Labels

Sunday, October 14, 2007

Γιατί 'Αν τ' αγαπάς ξανάρχονται';



Ίσως να μην υπάρχει πιο δύσκολο λογοτεχνικό είδος από το παραμύθι. Προϋποθέτει απλότητα, αφαιρετικότητα, συμπύκνωση.
Απευθύνεται στα παιδιά που είναι οι πιο αυστηροί κριτές καθώς είναι οι πιο καρδιακοί.
Στον καιρό όπου ο μύθος αποδομείται και όλα ζητούν χειροπιαστές αποδείξεις ή έστω εικονικές, όλα θέλουν επιστημονικές εξηγήσεις, όλα κυριαρχούνται από τον ρεαλισμό της βιοπάλης και την φαντασίωση μιας τεχνητής ευτυχίας, το γνήσιο παραμύθι, αυτό που παρηγορεί την ψυχή, την παραμυθεί, μοιάζει να χάνει έδαφος.
Και σίγουρα μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον, το πιο δύσκολο θέμα που μπορεί να διαχειριστεί κάποιος είναι το άπιαστο θέμα του θανάτου. Του τελεσίδικου αποχωρισμού από το προσφιλές πρόσωπο, ή το αγαπημένο πράγμα.
Δεν υπάρχει πιο απαράδεκτο γεγονός στη ζωή μας, πιο αχώνευτο, πιο απάνθρωπο. Πιο αντιφατικό στην θαυμαστή φύση μας. Και αυτή η οδυνηρή πραγματικότητα είναι ακόμα πιο οδυνηρή στα παιδιά που δεν έχουν αναπτύξει άμυνες και δεν έχουν χτίσει εγκεφαλικά οχυρά που θα προστατέψουν το τραυματισμένο τους συναίσθημα.
Το «Αν τ’ αγαπάς ξανάρχονται» προσπαθεί να γεφυρώσει το χάσμα ανάμεσα στο γεγονός του θανάτου και το άγνωστο επέκεινα, χάριν των παιδιών.
Γιατί σίγουρα υπάρχει Κάτι μετά το θάνατο. Δεν μπορώ να δεχθώ πως υπάρχει ένα Τίποτα. Δεν μπορώ να αποδεχθώ το Τίποτα. Μου είναι παντελώς αδύνατον να πιστέψω πως γεννιέται ένα θαύμα σαν την ανθρώπινη ύπαρξη και μια μέρα το θαύμα αυτό διαλύεται οριστικά. Μου είναι ακόμα πιο αδύνατο να πιστέψω πως παύει να υφίσταται, ακόμα και ως μη ορατό, το πρόσωπο που αγάπησα.
Αν υπάρχει κάτι που δεν πεθαίνει ποτέ είναι η αγάπη. Αυτό, έχω απόλυτη ανάγκη να το πιστεύω. Η αγάπη είναι αυτή που νικά το θάνατο, γι’ αυτό και τον νίκησε ο Χριστός που ήταν και είναι η τέλεια Αγάπη.
Ο θάνατος απρόσκλητος έρχεται στη ζωή μας. Αυτό που μένει σε μας είναι να καλέσουμε την ελπίδα που θα τον νικήσει. Και η ελπίδα έρχεται μόνο μέσα από το φως της αγάπης. Αν αγαπάμε ξανασυναντιόμαστε με αυτόν που αγαπάμε,
ίσως στην ουσία δεν τον αποχωριζόμαστε ποτέ,
ίσως δε, αφού πεθάνει να ενωνόμαστε ακόμα περισσότερο μαζί του.
Μα κι αν ακόμα κάποιος ενήλικας δεν μπορεί να το πιστέψει αυτό, νομίζω πως οφείλουμε να κάνουμε τα παιδιά να το πιστέψουν. Η ελπίδα παρηγορεί σαν παραμύθι και τα παιδιά έχουν μεγάλη ανάγκη από παρηγοριά. Αυτά, εξάλλου, μπορούν να πιστεύουν και να ελπίζουν καλύτερα από μας, μιας κι έχουν μια καρδιά ολοκάθαρη που ακόμα δεν γέμισε από τα αγκάθια των αμφιβολιών που φυτεύει η λογική της ενηλικίωσης.
Ένα κοριτσάκι τρίτης δημοτικού μετά την ανάγνωση του παραμυθιού, μου έγραψε σ' ένα χαρτάκι γιατί δεν ήθελε να μου το πει προφορικά: «Εγώ μέχρι σήμερα νόμιζα πως η λύπη μένει για πάντα. Ακούγοντας το παραμύθι αυτό κατάλαβα πως η λύπη μπορεί να γίνει και χαρά. Ακούγοντας το παραμύθι αυτό, κατάλαβα».
Το 'Αν τ' αγαπάς ξανάρχονται' θέλει να είναι ένα παραμύθι σαν αλήθεια και μια αλήθεια σαν παραμύθι. Ζητά να μεταποιήσει τη λύπη σε χαρά.
Γιατί τότε η χαρά γίνεται πολύ μεγάλη και το φως εκθαμβωτικό!


Αυτό είναι το κείμενο που διάβασα στο τέλος της παρουσίασης του παραμυθιού στον Ιανό των Αθηνών, το Σάββατο 13.10.07, προς τους μεγάλους. Το ανεβάζω και εδώ για όσους δεν μπόρεσαν να παρευρεθούν. Και ευχαριστώ θερμά όσους ήρθαν αισθητώς και νοερώς!

Wednesday, October 10, 2007

Παρουσίαση του "Αν τ' αγαπάς ξανάρχονται" στον Ιανό των Αθηνών.


Θα είναι μεγάλη μου χαρά και τιμή να έρθετε στην παρουσίαση του παραμυθιού μου στον Ιανό των Αθηνών,
το Σάββατο 13 του Οκτώβρη στις 12.30μ.

Μεγάλη χαρά να ξανανταμώσουμε όλοι οι παλιοί φίλοι όπως δεν το μπορούμε συχνά μιας κι εγώ μένω στη Θεσσαλονίκη.

Μεγάλη χαρά να ανταμώσουμε και όλοι οι άγνωστοι φίλοι που γνωριζόμαστε μόνο μέσα από τις επισκέψεις που κάνουμε ο ένας στο μπλογκ του άλλου.

Είναι τόσο ωραίο να βλέπεις επιτέλους το πρόσωπο του ανθρώπου που αγαπάς τα κείμενά του ή τις εικόνες του και όλο αυτό να παίρνει σάρκα και οστά, να γίνεται ακόμα πιο πραγματικό.

Το πρόγραμμα έχει ως εξής:
Ενώ θα γίνεται προβολή των εικόνων σε πανί, εγώ θα διαβάζω το παραμύθι. Μια σταλίτσα είναι.
Μετά ο εικονογράφος Νικόλας Ανδρικόπουλος θα μιλήσει για τις ζωγραφιές του
και τέλος, θα πω δυο λόγια -θα τα διαβάσω από μέσα γιατί αλλοιώς από το τρακ μου λέξη δεν θα μπορώ να αρθρώσω- πώς έγραψα αυτό το βιβλίο και γιατί. Τι θέλω τέλος πάντων να πω...

Όποιος έχει παιδιά δημοτικού να τα φέρει οπωσδήποτε μαζί του, ε, και μικρότερα να είναι εμένα καθόλου δεν με πειράζει κι ας μην καταλαβαίνουν. Για τα μεγαλύερα συνήθως δεν μας ακολουθούν, γι' αυτό δεν λέω τίποτα...

