Labels

Friday, October 29, 2010

H πλανόδια Πόλη


Αν οι πόλεις είναι για να τις περπατάς, υπάρχουν ωστόσο τμήματα πόλεων που περπατούν σαν να αποτελούν τα πόδια που κουβαλούν, στηρίζουν και οδηγούν τον κορμό κάθε ακίνητης πόλης. Περνούν από μπροστά σου χιλιόμετρα ταινίας ευφάνταστου σκηνοθέτη.

Τότε, εσύ ο πλανήτης και πλάνητας ταξιδευτής
υποχρεούσαι να σταθμεύσεις ώστε να δεις την πλανόδια πόλη να διαβαίνει. Οι αιώνες της προηγούνται της χάρης σου.

Θα μείνω εδώ, λοιπόν, σ’ αυτό το σκοτεινό, βρώμικο στενοσόκακο να δω τις αναρίθμητες παραλλαγές του φευγαλέου προσώπου της πλανόδιας Πόλης. Το σώμα της να περιδιαβαίνει
ντυμένο τα κουρέλια της αυταρχικής ανέχειας.

Εικοσιπέντε χρόνια τώρα, γεύομαι με όλες τις αχόρταγες αισθήσεις μου την Κωνσταντινούπολη. Ψηλαφώ τα κάλλη της με τον διακαή πόθο του ερωτοχτυπημένου που του άρπαξαν την ερωμένη προτού τη χαρεί στη νυφική παστάδα. Ήρθε η ώρα να σηκώσω τα ακριβά φουστάνια της. Να γνωρίσω τα σκέλια της, και να εκπλαγώ από το πόσο αλλιώτικα είναι από το υπόλοιπο θαλερό της σώμα που χαιρόμουν τόσα χρονιά ωσάν να επρόκειτο για σώμα ενός ουρί του παραδείσου.

Χαρτογραφώ τη Βυζαντινή Πόλη: Eminönü, Gülhane, Sultanahmet, Kapalı Çarşı, Aksaray.

Καμιά αστραφτερή οδός σαν την οδό του Πέραν,
την Istiklal Caddesi με τα φωταγωγημένα διεθνή εμπορικά και τις λαχταριστές τουρκάλες με τα πορτοφόλια ασφυκτικά γεμάτα πιστωτικές του πλούτου και της απληστίας του. Το μάτι δε φτάνει το Βόσπορο να λησμονήσει τις βιοτικές του μέριμνες σεργιανόντας βαρκούλα στα ταξιδιάρικα νερά του. Το στομάχι δε χαίρεται γαστρονομικές γεύσεις, το κορμί χλιδάτα ξενοδοχεία. Ασκεπείς γυναίκες και επώνυμα ρούχα δύσκολα θα απαντήσεις μέσα σ’ αυτά τα στενά που σηκώνουν άχρι θανάτου αγόγγυστα τον καλπασμό των αιώνων.

Η πλανόδια Πόλη περνά και ξαναπερνά μπροστά από τα μάτια μου διασχίζοντας αθέλητα το τούνελ της ψυχής μου. Μετακινείται ακατάπαυστα φορτωμένη στις πλάτες το φτηνό της εμπόρευμα, τον μεγάλο αγώνα της για το ελάχιστο: ενοίκιο, γκάζι, νερό και ψωμί.

Απ’ τα λιπόσαρκα χέρια της περνούν αστραπιαία δέματα βαριά, τάβλες φορτωμένες μέχρι εκεί απάνω μικροπράγματα, δίτροχα, τρίτροχα καρότσια με στοιβαγμένα τόπια κουρτίνες, κουβάδες και σκούπες, ρόδες αυτοκινήτων, κάρβουνα, ξηρούς καρπούς, μύδια αχνιστά, πορτοκάλια και μήλα, κάστανα…

Η πλανόδια Πόλη διανύει πολλά χιλιόμετρα για να πουλήσει ένα μπουφάν, ένα κομπολόι, δυο κυκλάμινα, ένα ζευγάρι κάλτσες. Σε κοιτά ίσια στα μάτια, σου κάνει παζάρια ανελέητα, ακάθεκτη συνεχίζει το δρόμο της. Δεν επιτρέπει στον εαυτό της την απογοήτευση, την παραίτηση, τη μελαγχολία, αισθήματα αβάσταχτα αμαρτωλά για την αγνή καρδιά της, ανεπίτρεπτα πολυτελή μετάξια για το κακοφτιαγμένο σαρκίο της. Διακατέχεται από πείσμα, θάρρος, μια γενναιότητα που αγγίζει τον ηρωισμό.

Δεν χαριεντίζεται στο δρόμο, δεν φλερτάρει στα φιλήδονα βλέμματα, δε φλυαρεί στα συναπαντήματα, δε σπαταλά τον χρόνο της σε αδιέξοδες φιλοσοφικές αναζητήσεις. Δεν προλαβαίνει να σκεφτεί το αδιέξοδο. Το γνωρίζει, το βιώνει, το παλεύει. Συχνά το νικά.

Αν κουραστεί, στρώνει κατάχαμα την πραμάτεια της στο τρύπιο υφαντό του χρόνου. Τη διαλαλεί με φωνή που αναβλύζει κρυστάλλινο αγίασμα απ’ τα σπλάχνα της ανάγκης.

