Labels

Wednesday, April 8, 2009

Οι λίστες των υποψηφιοτήτων για τα Λογοτεχνικά βραβεία του περιοδικού ΔΙΑΒΑΖΩ

Τα λογοτεχνικά του βραβεία θα απονείμει για 12η χρονιά το περιοδικό Διαβάζω. Οι δύο κριτικές επιτροπές έδωσαν τη Δευτέρα στη δημοσιότητα, τις μικρές λίστες των υποψήφιων βιβλίων ανά κατηγορία.

Η απονομή των βραβείων θα γίνει στις 4 Μαΐου, στο αμφιθέατρο του Νέου Μουσείου Μπενάκη, στην οδό Πειραιώς.
Μυθιστόρημα
Γκάκας Σέργιος, Στάχτες
Ελευθερίου Μάνος, Ανθρωπος στο πηγάδι
Ευσταθιάδη Μαρία, Το κόκκινο ξενοδοχείο: Η αδύνατη αναπαράσταση
Θέμελης Νίκος, Οι αλήθειες των άλλων
Καραγάτση Μαρίνα, Το ευχαριστημένο ή Οι δικοί μου άνθρωποι
Κούρτοβικ Δημοσθένης, Τι ζητούν οι βάρβαροι
Μαγκλίνης Ηλίας, Η ανάκριση
Μαρούτσου Έλενα, Μεταξύ συρμού και αποβάθρας
Σταμάτης Αλέξης, Βίλα Κομπρέ
Χρυσόπουλος Χρήστος, Η λονδρέζικη μέρα της Λώρας Τζάκσον
Διήγημα
Δαγδελένης Σταμάτης Ε., Το βιβλίο των αιρέσεων
Καραγιάννης Βασίλης Π., Το χρώμα της νοσταλγίας
Κίτσιου Ειρήνη, Εκπαιδευτής γρύλων
Κουγιουμτζή Μαρία, Αγριο βελούδο
Κουμανταρέας Μένης, Το Show είναι των Ελλήνων
Κύρκος Νίκος, Η νύχτα του στρατηγού και άλλα διηγήματα
Μηλιώνης Χριστόφορος, Τα πικρά γλυκά
Παρίσης Νικήτας Ι., Τα κόκκινα στραγάλια: Δεκατρία διηγήματα
Σταυρίδης Στέφανος, Η βιβλιοθήκη του Ραβέλ
Χιόνης Αργύρης, Το οριζόντιο ύψος: Και άλλες αφύσικες ιστορίες
Δαράκη Ζέφη, Σε ονομάζω θα πει σε χάνω
Κοντός Γιάννης, Ηλεκτρισμένη πόλη
Κοροπούλης Γιώργος, Αντιύλη
Κούσουλας Λουκάς, Το φεγγάρι του Υμηττού και άλλα ποιήματα
Κουτσούνης Στάθης, Έντομα στην εντατική
Πασχάλης Στρατής, Εποχή παραδείσου
Πορφύρης Τάσος, Έρημα
Πούλιος Λευτέρης, Η κρυφή συλλογή

Πρωτοεμφανιζόμενοι
Βουδούρης Νίκος Αδάμ, Ο βυθός είναι δίπλα
Γιανναράς Σπύρος, Ο Λοξίας
Κατσού Ναταλία, Μαγωδός
Μακριδάκης Γιάννης, Ανάμισης ντενεκές
Παλούκης Σπύρος, Ο Καρλομάγνος και η κάμερα και τα μυστικά
Σκαλίδη Σταυρούλα, Προδοσία και εγκατάλειψη
Τασσοπούλου Κωνσταντίνα, Τα κοινόχρηστα
Τζανακάρη Βάσια, Έντεκα μικροί φόνοι: Ιστορίες εμπνευσμένες από τραγούδια του Nick Cave
Ψάλτης Γιώργος Κ., Επιστροφή στην ενιαία χώρα
Εικονογραφημένο παιδικό βιβλίο
Αγγελίδου Μαρία (κείμενο), Σαμαρτζή Ίρις (εικονογράφηση): Το δέντρο με τα ψέματα
Βαλάση Ζωή (κείμενο), Βαλάσης Κωστής (εικονογράφηση): Το ασώματο θεριό: Ιστορίες ανθρώπων, δράκων, και άλλων θηρίων
Γεωργαλά-Καρτούδη Μαρία (κείμενο), Γαλανομάτη Ιωάννα (εικονογράφηση): Το συναχωμένο αεροπλανάκι
Μανδηλαράς Φίλιππος (κείμενο), Τσάμπρα Ελένη (εικονογράφηση): Τα τρελομπαλάκια
Μητσιάλη Αλεξάνδρα (κείμενο), Μπαχά Μαρία (εικονογράφηση): Το αστερόσπιτο
Μιχαλοπούλου Αμάντα (κείμενο), Τουλιάτου Σοφία (εικονογράφηση): Ο Ισίδωρος και ο ναυαγός
 Μώραλη Βάσια (κείμενο), Λαδά Έφη (εικονογράφηση): Η βροχή των αστεριών
Νευροκοπλή Βασιλική (κείμενο), Ανδρικόπουλος Νικόλας (εικονογράφηση): Το παραμύθι της μουσικής
Φραγκούλη Φωτεινή (κείμενο), Στεφανίδη Φωτεινή (εικονογράφηση): Εφτά ορφανά μολύβια… εφτά ιστορίες
Ψυχογυιού Δήμητρα (κείμενο και εικονογράφηση): Ο κηπουρός του ουρανού
Δοκίμιο
Zimbone Anna, Ρεαλιστική παράσταση και ποιητική ενόραση στην πεζογραφία του Γιώργου Ιωάννου
Ιωαννίδου Αλεξάνδρα Δ., Υπόθεση Γκράνιν: Η λογοτεχνική κριτική στο εδώλιο
Λαμπρέλλης Δημήτρης Ν., Χριστούγεννα στην ποίηση του Μίλτου Σαχτούρη, Η ανακλαστική διαλεκτική και τα ματωμένα της θραύσματα
Μπακουνάκης Νίκος, Μια στιγμή της Ευρώπης στην Ελλάδα του 19ου αιώνα. Ο λόγος, η εικόνα, ο μύθος του Ανδρέα Ρηγόπουλου
Πεχλιβάνος Μίλτος, Από τη «Λέσχη» στις «Ακυβέρνητες Πολιτείες»: Η στίξη της ανάγνωσης
Ροζάνης Στέφανος, Ένας λανθάνων ρομαντισμός
Σταυρίδη-Πατρικίου Ρένα, Οι φόβοι ενός αιώνα
Ποίηση
Αγγελάκος Χρήστος, Τα φώτα απέναντι
Βέης Γιώργος, Ν όπως νοσταλγία
Δαράκη Ζέφη, Σε ονομάζω θα πει σε χάνω
Κοντός Γιάννης, Ηλεκτρισμένη πόλη
Κοροπούλης Γιώργος, Αντιύλη
Κούσουλας Λουκάς, Το φεγγάρι του Υμηττού και άλλα ποιήματα
Κουτσούνης Στάθης, Έντομα στην εντατική
Πασχάλης Στρατής, Εποχή παραδείσου
Πορφύρης Τάσος, Έρημα
Πούλιος Λευτέρης, Η κρυφή συλλογή
Λογοτεχνικό βιβλίο για μεγάλα παιδιά
Αγγελίδου Μαρία, Το τετράδιο με τους ορισμούς: Ένα κεφάλαιο από την αυτοβιογραφία του Ηλία Μακρή
Ζαραμπούκα Σοφία, Πέτρου και Παύλου
Ηλιόπουλος Βαγγέλης, Παίξε το ανάποδα
Κλιάφα Μαρούλα, Αγρια παιχνίδια
Παπαθεοδώρου Βασίλης (κείμενο), Μπουλούμπασης Πέτρος (εικονογράφηση), Το μεγάλο ταξίδι της κινέζικης πάπιας
Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου Λότη, Η προφητεία του κόκκινου κρασιού
Ελένη Πριοβόλου, Το σύνθημα
Ρεμούνδος Γιάννης (κείμενο), Δήμος Χρήστος (εικονογράφηση), Πέντε μέρες που συγκλόνισαν το σπίτι μας
Τριανταφύλλου Σώτη, Αφρικανικό ημερολόγιο
Η τελετή απονομής των βραβείων θα γίνει στις 4 Μαΐου, στο Νέο Μουσείο Μπενάκη, στην οδό Πειραιώς 138, στις 7:00 μ.μ., στο αμφιθέατρο του Μουσείου.
Το βραβείο απονέμεται στη μνήμη του ιδρυτή του περιοδικού, Περικλή Αθανασόπουλου.