Τα παιδιά θα κάθονται, ενώ οι μεγάλοι πρέπει να φροντίσετε να είστε ξεκούραστοι, γιατί στο παιδικό τμήμα του Ιανού στο ισόγειο δεν υπάρχει χώρος για να μπουν καρέκλες να καθίσετε. Θα προσπαθήσουμε να μην σας κουράσουμε.

Είναι ένα παραμύθι για μικρούς και μεγάλους. Αφού και από τη ζωή των μικρών και απ' αυτή των μεγάλων κάποτε πράγαματα και άνθρωποι φεύγουν...

Με το καλό να ανταμώσουμε το λοιπόν!

Tuesday, October 9, 2007

Οσίου Ανδρονίκου και Αθανασίας της συμβίας αυτού



Στάθηκα…
Πάει καιρός που δεν στεκόμουν κυνηγημένη από τα μέσα μου. Βήμα το βήμα χθες άρχισα να στέκομαι, ώσπου έπεσε η νύχτα. Γέρνοντας στο κρεβάτι άπλωσα το χέρι στο ξύλο πάνω από το κεφάλι μου που βαστά τα αγαπημένα βιβλία στοίβες σκονισμένες. Πήρα το Συναξαριστή υπακούοντας σε μια φωνή εσωτερική που μου έλεγε: αυτό σήμερα πρέπει να το διαβάσεις. Φτάνει τόση ραθυμία που είδες πού σε έριξε…
Αγαπώ τους αγίους. Όταν στέκομαι μπροστά στις εικόνες τους είναι σαν να βλέπω τις φωτογραφίες αυτών που πολύ επιθυμώ και δεν είναι κοντά μου με το σώμα τους και τότε, έρχονται στ’ αλήθεια πολύ κοντά μου. Όταν διαβάζω τη ζωή τους στο Συναξαριστή μπαίνουν στην καρδιά μου και την πλημμυρίζουν χαρά και φως. Μα είναι και κάτι συναξάρια σαν αυτό που σήμερα δεν μπορώ παρά να το αντιγράψω με τα δικά μου, ίσως απλοϊκά λόγια, εδώ για σας, που μου μιλάνε τόσο βαθιά, σαν τα πιο ακριβά ποιήματα των πιο αγαπημένων ποιητών. Γιατί μια τέτοια ζωή σαν των σημερινών αγίων είναι για μένα εφαρμοσμένη ποίηση.

