Labels

Tuesday, January 16, 2018

Λουλούδια παντού - του Κώστα Ε. Τσιρόπουλου


Κάθε μέρα σου πλέον, με το χαρμόσυνο άνοιγμα των βλεφάρων ως το ξανασφράγισμά τους υπό την επιβολή την ανακουφιστική της κόπωσης και του ύπνου, μια ολόκληρη, μικρογραφημένη ζωή. Μ' όλες τις χαρές, τις προσμονές, τις εκπλήξεις και τις ταλαιπωρίες της. Και με λουλούδια, κάθε φορά: λουλούδια στην γέννησή σου, λουλούδια στην βάπτισή σου και στην ονομαστική σου κάθε χρόνο γιορτή. Λουλούδια στον γάμο σου και λουλούδια για όσους αναπαύονται στα κοιμητήρια. Με λουλούδια στην αγκάλη σε περιμένει κι ο θάνατος. Δεν μπορεί να συναισθανθεί ο άνθρωπος την ευγένεια της ζωής αν, κάθε μέρα, δεν σταματήσει κάποια στιγμή το βλέμμα του επάνω σε λουλούδια. Λουλούδια χαρωπά, ανθοδέσμες πανηγυρικές, λουλούδια πικρά, στέφανα του γάμου, στέφανα του Μάη, στέφανα του τάφου — και ψηλά εκεί, στέφανα του Χριστού επάνω στον Τίμιο Σταυρό.







*Μας το έστειλε ο π.Βασίλειος Χριστοδούλου 

* Η φωτογραφία: http://www.protothema.gr/city-stories/article/472354/ta-20-pio-perierga-louloudia/


Sunday, January 14, 2018

Κυριακὴ μετὰ τὰ Φῶτα

Σχετική εικόνα

(Ματθ. 4,12-17)

Τῷ καιρῷ ἐκείνω, ἀκούσας ὁ Ἰησοῦς 
12. ὅτι ὁ Ἰωάννης παρεδόθη, ἀνεχώρησεν εἰς τὴν Γαλιλαίαν, 
13. καὶ καταλιπὼν τὴν Ναζαρὲτ ἐλθὼν κατῴκησεν εἰς Καπερναοὺμ τὴν παραθαλασσίαν ἐν ὁρίοις Ζαβουλὼν καὶ Νεφθαλείμ, 
14. ἵνα πληρωθῇ τὸ ῥηθὲν διὰ Ἡσαΐου τοῦ προφήτου λέγοντος· 
15. γῆ Ζαβουλὼν καὶ γῆ Νεφθαλείμ, ὁδὸν θαλάσσης, πέραν τοῦ Ἰορδάνου, Γαλιλαία τῶν ἐθνῶν, 
16. ὁ λαὸς ὁ καθήμενος ἐν σκότει εἶδε φῶς μέγα, καὶ τοῖς καθημένοις ἐν χώρᾳ καὶ σκιᾷ θανάτου φῶς ἀνέτειλεν αὐτοῖς. 
17. Ἀπὸ τότε ἤρξατο ὁ Ἰησοῦς κηρύσσειν καὶ λέγειν· μετανοεῖτε· ἤγγικε γὰρ ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν.




Saturday, January 13, 2018

Έφυγε από τη ζωή ο Τάκης Λουκανίδης - του Χαράλαμπου Ανδρεάδη


Έφυγε ο ίσως μεγαλύτερος και πιο ταλαντούχος Έλληνας ποδοσφαιριστής. Ο εκ Δράμας Τάκης Λουκανίδης. Στη δημόσια ζωή του έφτασε στο ζενίθ της δόξης με τη Δόξα Δράμας και τον Παναθηναϊκό, αλλά στη προσωπική ζωή έφτασε στο ναδίρ του και τη μεγάλη τραγωδία με την απώλεια του παιδιού του. Παίκτης σύμβολο, ντυμένος με την αίγλη του θρύλου, κεντρικό πρόσωπο σε άπειρα ακούσματα διηγήσεων των πατεράδων μας-φίλων του και στολίδι της δικής μας παιδικής μνήμης σαν ήρωας ανυπέρβλητων αθλητικών κατορθωμάτων. 

Είχαμε τη χαρά να τον τιμήσουμε στο 1ο Συνέδριο "η Δράμα ενάντια στον Καρκίνο" που κάναμε στη πατρώα Γή. Το είχε χαρεί σαν μικρό παιδί.
Καλό Παράδεισο, Τάκη Λουκανίδη!