Ολιγοπίστησα σε Θεό και άνθρωπο.
Περηφανεύθηκα και κατακρημνίστηκα.
«Εγώ δε εταπεινώθην σφόδρα».



Καταιγίδα άγρια ξεσπά. Μέσα απ’ τα τρύπια παπούτσια γλιστρά ύπουλα σαν αμφιβολία το νερό στα ξυλιασμένα πόδια της πλανόδιας Πόλης. Η πραμάτεια της βρέχεται. Μούσκεψε του χρόνου το υφαντό. Η πενιχρή περιουσία της απειλείται να καταστραφεί.

Η Βυζαντινή κόρη πετάγεται μ’ ένα πήδο ορθή. Με κινήσεις επιδέξιες, από αιώνες τώρα αθλοφόρος σαλτιμπάγκος της ζωής και κλόουν του θανάτου, φορτώνεται ακόμα μια φορά στην καμπούρα της του καιρού τα γυρίσματα, της μοίρας τα γραμμένα. Προχωρά με βήμα ταχύ. Αγκαλιασμένη τη νύχτα μπαίνει στο εφήμερο σπίτι της. Απλώνει το εμπόρευμα στο πάτωμα να στεγνώσει, τα παπούτσια στη σκάλα, τα ρούχα στην καρέκλα, τη λογική στο συρματόσχοινο της μπουγάδας. Γλυκαίνει τη λύπη μ’ ένα κύβο ζάχαρη στο τσάι,
δόξα τω Θεώ, τον Αλλάχ… κι αύριο μέρα είναι…

Δε θα ονειρευτεί παλάτια στον ύπνο της η πλανόδια Πόλη, μήτε Ευρώπες και Αμερικές. Θα ονειρευτεί πως αύριο όλα θα είναι πάλι στεγνά. Πως θα μπορέσει να αγοράσει το γάλα, το φάρμακο, το τσιγάρο. Κι αυτά τα τόσο ταπεινά όνειρα δεν είναι διόλου καμωμένα από ευτελή υλικά. Τουναντίον. Είναι από φωτιά που καίει τα σπλάχνα της. Αυτή είναι που φωτίζει τη νύχτα.

Στα μυωπικά μου μάτια η φωτιά της μοιάζει μικρή φλόγα στο καντήλι της καρδιάς μου που απανθρακώνει εξολοκλήρου την ολιγοπιστία μου,
την υπερηφάνεια μου και την αχαριστία μου όλη.

Πάλι με σπλαχνίστηκε ο Μεγαλοδύναμος.
Με δέχτηκε στην αγκαλιά Του παιδί άσωτο,
παιδί αδύναμο, άμυαλο παιδί…

Μόνον ευχές επιτρέπει η φλόγα ετούτη γύρω της.
Οι ευχές προς τα εικονίσματα των αγίων χαμάληδων, των αγίων αχθοφόρων, των αγίων μικροπωλητών… όπως υπέρ πενθούντων, ασθενούντων, αιχμαλώτων, καμνόντων, οδοιπορούντων…

Αίφνης φωτίζεται ο θολωμένος νους μου… οδοιπορούντων…
Μα εκτός από τους ταξιδιώτες σαν κι εμένα, είναι δυνατόν η ευχή αυτή να μην υπαινίσσεται την πλανόδια Πόλη με όλους τους φτωχούς εργάτες της που αγόγγυστα προχωρούν ταξιδεύοντας το σώμα της όλο στο διηνεκές του φωτός;


Friday, October 22, 2010

Έξι επί εφτά




Mέσα σ’ αυτό το μικρό πολύχρωμο δωμάτιο, έξι επί εφτά όλο κι όλο, πλήθος θηλυκά. Ένα λεχούδι που πρωταντικρίζει το φως του κόσμου έκπληκτο. Ένα δίχρονο τόσο χοντρουλό που τα πόδια του στραβώνουν κάτω απ’ το βάρος του και καταβροχθίζει μαλλί της γριάς. Ένα πεντάχρονο που ξέφυγε στο ύψος και προσπαθεί να χωρέσει τα πόδια του κάτω απ’ το θρανίο. Ένα εξάχρονο ζωγραφίζει θαυμαστά τον Κολοκοτρώνη με μολύβι. Ένα οκτάχρονο χάνεται μέσα στο πλήθος και το όνομά του ακούγεται από τα μεγάφωνα της αστυνομίας. Ένα δεκάχρονο όλο ζωή τρώει ξύλο από τη βέργα του δασκάλου ώσπου την καταπίνει ολόκληρη. Ένα εντεκάχρονο βαρά την εξώπορτα και φεύγει που το μάλωσαν άδικα. Θα γυρίσει γρήγορα. Αλλά θα ξαναφύγει. Η φυγή είναι ένα με την ατίθαση φύση του. Ένα δωδεκάχρονο παίρνει το πρώτο του φιλί κι ύστερα το πρώτο πατρικό χαστούκι. Μελαγχολικό το δεκατετράχρονο δεν το χωρά ο τόπος. Μεθυσμένο ένα δεκαεξάχρονο ερωτευμένο με δυο αγόρια. Μπορεί και με περισσότερα. Οργισμένο ένα δεκαοχτάχρονο αναζητά τον εαυτό του στα χάδια των άλλων. Μια εικοσιδυάχρονη μανούλα απορεί τι να το κάνει το παιδί. Μια εικοσιτετράχρονη πλάι της αποκτά το δεύτερο παιδί της κι ακόμα αναρωτιέται μήπως προτιμά η ίδια να θηλάσει τη μαμά της. Μια παθιασμένη εικοσιπεντάχρονη θεατρίνα, μια εικοσιεφτάχρονη Πηνελόπη υποταγμένη στη μοίρα της, εικοσιοχτάχρονη άρρωστη στον καναπέ κοιτάζει σα χαμένη την αρρώστια της, τριαντάχρονη ποιήτρια διαβάζει τις αρνητικές επιστολές των εκδοτών, τριανταεφτάχρονη τραγουδίστρια σα νεράιδα στο παλκο, τριανταεννιάχρονη που γράφει μανιωδώς  παραμύθια γυρεύοντας να γραπώσει μέσα τους το θαύμα και μια σαρανταδυάχρονη στέκει στην μισάνοιχτη πόρτα του δωματίου, του μικρού πολύχρωμου δωματίου και κοιτά.

