Labels

Tuesday, July 12, 2022

ΑΓΙΟΣ ΠΑΪΣΙΟΣ, Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ του Αρχιμανδρίτη Ανανία Κουστένη - (απο Μπαμπη)

Του π. Ανανία Κουστένη

Ὁ Γέροντας Παΐσιος, παιδάκι μικρό, ποὺ μόλις ἄρχισε νὰ διαβάζει, καθὼς ἔμαθε τὰ πρῶτα του γράμματα διάβαζε κάθε μέρα καὶ τὰ τέσσερα Εὐαγγέλια! Τὸ Τετραβάγγελο. Ποῦ εὕρισκε χρόνο; Πότε προλάβαινε; Πῶς μποροῦσε; Πῶς τὸ ἔκανε; Κι ὅμως γινότανε καὶ συνέβαινε. Γιατὶ μέσα ἀπ’ τὰ Εὐαγγέλια μᾶς μιλάει ὁ Ἴδιος ὁ Χριστός! Βλέπουμε τὸν Βίο καὶ τὴν Πολιτεία Του, τὴ διδασκαλία Του τὴν οὐράνια καὶ σωστική, τὰ Ἄχραντα Πάθη, τὴν Ἁγία Του Ἀνάσταση καὶ τὴν τρισένδοξη Ἀνάληψή Του, ποὺ ἀποθέωσε τὸν ἄνθρωπο μ’ ἐκείνη. Τὸν ἀνέβασε στὸν οὐρανό. Καὶ τὸν ἐκάθισεν ἐκ δεξιῶν τοῦ Θεοῦ. 

Ὁ Γέροντας Παΐσιος ἔλεγε: «Ἡ χειρότερη ἁμαρτία εἶναι ἡ ἀχαριστία. Κι ὁ χειρότερος ἄνθρωπος εἶν’ ὁ ἀχάριστος». Ὁ ἀχάριστος στὸν Θεό, τὸν πανευεργέτη του! Ὁ ἀχάριστος στὴν Παναγίτσα, τὴν μετὰ Θεὸν Θεόν. Ἀχάριστοι στοὺς Ἁγίους. Ἀχάριστοι σ’ ὅλους τοὺς εὐεργέτες. Ἀχάριστοι καὶ στὴν Κτίση καὶ τὴ Δημιουργία, τὴν ὁποίαν ἔφτειαξε ὁ Θεός! Καὶ ἀποτελεῖ τὸ περιβάλλον μας καὶ μᾶς ἔχει καὶ μᾶς φροντίζει καὶ μ’ αὐτήν. Καὶ μᾶς διακονεῖ ἡ Δημιουργία. Μᾶς ὑπηρετοῦν ὅλα, τὰ ἔμψυχα καὶ τὰ ἄψυχα καὶ πᾶσα πνοὴ καὶ κτίσις. Καὶ θά ’πρεπε, θά ’πρεπε ἡ ψυχή μας κι ἡ καρδιά μας νὰ βγάνει εὐγνωμοσύνη, νὰ βγάνει εὐχαριστία, νὰ βγάνει Δοξολογία. 

Ὁ Γέροντας Παΐσιος, ἀκόμη καὶ στὶς τελευταῖες ἡμέρες τῆς ζωῆς του, ποὺ πονοῦσε ἀφόρητα καὶ ἀβάσταχτα γιὰ ἄνθρωπο, ἀπ’ τὸν καρκῖνο ποὺ εἶχε, ἀντὶ νὰ οὐρλιάζει ἀπὸ τοὺς πόνους, ὅπως κάνουμε ἐμεῖς οἱ ἀδύνατοι, ἐκεῖνος τί ἔκανε; Ἔκανε τοὺς πόνους του ὕμνο τῆς Ἐκκλησίας. Δοξολογίας ὕμνο καὶ Εὐχαριστίας, ἀλλὰ καὶ δεήσεως καὶ ἱκεσίας. Μεταποιοῦσε, λοιπόν, τὸν μεγάλο του πόνο σὲ μεγάλη ἀνύμνηση. 

