Labels

Tuesday, March 10, 2009

Κάτι σαν τραγούδι,, λίγο σαν προσευχή




Φοβάμαι να μιλήσω για το τραύμα
ούτε να το κοιτάξω το μπορώ, ούτε να ψηλαφισω.
Μόλις πιστέψω πως σαρκώθηκε το θαύμα
το αίμα πίδακας ορμά, πώς να το κρύψω;

Άλλοτε αρκεί ένα άγγιγμα βοριά
άλλοτε -πιο παράδοξα- κάποιου νοτιά το χάδι
κάποτε μόνον μια απρόσεχτη περαστική ματιά,
ή ένα χαστούκι ανάλγητο απ' τα άδυτα του Άδη.

Δε σου ζητώ να κάνεις μαγικά
ούτε προσπάθειες υπεράνθρωπες για μένα
μείνε μόνο κοντά μου τώρα που ο πόνος αλυχτά
κι έμεινα πλειγωμένη δίχως άνθρωπο κανένα.


Δε σου ζητώ παλάτια ούτε και πύργους
τι να τους κάνω τους πολύτιμους τους λίθους
που ξεριζώνουν με τη βία οι εραστές
απ' τη φιλεύσπλαχνη τη γη τους;

Μπορείς μονάχα όταν ανοίγει αυτή η πληγή
να στέκεσαι στο πλάι μου, κοντά μου
με το 'να χέρι περασμένο από τη μέση τη λεπτή
και τ' άλλο να σφουγγίζει την καρδιά μου;

Μπορείς να με φυλάγεις απ' τα βλέμματα,
τα ύπουλα χτυπήματα, τις κατακρίσεις,
τις ερωτήσεις τις αχρείαστες, τα ψέμματα
αυτών που δεν αντέχουν τις υπόγειες πτήσεις;

Μείνε κοντά μου σιωπηλός λατρεία μου
ασπίδα  μου και τείχος προστασίας
για την ανυπεράσπιστη την Τροία μου
κατά του δούρειου ίππου της απελπισίας.

Η αρχαία μου πληγή που πάλι τρέχει
ξεπλένεται στης αγκαλιάς σου το νερό
κι όταν η νύχτα άλλη νύχτα δε θα αντέχει
ίσως ανθίσει το καινούριο μου φτερό.




Tuesday, March 3, 2009

"Το δέντρο" του Διονυσίου Σολωμού




Δεν είναι χόρτο ταπεινό, χαμόδεντρο δεν είναι
βρύσες απλώνει τα κλαδιά το δέντρο στον αέρα
μην καρτερεις εδώ πουλί και μην προσμένεις χλόη
γιατί τα φύλλ' αν είν' πολλά, σε κάθε φύλλο πνεύμα.
Το ψηλό δέντρ' ολόκληρο κι ηχολογά κι αστράφτει
μ' όλους της τέχνης τους ηχούς, με τ' ουρανού τα φώτα.
Σαστίζ' η γη κι η θάλασσα κι ο ουρανός το θάμα,
και μέγα πολυκάντηλο μες στο ναό της φύσης,
κι αρμόζουν διάφορο το φως χίλιες χιλιάδες άστρα,
χίλιες χιλιάδες άσματα μιλούν και κάνουν ένα.


Καλό μήνα, ανθισμένη άνοιξη, βιωμένη Σαρακοστή
και αναστημένοι Ανάσταση!

Η φωτογφραφία είναι του Ηλιογράφου που πάντα ευχαριστώ για την ευγενική χορηγία.

Wednesday, February 25, 2009

Τι είναι η ζωή ρε μάνα;



Και ρώτησε ο νέος τη μάνα του που καθόταν κι έπλεκε ήσυχα στον καναπέ το πλεχτό της, εξοργισμένος από τα περίσσια νιάτα του που παρ' όλο τους το εύρος δεν χωρούσαν το νόημα της ζωής:
- Και δε μου λες ρε μάνα, τι είναι η ζωή; Εσύ ξέρεις;
"Ε, γιε μου", του απάντησε η γραία καθώς συνέχισε να πλέκει δίχως σταματημό.

"Η ζωή είναι σαν αυτό το πλεχτό. Έρχεσαι στον κόσμο και σου δίνεται ένα κουβάρι κάτι να το κάνεις. Ξεκινάς και πλέκεις και το μόνο που έχεις στο νου σου είναι να το πλέξεις όσο καλύτερα μπορείς. Να καταφέρεις το σχέδιο που έχεις στο νου σου, να μην αφήσεις κενά, οι κόμποι σου να είναι περιποιημένοι και κρυμμένοι. Ε, και καθώς περνούν τα χρόνια, το μόνο που αλλάζει καθώς πλέκεις το πλεχτό σου, είναι πως αρχίζεις και ρίχνεις κλεφτές ματιές στο κουβάρι που τελειώνει και σε πιάνει μια αγωνία μήπως δε σου φτάσει η κλωστή να το τελειώσεις. Αυτή είναι η ζωή γιε μου..."

Η διήγηση αυτή ουδούλως φανταστική είναι. Μου την ανέφερε ο καρδιακός  μου φίλος Γ. που είναι σήμερα ένας ωραίος άνθρωπος που αρχίζει και κοιτά μήπως τελειώσει το κουβάρι του  και αγωνιά αν θα του φτάσει η κλωστή. Κι εγώ γελώ μαζί του, γιατί ακόμα δεν καταλαβαίνω.

Η φωτογραφία είναι του Ηλιογράφου και τον ευχαριστώ πολύ.

Saturday, February 21, 2009

Το παιδί της μιας ημέρας


Γυμνό παιδί διασχίζει την άμμο τρέχοντας και προχωρά ίσια στη θάλασσα. Στη θάλασσα τρέχει γυμνό κι ανάβει όλα της τα καντήλια, ένα ένα τα ναυάγια που αιώνες τώρα χώρεσε στους κόλπους της τους γαλάζιους και απέραντους.
Ψελλίζει τα ονόματα των ναυτικών που πήρε το κύμα, των προσφυγόπουλων, των γυναικών που αναζητούσαν καλύτερη ζωή, των παιδιών που δεν χόρτασαν παιχνίδι. Των γονέων, των αδελφών, των συζύγων, των παπούδων, των φίλων, των ερώτων όλων.
Ψελλίζει ένα ένα τα ονόματα των καραβιών, τις κουπαστές τους ονομάζει, τα πανιά και τα κατάρτια τους, τα σπασμένα κουπιά, τα τρύπια σωσίβια. Τίποτα δεν αφήνει αβάφτιστο το μικρό γυμνό παιδί.Τίποτα δεν λησμονεί να αναφέρει.
Κι όσο τρέχει πάνω στο νερό τόσο στο βήμα του το αερικό και στα λογάκια του τα αθώα και σοφά, ανάβουνε καντήλια οι μνήμες των ανθρώπων και των πραγμάτων που χάθηκαν, που κάποτε καταποντίστηκαν στην άγνωστη αγκαλιά των βυθών.
Κι ύστερα βουτά στα βάθη των ωκεανών να συναντήσει ό,τι δεν γνώρισε και ό,τι δεν άκουσε στις διηγήσεις των ψαράδων. Άφοβα βουτά χωρίς φιάλες οξυγόνου και βατραχοπέδιλα. Γυμνό βουτά όπως το γέννησε η μάνα του την πρώτη του την μέρα. Αυτήν που διάλεξε να βγει και να την τρέξει. Δεν ξέρουν από φόβο τα παιδιά. Έχουν φτερά, έχουνε λέπια και πτερύγια. Έχουνε βράγχια και καρδιά ψαριού, πουλιού και πεταλούδας. Σύννεφου και νερού, αέρα άπιαστου. 
Έξω από τον χρόνο και στην πιο μυστική του ουσία κάτοικοι, περνούν αστραπιαία από τους αιώνες και χαϊδεύουν το ανέγγιχτο. Χαμογελούν στις πέτρες, στα κοράλλια και στα φύκια και στο όνομα της αγνής αγάπης τους σώζουν το απειροελάχιστο μόριο της ύλης και του άυλου. Του έμψυχου και άψυχου.
Μια θάλασσα καντήλια άναψε σήμερα το μικρό γυμνό παιδί της μίας ημέρας. Κι άστραψε ο κόσμος φως από τον Άδη μέχρι τα ουράνια. Παρηγορήθηκαν τα απαρηγόρητα και χαμογέλασαν τα σπαραγμένα. Πρόσωπα ανθρώπων ζωντανών που πρόσφεραν την καρδιά τους λάδι να ανάψει το φυτίλι της πεθυμιάς τους το μικρό παιδί, αυτό της μιας ημέρας που την είπαν Ψυχοσάββατο. 
Καθώς η νύχτα πέφτει κι η μέρα ετούτη απομακρύνεται δειλά και ντροπαλά σα γυναίκα που ετέλεσε το χρέος της και σεμνά αποχωρεί να μην ακούσει τους αχρείαστους και κολακευτικούς επαίνους όσων δεν νιώθουν χρέος τι θα πει, το παιδί που διέσχισε και κατέβηκε στη θάλασσα του Άδη κι άναψε τα καντήλια του, δελφίνι ξεπετάγεται από το νερό, βγάζει φτερά χρυσά που ακόμα στάζουν αρμυρό νερό -που δεν είσαι σίγουρος αν είναι όντως της θάλασσας νερό ή δάκρυα όσων πίσω έμειναν για να θυμούνται-, κι ανεβαίνει ψηλά. Σκίζει με τρυφερότητα περίσσια το μαύρο, το κρύο, την απόσταση. Ξεπερνά το άγνωστο μυστήριο και πάει πίσω σπίτι του να αναπαυθεί στην βρεφική του κούνια. Σταυρώνει τα χεράκια, κλείνει τα λαμπερά του μάτια, τα χρυσά του το σκεπάζουν απαλά και αρχίζει να ονειρεύεται πως έφτασε η μέρα της γιορτής της πιο μεγάλης.
Της μέρας που κανείς δεν θα έχει μείνει πίσω να θρηνεί, λάδι να δίνει και φυτίλι, πρόσωπα να νοσταλγεί και χάδια κι αγκαλιές, χαμόγελα που φτεροκόπησαν.
Της μέρας που όλα θα είναι παρόν και όλοι ένα.
Καληνύχτα παιδί του Ψυχοσάββατου...
Σ' ευχαριστούμε...