Κοιτά όλα αυτά τα κορίτσια και όλες αυτές τις γυναίκες που μοιάζουν κορίτσια. Τις κοιτά κατάματα. Ίσως για πρώτη φορά αναγνωρίζει όλα τα πρόσωπα και τα κατανοεί. Τα αποδέχεται όλα. Χοντρά, αδύνατα, άσχημα, όμορφα, γελαστά, μελαγχολικά, μα όλα κατά παράδοξο τρόπο οπωσδήποτε ερωτευμένα.

 Ένα δωμάτιο γεμάτο κάθε ηλικίας θηλυκά με ένα τουλάχιστον αρσενικό στο νου και στην καρδιά τους. Ένα δωμάτιο φουστάνια, κολιέ, βραχιόλια, βαφτικά, καπέλα, ίσια παπουτσάκια και γόβες. Ένα δωμάτιο γεμάτο χρώματα από το πιο απαλό ροζ μέχρι το πιο βαθύ τυρκουάζ. Τοίχοι γραμμένοι  στίχους, όνειρα, παραμύθια. Σκιές που όλες αυτές οι κόρες κάθε ηλικίας  σύσσωμες τις διώχνουν έξω από τα πολλά και μεγάλα παράθυρα. Κόρες μικρές και μεγάλες, αμαρτωλές και αγίες, μικρές και μεγάλες ψυχές σ’ ένα δωμάτιο μόνον έξι επί εφτά.

Χαμογελά η σαρανταδυάχρονη γυναίκα με το παιδικό πρόσωπο. Κλέινει αθόρυβα την πόρτα και κατεβαίνει στην κουζίνα να μαγειρέψει για όλο αυτό το πλήθος και όσους το πλήθος αγαπά. Θα βάλει αλάτι και ζάχαρη στο φαγητό. Πάντα αλάτι και ζάχαρη. Αυτό είναι το μεγάλο μυστικό τής κάθε συνταγής της χρόνια τώρα. Για να γλυκαίνονται τα μικρά  κορίτσια, ν’ αντέχουν στα βάσανα οι μεγάλες γυναίκες, μα κυρίως για να μπορούν να ανεβοκατεβαίνουν αδιακρίτως όλες τους όλες τις ηλικίες σαν παιχνίδι κι έτσι να μην χάνουν ποτέ την πρώτη τους αθωότητα. Αλάτι και ζάχαρη.  Κόρες  μου… ώρα για φαγητό! Για κοπιάστε!


Saturday, October 9, 2010

Πρόσκληση για την παρουσίαση του βραβευμένου δίσκου από την Γαλλική Ραδιοφωνία του Εν Χορδαίς




To Γαλλικό Ισνστιτούτο Αθηνών
και ο Πολιτιστικός Οργανισμός “Εν Χορδαίς”
σας προσκαλούν

την Πέμπτη 14 Οκτωβρίου 2010, στις 20.00
στο Auditorium του Γαλλικού Ινστιτούτου Αθηνών

στην παρουσίαση του δίσκου
En Cordais Musique d’ Asie Mineure et de Constantinople
Μια παραγωγή του Radio France-Ocora

Oμιλητές:
-       Sami Sadak, κοινωνιολόγος-μουσικολόγος, καθηγητής στο πανεπιστήμιο Aix – En Provence
-       Κυριάκος Καλαϊτζίδης, καλιτεχνικός διευθυντής του “Εν Χορδαίς”

Το μουσικό σχήμα “Εν Χορδαίς”:
Κυριάκος Πετράς, βιολί
Κυριάκος Καλαϊτζίδης, ούτι
Δρόσος Κουτσοκώστας, τραγούδι
Άλκης Ζοπόγλου, κανονάκι
Πέτρος Παπαγεωργίου, τουμπελέκι, μπεντίρ
θα ερμηνεύσει αντιπροσωπευτικά κομμάτια.

Μετά την εκδήλωση θα προσφερθεί κρασί με την ευγενική χορηγία του κτήματος Γεροβασιλείου.

