Labels

Friday, June 9, 2017

Ένα κορδόνι από δυο κλωστές: μια χρυσή, μια γαλάζια - Τα Μουσικά ταξίδια του Μάρκο Πόλο στο Μουσείο Μαστίχας της Χίου


1. Καζακστάν – Μογγολία
  
Ξημέρωσε ο Θεός τη μέρα του στη Χαν- μπαλίκ. Χίλια κάρα θα μπούνε στην πόλη και σήμερα φορτωμένα μετάξια, να πουληθούν στις αγορές της, να υφανθούν στα εργαστήρια τα χρυσοκέντητα και τα ασημοπλεγμένα.

Χιλιάδες άλλα κάρα θα φέρουν απ’ όλες τις άκρες του κόσμου εμπόρους με τις πραμάτειες τους. Διαμάντια, μαργαριτάρια, χαλιά, μπαχάρια, αλάτι και πιπέρι, βόδια λευκά, αραβικά άλογα, αχάτες και όνυχες, υφάσματα γαλαζοκόκκινα. Οι συναλλαγές θα γίνουν με το επίσημο νόμισμα της αυτοκρατορίας φτιαγμένο από φύλλα μουριάς, την τροφή των μεταξοσκώληκων. Μια ανακάλυψη των Κινέζων που θαύμασε και οικειώθηκε ο Μογγόλος αυτοκράτορας.

Τα εμπορεύματα θα εκτεθούν πρώτα στην αυλή του. Θα διατιμηθούν από τους ειδικούς του που θα αγοράσουν πληρώνοντας καλά όσα κρίνουν πως αξίζουν να μείνουν στο παλάτι. Στη διάρκεια ενός χρόνου περνούν από την πόλη εμπορεύματα που αξίζουν περισσότερο από 400.000 βυζαντινάτα.

Το ανάκτορο του Κουμπλάι Χαν δεσπόζει στη μέση της περίλαμπρης πόλης σαν το μεταξωτό του ένδυμα, τη δικαιοσύνη, τη φιλανθρωπία, το φωτεινό μυαλό του. Η μέρα του θα κυλήσει γεμάτη μέριμνες, συζητήσεις με τους συμβούλους του, αποφάσεις δύσκολες, αγωνίες, χαρές, απογοητεύσεις.

Με τη δύση του ήλιου η μεγάλη καμπάνα θα σημάνει τρεις φορές. Θα σταματήσει η κυκλοφορία στους δρόμους. Θα καταλαγιάσουν οι μέριμνες. Η τρεχούμενη ζωή θα αναπαυθεί για λίγο. Απεστσλμένοι και σύμβουλοι θα αποσυρθούν για να υποδεχθεί ο αυτοκράτορας τον νεαρό Βενετσιάνο έμπορο. Αυτός θα του περιγράψει τα μέρη που επισκέφτηκε όπως κανείς δε μπόρεσε ποτέ να κάνει. Θα του ζωγραφίσει με λέξεις λαούς και συνήθειές, τα διπλωματικά του κατορθώματα. Σχέδια σπάνια και χρώματα ανεξίτηλα τα όσα είδε, ήπιε και γεύτηκε. Γιορτές,  τέχνες, θεοί και έθιμα στη Μπούρμα και στην Κορέα, τη Μαντζουρία και τη χώρα του Ήλιου, τη μακρινή Ιαπωνία, αλλά και στην Μαδαγασκάρη, τη Σουμάτρα την Ινδοκίνα και την Ινδία, θα προσφερθούν, σαν έργα τέχνης φτιαγμένα από το καθαρό βλέμμα ενός φιλομαθούς νεαρού, στα μισόκλειστα ονειρώδη μάτια του γηραιού φιλότεχνου Αφέντη της ζωής,  φωτίζοντας τις απόκρυφες σπηλιές του λαβυρινθώδους νου του.
 Αυτή είναι η ώρα του Μάρκο Πόλο και του Κουμπλάι Χαν. Η μεταξωτή ώρα τους.
  
2. Ινδία – Αρμενία

Ήλιος η Χαν-μπαλίκ και αχτίδες της οι δρόμοι που οδηγούν στις περισσότερες επαρχίες της μεγάλης αυτοκρατορίας. Από δω ξεκινούν κι εδώ καταλήγουν οι αγγελιοφόροι που μεταφέρουν τα μηνύματα του αυτοκράτορα. Ταχυδρόμοι που δεν ξεπεζεύουν ποτέ. Ζωσμένοι στη μέση κουδούνια που προμηνύουν από μακριά τον ερχομό τους ώστε να ετοιμάσουν στον επόμενο σταθμό οι σταυλίτες τα ξεκούραστα άλογα και να τα καβαλικέψουν οι ακούραστοι Μογγόλοι καβαλάρηδες σαλτάροντας μ’ ένα μονάχα πήδο, για να συνεχίσουν το ταξίδι τους πιο γρήγορα απ’ τον άνεμο. Εδώ καταλήγουν και πάλι από εδώ ξεκινουν όλοι οι απεσταλμένοι, Πέρσες, Αρμένιοι, Σύριοι, Κόπτες, Τουρκομάνοι. Όλοι αγαπούν τον αυτοκράτορα. Οι απεσταλμένοι των λαών και οι λαοί τους που έγιναν λαός του.

Πώς να μην αγαπούν τον Μεγάλο Αφέντη; Πώς να μην τον σέβονται; Να μην τον ευγνωμονούν; Τριάντα χιλιάδες κούπες ρυζιού μοιράζει καθημερινά στους πεινασμένους. Στις συμφορές από κακοτυχίες, πολέμους ή φυσικές καταστροφές αποζημιώνει όσους χάνουν τη σοδειά τους. Μια μέρα την εβδομάδα τα εργαστήρια υφαίνουν για χάρη του βαμβακερά ρούχα  να δοθούν δωρεάν  στους φτωχούς. Κανείς δε θα μείνει γυμνός και πεινασμένος. Κανένας αβοήθητος. Σ’ όλη την αυτοκρατορία άφθονα σπίτια φιλοξενούν τα ορφανά, τους γέροντες και τους αρρώσους.

Τι κι αν λατρεύουν άλλοι τον Ουρανό, άλλοι τον Βούδα, τον Μωάμεθ ή τον Χριστό; Ο Μογγόλος αυτοκράτορας τιμά όλους τους θεούς των λαών που κατέκτησε, και σ’ όλων τις γιορτές πηγαίνει. Στην αυτοκρατορία του θρησκευτικός πόλεμος ποτέ δε θα ξεκινήσει απ’ τη Μεγαλειότητά του.

Ο Μάρκο Πόλο πηγαίνει πρόθυμα όπου θα ήθελε ο κύριός του να πάει και δεν μπορεί. Είναι ο πρεσβευτής του. Όταν επιστρέφει, το καλοπροαίρετο αυτί του μεγάλου ηγέτη υποτάσσεται στο λόγο του ευρωπαίου εμπόρου. Η Ανατολή απλώνει το χέρι της, το χέρι της Δύσης να πιάσει, μήπως καταφέρουν και συμπορευτούν.

3. Περσία – Βενετία

Οι περιγραφές του Μάρκο για τις μακρινές επαρχίες της μεγάλης αυτοκρατορίας έχουν ένα ασυνήθιστο άρωμα καλοκαιρινής ευωδιάς μιας θάλασσας που ο Κουμπλάι Χαν δεν αντίκρισε ποτέ. Ο έμπορος του μιλά για τα καραβάνια της ερήμου κι ο αφέντης αισθάνεται να γλυστρά στα άγνωστα νερά της πατρίδας του νεαρού αφηγητή καθισμένος πάνω σε μια γόνδολα μαζί του. Οι λέξεις γίνονται τραγούδι στο ρυθμό των κουπιών του γονδολιέρη. Οι εικόνες που αριστοτεχνικά ζωγραφίζει ο νέος μιλώντας για τα χαϊμαλιά των γυναικών που όσο περισσότερα είναι τόσο πιο ποθητές υπήρξαν κι άλλο τόσο περιζήτητες για γάμο, ρέουν σε κανάλια κάτω από πολύχρωμα αρχοντικά τυλιγμένα θάλασσα, που ο Βενετσιάνος ποτέ δεν κατονομάζει μα ο Μογγόλος οσφρίζεται το άρωμά της. Μιλώντας για τους χορούς και τις γαμήλιες τελετεές των υπηκόων της μεγαλύτερης αυτοκράτορίας που φτιάχτηκε ποτέ στον κόσμο, δίχως να το θέλει ή να το προσπαθεί, ο Μάρκο περιγράφει τα ζευγάρια που χορεύουν στους δρόμους της Βενετίας ντυμένα με παράξενες στολές, μάσκες στα πρόσωπα και μακρείς χιτώνες που σέρνονται στα στενά της δρομάκια. Τη χαρά της αγάπης όπως τη γνώρισε έφηβος  στον τόπο του,  περιγράφει. Σ’ αυτόν το μικρό τόπο που είχε τόσα σπίτια όσα χωρούσαν οι νησίδες του, τόσους ανθρώπους όσους χωρούσαν τα σπίτια του, γιορτές και έθιμα γνωστά σε όλους και για όλους καμωμένα με αποκορύφωμα το καρναβάλι.

Η Βενετία διεισδύει σαν λιμνοθάλασσα στις απέραντες στέπες των διηγήσεων του Μάρκο κι ίσως αυτός να είναι ο λόγος που ο αυτοκράτορας μαγεύεται πρώτη φορά ακούγοντας να του μιλούν για τις επαρχίες του που τόσα και τόσα έχει ακούσει στο παρελθόν από τους απεστελμένους του. Είναι ίσως που οι λέξεις του Μάρκο βαφτίζονται στα υφάλμυρα νερά της μακρινής πατρίδας του, κι εκεί οι απέραντες εκτάσεις και οι αναρίθμητοι υπήκοιοι, ο πλούτος και τα ασύγκριτα μεγέθη της αυτοκρατορίας καθαρίζονται κι επιτέλους χωρούν στη νησίδα της καρδιάς του αυτοκράτορα σαν κόσμημα από λίθους πολύτιμους σε κύκνειο λαιμό αγαπημένης.

4. Μετάξι

Για χάρη του Κουμπλάι ο νέος θα γίνει παρατηρητικός. Για χάρη του Πόλο ο Χαν θα του αφιερώσει τις πιο δικές του ώρες. Τις ώρες που η ψυχή αποζητά παρηγοριά, η σκέψη ανάσα.

Ο αυτοκράτορας θα εμπιστευτεί την σύνεση του ξένου. Ο ξένος δεν θα προδώσει την εμπιστοσύνη του αυτοκράτορα. Δεν καταχράται την εξουσία του ο Αφέντης. Δεν υποκύπτει στην φιλοχρηματία ο έμπορος. Ο Χαν τιμά τον Πόλο τοποθετώντας τον πάνω απ’ όλους τους βαρώνους του. Ο Πόλο τιμά τον Χαν αφήνοντας για δεκαεφτά χρόνια κλειδμένη στα βάθη της καρδιάς του τη μνήμη της πατρίδας του.