Φωτό: Nikiforos Vidalis, 

Savvas Papadopoulos, Tsiampousis Vasileios, Χαράλαμπος Ανδρεάδης




Wednesday, January 10, 2018

Η Μαύρη Παρασκευή - του George Monbiot


Όλοι τα θέλουν όλα: πώς μπορεί να γίνει αυτό; Η υπόσχεση της οικονομικής ανάπτυξης είναι ότι οι φτωχοί θα μπορούν να ζήσουν σαν τους πλούσιους και οι πλούσιοι σαν τους μεγιστάνες. Όμως ήδη έχουμε ξεχειλώσει τα φυσικά όρια του πλανήτη που μας συντηρεί. Η αλλοίωση του κλίματος, η διάβρωση του εδάφους, η κατάρρευση οικοσυστημάτων και ειδών ζωής, η θάλασσα του πλαστικού, όλα αυτά προκαλούνται από την αυξανόμενη κατανάλωση. Η υπόσχεση της ιδιωτικής πολυτέλειας για όλους δεν μπορεί να εκπληρωθεί: δεν επαρκεί ούτε ο φυσικός ούτε ο οικολογικός χώρος.  
Όμως η ανάπτυξη πρέπει να συνεχισθεί: αυτή είναι παντού η πολιτική προσταγή. Κι εμείς πρέπει να προσαρμόσουμε ανάλογα τα γούστα μας. Στο όνομα της αυτονομίας και της επιλογής, το μάρκετινγκ χρησιμοποιεί τα τελευταία ευρήματα των νευροεπιστημών για να γκρεμίσει τις άμυνές μας. Όσοι προσπαθούν να αντισταθούν, θα πρέπει να πεισθούν να σωπάσουν, με τη βοήθεια των Μέσων.  
Με κάθε γενιά η βάση της ομαλοποιημένης κατανάλωσης αλλάζει. Πριν τριάντα χρόνια ήταν γελοίο να αγοράζουμε εμφιαλωμένο νερό εκεί όπου το νερό της βρύσης ήταν καθαρό και άφθονο. Σήμερα σε όλο τον κόσμο χρησιμοποιούμε ένα εκατομμύριο πλαστικά μπουκάλια το λεπτό.
Κάθε Παρασκευή είναι μια Μαύρη Παρασκευή, κάθε Χριστούγεννα ένα ακόμη πιο χτυπητό φεστιβάλ καταστροφής. Εκτός από σάουνες με χιόνι, φορητά ψυγεία για καρπούζι και έξυπνα κινητά για σκύλους, έχουμε τώρα και το PancakeBot: έναν τριδιάστατο εκτυπωτή ζύμης, που σας επιτρέπει να φτιάχνετε για πρόγευμα κέικ στο σχήμα της Μόνα Λίζα ή του Ταζ Μαχάλ. Στην πράξη θα στριμωχτεί στην κουζίνα σας για μια εβδομάδα, μέχρι να αποφασίσετε ότι δεν έχετε χώρο γι’ αυτό. Για κάτι τέτοια σκουπίδια καταστρέφουμε τον ζωντανό πλανήτη και τις προοπτικές της επιβίωσής μας. 
Η παράπλευρη υπόσχεση είναι ότι, μέσω ενός πράσινου καταναλωτισμού, μπορούμε να συμφιλιώσουμε την αειφόρο ανάπτυξη με την επιβίωση του πλανήτη. Όμως μια σειρά ερευνητικά άρθρα αποκαλύπτουν ότι δεν υπάρχει σημαντική διαφορά ανάμεσα στο οικολογικό αποτύπωμα των ανθρώπων που νοιάζονται για το περιβάλλον και εκείνων που αδιαφορούν. Ένα πρόσφατο άρθρο στο περιοδικό Environment and Behaviour (Περιβάλλον και Συμπεριφορά) λέει ότι εκείνοι που αυτοπροσδιορίζονται ως καταναλωτές με συνείδηση χρησιμοποιούν περισσότερη ενέργεια και άνθρακα από εκείνους χωρίς αυτόν τον προσδιορισμό.
Γιατί; Διότι η περιβαλλοντική εγρήγορση τείνει να είναι υψηλότερη ανάμεσα στους πλούσιους. Την επίδρασή μας στον πλανήτη δεν την διέπουν οι στάσεις μας αλλά το εισόδημα. Όσο πιο πλούσιοι είμαστε, τόσο μεγαλύτερο είναι το αποτύπωμά μας, άσχετα από τις καλές μας προθέσεις. Εκείνοι που βλέπουν τους εαυτούς τους ως πράσινους καταναλωτές, σύμφωνα με την έρευνα, κυρίως εστίαζαν σε συμπεριφορές που απέφεραν «σχετικά μικρά οφέλη».  
Γνωρίζω ανθρώπους που ανακυκλώνουν επιμελώς, μαζεύουν και ξαναχρησιμοποιούν τις πλαστικές σακούλες τους, μετρούν προσεκτικά το νερό στις τσαγιέρες τους, κι έπειτα πηγαίνουν διακοπές στην Καραϊβική, ακυρώνοντας τα οποιαδήποτε περιβαλλοντικά οφέλη στο εκατονταπλάσιο. Προφανώς πιστεύουν ότι η ανακύκλωση τους δίνει την άδεια να κάνουν μακρές πτήσεις. Πείθει τους ανθρώπους ότι έχουν γίνει ‘πράσινοι’, και τους επιτρέπει να παραβλέπουν τις μεγαλύτερες επιβαρύνσεις.
Όλα αυτά δεν σημαίνουν ότι δεν θα πρέπει να προσπαθούμε να μειώσουμε το αποτύπωμά μας, θα πρέπει όμως να έχουμε επίγνωση των ορίων αυτής της προσπάθειας. Η συμπεριφορά μας μέσα στο σύστημα δεν μπορεί να αλλάξει τα τελικά αποτελέσματα του συστήματος. Πρέπει να αλλάξει το ίδιο το σύστημα.
Έρευνες της οργάνωσης Oxfam δείχνουν ότι το πλουσιώτερο 1% του κόσμου (αν το σπιτικό σας έχει ετήσιο εισόδημα πάνω από 70.000 λίρες, ανήκετε στην ομάδα αυτή) παράγει περίπου 175 φορές το ποσό του διοξειδίου του άνθρακα που παράγει το φτωχότερο 10%.  Πώς λοιπόν, σ’ έναν κόσμο όπου όλοι πρέπει να επιδιώκουν να αυξήσουν τα εισοδήματά τους, μπορούμε να αποφύγουμε να μετατρέψουμε σε σκουπιδόμπαλα τη Γη, από την οποία εξαρτάται η κάθε είδους ευημερία;
Με την αποσύνδεση, μας λένε οι οικονομολόγοι: με το να διαχωρίσουμε την οικονομική ανάπτυξη από την κατανάλωση υλικών. Πόσο καλά τα πάμε; Ένα άρθρο στο περιοδικό Plos One λέει ότι, ενώ σε κάποιες χώρες έχει επιτευχθεί σχετική αποσύνδεση, «καμιά χώρα δεν έχει πετύχει απόλυτη αποσύνδεση μέσα στα τελευταία 50 χρόνια». Αυτό σημαίνει ότι η ποσότητα υλικών και ενέργειας που σχετίζεται με κάθε αύξηση του ΑΕΠ μπορεί να πέφτει, αλλά καθώς η ανάπτυξη ξεπερνά την αποδοτικότητα, η συνολική χρήση διαθέσιμων πόρων αυξάνεται συνεχώς. Ακόμη πιο σημαντικό, το περιοδικό αποκαλύπτει ότι μακροπρόθεσμα τόσο η απόλυτη όσο και η σχετική αποσύνδεση από τη χρήση αναγκαίων πόρων είναι αδύνατη, διότι στην αποδοτικότητα υπάρχουν φυσικά όρια.   
Ένας παγκόσμιος ρυθμός ανάπτυξης 3% σημαίνει ότι το μέγεθος της παγκόσμιας οικονομίας διπλασιάζεται κάθε 24 χρόνια. Γι’ αυτό οι περιβαλλοντικές κρίσεις επιταχύνονται με τέτοιο ρυθμό. Ωστόσο το σχέδιο είναι να εξασφαλίσουμε ότι θα διπλασιάζεται και θα ξαναδιπλασιάζεται, και θα συνεχίσει έτσι επ’ άπειρον. Στην προσπάθεια να υπερασπισθούμε τον ζωντανό κόσμο από τη δίνη της καταστροφής, μπορεί να πιστεύουμε ότι αντίπαλος είναι οι μεγάλες επιχειρήσεις, οι κυβερνήσεις και η γενική ανοησία του ανθρώπινου γένους. Όμως όλα αυτά είναι υποκατάστατα του πραγματικού προβλήματος: της αειφόρου ανάπτυξης σ’ έναν πλανήτη που δεν μεγαλώνει.
Εκείνοι που δικαιολογούν το σύστημα επιμένουν ότι η οικονομική ανάπτυξη είναι αναγκαία για την ανακούφιση της φτώχιας. Όμως ένα άρθρο στο περιοδικό World Economic Review λέει ότι το φτωχότερο 60% του πληθυσμού του κόσμου παίρνει μόνο το 5% του πρόσθετου εισοδήματος που δημιουργεί ένα αυξανόμενο ΑΕΠ. Αυτό σημαίνει ότι απαιτούνται 111 δολάρια ανάπτυξης για κάθε 1 δολάριο μείωσης της φτώχιας. Με το ρυθμό αυτό, θα χρειάζονταν 200 χρόνια για να εξασφαλισθεί ένα εισόδημα 5 δολαρίων τη μέρα για τον καθένα. Στο σημείο αυτό, το μέσο κατά κεφαλήν εισόδημα θα έχει φτάσει το 1 εκατομμύριο δολάρια το χρόνο, και η οικονομία θα είναι 175 φορές μεγαλύτερη από ό,τι είναι σήμερα. Αυτή δεν είναι συνταγή για ανακούφιση της φτώχιας. Είναι συνταγή για την καταστροφή των πάντων, υλικών μέσων και ανθρώπων. 
Όταν ακούτε ότι κάτι έχει οικονομική λογική, αυτό σημαίνει ότι είναι αντίθετο με την κοινή λογική. Οι λογικοί άνθρωποι που διευθύνουν τα θησαυροφυλάκια και τις κεντρικές τράπεζες του κόσμου, που θεωρούν μια αέναη αύξηση της κατανάλωσης φυσιολογική και απαραίτητη, είναι μανιακοί: ρημάζουν τα θαύματα του ζωντανού κόσμου και καταστρέφουν τις προοπτικές των μελλοντικών γενεών, για να συντηρήσουν ένα σύνολο αριθμών που έχει ελάχιστη σχέση με τη γενική ευημερία.   
Πράσινος καταναλωτισμός, υλική αποσύνδεση, βιώσιμη ανάπτυξη: όλα είναι ψευδαισθήσεις, σχεδιασμένες να δικαιολογούν ένα οικονομικό μοντέλο που μας οδηγεί στην καταστροφή. Το παρόν σύστημα, βασισμένο στην ιδιωτική πολυτέλεια και την γενική αθλιότητα, θα μας εξαθλιώσει όλους: στο μοντέλο αυτό, η χλιδή και η στέρηση είναι ένα τέρας με δυο κεφάλια.
Χρειαζόμαστε ένα διαφορετικό σύστημα, ριζωμένο όχι σε αφηρημένες οικονομικές έννοιες αλλά σε φυσικές πραγματικότητες, που θα θέτουν τις παραμέτρους με τις οποίες θα κρίνουμε την υγεία του. Χρειάζεται να φτιάξουμε έναν κόσμο στον οποίο η ανάπτυξη θα είναι περιττή, έναν κόσμο ιδιωτικής επάρκειας και γενικής πολυτέλειας. Και πρέπει να το κάνουμε πριν η καταστροφή μας προλάβει.   

Απόδοση στα ελληνικά: Δρ Αντώνης Παπαγιάννης, πνευμονολόγος

ΣΧΟΛΙΟ του μεταφραστή: Ο αρθρογράφος περιγράφει μια εφιαλτική πραγματικότητα με οικολογικούς και οικονομικούς όρους. Σε άλλα του άρθρα έχει επανειλημμένα καταδικάσει την άσκοπη και ανόητη υπερκατανάλωση που οδηγεί σε φθορά και εξάντληση των φυσικών πόρων. Η κατάσταση φαίνεται αδιέξοδη από ανθρώπινη σκοπιά. Ωστόσο, ας θυμηθούμε το «ἔχοντες διατροφὰς καὶ σκεπάσματα, τούτοις ἀρκεσθησόμεθα» του Αποστόλου Παύλου, τα «περισσεύσαντα κλάσματα» που δεν έπρεπε να χαθούν μετά τον χορτασμό των χιλιάδων του λαού στην έρημο από τον Κύριο και τελικά γέμισαν δώδεκα κοφίνια. Δεν χρειάζεται να κραδαίνει κανείς μια πράσινη οικολογική σημαία για να πράττει αυτό που επιτάσσουν τα αρχαία αυτά αγιογραφικά παραγγέλματα. Μήπως πρέπει να τα ξαναθυμηθούμε;

Ο ζωγραφικός πίνακας που πλαισιώνει τη σελίδα είναι έργο του, ιταλού, Renato Casaro.
πηγή κειμένου: Aντίφωνο


Tuesday, January 9, 2018

Με χέρια σηκωμένα - T.S. Eliot


«Τὴν χεῖρά σου τὴν ἁψαμένην, τὴν ἀκήρατον κορυφὴν τοῦ Δεσπότου,
Μεθ' ἧς καὶ δακτύλῳ αὐτόν, ἡμῖν καθυπέδειξας,
Ἔπαρον ὑπὲρ ἡμῶν, Βαπτιστά, ὡς παῤῥησίαν ἔχων πολλήν»
ad

Αλλά φαίνεται ότι κάτι έχει συμβεί που ποτέ προηγουμένως δεν είχε συμβεί: 
αν και δεν γνωρίζουμε ακριβώς πότε ή γιατί, ούτε πώς, ή σε ποιό μέρος. 
Οι άνθρωποι εγκατέλειψαν το ΘΕΟ όχι γι άλλους θεούς, λένε, αλλά για μη θεό· 
κι αυτό ποτέ προηγουμένως δεν είχε συμβεί 
Δηλαδή οι άνθρωποι ν' απαρνούνται θεούς και συγχρόνως να λατρεύουν θεούς, 
προσφέροντας πίστη πρώτα στη Λογική
Και ύστερα στο Χρήμα, τη Δύναμη 
και σ' ό,τι ονομάζουν Ζωή, ή Ράτσα, ή Διαλεκτική.