Η ηχογράφηση του δίσκου έγινε στο Theatre de la Ville του Παρισιού, στα πλαίσια της βράβευσης του μουσικού σχήματος “Εν Χορδαίς”,με το Prix France Musique des Musiques du Monde 2008.



Thursday, October 7, 2010

Το μικρό πουλί


Το μικρό πουλί

δεν μπορεί να σηκώσει
βάρος στην καρδιά του

Κινδυνεύει να μεταμορφωθεί
σε άνθρωπο

Thursday, September 30, 2010

Ο φτωχός πραματευτής



Φώναζε ο φτωχός πραματευτής:

- Περάστε κόσμε! Πουλώ ένα δάκρυ πολύτιμο!
Περάστε κόσμε ένα γέλιο μονάκριβο πουλώ!
Ε... κόσμε... πουλώ το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον...

Κανείς δεν αγόραζε. Όλοι προτιμούσαν άλλους πάγκους στο παζάρι. Περιουσίες ολόκληρες ξόδευαν αγοράζοντας ψέμματα και αυταπάτες. Όλοι προσπέρασαν τον φτωχό πραματευτή που έβγαλε τη αλήθεια στο σφυρί για να ζήσει. Τη νύχτα τα άφησε όλα πάνω στον πάγκο του και πήρε το δρόμο του γυρισμού. Ελεύθερος από λύπη, ελεύθερος από χαρά, από παρελθόν, παρόν και μέλλον, έφτασε στο σπίτι του και πέθανε ήσυχος...

Τα χρόνια πέρασαν. Κάποτε στη θέση του πάγκου του, εκεί καταμεσής στο πολύβουο παζάρι, φύτρωσε μια μηλιά που δεν ήταν κανενός. Μεγάλωσε κι έκανε μήλα. Οι κουρασμένοι περαστικοί αφού αγόραζαν ψέμματα και αυταπάτες απ' τους άλλους πάγκους σταματούσαν μπροστά της. Κάτω απ' τον ίσκιο της ξεκουράζονταν. Από τα μήλα της χόρταιναν και ξεδιψούσαν. Κι έτσι άρχισαν στη ρίζα της να κλαιν και να γελούν. Να αναθυμούνται τη ζωή τους. Να ζουν το παρόν τους. Πρώτη φορά να ονειρεύονται το μέλλον τους. Κι ο φτωχός πραματευτής από ψηλά διασκέδαζε  την άγνοιά τους που -τόσο ερήμην τους-, τούς οδηγούσε στην αλήθεια...




Saturday, September 25, 2010

Καλημέρα - Καληνύχτα είναι αρκετό




Εγώ ρωτώ
Εσύ ρωτάς
Αυτός ρωτά

Εγώ δεν ξέρω
Εσύ δεν ξέρεις
Αυτός δεν ξέρει

Εγώ σιωπώ
Εσύ σιωπάς
Αυτός σιωπά

Όλοι θα κοιμηθούμε
Πολλοί θα ονειρευτούμε
Κάποιοι θα ξυπνήσουμε

Καληνύχτα άνθρωποι
του χτες, του σήμερα, του αύριο
Καλημέρα άγγελοι
του νυν και αεί.

Tuesday, September 21, 2010

Χάι κου σταγόνες



...
Τα δυο μου μάτια
κατοικία λέξεων
για αγράμματους
...
Ισχνό μου σώμα
απόρων του έρωτα
διάφανη φωλιά
...
Μεγάλε κόσμε
άνοιξε λίγο χώρο
για το άπιαστο
...


Saturday, September 18, 2010

Επίσκεψη




Ήρθε η Λύπη

στο μικρό μου σπίτι
Βύσσινο της καρδιάς
την τράταρα
Νερό των οματιών να ξεδιψάσει
-τόσο δρόμο 
που για την αφεντιά μου έκανε-

Φεύγει ευχαριστημένη τώρα
σχεδόν γελαστή...
Στο καλό, της γνέφω
Ν' αργήσεις να γυρίσεις
λέω μέσα μου...

Sunday, September 12, 2010

Στιγμιότυπο 3.


Δυο παππούδες το φιλοσοφούν στον καφενέ...

-Αχ, κάποτε κάναμε έτσι κι έτσι να ανοίξουμε τις βράκες της γυναίκας να βρούμε τα κωλομέρια της, θυμάσαι;

-Εμ, πώς; Και τώρα κάνουμε έτσι κι έτσι τα κωλομέρια να βρούμε τα βρακί...

Tuesday, September 7, 2010

"H Θρέψη" του Ηλία Μαμαλάκη 07/09/10






Τον τελευταίο καιρό ξαναπήγα σχολείο. Βλέπω και παρατηρώ και βέβαια μαθαίνω πράγματα και θάματα που πάντα υπήρχαν γύρω μου, αλλά δεν τα έβλεπα.
Άνθρωπος της γαστρονομίας είμαι, του μαγειρέματος. Πάντα νόμιζα ότι το φαγητό προετοιμάζεται για να προσφέρει μια από τις ανθρώπινες ηδονές. Μήπως έκανα λάθος; Ή πιο απλά, μήπως υπάρχουν και άλλοι παράγοντες στο φαγητό που ξεπερνούν την ηδονή; Ναι, φυσικά. Απλώς αυτό το βάλαμε στο πίσω μέρος του μυαλού μας και το ξεχάσαμε.
 