Η γνώση που κομίζει στον αυτοκράτορα ο Μάρκο Πόλο τον εξοικειώνει με τους άγνωστους οικείους του. Η ίδια γνώση, επιστρέφοντας στη Βενετία, θα εξοικειώσει τους ευρωπαίους, -έστω και με τη μορφή ευφάνταστου παραμυθιού- με την μακρινή και τόσο άξενη Ανατολή.

Η γέφυρα του κόσμου χτίστηκε από έναν αυτοκράτορα που διένυε την έβδομη δεκαετία της ζωής του κι έναν Βενετσιάνο που μόλις έβγαινε από την εφηβεία του. Μέσα από τη σχέση των δύο αντρών οι χιλιοπερπατημένοι δρόμοι του μεταξιού φωτίστηκαν. Στο κουκούλι της ψυχής τους, σαν μεταξοσκώληκας γεννήθηκε η  εμπιστοσύνη. Δεκαεφτά χρόνια την τάϊσαν τα φύλλα του νου και της καρδιάς τους ώστε να υφανθεί η λεπτότατη μεταξωτή κλωστή που ένωσε σαν αψιδα τους κόσμους τους.
Ο αυτοκράτορας θα αποσυρθεί στο περίπτερο του Σεπτού Ύπνου να κοιμηθεί πιο σοφός. Πέρασε κι ο Φλεβάρης. Αύριο πάνω στην πλάτη τεσσάρων ελεφάντων θα αναχωρήσει  για το Κότσαρ Μαντού να κυνηγήσει την Άνοιξη.

Άγρυπνος θα μείνει ο Βενετσιάνος. Αύριο μαζί με τον πατέρα και τον θείο του, θα συνοδεύσει την αγαπημένη κόρη του Κουμπλάι Χαν, πριγκίπισσα Κοκατσίν, για να την οδηγήσουν στον Άργκουν, τον βασιλιά της Περσίας. Μόλις την παραδώσουν θα προχωρήσουν νότια της Μαύρης Θάλασσας να πλεύσουν με καράβι προς την Κωνσταντινούπολη κι από κει στο Νέγκροποντ για να φτάσουν κάποτε στην πολυαγαπημένη Βενετία.

Χρειάστηκαν χρόνια, ταξίδια μεγάλα, γνώση γλωσσών. Χρειάστηκαν κίνδυνοι, αρρώστιες και πόλεμοι. Θάλασσες, ποτάμια, έρημοι, βουνά. Ήλιος καυτός και καταιγίδες ανάλγητες. Όλα υποταγμένα στη σχέση δύο ανδρών που αποφάσισαν να οικειωθούν κάθε τι ξένο, να ενώσουν το χωρισμένο.

Το 1295 οι δύο άντρες χωριζουν αφού κατάφεραν να ένωσαν την Δύση με την Ανατολή με το πιο εκλεκτό μετάξι της καρδιάς τους, πλέκοντας ένα κορδόνι από δυο κλωστές: μια χρυσή, μια γαλάζια.


Βασιλική Νευροκοπλή


* το κείμενο θα διαβαστεί από τη γράφουσα κατά τη διάρκεια της συναυλίας:

Τα μουσικά ταξίδια του Μάρκο Πόλο». Μια ξεχωριστή μουσική βραδιά για τα πρώτα γενέθλια του Μουσείου Μαστίχας Χίου 

Thursday, June 8, 2017

Ἡ Ἁγὶα Καλλιὸπη

Αποτέλεσμα εικόνας για αγια καλλιοπη


Kάλλη παραβλέπουσα των ποιημάτων,
Kτίστου τα κάλλη οπτάνη Kαλλιόπη.

Η Αγία Καλλιόπη, έζησε στα μέσα του 3ου αιώνα μ.Χ., στα χρόνια του αυτοκράτορα Δεκίου. 
Διακρινόταν για τη φυσική της ομορφιά, αλλά και τα πλούσια ψυχικά και πνευματικά χαρίσματά της.
Απέρριπτε μετά βδελυγμίας κάθε πρόταση γάμου γιατί είχε αφιερώσει τη ζωή της στο Χριστό, τη διδασκαλία του Θείου Λόγου Του και τη διακονία και παραμυθία των ασθενών και πασχόντων αδελφών της
. Στο φοβερό διωγμό που εξαπέλυσε ο φοβερός διώκτης των χριστιανών Δέκιος, η Καλλιόπη συνελήφθη και οδηγήθηκε μπροστά στον τοπικό άρχοντα, ο οποίος θαύμασε την ομορφιά της και προσπάθησε με διάφορες κολακείες και υποσχέσεις να την δελεάσει και να την σύρει στην ανόσια ζωή των ψυχοφθόρων ηδονών και της μισερής ειδωλολατρίας.
Όμως η Αγία με ηρωική σταθερότητα, εμμονή και αγωνιστικό φρόνημα, ομολόγησε την πίστη της στο Χριστό, τον μοναδικό Σωτήρα και Λυτρωτή.
Εξοργισμένος ο τύραννος διέταξε και τη μαστίγωσαν ανελέητα.
Κατόπιν, τη χαράκωσαν με μαχαίρια και έκαψαν τις πληγές της. 
Τελικά την αποκεφάλισαν χαριζόντάς της, την ουράνια και άφθαρτη δόξα.


Wednesday, June 7, 2017

Στάση στην καρδιά του Σύμπαντος



Το βράδυ να μη σε πιάνει ο ύπνος γιατί σαν ανοιξιάτικη αύρα στέλνει τις εμπνεύσεις του ο ουρανός και το χάραμα να σε ξυπνούν τα κελάηδήσματα των πουλιων. Να μην προλαβαίνεις όλα αυτά που θέλεις να κάνεις στη διάρκεια της μέρας και να εύχεσαι να είχε τις διπλάσιες ώρες. Και να συναντάς άγνωστους ως χθες μυρωδάτους ανθρώπους και παιδια γιασεμιά. Καμιά φορά την ευγνωμοσύνη δεν τη χωράει η καρδιά. Ξεχειλίζει... Δεν μπορεί παρά να μοιραστεί...
Ήταν πριν από καιρό όταν με πλησίασε στο τέλος της Κυριακάτικης Λειτουργίας μια άγνωστη κυρία. Μου είπε πως ήταν δασκάλα και πως ένα κοριτσάκι στην τάξη της, που είναι δίδυμο, δεν αγαπούσε καθόλου τα βιβλία, δεν της έλεγαν τίποτα. Διάβασε όμως τον Αχτιδοϋφαντή μια μέρα και τον αγάπησε πολύ. Μόνο αυτό το βιβλίο, κυρία, χάρηκα, της είπε. Μήπως λοιπόν, μπορείτε κάποια στιγμή να έρθετε στην τάξη μας για αυτό το παιδί; με ρώτησε. Για ένα παιδί μπορώ να φτάσω στην άκρη του κόσμου, απάντησα. Και έτσι πήγα.
Ήταν μαι τάξη μικρή. Πολύ μικρή και σκοτεινή για μικρά παιδιά και τόσα παιδιά. Σχολειο παλιό και προκατασκευασμένο, απ' αυτά που σου γεννούν ντροπή. Ειχαν εκδηλώσει μερικές μανούλες την επιθυμία να παρευρεθούν και η καλή δασκάλα δεν τους χάλασε το χατήρι. Ετοίμασαν γλυκά και ήρθαν. Μέσα στο σκοτεινό κουτί της τάξης στριμώχθηκαν τα δύο τμήματα της Δευτέρας. Τα δυο δσδυμα ήταν εκεί. Η συνεσταλμένη Ε. που αγάπησε το παραμύθι μου και η θαρραλέα Ν. που είχε μεγάλη άνεση εκφραστική. Αφηγήθηκα, όπως πάντα, το παραμύθι και ακολούθησε μια μεγάλη συζήτηση. Η Ε. δεν είπε τίποτα. Η Ν. μιλούσε συχνά και πολύ όμορφα. Για κάθε παιδί που μιλούσε, η δασκάλα έλεγε και το χάρισμά του. Ένα μικρόσωμο αγόρι με ασυνήθιστη φάτσα που η δασκάλα το κρατούσε αγκαλιά, συμπλήρωνε με ενθουσιασμό κάθε καλό λόγο της κυρίας του σαν να ήταν προέκταση της καρδιάς της, αλλά και των άλλων παιδιών. Η τάδε μαθήτρια ζωγραφίζει πάρα πολύ ωραία, έλεγε η κυρία. Σηκωνόταν ο μικρός και μου έδειχνε τη ζωγραφιά της που ήταν κρεμσμένη στον τοίχο για να καταλάβω πόσο καλά ζωγραφίζει και επέστρεφε στην αγκαλιά της δασκάλας. Η λεπτότητα και η γενναιοδωρία αυτού του παιδιού προκαλούσαν εντύπωση. Καμάρωνε για τους άλλους όπως άλλοι καμαρώνουν μόνο για τον εαυτό τους. Μα ήταν καρπός γενναιοδωρίας αυτό το πλάσμα. Αυτό θα το μάθαινα λίγο αργότερα.

Στη συζήτηση συμμετείχαν και οι μανούλες. Όταν τελειώσαμε, μοίρασαν τα καλούδια που είχαν φτιάξει. Με πλησιάσε η μία και μου είπε: Έζησα μαζί σας, μια από τις ωαιότεες στιγμές που είχα όλον αυτόν τον τελευταίο δύσκολο καιρό. Σας ευχαριστώ. Ο Θεός μόνο ξέρει τι περνάει αυτή η ψυχή.
Την ώρα που υπέγραφα κάποια βιβλία έρεχεται η θαρραλέα Ν. και μου λέει: Με συγχωρείτε κυρία Νευροκοπλή που μπορεί να σας πληγώσω, αλλά εγώ δεν αγαπώ μόνο τον Αχτιδοϋφαντή σας, αλλά και τη Δόνα Τερηδόνα του Τριβιζά. Αυτά είναι τα αγαπημένα μου. Με πληγώνεις βαθύτατα, της απαντώ, αλλά δεν πειράζει, θα το αντέξω, και γελούμε. Η Ε. στέκεται δίπλα της. Χαμογελά σαν ήλιος, μα δε λέει τίποτα. Και γιατί να πει; Φέγγει. Δεν είναι άραγε αρκετό;

Χτυπάει ο κουδούνι και σαν να γνώριζε η δασκάλα την εντύπωση που μου έκανε ο μικρός της αγκαλλιάς της, μου διηγήθηκε την ιστορία του.
Το ζευγάρι είχε αποκτήσει κάποτε δυο παιδιά. Αυτά μεγάλωσαν και το ζευγάρι χώρισε. Ο άντρας ξαναπαντρεύτηκε μια γυναίκα από την Άπω Ανατολή που έφερε τα δικά της παιδιά στο σπίτι μετά το γάμο τους. Ο ένας γιος που είχε αποκτήσει το αρχικό ζευγάρι πριν χωρίσει, μεγαλώνοντας έμπλεξε με τα ναρκωτικά και ερωτεύτηκε μια ξένη που κι αυτή έπαιρνε ναρκωτικά. Αυτοί απέκτησαν το μικρό γενναιόδωρο αγοράκι που γεννήθηκε με κάποια προβλήματα υγείας. Το ζευγάρι χώρισε και κανείς τους δεν ήταν σε θεση να αναλάβει το παιδί. Παρουσιάστηκε μια μέρα ένας φίλος τους και προσφέρθηκε να το υιοθετήσει. Τότε η γιαγιά, η δεύτερη σύζηγος του παππού, που ήρθε από την άλλη άκρη του κόσμου, ύψωσε το μικρό ανάστημά της και είπε, όχι, το παιδί θα το υιοθετήσουμε εμείς και εμείς θα το μεγαλώσουμε. Και το μεγαλώνουν με λατρεία κι αυτό είναι τόσο μικρό που δεν μπορεί να κρατήσει όλη αυτήν την λατρεία για τον εαυτό του, αλλά τη σκορπά γενναιόδωρα σε όλους...