Thursday, February 19, 2009

Τα καλοτάξιδα πουλιά - Νίκου Γκάτσου


Τα καλοτάξιδα πουλιά
χτίσαν το Μάρτη μια φωλιά
στο περιβόλι το παλιό
κι ειχαν τον άνεμο σκολειό.

Μα με τ' Απρίλη τη χαρά
καινούρια βγάλανε φτερά
κι είδανε πέρα απ' το βουνό
του μισεμού τον ουρανό.

Δε μου φτάνει αυτός ο κήπος
δε μου φτάνει τούτη η γη
της καρδιάς μου ο κάθε χτύπος
είναι κι άλλη μια πληγή
που γυρεύει να βρει ακόμα
το καινούριο της το χώμα.

Tuesday, February 17, 2009

Αναστασία Κουμπάκη (1953-2009) -Η κυρία μου-



Κάποτε συναντούμε στη ζωή μας ανθρώπους που όταν φεύγουν δεν απορούμε γιατί έφυγαν, μιας και η απορία τού πώς βρίσκονταν ανάμεσά μας, είναι ισχυρότερη. Γιατί ανάμεσά μας υπάρχουν άνθρωποι αλλοιώτικοι. Αυτοί που έχουν τα χαρακτηριστικά που αποδίδουμε στους αγγέλους. Αυτοί από τους οποίους απουσιάζουν παντελώς πάθη σαν αυτά που δικαιολογούν την ύπαρξη όλων μας και τον αγώνα μας να τα υπερβούμε.

Ένας τέτοιος αλλοιώτικος άνθρωπος ήταν και η Αναστασία Κουμπάκη που έφυγε χθες στις 6.15 το απόγευμα από τη ζωή, μετά από το χτύπημα της οξείας λευχαιμείας, μέσα σε δύο μήνες, στα πενήντα πέντε της χρόνια.

Η οικογένειά της έφυγε το '50 από τις Σέρρες, πολιτικοί πρόσφυγες στην Βουλγαρία. Εκεί γεννήθηκε και μεγάλωσε η Αναστασία, εκεί σπούδασε σε μουσικό γυμνάσιο και μετά στην μουσική ακαδημία και έκανε το μεταπυχιακό της ως μαέστρος. Το '80 ήρθε στην Ελλάδα και από τότε εργάστηκε ως δασκάλα τραγουδιού και μαέστρος σε χορωδίες πολλών ωδείων της Β.Ελλάδος, βγάζοντας εκατοντάδες μαθητών.

Την γνώρισα πριν από δύο χρόνια περίπου, όταν άρχισα να ψάχνω δασκάλα για τραγούδι. Εργαζόταν στο Σύγχρονο ωδείο. Δώσαμε πρώτα ένα ραντεβού σ' ένα καφέ για να της εξηγήσω τι ακριβως ήθελα να κάνω. Άργησε να έρθει και πάντα αργούσε στα ραντεβού της, όπως κατάλαβα στη συνέχεια, μιας και η ζωή με την κάθε της λεπτομέρεια, της αποσπούσαν όλη της την προσοχή συνέχεια, με αποτέλεσμα να μην έχει αίσθηση του χρόνου. Ήταν αδύνατον αυτό να σου προκαλέσει έστω και παράπονο, γιατί όταν έφτανε σου διηγούνταν γεμάτη πάθος όλους τους λόγους της αργοπορίας της που ήταν πάντα πάρα πολύ σοβαροί, αφού τόσο πολυ την έναιαζαν και τόσο την γέμιζαν όλα.

Όταν ξεκινήσαμε τα μαθήματα την ρώτησα πώς ακριβώς θα την πληρώνω. "Και ποιος σου είπε παιδάκι μου πως πρέπει να πληρώνεις;" μου απάντησε με απόλυτη φυσικότητα. Σχεδόν δυο χρόνια μαθήματα δεν πήρε ποτέ ούτε μία δραχμή από μένα. Και μέσα σ' αυτό το διάστημα υπήρχαν Σάββατα και Κυριακές με πρόβες πολύωρες όταν είχα μπροστά μου συναυλίες και μάλιστα συχνά με έπαιρνε μόνη της τηλέφωνο, γιατι ντρεπόμουνα πάρα πολύ εγώ να της το ζητώ, και μου ζητούσε η ίδια να κάνουμε μαθήματα. Εγώ συχνά μετά από πέντε ώρες πρόβα κόντευα να πέσω κάτω από την κούραση ενώ εκείνη δεν έδειξε ποτέ κουρασμένη. Αν δεν σταματούσα εγώ το μάθημα εκείνη δεν το έκανε ποτέ. Ξεχνούσε να φαει, να πιει νερό. Όταν δίδασκε, -και δίδασκε πολλές φορές 10 με 12 ώρες τη μέρα- τα ξεχνούσε όλα. Όλα όσα αφορούσαν τον εαυτό της. Την ενδιέφεραν μόνον οι μαθητές της.
Με το καιρό κατάλαβα πως από τους περισσότερους μαθητές της δεν έπαιρνε χρήματα. Με το καιρό κατάλαβα όμως επίσης, πως μου είχε και μια ξεχωριστή αδυναμία. Σήμερα στην κηδεία ήρθαν πολλοί να μου πουν πως με αγαπούσε πάρα πολύ.

Αν για κάτι ευγνωμονώ πάντα τον Θεό είναι ότι μου χάρισε σπουδαίους δασκάλους. Ονόματα μεγάλα, ανθρώπους ξεχωριστούς και πολλούς στον αριθμό, και στο Παιδαγωγικό και στο Θέατρο και στη Μουσική και στη ζωή. Από όλους αυτούς, δύο ξεχωρίζω μέχρι σήμερα γιατί ήταν στην κορυφή, όχι μόνο της διδασκαλίας, αλλά αυτής της αλλοιώτικης ανθρωπιάς που ταυτίζεται με την μεγάλη αγάπη και το 'άλλο' βλέμμα. Αυτό που διαβάζει τον κόσμο όχι από κάτω προς τα πάνω, αλλά αντίθετα. Μ' έναν τρόπο αγγελικό, ας πω.

Ο ένας από τους δύο ήταν η Αναστασία. Η κυρία μου. Πρώτη φορά είχα κι εγώ μια κυρία. Μια αληθινή κυρία. Κι έτσι την φώναζα. Κυρία μου, την έλεγα και της άρεσε πολύ. Μια κυρία πιο παιδί από τα παιδιά. Γεμάτη φως και χαρά. Γεμάτη υπομονή απέραντη. Τρόπους ατελείωτους στο να διεισδύει στον άλλον και να του βγάζει το πιο ευγενικό του μέταλλο στο φως.Μια φωτιά γεμάτη πάθος. Ένα φτερό κόκκινο στους δρόμους και στις αίθουσες των ωδείων. Άνθρωπος πένης, θεόφτωχος, που δεν τον ενδιέφεραν ποτέ τα χρήματα, έχοντας ασκηθεί πολυ στην πτωχεία κι έχοντας ανακαλύψει τον θησαυρό της. 