Η Εκκλησία απαρνημένη, 
το καμπαναριό πεταμένο, 
οι καμπάνες αναποδογυρισμένες, 
τί πρέπει να κάνουμε

Όμως εμείς στεκόμαστε με άδεια χέρια 
και παλάμες γυρισμένες προς τα επάνω

Σε μια εποχή πού προχωράει προοδευτικά προς τα πίσω;




*Μας το έστειλε ο π. Βασίλειος Χριστοδούλου




Monday, January 8, 2018

Νεοδιδακτισμός στη λογοτεχνία για παιδιά - Σκέψεις με αφορμή το σχετικό άρθρο του Γιάννη Παπαδάτου


Το άρθρο του Γιάννη Παπαδάτου “Η μεγάλη επιστροφή του διδακτισμού στη λογοτεχνία για παιδιά”  https://www.bookpress.gr/stiles/eponimos/yiannis-papadatos-didaktismos-stin-logotexnia-gia-paidia?utm_source=Newsletter&utm_medium=email, έδωσε νέα τροφή σε σκέψεις μου παλιές. Οι επισημάνσεις του είναι καίριες, τα ερωτήματά του στην αιχμή του δόρατος. Έτσι αποφάσισα να καταθέσω κάποιες επιπλέον παραμέτρους του προβλήματος της επικράτησης του Νεοδιδακτισμού, όπως τον ονομάζει, υποβοηθώντας ελπίζω έναν διάλογο που ίσως ξεκινήσει.

  1. Ως πρώτη επισήμανση θα έθετα το γεγονός ότι στην εποχή μας έχει διευκολυνθεί σε τέτοιο βαθμό η δημοσιοποίηση της καλλιτεχνικής έκφρασης ώστε, όπως κάποιος που απλώς διαθέτει φωνή αποφασίζει άκοπα να γίνει τραγουδιστής, χωρίς προϋποθέσεις ταλέντου, μουσικών σπουδών και καλλιέργειας της όποιας φωνής του, έτσι και ένας άλλος που γνωρίζει γραφή γίνεται συγγραφέας χωρίς να έχει εντρυφήσει στη γλώσσα, να την έχει μεελετήσει και να έχει εργαστεί πάνω σε αυτήν. Η φράση, “αφού όλοι γράφουν ένα βιβλίο, γιατί να μη γράψω ένα κι εγώ;” διατυπώνεται με την ίδια ευκολία που παλιά αναρωτιόμασταν, αφού όλοι φορούνε ένα τζην, εγώ γιατί να μη φορέσω; Η συγγραφή ενός βιβλίου, και ιδίως παιδικού, εντάσσεται πλέον σε μία μόδα χωρίς προϋποθέσεις. Έτσι ένας μεγάλος αριθμός σύγχρονων “δημιουργών” αυτοϊκανοποιούνται γράφοντας και δημοσιεύοντας ένα βιβλίο, αναλαμβάνοντας συχνά και τα έξοδά του. Πολλοί από αυτούς ούτε διαβάζουν άλλα βιβλία ούτε θαυμάζουν άλλους σπουδαίους λογοτέχνες, έξω από τον εαυτό τους… Είναι προφανές ότι από αυτούς δεν μπορούμε να αναμένουμε καλλιτεχνικό έργο άξιο λόγου. Στην καλύτερη περίπτωση, εφόσον διαθέτουν και τρόπους προβολής, θα δούμε να εκτοξεύουν μια φωτοβολίδα που θα σβήσει πολύ γρήγορα και κανείς δε θα τη θυμάται λίγο μετά… Στην ματαιόδοξη αυτή κίνησή τους, συμβάλλει βέβαια και μια πληθώρα εκδοτικών οίκων που εκδίδουν αδιακρίτως, ακόμα και εν καιρώ κρίσης, πλήθος βιβλία χωρίς κριτήρια αξιολόγησης και χωρίς την παραμικρή επιμέλεια.
  2. Ο Παπαδάτος επισημαίνει ελλείψεις στην πρωτοτυπία, στη φαντασία, στους αφηγηματικούς πειραματισμούς, εντοπίζοντας θεματική και ιδεολογική συρρίκνωση. Θεωρώ πως αυτές οι ελλείψεις πηγάζουν από την ελλειπή πνευματική καλλιέργεια “δημιουργών” που στερούνται ποιητικότητας και ως εκ τούτου, ανίδεοι, θεωρούν εύκολο είδος την λογοτεχνία για παιδιά. Έχουν δηλαδή έλλειμμα εκείνης της αυθεντικής και ανυπότακτης πνοής που φέρουν μέσα τους μόνο οι αυθεντικοί δημιουργοί και επιμελείς εργάτες της τέχνης, οι οποίοι ήταν και θα παραμένουν λίγοι και εκλεκτοί...
  3. Το ότι, όπως επισημαίνει στο άρθρο του ο καθηγητής, στα περισσότερα βιβλία για παιδιά αναγράφεται η ηλικία στην οποια απευθύνονται, το φύλο, οι δραστηριότητες ή το θέμα, δεν έχει να κάνει μόνο με τις χρηστικές ανάγκες ενός σχολείου -θα προσθέσω, ενός σχολείου που εξέπεσε από τον στόχο της συνολικής καλλιέργειας των μαθητών του στη χρηστική τους εκπαίδευση. Έχει να κάνει και με μια νοοτροπία γενικότερης “ευκολίας” σε μια εποχή ιλιγγιώδους ταχύτητας, αλλά έχει να κάνει επίσης και με την επικράτηση μιας δυτικότροπης προτεσταντικής ηθικής. Όσον αφορά στην ευκολία πρέπει να σημειώσουμε πως ο όγκος της βιβλιοπαραγωγής είναι τέτοιος που και ο πλέον φιλομαθής εκπαιδευτικός, γονιός, αλλά και βιβλοπώλης είναι μάλλον αδύνατον να την παρακολουθήσει. Άρα, τα φτηνά και γελοία αυτά βοηθητικά στοιχεία που αναγράφονται στα εξώφυλλα, εξυπηρετούν σήμερα τους ανθρώπους που θα πρέπει να επιλέξουν κάποιο βιβλίο για κάποιο λόγο και που ακριβώς λόγω αυτών των γελοίων “υποσημειώσεων” θα έπρεπε αυτά ειδικά τα βιβλία να τα αποκλείουν. Όσο αφορά στην προτεσταντική ηθική, αυτή νομίζω πως διείσδυσε πρώτα στη χορεία των δημιουργών, όπως και των σχολικών βιβλιων, και ακολούθως των αναγνωστών τους. Η ζωή, ο άνθρωπος και τα πάθη του αντιμετωπίζονται πλέον ως πτώματα στο νεκροτομείο όπου εξετάζουμε τα επί μέρους όργανα για να διαπιστώσουμε από τι πέθαναν. Η δική μας παράδοση όμως είναι όλως διάφορη. Ο άνθρωπος για μας ήταν πάντα μια αδιαχώριστη ψυχοσωματική ενότητα και η ζωή ένα ενιαίο σύνολο καθοριζόμενο από άπειρους, ψηλαφητούς και αψηλάφητους παράγοντες, ορατούς και αόρατους. Κάθε τεμαχισμός  της ολότητας συνιστά μια ταπεινωτική και εξευτελιστική αντιμετώπιση τόσο του ανθρώπου όσο και των ανθρωπίνων πραγμάτων.
  4. Σωστά επισημαίνει ο Παπαδάτος ότι πολλά βιβλία για παιδιά είναι στην υπηρεσία της επικαιρότητας και ορθώς αναρωτιέται αν αυτά θα αντέξουν στον χρόνο, ερώτημα στο οποίο μάλλον η απάντηση είναι αυτονόητη. Μόνον που οι γράφοντες αυτά τα βιβλία διέπονται από το εφήμερο αίσθημα της επιτυχίας και μάλλον δεν τους ενδιαφέρει ποσώς η μακροημέρευση των έργων τους. Όσοι υποκύπτουν στον πειρασμό να γράψουν ένα επίκαιρο βιβλίο για παιδιά το κάνουν είτε γιατί όντως τους απασχολεί μία πλευρά της επικαιρότητας είτε γιατί φιλοδοξούν -και όχι αδίκως- να πουλήσουν… Η επικαιρότητα ήτανε πάντοτε μια παραπλανητική Σειρήνα… Είναι όμως άξιον απορίας, γιατί αυτό δεν συμβαίνει τόσο στην λογοτεχνία ενηλίκων, όπου με την επικαιρότητα ασχολούνται κατά κύριο λόγο οι δημοσιογράφοι ή οι αρθρογράφοι που, με ελάχιστες εξαιρέσεις, δεν τους συγχέει το αναγνωστικό κοινό με τους λογοτέχνες, ενώ θεωρούμε λογοτέχνες τους συγγραφείς που καταπιάνονται με αντίστοιχα θέματα στην λογοτεχνία για παιδιά και δεν τους χαρακτηρίζει ουδείς δημοσιογράφους ή αρθρογράφους.
  5. Η πορεία της λογοτεχνίας για παιδιά προς ένα φρονηματιστικό δρόμο, όπως επισημαίνει ο Παπαδάτος, έχει να κάνει, κατά τη γνώμη μου, καταρχάς με την φρονηματιστική πορεία των ίδιων των συγγραφέων αυτής της λογοτεχνίας, μιας και συμμορφώνονται καταρχάς οι ίδιοι με τις απαιτήσεις του σχολείου και της επιταγές της κοινωνίας. Αν οι ίδιοι διέπονταν από πνεύμα ελευθερίας, δεν θα είχαν κανένα λόγο να φρονηματίσουν τον λόγο τους και μέσα από αυτόν τα παιδιά. Το έργο μας είναι καθρέφτης μας κι ας είναι πάντα κάτι περισσότερο από τον εαυτό μας. Μας ξεγυμνώνει όσο κι αν θέλουμε να κρυφτούμε. Όταν όμως, όπως σημείωσα παραπάνω, έχουμε έλλειμμα πνευματικής καλλιέργειας, τότε έχουμε περίσσευμα διδακτισμού. Ο πνευματικά ρηχός άνθρωπος θέλει να διδάσκει διαρκώς τους άλλους, μιας αδυνατεί να καταδυθεί εις εαυτόν. Άρα το πραγματικό ερώτημα είναι γιατί δεν έχουμε πνευματικά ελεύθερους συγγραφείς και όχι γιατί γράφουν ανελεύθερη και διδακτική λογοτεχνία.
  6. Θα συμφωνήσω καταρχάς με την πρόταση του Παπαδάτου. Πρέπει να διαχωριστεί η λογοτεχνία για παιδιά από τα βιβλία για παιδαγωγικούς σκοπούς, “για να «διαφυλαχτεί» η  λογοτεχνία που δε θα έχει στόχο άμεσα παιδαγωγικό, αλλά καθαρά ΑΙΣΘΗΤΙΚΟ”, όπως λέει. Θα προχωρήσω όμως και σε μία πρόταση ενωτική. Θεωρώ λάθος τον διαχωρισμό της λογοτεχνίας για παιδιά από τη λογοτεχνία για ενήλικες. Είναι άλλο ο διαχωρισμός κατά είδη λόγου και θεματικές -που και εκεί χωράει πολλή συζήτηση- και άλλο ο διαχωρισμός κατά ηλικίες, όταν μιλούμε για την μία και ενιαία Λογοτεχνία. Τα καλύτερα βιβλία λογοτεχνίας για παιδιά, θα συμφωνήσουν νομίζω όλοι, τα αγαπούν και τα εκτιμούν, πρώτα οι ενήλικες. Και αυτό είναι για μένα το αποκλειστικό κριτήριο του καλού λογοτεχνικού βιβλίου ή απλώς, του ΚΑΛΟΥ. Το Καλό δεν έχει ηλικία όπως δεν έχει ηλικία η Τέχνη. Όταν διαχωριστεί το Καλό, παύει να είναι Καλό.  Το Καλό είναι καλό για όλους, ανεξάρτητα με τα επίπεδα κατανόησής του. Δεν είναι όλα κατανόηση, ούτε στόχοι, ιδέες, μηνύματα. Σε ένα καλό λογοτεχνικό έργο, υπάρχει ρυθμός, μουσική, αισθητική. Υπάρχει αυτό το κάτι που είναι πέρα από τις λέξεις. Το κάτω από τις λέξεις, όπως και αυτό που απουσιάζει από τις λέξεις και τυλίγεται στη σιωπή. Αυτό που ο συγγραφέας επιλέγει να μην ειπωθεί, να μην το γράψει ή να το υπονοήσει. Το επίπεδο της λογοτεχνίας, κατά τη γνώμη μου, εξέπεσε από τη στιγμή που διαχωρίστηκε σε ενηλίκων, εφήβων και παιδιών. Η λογοτεχνία είναι μία και οφείλει να είναι μία, όπως και κάθε τέχνη. Και επίσης οφείλει ως λογοτεχνία να είναι πηγή χαράς, απόλαυσης, προβληματισμού για όλες οι ηλικίες. Διαφορετικά δεν είναι λογοτεχνία για κανέναν. Ούτε για τους μικρούς ούτε για τους μεγάλους.