Thursday, April 2, 2009

Αντιποίημα


Τώρα που το ποίημα έγινε αίμα μου
αυτοκτονία θα ήταν να το γράψω
Μέσα σε λίγες λέξεις 
από αιμοραγία θα πέθαινα

Τώρα που το ποίημα αίμα ρέει
να κολυμπήσεις πρέπει μέσα του
να με διαβάσεις
-κι αυτό σα θάνατος μυρίζει


Είναι ακριβό ένα ποίημα όταν γίνει αίμα


Αν το πουλήσω
ο αγοραστής θα ζήσει πλούσια και άνετη ζωή
κι εγώ καθόλου ευκαταφρόνητα
-σα μούμια

Αν το σκορπίσω
ακόμα κι ένας βάτραχος
ανέλπιστα σε πρίγκιπα θα μεταμορφωθεί
κι εγώ θα σέρνομαι
αποφόρι άδειο

Αν το φυλάξω
μόνο για σένα θα είναι -που είσαι ο κόσμος όλος-
μήπως ερχόμενη η αγάπη σου -κι όλου του κόσμου αγάπη-
μας πάει μια δρασκελιά πέρα απ' το θάνατο
-μιας και να τον αποφύγουμε ολότελα
αδύνατον μου μοιάζει

Μια δρασκελιά λιγάκι παραπέρα

Εκεί που το αίμα γίνεται νερό
και το νερό αέρας
Το ποίημα πλέκει προσευχή
κι η προσευχή τη Λάμψη.


Η φωτογραφία είναι του Ηλιογράφου μας.

Monday, March 23, 2009

Ένα αντίο κι ένα καλώς όρισες


Όταν κάτι φεύγει, κάτι άλλο έρχεται.
Είναι σα νόμος της ζωής.
Ακόμα κι αν αυτό που έρχεται είναι το κενό.



Άκουσα την εξώπορτα ν' ανοίγει. Σηκώθηκα τρομαγμένη απ' το βαρύ κρεβάτι μου να δω ποιος είναι και είδα την πλάτη του καμπουριασμένη, τα μαλλιά  λευκά, τρεμάμενα τα πόδια με δυσκολία τον κρατούσαν.

-Ήρθα να σε αποχαιρετίσω, μου είπε σχεδόν ράθυμα.
-Στο καλό να πας, του απάντησα και είχε μια σκληρότητα η φωνή μου ασυνήθιστη. Του χρόνου να είσαι πιο τρυφερός μαζί μου σε παρακαλώ.
-Μη μου θυμώνεις. Κακία μη μου κρατάς. Δεν είναι όλο το φταίξιμο δικό μου. Μερικά γεγονότα διαλέγουν από μόνα τους τη στιγμή τους. Εγώ δεν διάλεξα τίποτα...
-Όταν ήρθες ήσουν νέος και γεμάτος υποσχέσεις. Θα δουλέψουμε με δύναμη μου είχες πει, θα δημιουργήσουμε, θα γεννήσουμε παρέα. Δε λέω, όλα έτσι έγιναν ή περίπου έτσι. Μα για τα άλλα δεν μου είπες τίποτα. Καμία υπόνοια, προειδοποίηση καμιά. Ντρέπομαι για σένα. Αφού ήξερες...
-Ήξερα, είναι αλήθεια. Στην αγκαλιά μου κρατούσα δυο από τους αγαπημένους σου και έκανα το παν για να τους κρύψω, να μην τους δεις, να μην πονέσεις.
-Δεν έκανες όμως και το παν για να μου τους ξαναδώσεις πάλι πίσω. Άνοιξες την αγκαλιά σου και πέταξαν με τα φτερά που εσύ ο ίδιος τους έδωσες.
-Μα αφού εσύ καταλαβαίνεις, δεν καταλαβαίνεις; Δεν φτιάχνω εγώ τα φτερά των ανθρώπων. Μόνοι τους τα φτιάχνουν όταν φτάνουν ήδη να συνομιλούν και να συνεργάζονται με τα φτερωτά. Δεν ορίζω εγώ την αγκαλιά μου, δεν διαλέγω αυτούς που κουβαλώ. Ό,τι μου δοθεί κρατώ. Δεν απλώνω χέρι σε κανέναν. Μόνο κρατώ.
-Μα εμένα δεν με κράτησες.
-Σε κράτησα μικρή μου, δεν το ένιωσες; Σου έδωσα χίλια χρώματα να παρηγορηθείς και μουσικές για να χορεύεις.
-Λόγια όμως δεν είχα πια...
-Κάποτε δεν υπάρχουν λόγια κι ίσως δεν ήμουν εγώ που θα μπορούσα να σου τα δώσω τέτοιες ώρες. Κοίταξέ την, την βλέπεις; Αυτή θα σου τα δώσει. Θα σου χαρίσει ακόμα και την ηλικία την νέα, αυτήν που σου ταιριάζει, την πιο αθώα παιδική μαζί με μια τουλίπα κόκκινη.

Την είδα τότε την ωραία, την πάγκαλη Άνοιξη, θεά του έρωτα της πρώτης νιότης να μου χαμογελά γλυκά και να μου δίνει την τουλίπα.
Ναι, ήταν αυτή η τουλίπα που φύτεψα με τα χεράκια μου το φθινόπωρο ελπίζοντας πως μια μέρα θα γίνει λουλούδι που θα ευαγγελιστεί την άνοιξη. 