"Μαμά, πέφτουν τα μαλλιά μου" είπε στην μαμά της όταν τα Χριστούγεννα έκανε στο σπίτι της μπάνιο. Μέχρι τη μέση έφτανε το δάσος από τα πλούσια σπαστά κόκκινα μαλλιά της. Και πριν φύγει, έπιασε το χέρι της μανοήυλας αυτής και το φίλησε.

Όταν την είδα πριν λίγες μέρες στο νοσοκομείο φορούσε ένα ωραίο μαντήλι στο κεφάλι. Της είπα να αξιοποιήσει τώρα τα ωραία της μαντήλια, και χαμογέλασε. Με ρώτησε τι ετοιμάζω και της μίλησα για το καινούριο βιβλίο. Δεν της είπα πως της το αφιερώνω. Ήθελα να της κάνω έκπληξη. 

Έτρεξα όσο μπορούσα την έκδοσή του για να την προλάβω ζωντανή. Να της χαρίσω κι εγώ κάτι σαν αντίδωρο στα τόσα δώρα που μου είχε κάνει. Το βιβλίο βγήκε την Παρασκευή και λογάριαζα να πάω την Κυριακή να της το δώσω. Δεν τα κατάφερα γιατί η κούραση με κράτησε όλη μέρα ανήμπορη στο κρεβάτι.
Έφυγε η κυρία μου κι εγώ δεν πρόλαβα να της χαρίσω το δώρο της.
Σήμερα όμως αφού την έβαλαν στο μνήμα και μετά τα λουλούδια των δικών της ανθρώπων, παρακάλεσα τον νεκροθάφτη να το ακουμπήσει κι αυτό πάνω της. Άνοιξα το βιβλίο και σχεδίασα με το μαρκαδοράκι μου το σημείο οτου Σταυρού στην πρώτη του σελίδα. Έτσι το δώρο απέκτησε ένα άλλο νόημα που ταίριαζε περισσότερο στην ώρα. Κι εκείνος που μέχρι τότε απρόσεχτα και όπως να 'ναι πετούσε τα λουλούδια, έπιασε σχεδόν μ' ευλάβεια το παιδικό μου βιβλίο 'Και τι θα πει σ' αγαπάω;' και πολύ προεχτικά το ακούμπησε πάνω στο κεφαλάκι της. 
Έφυγα λίγο πιο ανακουφισμένη κι ένα αμυδρό χαμόγελο ζωγραφίστηκε στο λυπημένο μου πρόσωπο.

Ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός να αναπαύει την υπέροχη ψυχούλα της και η ευχούλα της να είναι πάντα μαζί μας, χαρίζοντάς μας αυτό το 'άλλο' βλέμμα.
Αντίο κυρία μου... 






Wednesday, February 11, 2009

Το χωράφι της γραφής


Κάποτε νόμιζα πως το να γράφει κανείς είναι συνάρτηση της έκφρασής του.
Θέλεις να μιλήσεις, έχεις κάτι να πεις κι επειδή συμβαίνει να δυσκολεύεσαι στον προφορικό λόγο, κάθεσαι και το γράφεις.
Με τα χρόνια και τη δουλειά πάνω και μέσα στη γραφή, αντιλήφθηκα πως δεν είναι έτσι ακριβώς.
Αν ξέρεις τι έχεις να πεις και να εκφράσεις, το λες και δεν συντρέχει κανένας λόγος να μπεις στη διαδικασία να το γράψεις. Καθόλου δεν πρόκειται για ένα πρόβλημα που πιθανόν έχεις στον προφορικό λόγο. Το αντίθετο μάλιστα.
Γράφεις διότι δεν ξέρεις τι θέλεις να πεις.
Γράφεις διότι θέλεις να μοιραστείς και δεν γνωρίζεις τι είναι αυτό που θέλεις να μοιράσεις.
Γράφεις διότι δεν μπορείς να δεις, δεν μπορείς να ακούσεις, να ψηλαφίσεις.
Γράφεις γιατί διψάς για κάτι που σου είναι παντελώς άγνωστο. Γιατί νιώθεις λειψός. Αδύναμος. Φτωχός, ασθενής και πένης. Χωρίς έδαφος κάτω από τα πόδια σου. Στήριγμα. Γλώσσα. Αφή.
Γιατί, εν τέλει, αισθάνεσαι βαθύτατα ανεπαρκής να ζήσεις τη ζωή που σου δόθηκε.
Την πλούσια και πάλλουσα ακατανόητη ζωή.
Κι αρχίζεις και γράφεις όπως ακριβώς σκαλίζεις ένα χωράφι που σου δόθηκε κληρονομιά από κάποιον συγγενή. Δεν έχεις σπόρους, δεν γνωρίζεις από σπορά, ούτε από φυτά. Τι θα πει ποτίζω, κλαδεύω, συλλέγω καρπούς. 
Ένα χωράφι σου δόθηκε και κάτι πρέπει να το κάνεις. Αρχίζεις να το σκαλίζεις και λες, ας βρέξει ο Θεός κι ας σπείρει σαν Σπορέας, ας κλαδέψει κι ας πάρει τους καρπούς να τους δώσει όπου αγαπά. Εσένα σου δόθηκε το χωράφι και δυο χέρια να το σκαλίσεις.
Γιατί γράφοντας ανακαλύπτεις τι κρύβει το χώμα.
Έκπληκτος μένεις μπροστά στο θαύμα που αναδύεται μπροστά σου κα για το οποίο τίποτε δεν γνώριζες. Ένα αόρατο χέρι οδηγεί το χέρι σου. Μια αόρατη καρδιά την καρδιά σου. Εσύ παραδίνεσαι ολότελα και το μόνο που κάνεις είναι αυτό. Παρέχεις τον εαυτό σου ολόκληρο στον κόπο. Γράφεις διαρκώς και όλα γεννιούνται ερήμην σου. 
Ίσως σε κάθε συγγραφέα να είναι διαφορετική αυτή η περιπέτεια. Διαβάζω συχνά σε συνεντεύξεις πως πολλοί γράφουν γιατί θέλουν να πουν μια ιστορία.
Για μένα όμως είναι αλλοιώς.
Ποτέ δεν θέλησα να πω καμία ιστορία. Ποτέ δεν αποφάσισα από πριν τι θα γράψω. Ούτε το θέμα διάλεξα ποτέ, ούτε τα λόγια. Απλώς γράφω όπως ακριβώς αναπνέω. Δε λες ποτέ, τώρα θα πάρω εισπνοή και τώρα θα εκπνεύσω. Το κάνεις χωρίς να το σκέφτεσαι και έτσι ζεις.
Το οξυγόνο μου είναι το χαρτί.
Και τώρα που τα γράφω αυτά δεν γνωρίζω γιατί τα γράφω. Έξω βρέχει μια ψιλή βροχή. Ακούω τον αέρα που βγάζει το μικρό αερόθερμο που έχω στα πόδια μου και τα αυτοκίνητα που περνούν απ' έξω.
Πριν από λίγο σ' ένα αγαπημένο μπλογκ είδα την φωτογραφία μιας κόκκινης ανεμώνης που η σκιά της έπεφτε πάνω σ' ένα λευκό χαρτί πίσω της. Σκέφτηκα πως ό,τι γράφουμε είναι η σκιά της αληθινής ζωής. Πως η αληθινή ζωή είναι πάντα ωραιότερη από την περιγραφή της. Είναι γεμάτη χρώματα που στο χαρτί γίνονται διαβαθμίσεις του μαύρου μιας σκιάς.
Και εξακολουθεί να παραμένει μυστήριο το γεγονός ότι ασκούμε μια ασπρόμαυρη τέχνη για να καταφέρουμε μια μέρα να ασκήσουμε την πολύχρωμη τέχνη της ζωής.  Όταν φτάσουμε σ' αυτήν τότε κάθε άλλη τέχνη αχρείαστη θα αραχνιάσει σε μια γωνίτσα της ζωή μας.

Saturday, February 7, 2009

"Και τι θα πει σ' αγαπάω;" Κυκλοφορεί προσεχώς από τον εκδοτικό οργανισμό Λιβάνη


Το καινούριο βιβλιαράκι μου "Και τι θα πει σ' αγαπάω;" βρίσκεται στο τυπογραφείο. Μέσα στην εβδομάδα θα στεγνώσει, θα δεθεί στο βιβλιοδετείο και θα κυκλοφορήσει με το καλό την Παρασκευή.