Στὸν πατέρα Παΐσιο πήγαιναν τὰ ἄγρια ζῶα καὶ ἡμέρωναν. Τ’ ἀγαποῦσε. Τὸ αἰσθανόντουσαν. Τὴν ἀγάπη τὴν αἰσθάνονται τὰ πάντα. Οἱ ἄνθρωποι, τὰ ἄψυχα καὶ τὰ ἔμψυχα, πλὴν δαιμόνων. Οἱ ὁποῖοι, βέβαια, τὴν αἰσθάνονται, ἀλλὰ τοὺς καίει. Πήγαιναν, λοιπόν, στὸν Γέροντα καὶ ἡμέρωναν. Τοῦ ’καναν συντροφιά. Τοῦ κράταγαν παρέα. Τὰ τάϊζε ἐκεῖνος. Κι ὅταν ἦταν ἄρρωστος καὶ δὲν μποροῦσε, κι αὐτὸ γινότανε συχνά, ἔφερε μεγάλο σταυρό, ἀλλὰ ποτὲ δὲν ἄφηνε τὸν ἀγῶνα του, καθόντουσαν κι ἐκεῖνα καὶ τοῦ κάναν συμπαράσταση. Δὲν τρώγανε μέρες. Ἦσαν ἀπὸ κοντά. Τὸν κοίταζαν μὲ στοργὴ καὶ μὲ πόνο. Τί εἶν’ αὐτό; Αὐτὸ εἶναι ἁγιασμός! Αὐτὸ εἶναι Ὀρθοδοξία! Αὐτὸ εἶναι Παράδεισος! Αὐτὸ εἶναι ἐν Χριστῷ βιοτή!

Καὶ ὅταν προσευχόμεθα, μὲ κόπο καὶ δυσκολία, καὶ μάλιστα σὲ ὧρες Γολγοθαϊκὲς δικές μας, ὁ Κύριος, ὅπως προεῖπα, μᾶς δίνει Χάρη. Τόση Χάρη, ποὺ ἂν Τοῦ ποῦμε γιὰ κάποιον πό ’χει ἀνάγκη ἢ γιὰ κάτι ποὺ γίνεται νὰ βοηθήσει, ὁ Κύριος τὸ κάνει! Τὸ κάνει ἀμέσως! Σοῦ λέει, «Ὁ ἄνθρωπός Μου πονάει, κλαίει, προσεύχεται, παρακαλεῖ, ἀντέχει καὶ βαστάει, κάνει τὸν ἀγῶνα του, Ἐγώ, λοιπόν, νὰ μὴν τὸν ἀκούσω;»

Καὶ κάποτε, ποὺ πῆγε κι ἕνας πατέρας πολυπικραμένος, ἐκεῖ στὸ κελλάκι τοῦ Γέροντα, στὴν Παναγούδα, —Παναγούδα θὰ πεῖ Παναγίτσα, εἶναι τὸ Γενέσιον τῆς Θεοτόκου— καὶ τοῦ ἔλεγε μὲ παράπονο τὰ βάσανα τὰ δικά του καὶ τῆς φαμελιᾶς του, ὁ Γέροντας σηκώνεται ἀπάνω καὶ τοῦ λέγει: «Ἄκου νὰ σοῦ πῶ, ρὲ παιδί, ὁ Θεὸς εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ μᾶς ἀκούει. Κι εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ μᾶς κάνει αὐτὸ ποὺ Τοῦ λέμε. Γιατί; Γιατὶ Αὐτὸς μᾶς ἔφτειαξε. Ἐσὺ πού ’σαι πατέρας καὶ ἔκανες παιδιά, εἶσαι ὑποχρεωμένος νὰ τὰ μεγαλώσεις, νὰ τὰ προστατεύσεις, νὰ τὰ ἀποκαταστήσεις καὶ πάλι νά ’χεις τὴν ἔγνοια τους καὶ τὴ φροντίδα τους, μέχρι τὴν τελευταία ὥρα». 