Πήρα με συγκίνηση το άνθος, το κοίταξα βαθιά μες στα μωρουδιακά του μάτια και χαμογέλασα μετά από καιρό. Πάνω που ξεμάκραινε ο γέροντας με σκυμμένο το κεφάλι κι όλη τη θλίψη που αμείλικτα του έδωσα αντίο, τον πρόλαβα και του έβαλα στο γηρασμένο χέρι το ανήμπορο, το λουλουδάκι.
-Πάρε την τουλίπα μαζί σου να σου δείχνει τον δρόμο. Στα χέρια σου τα κρύα δεν θα μαραθεί και θα 'σαι εσύ που θα μου την προσφέρεις του χρόνου, έτσι για να φέρουμε τούμπα τον καιρό. Συγχώρεσέ με, Χειμώνα, του είπα. Σπλαχνίσου την σκληρότητά μου. Δεν ήξερα αλλοιώς να αντέχω. Έπρεπε κάπου να αποδώσω την ευθύνη των δυο θανάτων που έζησα στις μέρες σου, η φτωχή, σαν να 'φταιγαν οι μέρες σου που τα πουλιά μου γίναν μες στο καταχείμωνο αίφνης από κατοικίδια αποδημητικά. Με κράτησες κι ας μην κατάφερα να αποδεχθώ τις απώλειες. Με κράτησες όμως, είναι αλήθεια κι όσο μπορούσες με παρηγόρησες, το παραδέχομαι. Και τώρα όρθια ξανά, εδώ σ' αυτό το κατώφλι, υποδέχομαι την Άνοιξη. Εδώ στα μέσα της Σαρακοστής, και μες στο πλήθος λογισμών ανόητων, θλιβερών και απέλπιδων, όρθια πάλι. Ανάμεσα σε βέλη που χτυπούν όλες τις αχίλλειες πτέρνες μου που είναι πολλές, όρθια ακόμα, είμαι εδώ, παρ' όλα αυτά, ελπίζοντας πως θα 'ρθει η Ανάσταση που κι αυτήν εσύ την προετοίμασες αγαπημένε...

Αυτά του είπα και χάθηκε η σεβάσμια μορφή του μέσα στην ομίχλη και τη βροχή.

Έβαλα την Άνοιξη στο σαλόνι. Της πρόσφερα ροδάκινο κομπόστα και αρχίσαμε σαν από πάντα φιλενάδες να τα λέμε... Στην αγκαλιά της έγειρα κι έκλαψα πικρά μέχρι που αποκοιμήθηκα και τότε είδα στον ύπνο μου τόσα πολύχρωμα πουλιά που τ' άκουγα ολοζώντανα να κελαηδούν πάνω από τα δέντρα κι απ' τους εφτά ουρανούς  πιο πάνω, και μέσα τους ξεχώρισα όλα τα δικά μου και τα πλέον αγαπημένα γιατί φορούσαν το καθένα στο μικρό του κεφαλάκι φωτοστέφανο κόκκινο που φανέρωνε στα μάτια μου τα διψασμένα, πως ο γερο-Χειμώνας είχε προφτάσει κιόλας και δίχως να του το ζητήσω, τους χάρισε από ένα πέταλο της κόκκινης τουλίπας μου μη μου περάσει από το νου πως γίνεται να με ξεχάσουν...

Wednesday, March 18, 2009

Paul Claudel



Δεν είναι
τ' αγκάθια μου

η προστασία μου
λέει το ρόδο
eίναι
το άρωμά μου

Monday, March 16, 2009

Είμαι ένας ανάποδος άνθρωπος.


Δεν υπάρχει ουδεμία αμφιβολία. Είμαι ένας ανάποδος άνθρωπος.
Για να γίνω πιο συγκεκριμένη: Δεν εννοώ ότι έχω μια καλή πλευρά και μία ανάποδη. Καθόλου.
Δεν έχω καμία καλή πλευρά κι αυτό ας μην προκαλέσει αισθήματα περιττά, γιατί δεν είναι καθόλου θλιβερό. Ούτε έχω μία ανάποδη πλευρά. Τουναντίον. Έχω πολλές πλευρές ανάποδες.
Κι αυτό είναι πολύ μαγευτικό, αν και άκρη εύκολα δεν βγαίνει.
Δεν τα λέω καλά και θα σας μπερδέψω. Πρέπει να γίνω πιο σαφής.
Η καλή πλευρά ενός εαυτού είναι σαν ένα ρούχο ταιριαστό στο σώμα.
Η ανάποδη πλευρά ενός εαυτού είναι αντιστοίχως σαν ένα ρούχο που το φοράς από την ανάποδη. ΄Ολες οι ατέλειες φαίνονται, οι ραφές, τα ξέφτια. Έχει σίγουρα ενδιαφέρον, γιατί όλη η δουλειά του ράφτη είναι εκεί, αλλά και όλη η ατέλεια.
Αυτό είμαι λοιπόν, στην νιοστή!
Γεμάτη ανάποδες πλευρές. Ρούχα πολλά που μόλις τα δω ξετρελαμένη από την χαρά του καινούριου και αφόρετου, τα φοράω δίχως σκέψη, γεμάτη από μία παιγνιώδη χαρά.
Δεν μ' ενδιαφέρει τίποτα περισσότερο από το να τα δω πάνω μου. Να τα δοκιμάσω. Να τα ταιριάξω όπως μπορώ.
Μόλις φορέσω ένα τέτοιο ρούχο η χαρά μου δεν περιγρ'αφεται. Το φροντίζω πάρα πολύ. Όσο δύσκολα μπορεί να φανταστεί κάποιος. Αρχίζω τις διορθώσεις, τις επεμβάσεις, τα συγιρίσματα. Θέλω όχι μόνο να μου ταιριάζει. Απαιτώ να είναι άψογο αισθητικά. Και μετά; Εδώ είναι το αστείο, το παράδοξο και ενδιαφέρον, αλλά και το ανερμάτιστο. Το βγάζω και το αφήνω στην ντουλάπα γιατί δεν μ' ενδιαφέρει πια καθόλου. Δηλαδή, πάνω που γίνεται άξιο μιας μεταστροφής προς την καλή πλευρά, εγώ το παρατάω αδιάφορη. Χάνω ολότελα όλο μου το ενδιαφέρον. Πάνω που οι άλλοι λένε, για κοίτα τι ωραίο που το έκανες τώρα αυτό και πώς τα κατάφερες, εγώ ήδη κοιτάω γύρω γύρω να δω τι άλλο ανάποδο μπορώ να φορέσω.
Μη νομίζετε πως λέω παλαβομάρες. Παρ' όλο το συμβολικό του περιεχόμενο, αυτό το κείμενο είναι αληθινό. Όσο ξέρουμε και όσο καταλαβαίνουμε τι είναι το αληθινό. Σιγά να μην ξέρουμε!
Μιλώ βέβαια για όλα όσα κατά καιρούς στη ζωή μου ασχολήθηκα και ασχολούμαι.
Ποτέ δεν κατάφερα να αποκτήσω μια ιδιότητα. Πάνω που πήγαινα να την αποκτήσω την έστριβα κανονικά. Είμαι άνθρωπος χωρίς ιδιότητες. Ή άνθρωππος με όλες τις ιδιότητες. Πήγα να γίνω ηθοποιός και μόλις άγγιξα την επιτυχία, κατέβηκα τρέχοντας από το σανίδι. Πήγα να γίνω μουσικός και μια από τα ίδια. Πήγα να γίνω ποιήτρια και κατέβασα τα ρολά μετά την πρώτη δημοσίευση. Τραγουδίστρια μετά από σκληρή δουλειά μόνο για δύο συναυλίες. Και πάνω που είπα πως, φτάνει πια, έλεος, λυπήσου λίγο τον εαυτό σου, φαίνεται πως είσαι συγγραφέας, τώρα αρχίζω και γράφω μουσική. 
Μα σήμερα που όλοι έχουν ανάγκη να είναι κάτι, εγώ δεν αντέχω να είμαι τίποτα από όλα αυτά τα κάτι. Με μια ελαφρότητα παιδιού, απλώς παίζω. Δεν αντέχω κανένα βάρος μεγαλύτερο από αυτό του παιχνιδιού. Δεν υποκίπτω σε καμία ιδιότητα. Πάω όπου τραβά η καρδιά μου, πιστεύοντας ακράδαντα πως έχω δικαίωμα σ' αυτό το παιχνίδι, όπως όλοι οι άνθρωποι που συνήθως βέβαια φοβούνται να παίξουν. 
Μα επιτέλους θα το πω: Όλη η χαρά και η χάρη, όλος ό έρωτας κι όλο το πάθος είναι στο ξεκίνημα. Είναι στην πρόβα αυτού του άγνωστου ρούχου κάθε φορά. Κι εγώ φαίνεται πια καθαρά πως είμαι ένας ανάποδος άνθρωπος που όλο θέλει να αρχίζει ένα παιχνιδι δίχως να νοιάζεται αν θα χάσει ή αν θα κερδίσει. Μου κάνει ακριβώς το ίδιο. Τίποτα δεν μειώνει την χαρά μου και κανείς δεν μπορεί να με πείσει να γίνω... επαγγελματίας. Φευ!
Καθόλου καλό πρότυπο δεν είμαι για κανέναν. Οποιαδήποτε μίμησις μπορεί να αποβεί καταστροφική, σας προειδοποιώ!