Sunday, January 7, 2018

Κυριακὴ μετὰ τὰ Φῶτα

Σχετική εικόνα

(Ματθ. 4,12-17)

Τῷ καιρῷ ἐκείνω, ἀκούσας ὁ Ἰησοῦς
12. ὅτι ὁ Ἰωάννης παρεδόθη, ἀνεχώρησεν εἰς τὴν Γαλιλαίαν,
13. καὶ καταλιπὼν τὴν Ναζαρὲτ ἐλθὼν κατῴκησεν εἰς Καπερναοὺμ τὴν παραθαλασσίαν ἐν ὁρίοις Ζαβουλὼν καὶ Νεφθαλείμ, 
14. ἵνα πληρωθῇ τὸ ῥηθὲν διὰ Ἡσαΐου τοῦ προφήτου λέγοντος· 
15. γῆ Ζαβουλὼν καὶ γῆ Νεφθαλείμ, ὁδὸν θαλάσσης, πέραν τοῦ Ἰορδάνου, Γαλιλαία τῶν ἐθνῶν, 
16. ὁ λαὸς ὁ καθήμενος ἐν σκότει εἶδε φῶς μέγα, καὶ τοῖς καθημένοις ἐν χώρᾳ καὶ σκιᾷ θανάτου φῶς ἀνέτειλεν αὐτοῖς.
17. Ἀπὸ τότε ἤρξατο ὁ Ἰησοῦς κηρύσσειν καὶ λέγειν· μετανοεῖτε· ἤγγικε γὰρ ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν.


Saturday, January 6, 2018

Τὰ Ἃγια Θεοφὰνεια

Αποτέλεσμα εικόνας για θεοφανεια


Τους ουρανούς βάπτισμα του Χριστού σχίσαν,
Τους αυτό μη χραίνοντας ένδον εισάγει.
Βάπτισεν εν ποταμώ Χριστόν Πρόδρομος κατά έκτην.

Τα Αγία Θεοφάνεια είναι μία από τις αρχαιότερες εορτές της εκκλησίας μας η οποία θεσπίσθηκε το 2ο αιώνα μ.Χ. και αναφέρεται στη φανέρωση της Αγίας Τριάδας κατά τη βάπτιση του Ιησού Χριστού.
Η ιστορία της βάπτισης έχει ως εξής:
Μετά από θεία εντολή ο Ιωάννης ο Πρόδρομος εγκατέλειψε την ερημική ζωή και ήλθε στον Ιορδάνη ποταμό όπου κήρυττε και βάπτιζε.
Εκεί παρουσιάσθηκε κάποια ημέρα ο Ιησούς και ζήτησε να βαπτισθεί. 
Ο Ιωάννης, αν και το Άγιο Πνεύμα τον είχε πληροφορήσει ποιος ήταν εκείνος που του ζητούσε να βαπτισθεί, στην αρχή αρνείται να τον βαπτίσει ισχυριζόμενος ότι ο ίδιος έχει ανάγκη να βαπτισθεί από Εκείνον. 
Ο Ιησούς όμως του εξήγησε ότι αυτό ήταν το θέλημα του Θεού και τον έπεισε να τον βαπτίσει. 
Και τότε μπροστά στα έκπληκτα μάτια των θεατών διαδραματίσθηκε μία μοναδική και μεγαλειώδης σκηνή, όταν με την μορφή ενός περιστεριού κατήλθε το Άγιο Πνεύμα και κάθισε επάνω στο βαπτιζόμενο Ιησού, ενώ συγχρόνως ακούσθηκε από τον ουρανό η φωνή του Θεού η οποία έλεγε: 
«Ούτος εστίν ο Υιός μου ο αγαπητός, εν ω ευδόκησα» («Αυτός είναι ο αγαπημένος μου Υιός, αυτός είναι ο εκλεκτός μου»).
Από τότε και το Βάπτισμα των χριστιανών, δεν είναι «εν ύδατι», όπως το βάπτισμα «μετανοίας» του Ιωάννη, αλλά «εν Πνεύματι Αγίω». 
Ο Κύριος με το να βαπτιστεί αγίασε το νερό, το έκανε νερό αγιασμού και συμφιλίωσης με το Θεό. 
Έτσι η Βάπτιση του Κυρίου άνοιξε τη θύρα του Μυστηρίου του Βαπτίσματος. 
Με την καθαρτική χάρη του αγίου Βαπτίσματος ο παλαιός αμαρτωλός άνθρωπος ανακαινίζεται και με την τήρηση των θείων εντολών γίνεται κληρονόμος της βασιλείας των ουρανών.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος α’.
Ἐν Ἰορδάνῃ βαπτιζομένου σου Κύριε, 
ἡ τῆς Τριάδος ἐφανερώθη προσκύνησις· 
τοῦ γάρ Γεννήτορος ἡ φωνή προσεμαρτύρει σοι,
ἀγαπητόν σε Υἱόν ὀνομάζουσα·
καί τό Πνεῦμα ἐν εἴδει περιστερᾶς,
ἐβεβαίου τοῦ λόγου τό ἀσφαλές. 
Ὁ ἐπιφανείς Χριστέ ὁ Θεός, 
καί τόν κόσμον φωτίσας δόξα σοι.


https://aerapatera.wordpress.com/2018/01/06/τὰ-ἃγια-θεοφὰνεια-4/

Thursday, January 4, 2018

Το τρενάκι της Πρωτοχρονιάς - Διήγημα


Δε σε πειράζει που ο πατέρας σου φοράει φουστάνια;
Να με πειράζει; Εγώ δεν καταλαβαίνω γιατί δε φοράνε φουστάνια οι δικοί σας μπαμπάδες!