Βγαίνοντας από αυτό το σχολείο βυθίστηκα στις σκέψεις. Μέσα σε δυο ώρες πόσες ζωές μπορείς να ζήσεις; Πόσα μυστήρια να ψηλαφήσεις; Πόσες αγάπες να γευθείς; Τα ωραιότερα παραμύθια είναι της ζωής και δε δικαιούμαστε ούτε να τα σχολιάζουμε ούτε να μιλούμε με ευκολία για κανέναν και για τίποτα. Με θαυμασμό και συστολή στεκόμαστε μόνο μπροστά στο ανυπέρβλητο δώρο της αγάπης και στην πρόνοια του Πατέρα μας που δεν αφήνει ούτε τους θαρραλέους να χαθούν ούτε τους συνεσταλμένους. Ούτε τους έχοντες ούτε τους μη έχοντες. Ούτε τους δικούς μας ούτε τους ξένους. Ούτε τους μεγάλους ούτε βέβαιατους μικρούς...

Tuesday, June 6, 2017

«Τα μουσικά ταξίδια του Μάρκο Πόλο». Μια ξεχωριστή μουσική βραδιά για τα πρώτα γενέθλια του Μουσείου Μαστίχας Χίου


Με αφορμή τη συμπλήρωση ενός έτους λειτουργίας του Μουσείου Μαστίχας Χίου, το Πολιτιστικό Ίδρυμα Ομίλου Πειραιώς και η Ένωση Μαστιχοπαραγωγών Χίουσυνδιοργανώνουν την Κυριακή 11 Ιουνίου  (ώρα 19:30), τη μουσική εκδήλωση «Τα μουσικά ταξίδια του Μάρκο Πόλο».
Η εκδήλωση τελεί υπό την αιγίδα του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού, το οποίο την ίδια μέρα θα παραδώσει στην Ένωση Μαστιχοπαραγωγών Χίου το αποδεικτικό για την ένταξη της παραδοσιακής μαστιχοκαλλιέργειας στον Αντιπροσωπευτικό Κατάλογο της Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς της Ανθρωπότητας της UNESCO.
Η πρωτότυπη μουσική παράσταση του Κυριάκου Καλαϊτζίδη εμπνέεται από το έργο «Βιβλία των θαυμάτων του κόσμου», έκδοση του 13ου αιώνα, που περιγράφει τα ταξίδια του βενετσιάνου ταξιδευτή στην Ασία. Ο συνθέτης, αξιοποιώντας τις μουσικές παραδόσεις του κόσμου, αναδεικνύει τη μουσική ως στοιχείο άυλης πολιτιστικής κληρονομιάς.
Το έργο παρουσιάζεται από το βραβευμένο μουσικό σχήμα Εν Χορδαίς και προσκεκλημένους μουσικούς από την Κίνα, το Ιράν και τη Μογγολία. Στη συναυλία συμπράττει το Κουαρτέτο Εγχόρδων του Μουσικού Σχολείου Χίου.
Ταυτότητα παράστασης
Μουσική: Κυριάκος Καλαϊτζίδης
Κείμενο, αφήγηση: Βασιλική Νευροκοπλή
Ηχοληψία: Λεωνίδας Παλάσκας 
Συμμετέχουν
Μουσικό σχήμα Εν Χορδαίς
Κυριάκος Πετράς (βιολί)
Κυριάκος Καλαϊτζίδης (ούτι, τραγούδι)
Δρόσος Κουτσοκώστας (τραγούδι)
Άλκης Ζοπόγλου (κανονάκι)
Πέτρος Παπαγεωργίου (κρουστά)
Προσκεκλημένοι μουσικοί
Kiya Tabassian (setar, τραγούδι)
Lingling Yu (pipa)
Amartuvshin Baasandorj (τραγούδι, tobshuur)

Λίγα λόγια για το έργο «Τα μουσικά ταξίδια του Μάρκο Πόλο»
Η παράσταση παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το 2009 στο Χονγκ Κονγκ, έπειτα από ανάθεση του Silk Road Art Music Festival, και έκτοτε έχει ταξιδέψει στην Ελλάδα (Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης, Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών) και στο εξωτερικό: στη Φιλαρμονική του Βερολίνου, στη Salle Pleyel (Παρίσι), στο Maison Symphonique (Μόντρεαλ), στο Beiteddine Festival (Λίβανος), στο Festival de Carthage (Τυνησία), στο Trinity St. Paul's Center (Τορόντο), στο Palais Montcalm (Κεμπέκ), στο Ινστιτούτο Αραβικού Κόσμου (Παρίσι), στο Malta International Arts Festival, στο Festival d'Île-de-France, στο Almaty Festival (Καζακστάν). Επίσης, μετά τη Χίο θα παρουσιαστεί στο G. Enescu Festival (Ρουμανία), στο Stimmen Festival (Γερμανία) και στο Sori Festival (Κορέα). Αξίζει να σημειωθεί ότι το μεγαλύτερο μέρος του έργου έχει γραφτεί στη Χίο, το καλοκαίρι του 2009. Ο ομώνυμος δίσκος κυκλοφόρησε το 2013 από τη διεθνούς φήμης εταιρία Harmonia Mundi και βραβεύτηκε με το Prix Academie Charles Cros 2014.
Η είσοδος είναι ελεύθερη για το κοινό. Θα τηρηθεί σειρά προτεραιότητας.
Για πληροφορίες μπορείτε να επικοινωνήσετε με το Μουσείο, στο τηλέφωνο 22710 72212(καθημερινά, εκτός Τρίτης, 10:00-18:00).

Μουσείο Μαστίχας Χίου
Πυργί, Θέση Ράχη (Τεπέκι), 821 02 Χίος
Τ: 22710 72212 | www.piop.gr




H Αντάρτισσα


Κάθε μπουμπούκι που ξεδιπλώνεται στο φως
Γεννά απ' την αρχή τον κόσμο
Και κάθε αρχή το τέλος παρατείνει
Πώς να πιστέψεις 
Στην κυριαρχία ενός θανάτου ανέραστου;
Αντάρτισσα η μεθυσμένη Άνοιξη
Κι εγώ στο κρασοπότηρό της σκόνη ευτυχής
Γύρη ελπιδοφόρα στα αχτένιστα μαλλιά της
Και ανεξίτηλο φιλί στα χείλη της




*Η ζωγραφιά είναι της Έφης Κοκκινάκη





Monday, June 5, 2017

Περί Βλασφημίας του Αγίου Πνεύματος - Anthony Bloom


Στο ευαγγέλιο του Μάρκου αναφέρεται ότι, μολονότι κάθε βλασφημία εναντίον του Χριστού μπορεί να συγχωρηθεί, η βλασφημία εναντίον του Αγίου Πνεύματος όχι. Ο Χριστός μπορεί να παρερμηνευτεί. Μπορεί να μην Τον αναγνωρίσουμε. Μπορεί να κρίνουμε λανθασμένα. Μπορεί να μην είμαστε αρκούντως ώριμοι για να Τον αποδεχτούμε, καθότι είναι έξω από εμάς και για να σχετιστούμε μαζί Του θα πρέπει να διανυθεί μία απόσταση από εμάς προς Εκείνον και από Εκείνον προς εμάς. Όμως δεν μπορούμε να αρνηθούμε κάποια εμπειρία μας πού συνδέεται με το Άγιο Πνεύμα, διότι είναι δική μας εμπειρία. 

Θα σας δώσω ένα παράδειγμα: Κάποιος στέκεται στον δρόμο, παγωμένος από το κρύο και κοιτάζει μέσα από ένα παράθυρο τις φλόγες πού τρίζουν σε ένα αναμμένο τζάκι. Αν είναι η πρώτη φορά πού βλέπει και αποκτά εμπειρία της φωτιάς, και αν του έχουν πει ότι η φωτιά είναι κάτι πού σε ζεσταίνει μέχρι το κόκκαλο, τότε αυτός θα ανασηκώσει τους ώμους του και θα πει «όχι, δεν σε ζεσταίνει - οι φλόγες χορεύουν μέσα στο τζάκι, αλλά εγώ έχω ξεπαγιάσει». Αντιθέτως, αν βρεθείτε σε ένα δωμάτιο, όπου δεν βλέπετε πουθενά φωτιά (ή έστω βλέπετε στο τζάκι φωτιά) και έχετε ζεσταθεί για τα καλά, αλλά παρόλα αυτά επιμένετε να αρνείστε πώς η φωτιά σας προξένησε ζεστασιά, τότε δεν υπάρχει τρόπος να ελευθερωθείτε από το λάθος, διότι αρνείστε όχι ένα αντικειμενικό γεγονός έξω από εσάς, αλλά ένα πραγματικό γεγονός εντός σας. Είσαστε ή τρελοί ή ψεύτες - δεν υπάρχει άλλος τρόπος να αποτιμηθεί η κατάσταση σας.

Το πρώτο συνεπώς μπορεί να είναι μια λανθασμένη κρίση, ένα σημάδι άγνοιας, μια ανικανότητα να σχετιστείς με ένα αντικειμενικό, εξωτερικό γεγονός. Το δεύτερο, όμως, είναι μια άρνηση, μια απόρριψη αυτού πού γνωρίζεις ότι είναι αλήθεια.