Η φώτο, Ηλιογράφος βέβαια.

Thursday, March 12, 2009

Γιάννης Ζήκας (1945-2008) Το χαμένο μου χέρι



Υπάρχει ο κόσμος που φαίνεται
κι ο κόσμος που δε φαίνεται
υπάρχει ένα σώμα που βυθίζεται
κι ένα σώμα που βαπτίζεται

Υπάρχει ο νους που τρώει τα έτοιμα
κι ο νους που πολεμά για της στιγμής τη σπίθα
υπάρχουν δυο λευκά σημεία
το κύμα και το μνήμα

Υπάρχει ένα άλλο επίπεδο
που λάμπει ο Ήλιος 
της αγνής μας ουσίας

Από την ποιητική συλλογή του Γιάννη Ζήκα 'Φύλλο και φτερό', εκδόσεις Μυγδονία, 2009

Tuesday, March 10, 2009

Κάτι σαν τραγούδι,, λίγο σαν προσευχή




Φοβάμαι να μιλήσω για το τραύμα
ούτε να το κοιτάξω το μπορώ, ούτε να ψηλαφισω.
Μόλις πιστέψω πως σαρκώθηκε το θαύμα
το αίμα πίδακας ορμά, πώς να το κρύψω;

Άλλοτε αρκεί ένα άγγιγμα βοριά
άλλοτε -πιο παράδοξα- κάποιου νοτιά το χάδι
κάποτε μόνον μια απρόσεχτη περαστική ματιά,
ή ένα χαστούκι ανάλγητο απ' τα άδυτα του Άδη.

Δε σου ζητώ να κάνεις μαγικά
ούτε προσπάθειες υπεράνθρωπες για μένα
μείνε μόνο κοντά μου τώρα που ο πόνος αλυχτά
κι έμεινα πλειγωμένη δίχως άνθρωπο κανένα.


Δε σου ζητώ παλάτια ούτε και πύργους
τι να τους κάνω τους πολύτιμους τους λίθους
που ξεριζώνουν με τη βία οι εραστές
απ' τη φιλεύσπλαχνη τη γη τους;

Μπορείς μονάχα όταν ανοίγει αυτή η πληγή
να στέκεσαι στο πλάι μου, κοντά μου
με το 'να χέρι περασμένο από τη μέση τη λεπτή
και τ' άλλο να σφουγγίζει την καρδιά μου;

Μπορείς να με φυλάγεις απ' τα βλέμματα,
τα ύπουλα χτυπήματα, τις κατακρίσεις,
τις ερωτήσεις τις αχρείαστες, τα ψέμματα
αυτών που δεν αντέχουν τις υπόγειες πτήσεις;

Μείνε κοντά μου σιωπηλός λατρεία μου
ασπίδα  μου και τείχος προστασίας
για την ανυπεράσπιστη την Τροία μου
κατά του δούρειου ίππου της απελπισίας.

Η αρχαία μου πληγή που πάλι τρέχει
ξεπλένεται στης αγκαλιάς σου το νερό
κι όταν η νύχτα άλλη νύχτα δε θα αντέχει
ίσως ανθίσει το καινούριο μου φτερό.




Tuesday, March 3, 2009

"Το δέντρο" του Διονυσίου Σολωμού




Δεν είναι χόρτο ταπεινό, χαμόδεντρο δεν είναι
βρύσες απλώνει τα κλαδιά το δέντρο στον αέρα
μην καρτερεις εδώ πουλί και μην προσμένεις χλόη
γιατί τα φύλλ' αν είν' πολλά, σε κάθε φύλλο πνεύμα.
Το ψηλό δέντρ' ολόκληρο κι ηχολογά κι αστράφτει
μ' όλους της τέχνης τους ηχούς, με τ' ουρανού τα φώτα.
Σαστίζ' η γη κι η θάλασσα κι ο ουρανός το θάμα,
και μέγα πολυκάντηλο μες στο ναό της φύσης,
κι αρμόζουν διάφορο το φως χίλιες χιλιάδες άστρα,
χίλιες χιλιάδες άσματα μιλούν και κάνουν ένα.


Καλό μήνα, ανθισμένη άνοιξη, βιωμένη Σαρακοστή
και αναστημένοι Ανάσταση!

Η φωτογφραφία είναι του Ηλιογράφου που πάντα ευχαριστώ για την ευγενική χορηγία.

Wednesday, February 25, 2009

Τι είναι η ζωή ρε μάνα;



Και ρώτησε ο νέος τη μάνα του που καθόταν κι έπλεκε ήσυχα στον καναπέ το πλεχτό της, εξοργισμένος από τα περίσσια νιάτα του που παρ' όλο τους το εύρος δεν χωρούσαν το νόημα της ζωής:
- Και δε μου λες ρε μάνα, τι είναι η ζωή; Εσύ ξέρεις;
"Ε, γιε μου", του απάντησε η γραία καθώς συνέχισε να πλέκει δίχως σταματημό.

