κι ἡ δύναμή Του ἦταν ἀπὸ τὸν Θεό.
«᾿Εγὼ περὶ αὐτῶν ἐρωτῶ· οὐ περὶ τοῦ κόσμου ἐρωτῶ, ἀλλὰ περὶ ὧν δέδωκάς μοι, ὅτι σοί εἰσι» (Ἰωάν. ιζ’ 9). Μήπως αὐτὸ σημαίνει πώς ὁ Κύριος δὲν προσεύχεται γιὰ ὅλον τὸν κόσμο, ἀλλά μόνο γιὰ τοὺς μαθητές Του; 
οἱ μαθητὲς ἦταν ἡ καλὴ γῆ, ὅπου ὁ οὐράνιος Σπορέας ἔσπειρε τὸ σωστικό Του σπόρο. Γιὰ τὸν ἀγρό αὐτόν, πού ὁ ἴδιος ὁ Σπορέας καλλιέργησε κι ἔσπειρε, προσευχήθηκε στὸ πρῶτο μέρος.
Ὁ Κύριος τὸ ἔκανε αὐτὸ γιὰ νὰ μᾶς διδάξει πώς πρέπει νὰ ζητᾶμε ἀπὸ τὸν Θεὸ μὲ ταπεινοφροσύνη μόνο αὐτὰ πού μᾶς εἶναι ἀπαραίτητα.
Μέσα στὴν ἀκαλλιέργητη καὶ ἄγονη γῆ αὐτοῦ τοῦ κόσμου, ὁ ἴδιος διάλεξε ἕνα μικρὸ ἀγρό, τὸν περιέφραξε κι ἔσπειρε ἐκεῖ τὸν πολύτιμο σπόρο. Καθὼς ὁ σπόρος αὐτὸς ἀναπτύσσεται καὶ καρποφορεῖ, ὁ ἀγρὸς μεγαλώνει κι ὁ σπόρος ποὺ θὰ σπαρεῖ θὰ εἶναι περισσότερος.
Ἑπομένως δὲν εἶναι φυσικὸ γιὰ τὸ γεωργὸ νὰ προσεύχεται μόνο γιὰ τὸν περιφραγμένο, καλλιεργημένο καὶ σπαρμένο ἀγρό κι ὄχι γιὰ τὸν ἄγονο κι ἀκαλλιέργητο;
Πολλοὶ νεωτεριστὲς στὴ διαδρομὴ τῆς Ἱστορίας, φυσιωμένοι ἀπὸ τὶς γνώσεις καὶ τὴν ἔπαρσή τους, προσπάθησαν μὲ τὶς θεωρίες τους νὰ φέρουν τὴν εὐτυχία στὸ ἀνθρώπινο γένος μὲ μιὰ κίνηση, κάνοντας ἔκκληση σ’ ὁλόκληρο τὸν κόσμο. οἱ προσπάθειές τους ὅμως γρήγορα ἐκμηδενίστηκαν καὶ χάθηκαν σὰν φουσκάλες τοῦ νεροῦ, ἀφήνοντας τὸν ἀπατημένο κόσμο σὲ ἀκόμα μεγαλύτερη δυστυχία.
Τὰ ἔργα τοῦ Κυρίου ἔχουν μιὰν ἀόρατη, μιὰ δυσθεώρητη ἀρχή, ὅπως ὁ σπόρος τοῦ σιναπιοῦ πού σπέρνεται κάτω ἀπὸ τὴν ἐπιφάνεια τῆς γῆς κι ἀναπτύσσεται ἀργά.
Ὅταν μεγαλώσει ὅμως καὶ γίνει δέντρο, δὲν μπορεῖ νὰ τὸ κουνήσει κανένας ἄνεμος. Ὅταν γίνεται σεισμὸς καταστρέφει πύργους ὑψηλούς, κατασκευάσματα ἀνθρώπων, μὰ δὲν μπορεῖ νὰ βλάψει οὔτε ἕνα δέντρο. Σὲ κάθε περίπτωση ὁ Κύριος δὲν μπορεῖ νὰ προσευχήθηκε στὸν Πατέρα Του μόνο γιὰ τοὺς μαθητές Του, ἀλλά ὅπως θὰ δοῦμε ἀργότερα, καὶ περὶ τῶν πιστευὸντων διὰ τοῦ λόγου αὐτῶν εἰς ἐμέ.