Από την μεγάλη Αντιόχεια ήταν ο Ανδρόνικος κα γεννήθηκε το 540μ.Χ. Αργυροπράτης ήτανε στην τέχνη, ευλαβής και πανέμορφος. Πλούσιος πολύ. Παντρεύτηκε την Αθανασία που του ταίριαζε στην σεμνότητα και την αγάπη για τον Χριστό. Μαζί συμφώνησαν να μοιράσουν την μεγάλη περιουσία τους σε τρία μέρη.. Το ένα μέρος έδωσαν στους φτωχούς. Το άλλο έδωσαν δάνειο χωρίς τόκο σε όσους είχαν ανάγκη. Το τρίτο το οικονόμησαν για το αργυροπρατείο και το εργαστήριο, όσο να καλύπτουν τα αναγκαία.
Δυο παιδιά έκαναν. Ένα αγόρι κι ένα κορίτσι. Ελεούσαν τους φτωχούς και τους ασθενείς περιποιούνταν. Κι έτσι πέρασαν δώδεκα χρόνια.
Στην ηλικία που τα παιδιά χαροποιούν τους γονείς τους πέθαναν και τα δυο μέσα σε μία μέρα. Ο μακάριος Ανδρόνικος φωνή Ιώβ εβόησε:
«Γυμνός ήρθα στον κόσμο γυμνός και θα φύγω».
Η Αθανασία, όμως, απαρηγόρητη μητέρα, μόλις ενταφιάστηκαν τα παιδιά της στον ναό του αγίου μάρτυρα Ιουλιανού δεν ήθελε να βγει από κει μέσα. Το μόνο που ζητούσε ήταν να πεθάνει και να ενταφιαστεί εκεί μαζί τους.
Ο Πατριάρχης πήρε τον Ανδρόνικο να τον παρηγορήσει, αλλά η Αθανασία από τον ναό δεν έβγαινε με τίποτα. Έμεινε εκεί να θρηνεί γοερά.
Μέσανυχτα ήταν όταν εμφανίστηκε μπροστά της ο άγιος μάρτυρας Ιουλιανός ντυμένος το μοναχικό σχήμα. Της λέει: « Γυναίκα, τι έχεις και κλαις; Γιατί δεν αφήνεις αυτούς που βρίσκονται ενταφιασμένοι εδώ να ησυχάσουν;»
Αυτή απάντησε: « Μη στεναχωριέσαι για μένα αφέντη μου και μη βαραίνει εξαιτίας μου η καρδιά σου. Μεγάλο πόνο και θλίψη έχω. Δυο παιδιά είχα, δυο παιδιά σήμερα έθαψα».
Ο μάρτυρας απάντησε: «Μην κλαις γυναίκα γι’ αυτά, γιατί σου το λέω πως, όπως είναι στη φύση του ανθρώπου να ζητάει το φαγητό και στέκεται αδύνατον να μην το επιτρέψει στον εαυτό του, το ίδιο και τα παιδιά ζητούν χρεωστικώς από τον Θεό να τους δώσει την μέρα που θα χαρούν τα μελλούμενα αγαθά λέγοντάς του: «Δικαιοκρίτα Κύριε, αντί των επίγειων αγαθών που μας στέρησες μη μας στερήσεις τα επουράνια».
Ησύχασε η Αθανασία ακούγοντας αυτά τα λόγια. Η λύπη της μεταμορφώθηκε σε χαρά και είπε: «Ζουν, λοιπόν, τα παιδιά μου στους ουρανούς; Κι εγώ τότε γιατί κλαίω;»
Γύρισε το κεφάλι να κοιτάξει τον μοναχό και δεν τον είδε. Γύρισε και όλον τον ναό απ’ άκρη σ’ άκρη και μοναχό δεν είδε πουθενά. Ρωτάει τότε τον θυρωρό πού πήγε ο καλόγερος. Εκείνος δείχνοντάς της όλες τις πόρτες του ναού σφαλισμένες της είπε πως κανένας δεν μπήκε και κανένας δεν βγήκε, και κατάλαβε πως η γυναίκα είχε δει οπτασία. Τρόμαξε τότε η Αναστασία και γύρισε στο σπίτι.
Αφού τα εξιστόρησε όλα στον άντρα της τον παρακάλεσε να την οδηγήσει σ’ ένα μοναστήρι. Εκείνος χάρηκε πολύ γιατί το ίδιο επιθυμούσε για τον εαυτό του. Μοίρασαν τα υπάρχοντά τους στους φτωχούς, ελευθέρωσαν τους εξαγορασμένους τους δούλους και ό,τι περίσσεψε το έδωσαν στον πατέρα της Αθανασίας να χτίσει ξενοδοχεία και νοσοκομεία για τους μοναχούς.
Νύχτα έφυγαν από την Αντιόχεια οι δύο σύντροφοι μόνοι. Αφού είχαν απομακρυνθεί αρκετά έστρεψε η Αθανασία πίσω το κεφάλι και τα μάτια της στάθηκαν πρώτα στην πατρίδα κι ύστερα στον στράφηκαν στον ουρανό. «Κύριε και Θεέ μου», είπε, « εσύ που είπες στον Αβραάμ και τη Σάρρα, έξελθε εκ της γης σου και εκ της συγγενείας σου και δεύρο εις γην αν σου δείξω, οδήγησέ μας. Για το όνομά Σου κι εμείς ξεκλείδωτο αφήσαμε το σπίτι μας και φύγαμε. Εσύ Κύριε, μην κλειδώσεις την πόρτα της βασιλείας Σου».
Εκεί έκλαψαν οι δυο τους και από εκεί έφυγαν συνεχίζοντας τον δρόμο τους μέχρι που έφτασαν στα Ιεροσόλυμα και προσκύνησαν τους αγίους τόπους. Πολλούς οσίους συνάντησαν στο διάβα τους και κάποτε έφτασαν στην Αίγυπτο και στον ξακουστό αββά Δανιήλ. Σ’ αυτόν τα φανέρωσαν όλα κι εκείνος οδήγησε την Αθανασία σ’ ένα μοναστήρι γυναικείο, ενώ τον Ανδρόνικο τον κράτησε κοντά του και τον έντυσε το αγγελικό σχήμα των μοναχών. Έτσι πέρασαν άλλα δώεκα χρόνια.
Παρακάλεσε τότε ο Ανδρόνικος τον αββά να του επιτρέψει να πάει για δεύτερη φορά στα Ιεροσόλυμα να προσκυνήσει κι εκείνος του έδωσε την ευχή του και ευθύς ξεκίνησε.
Κάποτε στάθηκε κάτω από τον ίσκιο ενός δέντρου να δροσιστεί λιγάκι από την μεγάλη ζέστη. Πώς οικονόμησε ο Θεός τα πράγματα κανείς δεν μπορεί να το ξέρει, και έρχεται σε λίγο η γυναίκα του έχοντας την ίδια επιθυμία μ’ αυτόν, να πάει για προσκύνημα στους αγίους τόπους, ντυμένη άντρας μοναχός με το όνομα Αθανάσιος.
Μόλις αντάλλαξαν τον χαιρετισμό τους η Αθανασία αναγνώρισε τον Ανδρόνικο. Εκείνος δεν την αναγνώρισε. Τόσο ήταν αλλοιωμένα τα χαρακτηριστικά της από την μεγάλη άσκηση και έμοιαζε με αράπη.
- Πού πας αββά, τον ρωτά.
- Πάω στα Ιεροσόλυμα, είπε εκείνος.
- Κι εγώ εκεί πηγαίνω.
- Θέλεις να περπατήσουμε παρέα;
- Να περπατήσουμε, λέει η Αθανασία, αλλά με σιωπή, σαν να μην είμαι εγώ μαζί σου.
- Θα γίνει όπως θέλεις, απάντησε ο Ανδρόνικος και ξεκίνησαν.
- Εσύ δεν είσαι μαθητής του αββά Δανιήλ;
- Ναι, εγώ είμαι.
- Και το όνομά σου δεν είναι Ανδρόνικος;
- Ναι, έτσι με λένε.
- Οι ευχές του γέροντα να μας συνοδεύουν στον δρόμο μας.
Μετά από αυτές τις κουβέντες ξεκίνησαν. Σιωπηλοί πήγαν στα Ιεροσόλυμα. Σιωπηλοί προσκύνησαν. Σιωπηλοί επέστρεψαν στην Αλεξάνδρεια.
Τότε η Αθανασία τον ρώτησε: « Θέλεις να μείνουμε μαζί στο ίδιο κελλί»; «Να μείνουμε», της απαντά αυτός, « αλλά να πάω πρώτα πάρω την ευχή και την άδεια του γέροντά μου». « Πήγαινε», του είπε, «και να έρθεις στον τόπο που λέγεται Οκτωκαιδέκατον. Να έρθεις όμως μόνο αν αντέχεις να μείνεις μαζί μου σιωπηλός. Αλλοιώς να μην έρθεις».
Πήγε στον αββά Δανιήλ ο Ανδρόνικος και του τα φανέρωσε όλα. Ο αββάς κατάλαβε πως ο Αθανάσιος έχει μεγάλη αρετή και είπε στον Ανδρόνικο: «πήγαινε, αγάπα την σιωπή και μείνε με τον αδελφό σου που είναι ένας αληθινός μοναχός».
Έτσι επέστρεψε ο Ανδρόνικος στον Αθανάσιο και έτσι πέρασαν άλλα δώδεκα χρόνια δίχως ποτέ να αντιληφθεί πως ζούσε κοντά στην γυναίκα του.
Συχνά τους επισκέπτονταν ο αββάς, τους μιλούσε και τους συμβούλευε.
Μια από αυτές τις φορές και ενώ έφευγε πια για να πάει στο κελλί του, τον προφταίνει ασθμαίνων ο Ανδρόνικος και τν παρακαλεί να γυρίσει πίσω λέγοντας πως ο Αθανάσιος πάσχει από θέρμη και ψυχορραγεί.
Με το που συναντήθηκαν, ο Αθανάσιος άρχισε να κλαίει. « Μα γιατί κλαις», τον ρώτησε ο αββάς. «Δεν χαίρεσαι που ήρθε η ώρα να πας κοντά στον Χριστό»; « Δεν κλαίω για μένα», απάντησε ο Αθανάσιος, «αλλά για τον αββά Ανδρόνικο. Διάβασέ μου αββά την ευχή κι όταν θα είναι να με θάψεις, ψάξε στο κεφάλι μου και θα βρεις μια πινακίδα γραμμένη. Διάβασέ την και μετά δώσε να την διαβάσει κι ο αββάς Ανδρόνικος».
Κι η ευχή διαβάστηκε και ο Αθανάσιος μετέλαβε τα Άχραντα Μυστήρια και αφού κοιμήθηκε, ο αββάς Δανιήλ βρήκε την πινακίδα που έγραφε το όνομα της Αθανασίας. Την έδωσε και στον σύζυγό της να τη διαβάσει και το νέο γρήγορα μαθεύτηκε σε όλη τη Λαύρα. Όσοι πατέρες κατοικούσαν στην έρημο, στα μοναστήρια της Λαύρας και της Αλεξάνδρειας, από την πόλη και από την Σκήτη, όλοι μαζεύτηκαν ντυμένοι στα λευκά όπως όριζε η συνήθεια σ’ αυτές τις περιπτώσεις για να ενταφιάσουν την αοίδιμη Αθανασία.
Ο αββάς Δανιήλ έμεινε για να κάνει τα έβδομα μνημόσυνα και μετά ξεκίνησε να φύγει ζητώντας από τον Ανδρόνικο να τον ακολουθήσει. Εκείνος όμως δεν ήθελε κι έλεγε: «θέλω να πεθάνω εδώ μαζί με την κυρία μου Αθανασία».
Αποχαιρετίστηκαν κι ο γέροντας πήρε γι’ άλλη μια φορά τον δρόμο του γυρισμού. Δεν πρόλαβε να απομακρυνθεί, όταν τον πρόλαβε μοναχός που του φώναξε: «ο αββάς Ανδρόνικος πάσχει από θέρμη. Γύρνα πίσω αββά Δανιήλ».
Έστειλε τότε αμέσως μήνυμα σε όλους τους αδελφούς της Σκήτης ο αββάς Δανιήλ που έλεγε: «Ο αββάς Ανδρόνικος ακολουθεί τον αββά Αθανάσιο, μαζευτείτε!»
Όλοι πέρασαν και έδωσαν την ευχή τους στον ετοιμοθάνατο Ανδρόνικο και κατόπιν κοιμήθηκε κι αυτός εν Κυρίω. Και ενταφιάστηκε όπως όρισε ο ίδιος ο αββάς Δανιήλ, στο πλάι της κυρίας του.
Τις ευχές τους να έχουμε.

