Labels

Thursday, August 20, 2026

Η Οδύσσεια του Νόλαν

 Ο παρορμητικός μου χαρακτήρας με οδηγούσε για πολλά χρόνια στο να εκφράζομαι άμεσα και αμέσως στα ερεθίσματα. Κάποτε κατάλαβα το λάθος μου. Αγωνίστηκα πολύ προς την αντίθετη κατεύθυνση. Και άρχισα να περιμένω. Να κατακάτσει ο κουρνιαχτός, τα αισθήματα, οι εντυπώσεις. Κι άρχισα να απολαμβάνω την υπομονή περιμένοντας στην τελευταία σειρά από όπου όλα διαβάζονται καθαρότερα.


Διάβασα πολλά άρθρα για την Οδύσσεια του Νόλαν. Και καθυστέρησα επίτηδες να τη δω. Είναι μέρες που την είδα. Και καθυστέρησα αρκετά για να τη σχολιάσω.

Έχοντας εργαστεί σχεδόν οχτώ χρόνια πάνω στο εν λόγω ομηρικό έπος και έχοντας εκδώσει το βιβλίο «Οδύσσεια - το τραγούδι των αιώνων», στις εκδόσεις Λιβάνη, νομίζω πως τώρα μπορώ να μιλήσω. Αν μπήκα στον κόπο να ασχοληθώ σοβαρά με αυτή την εργασία ήταν γιατί πόνεσα βαθιά κοιτάζοντας πόσο φτωχές και πρόχειρες ήταν οι περισσότερες αποδόσεις και διασκευές για νέους που κυκλοφορούσαν. Είπα τότε μέσα μου, αν μπορείς, λοιπόν εσύ, γράψε κάτι καλύτερο. Το αποτέλεσμα το κρίνουν οι αναγνώστες του βιβλίου μου.


Αυτό που έκανε ο Νόλαν είναι αξιοθαύμαστο. Και δεν είναι ούτε εύκολο ούτε πρόχειρο. Και όχι μόνο δεν είναι ευκαταφρόνητο, αλλά είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακό και συνεπές με το πρωτότυπο σε πολύ μεγάλο βαθμό. Προφανώς για τις ανάγκες της ταινίας έπρεπε να κάνει κάποιες συμπτύξεις, να επιλέξει κάποια από τα πολλά σημαντικά επεισόδια του τεράστιου έπους και να αλλοιώσει ή να παραλλάξει χάριν συντομίας κάποια άλλα. Ένα έργο της εποχής μας οφείλει να απευθύνεται στο σήμερα και στους σημερινούς ανθρώπους. Και αυτό το κατάφερε αδιαπραγμάτευτα επιτυχώς ο Νόλαν επιλέγοντας μοναδικά τοπία από διάφορες χώρες -δίχως να πέσει στην εύκολη και φτηνή παγίδα των τεχνικών εικονικών μέσων, και επιλέγοντας ηθοποιούς πρωτης γραμμής. Δεν υπήρξε καμία στιγμή υποτίμησης, ειρωνείας ή χλευασμού του έπους. Υπήρχε σεβασμός. Είδαμε το δικό του βλέμμα, όπως ήταν φυσικό και αναμενόμενο. Και ήταν βλέμμα καθαρό, σοβαρό, τίμιο και τολμηρό. Ναι, τολμηρό σε μια Αμερική που υποβαθμίζει σήμερα τις ανθρωπιστικές σπουδές και που σε κάποια από τα κορυφαία της πανεπισήμια αποσύρεται η Οδύσσεια ως «ρατσιστικό» και «σεξιδτικό» έργο ή καταργείται η διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών. Προσωπικά, τον συγχαίρω ολόψυχα για την επιλογή του και τη διαχείρισή της.

Αν ήμουν σκηνοθέτης κινηματογράφου και είχα τον τρόπο θα ήθελα πολύ να επιχειρήσω τη δική μου προσπάθεια. Αλλά δεν είμαι. Και γιατί το λέω αυτό; Το λέω γιατί μια τέτοια υπερπαραγωγή που απευθύνεται σε όλον τον πλανήτη θα πέσει εκ των πραγμάτων στην παγίδα των πολεμικών ρεαλιστικών σκηνών που το ευρύ κοινό αγαπάει, αφήνοντας κατά μέρος λεπτές αποχρώσεις που κάνουν όμως και όλη τη διαφορά από ένα άλλο έργο οποιουδήποτε άλλου ποιητή. Και η Οδύσσεια του Ομήρου βρίθει τέτοιων αποχρώσεων.

Πέρασαν μέρες για να συνειδητοποιήσω πως αυτή η ταινία που με εντυπωσίασε και τη θαύμασα, δεν είχε ούτε μία στιγμή που με συγκίνησε. Έχω κλάψει πολλές φορές διαβάζοντας το πρωτότυπο της Οδύσσειας. Δεν δάκρυσα καμία βλέποντας την ταινία. Για να πω ένα παράδειγμα: όταν ολοκληρώνεται η μνηστηροφονία και η Ευρύκλεια μπαίνει στη σάλα με τους φονευμένους μνηστήρες ζητωκραυγάζει από χαρά. Εκεί όμως ο Οδυσσέας την κόβει αυστηρά. Δεν είναι για να χαιρόμαστε, λέει. Πάρε να θυμιάσεις, τώρα. Είναι μια μεγάλη στιγμή αυτή. Πολύ μεγάλη. Όπως μεγάλες είναι όλες οι στιγμές των αναγνωρίσεων του πρωταγωνιστή με την Πηνελόπη, τον Τηλέμαχο και τον πατέρα του, Λαέρτη. Αυτές οι σκηνές παραλείφθηκαν. 

Η άλλη μεγάλη στιγμή, ίσως η μεγαλύτερη για μένα, είναι και εκείνη κατά την οποία απαντά στον Πολύφημο πως το όνομά του είναι Κανένας. Και αυτό παραλείφθηκε, χάνοντας, κατά τη γνώμη μου, το χρυσό κλειδί όλου του έπους. Γιατί μόνον ο ταπεινός άνθρωπος, αυτός που αισθάντεται πως είναι ο Κανένας, σώζεται κατ’ ουσίαν. Εδώ όμως σταματώ και αφήνω την απάντηση στην συμπατριώτισσα του Νόλαν. Στην κορυφαία αμερικανίδα ποιήτρια Έμιλυ Ντίκενσον, μετάφραση του Κώστα Λάνταβου, εκδ. Αρμός.


Είμαι ο κανένας! Εσύ ποιος είσαι;

Είσαι ο κανένας, κι εσύ;

Τότε ταιριάζουμε τα δυο μας - μη μου πεις!

Θα μας εξορίσουν, ξέρεις.


Πόσο πληκτικό να είσαι κάποιος! 

Πόσο κοινό, όπως ο βάτραχος 

Να λες ολημερίς το όνομά σου - όσο κράτάει ο Ιούνης -

Σ’ έναν βάλτο που σε θαυμάζει!