Καὶ πάλι ὅμως ὄχι γιὰ ὅλους τούς ἄγονους κι ἀκαλλιέργητους ἀγροὺς τοῦ κόσμου, ἀλλά μόνο γιὰ τὸν διευρυμένο ἀγρό, ὅπου οἱ μαθητὲς θὰ σπείρουν τὸν πολύτιμο σπόρο τοῦ εὐαγγελίου.
«Καὶ τὰ ἐμὰ πάντα σά ἐστι καὶ τὰ σὰ ἐμά, καὶ δεδόξασμαι ἐν αὐτοῖς»(Ἰωάν. ιζ’ 10). Ἐκτός ἀπὸ τὰ ἰδιαίτερα χαρακτηριστικά Του, ὁ Υἱός εἶναι σὲ ὅλα ἴσος μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. 
Ἴσος στὴν ἰσότητα καὶ τὴν ἀθανασία  ἴσος στὴ δύναμη καὶ τὴν ἐξουσία  ἴσος στὴ σοφία καὶ τὴ δικαιοσύνη. Στὰ ἰδιαίτερα χαρακτηριστικά τους ὅμως, ὁ Πατέρας εἶναι ἀγέννητος, ὁ Υἱὸς εἶναι γεννητὸς καὶ τὸ Πνεῦμα ἐκπορεύεται ἀπὸ τὸν Πατέρα.
Ἡ σχέση τοῦ Πατέρα μὲ τὸν Υἱό εἶναι τοῦ Γεννήτορα καὶ μὲ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι τῆς Πηγῆς. Ἡ κυριότητα κι ἡ αὐθεντία σ’ ὅλα τὰ πλάσματα τοῦ ὁρατοῦ καὶ ἀόρατου κόσμου ἀνήκουν ἐξίσου καὶ ἀδιαίρετα στὸν Πατέρα, τὸν Υἱό καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. 
Ἡ οὐσία κι ἡ ὕπαρξη τῶν τριῶν προσώπων εἶναι μιὰ ἀόρατη μονάδα, τῶν ὑποστάσεων εἶναι ἀσύγχυτη Τριάδα.
Ἔτσι ὅλα ὅσα ἔχει ὁ Πατέρας τὰ ἔχει καὶ ὁ Υἱός καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Καὶ τὰ ἐμὰ πάντα σά ἐστι καὶ τὰ σὰ ἐμά. Αὐτὸ ἰσχύει καὶ γιὰ τοὺς πιστοὺς τοῦ Χριστοῦ. Ἀνήκουν στὸν Πατέρα ὅπως ἀνήκουν καὶ στὸν Υἱό, καθὼς καὶ στὸ Ἅγιο Πνεῦμα.
Γιατί ὁ Κύριος εἶπε λίγο νωρίτερα, Σοὶ ἦσαν καὶ ἐμοὶ αὐτοὺς δέδωκαςκαὶ τώρα λέει, καὶ τὰ ἐμὰ πάντα σά ἐστι καὶ τὰ σὰ ἐμά; Ἐπειδὴ ὡς ἐκπρόσωπος τοῦ Πατέρα τοὺς εἶχε παραλάβει ἀπὸ Ἐκεῖνον ὡς ἀκατέργαστο ὑλικὸ κι ὁ ἴδιος τούς ἐπεξεργάστηκε καὶ τοὺς λύτρωσε ἀπὸ τὴν ἁμαρτία.
Καὶ τώρα τοὺς παραδίδει ξανὰ καλλιεργημένους καὶ λυτρωμένους στὸν Πατέρα Του. Ἑπομένως ὅσα εἶναι τοῦ Πατέρα εἶναι δικά Του  κι ὅσα εἶναι δικά Του, εἶναι καὶ τοῦ Πατέρα.