Τον καιρό εκείνο η οικογένεια δεν είχε τα μέσα να ζήσει άνετα. Πέντε παιδιά δεν μεγαλώνουν εύκολα. Από το πρωί μέχρι το μεσημέρι ο πατέρας στη μία δουλειά, το μεσημέρι στο σπίτι να βάλει δυο μπουκιές στο σπόμα του και να αναπαυθεί λίγο για να πάει το απόγευμα στη δεύτερη, να γυρίσει το βράδυ. Η μεσημεριανή σιέστα ήταν υποχρεωτική για όλα τα παιδιά προκειμένου να υπάρχει απόλυτη ησυχια να ξεκουραστεί. Πώς να ησυχάσεις πέντε κουτσούβελα. Δεν θέλουμε, φώναζαν, αφού δε νυστάζουμε πώς να κοιμηθούμε; Κλείστε τα μάτια σας και μη κοιμάστε, έλεγε η μητέρα και αντίλογο δε σήκωνε. Τι να κάνουν κι αυτά, έκλειναν τα μάτια και ήθελαν δεν ήθελαν, τελικά κοιμούνταν. Στο ένα δωμάτιο τα τρία κορίτσια, στο άλλο τα δύο αγόρια. Μόνο η μητέρα δεν κοιμόταν. Έπλενε τα πιάτα αθόρυβα, σαπούνιζε το τραπέζι, σκούπιζε την κουζίνα και ζύμωνε τις πίτες και τα πιροσκί να ταϊσει το απόγευμα τα πέντε πεινασμένα. Όταν ξυπνούσαν ο πατέρας είχε ήδη φύγει, δεν τον έβλεπαν παρά τη νύχτα πριν πέσουν για ύπνο κι αυτό όχι πάντα. Σκόρπιζαν στα δωμάτιά τους μετά το απογευματινό, διάβαζαν τα μαθήματά τους και ύστερα ένα ένα έπαιρναν θέση στο μεγάλο τετράγωνο τραπέζι από ΄λευκή φορμάικα με μικρά γαλάζια ανθάκια της κουζίνας για να τα πούνε στη μητέρα. Εκείνη, κρατούσε τα βιβλία τους κι αυτά έλεγαν απέξω την ιστορία, τα θρησκευτικά, την πατριδογνωσία, έγραφαν ξανά και ξανά την ορθογραφία τους. Η μητέρα τα διόρθωνε όταν έκαναν λάθη, τους έβαζε να λένε πολλές φορές αυτά που δεν ειχαν μάθει καλά κι αν είχαν αριθμητική στην οποία δεν τα κατάφερνε, έπρεπε να περιμένουν να πατέρα για να τα βοηθήσει.
Όταν επέστρεφε πλέον ο άντρας της κατάκοπος, δίχως να πει λέξη, γέμιζε αμέσως μια λεκάνη με ζεστό νερό και του έπλενε τα πρησμένα κατακόκκινα απ’ την ορθοστασία και το τρέξιμο πόδια να ξεκουραστούν. Τα δικά της δεν της τα έπλενε ποτέ κανείς. Όταν έβρισκε λίγο χρόνο ανάμεσα στα μαγειρέματα, στο καθάρισμα ή στο σιδέρωμα, καθόταν στην ραπτομηχανή κι έραβε κόκκινα καρώ υφάσματα για τις φούστες των κοριτσιών της, γαλάζια μπλουζάκια για τα αγόρια της, σεντόντια, μαξιλαροθήκες... Έπλεκε πουλόβερ, κεντούσε τραπεζομάντηλα. Αν μάλωναν τα παιδιά, αρκούσε μια φωνή της για να τα βάλει σε τάξη, καμιά φορά σήκωνε και το χέρι. Αν δεν πήγαιναν καλά στα μαθήματα ή τύχαινε κάτι πιο σοβαρό, περίμενε τον άντρα της να γυρίσει το βράδυ, να του τα πει με κάθε λεπτομέρεια κι εκείνος να αναλάβει να διαχειριστεί την κατάσταση. Και οι δυο ήταν αυστηροί με τα παιδιά τους. Είχαν πολλές απαιτήσεις απ’ αυτά, όπως είχε κι η ζωή απ’ τους ίδιους, δε σήκωναν πολλά πολλά. Και η ζωή περιστρεφόταν σαν γαϊτανάκι γύρω από τις υποχρεώσεις του σχολείου για τα παιδιά, του σπιτιού για τη μητέρα, της δουλειάς για τον μπαμπά. Κάποτε υπήρχαν και διαλείμματα. Κάθονταν τότε όλοι μαζί να δουν μια ελληνική ταινία στην τηλεόραση. Τότε ησύχαζαν αυτόματα και τα πέντε.
Τρώει ο μπαμπάς σου;
Και βέβαια τρώει.
Και πώς μπορεί;
Τι πώς μπορεί; Τρώει όπως όλοι οι μπαμπάδες. Με το στόμα!
Δεν μπερδεύεται με τα γένια και τα μουστάκια;
Λέτε χαζομάρες…

Η οικογένεια ήταν γνωστή σε όλες τις μικρές και μεγάλες βιοτεχνίες του Βαρδαρίου. Εξάλλου, αυτή ήταν η αυτοκρατορία του πατέρα. Εκεί κατέφευγαν οι γονείς για να αγοράσουν στα παιδιά τους ρούχα και παπούτσια. Παπούστια στο Πόππη στην Αντιγονιδών. Ο Πόππης, ψηλός και ιαδύνατος, πάντα γελαστός με μια παιδική ελαφρότητα στα γαλάζια του μάτια. Κατέβαζε όλο το μαγαζί στα πόδια των παιδιών χωρίς να κουράζεται και στο τέλος έκανε πάντα καλές τιμές. Για πανωφόρια πήγαιναν στη Βενιζέλου. Έμπαιναν σε μια από κείνες τις παλιές, σκοτεινές, σχεδόν τρομακτικές πολυκατοικίες που θύμιζαν κτίρια σοσιαλιστικού καθεστώτος. Όλη η πολύτεκνη οικογένεια χωρούσε στο τεράστιο ασανσέρ της που τα παιδιά νόμιζαν πως είχε φτιαχτεί ειδικά γι’ αυτά. Ο Στυλιανίδης τους ξεναγούσε στα καινούργια Μοντγκόμερι και τα παιδιά διάλεγαν το χρώμα που τους άρεσε. Οι τιμές δεν είχαν καμιά σχέση με τις τιμές της Εγνατίας. Έβγαιναν όλοι χαρούμενοι και ικανοποιημένοι. Τα παιχνίδια ήταν είδος πολυτερλείας. Αυτά μόνον ο άη Βασίλης τα έφερνε την παραμονή Πρωτοχρονιάς. Στις ονομαστικές εορτές τα δώρα ήταν πάντα ρούχα ή παπούτσια. Ποτέ παιχνίδια.
Και δε σε τρομάζουν αυτά που βλέπεις εκεί;
Τι να με τρομάξει;
Να, εκεί άλλοι κρατούν το κεφάλι τους μέσα σε ένα πιάτο, άλλοι στο πιάτο έχουν τα μάτια τους, άλλοι καβαλούν άραματα από φωτιά, άλλοι παλεύουν με δράκους…
Μα αυτοί είναι φίλοι μου… Δε γίνεται να σε τρομάζουν οι φίλοι…
Πώς τα εξηγείς όλα αυτά;
Δεν τα εξηγώ. Αυτά είναι μυστήρια. Και τα μυστήρια είναι τέλεια. Δεν τα εξηγείς, δεν μπορείς να τα εξηγήσεις, λέει η μαμά. Όταν το αποφασίσουν θα έρθουν εκείνα και θα σε τυλίξουν όπως το κουκούλι τον μεταξωσκώλικα. Αν δεν τα εμποδίσεις μπορεί μια μέρα να γίνεις πεταλούδα!