Καὶ κάποτε, ποὺ ὁ Γέροντας πῆγε στὴν Παναγούδα, στὴν Παναγίτσα, παρουσιάζεται ἡ Παναγιὰ καὶ τοῦ λέγει, γιατὶ πήγαινε ἀμέτρητος κόσμος νὰ τὸν δεῖ, ἀπ’ ὅλα τὰ μέρη. Κι εὐτυχῶς ποὺ πᾶνε μόνο ἄντρες ἐκεῖ. Γιατί, ἂν πήγαιναν καὶ οἱ γυναῖκες, δὲν θ’ ἄντεχε ὁ παππούλης. Ἀλλὰ τί ἔκανε, ὅμως, ὁ παππούλης; Ἀφοῦ δὲν πήγαιναν οἱ γυναῖκες, ἔβγαινε αὐτὸς ἔξω, στὴ Σουρωτὴ καὶ ὁπουδήποτε, ἀκόμη καὶ στὴ μακρινὴ Αὐστραλία καὶ στὸ Ὄρος Σινᾶ καὶ παντοῦ, καὶ τοὺς ἔβρισκε. Καὶ ἂν κάποιοι ἦταν κατάκοιτοι καὶ δὲν μποροῦσαν νὰ μετακινηθοῦν, πήγαινε πάλι ὁ Γέροντας. Καὶ τοὺς ἔβρισκε ὅλους. Αὐτὸ εἶναι ἀστεῖο, ἀλλὰ καὶ σοβαρὸ μαζί.

Ἐκεῖ στὴν Παναγούδα, λοιπόν, ποὺ παρακαλοῦσε ὁ Γέροντας καὶ διέμενε, παρουσιάζεται μιὰ μέρα ἡ Κυρία Θεοτόκος. Ἡ ἀγαπημένη μανούλα του. Ἡ γλυκειά του Παναγία, ποὺ τὴν εἶχε ἀνάσα καὶ ἀναπνοὴ καὶ προστάτη καὶ παρηγοριὰ καὶ τὰ πάντα. Καὶ μὲ τ’ ὄνομά της παρέδωσε σὰν σήμερα τὴν ψυχούλα του, τὴν ἡρωϊκὴ καὶ γενναία, στὸν ἔσπλαχνο Χριστὸ καὶ στὴ Χάρη τῆς Κυρᾶς τῆς Παναγιᾶς μας. Τοῦ παρουσιάστηκε, λοιπόν, ἡ Κυρία Θεοτόκος καὶ τοῦ λέει. —Φανερὰ τοῦ παρουσιάστηκε. Φανερά! Ἦταν κεκαθαρμένος. Καὶ μποροῦσε νὰ βλέπει τὰ Θεῖα.— Καὶ τοῦ λέει: «Ἐγὼ φυλάω τὰ σύνορα τῆς χώρας σας…» ―Τ’ ἀκοῦτε αὐτό; Ποιός μᾶς φυλάει καὶ δὲν μᾶς χάλασαν τελείως; Μᾶς ἔχουν χαλάσει ἀρκετά. ― «Ἐγὼ φυλάω τὰ σύνορα τῆς χώρας σας, κι ἐσὺ θέλω νὰ φροντίζεις τοὺς πονεμένους ἀνθρώπους.»
Ἦταν ἐντολὴ τῆς Παναγιᾶς αὐτό! «Μά, Παναγία μου, ἐγὼ ἦλθα ἐδῶ γιὰ ν’ ἀσκητέψω. Γιὰ ν’ ἀφοσιωθῶ στὴ λατρεία καὶ τό ’να καὶ τ’ ἄλλο.» Κι Ἐκείνη τοῦ λέει, «Ὅ,τι σοῦ λέω ἐγὼ ν’ ἀκοῦς.» Μάλιστα! Ἐκείνη φυλάει τὰ σύνορά μας κι ὁ Γέροντας φρόντιζε καὶ φροντίζει… —Ἂς ἐκοιμήθη. Δὲν ἀπέστη ἀφ’ ἡμῶν. Δὲν ἔφυγε ἀπὸ κοντά μας…— Κι ὁ Γέροντας φροντίζει τοὺς πονεμένους καὶ τοὺς δυσκολεμένους. 