Anthony Bloom


Υγ. Μας το έστειλε ο π. Βασίλειος Χριστοδούλου 

Sunday, June 4, 2017

Κυριακὴ τῆς Πεντηκοστῆς

Αποτέλεσμα εικόνας για πεντηκοστη

(Ιωάν. 7,37-53, 8,12)

37. Τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ τῇ μεγάλῃ τῆς ἑορτῆς εἱστήκει ὁ Ἰησοῦς καὶ ἔκραξε λέγων· ἐάν τις διψᾷ, ἐρχέσθω πρός με καὶ πινέτω. 
38. ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, καθὼς εἶπεν ἡ γραφή, ποταμοὶ ἐκ τῆς κοιλίας αὐτοῦ ῥεύσουσιν ὕδατος ζῶντος.
39. τοῦτο δὲ εἶπε περὶ τοῦ Πνεύματος οὗ ἔμελλον λαμβάνειν οἱ πιστεύοντες εἰς αὐτόν· οὔπω γὰρ ἦν Πνεῦμα Ἅγιον, ὅτι Ἰησοῦς οὐδέπω ἐδοξάσθη.
40. Πολλοὶ οὖν ἐκ τοῦ ὄχλου ἀκούσαντες τὸν λόγον ἔλεγον· οὗτός ἐστιν ἀληθῶς ὁ προφήτης.
41. ἄλλοι ἔλεγον· οὗτός ἐστιν ὁ Χριστός· ἄλλοι ἔλεγον· μὴ γὰρ ἐκ τῆς Γαλιλαίας ὁ Χριστὸς ἔρχεται; 
42. οὐχὶ ἡ γραφὴ εἶπεν ὅτι ἐκ τοῦ σπέρματος Δαυῒδ καὶ ἀπὸ Βηθλεὲμ τῆς κώμης, ὅπου ἦν Δαυΐδ, ὁ Χριστὸς ἔρχεται; 
43. σχίσμα οὖν ἐν τῷ ὄχλῳ ἐγένετο δι’ αὐτόν. 
44. τινὲς δὲ ἤθελον ἐξ αὐτῶν πιάσαι αὐτόν, ἀλλ’ οὐδεὶς ἐπέβαλεν ἐπ’ αὐτὸν τὰς χεῖρας. 
45. Ἦλθον οὖν οἱ ὑπηρέται πρὸς τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ Φαρισαίους, καὶ εἶπον αὐτοῖς ἐκεῖνοι· διατί οὐκ ἠγάγετε αὐτόν; 
46. ἀπεκρίθησαν οἱ ὑπηρέται· οὐδέποτε οὕτως ἐλάλησεν ἄνθρωπος, ὡς οὗτος ὁ ἄνθρωπος. 
47. ἀπεκρίθησαν οὖν αὐτοῖς οἱ Φαρισαῖοι· μὴ καὶ ὑμεῖς πεπλάνησθε; 
48. μή τις ἐκ τῶν ἀρχόντων ἐπίστευσεν εἰς αὐτὸν ἢ ἐκ τῶν Φαρισαίων; 
49. ἀλλ’ ὁ ὄχλος οὗτος ὁ μὴ γινώσκων τὸν νόμον ἐπικατάρατοί εἰσι 
50. λέγει Νικόδημος πρὸς αὐτούς, ὁ ἐλθὼν νυκτὸς πρὸς αὐτόν, εἷς ὢν ἐξ αὐτῶν· 
51. μὴ ὁ νόμος ἡμῶν κρίνει τὸν ἄνθρωπον, ἐὰν μὴ ἀκούσῃ παρ’ αὐτοῦ πρότερον καὶ γνῷ τί ποιεῖ; 
52. ἀπεκρίθησαν καὶ εἶπον αὐτῷ· μὴ καὶ σὺ ἐκ τῆς Γαλιλαίας εἶ; ἐρεύνησον καὶ ἴδε ὅτι προφήτης ἐκ τῆς Γαλιλαίας οὐκ ἐγήγερται. 
53. Καὶ ἀπῆλθεν ἕκαστος εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ, 
12. Πάλιν οὖν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς ἐλάλησε λέγων· ἐγώ εἰμι τὸ φῶς τοῦ κόσμου· ὁ ἀκολουθῶν ἐμοὶ οὐ μὴ περιπατήσῃ ἐν τῇ σκοτίᾳ, ἀλλ’ ἕξει τὸ φῶς τῆς ζωῆς.


Friday, June 2, 2017

Του Διαβόλου η μάνα από τη συλλογή Χιώτικα παραμύθια - απόδοση κειμένου και ζωγραφιές Νίκος Γιαλούρης


Αρχή του παραμυθιού, καλή σας 'σπέρα, πέρα ως πέρα. Το λοιπόν, φτου κι αρχίζω. Μια φοράν ήτανε δυο αδέρφια, ένας πλούσιος κι ένας φτωχός.


Ο φτωχός είχεν γυναίκαν και πέντε παιδιά και ο πλούσιος ήτον άκληρος και ζαβός μ' έναν μάτιν. Ο φτωχοπατέας επείναν, εδούλευεν αφ' το ταχύν ως τα σκοτάδια και πάλιν, πώς να θρέψει τόσα στόματα; Μιαν ημέραν, στη μεγάλη του απορπισιάν, σκύβει και λε του γιου του τού μεγάλου:
"Άμε, γυιε μου, στου θειου σου του πλούσιου και πε του: "Καλέ θειε, δω μας κανά φλουρίν δανεικόν, και α σου το ξεπληρώσω δεκαπλάσιον άμα πια μεγαλώσω".
Τούδωκεν με τη γρίνια.  Το τρώνε κι απέ, ξαναπά. Πάλι τα ίδια. Μα την τριτην φοράν του λέ ο μονόφθαλμος: "Άμα εν ήθλεν ο κύρης στου τις γλύκες και τους μπελάδες, ας μην εγαργάλιεν τη μάναν σου οπίσω από τον φούρνον. Τώρα θέ φλουριά να σας ταϊσει. Ας πα στου διαόλου τη μάναν, κι εκεί θα 'βρει μπερικκέτι." Και τονε διώχνει. Το λέ ο γυιος του κυρού, θυμώνει αυτός και λέ:
"Γυνάκα, αφού ο κερατάς ο αδερφός μου, πούχει ψυχήν σαν την πέτραν, λε να πάω στου διαβόλου τη μάναν για να σας ταϊσω, θα παω κι ό,τι έβγει".
Δρόμον παίρνει, βουνόν ανεβαίνει, δρόμον αφήνει, κάμπου περνά, να και ανταμώνει την τύχην του.
"Ώρα Καλήν, μάνα" της λέ. "Καλώς το το παιδί μου. Δε μου λέγεις, νάχεις τον Θεόν μαζί σου, για πού παγαίνεις, να 'χομεν καλό ρώτημα;" "Κατά τα μάτια μου, κερά-Μάνα". Λέ του η Τύχη του. "Εγώ ξέρω πού πας. Εκεί θα σ' απαντήσουν τα τρία παιδιά μου. Θα πεις τον καμό σου στον πρώτο μου γυιο και κείνος θα σου πει ίντα να κάμεις". Κι έφυγεν.
Έπιασεν τον δρόμον και σε πολλές μέρες απαντά τον μικρόν γυιον. "Ώρα καλήν, αδερφέ" "Καλώς τον αδερφόν. Για πού τ' αρμάτωσες;" "Πάω στου διαβόλου τη μάναν" "Άσκημος ο δρόμος μα η τύχη των παιδιών σου θα σου παρασταθεί και θα γλυτώσεις". Μετά απάντησεν και τον δεύτερον γυιον κι ύστερις και τον τρίτον.
Στον τρίτον λέγει. "Βρε αδερφέ,  για πέ μου. Η μάνα σου μούπεν πως ο μικρός αδερφός είν' εκείνος που μ' απάντησεν πρώτος, μα εντουνού τα μαλλιά ήτον κάτασπρα, του δεύτερου πιοψαρά και συ 'σαι πια κατάμαυρος. Μπας αδερφέ μου και με περιεγέλασεν;"
Λέ του ευτός. "Όχι. Αληθινά σου τάπεν. Ο μικρός μου αδερφός έχει κακιάν γυναίκα, ο δεύτερος έχει γλωσσού κι εγώ πεντάκαλην γυναίκα, για κείνον εν εγέρασα. Λοιόν, εγώ θα σου παραγγείλω τι θα κάμεις. Από δω που θα παγαίνεις θα αντικρύσεις ένα βουνόν και θα σου φανεί πως είναι κοντά, μα θα κάμεις έξι μήνες για να πας". Όπου κι έφυγεν.
Επήγαινεν κι επήγαινεν ως που ελιώσαν τα στιβάλια του και τότες ήτον πια που εσώθησαν οι έξι μήνες κι εκατέβη το βουνόν κι είδεν ένα δέντρον.
Ήτον όλο φωτιές το δέντρον, μα ήτον πράσινον, γι' αυτό ανέβηκεν κι εκρύφτη να δει ίντα θα γίνει. Εκάθουντο και επερίενεν ως που νάρτουν οι διαβόλοι αφ' το μεροδούλιν τως. Να κι έρχονται, κι από πίσω, του μεγάλου Διαβόλου η μάνα, γριά ξεδοντιάρα και φωνακλού. Για νάχουν ησυχίαν, την έχωσαν μέσα σε μιαν κλεμμένην αγιαστούραν κι εβουβάθηκεν. Να κι ο βασιλιάς, ο Εβερζεβούλ και καθίζει στο θρόνος του γεμάτον φωτιές. Αρωτά τους πιο μικρούς διαβόλους" "Βρε, τι εκάματε σήμερον;" Του λέγουν ευτοί: "Τίποτις. Κεσάτια. Εκάλυναν πια οι ανθρώποι. Πά το μερδούλι μας". Μα ένα κουτσό δαιμόνιο, Νκήτας με τ' όνομα αποκρίνεται "Εγώ αφέντη Σατάνα είναι τώρα εφτά χρόνια που εχω μια βασιλοπούλαν και την παιδεύω και την έχω άρρωστην και δε θα παντρευτεί. Εν ηξέρει πως θα γίνει καλά άμα βρεθει άνθρωπος και κόψει φύλλα από τούτο το διαολόδεντρο και ύστερις τα βράσει καλά και την ποτίσει. Τότες α γιάνει".
Μόλις τ' ακού ο φτωχός από πάνω, γεμίζει τις τσέπες του φύλλα κι ύστερα κι έναν τουρβά και το σκα αφ' τους διαβόλους. Κι ευτοί εν τον πήραν μυρωδιά. Δρόμον παίρνει, δρόμον αφήνει και πά στο ξοχικόν παλάτι του βασιλιά.
"Γιατρός!Καλός γιατρός!" Ντελαλίζει ο φτωχός με τον τουρβάν στον ώμον. Απορπισμένος πια ο βασιλές, του λέγει "Γιάνε την κόρην μου κι ό,τι θες. Μια την έχω κι ήμπεν ο διάβολος μέσα της".