"Η ζωή είναι σαν αυτό το πλεχτό. Έρχεσαι στον κόσμο και σου δίνεται ένα κουβάρι κάτι να το κάνεις. Ξεκινάς και πλέκεις και το μόνο που έχεις στο νου σου είναι να το πλέξεις όσο καλύτερα μπορείς. Να καταφέρεις το σχέδιο που έχεις στο νου σου, να μην αφήσεις κενά, οι κόμποι σου να είναι περιποιημένοι και κρυμμένοι. Ε, και καθώς περνούν τα χρόνια, το μόνο που αλλάζει καθώς πλέκεις το πλεχτό σου, είναι πως αρχίζεις και ρίχνεις κλεφτές ματιές στο κουβάρι που τελειώνει και σε πιάνει μια αγωνία μήπως δε σου φτάσει η κλωστή να το τελειώσεις. Αυτή είναι η ζωή γιε μου..."

Η διήγηση αυτή ουδούλως φανταστική είναι. Μου την ανέφερε ο καρδιακός  μου φίλος Γ. που είναι σήμερα ένας ωραίος άνθρωπος που αρχίζει και κοιτά μήπως τελειώσει το κουβάρι του  και αγωνιά αν θα του φτάσει η κλωστή. Κι εγώ γελώ μαζί του, γιατί ακόμα δεν καταλαβαίνω.

Η φωτογραφία είναι του Ηλιογράφου και τον ευχαριστώ πολύ.

Saturday, February 21, 2009

Το παιδί της μιας ημέρας


Γυμνό παιδί διασχίζει την άμμο τρέχοντας και προχωρά ίσια στη θάλασσα. Στη θάλασσα τρέχει γυμνό κι ανάβει όλα της τα καντήλια, ένα ένα τα ναυάγια που αιώνες τώρα χώρεσε στους κόλπους της τους γαλάζιους και απέραντους.
Ψελλίζει τα ονόματα των ναυτικών που πήρε το κύμα, των προσφυγόπουλων, των γυναικών που αναζητούσαν καλύτερη ζωή, των παιδιών που δεν χόρτασαν παιχνίδι. Των γονέων, των αδελφών, των συζύγων, των παπούδων, των φίλων, των ερώτων όλων.
Ψελλίζει ένα ένα τα ονόματα των καραβιών, τις κουπαστές τους ονομάζει, τα πανιά και τα κατάρτια τους, τα σπασμένα κουπιά, τα τρύπια σωσίβια. Τίποτα δεν αφήνει αβάφτιστο το μικρό γυμνό παιδί.Τίποτα δεν λησμονεί να αναφέρει.
Κι όσο τρέχει πάνω στο νερό τόσο στο βήμα του το αερικό και στα λογάκια του τα αθώα και σοφά, ανάβουνε καντήλια οι μνήμες των ανθρώπων και των πραγμάτων που χάθηκαν, που κάποτε καταποντίστηκαν στην άγνωστη αγκαλιά των βυθών.
Κι ύστερα βουτά στα βάθη των ωκεανών να συναντήσει ό,τι δεν γνώρισε και ό,τι δεν άκουσε στις διηγήσεις των ψαράδων. Άφοβα βουτά χωρίς φιάλες οξυγόνου και βατραχοπέδιλα. Γυμνό βουτά όπως το γέννησε η μάνα του την πρώτη του την μέρα. Αυτήν που διάλεξε να βγει και να την τρέξει. Δεν ξέρουν από φόβο τα παιδιά. Έχουν φτερά, έχουνε λέπια και πτερύγια. Έχουνε βράγχια και καρδιά ψαριού, πουλιού και πεταλούδας. Σύννεφου και νερού, αέρα άπιαστου. 
Έξω από τον χρόνο και στην πιο μυστική του ουσία κάτοικοι, περνούν αστραπιαία από τους αιώνες και χαϊδεύουν το ανέγγιχτο. Χαμογελούν στις πέτρες, στα κοράλλια και στα φύκια και στο όνομα της αγνής αγάπης τους σώζουν το απειροελάχιστο μόριο της ύλης και του άυλου. Του έμψυχου και άψυχου.
Μια θάλασσα καντήλια άναψε σήμερα το μικρό γυμνό παιδί της μίας ημέρας. Κι άστραψε ο κόσμος φως από τον Άδη μέχρι τα ουράνια. Παρηγορήθηκαν τα απαρηγόρητα και χαμογέλασαν τα σπαραγμένα. Πρόσωπα ανθρώπων ζωντανών που πρόσφεραν την καρδιά τους λάδι να ανάψει το φυτίλι της πεθυμιάς τους το μικρό παιδί, αυτό της μιας ημέρας που την είπαν Ψυχοσάββατο. 
Καθώς η νύχτα πέφτει κι η μέρα ετούτη απομακρύνεται δειλά και ντροπαλά σα γυναίκα που ετέλεσε το χρέος της και σεμνά αποχωρεί να μην ακούσει τους αχρείαστους και κολακευτικούς επαίνους όσων δεν νιώθουν χρέος τι θα πει, το παιδί που διέσχισε και κατέβηκε στη θάλασσα του Άδη κι άναψε τα καντήλια του, δελφίνι ξεπετάγεται από το νερό, βγάζει φτερά χρυσά που ακόμα στάζουν αρμυρό νερό -που δεν είσαι σίγουρος αν είναι όντως της θάλασσας νερό ή δάκρυα όσων πίσω έμειναν για να θυμούνται-, κι ανεβαίνει ψηλά. Σκίζει με τρυφερότητα περίσσια το μαύρο, το κρύο, την απόσταση. Ξεπερνά το άγνωστο μυστήριο και πάει πίσω σπίτι του να αναπαυθεί στην βρεφική του κούνια. Σταυρώνει τα χεράκια, κλείνει τα λαμπερά του μάτια, τα χρυσά του το σκεπάζουν απαλά και αρχίζει να ονειρεύεται πως έφτασε η μέρα της γιορτής της πιο μεγάλης.
Της μέρας που κανείς δεν θα έχει μείνει πίσω να θρηνεί, λάδι να δίνει και φυτίλι, πρόσωπα να νοσταλγεί και χάδια κι αγκαλιές, χαμόγελα που φτεροκόπησαν.
Της μέρας που όλα θα είναι παρόν και όλοι ένα.
Καληνύχτα παιδί του Ψυχοσάββατου...
Σ' ευχαριστούμε...

Thursday, February 19, 2009

Τα καλοτάξιδα πουλιά - Νίκου Γκάτσου


Τα καλοτάξιδα πουλιά
χτίσαν το Μάρτη μια φωλιά
στο περιβόλι το παλιό
κι ειχαν τον άνεμο σκολειό.

Μα με τ' Απρίλη τη χαρά
καινούρια βγάλανε φτερά
κι είδανε πέρα απ' το βουνό
του μισεμού τον ουρανό.

Δε μου φτάνει αυτός ο κήπος
δε μου φτάνει τούτη η γη
της καρδιάς μου ο κάθε χτύπος
είναι κι άλλη μια πληγή
που γυρεύει να βρει ακόμα
το καινούριο της το χώμα.