Το φαγητό κυρίως και απολύτως είναι ζωή.Η θρέψη, όπως θα έλεγε η γιαγιά μου:
- αυτό είναι θρεπτικό
- αυτό είναι δυσκοίλιο
- αυτό είναι ευστόμαχο

Μια εκδήλωση αγάπης του καθημερινού ανθρώπου, άντρα, γυναίκας, παιδιού ή γέρου εκδηλώνεται προσφέροντας τροφή στον άλλον. Η μάνα προτείνει το φουσκωμένο από γάλα στήθος της στο μωρό της, η πάπια ταΐζει το παπάκι στο στόμα, η λέαινα καθοδηγεί το λεονταράκι να βρει και να μασήσει μόνο του την τροφή, η μάνα πελεκάνος αν δεν βρει τροφή να θρέψει τα μικρά της κατασπαράζει μόνη της τα σπλάχνα της για να ταΐσει τα μικρά της με τη σάρκα της και το αίμα της.

Αυτό είναι η θρέψη, ανώτερη από τη γαστρονομία. Οι μανάδες θρέφουν τα παιδιά τους, τους δίνουν ζωή ή ακόμα καλύτερα δύναμη για ζωή. Γι’ αυτό όλοι εμείς γιοί και κόρες αγαπάμε τις μανάδες μας γιατί μας έθρεψαν. Κι όμως εγώ τον πήρα τον δρόμο της γαστρονομίας. Φαφλατάδικος δρόμος, φιγουρατζίδικος, με φωνές και τυμπανοκρουσίες, αλλά ότι κι αν πεις εύκολος δρόμος.

Δύο εξτραβαγκάντσες, ένα εξωτικό μπαχαρικό, λίγος αφρός και οι γαστρονόμοι έμειναν εκστασιασμένοι και ατενίζοντας στο υπερπέραν καταμετρούν την υφή του μπαρμπουνιού, το άρωμα της κολοκύθας, τη γεύση του αγγουριού.
 
Έλεος, άνθρωποί μου, η μαγκιά του μάγειρα είναι να φτιάξει τρεις μπουκίτσες φαγητό για ένα πονεμένο σώμα και την ψυχή που κρύβει μέσα του. Να τον πείσει να φάει. Να γίνει μάγειρας της θρέψης και όχι της γαστρονομίας. Να νιώσει ότι έδωσε λίγη ζωή, λίγο κουράγιο. Δεν είναι ανάγκη να είσαι ο σούπερ μάγειρας για να το κάνεις αυτό, αρκεί να αγαπάς, να φροντίζεις, να σκέπτεσαι.
 
Αυτό το σχολείο πέρασα τον τελευταίο καιρό, εγώ ο άγαρμπος μαγειράκος, να θρέψω δηλαδή, να δώσω ζωή στην αγαπημένη μου. Αρνιόταν πεισματικά να ζήσει, μόνο λίγα ροδάκινα της άρεσαν σε ήπια θερμοκρασία, ούτε ζεστά ούτε κρύα. Εγώ μέσα στην κουζίνα έφτιαχνα τυροπιτάκια, έβραζα χυλωμένη φακή χωρίς μπαχαρικά για να μην την ενοχλούν, έφτιαχνα σαλάτα φατούς που της άρεσε, έβραζα κολοκυθάκια, άτμιζα μια φρέσκια γλώσσα. Ήθελα να θρέψω την καλή μου, το ήθελα μα αυτή αρνήθηκε. Βλέπετε είχε ξεκινήσει από καιρό έναν άλλο μακρύ και άγνωστο δρόμο... Ποιος θα τα φάει όλα αυτά που μαγείρεψα;

Θα παλαιώσουν μέσα στις πιατέλες, μέχρι που κάποιος θα τα πετάξει. Τα φαγητά μου δεν έθρεψαν κανέναν, ούτε καν εμένα. Θα ήθελα κάτι να κάνω, μα είμαι ανήμπορος, δεν ξέρω τίποτα άλλο να θρέφω ανθρώπους και ενίοτε τις ψυχές τους. Γιατί θέλω να ξέρετε ότι η ανθρώπινη ψυχή κατοικοεδρεύει στο στομαχάκι μας.

Υ.Γ. Στις 29 Αυγούστου στις 11.15 το βράδυ η αγαπημένη μου γυναίκα Στέλλα έφυγε από αυτό τον κόσμο αφού έδωσε μια τιτάνια μάχη με την καταραμένη αρρώστια. Ήθελε να ζήσει όσο κανένας άλλος. Πίστευε ότι καλυτέρευε, ενώ η αλήθεια ήταν διαφορετική. Την αγαπούσα πάρα πολύ και θα την αγαπώ.
............
Aναδημοσίευση από το www.protagon.gr 
Αναπαυμένη ας είναι η ψυχή της Στέλας του και καλή δύναμη στον τρυφερό μας Ηλία...