"Θα τηνε γιάνω, βασιλέ, σε σαράντα μέρες. Κι άμα δεις πως είπα ψέματα, βάλε τους ανθρώπους σου να με κοψοκεφαλήσουνε". Τον έβαλαν μέσα. Να και βάζει ομπρός την γιατρειάν, κι έγινεν πια η βασιλοπούλα περδίκι. Μια ημέραν, όμως, ως την εσιργιάναν εις τους κήους του παλατιού και σ' έναν μικρόν μπαξέν πουχεν πορτοκαλιές, τονε βιγλίζουν κάτι ανθρώποι του βασιλιά και πάν και του λένε: "Ευτός πούφερες να γιάνει την βασιλοκόρην  έχει μιαν γυναίκαν και τηνε σιργιανά εις το μπάξεν με τα πορτοκάλια". Πά ο βασιλές να δει, και τι να δει; Την κόρην του και να μην τηνε γνωρίσει. Πά μέσα και του φωνάζει: "Βρε κλέφτη, κομπογιανίτη! Σούδωκα το παιδί μου να το σώσεις κι εσύ μου κουβαλείς και τη μαντινούτα σου να σεργιανίζεις;" Τον ακού η κόρη του και λέ: "Μάτια που τάχεις βασιλέ και δε γνωρίζεις την κόρην σου την ίδιαν!".
Ελωλάθην αφ' την χαράν του ο βασιλές.
"Τι θέλεις να σου δώσω για το καλόν που μούκανες; Αν είσαι λεύτερος, θα σου δώκω την κόρην μου για γυναίκαν. Αν είσαι στεφανωμένος θα σου δώσω θησαυρόν αμέτρητον και δούλους και ζά να παγαίνεις εις τον τόπον σου, να σκάσουν οι οχτροί του" Λέ του πια ο φτχωός "Επαντρέφτην, αφέντη βασιλέ, σαν όλους τους λωλους φτωχούς κι έχω πέντεπαιδιά." Παίρνει τα καλά, λέ τα "Σπολλάτια" και ξεκινά.
Μιαν και δυο παγαίνει σπίτιν του και βλέπει τη γυναίκαν του και τα παιδιά του, μα ούτε που τον εγνωρίσανε. Σαν τους είπεν τα σημάδια του σπιτιού, έπεσαν επάνω του και εκλαίγασιν. Ύστερα ερώτησεν ο κύρης τως για το γρουσούζην τον αδερφόν του. Του λέ η γυναίκα του "εψώριασεν ο καψούλης.Ήθαβεν τα φλουριά και τα κωνσταντινάτα σ' ένα γκρέμον και τον εμυριστήκασι κάτι κλέφτες και πάνε μια νύχταν και του τα παίρνουσιν όλα. Ψωμοζητά, άντρα μου.
Λέ ευτός: "Εν πειράζει, αδερφός μου είναι και στο κάτω κάτω άμα δε μ' έστελεν στου διαόλου την μάναν, τότες θάμουν άρχοντας τώρα; Άντε, φωνάξετέ τον νάρτει να φά και να πιει και να συγχωρέσει του διαόλου τη μάναν που μας ήκαμεν όλους αφέντες".
Εξανασμίξασιν τα δυόν αδέρφια, του πήρεν ο μεγάλος συχώρεσιν, ενίφτηκεν, ήφαεν κι ήπιεν  κι ύστερις αρωτά τον αδερφόν του: "Για πέ μου αδερφέ, πού τάβρες τόσα πλούτια και καλά;;"
Γελά ο άλλος και του λέ: "Ε θυμάσαι, βρε, που μ' έστειλες στου διαόλου τη μάνα;"
Κι εγέλασαν όλοι κι ήμουν κι εγώ εκεί, και μου δώκανε σαράντα φλουριά ν' αγοράσω ένα βρακίν κι έναν τσουβάλιν τραχανά να πάω να παντρευτώ. Αφέντρες και αφεντάδες, καλή σας νύχτα, κι αύριο με υγείαν

Χίος 2007, κεντρική διάθεση βιβλλιοπωλείο εκδόσεις Πάπυρος.
Για την αντιγραφή: Βασιλική Νευροκοπλή

Thursday, June 1, 2017

Εις μνήμην Νίκου Γιαλούρη 28/02/1928 -01/07/2003




Παρουσίαση της Ισαβέλλας Αδ. Μπουρνιά,  στο Συνέδριο «Χίος, Χάραξη Χαρακτική» Τετάρτη 18 Μαρτίου 2009 στις 19.00μ.μ. Ο.Π.Δ.Χ.
  
«Ο Άνθρωπος, Καλλιτέχνης, Χαράκτης Νίκος Γιαλούρης»

Αγαπητοί ακροατές ζητώ από την αρχή την επιείκειά σας μιας και δεν είμαι ιστορικός τέχνης. Στην παρούσα εισήγηση θα αναφερθώ στον Χαράκτη Νίκο Γιαλούρη αφού εξετάσω τον άνθρωπο Νίκο Γιαλούρη και την τέχνη και τεχνική της Χαρακτικής σε λινόλεουμ την οποία και χρησιμοποιούσε.  
Η παρούσα εισήγηση σκοπό έχει περισσότερο να αποτίσει έναν ελάχιστο φόρο τιμής σε έναν Χιώτη καλλιτέχνη, ο οποίος μέσα από το έργο, τα δικά του μάτια αλλά και τη δική του ματιά έκανε πιο γνωστή τη Χίο σε πολλά μέρη του κόσμου.

Ο άνθρωπος, καλλιτέχνης Νίκος Γιαλούρης

Ανήκει σε μία γενιά της κατοχής. Έχει γευτεί όσα έπρεπε, θα πει ο ίδιος, για να εκτιμήσει ό,τι του προσφέρονταν από τους συνανθρώπους του απλόχερα.  «Τούτο το νησί μ’ έμαθε να λέω ευχαριστώ για την ομορφιά που μου χάρισε και μου χαρίζει.  Για το φως καθώς με καλωσορίζει όταν ανεβαίνει από τα βουνά της Ιωνίας.  Για το μελτέμι που έρχεται μόλις πλησιάζει της  Αγίας Μαρκέλλας.  Για τα κατακόκκινα, πορφυρογέννητα χωράφια της άνοιξης που είναι το βασίλειο των λαλάδων, αλλά και τις Βορειοχωριάτικες ερημιές, ολόχρυσες από τους σπάρτους όταν καλοκαιρεύει.  Για την ψιλοβροχή που κατέβαινε απ΄ τα βουνά των Αγίων Πατέρων και του Αίπους.»  γράφει στο κείμενο που τιτλοφορείται «Μία Οφειλή και μία Ομολογία» στο λεύκωμα της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Χίου το 2002 με αφορμή συλλογική - αναδρομική έκθεση των έργων του καλλιτέχνη, που πραγματοποιήθηκε με πρωτοβουλία του τότε Νομάρχη Γιάννη Γαϊσίδη στο Κέντρο Πολιτισμού και Ειδικού Τουρισμού «Γιώργος Καλουτάς» και η οποία αποτέλεσε πολιτιστικό γεγονός.
Τα λόγια του Νίκου Γιαλούρη είναι ενδεικτικά του πάθους και της αγάπης του για τη Χίο, την Αιγνούσα και τα Ψαρά.  
Αυστηρός, απόλυτος, αυτοδίδακτος, ασκητικός, αυθεντικός, εκφραστικός, εφυής, ιδιόρρυθμος, κριτικός απέναντι στη ζωή και τους ανθρώπους, πνευματικός και οξυδερκής, σοβαρός, υποψιασμένος αλλά και φειδωλός.

Χαρακτηριστικό της ιδιορρυθμίας του είναι κάτι που πρόσφατα μου θύμισε μία φίλη.  Όταν κανείς ήθελε να αγοράσει κάποιο έργο του Γιαλούρη πήγαινε στο εργαστήρι του έβλεπε τα έργα, επέλεγε όποιο του άρεσε.  Ποτέ όμως ο Γιαλούρης δεν του επέτρεπε να το πάρει αμέσως.  Ίσως γιατί ένοιωθε την ανάγκη μίας άτυπης τελετουργίας αποχωρισμού με το δημιούργημά του.

Γεννήθηκε στη Χίο το 1928 με καταγωγή από τα Ψαρά (η μητέρα του), την Αιγνούσα και τα Καρδάμυλα.  Μεγάλωσε στην Αγία Μαρίνα Καλοπλύτου, όπου έμεινε μέχρι το τέλος της ζωής του. Στο σπίτι που κατοικούσε, το οποίο ήταν δίπλα ακριβώς στην εκκλησία της Αγίας Μαρίνας διατηρούσε το εργαστήρι του.  

