Labels
- Εορτή (818)
- Ποίηση (492)
- Παρουσίαση βιβλίου (202)
- Διήγημα (200)
- Σκέψεις (196)
- Παραμύθι (191)
- φωτογραφία (173)
- Φωτογραφικό αφιέρωμα (152)
- χάι κου (148)
- Αφιέρωμα βίντεο (128)
- Μουσική (124)
- Προβληματισμοί (107)
- Πατέρες (96)
- φωτογραφια (93)
- Βιογραφία (89)
- Τραγουδι (75)
- Ταξιδιωτικά (67)
- Ημερολόγιο (62)
- Αποχαιρετισμός (59)
- Αφιέρωμα λογοτεχνικό (51)
- Συνέντευξη (51)
- Συναυλία (48)
- Δοκίμιο (47)
- Ο Αχτιδοϋφαντής (44)
- Ιστορία (40)
- Πολιτική (36)
- Πολιτισμός (35)
- Κριτική (34)
- Ως την άκρη του νερού (34)
- toportal (32)
- Ο τρελός του χωριού (29)
- Ζωγραφική (27)
- Ποιηση (27)
- Μυθιστόρημα (26)
- Αφιέρωμα κινηματογράφος (25)
- Διάφορα (24)
- Ερμηνεία Ευαγγελικών περικοπών (20)
- Σχόλιο της Δευτέρας (20)
- Μεγάλη Εβδομάδα (18)
- Παραβολή (17)
- Ημεροστίχιο (16)
- Ο μικρός μονομάχος (16)
- Γράμμα (14)
- Μέγας Βασίλειος (14)
- Χάι κου φωτογραφια (14)
- Τραγούδι (13)
- Αφιέρωμα Θέατρο (12)
- Νύχτα θαυμάτων (12)
- Οδύσσεια (12)
- Βραβεία (10)
- Ο λαμπερός πολεμιστής (10)
- fairy taile (9)
- Δοκκίμιο (8)
- Μαγειρική (7)
- Μικρές ιστορίες (7)
- ψηφιδωτό (7)
- Αφιέρωμα Εορτή (4)
- Εικόνα (4)
- Προσωνύμια Παναγίας (4)
- Όμηρος (3)
- Πόίηση (3)
- Φωτογραφίες (3)
- Αποφθεύγματα (2)
- Καληνύχτα Μαρία (2)
- Παλαιά Διαθήκη (2)
- Πρόσφυγες (2)
- Ταινία (2)
- Τ’ αδέρφια του δρομου (2)
- αφήγημα (2)
- Απόδοση κειμένου (1)
- Βιβλία μου σε άλλες γλώσσες (1)
- Δημιουργική γραφή (1)
- Διασκευή παραμυθιού (1)
- Δοκί (1)
- Ευχή της ημέρας (1)
- Κυριακή του Πάσχα (1)
- Οι ιστορίες του Καλλίστρατου (1)
- Συνέδριο (1)
- ποί (1)
Monday, August 23, 2010
Saturday, August 21, 2010
Friday, August 20, 2010
"Το παιδί, η μηλιά και το φεγγάρι" Έμμετρο παραμύθι

Αγάπη βγήκα για να βρω και έρωτα αιώνιο
με πήρε η νύχτα στο στρατί βγήκα σε μεσολόγγι
και το φεγγάρι κοίταξα, το είδα μαραμένο.
- Φεγγάρι μου ολόγιομο και τρισχαριτωμένο
ποια λύπη να σε χλώμιασε, ποιος πόνος σε μαραίνει;-
Δεν έχω στόμα να το πω, μιλιά να το μιλήσω
τράβα ρώτα τον άνεμο μη και στο μαρτυρήσει.
- Άνεμε των ψηλών βουνών και των γαλάζιων βράχων
πες μου ποια λύπη σκότισε το ολόγιομο φεγγάρι,
ποιο μυστικό, ποια συμφορά του πήρε τη μιλιά του;
- Πού να 'βρω λόγια να στο πω, πώς να στο μαρτυρήσω;
πάνε ρώτα τα κύματα στη μέση του πελάγους.
- Θάλασσα βαθυστόχαστη και μαργαριταρένια
τι ‘ναι του φεγγαριού ο καημός, το δόλιο του μαράζι;
- Ψάρια μουγκά στα σπλάχνα μου και σιωπηλά κοράλλια
δεν έχω λέξεις να στο πω και γράμματα δεν ξέρω.
Φεύγα ρώτα τις πέρδικες που τριγυρνούν στ' αλώνια.