Ὅπως εἶναι δύσκολο νὰ μοιράσεις τὴν ἀγάπη δυὸ ἀνθρώπων πού ἀγαπιοῦνται, τὸ ἴδιο εἶναι καὶ νὰ μοιράσεις αὐτὸ πού ἀνήκει ξεχωριστὰ στὸν καθένα. Ὁ Κύριος εἶπε ἐπίσης: «καὶ δεδόξασμαι ἐν αὐτοῖς». Ὡς Θεὸς δοξάζεται ἀπό τούς ἀνθρώπους.
Κι ὡς ἄνθρωπος δοξάζεται ἐνώπιόν τῆς Ἁγίας Τριάδας καὶ τῶν ἀγγέλων. Ἀπὸ τί ἐγκωμιάζεται ἕνα δέντρο ἂν ὄχι ἀπό τούς καρπούς του; Ὁ Κύριος δέν ζητεῖ μάταιη δόξα, κενή, ζητεῖ τὴ δόξα Του ἀπό τούς καρποὺς Του -τοὺς μαθητές Του- πού τὸν ἀκολούθησαν μὲ πίστη καὶ καλὰ ἔργα, μὲ ἀγάπη καὶ ζῆλο.
Ὑπάρχουν γονεῖς πού ζητοῦν μεγαλύτερη δόξα ἀπ’ αὐτὴν πού τοὺς δίνουν τὰ παιδιά τους; Ἡ μεγαλύτερη χαρὰ τοῦ Κυρίου εἶναι νὰ δοξάζεται ἀπὸ τὰ παιδιά Του, τοὺς πιστοὺς ὀπαδούς Του.
«Καὶ οὐκέτι εἰμὶ ἐν τῷ κόσμῳ, καὶ οὗτοι ἐν τῷ κόσμῳ εἰσί, καὶ ἐγὼ πρὸς σὲ ἔρχομαι. πάτερ ἅγιε, τήρησον αὐτοὺς ἐν τῷ ὀνόματί σου ᾧ δέδωκάς μοι, ἵνα ὦσιν ἓν καθὼς ἡμεῖς» (Ἰωάν. ιζ’ 11). 
Γιατί λέει ὁ Κύριος πώς δὲν εἶναι πιὰ στὸν κόσμο; Ἐπειδὴ τελείωσε τὸ ἔργο Του καὶ τώρα πιὰ περιμένει νὰ ὑποστεῖ τὸ ἔσχατο καὶ μέγιστο πάθος, νὰ σφραγίσει τὸ τελειωμένο ἒργο μὲ τὸ ἀθῶο αἷμα Του.
Προσέξτε μὲ πόση ἀγάπη προσεύχεται γιὰ τοὺς μαθητές Του! Καμιὰ μητέρα δέν θὰ προσευχόταν μὲ τόση στοργὴ γιὰ τὰ παιδιά της. Πάτερ ἅγιε, τήρησον αὐτούς.
Τοὺς ἀφήνει ὡς πρόβατα ἀνάμεσα σὲ λύκους. Ἂν δὲν τοὺς προστάτευε κάποιο μάτι ἀπὸ τὸν οὐρανό, θὰ τοὺς εἶχαν κατασπαράξει ὅλους οἱ λύκοι. Τήρησον αὐτοὺς ἐν τῷ ὀνόματί σου, ὡς γονιός, ὡς Πατέρας. Γίνου δικός τους Πατέρας, ὅπως εἶσαι καὶ δικός Μου.
Μὲ τὴν πατρική Σου ἀγάπη στήριξέ τους καὶ προστάτεψέ τους ἀπό τους κακοὺς λύκους, ὁδήγησέ τους, ἵνα ὦσιν ἕν καθὼς ἡμεῖς. Στὴν τέλεια αὐτὴ ἑνότητα δέν θὰ δεῖς μόνο τὴν πανίσχυρη δύναμη τῶν πιστῶν, μὰ καὶ τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ. 