Ο Σπύρος Μοσχονάς, ιστορικός τέχνης θα γράψει για τον Γιαλούρη: «Καλλιτεχνική προσωπικότητα που απλώνεται σε πλήθος δραστηριοτήτων και με μέγα εύρος αναζητήσεων και εκφραστικών διατυπώσεων …» «…ο Γιαλούρης …» θα πει η Αθηνά Σχοινά στο περιοδικό Χιόνη στο άρθρο με τίτλο «Τα παραλειπόμενα μιας περιπλάνησης» «…υπάρχει και δημιουργεί σε μία άλλη διάσταση, υποδεικνύοντας ευρηματικά και απροσδόκητα , πόσα πράγματα μπορεί κανείς να αντλήσει και να αξιοποιήσει από την τεράστια παρακαταθήκη που μας έχει αφήσει το παρελθόν (κυρίως από τις ρωγμές των ερειπίων του) με πόσους τρόπους μπορεί κανείς σήμερα να διαβάσει στα κατάλοιπα των παλαιών τόπων και των ημερών, ποιες διασυνδέσεις μπορεί κανείς να κάνει με το παρόν, ποια περιθώρια ανοίγονται για το μέλλον …»
«Η Γερμανική Κατοχή…» θα πει ο ίδιος ο καλλιτέχνης στο κείμενο του με τίτλο «Το Χρονικό των Στολιδιών» στο ίδιο λεύκωμα που προανέφερα της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Χίου το 2002 «στάθηκε σημαδιακός καιρός, γιατί τότε, έχοντας να γυρνάμε τα χωριά για να ζήσουμε, πρωτογνωρίστηκα με τη λαϊκή τέχνη του νησιού μέσα από τα χειροτεχνήματα, ειδικά στα νότια χωριά.  Κεντήματα, λιθόγλυπτα, τέμπλα ξυλόγλυπτα σαν κεντημένα, κεραμικά στα Αρμόλια, ξυστά στο Πυργί και φεγγίτες γύψινοι και δαντελωτά κάγκελα μπαλκονιών παντού, ειδικά στα Καρδάμυλα και το Βροντάδο.  
Ύστερα οι Βυζαντινές και λαϊκές εικόνες στις εκκλησιές και τα ξωκλήσια.  Τα παραμύθια από το στόμα των γερόντων και των γιαγιάδων, κάθε τι που θα μπορούσε να σβήσει, έστω και λίγο τη μιζέρια της πείνας και ξένης κατοχής, επιστρατεύονταν για να κάνει τη ζωή μας πιο ανθρώπινη.  Τότε μπολιάστηκα, και το «μικρόβιο» μένει και λειτουργεί μέχρι σήμερα.»  Το 1945 πεθαίνει ο Πατέρας του στην Αμερική.  Το ‘47 τελειώνει το εξατάξιο Γυμνάσιο ενώ έχει ήδη πραγματοποιήσει την πρώτη του ατομική έκθεση στην Λέσχη Αξιωματικών του Αγγλικού Στρατού.  Το 1949 πραγματοποιεί δεύτερη ατομική έκθεση στο χώρο του αγγλοελληνικού Κέντρου Χίου.
Το 1953 δημιουργεί την καλλιτεχνική ομάδα «Νησιώτες» μέλη της οποίας υπήρξαν καταξιωμένοι καλλιτέχνες όπως ο Ζυμαράκης, ο Βενιάδης, ο Ροδάκης,  ο Δαμασκηνός μοναχός του Αγ.Όρους κ.λπ..  Παράλληλα, διδάσκει αγγλικά στο Βροντάδο στα Καρδάμυλα, στο Αγγλοελληνικό Κέντρο Χίου, στο Γυμνάσιο Αρρένων Χίου στη Σχολή Ασυρματιστών και κατ’ οίκον σε πολλούς Χιώτες, μεταξύ αυτών και της μητέρας μου Πηνελόπης Λαγάκου-Μπουρνιά.  
Το 1962 γνωρίζεται με τον Μηταράκη, τον Τσαρούχη, τον Κόντογλου, τον Βυζάντιο και τον Προκοπίου.  Σταθμός για τον ίδιο.  Κυρίως όμως, σταθμός θα αποτελέσει ο θάνατος των πολλοί καλών του φίλων του ζεύγους Χρήστου το 1969, ο οποίος τον επηρεάζει βαθιά ενώ αποτυπώνεται και στα έργα του. Δεν είναι τυχαίο πιστεύω ότι εκείνη την περίοδο αρχές της δεκαετίας του ’70 όπου πρωτοασχολήθηκε με τη χαρακτική σε λινόλεουμ, κυριάρχησε στα έργα του η αυστηρή χάραξη και το απόλυτο μαύρο σε απόλυτο λευκό.  Αυτή η απολυτότητα και αυστηρότητα στην τεχνική του, η οποία ας σημειωθεί ότι είναι ιδιαίτερα δύσκολη ειδικά στην διατήρηση καθαρών γραμμών στη χάραξη τον βοήθησε και προσωπικά να εξαντλήσει το πένθος του.  
Το 1974 μετά τα γεγονότα του πολυτεχνείου το 1973 και  έχοντας παραιτηθεί από τη Σχολή Μηχανικών, όπου δίδασκε Αγγλικά εγκαθίσταται στο Loughton του Λονδίνου για ένα χρόνο.  Το 1975 πεθαίνει η μητέρα του, την οποία αγαπούσε βαθύτατα και η οποία επηρέαζε πολύ την ζωή του με την δυναμική προσωπικότητά της.  Επιστρέφει στην Ελλάδα και εγκαθίσταται στο «Πόρτο Καρράς» στην Χαλκιδική για να αναλάβει μέρος της διακόσμησης του ξενοδοχείου.  Φιλοτεχνεί το ξενοδοχείο με τη σειρά «Τα αγάλματα είμαστε εμείς» ενώ διακοσμεί και τη βίλα του πλοιοκτήτη Γιάννη Καρρά.  
Το 1976 συμμετέχει με σειρά σχεδίων στη Biennale Αλεξάνδρειας, όπου αποσπά τιμητικό μετάλλιο.  Ενώ, την ίδια χρονιά εκθέτει στη Γκαλερί «Πανσέληνος» της Θεσσαλονίκης και στο «Πολιτιστικό Κέντρο του Δήμου Αθηναίων».  
Το 1977 στο εργαστήριο του στην Αθήνα από τη μεγάλη πλημμύρα καταστρέφονται τα έργα του με αποτέλεσμα να καθυστερήσει η προγραμματισμένη αναδρομική έκθεση του στην Αίθουσα Χίων Δασκάλων.  
Το 1990 ταξιδεύει στη Νέα Υόρκη, στο Υoungston του Οχάϊο και στο Chicago των Ηνωμένων Πολιτειών όπου εκθέτει τα έργα του. Την ίδια χρονιά εκθέτει τη νέα σειρά έργων του με θέμα: «Πόλεμο στον Κόλπο» στο Ομήρειο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Χίου.  Το χρονικό διάστημα 1981 μέχρι και το τέλος της ζωής του το 2003 επιδίδεται στη συγγραφή βιβλίων, συγκεκριμένα: το πρώτο του έργο είναι ο ταξιδιωτικός οδηγός «Χίος, το νησί των ανέμων» (1962), «Τα Χιώτικα Παραμύθια», «Τα Χιώτικα Μοτίβα», «Ψαρά η Κούνια της Φωτιάς», «Ζώδια της Σιωπής», «Το Συναξάρι των Καλών Δράκων», «Πέτρινα Πέλαγα», «Κύπρια Πάθη» κ.λπ. των οποίων τα εξώφυλλα αλλά και πολλές φορές τις εσωτερικές σελίδες φιλοτεχνεί ο ίδιος, με μία ιδιόχειρη γραφή που έχει καλλιτεχνική διάσταση και επιρροή από την παράδοση του Βυζαντινού χειρογράφου, ενώ συνδυάζει στοιχεία της γραφής αυτής με την προσωπική του εικαστική γλώσσα.  
Το 2002 πραγματοποιείται ένα ίσως από τα πιο αξιόλογα πολιτιστικά γεγονότα στην ιστορία της Χίου με πρωτοβουλία του τότε Νομάρχη Γιάννη Γαϊσίδη, η Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Χίου με γενική συντονίστρια την κα Φωτεινή Ξυλά-Φαφαλιού και  γενικό επιμελητή τον Καθηγητή Ιστορίας Τέχνης του Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Μανόλη Βλάχο, αναλαμβάνει να εκθέσει τα έργα του Νίκου Γιαλούρη σε μία αναδρομική έκθεση με τίτλο «Η Χίος τιμά το Νίκο Γιαλούρη».  Έτσι, συγκεντρώνονται έργα του καλλιτέχνη ακόμη και από ιδιωτικές συλλογές προκειμένου να εκτεθούν στο Κέντρο Πολιτισμού και Ειδικού Τουρισμού «Γιώργος Καλουτάς».  Στην έκθεση παρουσιάστηκαν 160 έργα του καλλιτέχνη χωρισμένα σε θεματικές και χρονικές ενότητες.
Το γεγονός αυτό παρά το ιδιόρρυθμο του χαρακτήρα του και την εύθραυστη υγεία του Γιαλούρη δεν μπορούσε παρά να τον ευχαριστήσει.  Ενδεικτικό είναι ότι ο ίδιος παρευρίσκονταν στην έκθεση καθημερινά έως το βραδινό κλείσιμό της και για όλη τη διάρκεια λειτουργίας της.  Η έκθεση είχε τόση επιτυχία που παρατάθηκε για ενάμιση περίπου μήνα από την προγραμματισμένη λήξη.  Για κείνον όπως μου είχε εκμυστηρευτεί ήταν η μεγαλύτερη χαρά και τιμή να εκτεθεί το έργου του σε θεματικές ενότητες στη γενέτειρα του, να έχει τη δυνατότητα να δει ο ίδιος τι είχε φτιάξει από το 1945 και να κάνει τον απολογισμό του αλλά και να ακούσει από τους συμπατριώτες του επαινετικά σχόλια.  Θα πει ο ίδιος «Δουλεύω από παιδί σε εποχές πικρές και δύσκολες μα πάντα βρισκόταν η καλή κουβέντα, ακόμη κι από ξένους, μου’ δινε και μου δίνει κουράγιο να συνεχίσω, ακόμη κι αν φαινόταν πως το κουράγιο μου ξεπερνούσε τα όρια.»
Κοιτάζοντας πίσω πιστεύω ότι με τον θάνατο του Νίκου Γιαλούρη, το 2003 η τότε  Νομαρχιακή Αρχή, ίσως θα έπρεπε να είχε προτείνει, το συνολικό έργο του Γιαλούρη να περιέρχονταν στην δικαιοδοσία της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Χίου προκειμένου να δημιουργηθεί ένα μεγάλο κεντρικό Μουσείο Γιαλούρη για το μεγαλύτερο μέρος των έργων του με δεδομένο το τεράστιο βάρος της κληρονομιάς αλλά και της παγχιακής-παγκόσμιας εμβέλειας του καλλιτέχνη.
Την 1η Ιουνίου του 2003 στις 8:30 μ.μ. ο Νίκος Γιαλούρης άφησε την τελευταία του πνοή.  
Θα γράψει η εφημερίδα Αλήθεια:  «Ο μεγάλος Χιώτης Χαράκτης, Ζωγράφος και Λογοτέχνης, ο πολυτάλαντος Νίκος Γιαλούρης δε βρίσκεται πια ανάμεσά μας.  Ο Νίκος Γιαλούρης πολυβραβευμένος καλλιτέχνης με πλούσιο συγγραφικό και χαρακτικό έργο, με πολλές εκδόσεις βιβλίων, παραμυθιών, ξεδίπλωσε το ταλέντο του σε πολλούς τομείς, ζωγράφισε κάθε γωνιά της Χίου και περιέγραψε με ακρίβεια τους ανθρώπους  και τη φύση της.»  
Ενώ στο άρθρο του «Δυσαναπλήρωτος» στις 12 Ιουνίου 2003 στην εφημερίδα Δημοκρατική ο Καθηγητής κ. Στέριος Φασουλάκης θα γράψει «Έφυγε για πάντα από κοντά μας ο Νίκος Γιαλούρης, ο ζωγράφος, ο χαράκτης, ο λογοτέχνης και, κοντά στη πολύπλευρη προσωπικότητά του ο εκφραστής της Χίου. … Μυαλό κριτικό (κληρονομιά από τη μητέρα του).  Όλη του τη ζωή δημιουργούσε και συγχρόνως έκρινε.  
Ανίχνευε δρόμους, ερευνούσε τρόπους, δοκίμαζε τα πάντα, για να φθάσει στο στόχο του. … Ευαίσθητος στα καθημερινά συμβάντα του μικρόκοσμου, ανάγονταν στα παγκόσμια περιστατικά, πάντα με αίσθημα δικαιοσύνης.  Σε όλους μας φαινόταν συχνά υπερβολικός, αλλά ποτέ άδικος.  Στο βάθος βάθος των λεγομένων του κρυβόταν κάποια αλήθεια.  Δε θα ‘λεγα ότι ήταν δύσκολος ή ιδιότροπός.  Κάθε άλλο.  Ιδιόρρυθμος μπορεί, μέσα στα  καλλιτεχνικά πλαίσια, αλλ’ όχι φυσικά ή σκόπιμα δυσπρόσιτος.    Απεναντίας ήταν ευπροσάρμοστος, ιδιότητα που κάποτε μας έφερνε
σε φιλική, πρόσκαιρη όμως, διάσταση.  … Ζωγράφισε την πατρίδα του με πάθος, όπως με πάθος και την αγάπησε.»