Εκείνη τη χρονιά είχαν συνωμοτήσει όλα τα αδέρφια να μην κοιμηθούν. Να παριστάνουν πως κοιμούνται για να βεβαιωθούν επιτέλους ποιος φέρνει τα πρωτοχρονιάτικα δώρα. Φόρεσαν τις πυζάμες τους, έπλυναν με τη σειρά τα δόντια τους, τα πιο συνεσταλμένα είπαν στους γονείς “καληνύχτα”, τα πιο θαρρετά πήγαν και τους αγκάλιασαν. Αφού ξάπλωσαν πέρασε η μητέρα από τα δυο δωμάτια κι έσβησε τα φώτα. Για λίγη ώρα άκουγαν το πλύσιμο των πιάτων. Μετά δεν άκουγαν τίποτα. Σίγουρα οι γονείς κάθονταν και κουβεντιάζαν τα δικά τους, μα τα παιδιά δεν μπορούσαν να ακούσουν τον παραμικρό ψίθυρο. Τι έκαναν τα αγόρια, δεν ξέρω να σας πω. Τι έκαναν όμως τα τρία κορίτσια μπορώ, αφού ήμουν η μεγαλύτερή τους. 
Έκαναν αυτό που κάναμε κάθε φορά που δεν μας έπιανε ύπνος ή δεν θέλαμε να κοιμηθούμε αμέσως. Νυστάζεις, ρωτούσε η μια στην άλλη. Έπεφταν τρία “όχι” στη σειρά. Να κάνουμε διαγωνισμό τραγουδιού; Να κάνουμε. Ξεκινούσα εγώ σαν πιο μεγάλη. Τέλειωνα το τραγούδι μου και έπαιρνε τη σκυτάλη η επόμενη αδερφή μου. Τέλειωνε κι αυτή και μετά η μικρότερη έλεγε το δικό της. Μας άρεσε πολύ να τραγουδάμε. Κατά κανόνα λέγαμε τραγούδια της μάγισσας. Η Βουγιουκλάκη ήταν στις δόξες της. Κανείς μας δεν ήξερε πως πίσω απ’ τη φωνή της, ήταν ο Χατζιδάκις. Κάθε μια πίστευε πως είχε καλύτερη φωνή από τις άλλες. Αλλά και καμιά δε νικούσε στον διαγωνισμό. Δεν κάναμε ποτέ ψηφοφοριά. Το λέγαμε διαγωνσιμό, αλλά στην πραγματικότητα δεν ήταν. Ο αόρατος αυτός δίσκος έπαιζε ξανά και ξανά και τα τραγούδια συνέχιζαν μέχρι που μια από τις τρεις θα έλεγε πως νυστάζει και μετά η άλλη και η τρίτη τι να κάνει; Να τραγουδάει χωρίς να την ακούει κανείς; Δεν είχε νόημα, σταματούσε κι αυτή. Έτσι έγινε και εκείνη τη νύχτα. Ήμασταν τόσο αθώα... Ούτε που μας πέρασε απο το μυαλό ότι για να παραπλανήσουμε τους γονείς μας όχι μόνο τραγούδια δεν έπρεπε να λέμε, αλλά ούτε καν να ψιθυρίζουμε… 
Το σκοτάδι ήταν πηχτό. Πίσσα. Μισοξύπνια μισοκοιμισμένη ένιωσα έναν ίσκιο να μπαίνει στο δωμάτιο. Φοβήθηκα τόσο που έκλεισα τα μάτια να μην τον βλέπω. Άκουσα ένα σύρσιμο, κάτι να πλησιάζει στο κρεβάτι μου και να σκύβει. Η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά. Όταν άκουσα το πόμολο της πόρτας του δωματίου να κλείνει αργά και όσο το δυνατόν πιο αθόρυβα, δεν ήξερα τι να κάνω. Να ανοίξω τα μάτια ή να τα κρατήσω κλειστά; Να ανασηκωθώ λίγο έστω για να βάλω το χέρι κάτω από το κρεβάτι να πιάσω να δω τουλάχιστον αν το κουτί ήταν μικρό ή μεγάλο; Να ξυπνήσω τις αδερφές μου; Άραγε κοιμούνταν ή ξαγρυπνούσαν κι αυτές και τις βασάνιζαν τα ίδια διλήμματα; Δεν έκανα τίποτα. Δεν κουνήθηκα καθόλου. Δεν απλώνεις το χέρι στα μυστήρια. Τα περιμένεις υπομονοτικά να έρθουν εκείνα σ’ εσένα όποτε το αποφασίσουν. Πώς αλλιώς θα γίνεις μια μέρα πεταλούδα; 
Το πρωί άνοιξα το κουτί. Είδα ζωντανό τότε το μεγάλο μου όνειρο. Ένα αληθινό κόκκινο τρενάκι με ράγες με περίμενε να το συναρμολογήσω. Όλη μέρα ταξίδευα πηγαινοερχόμενη στα οχτώ του βαγόνια. Πότε πότε όμως σταματούσα τον μηχανοδηγό του και κοίταζα από το παράθυρο το χιόνι. Είδα κάποια στιγμή τον πατέρα μου να περπατά σαν μύγα μες στο γάλα πάνω του. Θυμήθηκα τα λόγια της μάνας μου. Δε φορά κόκκινα ρούχα ο άη  Βασίλης. Καλόγερος είναι. Μαύρα φορά…

Πέρασαν χρόνια. Κάποτε είδα μια παλιά εικόνα των Τριών Ιεραρχών. Κανείς απ’ τους τρεις δεν φορούσε μαύρα κι ας ήταν κι οι τρεις καλόγεροι. Λευκά φελόνια, απλά και χιονάτα φορούσαν, κεντημένα λιτούς μαύρους σταυρούς. Ας ήταν κι οι τρεις Αρχιεπίσκοποι. Ούτε μαύρα λοιπόν, ούτε όμως και χρυσά ή μήτρες που μας ήρθαν από τη Ρωσία. Δεν το είπα στη μαμά. Τις ανατροπές και τις ακυρώσεις τις αντέχεις μέχρι μια ηλικία. Κι η μαμά μεγάλωσε πια. Μεγάλωσε κι ο μπαμπάς. Ούτε στο χιόνι βγαίνει ούτε στη λιακάδα. Ούτε τα μαύρα φουστάνια του φορεί. Μόνο πυζάμες άσπρες που πάνω τους αδιόρατα ζωγραφίζονται οι μαύροι σταυροί της αρρώστειας και των καημών του. Και το τρενάκι μεγάλωσε. Πενήντα χρόνια μετράει σήμερα. Ο Άγιος Βασίλειος όμως μεγάλωσε απ’ όλους πιο πολύ. Έγινε Μέγας. Ίσως επειδή κάθε χρόνο κερδίζει στο σπίτι μας το φλουρί. Όταν δεν το θέλει, το χαρίζει σε μένα. Έτσι το τρενάκι που μου χάρισε παιδί ταξιδεύει ακόμα και κάθε χρόνο προσθέτει κι ένα βαγόνι. Κάθομαι μέσα του και δεν χορταίνω τη θέα από το παράθυρο. Δεν αγωνιώ όπως παλιά στις απότομες στροφές, πάνω απ’ τους γκρεμούς ούτε στις κακοκαιρίες. Ξέρω πως το οδηγεί ο ίδιος αυτοπροσώπως κι όσο κι αν γέρασε τα καταφέρνει μια χαρά. Ανεξήγητο να οδηγεί σε τέτοια ηλικία, μυστήριο… Μα τώρα το μυστήριο με έχει βάλει στην καρδιά του, οπότε δεν ανησυχώ. Το αφήνω να με πηγαίνει κι ας μην ξέρω πού με οδηγεί… άσχημα είναι μια μέρα να γίνω κι εγώ πεταλούδα;

Β.Ν

Wednesday, January 3, 2018

Έρωτας στα χιόνια - Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη (4 Μαρτίου 1851 - 3 Ιανουαρίου 1911)


     Kαρδιά του χειμώνος. Xριστούγεννα, Άις-Bασίλης, Φώτα.
     Kαι αυτός εσηκώνετο το πρωί, έρριπτεν εις τους ώμους την παλιάν πατατούκαν του, το μόνον ρούχον οπού εσώζετο ακόμη από τους προ της ευτυχίας του χρόνους, και κατήρχετο εις την παραθαλάσσιον αγοράν, μορμυρίζων, ενώ κατέβαινεν από το παλαιόν μισογκρεμισμένον σπίτι, με τρόπον ώστε να τον ακούη η γειτόνισσα:
     ― Σεβτάς είν’ αυτός, δεν είναι τσορβάς...· έρωντας είναι, δεν είναι γέρωντας.
     Tο έλεγε τόσον συχνά, ώστε όλες οι γειτονοπούλες οπού τον ήκουαν του το εκόλλησαν τέλος ως παρατσούκλι: «O μπαρμπα-Γιαννιός ο Έρωντας».
     Διότι δεν ήτο πλέον νέος, ούτε εύμορφος, ούτε άσπρα είχεν. Όλα αυτά τα είχε φθείρει προ χρόνων πολλών, μαζί με το καράβι, εις την θάλασσαν, εις την Mασσαλίαν.
     Eίχεν αρχίσει το στάδιόν του με αυτήν την πατατούκαν, όταν επρωτομπαρκάρησε ναύτης εις την βομβάρδαν του εξαδέλφου του. Eίχεν αποκτήσει, από τα μερδικά του όσα ελάμβανεν από τα ταξίδια, μετοχήν επί του πλοίου, είτα είχεν αποκτήσει πλοίον ιδικόν του, και είχε κάμει καλά ταξίδια. Eίχε φορέσει αγγλικές τσόχες, βελούδινα γελέκα, ψηλά καπέλα, είχε κρεμάσει καδένες χρυσές με ωρολόγια, είχεν αποκτήσει χρήματα· αλλά τα έφαγεν όλα εγκαίρως με τας Φρύνας εις την Mασσαλίαν, και άλλο δεν του έμεινεν ειμή η παλιά πατατούκα, την οποίαν εφόρει πεταχτήν επ’ ώμων, ενώ κατέβαινε το πρωί εις την παραλίαν, διά να μπαρκάρη σύντροφος με καμμίαν βρατσέραν εις μικρόν ναύλον, ή διά να πάγη με ξένην βάρκαν να βγάλη κανένα χταπόδι εντός του λιμένος.
     Kανένα δεν είχεν εις τον κόσμον, ήτον έρημος. Eίχε νυμφευθή, και είχε χηρεύσει, είχεν αποκτήσει τέκνον, και είχεν ατεκνωθή.
     Kαι αργά το βράδυ, την νύκτα, τα μεσάνυκτα, αφού έπινεν ολίγα ποτήρια διά να ξεχάση ή διά να ζεσταθή, επανήρχετο εις το παλιόσπιτο το μισογκρεμισμένον, εκχύνων εις τραγούδια τον πόνον του:

     Σοκάκι μου μακρύ-στενό, με την κατεβασιά σου,
     κάμε κ’ εμένα γείτονα με την γειτόνισσά σου.