Saturday, October 6, 2007

Τα "σκουπίδια" - μέρος β΄




... Κάποτε ψάχνοντας στα σκουπίδια και μη έχοντας στο νου σου τον εαυτό σου μπορεί να γεννηθούν και θαύματα.
Ο παπα Φώτης από τη Μυτιλήνη εδώ και σαράντα χρόνια, όπου βρεθεί κι όπου σταθεί μαζεύει πετρούλες, κομμάτια από σπασμένα πλακάκια, μάρμαρα, κεραμίδια και τούβλα που τα πετάνε έξω από οικοδομές, μάντρες και μαγαζιά. Ύστερα, πηγαίνει στα Πάμφυλα. Έχει τελειώσει πια μια εκκλησία που έχτισε μόνος του μ’ αυτά τα υπολείμματα.
Είναι ένα πραγματικό κομψοτέχνημα. Θαρρείς κι έπεσε από τον ουρανό δίχως να προλάβει να την αγγίξει ανθρώπινο χέρι.
Γυρίζει ανυπόδητος χειμώνα καλοκαίρι μ’ ένα τρύπιο ράσο.
Μετά από μια αγρυπνία σε ναό της Θεσσαλονίκης, κάποιος παπάς του πήρε κατά λάθος το τρύπιο ράσο αφήνοντας στη θέση του το δικό του, καινούριο και ολομέταξο. Όταν το συνειδητοποίησε ο παπα Φώτης έβαλε τα κλάματα σαν μωρό παιδί γιατί το καινούριο ήταν πολύ ζεστό κι αυτός ήθελε το δικό του το δροσερό.
Όταν μετά από κόπους σαράντα χρόνων τελείωσε τον ναό του αγίου Λουκά, έγινε η πρώτη λειτουργία. Πολύς κόσμος ήταν εκεί. Λίγο προτού βγει για τη μικρή είσοδο αντιλήφθηκε πως είχε ξεχάσει ν’ αφήσει άνοιγμα αριστερά της Ωραίας Πύλης για να περάσει. Πήγε αμέσως, πήρε τον κασμά κι άρχισε να γκρεμίζει το ντουβάρι. Ο κόσμος βγήκε έξω βήχοντας από τη σκόνη, κινδυνεύοντας από τις πέτρες που εκτοξεύονταν.
Εκείνος, ήσυχος, μόλις τέλειωσε τη δουλειά του, συνέχισε κανονικά τη Λειτουργία του....


Από το ανέκδοτο πεζογράφημα 'ψυχή μου'.

Δεν ξέρω σήμερα αν ζει ο παπα Φώτης. Όταν τον γνώρισα πριν από καμιά πενταετία ήταν κοντά στα ενενήντα. Καλή του ώρα όπου και να είναι. Έτσι κι αλλοιώς ένα φτερό ήταν. Και δοξάζω τον Θεό που τον απάντησα στο δρόμο μου. Την ευχούλα του να έχουμε.

Τις φωτογραφίες μου τις έστειλε ο αγαπημένος φίλος μουσικός Βασίλης Βέτσος μόλις διάβασε το ποστ. Αυτός είναι ο άγιος Λουκάς, ο πύργος του, ο περίβολός του. Όλα είναι έτσι ακριβώς. Τον ευχαριστώ πάρα πολύ!

Wednesday, October 3, 2007

Τα σκουπίδια - μέρος α΄





...Κατηφορίζω επιτέλους προς τη θάλασσα.
Έχω πολύ καιρό να περπατήσω στην παραλία.
Περνάω απέναντι από τον πολύβουο παραλιακό δρόμο με τις καφετέριες, βαδίζω άκρη άκρη στην αποβάθρα.
Το βήμα μικραίνει, ο ρυθμός πέφτει σαν το αυτοκίνητο του παλιατζή που με προσπέρασε. Εγώ αντί για παλιατζούρες, σκύβω και μαζεύω θάλασσα και κύμα μαύρο σκοτεινό χτυπημένο απο τα χέρια του καιρού.
Παίρνω αγκαλιά ένα καράβι απ' το βάθος του ορίζοντα κι έναν αέρα άγριο φορώ στα μαλλιά ατίθασο στεφάνι. Σε πείσμα του συνεχίζω να περπατώ παλεύοντας την ορμή του.
Δεν ακούω τίποτα, ούτε αυτοκίνητα, ούτε κόρνες.
Δεν βλέπω τίποτα. Θολώνουν απ’ το κρύο τα μάτια. Το φως γίνεται κόκκινο. Τα κλείνω και συνεχίζω να προχωρώ έχοντάς τα κλειστά. Δυο δάκρυα κυλούν. Δυο παγωμένα δάκρυα. Ο αέρας κόκκινος κι αυτός, δεν είναι πια διάφανος. Τα δάκρυα κόκκινα. Όπως γράφει ο δίδυμος αδελφός μου Πεσσόα,
«Μέσα μου κάτι σπάει. Το κόκκινο νύχτωσε. Αισθάνθηκα πάρα πολύ για να μπορώ να αισθάνομαι ακόμη».
Πέφτω πάνω στους τενεκέδες, τους τεράστιους κάδους απορριμμάτων. Αρχίζω να ψάχνω.
Προσπαθώ να κατανοήσω αυτούς τους εξωτερικά τόσο καθωσπρέπει ανθρώπους που τίποτα πάνω τους δεν προδίδει το ιδιόρρυθμο συνήθειό τους.
Λοιπόν, δεν ψάχνουμε πολύτιμα αντικείμενα στα σκουπίδια. Αντιθέτως, γυρεύουμε το πιο ελαττωματικό, το πιο ευτελές, το πλέον άχρηστο.
Αυτό μπορεί να είναι μια κόκκινη κλωστή, ένα παλιό σπασμένο ποτηράκι για λικέρ, μια τσαλακωμένη παιδική ζωγραφιά. Μπορεί να είναι ένα σκισμένο εσώρουχο ή ένα ξεθωριασμένο κουμπί. Ο καθένας μας κάτι άλλο γυρεύει. Κάτι που να το πάρει και να το πάει στο σπίτι του.
Να κάτσει στο πάτωμα, να το βάλει απέναντί του και κοιτώντας το να ονειρευτεί. Γιατί τα καινούρια, άρτια και ακριβά πράγματα γύρω μας, δε μας βοηθούν να ονειρευτούμε.
Ζητούμε κάτι τόσο δα, ταλαιπωρημένο, σκουριασμένο και μισό, να το συμπληρώσουμε, να του προσφέρουμε κάτι από ό,τι απέμεινε στην σπασμένη μνήμη μας, αυτήν που καλούμε παιδική, για να συνεχίσουμε να ζούμε διασκεδάζοντας τις λύπες μας. Την ανάπηρη ζωή μας.
Έτσι συμπληρώνουμε τη ραγισμένη όψη του κόσμου και μπορούμε κι εμείς οι φτωχοί να καθρεφτιζόμαστε πάνω του.

Απόσπασμα από το ομώνυμο κεφάλαιο του ανέκδοτου πεζογραφήματος 'ψυχή μου'.

Friday, September 28, 2007

Καληνύχτα!