Tuesday, February 17, 2009

Αναστασία Κουμπάκη (1953-2009) -Η κυρία μου-



Κάποτε συναντούμε στη ζωή μας ανθρώπους που όταν φεύγουν δεν απορούμε γιατί έφυγαν, μιας και η απορία τού πώς βρίσκονταν ανάμεσά μας, είναι ισχυρότερη. Γιατί ανάμεσά μας υπάρχουν άνθρωποι αλλοιώτικοι. Αυτοί που έχουν τα χαρακτηριστικά που αποδίδουμε στους αγγέλους. Αυτοί από τους οποίους απουσιάζουν παντελώς πάθη σαν αυτά που δικαιολογούν την ύπαρξη όλων μας και τον αγώνα μας να τα υπερβούμε.

Ένας τέτοιος αλλοιώτικος άνθρωπος ήταν και η Αναστασία Κουμπάκη που έφυγε χθες στις 6.15 το απόγευμα από τη ζωή, μετά από το χτύπημα της οξείας λευχαιμείας, μέσα σε δύο μήνες, στα πενήντα πέντε της χρόνια.

Η οικογένειά της έφυγε το '50 από τις Σέρρες, πολιτικοί πρόσφυγες στην Βουλγαρία. Εκεί γεννήθηκε και μεγάλωσε η Αναστασία, εκεί σπούδασε σε μουσικό γυμνάσιο και μετά στην μουσική ακαδημία και έκανε το μεταπυχιακό της ως μαέστρος. Το '80 ήρθε στην Ελλάδα και από τότε εργάστηκε ως δασκάλα τραγουδιού και μαέστρος σε χορωδίες πολλών ωδείων της Β.Ελλάδος, βγάζοντας εκατοντάδες μαθητών.

Την γνώρισα πριν από δύο χρόνια περίπου, όταν άρχισα να ψάχνω δασκάλα για τραγούδι. Εργαζόταν στο Σύγχρονο ωδείο. Δώσαμε πρώτα ένα ραντεβού σ' ένα καφέ για να της εξηγήσω τι ακριβως ήθελα να κάνω. Άργησε να έρθει και πάντα αργούσε στα ραντεβού της, όπως κατάλαβα στη συνέχεια, μιας και η ζωή με την κάθε της λεπτομέρεια, της αποσπούσαν όλη της την προσοχή συνέχεια, με αποτέλεσμα να μην έχει αίσθηση του χρόνου. Ήταν αδύνατον αυτό να σου προκαλέσει έστω και παράπονο, γιατί όταν έφτανε σου διηγούνταν γεμάτη πάθος όλους τους λόγους της αργοπορίας της που ήταν πάντα πάρα πολύ σοβαροί, αφού τόσο πολυ την έναιαζαν και τόσο την γέμιζαν όλα.

Όταν ξεκινήσαμε τα μαθήματα την ρώτησα πώς ακριβώς θα την πληρώνω. "Και ποιος σου είπε παιδάκι μου πως πρέπει να πληρώνεις;" μου απάντησε με απόλυτη φυσικότητα. Σχεδόν δυο χρόνια μαθήματα δεν πήρε ποτέ ούτε μία δραχμή από μένα. Και μέσα σ' αυτό το διάστημα υπήρχαν Σάββατα και Κυριακές με πρόβες πολύωρες όταν είχα μπροστά μου συναυλίες και μάλιστα συχνά με έπαιρνε μόνη της τηλέφωνο, γιατι ντρεπόμουνα πάρα πολύ εγώ να της το ζητώ, και μου ζητούσε η ίδια να κάνουμε μαθήματα. Εγώ συχνά μετά από πέντε ώρες πρόβα κόντευα να πέσω κάτω από την κούραση ενώ εκείνη δεν έδειξε ποτέ κουρασμένη. Αν δεν σταματούσα εγώ το μάθημα εκείνη δεν το έκανε ποτέ. Ξεχνούσε να φαει, να πιει νερό. Όταν δίδασκε, -και δίδασκε πολλές φορές 10 με 12 ώρες τη μέρα- τα ξεχνούσε όλα. Όλα όσα αφορούσαν τον εαυτό της. Την ενδιέφεραν μόνον οι μαθητές της.
Με το καιρό κατάλαβα πως από τους περισσότερους μαθητές της δεν έπαιρνε χρήματα. Με το καιρό κατάλαβα όμως επίσης, πως μου είχε και μια ξεχωριστή αδυναμία. Σήμερα στην κηδεία ήρθαν πολλοί να μου πουν πως με αγαπούσε πάρα πολύ.

Αν για κάτι ευγνωμονώ πάντα τον Θεό είναι ότι μου χάρισε σπουδαίους δασκάλους. Ονόματα μεγάλα, ανθρώπους ξεχωριστούς και πολλούς στον αριθμό, και στο Παιδαγωγικό και στο Θέατρο και στη Μουσική και στη ζωή. Από όλους αυτούς, δύο ξεχωρίζω μέχρι σήμερα γιατί ήταν στην κορυφή, όχι μόνο της διδασκαλίας, αλλά αυτής της αλλοιώτικης ανθρωπιάς που ταυτίζεται με την μεγάλη αγάπη και το 'άλλο' βλέμμα. Αυτό που διαβάζει τον κόσμο όχι από κάτω προς τα πάνω, αλλά αντίθετα. Μ' έναν τρόπο αγγελικό, ας πω.

Ο ένας από τους δύο ήταν η Αναστασία. Η κυρία μου. Πρώτη φορά είχα κι εγώ μια κυρία. Μια αληθινή κυρία. Κι έτσι την φώναζα. Κυρία μου, την έλεγα και της άρεσε πολύ. Μια κυρία πιο παιδί από τα παιδιά. Γεμάτη φως και χαρά. Γεμάτη υπομονή απέραντη. Τρόπους ατελείωτους στο να διεισδύει στον άλλον και να του βγάζει το πιο ευγενικό του μέταλλο στο φως.Μια φωτιά γεμάτη πάθος. Ένα φτερό κόκκινο στους δρόμους και στις αίθουσες των ωδείων. Άνθρωπος πένης, θεόφτωχος, που δεν τον ενδιέφεραν ποτέ τα χρήματα, έχοντας ασκηθεί πολυ στην πτωχεία κι έχοντας ανακαλύψει τον θησαυρό της. 

"Μαμά, πέφτουν τα μαλλιά μου" είπε στην μαμά της όταν τα Χριστούγεννα έκανε στο σπίτι της μπάνιο. Μέχρι τη μέση έφτανε το δάσος από τα πλούσια σπαστά κόκκινα μαλλιά της. Και πριν φύγει, έπιασε το χέρι της μανοήυλας αυτής και το φίλησε.

Όταν την είδα πριν λίγες μέρες στο νοσοκομείο φορούσε ένα ωραίο μαντήλι στο κεφάλι. Της είπα να αξιοποιήσει τώρα τα ωραία της μαντήλια, και χαμογέλασε. Με ρώτησε τι ετοιμάζω και της μίλησα για το καινούριο βιβλίο. Δεν της είπα πως της το αφιερώνω. Ήθελα να της κάνω έκπληξη. 