Οι παλιότεροι φίλοι αυτού του μπλογκ γνωρίζουν το κείμενο μιας και ήταν μία από τις πρώτες του αναρτήσεις. Σκέφτομαι τώρα πως καμιά φορά ο προορισμός ενός κειμένου προδιαγράφεται από τα πρώτα του βήματα κι ας μην έχουμε καμία συνείδηση επ' αυτού. Ίσως και ο προορισμός ενός ανθρώπου να λειτουργεί συχνά παρομοίως. Το λέω αυτό γιατί όταν ανέβασα αυτό το κείμενο εδώ πριν περίπου δύο χρόνια -δεν τα πάω καλά με τον χρόνο- παράλληλα είχα νιώσει την ανάγκη να το ζωγραφίσω κι έτσι πάρα πολύ απλοϊκά με το ποντίκι είχα κάνει κάποιες ζωγραφιές. Τίποτα δεν μου έλεγε τότε πως μετά από καιρό αυτό το κείμενο θα έβγαινε σε βιβλίο και μάλιστα σ' ένα βιβλίο που θα το ζωγράφιζα η ίδια και όχι κάποιος επαγγελματίας εικονογράφος. Έτσι όμως έγινε στ' αλήθεια κι έγινε χωρίς να το καταλάβω καλά καλά, χωρίς να είναι στο εκδοτικό πρόγραμμα που είχαμε σχεδιάσει με τους εκδότες μου όπου προηγούνταν άλλα κείμενα.

Εδώ θα κάνω μια μικρή εξομολόγηση απ' αυτές που δεν συνηθίζω, γιατί κάπου κάποιες λέξεις καλό είναι να αποθηκεύονται και γιατί όχι, να μοιράζονται κιόλας.
Μετά την έκδοση του βιβλίου "Σε Τέμπο Κόκκινο" που έγραφα για δέκα χρόνια ένιωσα την ανάγκη για λίγο να σταματήσω το γράψιμο. Τα στάδια που ακολούθησαν την έκδοση αυτού του μεγάλου μου βιβλίου ήταν πρώτα ένας μεγάλος πόνος αποκόλλησης της ίδιας μου της σάρκας, -μιας και περιέχει ένα πολύ μεγάλο κομμάτι του είναι μου-, μετά μια χαρά απέραντη που κάποτε συμβαίνει να δοκιμάζουμε ύστερα από την απελευθέρωση από το παρελθόν μας, τον εαυτό μας όταν το παρέχουμε στους άλλους και τη λύτρωση από το σώμα που κουβαλούμε όταν το χαρίζουμε. 
Ήρθε, λοιπόν, μέσα στα πλαίσια αυτής της απολυτρωτικής χαράς το αίσθημα του βρέφους που γεννιέται απο την αρχή. Νέο, ολοζώντανο, γεμάτο υγεία και βρέφος ολότελα.
Μέρα με τη μέρα, μέσα στις αρχές αυτού τουφθινοπώρου που μας πέρασε και καθώς το βρέφος γινόταν παιδί, σαν παιδί διακατεχόμουν από την ανάγκη να ζωγραφίσω και όχι να γράψω, γιατί βέβαια τα παιδιά πάντα προτιμούν να παίζουν και να ζωγραφίζουν και όχι να γράφουν. Κι έτσι άρχισα να ζωγραφίζω αυτό το μικρό διαλογικό κειμενάκι, χωρίς μάλιστα να ελπίζω κιόλας πως θα βγει προς έκδοση. Μπήκα άνευ όρων μέσα στο παιχνίδι της χαράς των χρωμάτων και της σκέψης του πώς εικονίζονται τα λόγια και τα αισθήματα.

Με μεγάλη συστολή τα παρουσίασα και μετά την αποδοχή και την ενθάρρυνση γύρισα στο σπίτι και αφού συμβουλεύτηκα τον δάσκαλο και φίλο μου Δημήτρη Μαρτίδη, τα έκανα από την αρχή ακολουθώντας τις συμβουλές του και στοχεύοντας πλέον στην έκδοση. Η χαρά παρέμεινε χαρά και το παιχνίδι άλλαξε απλώς από αυτοσχέδιο παιχνίδι σε ένα παιχνίδι με κανόνες που με βοήθησαν να βελτιώσω το αποτέλεσμα και να ελευθερωθώ εκφραστικά.

Εδώ και δύο βδομάδες, από την μέρα που έγινε το σκανάρισμα των εικόνων στο ατελιέ του εκδοτικού οργανισμού Λιβάνη, δουλεύαμε κάθε μέρα μέσω μέηλ με έναν εξαιρετικό γραφίστα του ατελιέ, τον Ηλία, ο οποίος στάθηκε όχι μόνο πάρα πολύ ικανός στη δουλειά του, αλλά και ένας από τους καλύτερους συνεργάτες που μου έχουν τύχει. Με μεγάλη ευγένεια, διαθεσιμότητα, σεβασμό και ευθικρισία φτάσαμε σ' ένα αποτέλεσμα που μας ικανοποίησε πολύ και τους δύο. Λέω και τους δύο, γιατί τους ανθρώπους που κατέχουν καλά μια δουλειά πάντα τους εμπιστεύομαι περισσότερο από τον εαυτό μου και δεν κάνω τίποτα αν και οι ίδιοι δδν συμφωνήσουν. Τον Ηλία θα ήθελα να τον ευχαριστήσω εδώ και να μείνει εδώ η ευγνωμοσύνη μου για όλα όσα με κόπο και μεράκι, αγόγγυστα και ακούραστα, έκανε γι' αυτό το βιβλίο.
Όσους άλλους φίλους αγαπημένους με βοήθησαν τους περιέχω στις ευχαριστίες του βιβλίου.

Εδώ όμως θα ήθελα να ευχαριστήσω και τους φίλους αυτού του μπλογκ και φίλους μου πολύ αγαπημένους που αγκάλιασαν με μεγάλη θέρμη αυτό το κείμενο και με ώθησαν να το έχω σε μια λίστα αγαπημένων κειμένων, όχι δικών μου αγαπημένων, αλλά δικών τους. Ίσως σ' αυτούς κυρίως να οφείλεται η έκδοσή του σήμερα και το γεγονός ότι καταπιάστηκα ειδικά μ' αυτό και όχι με κανένα άλλο. Για μένα τουλάχιστον έχει καίρια σημασία και αν και δεν θα αναφέρω τα ονόματα εδώ, σας ευχαριστώ με όλη μου την καρδιά. Εσείς ξέρετε ποιοι είστε.

Τέλος, εύχομαι σε όλους ΚΑΛΟ ΤΡΙΩΔΙΟ!

Monday, January 26, 2009

Γράμμα από ένα ξεχωριστό παιδί


Όλα ταξιδεύουν. Σκέψεις, επιθυμίες, όνειρα, αγάπες γυρνούν τον κόσμο.
Σχεδόν ποτέ δεν μπορείς να ξέρεις πού πάνε και ποιον επισκέφτονται.
Έτσι συμβαίνει και με τα βιβλία.
Εσύ στην αρχή γνωρίζεις έναν αριθμό πωλήσεων και κάποτε συναντάς και κάποιους που τα διάβασαν για να συνειδητοποιήσεις πως πίσω από τους αρθιμούς υπάρχουν πρόσωπα, ζωές ολόκληρες, μισές ή μυστικές.
Τότε συμβαίνει να σου επιστραφεί πολλαπλασιασμένο αυτό που εσύ έδωσες γράφοντας ένα βιβλίο. Τότε είναι η μεγαλύτερη χαρα. Η απερίγραπτη χαρά. Η ανείπωτη. Γιατί τα βιβλία υπάρχουν όχι από τη στιγμή που γράφονται, αλλά από τη στιγμή που οι άλλοι τα αγαπούν.

Μου στέλνουν γράμματα τα παιδιά. Παίρνουν λευκές σελίδες, τις ζωγραφίζουν και γράφουν δυο λόγια για κάτι που έμεινε μέσα τους από αυτό που διάβασαν. Και συνήθως τελειώνουν τα γράμματά τους με ευχές. Εύχονται την συνέχεια της γραφής, εύχονται την υγεία, εύχονται όλα τα καλά.
Τα γράμματα που έχω μαζέψει αφορούν όλα το Παραμύθι της Μουσικής.
Σ' αυτό το παραμύθι ένα τυφλό κορίτσι, η Θεοδώρα, αγαπάει τόσο τη μουσική που φτάνει να αποκτήσει μέσω της μουσικής μια διαφορετική όραση του κόσμου.

Στο τελευταίο πακέτο γραμμάτων που μου ήρθε από ένα σχολείο ξεχωρίζω ένα γράμμα ενός μικρού παιδιού και το αντιγράφω:

'Κυρία Βασιλική,
διαβάσαμε το Παραμύθι της Μουσικής στην τάξη και άρεσε σε όλους μας πολύ.
Ξέρετε εγώ δεν έχω δεξί χέρι και γι' αυτό καταλαβαίνω την Θεοδώρα!'

Αυτές είναι οι πιο πολύτιμες στιγμές της ζωής μου τον τελευταίο καιρό. Δεν χωράει σχόλιο εδώ. Τώρα θα πάω και θα απαντήσω σε κάθε γράμμα. Είναι η πρώτη μου προτεραιότητα και η ομορφότερη. Είμαι βαθιά ευγνώμων στα παιδιά. Και αν συνεχίζω να γράφω το κάνω κυρίως εξαιτίας τους. Τώρα το ξέρω.