Ἄλλωστε, ἀπὸ παιδάκι, ἀπὸ 40 ἡμερῶν βρέφος, εἶχε μπεῖ στὴν περιπέτεια. Στὸν πόνο, στὴν ξενιτειὰ καὶ στὰ βάσανα. Τὸ ἐπώνυμό του Ἐζνεπίδης σημαίνει ξένος. Ἀπὸ ἄλλη χώρα. Κι ἦταν ξένος στὰ ξένα ὁ Γέροντας. Καὶ συνάμα δὲν ἦταν ἀποξενωμένος ἀπὸ κανέναν κι ἀπὸ παντοῦ. Φρόντιζε μὲ τόση ἀγάπη. Καὶ πρόσφερε τόση στοργή. Καὶ ἤτανε καὶ μὲ χιοῦμορ πανέξυπνο, εὐφυές, ἀλλὰ καὶ ὁδηγητικὸ καὶ ὠφέλιμο.

Πῆγε, κάποτε, ἕνας στὸ κελλάκι του στὴν Παναγούδα, ὁ ὁποῖος ἤθελε νὰ ἀνακαλύπτει ἀρχαῖα μνημεῖα καὶ τὸ εἶχε χόμπυ. Πάει, λοιπόν, στὸν Γέροντα, καὶ τοῦ λέει: «Τί ἀρχαῖα ἔχετε ἐσεῖς ἐδῶ στὸ κελλάκι σας;» Κι ὁ Γέροντας ἀνοίγει καὶ τοῦ δείχνει ἕνα τοῖχο, πού ’τανε πεπαλαιωμένος καὶ σὲ κακὴ σχεδὸν κατάσταση. «Τὰ βλέπετε αὐτά, κύριε;» τοῦ λέει. «Ναί». «Εἶναι τὰ τείχη τοῦ Ναβουχοδονόσορα». Καταλαβαίνετε. Κι ὁ ἄλλος πῆγε ἀδιάφορος, ἀκόμη καὶ ἀδιάφοροι πήγαιναν κοντά του, τέτοια ἀγάπη εἶχε. Τοῦ λέει: «Τί κάνετε ἐσεῖς δῶ πέρα;» «Φυλάω τὰ μυρμήγκια νὰ μὴν τσακώνονται!» Βέβαια! «Φυλάω τὰ μυρμήγκια νὰ μὴν τσακώνονται!» Καὶ πολλὰ τέτοια.

Καὶ πῆγαν καὶ μιὰ ὁμάδα ἱεροσπουδαστῶν ἀπὸ τὴν Ἀθωνιάδα καὶ τὸν ρώτησαν ἂν θὰ πάρουμε τὴν Πόλη. Καὶ τοὺς εἶπε, «Θὰ τὴν πάρουμε! Θὰ τὴν πάρουμε! Κι ἐσεῖς θὰ τὸ δεῖτε.» Τό ’μαθε καὶ κάποιος γνωστός του, ἐκτὸς Ἁγίου Ὄρους, καὶ πῆγε νὰ τὸν ρωτήσει. «Πότε θὰ γίνει, Γέροντα, αὐτό; Θὰ τὸ δοῦμε κι ἐμεῖς;» «Ἐγὼ κι ἐσύ, Κώστα, θά ’χουμε πάει γιὰ τὴν Ἄνω Πόλη τότε. Οἱ μικροὶ θὰ τὸ δοῦνε.»