Ὅπως ὁ Πατέρας κι ὁ Υἱός ἔχουν τὴν ἴδια οὐσία καὶ διαφέρουν μόνο στὰ πρόσωπα, ἂς γίνει τὸ ἴδιο καὶ στοὺς πιστούς: πολλὰ καὶ διάφορα τὰ πρόσωπα, ἀλλά οὐσιαστικὰ ἕνας στὴν ἀγάπη, τὸ θέλημα καὶ τὸ νοῦ.
Καὶ συνεχίζει ὁ Κύριος: «Ὅτε ἤμην μετ’ αὐτῶν ἐν τῷ κόσμῳ, ἐγὼ ἐτήρουν αὐτοὺς ἐν τῷ ὀνόματί σου· οὓς δέδωκάς μοι ἐφύλαξα, καὶ οὐδεὶς ἐξ αὐτῶν ἀπώλετο εἰ μὴ ὁ υἱὸς τῆς ἀπωλείας, ἵνα ἡ γραφὴ πληρωθῇ» (Ἰωάν. ιζ’ 12). Κανένας ἀπ’ὅσους διάλεξε ὁ Κύριος δέν θὰ χαθεῖ, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Ἰούδα τὸν προδότη, ὅπως εἶναι γραμμένο καὶ στὴ Γραφή. 
Ὁ Ἰούδας βέβαια δέν χάθηκε ἐπειδὴ εἶναι γραμμένο, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἔδειξε ὅτι ἀπίστησε στὸν Θεὸ καὶ λάτρεψε τὸ χρῆμα. Στὴν Ἁγία Γραφὴ ἔχουν γραφεῖ τὰ ἑξῆς προφητικὰ λόγια γιὰ τὸν Ἰούδα: «Ὁ ἐσθίων ἄρτους μου, ἐμεγάλυνεν ἐπ’ ἐμέ πτερνισμὸν» (Ψαλμ. μ’ 10), τὸ χωρίο αὐτό ἐξηγεῖ ὁ Ἰωάννης στὸ εὐαγγέλιό του (βλ. Ἰωάν. ιγ’ 18).
«Καί τήν ἐπισκοπὴν αὐτοῦ λάβοι ἕτερος» (Ψαλμ. ρη’ 8), ἀναφέρει ξανὰ ἡ Ἁγία Γραφή. Καὶ οἱ δυὸ αὐτὲς προφητεῖες ἐκπληρώθηκαν στὸν Ἰούδα. Ἔφαγε τὸν ἄρτο μαζὶ μὲ τὸν Κύριο Ἰησοῦ κι ἔπειτα σήκωσε τὴν φτέρνα ἐναντίον Του, ὅπως λέει ὁ ἴδιος ὁ Κύριος μὲ τὰ λόγια τοῦ προφήτη: 
«Ὁ τρώγων μετ’ ἐμοῦ τὸν ἄρτον ἐπῆρεν ἐπ’ ἐμέ τὴν πτέρναν» (Ἰωάν. ιγ’ 18). Καὶ μετὰ τὴν προδοσία του ὁ Ἰούδας κρεμάστηκε κι ὁ Ματθίας πῆρε τὴν ἀποστολικὴ θέση του. Καὶ τελειώνει ὁ Κύριος:
«Νῦν δὲ πρὸς σὲ ἔρχομαι, καὶ ταῦτα λαλῶ ἐν τῷ κόσμῳ ἵνα ἔχωσι τὴν χαρὰν τὴν ἐμὴν πεπληρωμένην ἐν αὐτοῖς» (Ἰωάν. ιζ’ 13). Ὁ Κύριος κάνει τὴν προσευχὴ αὐτὴ πρὸς τὸν Οὐράνιο Πατέρα Του λίγο προτοῦ ἀποχωριστεῖ ἀπό τούς μαθητές Του κι ἀπὸ τὸν κόσμο. 