Καληνύχτα
Την ώρα που ένας κόσμος σώματα σκεπάζεται, κι άλλος τις μνήμες του σεντόνια, βγαίνω στους δρόμους, η ορφανή εγώ, ασώματη και ασκεπής πνοή σας, μ’ ένα σακούλι φορτωμένο όνειρα.
Γυρνώ κι αρχίζω να φυσώ, να τα σκορπώ στους ύπνους σας, αγάπες μου όλες.
Όνειρα τρυφερά, όνειρα χάδια, όνειρα πουλιά. Άλλα για άγονα πετρώδη στρώματα κι άλλα για χωράφια έτοιμα να δεχθούν. Άλλα για λίμνες σιωπηλές κρυμμένες σε παρθένα δάση. Κι άλλα για αγκάθια αιχμηρά και άσπλαχνα. Σπόρους σπέρνω τα όνειρα.
Κι αν δεν ανθίσουν όλα όπως θα ποθούσαν, δεν πεθαίνουν. Αν μαραθούν στην αβροχιά, ποτέ τους δεν πεθαίνουν. Κανένα όνειρο δεν πέθανε ποτέ. Καθένα σμιλεμένο υπομονή αιώνια. Χρώμα γαλάζιο απέραντο με ακαθόριστη μια πινελιά βαθύ πορτοκαλί που όλο ποικίλλει σε σχήμα, κυματισμό, σε ένταση και βάθος από όνειρο σε όνειρο.
Όχι το γαλάζιο. Απαράλλαχτο μένει το γαλάζιο ίδια φωτεινό σε όλα. Αθάνατο σαν την υπομονή. Σαν το όνειρο. Γιατί το όνειρο είναι ο κήπος που μας βλάστησε όλους. Όλους μας, αγάπες μου όλες. Άνθη αμάραντα μας βλάστησε ουράνιου αγρού. Άνθη μονάκριβα, μοναδικά και σπάνια.
Το σακούλι που κρατώ δεν πρόκειται ν’ αδειάσει, το υπόσχομαι. Τα όνειρα που εγώ κερνώ δεν έχουν τελειωμό. Ήσυχα τώρα κοιμηθείτε. Αναπαυμένα κοιμηθείτε πνοές της πνοής μου. Καληνύχτα σας παιδιά. Καληνύχτα!

Monday, September 24, 2007

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης (1908-1993)



Ειδήσεις για ένα παράξενο πουλί, είδος σταυραετού, που όλο το σώμα του και τα φτερά, είναι από δώδεκα λογής πολύτιμους λίθους καμωμένα. Λέγεται κοινώς Νερουλάς και από το λαιμό του κρέμεται ένα κλειδί, με το οποίο ανοίγει τις βρύσες όλων των τρεχούμενων νερών και γεμίζουν οι ποταμοί, κατεβαίνοντας στη βυζάστρα θάλασσα, αργυρές και χρυσές κλωστές που υφαίνουν το λαμπρό φόρεμα της Παναγίας Κόρης, που χωρώντας το εν παντί αχώρητο φως, την πήρε ο Υιός της και Κύριος στους Ουρανούς, ψηλότερα από των Αγγέλων τα πρόσωπα, δίχως η στοργική και φιλεύσπλαχνη να εγκαταλείψει την φτωχιά γη έρημη, αφήνοντας χάρισμα την εσθήτα της θάλασσα.
Αυτά όλα έγιναν γνωστά από τις αφηγήσεις ενός εξωμότου, που υπηρετώντας την αρμάδα του Καπουντάν Πασά γλίτωσε από τον πνιγμό, μετά την καταβύθιση του στόλου παρά τη νήσο Σαπίέντζα.
Βλέποντας τα σακιά, μέσα στα οποία είχαν προηγουμένως ρίξει στο βυθό τους σκλαβωμένους χριστιανούς, η θάλασσα να τα έχει μεταβάλλει σε στολές πάμφωτες, επανήλθε μετανοημένος στη σαφώς διερμηνεύουσα τα επέκεινα Ορθόδοξη πίστη.
Ευχαρίστησε τότε το Δελφίνι, που με την χάρη του Θεού, τον έβγαλε επί στερεού εδάφους να πατήσει και προχώρησε στα ενδότερα. Μπροστά του ανοιγόταν ένας κάμπος άγουρος, σαν σώμα εφήβου 16 ετών, γεμάτος από κουρέλια βλαστήσεως, σαν κομματιασμένο φόρεμα, που αφήκε το παρελθόν στα τέλη του χρόνου, σημάδια πένθους.
Ήταν, κατ’ άλλους καταχωρητάς των συμβάντων, η τελευταία ημέρα του έτους, που τιμάται η μνήμη του Αγίου Γεωργίου στον Αχλιόντα της Κύπρου. Του επιλεγομένου μαχαιρωμένου θαυματουργού Αγίου, του οποίου η μνήμη δεν αναφέρεται στους Συναξαριστές, αλλα στον Πατμιακό κώδικα 266.
Άλλοι πάλι ορίζουν την 29 του δωδεκάτου μήνα του Χρόνου, ότι έφτασε ο μετανοημένος στο Παρεκκκλήσι του Άι-Γιωργιού σιμά στ’ αμπέλι όπου συνάντησε τον πρώτο άνθρωπο, που του μίλησε. Έτερος Άγιος Γεώργιος τιμάται την άλλη αυτή ημερομηνία. Ο της Νικομηδείας με τον μέγα αριθμό Μαρτύρων του Χριστού Επίσκοπος «Πανηγυριστής των υπέρ νουν πραγμάτων».
Εκεί, πίνοντας επανειλημμένες φορές αγιασμό, από το μπουκαλάκι, που το είχε γεμίσει, αντλώντας από το φωτεινό ζόφο του φρέατος, ο Χριστιανός που έτυχε μπροστά του, συνετελέσθη η αλλαγή της ψυχής του εξωμότου και του καιρού της περιβαλλούσης ατμόσφαιρας, που πήρε να ζεσταίνει, προαναγγέλοντας τις καλές ημέρες του επερχόμενου μέλλοντος.


Από το cd Πεζογράφοι αυτοανθολογούμενοι, εκδ. Εν Χορδαίς σε συνεργασία με τον 9,58fm και τον οργανισμό Θεσσαλονίκη πολιτιστική πρωτεύουσα της Ευρώπης 1997.

Saturday, September 22, 2007

Θωμάς Κοροβίνης - cd "Τακίμια"



Θέλει ντερβίσια ο τεκές
Κι η Μέκκα τους χατζήδες
Και το κρασί το μπρούσικο
Γκαρντάσια μερακλήδες
Θέλει το μάγκα η παρθενιά
Κι η φυλακή τον κλέφτη
Και το τραγούδι το βαρύ
Της μοναξιάς το ντέρτι
Κι εγώ εσένα αγαπώ
Τακίμι μου χρυσό
Κι εγώ εσένα αγαπώ
Τακσίμι μου γλυκό
Ο αφέντης θέλει τ’ άδικο
Το δίκιο του ο ριγμένος
Ασίκη θέλει σύντροφο
Του κόσμου ο πικραμένος
Η μάνα θέλει το παιδί
Και η γιαγιά τ’ αγγόνι
Κι η ορφάνια το τακίμι της
Παρηγοριά στημόνι
Κι εγώ εσένα αγαπώ
Τακίμι μου χρυσό
Κι εγώ εσένα αγαπώ
Τακσίμι μου γλυκό
Αγάπη θέλει ο μισεμός
Η θάλασσα κουράγιο
Θέλει και το κορμάκι μου
Εσένα για μουράγιο
Ο πόθος θέλει το κορμί
Το πάθος θέλει αίμα
Κι όσοι δεν αγαπήσανε
Ζήσαν για ένα ψέμα
Κι εγώ εσένα αγαπώ
Τακίμι μου χρυσό
Κι εγώ εσένα αγαπώ
Τακσίμι μου γλυκό.