Η φωτογραφία είναι του Ηλιογράφου.

Monday, January 19, 2009

Παρουσίαση του Παραμυθιου της Μουσικής στην 2η Έκθεση Παιδικού βιβλίου στην Αθήνα στις 25/01/09

Το Παραμύθι της Μουσικής το παρουσιάζουμε στην 2η Διεθνή Έκθεση Παιδικού και Εφηβικού βιβλίου την Κυριακή 25 Ιανουαρίου στις 16.00 το απόγευμα, Εκθεσιακο και Σευνεδριακό κέντρο Helexpo Palace, Λεωφ. Κηφισίας 39, Μαρούσι, Αθήνα, στο Αμφιθέατρο Ονειρο Καλοκαιρινής νύχτας.
Αριθμός Περιπτέρου του Εκδοτικού Οργανισμού Λιβάνη 118.

Thursday, January 15, 2009

"Το δώρο των μάγων" του Ο'Χένρυ




Ήταν παραμονή Χριστουγέννων. Η Ντέλλα μετρούσε και ξαναμετρούσε τα λεφτά της. Ένα δολλάριο και ογδόντα επτά σεντς. Πέφτει στο κρεβάτι και κλαίει πικρά.Είναι ένα διαμέρισμα των οκτώ δολλαρίων αυτό μέσα στο οποίο περνάει την ζωή της με τον αγαπημένο της. Ένα διαμέρισμα για απόρους, θα εκτιμούσε κάποιος που ήξερε τις τιμές.Παίρνει το ξεσκονόπανο και σκουπίζει τα δάκρυά της.Σε λίγο θα έρθει ο Τζίμ. Όπως πάντα θα την σφίξει στην αγκαλιά του και είναι τόσο ωραίο αυτό.Μήνες μάζευε πέννα πένα αυτά τα χρήματα για να του κάνει ένα δώρο χριστουγεννιάτικο. Ένα δώρο που θα ήταν αντάξιό του. Μα τι μπορεί να πάρει κανείς με ένα δολλάριο και ογδόντα επτά σεντς; Τίποτα.Στάθηκε στον στενό ολόσωμο καθρέφτη δίπλα στο παράθυρο. Με μια απότομη κίνηση έλυσε τα μαλλιά της κι έφερε τόσες στροφές όσες χρειάζονταν για να καθρεφτιστεί ολόκληρη.
Δύο ήταν τα πράγματα που γέμιζαν περηφάνια το φτωχό ζευγάρι. Το ένα ήταν το χρυσό ρολόι του Τζιμ, κληρονομιά από τον πατέρα του και το άλλο τα μακριά μαλλιά της Ντέλλας που της έφταναν κάτω από τα γόνατα και την σκέπαζαν σαν μανδύας.Τα μάζεψε γρήγορα και πετάχτηκε στο δρόμο.Σταμάτησε στην επιγραφή: Μαντάμ Σωφρονί - Όλα τα είδη κομμωτικής."Θα αγοράσετε τα μαλλιά μου;', ρώτησε η Ντέλλα.Και η Μαντάμ απάντησε: 'Αγοράζω μαλλιά, για βγάλ' το καπέλο σου να δούμε τι σόι είναι'."Είκοσι δολλάρια", είπε, ζυγίζοντάς τα."Δώστε τα μου γρήγορα".Μέσα σε δυο ώρες και αφού γύρισε όλη την πόλη βρήκε το δώρο που ήταν για τον Τζιμ. Μια αλυσίδα ρολογιού από πλατίνα με απλό καθαρό σχέδιο.Έφτασε γρήγορα στο σπίτι. Έβγαλε το ψαλίδι για το κατσάρωμα κι άρχισε να επισκευάζει τα μαλλιά της. Σε λίγο λεπτές μπούκλες της έδιναν μια όψη σχολιαρόπαιδου που έκανε σκασιαρχείο.Άρχισε να την τρώει η αγωνία. Πώς θα φαίνονταν στον Τζίμ. Θα εξακολουθούσε να του αρέσει χωρίς τα μακριά μαλλιά της; Μα τι άλλο θα μπορούσε να κάνει με ένα δολλάριο και ογδόντα επτά σεντς; Τίποτα.Η πόρτα άνοιξε και φάνηκε ο Τζιμ κρατώντας ένα κουτί. Έμεινε κοκαλωμένος να την κοιτάζει.Του εξήγησε, τον ρώτησε πώς του φαίνεται, του πρότεινε να φάνε, τον ρώτησε τι έχει το κουτί.Την άκουσε, άρχισε να ξαναβρίσκει τα λόγια του, την αγκάλιασε, ακούμπησε το πακέτο στο τραπέζι. Θα ήταν ίσως καλύτερα πρώτα να έτρωγαν."Αν ξετυλίξεις το πακέτο, σίγουρα θα καταλάβεις γιατί τα έχασα", της είπε.Χαρά, λυγμοί, δάκρυα ακολούθησαν τα λευκά δάχτυλα που ξετύλιξαν με αγωνία το δώρο. Τα Χτενάκια.Αυτά που ήταν για κάθε μέρος του κεφαλιού, όταν αυτό διέθετε μια τόσο πλούσια κώμη. Αυτά που πολλές φορές είχε θαυμάσει η Ντέλλα σε μια βιτρίνα του Μπρόντγουει. Πολλές περισσότερες είχε ονειρευτεί, χωρίς ποτέ να ελπίζει πως μια μέρα θα γίνουν δικά της τόσο ακριβά που ήταν.
"Τζίμυ, τα μαλλιά μου μεγαλώνουν τόσο γρήγορα", είπε.
Του έδωσε τότε το δικό της δώρο.Ο Τζίμ έπεσε στον καναπέ, έβαλε τα χέρια πίσω από το κεφάλι και χαμογέλασε."Ντέλλα, ας κρύψουμε τα χριστουγεννιάτικα δώρα μας για λίγο. Είναι πολύ όμορφα για να τα χρησιμοποιήσουμε αμέσως. Πούλησα το ρολόι για να σου πάρω τα χτενάκια. Και τώρα βάζεις τις μπριζόλες στη φωτιά;"(Αυτό το εξαιρετικό κείμενο που εγώ ανέβασα σε μια γρήγορη περίληψη αρκετά άκομψη, αλλά συνεπή, θα το αφήσω να τελειώσει με τα αυτούσια λόγια του συγγραφέα τώρα, δίνοντας ένα δείγμα γραφής του που στην περίληψη έμεινε μυστικό)."Οι Μάγοι όπως ξέρετε, ήταν σοφοί άνθρωποι, θαυμαστά σοφοί άνθρωποι -κι έφεραν δώρα στο Θείο Βρέφος. Αυτοί επινόησαν την τέχνη να προσφέρεις δώρα τα Χριστούγεννα. Καθώς ήταν σοφοί, τα δώρα τους, χωρίς καμιά αμφιβολία, ήταν κι αυτά σοφά, και με τη δυνατότητα μιας πιθανής αλλαγής. Και να που σας διηγηθηκα, αδέξια, την πεζή ιστορία δύο ανόητων παιδιών σ' ένα διαμέρισμα, που χωρίς καμιά σοφία θυσίασαν ο ένας για τον άλλον τους μεγαλύτερους θησαυρούς του σπιτιού τους. Αλλά σα μια τελευταία λέξη στους σοφούς αυτού του καιρού, ας πούμε, ότι από όλους όσους κάνουν δώρα, αυτοί οι δυο ήταν οι πιο σοφοί. Από όλους αυτούς που προσφέρουν και δέχονται δώρα συνετοί! Αυτοί είναι οι πιο σοφοί παντού. Είναι οι Μάγοι.
Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Άμμος.