Βλέπετε ὁ Χριστὸς φροντίζει τὴν πατρίδα μας! Κι ἂς μαίνονται ὅλοι κι ἂς ὠρύονται ὅλοι κι ἂς θέλουν ὅλοι νὰ μᾶς καταστρέψουν! Φυλάει. Φυλάει ὁ Κύριος. Φυλάει ἡ Παναγιά. Φυλᾶνε οἱ Ἅγιοι. Ὁ Γέροντας, μετὰ τὴν ὁσία κοίμησή του, ἐμφανίζεται πολλὲς φορές. Θαυματουργεῖ περισσότερες. Καὶ προστατεύει καὶ σώζει πλεῖστες. Καὶ τί δείχνει αὐτό; Ὅτι ὅποιος πάει μὲ τὸν δρόμο τοῦ Θεοῦ καὶ γίνεται ἔνθεος, τότε γίνεται μεγάλος. Εἶν’ «ὁ ποιήσας καὶ διδάξας», ποὺ θ’ ἀκούσουμε μεθαύριο στὸ Εὐαγγέλιο τῆς Κυριακῆς. Ἐνῷ, ὅποιος ἀφήνει τὸν Κύριο, γίνεται δυστυχής. Παράδειγμα οἱ δαίμονες.

Εἶχε προσευχηθεῖ, κάποια φορά, ὁ Γέροντας καὶ γιὰ τοὺς δαίμονες, γιατὶ πολὺ τοὺς λυπότανε. Καὶ τοῦ ἀπάντησε ὁ Οὐρανός: «Μὴν κουράζεσαι τζάμπα, Παΐσιε. Αὐτοὶ δὲν θέλουν ν’ ἀλλάξουν. Ὁ Θεὸς τοὺς ἀγαπᾶ καὶ περιμένει τὴ μετάνοιά τους, ἀλλὰ αὐτοὶ δὲν θέλουν ν’ ἀλλάξουν!» Δὲν ὑπάρχει χειρότερο ἀπ’ αὐτό. Ὅταν ἀφήσει κανεὶς τὸν Θεό, δυσκολεύεται πολύ. Ἀλλὰ καὶ δὲν πρέπει καὶ μὲ τὸ ζόρι νὰ καθόμαστε κοντὰ στὸν Θεό.

Ὁ Γέροντας μάλωνε τοὺς πνευματικοὺς καὶ τοὺς Χριστιανοὺς ὁδηγητές, γιατὶ πολλὲς φορὲς ζόριζαν τὰ τέκνα τους καὶ γιὰ τὴν Ἐξομολόγηση καὶ γιὰ τὴ νηστεία, γιὰ τό ’να καὶ γιὰ τ’ ἄλλο. Καὶ τοὺς ἔλεγε, «Ὄχι ἔτσι, βρέ. Ὄχι ἔτσι, βρέ! Μὲ ἀρχοντιά! Μὲ ἀγάπη! Μὲ γλυκύτητα! Μὲ ὑπομονή! Μὲ λεβεντιά! Καὶ μὲ αὐστηρότητα, ἂν χρειαστεῖ, ἀλλὰ νὰ εἶναι ἔτσι ἀρχοντικὴ καὶ αὐτὴ ἀκόμα! Ἂν χρειαστεῖ. Κι ὅποιος φέρεται», ἔλεγε πάλι ὁ Γέροντας, «ὅποιος φέρεται ἀρχοντικὰ στὸν συνάνθρωπο, αὐτὸς μοιάζει τοῦ Χριστοῦ!» Καὶ τηρουμένων τῶν ἀναλογιῶν, βέβαια. Γιατὶ ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ Ἄρχοντας! Καὶ φέρεται ἀρχοντικὰ σ’ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους. Καὶ σ’ ὅλη τὴν πλάση. Καὶ σὲ κάθε πνοή.

Ἀρχιμανδρίτης Ἀνανίας Κουστένης,
Ἀπόσπασμα ἀπὸ ὁμιλία ποὺ ἔγινε στὶς https://aerapatera.wordpress.com/2022/07/11/%ce%b1%ce%b3%ce%b9%ce%bf%cf%83-%cf%80%ce%b1%cf%8a%cf%83%ce%b9%ce%bf%cf%83-%ce%bf-%ce%b1%ce%b3%ce%b9%ce%bf%cf%81%ce%b5%ce%b9%cf%84%ce%b7%cf%83-%ce%b1%cf%80%ce%bf-%ce%bc%cf%80%ce%b1%ce%bc%cf%80%ce%b7/

No comments:

Post a Comment

Σχόλια