Ὁ Κύριος γνωρίζει πώς τὸν περιμένει ὁ θάνατος κι ὁ τάφος. δέν μιλάει γι’ αὐτὸ ὅμως στὸν ἀθάνατο Πατέρα Του, ἀφοῦ ὁ θάνατος κι ὁ τάφος δὲν ἔχουν καμιὰ σημασία στὰ μάτια τοῦ Θεοῦ. Μιλάει γιὰ ἐπιστροφὴ στὸν Πατέρα Του –νῦν δέν πρὸς σὲ ἔρχομαι– στὴν αἰώνια δόξα –τῇ δόξῃ ᾗ εἶχον, πρὸ τοῦ τὸν κόσμον εἶναι παρὰ σοί.
Μετὰ προσεύχεται γιὰ τοὺς μαθητές Του, γιὰ νὰ ἔχουν τὴ δική Του χαρὰ καὶ μάλιστα πεπληρωμένην.
Τί εἴδους χαρὰ εἶναι αὐτή; Εἶναι ἡ χαρὰ πού ἔχει ὁ ὑπάκουος γιὸς ὅταν ἐκπληρώνει τὸ θέλημα τοῦ πατέρα του. Εἶναι ἡ χαρὰ τοῦ εἰρηνοποιοῦ, πού ἡ δική του ἐσωτερικὴ καὶ θεϊκὴ εἰρήνη δὲν μπορεῖ νὰ διαταραχθεῖ ἀπὸ τὰ παραληρήματα αὐτοῦ τοῦ κόσμου.
Εἶναι ἡ χαρὰ τοῦ νοικοκύρη, πού ἀφοῦ καθάρισε τὸν ἀγρό του, τὸν ὄργωσε καὶ τὸν ἔσπειρε, ὕστερα βλέπει τὸν καρπὸ ν’ ἀναπτύσσεται, νὰ ὡριμάζει καὶ ν’ ἀποδίδει. Εἶναι ἡ χαρὰ τοῦ νικητή, πού κατατρόπωσε ὅλους τούς ἐχθρούς του καὶ χάρισε τὴ δύναμη τῆς νίκης στοὺς φίλους του, γιὰ νὰ ‘ναι νικητὲς ὡς τὸ τέλος τοῦ χρόνου.
Εἶναι τελικὰ ἡ χαρὰ τῆς ἁγνῆς καὶ θεοφίλητης καρδιᾶς, ἡ χαρὰ αὐτὴ πού εἶναι ζωή, ἀγάπη καὶ δύναμη. Τέτοια χαρὰ εἶναι στὴν πληρότητά της ἐκείνη πού ζητοῦσε ὁ Κύριος γιὰ τοὺς μαθητὲς Του προτοῦ ἀναχωρήσει ἀπὸ τὸν κόσμο.
Ἡ προσευχὴ αὐτὴ πού ἔκανε ὁ Κύριος Ἰησοῦς πρὶν ἀπὸ τὸ θάνατό Του εἶχε τὴν ἄμεση καὶ πλήρη προσοχὴ τοῦ Πατέρα Του. Τ’ ἀποτελέσματά της φάνηκαν σύντομα. 
Τὴ στιγμὴ τοῦ μαρτυρίου του ὁ πρωτομάρτυρας τῆς χριστιανικῆς πίστης ἀρχιδιάκονος Στέφανος, εἶδε «δόξαν Θεοῦ καὶ τὸν Ἰησοῦν ἑστῶτα ἐκ δεξιῶν τοῦ Θεοῦ» (Πράξ. ζ’ 55).