Wednesday, January 14, 2009

14 Ιανουαρίου, Μνήμη του Κωστή μας



Ήρθε πρωί πρωί μόλις είχα ανοίξει τα βλέφαρα. Με κοίταξε μ' εκείνο το βαθύ, το διαπεραστικό και σοβαρό του βλέμμα. Το βλέμμα που σπάνια συναντάς σ' ένα παιδί. Φορούσε ρούχα λευκά. Τα μάτια μου άρχισαν να τρέχουν δίχως να το θέλω. Ήσυχα, αθόρυβα δάκρυα.Τεσσάρων χρονών αγγελούδι σήμερα, αν μετριούνται έτσι -όπως εδώ- τα χρόνια των αγγέλων. Ειδικά αυτών που έζησαν εδώ μόνο για εφτά χρόνια. Ακόμα περισσότερο αυτών που μέσα στα εφτά τους χρόνια έζησαν την ζωή που ζει ένας άνθρωπος που αποχωρεί σε βαθιά γεράματα έχοντας περάσει μια ζωή ολόκληρη μέσα από την γέννηση, την άνθιση της νεότητας και την σταδιακή φθορά του γήρατος. Και ακόμα παραπάνω, αυτών που πέρασαν σε αστραπιαίο χρόνο τα πάθη του Χριστού και εσταυρωμένοι, θαρρείς και αναστημένοι την ίδια στιγμή, μας αποχαίρέτισαν.
Ο Κωστής είναι το παιδί για το οποίο μιλώ δίχως να αναφέρω το όνομά του, στο βιβλίο μου, στο Τέμπο. Αυτός είναι που στην αγκαλιά της μαμάς του πέρασε κάτω από τον Επιτάφιο εκείνη την Μ.Παρασκευή και του είχε πει πως καθώς θα περνάει να ζητήσει ό,τι θέλει από τον Χριστό κι Εκείνος θα του το χαρίσει. Το βράδυ πριν κοιμηθεί τον ρώτησε τι ζήτησε κι ο Κωστής της είπε πως ζήτησε να έχει ειρήνη ο κόσμος. Δεν ζήτησε να γίνει καλά. Το σώμα του είχε νομίζω ήδη παραλύσει, αλλά τότε ακόμα έβλεπε, ενώ μετά έχασε και την όρασή του.Ήταν μήνες έτσι στο κρεββάτι μέσα σε αφόρητους πόνους και το μόνο που μπορούσε ήταν να ακούει, να μιλά, ελάχιστα να τρώει και να κουνάει τα δάχτυλα των χεριών του. Μ' αυτά έφτιαχνε πειρατικά καράβια από τα κομματάκια των playmobil που ένα ένα του τα έδινε ο πατέρας του αφού του περιέγραφε με λέξεις τι είναι το καθένα. Τα ψηλαφούσε προσεχτικά και μετά τα τοποθετούσε στη σωστή θέση. Έρχονταν οι φίλοι και οι συγγενείς και του έφερναν δώρα και τα αδέρφια του σαν παιδιά λίγο τον ζήλευαν. Τους τα έδινε κι έλεγε, 'όλα αυτά σ' εσάς θα μείνουν έτσι κι αλλοιώς, πάρτε τα'.Τέτοια μέρα πριν από τέσσερα χρόνια μεσημέρι ήτανε, 3.30μ.μ τον πήρε αγκαλιά η μανούλα του που την φώναξε να πάει κοντά του στο κρεβάτι και μέσα στην αγκαλιά της άφησε την πνοη του σαν φτερό που το σήκωσε ψηλά ο αέρας.Στο μικρό του λευκό φέρετρο ήταν σαν να αναπαυόταν ένας γέροντας. Ένας σοφός γέροντας που όλα τα είδε, όλα τα κατάλαβε και χορτασμένος φεύγει πια μη έχοντας τίποτα άλλο να κάνει.Άλλα παιδιά στην ίδια θέση είναι σαν μικροί πρίγκιπες. Ο Κωστής όμως στα εφτά του χρόνια ήταν ένας μεγάλος πρίγκιπας. Μεγάλος πρίγκιπας σε μεγάλο ολόχρυσο θρόνο αστραφτερό.Στον άγιο Αχίλλειο της Λάρισας την ώρα της κηδείας του ένα λευκό περιστέρι όρμησε στον ναό κι έκανε κύκλους από πάνω του, εκεί ψηλά στον τρούλο.
Τον θυμάμαι τριών χρονών να κάνει ζωγραφιές θαυμαστές. Αδικαιολόγητα θαυμαστές για την ηλικία του, γεμάτες φως, χαρά και χρώματα. Γραμμές άψογες και ολοκληρωμένες.Το γέλιο του ήταν ουράνιο και το βλέμμα του στ' αλήθεια όπως το είδα σήμερα τα χαράματα, βαθύ και διαπεραστικό στα μαύρα του λαμπερά μάτια.

Θα έρθουμε όλοι κάποια στιγμή, του είπα σήμερα, καθώς ένιωσα μια αναμονή σ' αυτό του το βλέμμα. Θα έρθουμε χαρά μου, δεν θα αργήσουμε πολύ, μην ανησυχείς.Τουλάχιστον εδώ και ενάμισι χρόνο έχεις μαζί σου και τον φίλο σου τον αγαπημένο, δύο είστε. Παίξτε λίγο ακόμα και μετά θα παίζουμε συνέχεια μαζί.Ναι, αγαπούλα μου, όλοι μαζί θα παίζουμε για πάντα και για πάντα μαζί.Μόνο βοηθάτε μας λίγο να φτάσουμε κοντά σας, τον δρόμο μη χάσουμε..

Wednesday, January 7, 2009

Οι ευτυχισμένες μέρες μου



Πέρασαν δεκαπέντε ευτυχισμένες μέρες. Μέρες που τις κοιτώ τώρα και μου μοιάζουν σαν ένα πολύχρωμο αερόστατο που με σήκωσε ψηλά σε ουρανούς γαλάζιους και πορτοκαλί, γεμάτους ήλιους κι αστέρια μαζί, πουλιά και φύλλα που αιωρούνταν ανέμελα.
Μέρες αθόρυβες. Τόσο ήσυχες που θαρρείς και δεν άγγιξε τίποτα το εικοσιτετράωρο σώμα τους. Αν δεν ήταν και οι ακολουθίες των ημερών δεν θα είχα βγει καθόλου από το σπίτι.
Γιατί όλες οι άλλες ώρες ήταν κατοικίδιες. Εξημερωμένες και φιλικές στην ψυχή μου τόσο, που της πρόσφεραν την χαρά της υποταγής στην πολύωρη εργασία που με τροφοδοτεί αγαλλίαση όταν της δίνομαι απερίσπαστα.
Είναι τόσο ωραίο να κάνεις κάτι όχι για να ξεφύγεις από κάτι άλλο, όχι επειδή είναι μπροστά σου ένας στόχος σαφής, όχι γιατί είσαι υποχρεωμένος να το κάνεις, αλλά γιατί αυτό μπορείς να κάνεις, αυτό διψάς, σαν να μπαίνεις σε μια αγκαλιά ζεστή από την οποία με τίποτα δεν θέλεις να βγεις και κανένας λόγος δεν σε αναγκάζει να την αποχωριστείς.
Σήμερα ξέρω καλά πως όλα είναι ωραία. Ακόμα κι όταν είσαι υποχρεωμένος και εξαναγκασμένος να τα κάνεις μπορείς να βρεις κι εκεί έναν λόγο που θα σου δώσει χαρά και ομορφιά.
Μα όταν μπεις μέσα σ' ένα πολύχρωμο αερόστατο είναι αλλοιώς, όπως και να 'χει.
Εκεί δεν υπάρχει πριν και μετά. Δεν υπάρχει δρόμος, γιατί όλα είναι δρόμος. Δεν υπάρχει τέλος γιατί άκρη δεν έχει ο ουρανός, που λέει και το τραγούδι.
Είναι τώρα τρεις μήνες που ζωγραφίζω ένα παραμυθάκι μου μικρό. Είχα την ανάγκη να αφήσω λίγο το γράψιμο και τις σκέψεις, την καταβύθιση στα έγκατα της ύπαρξης. Είχα την δίψα να παίξω πάλι, έστω και μετά από χρόνια αρκετά, με τα χρώματα. Και το εγχείρημα ήταν τολμηρό. Το αποτέλεσμα θα ήταν αβέβαιο. Όπως σε κάθε παιχνίδι.
Τώρα που τελείωσα, καθώς μου μένουν μόνο τα εξώφυλλα, ήθελα να ακουμπήσω εδώ και στην αγάπη σας, αυτήν την μεγάλη χαρά του παιχνιδιού που γεύτηκα και που στην περίοδο των διακοπών με κατακυρίευσε, αφού αφοσιώθηκα σ' αυτήν.
Μπορείς να αφοσιώνεσαι στην χαρά;
Μοιάζει παράδοξο το ερώτημα. Όμως τώρα μπορώ χαμογελώντας να απαντήσω καταφατικά πως, ναι, μπορείς.
Θα ήθελα πολύ να είναι ωραίες οι ζωγραφιές μου και να αρέσουν και στους άλλους. Αυτή την στιγμή δεν μπορώ να το ξέρω, μιας και το ότι αρέσουν στους οικείους μου δεν είναι το κριτήριο. Όμως σκέφτομαι τώρα πως σίγουρα είναι ζωγραφιές γεμάτες χαρά και χρώματα και πως ακόμα κι αν δεν πολυαρέσουν στους άλλους, εμένα μου έδωσαν τόση ψυχή και μου ανταπέδωαν τόση αθωότητα παιδική, που άξιζε τον μεγάλο κόπο και όλη μου την προσήλωση.
Θα ζωγραφίσω, λοιπόν, στο εξώφυλλο ένα αερόστατο και μέσα θα βάλω το κορίτσι και το αγόρι του παραμυθιού να πετούν στους ουρανούς και μετά θα το αποχαιρετήσω κι αυτό το βιβλιαράκι να το πάρει στα φτερά του ο άνεμος και να το πάει όπου αυτός αγαπάει.
Γεύτηκα μια απο τις μεγαλύτερες και διαρκέστερες χαρές της ζωής μου μ' αυτό και του είμαι βαθιά ευγ
νώμων.