Monday, September 6, 2010

Μικρή ιστορία 12. (Το κονσομέ και το ξύλο)



Από κείνα τα χρόνια στα καλά σπίτια κάναμε κέτερινγκ. Θέλανε τότε σ' ένα σπίτι στην Κηφισιά να ξεκινήσουνε το δείπνο με κονσομέ κρέατος. Έπρεπε να φτιάξουμε κονσομέ για χίλια πεντακόσια άτομα. Τρεις μέρες το ετοιμάζαμε. Να βράσουμε τα κόκαλα τη μια μέρα. Να βάλουμε κάρβουνα μέσα να απορροφήσουν τα περισσεύματα να μείνει διάφανο το υγρό την άλλη. Να βράσουμε και τα λαχανικά και να τα αφαιρέσουμε την τρίτη, τέσσερα καζάνια γεμίσαμε.

Πάμε στο αρχοντόσπιτο, έχει σκάλες. Δυο δυο πιάνουμε να ανεβάσουμε τα καζάνια. Καλά που είχαν ανέβει τα τρία πρώτα. Είχαμε μείνει στο τέλος εγώ κι ένας ακόμα. Αρχίζουμε ν' ανεβάζουμε το καζάνι. Πώς το ακουμπάμε στη μέση της σκάλας να πάρουμε μια ανάσα, πώς γέρνει το καζάνι, πέφτει όλος ο ζωμός και τον βλέπουμε να χύνεται. Το ξύλο που φάγαμε δεν θα το ξεχάσω. Με τις κλωτσιές μας έδιωξαν, κυριολεκτικά. Αλλά δόξα τω Θεώ, με λίγη οικονομία έφτασαν και μοιράστηκαν τα άλλα τρία καζάνια κι έφαγαν οι άνθρωποι...

Saturday, September 4, 2010

Μήλος - ο γεωλογικός παράδεισος



Με την έναρξη της ηφαιστειακής δράσης που προκαλεί η καταβύθιση της Αφρικανικής λιθοσφαιρικής πλάκας κάτω από την Ευρασιατική δημιουργούνται τα βιομηχανικά ορυκτά. Η ηφαιστειότητα στη Μήλο εξελιχτηκε σε στεριά και θάλασσα και μολονότι σταμάτησε 90.000 χρόνια πριν δυνητικά θεωρείται ενεργή.
Το γεωλογικό υπόβαθρο της Μήλου αποτελείται από μεταμορφωσιογενή πετρώματα ηλικίας 50-35 εκατομμυρίων ετών και θαλάσσια ιζήματα.





Η παλαιότερη γνωστή ηφαιστειότητα άρχισε σε αβαθή θάλασσα και έδωσε πυροκλαστικά πετρώματα κατά το Μέσο Πλειστόκαινο, δηλ. πριν 3,5 εκατομμύρια χρόνια.
Ο οψιδιανός, ηφαιστειακό πέτρωμα με ειδικό βάρος 2,37 και σκληρότητα 5,5. Λόγω της σημαντικής σκληρότητάς του και της ιδιότητάς του να σχηματίζει κατά την απόκρουση λεπίδες με οξύτατες ακμές, χρησιμοποιήθηκε κατά την Μεσολιθική και Νεολιθική εποχή για την κατασκευή κοφτερών εργαλείων, μαχαιριών και αιχμηρών βελών. Αργότερα για την κατασκευή κοσμημάτων και κατόπτρων. Τα παλαιότερα ευρήματα χρονολογούνται πριν από 9.000 χρόνια.


"Εξεκίνησα να δουλεύω στο τυπογραφείο. Έκανα τα μαρκαρίσματα στα σακιά της εταιρείας. Δώδεκα χρονώ παιδάκι ήμουνα, τη μέρα μάρκαρα 8.500 σακιά. Αργότερα έφυγα από κει και πήγα στο μηχανοστάσιο, έφυγα όμως κι από κει γιατί μια μέρα πήγε να γίνει μεγάλο κακό. Ένας άνθρωπος 
παραλίγο να χάσει τη ζωή του. Σώθηκε τελικά, ίσως από δική μου παρέμβαση, δεν ξέρω, αλλά μετά έφυγα."





Ακολούθησε η χερσαία ηφαιστειότητα του Ανώτερου Πλειστόκαινου πριν 3 εκατομμύρια χρόνια. με λάβες ανδεστικής σύστασης.
Ο καολίνης είναι μείγμα πυριτικών οξειδίων αργίλου που από την αρχαιότητα, όπως αναφέρουν ο Θεόφραστος και ο Διοσκουρίδης, χρησιμοποιήθηκε στη ζωγραφική.



"Βασανιζόμασταν με τα καϊκια. Ξεκινούσαμε στις 4.30 από Τρυπητή κι απ' άλλα μέρη, φτάναμε στη θάλασσα, θα μας επάρουν για όχι, βασανιζόμαστε, πού να σας επάρουμε με τέτοιο καιρό; Μ' ένα δισάκι στον ώμο πηγαίναμε. Από τη Δευτέρα το πρωί γυρίζαμε στα σπίτια μας Σάββατο βράδυ. Σαν κατάδικοι. Πολλές φορές δεν είχαμε νερό να πιούμε. Περιμέναμε να μας φέρουνε από τα χωριά με τα μουλάρια. Άλλοτε έρχονταν κι άλλοτες όχι".