Το τραγούδι αυτό είναι σε στίχους, μουσική και απόδοση του πολυτάλαντου φίλου μου,
Θωμά Κοροβίνη, από το ομώνυμο cd του "Τακίμια".

Thursday, September 20, 2007

Γιώργος Ιωάννου - "Η μόνη κληρονομιά¨"



Δεν ξέρω πια τι γίνεται με την ομίχλη κι αν εξακολουθεί να πέφτει τόσο πηχτή, ή μήπως χάθηκε ολότελα κι αυτή όπως η πάχνη πάνω απ’ τα πρωινά κεραμίδια.
Βλέποντας την παρθενική πάχνη να γυαλίζει παντού, λέγαμε: «είχε κρύο τη νύχτα», ή «τα λάχανα θα γίνουν με την πάχνη πιο γλυκά, πρέπει να κάνουμε ντολμάδες».
Όταν ερχόταν ο καιρός της ομίχλης είχα πάντα το νου μου σ’ αυτήν. Μέρα τη μέρα περίμενα να με σκεπάσει κι εγώ να χώνομαι αθέατος μέσα της.
Θλιβόμουν όμως πολύ όταν έπεφτε τις καθημερινές την ώρα που βασανιζόμουν με τα χαρτιά στο γραφείο. Παρακαλούσα να κρατήσει ως το βράδυ, συνήθως όμως γύρω στο μεσημέρι διαλυόταν από έναν ήλιο ιδιαίτερα δυσάρεστο.



Μα καμιά φορά, όταν ξυπνώντας τ’ απόγευμα, την ώρα που έλεγα αν θα πάω στο σινεμά ή στο καφενείο, έβλεπα αναπάντεχα από το παράθυρο το απέραντο θέαμα της ομίχλης, άλλαζα αμέσως σχέδια και πορείες.
Σήκωνα το γιακά της καμπαρτίνας, κατέβαινα με σιγουριά τα σκαλιά κι έφευγα για την παραλία χωρίς ταλαντεύσεις.
Η ομίχλη είναι για να βαδίζεις μέσα σ’ αυτήν.
Διασχίζεις κάτι που είναι πυκνότερο από αέρας και σε στηρίζει. Αλλά και κάτι ακόμα. Ομίχλη χωρίς λιμάνι είναι πράγμα αταίριαστο.


Η ομίχλη ήταν ακόμα πιο γλυκά όταν την ψιλοκεντούσε εκείνη η βροχή, η πολύ ψιλή βροχή του ουρανού μας, αυτή που δε σε βρέχει, μα σε ποτίζει μονάχα και φυτρώνουν πιο λαμπερά τα μαλλιά σου την άλλη βδομάδα.
Και τότε έπαιρναν νόημα τα φώτα και τα τραμ και τα κορναρίσματα. Ακόμα και οι πολυκατοικίες γίνονταν ελκυστικές μες στην αχνάδα.


Κι ύστερα έφτανα στο καφενείο του λιμανιού, αυτό που από χρόνια είναι γκρεμισμένο, να ξαναβρώ την παρέα μου. Κι όταν δεν ήταν εκεί, -και δεν ήταν ποτέ εκεί-, καθόμουν ώρες και καρτερούσα.
Πίσω από τα τζάμια διαβαίναν αράδα οι σκιές αυτών που τώρα έχουν πεθάνει. Κολλούσαν το μούτρο τους για μια στιγμή στο θαμπό τζάμι κι άλλοι έμπαιναν μέσα, ενώ άλλοι τραβούσαν ανατολικά για τον Πύργο του αίματος.
Κι αν δεν μου έγνεφε κανείς, έβγαινα κι ακολουθούσα μια σκιά που ποτέ δεν μπορούσα να προφτάσω.

Από το cd "Πεζογράφοι αυτοανθολογούμενοι", εκδ. Εν Χορδαίς σε συνεργασία με τον ραδιοφωνικό σταθμό 9,58 fm, Θεσσαλονίκη πολιτιστική πρωτεύουσα της Ευρώπης 1997

Monday, September 17, 2007

Τι είναι οι 'εκλογές' παιδιά;


Εκλογές είναι εκεί που, εκεί που πάνε και ψηφίζουν πολλοί άνθρωποι.
Γιώργος, Β΄ Δημοτικού.

Εκλογές είναι κάποιοι άνθρωποι που θέλουν να κατακτήσουν την Ελλάδα για να την αλλάξουνε και να την κάνουνε προς το καλό.
Ευτυχία, Δ΄Δημοτικού.

Οι εκλογές εγώ πιστεύω ότι είναι για να επιλέξουμε ποιος θα μας κυβερνεί, ας πούμε ο Καραμανλής, η Παπαρήγα ή ο Παπανδρέου.
Εριέττα, Δ΄Δημ.

Οι εκλογές νομίζω ότι είναι μια συζήτηση μεταξύ υπουργού, πρωθυπουργού και δημάρχου.
Κυριάκος, Δ΄Δημ.

Οι εκλογές είναι όταν ψηφίζουν έναν άνθρωπο για να βγει πρωθυπουργός κάθε χρόνο.
Αρετή, Δ΄ Δημ.

Εκλογές είναι η διάλεξη του προέδρου μιας χώρας.
Γεωργία, Δ΄ Δημ.

Εκλογές είναι μια συνάντηση μεταξύ προέδρων για την εξουσία.
Μπάμπης, Δ΄Δημ.

Οι εκλογές είναι κάτι που δεν είναι ωραίο γιατί όλοι φωνάζουν συνέχεια για να δουν ποιος θα βγει πρωθυπουργός.
Κώστας, Δ΄Δημ.

Εκλογές σημαίνουν ότι κάποιος ψηφίζει αυτό που υποστηρίζει, μα ό,τι και να ψηφίσει δεν πρόκειται να γίνει τίποτα.
Πηνελόπη, Δ΄Δημ.

Οι εκλογές είναι βαρετές.
Μαρία, Στ΄Δημ.

Εκλογές.
Θα... θα... θα... όλο θα... (Αυτό ακούω εγώ). Όχι εμένα, όχι εμένα, εμένα, εμένα...
Τάσος, Στ΄ Δημ.

Οι εκλογές είναι καλές για μένα γιατί θα μπει μια τάξη στη χώρα.
Απόστολος, Στ΄Δημ.

Οι εκλογές έχουν πολλούς ανθρώπους και κάτι ψηφίζουν.
Χάρης, Δ΄ Δημ.

Εκλογές είναι κάτι σαν να ψηφίζουμε.
Δημήτρης, Δ΄Δημ.

Δεν ξέρω τι είναι οι εκλογές.
Στέλλα, Δ΄Δημ.

Οι εκλογές είναι όταν ψηφίζουμε διάφορα.
Κωνσταντίνα, Δ΄Δημ.

Εκλογές είναι να ψηφίζεις, δηλαδή να αποφασίζεις για το μέλλον το δικό σου και το μέλλον του άλλου.
Ανώνυμο

Πιστέω ότι οι κλογές είναι συνανταγωνισμός ανάμεσα στα κόμματα.
Ανώνυμο

Πιστεύω ότι οι εκλογές έχουν καταντήσει χαζές!
Χαζοί, χαζοί, χαζοί! Όλοι τους είανι χαζοί!
Δεν θα κατέβω ποτέ υποψήφια!
Σοφία, Στ΄ Δημ.