Saturday, January 3, 2009

3η Ιανουαρίου - Μνήμη Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη


"... Ο δε θάνατός του συνέβη ως εξής:
Ησθένησε την 29ην Νοεμβρίου του 1910. Την τρίτην ημέρα της ασθενείας του ελιποθύμησε. Όταν δε συνήλθε, "Τι μου συνέβη;", είπε. "Δεν είναι τίποτε, μία λιποθυμία μικρά", του είπον αι περιστοιχίζουσαι αυτόν τρεις αδελφαί του. "Τόσα έτη", λέγει ο Αλέξανδρος, "εγώ δεν ελιποθύμησα, δεν εννοείτε ότι αυτά είναι προοίμια του θανάτου μου; Φέρετε αμέσως τον παπά και μην αναβάλλετε".
Εθρήνουν τότε οι αδελφαί του, ο δε Παπαδιαμάντης βλέπων αυτάς και συλλογιζόμενος ότι εάν αποθάνη δεν έχουσιν άλλον βοηθόν και συντηρητήν ταις απέτεινε τους εξής παρηγόρους λόγους:
"Έχω καλούς φίλους οι οποίοι θα εκδώσουν τα έργα μου, ησυχάσατε φιλόστοργές μου αδελφές".
Μετ' ολίγον κληθέντες ήλθον συγχρόνως και ο ιερεύς και ο ιατρός... Μόλις λοιπόν είδε τον ιατρόν, είπε εις αυτόν:
"Τι θέλεις συ εδώ;" "Ήρθα να σε ιδώ" του λέγει ο ιατρός.
"Να ησυχάσης" του λέγει ο ασθενής "εγώ θα κάμω πρώτα τα εκκλησιαστικά και ύστερα ναρθής εσύ". - "Ήθελα να κάμω το παλληκάρι" έλεγε κατά το διάστημα της ασθενείας του, "αλλά την έπαθα".
- "Άμα λείψω απ' αυτόν τον κόσμον, τότε θα καταλάβουν πόσον χρήσιμος είμαι", έλεγε κατά τας προ του θανάτου του ημέρας.
Είχε σώας τας φρένας του μέχρι τέλους και επεθύμει να συγγράψει διήγημά τι. Ο νους του μέχρι της τελευταίας του αναπνονής ήτο αφιερωμένος εις τον Θεόν.
Μόνος του ολίγας ώρας πριν αποθάνη έστειλε να κληθεί ο ιερεύς διά να κοινωνήση. "Ξεύρεις! Μήπως αργότερα δεν καταπίνω!" έλεγε.
- Ήτο η παραμονή του θανάτου του και ως τις ειρωνεία του ανηγγέλη η απονομή της παρασημοφορίας του διά του Σταυρού του σωτήρος.
- Την εσπέρα της 2ας Ιανουαρίου, παραμονή του θανάτου του, "Ανάψτε ένα κηρί", είπε, "φέρτε μου ένα βιβλίο" (εκκλησιαστικό).
Το κηρίον ηνάφθη. Επρόκειτο δε να έλθη και το βιβλίο. Αλλά πάλιν αποκαμών ο Παπαδιαμάντης είπε: "Αφήστε το βιβλίο, απόψε θα ειπώ όσα ενθυμούμαιι απόξω". Και ήρχισε τρεμουλιαστά "Την χείρα σου την αψαμένην" (τροπάριο εκ των Ωρών της παραμονής των Φώτων). Αυτό ήτο και το τελευταίον ψάλσιμον του Παπαδιαμάντη, διότι την ιδίαν νύκτα κατά την 2αν μετά το μεσονύκτιον ώραν εξημέρωνεν η 3η Ιανουαρίου παρέδωκεν την ψυχήν του εις χείρας του Πλάστου.

Το απόσπασμα είναι από την επιστολή που έστειλε ο Γ.Ρήγας προς τον κύριον Δικαίον στις 7 Μαρτίου 1912.

"... Έκλεισε μόνος τα μάτια, χωρίς να τα πιάσει άλλος", γράφουν οι αδελφές του προς τον Ι.Βλαχογιάννη



Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, Αλληλογραφία, φιλολογική επιμέλεια Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος, εκδ. Δόμος 1992

Friday, December 19, 2008

"Το Παραμύθι της Μουσικής" τώρα και σε cd από το Εν Χορδάίς



Έχω την μεγάλη χαρά να σας ανακοινώσω και εν μέρει να σας παρουσιάσω την νέα μας δουλειά."Το παραμύθι της μουσικής" που μέχρι τώρα ήταν γνωστό ως βιβλίο που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Λιβάνη, μέσα στην ερχόμενη εβδομάδα κυκλοφορεί σε βιβλιοπωλεία και δισκοπωλεία και σε cd.


Τα τέσσερα πρώτα track του cd περιλαμβάνουν το κείμενο του Παραμυθιού αφηγούμενο από τη συγγραφέα και την ηθοποιό Δέσποινα Σαραφείδου και συνοδευμένο από τις νέες μουσικές συνθέσεις του Κυριάκου Καλαϊτζίδη, ερμηνευμένες από το μουσικό σχήμα «Εν Χορδαίς», καθώς και γνωστά κομμάτια της Μεσογειακής μουσικής από ξένους δεξιοτέχνες. Τα υπόλοιπα track συνιστούν κατ’ ουσία ένα β΄ μέρος όπου περιέχει μόνον τη μουσική, ώστε να μπορεί ο ακροατής να την ακούσει και αυτόνομα ή ο εκπαιδευτικός να την διδάξει σε συνδυασμό με το ομώνυμο βιβλίο που κυκλοφορεί από τον εκδοτικό οργανισμό Λιβάνη.

Μία ακόμα ξεχωριστή παραγωγή του βραβευμένου, από το RADIO FRANCE για το 2008 με το Prix France Musique des Musiques Du Monde, μουσικού σχήματος «Εν Χορδαίς» που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη, και τον ομώνυμο Πολιτιστικό Οργανισμό. Οι νέες συνθέσεις του Κυριάκου Καλαϊτζίδη συνταιριάζονται αρμονικά με γνωστά κομμάτια της Ανατολικής και Δυτικής Μεσογείου (Do zarbi Bayât-e tork, Ya mersal el marasil και Ya soi desposado, Pavana) όπως και η ερμηνεία τους από το μουσικό σχήμα «Εν Χορδαίς» «παντρεύεται» αυτή των προσκεκλημένων μουσικών από τη Μεσόγειο (Imane Homsy – κανονάκι, Misirli Ahmet – τουμπελέκι, Lluis Coll – κορνέτο, Pietro Prosser μεσαιωνικό λαούτο κ.α.).