Πιο όξινα ηφαιστειακά πετρώματα εμφανίστηκαν από το Κατώτερο Πλειστόκαινο ως το Ανώτερο 1,8 εκατομμύρια χρόνια- 10.000 όταν σημειώθηκαν εκρηκτικές και έκχυτες φάσεις ηφαιστειότητας που οδήγησαν στη δημιουργία ρυόλιθων, ρυοδακτών.
Ο βαρύτης χρησιμοποιείται στις γεωτρήσεις πετρελαίων και στην ιατρική.


" Γυναίκες και άντρες δουλεύαμε μαζί. Οχτώ χρόνια δούλεψα. Ζεφυρία, Λαγκάδα, Βαβύλα, Χάλακα, Καστριανή. Αγάπησα τους ανθρώπους με τους οποίους δούλεψα. Λίγες οι λύπες, πολλές οι χαρές. Συχνά οι γυναίκες ενώ δουλεύαμε τραγουδούσαμε. Ο Τζόκας ήταν νιόπαντρος τότε. Τον πειράζαμε γιατί η γυναίκα του έραβε τα μπαλώματα στα ρούχα του σαν κέντημα, τόσο καλοδουλεμένα ήτανε. Παραφυλούσα και περίμενα, πότε θα τον εδώ να κατεβαίνει με το καρότσι να ξεφορτώσει ορυκτό για σπάσιμο κι όταν ερχόταν, έβαζα γρήγορα το δάχτυλα σ' ένα μπάλωμα του παντελονιού του και το τραβούσα να το ξηλώσω όλο. Βλαστήμιες που μου 'κανε...."





Ο γαληνιτης είναι ορυκτό, το κυριότερο μετάλλευμα του μολύβδου.


" Υπήρχαν ορυχεία που η δουλειά ήταν πολύ βαριά, δεν την άντεχες. Στα Τρία πηγάδια δουλεύαμε ολοτσίτσιδοι. Μπαίναμε πέντε λεπτά και μετά βγαίναμε να πάρουμε μια ανάσα. Φορούσαμε τα ρούχα μας πέτνε λεπτά και μετά πάλι τα βγάζαμε και πάλι μέσα. Έτσι πήγαινε όλο το μεροκάματο. Παίρναμε το πηλό. Μετά βάζαμε χώμα εκεί από όπου τον παίρναμε και σε έξι μήνες γινόταν πηλός. Ήταν σα να μπαίναμε μέσα σε ηφαίστειο. Στους αγίους Αναργύρους στο μεγάλο πανηγύρι χόρευα όλη νύχτα Το πρωί πήγαινα στη δουλειά και δούλευα όσο πιο γρήγορα μπορούσα για να πέσω μετά μέσα στη ζέστη του νταμαριού και να κοιμηθώ".





Το μαγγάνιο βρίσκεται στον στερό φλοιό της γης. Ιχνοστοιχεία του περιέχονται στη διατροφική αλυσίδα φυτών και ζώων.


"Στο Βάνι βγαίνανε τα παρατσούκλια. Εδώ βαφτιζόμασταν. Ένας που φορούσε κάσκα τον είπανε γιατρό, άλλος δεν άκουγε τον ελέγανε κούφιακα, πολλά τέτοια.. Ο κόσμος δεν έβρισεκ δουλειά, έφευγε. Ο πατέρας μου ξεκίνησε από τα ορυχεία του νησιού. Έφυγε στη Γαλλία και δούλεψε κι εκεί στα δικά τους μεταλλεία. Παντρεύτηκε, είπε να γυρίσει στον τόπο του. Ξανά ορυχεία, δεν άντεξε. Έφυγε νέος ο άνθρωπος. Εγώ ήμουν ακόμα παιδί".





Ο μπετονίτης είναι πλαστική άργιλος που σχηματίζεται από την εξαλλοίωση μικροσκοπικών τεμαχιδίων υάλου προερχομένων από ηφαιστειακή τέφρα.

"Σέσουλα, κασμάδες, τσιμπίδια, βαγόνια, παλαμίνα. Άνοιγαν τα φουρνέλα. Αν βλέπαμε καθυστέρηση ξέραμε πως έγινε κακό και τρέχαμε. Με μια λάμπα ασετυλίνης στο χέρι για να βλέπουμε. Λαγκάδα, Κόνια, Βαρυτίνη, τα έχω ανοίξει όλα. Στις αλυκές ήταν πολύ δύσκολη η δουλειά. Βαρύ το αλάτι και αν περπατούσες πάνω του άνοιγαν πληγές τα πόδια.

Η Μήλος ανήκει στο ηφαιστειακό τόξο του νότιου Αιγαίου που η δημιουργία του ξεκίνησε πριν από 3.500.000 χρόνια και σταμάτησε πριν 90.000 χρόνια.





Ο περλίτης λαξεύεται εύκολα και χρησιμοποιείται σε δομικές εργασίες. Είναι φυσική ηφαιστειακή ύαλος που δημιουργείται από την παγίδευση από την παγίδευση του νερού. Έχει την διότητα να δεκαπλασιάζει ή να υποδεκαπλασιάζει τη μάζα ανάλογα με τη θερμοκρασία.




Ο ρυόλιθος πυριγενές όξινο ηφαιστειακό πέτρωμα αντίστοιχο του γρανίτη, αποτελείται από φαινοκρύσταλλους χαλαζία, ορθόκλαστου και μαρμαρυγία μέσα σε άμορφη υαλώδη μάζα.