Οι εκλογές πιστεύω ότι είναι η περίοδος που ο άνθρωπος ψηφίζει ποιο κόμμα πρέπει να κυβερνήσει τη χώρα, για τον δικό του λόγο.
Μαμά, δεν το έσπασα εγώ! (Ψέμα!)
Αλέξανδρος, Στ΄Δημ.

Οι εκλογές είναι όταν εμείς ψηφίζουμε για να βγει κάποιος πρωθυπουργός και όποιος βγει κάνει καλύτερη την Ελλάδα.
Β.Λ.

Οι εκλογές γίνονται για μια καλύτερη Ελλάδα.
Σπύρος, Δ΄Δημ.

Εκλογές είναι όταν ψηφίζει ο κόσμος για να βγει κάποιος πρωθυπουργός και αυτός αποφασίζει για ένα καλύτερο αύριο.
Κατερίνα, Δ΄Δημ.

Τι είναι οι εκλογές; Μία συνάντηση που κάνουν οι υποψήφιοι για να δουν ποιος θα βγει πρόεδρος.
Γιώργος, Δ΄Δημ.

Οι εκλογές έχουν πολλούς ανθρώπους και κάτι ψηφίζουν.
Δημήτρης, Β΄Δημ.

Οι εκλογές είναι άνθρωποι που ψηφίζουν.
Σοφία, Β΄Δημ.

Εκλογές είναι ένα τραπέζι. Η κυρία Μαίρη, η κυρία Ευαγγελία, ο διευθυντής, η διευθύντρια πίνουν καφέ και μιλάνε.
Ιωάννα, Β΄Δημ.



Σημείωση: Αυτές είναι μερικές από τις απαντήσεις που μου έδωσαν τα παιδιά την περασμένη Πέμπτη στο σχολείο.

Sunday, September 9, 2007

Εγώ 'ψηφίζω' Πολύκαρπο!



Ο άρχοντας των υγειών και των αναπήρων του κόσμου. Εκ γενετής τυφλοκωφάλαλος. Παιδί ακόμα, τον βρήκαν άνθρωποι πονετικοί, σε κάποιο χωριό της Κρήτης και τον έφεραν στη σχολή τυφλών Θεσσαλονίκης, όταν ακόμα η σχολή βρίσκονταν στις δόξες της με τους «Φιλάνθρωπους».
Αυτοί, έφεραν μια δασκάλα από την Αμερική που ή είχε φτιάξει η ίδια, ή γνώριζε την γλώσσα των τυφλοκωφαλάλων, δηλαδή τη γλώσσα της αφής.



Όλα τα γράμματα παρασταίνονται από συνδυασμούς δαχτύλων του ενός χεριού που μιλά μέσα στην παλάμη του άλλου που την αγκαλιάζει. Αν κάνεις λάθος, φυσάς πάνω στα χέρια κι ο αέρας τα σβήνει όλα. Ξεκινάς απ’ την αρχή. Όταν θέλει να σου μιλήσει ο άλλος αλλάζουν θέση τα χέρια. Μια διαδικασία αργή και σιωπηλή.
Αυτή η περίφημη δασκάλα έβαζε ολόκληρο το χέρι της μέσα στο στόμα του προκειμένου να τοποθετήσει τη γλώσσα στις θέσεις που παράγονται φωνήματα και με τη βοήθεια αναπνοών του έμαθε να βγάζει ήχους. Ύστερα ο ίδιος έμαθε το σύστημα «Μπρέιλ», καθώς και να σχεδιάζει τα κεφαλαία γράμματα στο εσωτερικό της ανοιχτής παλάμης για να συνομιλεί με όσους δεν γνωρίζουν τη δική του γλώσσα.



Έμαθε τόσο καλά να υφαίνει στον αργαλειό ώστε γρήγορα έγινε δάσκαλος και απέκτησε τη φήμη μεγάλου μάστορα. Απ’ αυτή τη δουλειά πήρε τη σύνταξή του. Σήμερα είναι ο νοικοκύρης της σχολής. Σηκώνεται από τα χαράματα, περνάει και μαζεύει τα άπλυτα ρούχα των παιδιών σε ένα καλάθι, βάζει πλυντήριο, τα απλώνει, τα μαζεύει κι αν κάποιος χάσει κάτι, αυτός το βρίσκει αμέσως, σαν τον άγιο Μηνά. Όλα τα ρούχα των τυφλών έχουν κεντημένα σε μια άκρη τα αρχικά τους.
Το πρωί φτιάχνει το καφεδάκι του καθώς και τους καφέδες που του παραγγέλνουν οι φίλοι του και κάθεται να απολαύσει το τσιγαράκι του έχοντας τον δείκτη του χεριού ακριβώς εκεί που τελειώνει η κάφτρα.
Είναι ακόμα ο κουρέας της σχολής. Τους ξυρίζει και τους κουρεύει όλους κι αν κάποιος κουνηθεί την ώρα του ξυρίσματος του δίνει και καμιά σφαλιάρα έχοντας πλήρη συναίσθηση της επικινδυνότητας της δουλειάς του.
Συμμαζεύει τα ξεχαρβαλωμένα καλώδια που κρέμονται στις γωνιές των διαδρόμων και στους τοίχους των δωματίων.


Η σχολή τυφλών, αποτελεί σήμερα ένα από τα καλύτερα και αντιπροσωπευτικότερα δείγματα απουσίας της κοινωνικής μέριμνας της χώρας μας. Βγαίνοντας από εκεί ο επισκέπτης το μόνο που θέλει είναι να κάνει εμετό. Τα σπασμένα κρεβάτια στα οποία δεν μπορούν οι άνθρωποι να κοιμηθούν, οι διαλυμένες ντουλάπες των οποίων οι πόρτες κρέμονται ανοιχτές και που οι τυφλοί χτυπούν επάνω τους με κίνδυνο να βγάλουν τα χαλασμένα τους μάτια, τα διαλυμένα πόμολα που επιτρέπουν σε επιτήδειους να μπαίνουν και να κλέβουν -αφού κανείς δεν τους βλέπει-, τα σκόρπια καλώδια των τηλεοράσεων και οι παλιές σαπσμένες τουαλέτες, είναι μόνο μερικά από αυτά που σε κάνουν να αναρωτιέσαι για το έγκλημα αυτών των ανθρώπων σύμφωνα με το οποίο η πολιτεία τους τιμώρησε με μια τέτοια βάναυση τιμωρία.


Να γκρεμιστούν όλα τα επιτεύγματα των σπουδαίων πολιτισμών της αρχαιότητας, του Βυζαντίου και τα σύγχρονα, να γίνουν όλα σκόνη, αν ο άνθρωπος, η κοινωνία και η πολιτική καταδικάζουν τους αδύναμους και ανήμπορους να ζουν σαν τα ζώα.
Ο Πολύκαρπος φαίνεται πως δεν έχει ανάγκη κανέναν από αυτούς που δίνουν υποσχέσεις. Κάποιοι άλλοι, όμως, τους έχουν. Από τότε που του έβαλαν ένα ακουστικό βαρηκοΐας το αφτί του πιάνει κάποιες συχνότητες κι έτσι αγόρασε ένα ραδιοφωνάκι για να ακούει μουσική και μια τηλεόραση ν’ ακούει την... Βουλή! Όταν κάνει τις βόλτες του στην αυλή φυσάει μια φυσαρμόνικα. Δεν παίζει βέβαια μελωδίες που θα αναγνωρίζαμε. Όχι. Εισπνέει και εκπνέει χορεύοντας. Είναι το τραγούδι της δικής του ευτυχίας που αν δεν έχεις ανάλογα αφτιά στην καρδιά σου ποτέ δεν θα το ακούσεις και δεν θα μαγευτείς απ’ αυτό.