Τεχνική της Χαρακτικής σε Linoleum

«Η τεχνική της χαρακτικής είναι ιδιαίτερα οικεία στους Έλληνες και μέσα από τους μάστορες των σκαλιστών εκκλησιαστικών ειδών μας λέει η πρόεδρος του Ιδρύματος Ευάγγελου Αβέρωφ-Τοσίτσα σε συνέντευξή της στο Πρώτο Θέμα στις 21 Μαρτίου 2008 με αφορμή την έκθεση «Η Ελληνική Χαρακτική Σήμερα» που πραγματοποιήθηκε στη Θεσσαλονίκη.
Η Χαρακτική τέχνη έρχεται από την αρχαιότητα με την εγχάραξη σε σφραγιδόλιθους, νομίσματα, κεραμικά, ξύλο. Κατά το Βυζάντιο τη συναντάμε σε σκαλιστά εκκλησιαστικά είδη, σε θαυμάσια τέμπλα που μοιάζουν σαν κεντημένα, σε έπιπλα σκαλιστά αλλά και έργα πάνω σε πέτρα.   Στη Χίο τη τέχνη της Χαρακτικής συναντάμε σε σκαλιστά έπιπλα, στις εκκλησιές, σε ψηφιδωτά, στα ξυστά στο Πυργί, σε ταφικά μνημεία, σε γύψινα κ.λπ.  Ένα από τα πρώτα τυπογραφία στην Ελλάδα αυτό της Βιβλιοθήκης «Κοραής» υπήρξε προπομπός της χαρακτικής-αποτυπωτικής τέχνης.
Κατά τον 19ο αιώνα με την άνθηση και της τυπογραφίας ξεκινάει η χαρακτική σε λινόλεουμ.
Το λινόλεουμ είναι ένα συνθετικό υλικό, ουσιαστικά είναι μία πάστα από λινέλαιο με τριμμένο φελλό ή άλλο στερεό υλικό, απλωμένη πάνω σε τσουβάλι ή καμβά ή λινάτσα, το οποίο φτάνει σε μας σε πλάκες.  Το λινόλεουμ, σε αυτή τη μορφή, χρησιμοποιείται στην χαρακτική και το πλεονέκτημά του σε σχέση με άλλα υλικά είναι ότι χαράσσεται εύκολα, η δυσκολία όμως στη χαρακτική σε λινόλεουμ είναι ότι ο χαράκτης δεν μπορεί να διορθώσει το παραμικρό λάθος.  Χρειάζεται σταθερότητα και σιγουριά στις κινήσεις.  
Τα εργαλεία που χρησιμοποιεί ο καλλιτέχνης για τη χαρακτική σε λινόλεουμ είναι το κοπίδι για να χαράσσει, το λινόλεουμ που χαράσσετε, το μελάνι (συνήθως σινική μελάνι) που απλώνεται προσεκτικά με ρολάκια πάνω στο λινόλεουμ, μπρενεσουάρ και ειδικές κόλλες για τύπωμα χαρακτικής.
Η διαδικασία που ακολουθείται είναι συνήθως η ακόλουθη: ο καλλιτέχνης σχεδιάζει το χαρακτικό σε διαφανές χαρτί, το αντιγράφει με καρμπόν ανάποδα στο λινόλεουμ, αφού αποτυπωθεί ίσια το σχέδιο στο λινόλεουμ ο καλλιτέχνης χρησιμοποιεί το κοπίδι άλλοτε λεπτότερο για τις λεπτές γραμμές και άλλοτε πλατύτερο για τις μεγαλύτερες επιφάνειες ή γραμμές.
Η χαρακτική σε λινόλεουμ διαδόθηκε αρκετά κατά την περίοδο της μεγάλης οικονομικής  κρίσης στην Αμερική, την περίοδο του New Deal.  Αυτό συνέβη γιατί άλλα υλικά όπως συνήθως το ξύλο που χρησιμοποιούνταν από τους καλλιτέχνες ή ο χαλκός κ.λπ. ήταν ακριβά για  την παραγωγή πολλών αντιτύπων.