Μπορεί να περιέχει φλέβες χαλαζία. Από τον χαλαζιακό τραχείτη, πέτρωμα ηφαιστεικό, πορώδες και σκληρό έφτιαχναν τις μυλόπετρες. Από τους Κλασικούς χρόνους η εξαγωγή δεν γινόταν μόνον στην Ηπειρωτική Ελλάδα αλλά και στην Αίγυπτο, στην Ιταλία κ.α.


Το μεγαλύτερο λατομείο ήταν στο Ρέμα και έκλεισε το 1956 επειδή η σύγχρονη τεχνολογία περιόρισε σημαντικά τη χρήση της μυλόπτερας. 

"Με τις μυλόπετρες αλέθαμε φάβα, στραγάλια, αλάτι γιατί τότε δεν υπήρχε ψιλό αλάτι. Από τη γαλαρία έβγαινε το βαγόνι στην υποδοχή. Ένα βαγόνι ανέβαινε κι ένα κατέβαινε. Πολλές φορές παίρνανε φωτιά τα φουρνέλα και τρέχαμε."




Ο χαλαζίας είναι σημαντικό ορυκτό της λιθόσφαιρας και το μοναδικό που αποτελείται αποκλειστικά από πυρίτιο και οξυγόνο. Γνωστός με το όνομα Quartz, χρησιμοποιείται στην κατασκευή ωρολογιών.

"Η μάσα του ανθρώπου εκείνα τα χρόνια ήτανε δύσκολη." 






Αναφορές για το θείο έχουμε στον Όμηρο. Οι θεραπευτικές του ιδιότητες έγιναν γνωστές από τον Ιπποκράτη. Χρησιμοποιούταν από τα αρχαία χρόνια ως απολυμαντικό. Σήμερα ως πρώτη βάση για τη χημική βιομηχανία.

"Ας ήταν να μην ήτανε
κείνα τα χρόνια πίσω
θα πήγαινα ξυπόλητος
για να τα συναντήσω"



.........................................................................

Σημείωση: Τα ιστορικά στοιχεία της δημιουργίας της Μήλου, οι πληροφορίες για τα ορυκτά, καθώς και τα λόγια των ανθρώπων που δούλευαν στα μεταλλεία του νησιού, είναι από το Μεταλλευτικό Μουσείου που επισκέφτηκα δύο φορές προκειμένου να στοιχειοθετήσω με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ακρίβεια την παρούσα ανάρτηση. Αφιερώνεται στους 33 εγκλωβισμένους εργάτες των ορυχείων της Χιλής με την ολόψυχη ευχή να βγουν το συνατόν συντομότερα στο φως της μέρας ζωντανοί και υγιείς.

Sunday, August 29, 2010

Καλοκαιρινές απορίες



Πώς να κρατήσουνε

τα μάτια μου

τ' αστέρια;

...

Πώς να χωρέσει

τόση θάλασσα

η καρδιά μου;

...

Όνειρο

φύλαξέ τα μου

σπόρους και νερό

για το χειμώνα

...

Thursday, August 26, 2010

Zaz - Je veux


Δόστε μου μια σουίτα στο Ριτζ, δεν τη θέλω!...
Κοσμήματα από του CHANEL, δεν τα θέλω!
Δόστε μου μια λιμουζίνα, τί να τη κάνω; papalapapapala
Προσφέρτε μου προσωπικό (υπηρέτες), τί να το κάνω;
Μια βίλλα στο Νεφσατέλ, δεν μου κάνει.
Προσφέρτε μου τον πύργο του Άιφελ, τί να τον κάνω; papalapapapala
Θέλω αγάπη, χαρά, καλή διάθεση, τα λεφτά σας δεν θα μου δόσουν ευτυχία,
εγώ θέλω να βάλω το χέρι στη καρδιά papalapapapala
ας πάμε μαζί, να βρω την ελευθερία μου,
ξεχάστε λοιπόν όλα τα κλισέ σας,
καλώς ήρθατε στη δική μου πραγματικότητα.
Βαρέθηκα τους καλούς σας τρόπους, είναι too much για μένα!
Τρώω με τα χέρια και αυτή είμαι!
Μιλάω δυνατά και είμαι ειλικρινής, συγνώμη!
Τέρμα η υποκρισία, γουστάρω να «την κάνω»!
Βαρέθηκα τις ξύλινες γλώσσες!
Κοιτάξτε με, δεν θέλω τους καλούς σας τρόπους, αυτή είμαιαιαιαιαιαιαι (αυτή είμαιαιαι) papalapapapala
Θέλω αγάπη, χαρά, καλή διάθεση, τα λεφτά σας δεν θα μου δόσουν ευτυχία,
εγώ θέλω να βάλω το χέρι στη καρδιά papalapapapala
ας πάμε μαζί, να βρω την ελευθερία μου,
ξεχάστε λοιπόν όλα τα κλισέ σας, καλώς ήρθατε στη δική μου πραγματικότητα.

Tuesday, August 24, 2010

Του ηλιοβασιλέματος



Αμαζόνα του Ήλιου
τον πύρινο έρωτά του
μαστιγώνει με το πάθος της
.......
Του δειλινού το μακροβούτι
ξεδιψά τη φωτιά
του αταίριαστου ζεύγους
στην άλμη του Αιγαίου
........