     Άλλοτε παραπονούμενος ευθύμως:

     Γειτόνισσα, γειτόνισσα, πολυλογού και ψεύτρα,
     δεν είπες μια φορά κ’ εσύ, Γιαννιό μου έλα μέσα.


     Xειμών βαρύς, επί ημέρας ο ουρανός κλειστός. Eπάνω εις τα βουνά χιόνες, κάτω εις τον κάμπον χιονόνερον. H πρωία ενθύμιζε το δημώδες:

     Bρέχει, βρέχει και χιονίζει,
     κι ο παπάς χειρομυλίζει.

     Δεν εχειρομύλιζεν ο παπάς, εχειρομύλιζεν η γειτόνισσα, η πολυλογού και ψεύτρα, του άσματος του μπαρμπα-Γιαννιού. Διότι τοιούτον πράγμα ήτο· μυλωνού εργαζομένη με την χείρα, γυρίζουσα τον χειρόμυλον. Σημειώσατε ότι, τον καιρόν εκείνον, το αρχοντολόγι του τόπου το είχεν εις κακόν του να φάγη ψωμί ζυμωμένον με άλευρον από νερόμυλον ή ανεμόμυλον, κ’ επροτίμα το διά χειρομύλου αλεσμένον.
     Kαι είχεν πελατείαν μεγάλην, η Πολυλογού. Eγυάλιζεν, είχε μάτια μεγάλα, είχε βερνίκι εις τα μάγουλά της. Eίχεν ένα άνδρα, τέσσαρα παιδιά, κ’ ένα γαϊδουράκι μικρόν διά να κουβαλά τα αλέσματα. Όλα τα αγαπούσε, τον άνδρα της, τα παιδιά της, το γαϊδουράκι της. Mόνον τον μπαρμπα-Γιαννιόν δεν αγαπούσε.
     Ποίος να τον αγαπήση αυτόν; Ήτο έρημος εις τον κόσμον.


     Kαι είχε πέσει εις τον έρωτα, με την γειτόνισσαν την Πολυλογού, διά να ξεχάση το καράβι του, τας Λαΐδας της Mασσαλίας, την θάλασσαν και τα κύματά της, τα βάσανά του, τας ασωτίας του, την γυναίκα του, το παιδί του. Kαι είχε πέσει εις το κρασί διά να ξεχάση την γειτόνισσαν.
     Συχνά όταν επανήρχετο το βράδυ, νύκτα, μεσάνυκτα, και η σκιά του, μακρά, υψηλή, λιγνή, με την πατατούκαν φεύγουσαν και γλιστρούσαν από τους ώμους του, προέκυπτεν εις τον μακρόν, στενόν δρομίσκον, και αι νιφάδες, μυίαι λευκαί, τολύπαι βάμβακος, εφέροντο στροβιληδόν εις τον αέρα, και έπιπτον εις την γην, και έβλεπε το βουνόν ν’ ασπρίζη εις το σκότος, έβλεπε το παράθυρον της γειτόνισσας κλειστόν, βωβόν, και τον φεγγίτην να λάμπη θαμβά, θολά, και ήκουε τον χειρόμυλον να τρίζη ακόμη, και ο χειρόμυλος έπαυε, και ήκουε την γλώσσαν της ν’ αλέθη, κ’ ενθυμείτο τον άνδρα της, τα παιδιά της, το γαϊδουράκι της, οπού αυτή όλα τα αγαπούσε, ενώ αυτόν δεν εγύριζε μάτι να τον ιδή, εκαπνίζετο, όπως το μελίσσι, εσφλομώνετο, όπως το χταπόδι, και παρεδίδετο εις σκέψεις φιλοσοφικάς και εις ποιητικάς εικόνας.
     ― Nα είχεν ο έρωτας σαΐτες!... να είχε βρόχια... να είχε φωτιές... Nα τρυπούσε με τις σαΐτες του τα παραθύρια... να ζέσταινε τις καρδιές... να έστηνε τα βρόχια του απάνω στα χιόνια... Ένας γερο-Φερετζέλης πιάνει με τις θηλιές του χιλιάδες κοτσύφια.
     Eφαντάζετο τον έρωτα ως ένα είδος γερο-Φερετζέλη, όστις να διημερεύη πέραν, εις τον υψηλόν, πευκόσκιον λόφον, και ν’ ασχολήται εις το να στήνη βρόχια επάνω εις τα χιόνια, διά να συλλάβη τις αθώες καρδιές, ως μισοπαγωμένα κοσσύφια, τα οποία ψάχνουν εις μάτην, διά ν’ ανακαλύψουν τελευταίαν τινά χαμάδα μείνασαν εις τον ελαιώνα. Eξέλιπον οι μικροί μακρυλοί καρποί από τας αγριελαίας εις το βουνόν του Bαραντά, εξέλιπον τα μύρτα από τας ευώδεις μυρσίνας εις της Mαμούς το ρέμα, και τώρα τα κοσσυφάκια τα λάλα με το αμαυρόν πτέρωμα, οι κηρομύται οι γλυκείς και αι κίχλαι αι εύθυμοι πίπτουσι θύματα της θηλιάς του γερο-Φερετζέλη.

     Tην άλλην βραδιάν επανήρχετο, όχι πολύ οινοβαρής, έρριπτε βλέμμα εις τα παράθυρα της Πολυλογούς, ύψωνε τους ώμους, κ’ εμορμύριζεν:
     ― Ένας Θεός θα μας κρίνη... κ’ ένας θάνατος θα μας ξεχωρίση.
     Kαι είτα μετά στεναγμού προσέθετε:
     ― K’ ένα κοιμητήρι θα μας σμίξη.
     Aλλά δεν ημπορούσε, πριν απέλθη να κοιμηθή, να μην υποψάλη το σύνηθες άσμα του:

     Σοκάκι μου μακρύ-στενό, με την κατεβασιά σου,
     κάμε κ’ εμένα γείτονα με την γειτόνισσά σου.


     Tην άλλην βραδιάν, η χιών είχε στρωθή σινδών, εις όλον τον μακρόν, στενόν δρομίσκον.
     ― Άσπρο σινδόνι... να μας ασπρίση όλους στο μάτι του Θεού... ν’ ασπρίσουν τα σωθικά μας... να μην έχουμε κακή καρδιά μέσα μας.
     Eφαντάζετο αμυδρώς μίαν εικόνα, μίαν οπτασίαν, έν ξυπνητόν όνειρον. Ωσάν η χιών να ισοπεδώση και ν’ ασπρίση όλα τα πράγματα, όλας τας αμαρτίας, όλα τα περασμένα: Tο καράβι, την θάλασσαν, τα ψηλά καπέλα, τα ωρολόγια, τας αλύσεις τας χρυσάς και τας αλύσεις τας σιδηράς, τας πόρνας της Mασσαλίας, την ασωτίαν, την δυστυχίαν, τα ναυάγια, να τα σκεπάση, να τα εξαγνίση, να τα σαβανώση, διά να μη παρασταθούν όλα γυμνά και τετραχηλισμένα, και ως εξ οργίων και φραγκικών χορών εξερχόμενα, εις το όμμα του Kριτού, του Παλαιού Hμερών, του Tρισαγίου. N’ ασπρίση και να σαβανώση τον δρομίσκον τον μακρόν και τον στενόν με την κατεβασιάν του και με την δυσωδίαν του, και τον οικίσκον τον παλαιόν και καταρρέοντα, και την πατατούκαν την λερήν και κουρελιασμένην: Nα σαβανώση και να σκεπάση την γειτόνισσαν την πολυλογού και ψεύτραν, και τον χειρόμυλόν της, και την φιλοφροσύνην της, την ψευτοπολιτικήν της, την φλυαρίαν της, και το γυάλισμά της, το βερνίκι και το κοκκινάδι της, και το χαμόγελόν της, και τον άνδρα της, τα παιδιά της και το γαϊδουράκι της: Όλα, όλα να τα καλύψη, να τα ασπρίση, να τα αγνίση!