Ο Χαράκτης Νίκος Γιαλούρης

«Ο Γιαλούρης κινείται ανάμεσα στο Συμβολισμό και τον Εξπρεσιονισμό χωρίς να αποκόπτεται ποτέ από τα πρόσωπα της Μυθολογίας της Αρχαίας Τραγωδίας και της Ιστορίας μας.» Αιμ. Μακράκης τριακοστό πρώτο (31) τριακοστό δεύτερο (32) περιοδικό Χιόνη Σεπτέμβριος-Οκτώβριος 1994. Δέχεται επιρροές από τον William Blake, τον Picasso, και όσον αφορά τη γραφή του ελάχιστα από τον Φώτη Κόντογλου (βυζαντινή γραφή, πεσιμισμός).
Το Σεπτέμβριο του 1999 στο ενενηκοστό πρώτο (91) τεύχος του περιοδικού Χιόνη ο Καθηγητής Ιστορίας Τέχνης του Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Μανόλης Βλάχος  στο άρθρο του με τίτλο: «Η ζωγραφική του Νίκου Γιαλούρη» θα πει «Λαϊκός καλλιτέχνης, υπό την έννοια του απαίδευτου τεχνίτη, ο οποίος εργάζεται με οδηγό το ένστικτο, ο Γιαλούρης δεν είναι.  Πρόκειται αντιθέτως, για έναν πνευματικό άνθρωπο, με σοβαρή θεωρητική κατάρτιση, ο οποίος επιλέγει να εκφραστεί με ιδιώματα της λαϊκής τέχνης, τα οποία όμως, και αυτά, τα προσαρμόζει στην ατομικότητα του ύφους του.»
Το 2002 ο ίδιος ο Γιαλούρης θα γράψει «Η Νέα Μονή στάθηκε  η «Μεγάλη του Γένους Σχολή» της θρησκευτικής τέχνης για μένα με τα θαυμαστά ψηφιδωτά, ακόμη κι αν τότε, έμεναν ασυντήρητα  αλλά η γοητεία τους καθήλωνε τα παιδικά μου μάτια και η ατμόσφαιρα του μοναστηριού λειτουργούσε σαν συμπληρωματική ώθηση για μελέτη του θησαυρού που βρίσκονταν μπροστά μου.  Το ίδιο και τόσες άλλες εκκλησιές, η Κρήνα, η Αγιογαλούσαινα, τα διάφορα ξωκλήσια, σκόρπια εδώ και εκεί, ήταν καθένα τους ένα μεγάλο μάθημα τέχνης. Μετά ξετρύπωσε ξαφνικά και ο Καραγκιόζης που μπήκε στη ζωή μου …  Ο Καραγκιόζης είναι κι αυτός ένα από τα στοιχεία που επηρέασαν τη δουλειά μου, ειδικά τη Χαρακτική.»
«… τελειοποίησα μια τεχνική ρηχού ανάγλυφου σε linoleum με το οποίο δημιουργήθηκε μία μεγάλη σειρά έργων…»  
Το 1987 σε ομιλία του, προσκεκλημένος του Φιλοτεχνικού Ομίλου Χίου, ο Καθηγητής Μανόλης Βλάχος θα πει «ο Γιαλούρης υιοθετεί από την αρχή της σταδιοδρομίας του διττή γλώσσα: αυτήν που προσλαμβάνει και αναπλάθει τους τρόπους του λαϊκού δημιουργού και εκείνη που υπακούει στην ατομική επιλογή. … Σχεδόν αυτοδίδακτος, …. έχει θητεύσει σε δύο σπουδαία εργαστήρια: τη βυζαντινή και τη λαϊκή τέχνη.»
«Ο Γιαλούρης αποτελεί μέρος της σύγχρονης χαρακτικής παράδοσης του τόπου του θα γράψει ο Λουσιέν – Ντυβά Ρομ στο άρθρο «Μια ζωή μαύρο-άσπρο» στο τεσσαρακοστό έκτο (46) τεύχος του περιοδικού Χιόνη το 1995.  Ένα από τα παράδοξα της χαρακτικής του είναι η προτίμηση στη χρήση του λινόλεουμ παρά του παραδοσιακού υλικού του ξύλου, που είναι πολύ πιο δεκτικό σε αλλαγές και αναθεωρήσεις και δίνει εντελώς διαφορετικά πολύπλοκα και πλούσια αποτελέσματα.  Το λινόλεουμ … στα έργα του Γιαλούρη γίνεται ένα εκφραστικό υλικό, αδιάφορο για γκρίζους ημιτόνους.  Οι φόρμες του συνήθως μακρυές και λεπτές, είναι αυτές που δίνουν το Ανατολίτικο ύφος στα χαρακτικά του και τα σχέδια. Λίγοι καλλιτέχνες εκτός από τους Κινέζους και Γιαπωνέζους χρησιμοποιούν στενόμακρα και παραλληλόγραμμα σχήματα.  Το τετράγωνο είναι ακόμη ένα από τα αγαπημένα του σχήματα, ειδικά στις νεκρές φύσεις, και καταφέρνει να το γεμίζει σοφά και να το κάνει να υπακούει και στις πιο περίεργες ιδέες του …» « Τα χαρακτικά του έχουν ένα πολύ σύγχρονο ελληνικό ‘ήχο’.  Χωρίς ίχνος προσποίησης ή προσπάθειας να φανεί ‘κομψός’, χρησιμοποιεί το λινόλεουμ σαν να ήταν ξύλο ή πέτρα και το τελικό αποτέλεσμα ξεγελά ακόμη και τους πολύ ειδικευμένους.  Η γραμμή του πότε λεπτή και παιχνιδιάρικη αλλά τις περισσότερες φορές κοφτερή, κόβει, ενώνει, χωρίζει, χορεύει, έρπει δίνοντας μορφή στα διάφορα θέματα που παρουσιάζει.  Διότι στο έργο του Γιαλούρη το ανθρώπινο στοιχείο δεν παρουσιάζεται στη συνηθισμένη περιγραφική του φόρμα αλλά αποκαλύπτεται μέσα από αντικείμενα καθημερινής χρήσης, από σπίτια-κάστρα-εκκλησιές και μοναστήρια.» 
O Fitzpatrick στο περιοδικό Περίπλους το 1984 θα γράψει για την τεχνική του Γιαλούρη «Ο Γιαλούρης χαράζει όπως μιλά, γελά, λογοφέρνει και ερωτεύεται: ορμητικά, δίχως περιττές κομψότητες και εφέ που ξεγελούν και αποτραβούν το θεατή από την ουσία. … Ο Γιαλούρης κατάφερε, δίχως δάσκαλο, παρά τον τόπο και το φως του Αιγαίου, να δώσει κάτι από την σκληράδα των Μεσαιωνικών χαρακτικών που δεν απέχουν από τη λιτότητα των ψηφιδωτών και την αυστηρότητα των εικονισμάτων, λαϊκών το περισσότερο, όπου ο Γιαλούρης λατρεύει και κάποτε ζωγραφίζει ο ίδιος σαν παιδί.  Δεν φοβάται την αντίθεση, γι’ αυτό τα μαύρα του έχουν την αίσθηση της γροθιάς.  Δεν φοβάται το Άσπρο γιατί είναι σίγουρος για τη γραμμή του και ξέρει να κουμαντάρει τον κόφτη.  … Κάθε χαρακτικό του Γιαλούρη σου δίνει εκείνο το παράξενο αίσθημα της σιγουριάς πως, τάχατες, ξέρεις κι εσύ τούτα τα χαράγματα, τα τοπία, τις νεκρές φύσεις με τις καρέκλες και τα μουσικά όργανα.»  Έχει κανείς την αίσθηση ότι «παγκοσμιοποιεί» μέσα από τα χαρακτικά του τα τοπία της Χίου, τα φέρνει στο επίκεντρο, όπως και την ίδια τη Χίο.  
«Ο Γιαλούρης σε όλη του τη θεματογραφία, διαλέγει, σαν από βαθιά παρόρμηση, τα πικρά της ζωής αυτής, και ποτέ δεν χάραξε ανθρώπινη φιγούρα.»  Ίσως αυτό να συμβαίνει γιατί τα πικρά της ζωής ήδη προλαβαίνουν να χαραχθούν από νωρίς στην ζωή πάνω στις ανθρώπινες φιγούρες, ίσως να χαράχθηκαν και στον ίδιο τον καλλιτέχνη, με την απώλεια των αγαπημένων του φίλων, του πατέρα του σε κρίσιμη ηλικία, της αγαπημένης του μητέρας, οπότε ο καλλιτέχνης υποσυνείδητα ή και συνειδητά δεν θέλει να τις χαράξει ξανά.  «…με τη σχεδόν «θρησκευτική» του χαρακτική δίνει τον Άνθρωπο μέσα από τα ιδεογράμματα μιας βάρκας, ενός δέντρου ξερού, ενός παλιού οργάνου ή μιας καρέκλας που σήκωσε το βάρος του την ώρα γλεντιού ή της θλίψης.»  «…Παίζει με δυό μαχαίρια που δεν έπαψαν ποτέ να κόβουν βαθιά το Μαύρο και το Άσπρο. … To Φως σφάζει ότι αγγίζει και το Σκοτάδι, φωτεινό όπως τα ποιήματα του Ελύτη.» Στο τεσσαρακοστό έκτο (46) περιοδικό Χιόνη το 1995 ο Σέργιος Φιλιππίδης στο άρθρο «Το δώρο του Παραμυθιού» θα γράψει  «Ο Γιαλούρης καταφέρνει το πολύ ακανθώδες και επικίνδυνο: να κάνει τους αντι-ήρωές του όχι απλά συμπαθητικούς αλλ’ αντικείμενα αγάπης, ειδικά για το παράπονο που κρύβουν μέσα τους και αρνούνται να  το δείξουν ανοιχτά.»
Ο Βακαλό (1973) γράφει για τη χαρακτική του Γιαλούρη «.. στα χαρακτικά  του πολύ συχνά τα έργα του έχουν λαϊκά θέματα ή τοπία με καράβια και εσωτερικά με στοιχεία από τη λαϊκή ζωή.  Δουλεμένα σε λινόλεουμ  με ξεκάθαρο το πέρασμα του μαύρου και άσπρου, χωρίς ενδιάμεσους τόνους, ευνοούνται τα κομμάτια του με την επίπεδη σύνθεση και την επεξεργασία του κεντιδιού, καθώς δεν χρειάζονται τη διάκριση και τη διαφοροποίηση πλάνων χώρου.  Μια αδρότητα που δίνει τη φυσιογνωμία των έργων του, οφείλεται στην εξοικείωσή του με τα λαϊκά θέματα, και παραμερίζει κάθε αισθησιασμό από τη δουλειά του.»
«Ενωρίς η τοπογραφία της Χίου, των Ψαρών και των Οινουσών και η πλοιογραφία, ιδίως του μικρού σκάφους, σχηματίζουν τον κορμό του εικαστικού έργου, με ευδιάκριτη τη διείσδυση που αποκαλύπτει την ψυχογραφία των πραγμάτων.  Εάν από τα κτίσματα του Πυργιού, τους βράχους των Μετεώρων, τα ερείπια των Αρμολίων και τους κήπους του Κάμπου αναδύεται η ήρεμη αυστηρότητα, το πένθιμο ελεγείο ή η λυρική έξαρση, σε μία δεύτερη ανάγνωση συλλαμβάνεται η αίσθηση του χρόνου, η πάλη του χώρου με τη φθορά, η εσωτερίκευση της ζωής.» θα πει ο Καθηγητής Μανόλης Βλάχος (1987 Ομιλία στον Φιλοτεχνικό Όμιλο Χίου).
Μορφές σύμβολα αποδίδονται σε μαύρο, άσπρο και οριοθετούνται από βαριά και σκληρά περιγράμματα, ποικιλία σχημάτων όπως καμπύλες, γωνίες, κύκλους και τρίγωνα, αρμονική συνομιλία σκοτεινών και φωτεινών επιφανειών, συχνά πρόσωπα σχεδιασμένα (στους ήλιους ή τους ανέμους) να δείχνουν σκληρό λευκό προφίλ το οποίο διαβάζεται σε συνδυασμό με τη σκοτεινή πλευρά ώστε να προβάλει την “κρυμμένη” κατ’ ενώπιον όψη ένα παιχνίδι που μοιάζει με τις μορφές της τράπουλας του Picasso.
Πολλά από τα χαρακτικά έργα του καλλιτέχνη φιλοξενούνται διάφορα μέρη σήμερα όπως στο ξενοδοχείο «Χανδρής», στις πόρτες του θεάτρου στο «Ομήρειο», στο Πόρτο Καρράς, σε κρουαζιερόπλοια σε ιδιωτικές συλλογές, σε γραφεία και σπίτια στην Ελλάδα αλλά και το εξωτερικό. Έτσι, ο Γιαλούρης κάνει γνωστή τη Χίο αλλά και το πάθος του γι’ αυτήν.
Η τέχνη του Γιαλούρη μας λέει στην ομιλία του το 1987 ο Καθηγητής Μανόλης Βλάχος είναι στιβαρή αλλά και ευαίσθητη «…αντιμετωπίζει τον άνθρωπο υπό το παράδοξο πρίσμα της επιφύλαξης και της συμπάθειας.» «…έμμεση η παρουσία  του ανθρώπου υπάρχει διάχυτη και έντονη σε δύο τουλάχιστον θεματικούς κύκλους: τα αλώνια και τους σκελετούς των καραβιών, σύμβολα ερημιάς και θανάτου. …οι οπές που ανοίγονται επάνω στις πέτρες και τα σάπια ξύλα είναι μάτια ανθρώπινα, δέκτες και πομποί εναγώνιων επικλήσεων.»  «Σπανίως  η τραγικότητα του ανθρώπου και του τοπίου συνέπεσαν τόσο εύστοχα.»  

Παρατηρήσεις και Προτάσεις

Πριν τέσσερα περίπου χρόνια τα έργα του μεγάλου Χιώτη βρέθηκαν στο υπόγειο της Δημοτικής πινακοθήκης μερικώς κατεστραμμένα από την υγρασία.  Έμελε να επαναληφθεί για άλλη μία φορά αυτό που είχε βιώσει ο ίδιος ο Γιαλούρης το 1977 δηλαδή την καταστροφή έργων του στο έργαστήρι του στην Αθήνα από την καταστροφική πλημμύρα πριν πραγματοποιήσει την αναδρομική έκθεση του στην Αίθουσα Χίων Δασκάλων.  Η διαφορά ήταν ότι δεν υπήρχε πια ο Γιαλούρης στη ζωή.  Ότι άφησε τα έργα του παρακαταθήκη, ιστορική αναδρομή από το 1945 που ξεκίνησε να ασχολείται με την τέχνη μέχρι και τον θάνατο του το 2003.  Μία παρακαταθήκη η οποία περιλαμβάνει  7,677 έργα του, από τα οποία τα 697 είναι χαρακτικά.  Ο Δήμος Χίου την ανάγκη φιλοτιμία ποιούμενος, αλλά και φυσικά από την υποχρέωση που έχει προς τη παρακαταθήκη που μας άφησε ο καλλιτέχνης κάνει μία προσπάθεια να επαναφέρει τα έργα που καταστράφηκαν από την υγρασία στην πρότερη κατάστασή τους.

Ο ίδιος ο αριθμός των έργων, όμως δηλώνει την ανάγκη να δημιουργηθεί ένα μεγαλύτερο Μουσείο Γιαλούρη προκειμένου να στεγάσει τα περισσότερα από αυτά.  καλό θα ήταν αυτό να γίνει στην αγαπημένη του γειτονιά της Αγ. Μαρίνας Καλοπλύτου, όπου  θα μπορούν να εκτεθούν σε μόνιμη βάση αρκετά έργα του και να μην καταστρέφονται σε κάποια υπόγεια ή έστω να είναι αποθηκεμένα κάπου σε κάποια σκοτεινή αποθήκη.  Επειδή ίσως να μην είναι δυνατόν να εκτεθούν όλα τα έργα του καλλιτέχνη σε έναν ενιαίο χώρο, ο Δήμος Χίου θα μπορούσε να έρθει σε συμφωνία με Ιδρύματα, Οργανισμούς και Εταιρίες, οι οποίες θα επιθυμούσαν να φιλοξενήσουν έργα του Γιαλούρη στον χώρο τους έναντι κάποιου τιμήματος, όπως γίνεται στο εξωτερικό.  Βέβαια θα πρέπει να προηγηθεί συμφωνία για τήρηση κριτηρίων, προκειμένου με την έκθεσή τους να εξασφαλίζεται και η ανάδειξή τους. 
Έτσι, τα έργα δεν απαξιώνονται όντας κάπου αποθηκευμένα, τα απολαμβάνουν καθημερινά άνθρωποι και παραμένουν φυσικά στη δικαιοδοσία του Δήμου.

Κλείνοντας θα ήθελα να ευχαριστήσω τους διοργανωτές του Συνεδρίου, τον πρόεδρο και το προσωπικό του Ομηρείου Πνευματικού Κέντρου Δήμου Χίου, τον Φιλοτεχνικό Όμιλο Χίου και ειδικά τον κ. Αμπανούδη, τον εκδοτικό οίκο «άλφα πι» και ιδιαιτέρως τον κ. Αντώνη Παληό, τους εργαζόμενους στη Βιβλιοθήκη «Κοραής» και στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου για τη βοήθειά τους.  Αλλά και όλους εσάς που με ακούσατε.