Το σχολικό έρχεται να πάρει τα παιδάκια από το σχολείο για το σπίτι τους. Ο Πολύκαρπος είναι πάντα εκεί. Κάθε τόσο ανοίγει το καπάκι από το ρολόι του να ψηλαφίσει τους δείκτες, να βεβαιωθεί πως ήρθε η ώρα. Στέκεται στην έξοδο του σχολείου, τα πιάνει ένα ένα από το χέρι και τα βοηθά να ανέβουν. Τα παιδάκια αυτά δεν είναι μόνο τυφλά. Τα περισσότερα έχουν και άλλα προβλήματα υγείας, αυτισμό, παραλυσίες σε άκρα κλπ.
Περνάω λίγο πιο μακριά του και τον κοιτώ, εγώ που ακόμα έχω το προνόμιο της όρασης. Γυρνάει το κεφάλι προς το μέρος μου. Έχει αντιληφθεί το άρωμά μου και χαμογελά. Το σχολικό φεύγει κι εγώ πηγαίνω, τον αγκαλιάζω και τον φιλώ. Παίρνω γλυκά το χέρι του και το βάζω στον χνουδωτό γιακά του μπουφάν μου. Όχι μόνο για να σιγουρευτεί για το ποια είμαι –στην πραγματικότητα να σιγουρευτώ εγώ πως με αναγνώρισε, γιατί εκείνος είναι σίγουρος-, αλλά, και γιατί του αρέσει πολύ να τον χαϊδεύει.



Όταν τον πρωτοσυνάντησα κράτησε για ώρα τα χέρια μου σαν αλαβάστρινο εύθραυστο βάζο. Ύστερα, ακούμπησε απαλά το σβέρκο μου. Αυτή είναι η δική του χειραψία. Από το σβέρκο ξεχωρίζει τους ανθρώπους. Στην επόμενη συνάντησή μας ήθελε να καταλάβει το πρόσωπό μου. Αφού άνοιξε όλη την παλάμη και αγκάλιασε το σαγόνι μου, έβαλε πολύ προσεκτικά το δείκτη του ακριβώς κάτω από τα χείλια και παράλληλα προς αυτά, –θαρρείς και δεν ήθελε να μου χαλάσει το κραγιόν-, κούνησε καταφατικά το κεφάλι και χαμογέλασε. Γύρισε κι έγραψε στο χέρι του κοινού μας φίλου που έπαιζε τον ρόλο του διερμηνέα, «Είναι όμορφη!». Ποτέ δεν συγκινήθηκα τόσο από αυτή την τόσο απλή και τόσο κοινότυπη φιλοφρόνηση. Ο τυφλοκωφάλαλος Πολύκαρπος είπε πως είμαι όμορφη.


Όταν κάθομαι δίπλα του με ακουμπά στην πλάτη. Έτσι ξέρει πότε μιλώ ή γελώ, βήχω ή κλαίω. Μπορεί να μη ρωτήσει ποτέ τι λέμε όταν τον έχουμε στη μέση και συνομιλούμε με τον κοινό μας φίλο. Αλλά όταν καταλάβει ότι γελάμε –και πάντα το καταλαβαίνει- θέλει οπωσδήποτε να μάθει τον λόγο, τρελαίνεται για αστεία και ανέκδοτα. Έχει μια απίστευτη αίσθηση του χιούμορ.
Αν σου χαϊδέψει ο Πολύκαρπος τα μαλλιά, μένει ανεξίτηλο το χάδι του αγγέλου πάνω σου. Είναι τόσο λεπτό το άγγιγμά του που ενδέχεται και να μην το αντιληφθείς καθόλου αν δεν σε έχουν ξαναχαϊδέψει άγγελοι.
Λένε πως οι τυφλοί δεν γερνούν ποτέ ή τουλάχιστον δεν αποκτούν ποτέ συνείδηση της ηλικίας τους. Νομίζουν πως πάντα είναι νέοι. Βλέπεις τον Πολύκαρπο και δεν μπορείς να προσδιορίσεις την ηλικία του κι ας έχει άσπρα τα μαλλιά. Το δέρμα του είναι λείο και τα μάγουλά του ροδοκόκκινα. Είναι ο πιο χαρούμενος, ο πιο ευγενής, ο πιο ταλαντούχος και ο πιο τρυφερός άνθρωπος που γνώρισα μέχρι σήμερα.

Περπατώ. Βλέπω. Ακούω. Μυρίζω. Αισθάνομαι.
Το σώμα μου ενώνεται με τα σώματα των ανάπηρων και παραπληγικών. Πιο πολύ με τα σώματα των τυφλών. Κουτσαίνω. Δεν έχω χέρια. Εγκαύματα γεμάτο το σώμα μου.
Τυφλή. Μουγκή. Κουφή. Περπατώ.
Σέρνομαι. Αρκουδίζω στους δρόμους του κόσμου. Υποφέρω για όλους. Χλευάζόμαι από τους υγιείς. Ζητιανεύω την αγάπη, όχι των ακέραιων και ισχυρών, μα των ανάπηρων, αδύναμων και ανυπεράσπιστων.


Οι φωτογραφίες είναι του ποιητή φωτογράφου μας.
Το κείμενο είναι κεφάλαιο του ανέκδοτου πεζογραφήματος: ' ψυχή μου'.

Thursday, September 6, 2007

Ο έρωτάς μου





Ποτάμια έρωτα πλημμυρίζω για τη ζωή.
Σπάνε μέσα μου τα φράγματα ηλικιών, όψεων, φύλων,
έμψυχων και άψυχων όντων.
Συντριβάνια ορθώνονται τα ποτάμια μου στους ουρανούς.
Εκτοξεύονται στο σύμπαν, το ξεπερνούν,
ορμούν σε απόμακρους, άγνωστους γαλαξίες.
Το μάτι δεν τους φτάνει, ο έρωτας τους αγκαλιάζει.
Τα ποτάμια μου μεθούν τους γαλαξίες.
Στάλα δεν εξατμίζεται, τίποτα δεν τα σταματά.
Χαϊδεύουν κι όλο χαϊδεύουν τ’ άστρα.
Στο διάβα τους το φως τους κλέβουν.
Χρυσάφι χαμόγελα ντύνονται και στροβιλίζονται,
όλα τα ξεπλένουν,
απ’ όλα βάφονται.
Κι αφού τα ζήσουν, τ’ αγκαλιάσουν όλα,
μα όλα τα ουράνια σώματα ορμούνε πίσω
ξανά και ξανά τα ποτάμια μου καταρρακτώδη βροχή
επιστρέφουν στη γη του είναι μου.
Φτερά και όνειρα βροχή χρυσή, κήποι ολάνθιστοι και χώμα
κάτω απ’ το χώμα και παρακάτω κάτω απ’ τη φλούδα,
τον φλοιό, στη ζέστη εκεί, βαθιά στον πυρήνα τον καυτό,
στη φωτιά του μέσα.
Στη φωτιά που καίει όλη τη γη.
Μες στη φωτιά ορμούν τα ποτάμια μου Εγώ
να με κάψει, να με πνίξει, να με χωνέψει.
Ναι, να με χωνέψει επιτέλους ένα στοιχειό της φύσης.
Ν’ ανοίξει την πυρωμένη αγκαλιά του
και να με εξαφανίσει.
Να ησυχάσω, να γλιτώσω από το αχώρητο είναι μου,
τον έρωτά μου.



Η μουσική είναι από το cd constantinople