Έτρεξα όσο μπορούσα την έκδοσή του για να την προλάβω ζωντανή. Να της χαρίσω κι εγώ κάτι σαν αντίδωρο στα τόσα δώρα που μου είχε κάνει. Το βιβλίο βγήκε την Παρασκευή και λογάριαζα να πάω την Κυριακή να της το δώσω. Δεν τα κατάφερα γιατί η κούραση με κράτησε όλη μέρα ανήμπορη στο κρεβάτι.
Έφυγε η κυρία μου κι εγώ δεν πρόλαβα να της χαρίσω το δώρο της.
Σήμερα όμως αφού την έβαλαν στο μνήμα και μετά τα λουλούδια των δικών της ανθρώπων, παρακάλεσα τον νεκροθάφτη να το ακουμπήσει κι αυτό πάνω της. Άνοιξα το βιβλίο και σχεδίασα με το μαρκαδοράκι μου το σημείο οτου Σταυρού στην πρώτη του σελίδα. Έτσι το δώρο απέκτησε ένα άλλο νόημα που ταίριαζε περισσότερο στην ώρα. Κι εκείνος που μέχρι τότε απρόσεχτα και όπως να 'ναι πετούσε τα λουλούδια, έπιασε σχεδόν μ' ευλάβεια το παιδικό μου βιβλίο 'Και τι θα πει σ' αγαπάω;' και πολύ προεχτικά το ακούμπησε πάνω στο κεφαλάκι της. 
Έφυγα λίγο πιο ανακουφισμένη κι ένα αμυδρό χαμόγελο ζωγραφίστηκε στο λυπημένο μου πρόσωπο.

Ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός να αναπαύει την υπέροχη ψυχούλα της και η ευχούλα της να είναι πάντα μαζί μας, χαρίζοντάς μας αυτό το 'άλλο' βλέμμα.
Αντίο κυρία μου... 






Wednesday, February 11, 2009

Το χωράφι της γραφής


Κάποτε νόμιζα πως το να γράφει κανείς είναι συνάρτηση της έκφρασής του.
Θέλεις να μιλήσεις, έχεις κάτι να πεις κι επειδή συμβαίνει να δυσκολεύεσαι στον προφορικό λόγο, κάθεσαι και το γράφεις.
Με τα χρόνια και τη δουλειά πάνω και μέσα στη γραφή, αντιλήφθηκα πως δεν είναι έτσι ακριβώς.
Αν ξέρεις τι έχεις να πεις και να εκφράσεις, το λες και δεν συντρέχει κανένας λόγος να μπεις στη διαδικασία να το γράψεις. Καθόλου δεν πρόκειται για ένα πρόβλημα που πιθανόν έχεις στον προφορικό λόγο. Το αντίθετο μάλιστα.
Γράφεις διότι δεν ξέρεις τι θέλεις να πεις.
Γράφεις διότι θέλεις να μοιραστείς και δεν γνωρίζεις τι είναι αυτό που θέλεις να μοιράσεις.
Γράφεις διότι δεν μπορείς να δεις, δεν μπορείς να ακούσεις, να ψηλαφίσεις.
Γράφεις γιατί διψάς για κάτι που σου είναι παντελώς άγνωστο. Γιατί νιώθεις λειψός. Αδύναμος. Φτωχός, ασθενής και πένης. Χωρίς έδαφος κάτω από τα πόδια σου. Στήριγμα. Γλώσσα. Αφή.
Γιατί, εν τέλει, αισθάνεσαι βαθύτατα ανεπαρκής να ζήσεις τη ζωή που σου δόθηκε.
Την πλούσια και πάλλουσα ακατανόητη ζωή.
Κι αρχίζεις και γράφεις όπως ακριβώς σκαλίζεις ένα χωράφι που σου δόθηκε κληρονομιά από κάποιον συγγενή. Δεν έχεις σπόρους, δεν γνωρίζεις από σπορά, ούτε από φυτά. Τι θα πει ποτίζω, κλαδεύω, συλλέγω καρπούς. 
Ένα χωράφι σου δόθηκε και κάτι πρέπει να το κάνεις. Αρχίζεις να το σκαλίζεις και λες, ας βρέξει ο Θεός κι ας σπείρει σαν Σπορέας, ας κλαδέψει κι ας πάρει τους καρπούς να τους δώσει όπου αγαπά. Εσένα σου δόθηκε το χωράφι και δυο χέρια να το σκαλίσεις.
Γιατί γράφοντας ανακαλύπτεις τι κρύβει το χώμα.
Έκπληκτος μένεις μπροστά στο θαύμα που αναδύεται μπροστά σου κα για το οποίο τίποτε δεν γνώριζες. Ένα αόρατο χέρι οδηγεί το χέρι σου. Μια αόρατη καρδιά την καρδιά σου. Εσύ παραδίνεσαι ολότελα και το μόνο που κάνεις είναι αυτό. Παρέχεις τον εαυτό σου ολόκληρο στον κόπο. Γράφεις διαρκώς και όλα γεννιούνται ερήμην σου. 
Ίσως σε κάθε συγγραφέα να είναι διαφορετική αυτή η περιπέτεια. Διαβάζω συχνά σε συνεντεύξεις πως πολλοί γράφουν γιατί θέλουν να πουν μια ιστορία.
Για μένα όμως είναι αλλοιώς.
Ποτέ δεν θέλησα να πω καμία ιστορία. Ποτέ δεν αποφάσισα από πριν τι θα γράψω. Ούτε το θέμα διάλεξα ποτέ, ούτε τα λόγια. Απλώς γράφω όπως ακριβώς αναπνέω. Δε λες ποτέ, τώρα θα πάρω εισπνοή και τώρα θα εκπνεύσω. Το κάνεις χωρίς να το σκέφτεσαι και έτσι ζεις.
Το οξυγόνο μου είναι το χαρτί.
Και τώρα που τα γράφω αυτά δεν γνωρίζω γιατί τα γράφω. Έξω βρέχει μια ψιλή βροχή. Ακούω τον αέρα που βγάζει το μικρό αερόθερμο που έχω στα πόδια μου και τα αυτοκίνητα που περνούν απ' έξω.
Πριν από λίγο σ' ένα αγαπημένο μπλογκ είδα την φωτογραφία μιας κόκκινης ανεμώνης που η σκιά της έπεφτε πάνω σ' ένα λευκό χαρτί πίσω της. Σκέφτηκα πως ό,τι γράφουμε είναι η σκιά της αληθινής ζωής. Πως η αληθινή ζωή είναι πάντα ωραιότερη από την περιγραφή της. Είναι γεμάτη χρώματα που στο χαρτί γίνονται διαβαθμίσεις του μαύρου μιας σκιάς.
Και εξακολουθεί να παραμένει μυστήριο το γεγονός ότι ασκούμε μια ασπρόμαυρη τέχνη για να καταφέρουμε μια μέρα να ασκήσουμε την πολύχρωμη τέχνη της ζωής.  Όταν φτάσουμε σ' αυτήν τότε κάθε άλλη τέχνη αχρείαστη θα αραχνιάσει σε μια γωνίτσα της ζωή μας.