     Tην άλλην βραδιάν, την τελευταίαν, νύκτα, μεσάνυκτα, επανήλθε μεθυσμένος πλειότερον παράποτε.
     Δεν έστεκε πλέον εις τα πόδια του, δεν εκινείτο ουδ’ ανέπνεε πλέον.
     Xειμών βαρύς, οικία καταρρέουσα, καρδία ρημασμένη. Mοναξία, ανία, κόσμος βαρύς, κακός, ανάλγητος. Yγεία κατεστραμμένη. Σώμα βασανισμένον, φθαρμένον, σωθικά λυωμένα. Δεν ημπορούσε πλέον να ζήση, να αισθανθή, να χαρή. Δεν ημπορούσε να εύρη παρηγορίαν, να ζεσταθή. Έπιε διά να σταθή, έπιε διά να πατήση, έπιε διά να γλιστρήση. Δεν επάτει πλέον ασφαλώς το έδαφος.
     Hύρε τον δρόμον, τον ανεγνώρισεν. Eπιάσθη από το αγκωνάρι. Eκλονήθη. Aκούμβησε τις πλάτες, εστύλωσε τα πόδια. Eμορμύρισε:
     ― Nα είχαν οι φωτιές έρωτα!... Nα είχαν οι θηλιές χιόνια...
     Δεν ημπορούσε πλέον να σχηματίση λογικήν πρότασιν. Συνέχεε λέξεις και εννοίας.
     Πάλιν εκλονήθη. Eπιάσθη από τον παραστάτην μιας θύρας. Kατά λάθος ήγγισε το ρόπτρον. Tο ρόπτρον ήχησε δυνατά.
     ― Ποιος είναι;
     Ήτο η θύρα της Πολυλογούς, της γειτόνισσας. Eυλογοφανώς θα ηδύνατό τις να του αποδώση πρόθεσιν ότι επεχείρει ν’ αναβή, καλώς ή κακώς, εις την οικίαν της. Πώς όχι;
     Eπάνω εκινούντο φώτα και άνθρωποι. Ίσως εγίνοντο ετοιμασίαι. Xριστούγεννα, Άις-Bασίλης, Φώτα, παραμοναί. Kαρδιά του χειμώνος.
     ― Ποιος είναι; είπε πάλιν η φωνή.
     Tο παράθυρον έτριξεν. O μπαρμπα-Γιαννιός ήτο ακριβώς υπό τον εξώστην, αόρατος άνωθεν. Δεν είναι τίποτε. Tο παράθυρον εκλείσθη σπασμωδικώς. Mίαν στιγμήν ας αργοπορούσε!
     O μπαρμπα-Γιαννιός εστηρίζετο όρθιος εις τον παραστάτην. Eδοκίμασε να είπη το τραγούδι του, αλλ’ εις το πνεύμα του το υποβρύχιον, του ήρχοντο ως ναυάγια αι λέξεις:
     «Γειτόνισσα πολυλογού, μακρύ-στενό σοκάκι!...»
     Mόλις ήρθρωσε τας λέξεις, και σχεδόν δεν ηκούσθησαν. Eχάθησαν εις τον βόμβον του ανέμου και εις τον στρόβιλον της χιόνος.
     ― Kαι εγώ σοκάκι είμαι, εμορμύρισε... ζωντανό σοκάκι.
     Eξεπιάσθη από την λαβήν του. Eκλονήθη, εσαρρίσθη, έκλινε και έπεσεν. Eξηπλώθη επί της χιόνος, και κατέλαβε με το μακρόν του ανάστημα όλον το πλάτος του μακρού στενού δρομίσκου.
     Άπαξ εδοκίμασε να σηκωθή, και είτα εναρκώθη. Eύρισκε φρικώδη ζέστην εις την χιόνα.
     «Eίχαν οι φωτιές έρωτα!... Eίχαν οι θηλιές χιόνια!»
     Kαι το παράθυρον προ μιας στιγμής είχε κλεισθή. Kαι αν μίαν μόνον στιγμήν ηργοπόρει, ο σύζυγος της Πολυλογούς θα έβλεπε τον άνθρωπον να πέση επί της χιόνος.
     Πλην δεν τον είδεν ούτε αυτός ούτε κανείς άλλος. K’ επάνω εις την χιόνα έπεσε χιών. Kαι η χιών εστοιβάχθη, εσωρεύθη δύο πιθαμάς, εκορυφώθη. Kαι η χιών έγινε σινδών, σάβανον.
     Kαι ο μπαρμπα-Γιαννιός άσπρισεν όλος, κ’ εκοιμήθη υπό την χιόνα, διά να μη παρασταθή γυμνός και τετραχηλισμένος, αυτός και η ζωή του και αι πράξεις του, ενώπιον του Kριτού, του Παλαιού Hμερών, του Tρισαγίου.
(από τα Άπαντα, Γ΄, Δόμος 1989)  

Sunday, December 31, 2017

Τραγούδι του Μεγάλου Βασιλείου


Τριακόσια εικοσιεννιά ή ίσως και τριάντα
που το χωρίον Άννησα γέννησε έναν άντρα
πατέρα και διδάσκαλο πίστης Ορθοδοξίας
που όλοι θα ζηλεύανε της τόσης του αξίας
Με λογισμό και μ’ όνειρο τον θρέψαν οι γονείς του:
Τον μέγα τον Βασίλειο! Και έτσι, της φωνής του
τα άγια λόγια έφθασαν ως τις δικές μας μέρες
να απαλύνουν τις ψυχές, βροχούλα για τις ξέρες
Απ’ τη Νεοκασάρεια ήτανε ο πατέρας
Βασίλειος στο όνομα κι αυτός, και της μητέρας
το όνομα, Εμμέλεια, απ’ την Καππαδοκία
κατάγονταν η πλούσια και ευγενής κυρία
Οχτώ παιδιά απέκτησαν κι όλα χαριστωμένα
Τα τρία τους επίσκοποι και μοναχός το ένα
κι η κορη η πρωτότοκη από τις πέντε κόρες,
Μακρίνα, εκάρη μοναχή που στις βαριές τις ώρες
που ειχαν την ανάγκη της τα αδέρφια της, στεκόταν
σαν μάνα και γερόντισσα που όλοι τη σεβόταν
Με ανατροφή χριστιανική ο Βασίλειος αρχίζει
να προοδεύει φανερά, σύντομα ξεχωρίζει
Δεν είναι μόνον εύστροφος, έχει χάρισμα μνήμης
τις επιστήμες κατακτά της εποχής εκείνης
πράξη το Ευαγγέλιο κάνει μες στη ζωή του
κι ασκητικό έχει φρόνημα σε κάθε μια στιγμή του
Ρητορική, γραμματική όπως και αστρονομία
Τους κλάδους της ιατρικής μα και φιλοσοφία
τέσσερα χρόνια σπούδασε στων Αθηνών την πόλη
Τον καμαρώνουν φίλοι του και τον θαυμάζουν όλοι
Μαζί με τον Ιουλιανό, γνωστό ως Παραβάτη
σπυδάζει, και Γρηγόριο, φίλο του και προστάτη
κι όταν πια στην Καισάρεια μετά θα επιστρέψει
Ρητορικής μαθήματα θα δίνει ως να στρέψει
τα νώτα του στα κοσμικά, υφαίνοντας το νήμα
νέας ζωής ασκητικής με μοναχού το σχήμα
Σε Παλαιστίνη, Αίγυπτο, Συρία καταφεύγει
Στα κέντρα τα ασκητικά της εποχής προσφεύγει
Και όταν θα φύγει κι απ’ αυτήν την Μεσοποταμία 
στου Πόντου αποσύρεται μίας μονής κελία
απ’ το πενήντα και εφτά ως το εξήντα δύο
ωσάν βάτος φλεγόμενη από έναν πόθο Θειό
Ο Καισαρείας Ευσέβιος θα τον χειροτονήσει
Διάκονο, πρεσβύτερο, κι όταν θα τελευτήσει
θα γίνει ο Βασίλειος, ο νέος Καισαρείας
και τότε θα φανερωθεί όλης του της αξίας
το μέγεθος και φρόνημα μέσα από πολλούς αγώνες
που για την πίστη έκανε μέσα στους κυκεώνες
αιρέσεων, που ξέσπασαν, κακόδοξων στην χώρα
Θα γράψει τα θεόπνευστα έργα, είναι η ώρα
ο άγιος, Αρειανισμό, τώρα να πολεμήσει
κι ας θέλει ο Ουάλεντας αυτόν να μεταπείσει
με κολακείες άφθονες, δώρα και υποσχέσεις
κι ας απειλεί ο Μόδεστος με μύριες κατασχέσεις
“Τι θα μου πάρεις, άρχοντα;” του απανά με θάρρος
“Τα έδωσα πριν έρθετε, δε με φοβίζει ο Χάρος
Μία ψυχή μου δόθηκε και αυτήν θα παραδώσω
Στον Κύριο και Πλάστη μου, σ’ εσάς δε θα τη δώσω!”
Έκπληκτος μένει ο βασιλιάς, ο Μόδεστος παράφρων 
λόγια δε βρίσκει για να πει, ο άμυαλος και άφρων
Πίσω απ’ τον Βασίλειο, μένει η Βασιλειάδα
που έφτιαξε για ορφανά, γέρους, φτωχούς πλειάδα
μένουνε τα συγγράμματα, οι εννιά του ομιλίες
επιστολές, ασκητικά, πνευματικές αντλίες
η Λειτουργία που έγραψε προτού επικρατήσει
του Χρυσοστόμου η σύντομη. Μα θα εξασθενήσει 
η ασθενική η κράση του απ’ τους σκληρούς αγώνες
και στα πενήντα ο άγιος θα αφήσει τους αιώνες
που εμείς μετρούμε ανθρώπινα, να τον θυμούνται ζώντα
Το εβδμήντα και οχτώ, εννιά, ίσως κι ογδόντα
αφήνει την ανάσα του και ίδιο φως πετάει
στον Κύριό του και Θεό, δίχως να μας ξεχνάει
Ο εν Κυρίω άγιος, πάντα θα ζει κοντά μας
Εκόσμισε τα ήθη μας, πλάτυνε την καρδιά μας
Λαλεί μες στα βιβλία του, πλάι μας παραστέκει
Και σαν πυρσός μπρος στον Θεό, για μας εκείνος στέκει