Κι ὁ ἅγιος ἀπόστολος Παῦλος γράφει πώς ὁ Θεὸς «ἐκάθισεν (τὸν Χριστὸ) ἐν δεξιᾷ αὐτοῦ ἐν τοῖς ἐπουρανίοις ὑπεράνω πάσης ἀρχῆς καὶ ἐξουσίας καὶ δυνάμεως καὶ κυριότητος καὶ παντὸς ὀνόματος ὀνομαζόμενου οὐ μόνον ἐν τῷ αἰῶνι τούτῳ, ἀλλά καί ἐν τῷ μέλλοντι· καὶ πάντα ὑπέταξεν ὑπὸ τοὺς πόδας αὐτοῦ» (Ἐφ. α’ 20-22). Αὐτὰ ἀναφέρονται στὴ δόξα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ. Γιὰ τὴν πνευματικὴ ἑνότητα τῶν πιστῶν τώρα, ὅλα ἐξελίχτηκαν ἀκριβῶς ὅπως ὁ ἴδιος ζήτησε ἀπὸ τὸν Πατέρα Του. 
Στὶς Πράξεις τῶν ἀποστόλων ἀναφέρεται πώς «ἦσαν προσκαρτεροῦντες ὁμοθυμαδὸν» (Πράξ. α’ 14) καὶ «τοῦ δέ πλήθους τῶν πιστευσάντων ἦν ἡ καρδία καὶ ἡ ψυχὴ μία» (δ’ 32).
Ὅπως ἔχουμε ἤδη ἀναφέρει, ἡ προσευχὴ τοῦ Χριστοῦ δὲν ἀναφέρεται μόνο στοὺς ἀποστόλους -ἂν καὶ κατὰ κύριο λόγο ἀναφέρεται σ’ αὐτοὺς- ἀλλά καὶ σ’ ὅλους ἐκείνους πού πίστεψαν ἤ θὰ πιστέψουν στὸν Χριστὸ ἀπὸ τὰ λόγια τους. Ἡ προσευχὴ αὐτὴ ἑπομένως ἦταν καὶ γιὰ τοὺς ἅγιους πατέρες τῆς Πρώτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου, πού γιορτάζουμε σήμερα. 
Τήρησον αὐτούς, προσευχήθηκε ὁ Χριστὸς στὸν Πατέρα Του. Κι ὁ Πατέρας τοὺς τήρησε καὶ τοὺς προφύλαξε ἀπὸ τὶς πλάνες τοῦ Ἀρείου. Τοὺς φώτισε, τοὺς ἐνέπνευσε καὶ τοὺς ἐνίσχυσε μὲ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα γιὰ νὰ ὑπερασπιστοῦν καὶ νὰ ὁμολογήσουν τὴν ὀρθόδοξη πίστη.
Ἡ προσευχὴ αὐτὴ ὅμως ἔγινε καὶ γιὰ ὅλους ἐμᾶς πού ἔχουμε βαφτιστεῖ στὴν ἀποστολικὴ Ἐκκλησία καὶ πού μάθαμε ἀπό τούς ἀποστόλους καὶ τοὺς διαδόχους τους τὸ σωτήριο ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, τοῦ Σωτήρα μας.
Ἀδελφοί μου! Σκεφθεῖτε πώς ὁ Κύριος Ἰησοῦς λίγο πρὶν ἀπὸ τὸ θάνατό Του, ἐδῶ καὶ δυὸ χιλιάδες χρόνια, σκέφτηκε καί σᾶς, προσευχήθηκε στὸν Θεὸ γιὰ σᾶς! Εὔχομαι ἡ παντοδύναμη αὐτὴ προσευχὴ νὰ σᾶς προστατεύει καὶ νὰ σᾶς καθαρίζει ἀπὸ κάθε ἁμαρτία, νὰ σᾶς γεμίζει χαρὰ καὶ νὰ ἑνώσει τὶς καρδιὲς καὶ τὶς ψυχές σας!
Εἴθε καὶ μεῖς νὰ δοξολογοῦμε ἑνωμένοι τὸν Πατέρα, τὸν Υἱό καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τὴν ὁμοούσια καὶ ἀδιαίρετη Τριάδα, τώρα καὶ πάντα καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν!




https://aerapatera.wordpress.com/2020/05/31/τῶν-ἁγίων-πατέρων-τῆς-πρώτης-οἰκουμ/