Αν ανοίξετε τον ηχο του υπολογιστή σας θα πάρετε μια γεύση από το cd μας. Είναι το πρώτο τρακ, η αρχή του παραμυθιού δηλαδή.
Μέσα στις τελευταίες δύο εβδομάδες είχα την μεγάλη χαρά να παρουσιάσω το Παραμύθι ως προσκεκλημένη συγγραφέας από διάφορα σχολεία στα παιδιά.
Επισκέφτηκα μ' αυτήν την αφορμή σχολεία της Θεσσαλονίκης, αλλά και της Κατερίνης, της Επανωμής και του αγ.Βασιλείου τελευταίο σήμερα το πρωί.
Οι παρουσιάσεις γίνονταν με την αφήγηση του παραμυθιού από εμένα παράλληλα με την μουσική από το cd και την προβολή των εικόνων του βιβλίου.
Συνάντησα μεγάλη ποικιλλία κτιριακών υποδομών, τεχνικής υποστήριξης, φιλοξενίας και παιδιών που νομίζω πως φτάσανε περίπου τα χίλια στο σύνολό τους.
Κάποιες φορές οι δυσκολίες ήταν μεγάλες, αλλά τις παλέψαμε όλες.
Αυτό όμως που θεωρώ σημαντικό να ειπωθεί εδώ είναι πως όποιες και να ήταν οι συνθήκες, από τις πλέον ευοίωνες μέχρι τις πλέον δύσκολες, ένα ήταν το κοινό χαρακτηριστικό σε όλες αυτές τις παρουσιάσεις και αυτό αξίζει να σημειωθεί:
Παιδιά και δάσκαλοι τις παρακολουθούσαν με κρατημένη την ανάσα, ακόμα και όσοι δεν ήταν καθόλου υποψιασμένοι ή προσήλθαν χωρίς ιδιαίτερη διάθεση.
Όλοι στο τέλος ήταν σαν μαγεμένοι και συγκινημένοι βαθιά. Είδα όλους τους μεγάλους να αλλάζουν, να μεταμορφώνονται. Είδα τα παιδιά να μεθούν και να χαίρονται πάρα πολύ και εντυπωσιάστηκα από το μουσικό τους αίσθημα όπως και από τις μοναδικές ερωτήσεις που μου έκαναν στο τέλος.
Κάποια παιδιά μού είπαν πως είναι η πρώτη φορά που σκέφτονται να γίνουν συγγραφείς όταν θα μεγαλώσουν και αυτό με συγκίνησε πολύ.
Ενδεχομένως σε άλλο ποστ να γράψω τις απορίες των παιδιών που ήταν σπουδαίες καθώς και την προσπάθειά μου να τις απαντήσω.
Προς το παρόν σταματώ εδώ. Και από εδώ ευχαριστώ με όλη μου την καρδιά όλους τους εξαιρετικούς συνεργάτες μου για την φοβερή δουλειά που έκαναν. Όχι μόνον τους μουσικούς όλους, αλλά και τον Νικόλα που παραχώρησε την εικόνα του εξωφύλλου, τον Νίκο που σχεδίασε το cd και τους τεχνικούς του στούντιο του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών που εργάστηκαν ατελείωτες ώρες, ώστε αυτό το cd να είναι ένα εργόχειρο ψηλοκεντημένο νότα νότα, λέξη λέξη. Τον Θωδ που επιμελήθηκε την εκφορά του λόγου μας, την Δέσποινα που μοιράστηκε μαζί μου την αφήγηση. Πρώτα και πάνω από όλους τον Θεό, που μας έδωσε την δύναμη και την αγάπη να πραγματοποιήσουμε ένα μεγάλο μας όνειρο.

Εύχομαι ολόψυχα σε όλους
ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ!

Monday, December 15, 2008

Γιάννης Ζήκας 1945-2008











« Λόγος πο χω ρθει
δ εναι
γι ν νάψω τ κεράκι
μου π τ κτιστον
τ Φς.»
........................................................................
Ο αγαπημένος μας Γιάννης Ζήκας, το άναψε το κεράκι
που τόσο λαχταρούσε.
Χθες ανάψαμε κι εμείς απ' αυτόν τα δικά μας.
Να γλυκαθεί η λύπη του αποχωρισμού.
Να μεταλαμπαδευτεί μέσα μας -παρακαλούμε
το Φως που λάτρεψε. Το Φως που ενώθηκε μαζί του.
Την ευχούλα σου Γιαννάκη μας...
Και καλήν αντάμωση...


Monday, December 8, 2008

Είναι κάτι πουλιά… (Στη μνήμη του Αλέξη)


Έχουν στο πρόσωπο ζωντανό ένα ζωγραφιστό χαμόγελο. Έχουνε φως. Μια καλοσύνη στα γλυκά τους μάτια. Κάποτε συλλογή πάνω στη φευγαλέα ματαιότητα του κόσμου. Πάνω στη θλίψη των ανθρώπων που βαστάζουν.
Στα σώματά τους όλοι οι πόροι είναι ορθάνοιχτοι. Κάθε τους πόρος μια αγκαλιά στους στερημένους. Σώματα υποταγμένα σε χάδια παιδικά. Κι ανθεκτικά σε όλα τα χτυπήματα κι ας είναι εύθραυστα ξεχωριστά και όχι , καθόλου ρωμαλέα.
Τόσο μικρό το βάρος τους, ποιος θα το πει με βεβαιότητα ό,τι πατούν στη γη;
Αόρατα περνούν από τις μάχες. Αόρατα κι απ’ το κακό. Αλώβητα απ’ τα βέλη της σκληρότητας κι ας φαίνεται πως τα σκοτώνουν. Της ασπλαχνίας ξένα κι αμίαντα απ’ το μίασμα της άρνησης και το άλλο που το είπαν προδοσία.
Και τρυφερά αθεράπευτα. Σαν κόκκινη ηλιαχτίδα πριν βουτήξει στα νερά της θάλασσας και γίνει ένα με το αλμυρό νερό. Σαν άστρου βρεφικού φωτάκι πριν το ξημέρωμα. Γραμμή ορίζοντα άναρχη και ατελής. Απέραντη και διάφανη σχεδόν.
Πολλοί δεν θα τα δουν ποτέ καθώς πετούν έξω απ’ τα τείχη τους. Έξω από όλα τα τείχη πετούνε όμορφα. Έξω από την υπεροχή, τη δύναμη, την κατοχύρωση του ψεύδους.
Άλλοι αδιάφοροι θα προσπεράσουν μέσα στο χλιαρό βάδισμα των αισθημάτων τους. Μέσα στη μετριότητα της άγευστης ζωής τους που ρίχνει ολόγυρα ένα πέπλο ομίχλης κι εξομοιώνει τα ανόμοια, τα άνισα εξισώνει, συμπαρασύρει στη φθορά τους το άφθαρτο.
Άλλοι θα σηκώσουν τα βέλη τους ψηλά και θα τα κυνηγήσουν. Νομίζουν πως κάτι πουλιά σαν κι αυτά γίνεται να πεθάνουν. Γίνεται να εξαφανιστούν. Και χαίρονται οι αιμοβόροι το αίμα που έσταξε στα χέρια τους, αγνοώντας πως το αίμα αυτό μόνο τους ίδιους θα κηλιδώνει ανεξίτηλα. Εκείνα είτε εδώ είτε εκεί, πάντα ξεχωριστά πουλιά θα είναι.
Άλλοι θα τα αντιληφθούν σαν αστραπή και θα τρομάξουν. Γρήγορα θα κρυφτούν. Το φως τους δεν το αντέχουν που ταράζει λίγο τη συνείδησή τους. Δεν είναι αυτοί για ερωτήματα, για νέα ζωή, αλλαγή κατεύθυνσης. Γρήγορα φροντίζουν να λησμονήσουν πως κάποτε είδαν κάτι που σε τίποτα δεν θύμιζε τον εαυτό τους.
Είναι κάτι πουλιά που μοιάζουν άνθρωποι. Στα δυο τους πόδια περπατούν κι είναι σαν να πατούν και δεν πατούν. Σαν να πετούν ψηλά. Πολύ πιο πάνω από την αιματοκυλισμένη μας πατρίδα. Σκορπίζουν την ελπίδα κι ας κρατούν στα δάχτυλα το αίμα των αιώνων. Έχουν τα δάχτυλά τους πάντοτε στραμμένα προς τον ουρανό. Μπορούν κι ελκύουν την ουράνια Χάρη, την ιαματική στον πόνο και στην αδικία. Ακόμα και στον θάνατο.
Είναι κάτι πουλιά στο πλάι μας, στο δρόμο μας, στη γειτονιά μας. Αθόρυβα βουβά πουλιά, χωρίς στολίσματα φανταχτερά, αμακιγιάριστα και έξω από φώτα τεχνητά.
Είναι φτωχά, ίσως γυμνά, ίσως παιδιά. Ίσως κοινά στο βλέμμα που αναζητά το εξαίσιο.
Μα είναι τούτα τα πουλά που αν τυχόν στα πόδια τους προσπέσεις, αν γείρεις στην καρδιά τους σαν προσκέφαλο την κούρασή σου όλη, γλυκαίνεσαι απαράμιλλα. Ξαναγεννιέσαι βρέφος της πρώτης μητρικής στοργής που μόνο αυτή σού δίνει και τίποτα δεν σου ζητά.
Ανάμεσά μας περπατούν, πετούν, γελούν και κλαίνε μυστικά. Μας ομορφαίνουν τις στιγμές, γεμίζουν με όνειρα τις νύχτες κι οδηγούν τον ήλιο στο παράθυρό μας κάθε ξημέρωμα.
Μακάριοι όσοι μπορούν να τα κοιτάξουν, να τ’ αγγίξουν, να τ’ αναγνωρίσουν.
Μακάριοι αυτοί που θα φυλλομετρήσουν τα φτερά τους την ώρα που θα σκεπάσουν στοργικά το πρόσωπο τους το χλωμό να το γλιτώσουν από τον εφιάλτη.
Μακάριοι αυτοί που μπόρεσαν να τα αντικρύσουν, γιατί μόνον αυτοί τα αγάπησαν βαθιά.
Μόνον αυτοί αδύνατον να τα ξεχάσουν.
Και δεν μπορούν παρά μέχρι το τέλος της ζωής τους να τα αποζητούν.