Saturday, February 7, 2009

"Και τι θα πει σ' αγαπάω;" Κυκλοφορεί προσεχώς από τον εκδοτικό οργανισμό Λιβάνη


Το καινούριο βιβλιαράκι μου "Και τι θα πει σ' αγαπάω;" βρίσκεται στο τυπογραφείο. Μέσα στην εβδομάδα θα στεγνώσει, θα δεθεί στο βιβλιοδετείο και θα κυκλοφορήσει με το καλό την Παρασκευή.

Οι παλιότεροι φίλοι αυτού του μπλογκ γνωρίζουν το κείμενο μιας και ήταν μία από τις πρώτες του αναρτήσεις. Σκέφτομαι τώρα πως καμιά φορά ο προορισμός ενός κειμένου προδιαγράφεται από τα πρώτα του βήματα κι ας μην έχουμε καμία συνείδηση επ' αυτού. Ίσως και ο προορισμός ενός ανθρώπου να λειτουργεί συχνά παρομοίως. Το λέω αυτό γιατί όταν ανέβασα αυτό το κείμενο εδώ πριν περίπου δύο χρόνια -δεν τα πάω καλά με τον χρόνο- παράλληλα είχα νιώσει την ανάγκη να το ζωγραφίσω κι έτσι πάρα πολύ απλοϊκά με το ποντίκι είχα κάνει κάποιες ζωγραφιές. Τίποτα δεν μου έλεγε τότε πως μετά από καιρό αυτό το κείμενο θα έβγαινε σε βιβλίο και μάλιστα σ' ένα βιβλίο που θα το ζωγράφιζα η ίδια και όχι κάποιος επαγγελματίας εικονογράφος. Έτσι όμως έγινε στ' αλήθεια κι έγινε χωρίς να το καταλάβω καλά καλά, χωρίς να είναι στο εκδοτικό πρόγραμμα που είχαμε σχεδιάσει με τους εκδότες μου όπου προηγούνταν άλλα κείμενα.

Εδώ θα κάνω μια μικρή εξομολόγηση απ' αυτές που δεν συνηθίζω, γιατί κάπου κάποιες λέξεις καλό είναι να αποθηκεύονται και γιατί όχι, να μοιράζονται κιόλας.
Μετά την έκδοση του βιβλίου "Σε Τέμπο Κόκκινο" που έγραφα για δέκα χρόνια ένιωσα την ανάγκη για λίγο να σταματήσω το γράψιμο. Τα στάδια που ακολούθησαν την έκδοση αυτού του μεγάλου μου βιβλίου ήταν πρώτα ένας μεγάλος πόνος αποκόλλησης της ίδιας μου της σάρκας, -μιας και περιέχει ένα πολύ μεγάλο κομμάτι του είναι μου-, μετά μια χαρά απέραντη που κάποτε συμβαίνει να δοκιμάζουμε ύστερα από την απελευθέρωση από το παρελθόν μας, τον εαυτό μας όταν το παρέχουμε στους άλλους και τη λύτρωση από το σώμα που κουβαλούμε όταν το χαρίζουμε. 
Ήρθε, λοιπόν, μέσα στα πλαίσια αυτής της απολυτρωτικής χαράς το αίσθημα του βρέφους που γεννιέται απο την αρχή. Νέο, ολοζώντανο, γεμάτο υγεία και βρέφος ολότελα.
Μέρα με τη μέρα, μέσα στις αρχές αυτού τουφθινοπώρου που μας πέρασε και καθώς το βρέφος γινόταν παιδί, σαν παιδί διακατεχόμουν από την ανάγκη να ζωγραφίσω και όχι να γράψω, γιατί βέβαια τα παιδιά πάντα προτιμούν να παίζουν και να ζωγραφίζουν και όχι να γράφουν. Κι έτσι άρχισα να ζωγραφίζω αυτό το μικρό διαλογικό κειμενάκι, χωρίς μάλιστα να ελπίζω κιόλας πως θα βγει προς έκδοση. Μπήκα άνευ όρων μέσα στο παιχνίδι της χαράς των χρωμάτων και της σκέψης του πώς εικονίζονται τα λόγια και τα αισθήματα.

Με μεγάλη συστολή τα παρουσίασα και μετά την αποδοχή και την ενθάρρυνση γύρισα στο σπίτι και αφού συμβουλεύτηκα τον δάσκαλο και φίλο μου Δημήτρη Μαρτίδη, τα έκανα από την αρχή ακολουθώντας τις συμβουλές του και στοχεύοντας πλέον στην έκδοση. Η χαρά παρέμεινε χαρά και το παιχνίδι άλλαξε απλώς από αυτοσχέδιο παιχνίδι σε ένα παιχνίδι με κανόνες που με βοήθησαν να βελτιώσω το αποτέλεσμα και να ελευθερωθώ εκφραστικά.

Εδώ και δύο βδομάδες, από την μέρα που έγινε το σκανάρισμα των εικόνων στο ατελιέ του εκδοτικού οργανισμού Λιβάνη, δουλεύαμε κάθε μέρα μέσω μέηλ με έναν εξαιρετικό γραφίστα του ατελιέ, τον Ηλία, ο οποίος στάθηκε όχι μόνο πάρα πολύ ικανός στη δουλειά του, αλλά και ένας από τους καλύτερους συνεργάτες που μου έχουν τύχει. Με μεγάλη ευγένεια, διαθεσιμότητα, σεβασμό και ευθικρισία φτάσαμε σ' ένα αποτέλεσμα που μας ικανοποίησε πολύ και τους δύο. Λέω και τους δύο, γιατί τους ανθρώπους που κατέχουν καλά μια δουλειά πάντα τους εμπιστεύομαι περισσότερο από τον εαυτό μου και δεν κάνω τίποτα αν και οι ίδιοι δδν συμφωνήσουν. Τον Ηλία θα ήθελα να τον ευχαριστήσω εδώ και να μείνει εδώ η ευγνωμοσύνη μου για όλα όσα με κόπο και μεράκι, αγόγγυστα και ακούραστα, έκανε γι' αυτό το βιβλίο.
Όσους άλλους φίλους αγαπημένους με βοήθησαν τους περιέχω στις ευχαριστίες του βιβλίου.

Εδώ όμως θα ήθελα να ευχαριστήσω και τους φίλους αυτού του μπλογκ και φίλους μου πολύ αγαπημένους που αγκάλιασαν με μεγάλη θέρμη αυτό το κείμενο και με ώθησαν να το έχω σε μια λίστα αγαπημένων κειμένων, όχι δικών μου αγαπημένων, αλλά δικών τους. Ίσως σ' αυτούς κυρίως να οφείλεται η έκδοσή του σήμερα και το γεγονός ότι καταπιάστηκα ειδικά μ' αυτό και όχι με κανένα άλλο. Για μένα τουλάχιστον έχει καίρια σημασία και αν και δεν θα αναφέρω τα ονόματα εδώ, σας ευχαριστώ με όλη μου την καρδιά. Εσείς ξέρετε ποιοι είστε.

Τέλος, εύχομαι σε όλους ΚΑΛΟ ΤΡΙΩΔΙΟ!