- Πέρδικες, καλοπέρδικες που φέρνετε μαντάτα
μη ξέρετε το μυστικό που τρώει το φεγγάρι;
- Το μυστικό το ξέρουμε μα πώς να σου το πούμε;
Τ' άστρα θα μας θυμώσουνε, ο ήλιος θα κακιώσει.
Φεύγα ρώτα τις πέρδικες που τριγυρνούν στ' αλώνια.
- Πέρδικες, καλοπέρδικες που φέρνετε μαντάτα
μη ξέρετε το μυστικό που τρώει το φεγγάρι;
- Το μυστικό το ξέρουμε μα πώς να σου το πούμε;
Τ' άστρα θα μας θυμώσουνε, ο ήλιος θα κακιώσει.
Τράβα στον πάνω μαχαλά και ρώτα τη μηλίτσα
που 'ναι στο κέντρο της αυλής του βασιλιά του Ρήγα.
Πήρα τους δρόμους, τα στενά, πήρα τα μονοπάτια
άνθρωπο δεν απάντησα, φωνή δεν ηξιώθη
ίσκιοι, τριγμοί και ψίθυροι με πήραν καταπόδι.
Ήρθε στιγμή που τρόμαξα, ήρθε στιγμή που εσκιάχθη
μα ούτε κοντοστάθηκα ούτε που πήρα ανάσα.
Σβήνει το φεγγαριού το φως, χάνεται η λαλιά του
κι ο πόνος μου ‘δινε φτερά να μάθω την αιτία.
Φτάνω μπροστά σ' αρχοντικό, μπροστά σ' ένα παλάτι.
Όλα τα δέντρα της αυλής ήτανε μαραμένα
μα η Μηλιά στη μέση της έκλαιγε και θρηνούσε.
- Μηλίτσα πού ν’ τα μήλα σου και τα χρυσά κλαδιά σου;
Πήρα τους δρόμους, τα στενά, πήρα τα μονοπάτια
άνθρωπο δεν απάντησα, φωνή δεν ηξιώθη
ίσκιοι, τριγμοί και ψίθυροι με πήραν καταπόδι.
Ήρθε στιγμή που τρόμαξα, ήρθε στιγμή που εσκιάχθη
μα ούτε κοντοστάθηκα ούτε που πήρα ανάσα.
Σβήνει το φεγγαριού το φως, χάνεται η λαλιά του
κι ο πόνος μου ‘δινε φτερά να μάθω την αιτία.
Φτάνω μπροστά σ' αρχοντικό, μπροστά σ' ένα παλάτι.
Όλα τα δέντρα της αυλής ήτανε μαραμένα
μα η Μηλιά στη μέση της έκλαιγε και θρηνούσε.
- Μηλίτσα πού ν’ τα μήλα σου και τα χρυσά κλαδιά σου;
Που ‘ναι το φως του φεγγαριού, ποιος πήρε τη μιλιά του;
- Πού να 'βρω θάρρος να στο πω, τα σπλάχνα μου καμένα
μα ο θάνατός μου έρχεται, ο θάνατός μου φτάνει
και το βαρύ το κρίμα μου στον τάφο δε το θέλω.
μα ο θάνατός μου έρχεται, ο θάνατός μου φτάνει
και το βαρύ το κρίμα μου στον τάφο δε το θέλω.
Στη ρίζα μου ορκιστήκανε παιδί και θυγατέρα
πως είναι η αγάπη αθάνατη, ο έρωτας αιώνιος.
Δώσαν φιλί και μια αγκαλιά που ζήλεψεν η πλάση.
Μα ήρθε μοίρα σκοτεινή, μοίρα φαρμακωμένη
Κοιμήθη ο άρχων της νυχτιάς, δε βγήκε να φωτίσει.
Ο δρόμος ήταν άφεγγος, το πέρασμα σκιαγμενο,
ξένος την κόρη φίλησε, ξένος την κόρη πήρε
κι εκείνη δεν κατάλαβε της συμφοράς το γράμμα.
Στο σκότος δε ξεχώρισε πως ξένος την εκλέβη.
Ήρθεν ο γιος να την εβρεί δεν ήβρε την αγάπη,
Στο σκότος δε ξεχώρισε πως ξένος την εκλέβη.
Ήρθεν ο γιος να την εβρεί δεν ήβρε την αγάπη,
έπεσε για να σκοτωθεί, κανείς δεν του ‘πε όχι.
Οι ρίζες μου καήκανε, το κρίμα ήταν δικό μου,
εγώ τον όρκο ξέχασα, εγώ είχα αλλού το νου μου,
μα το φεγγάρι βγαίνοντας το επόμενο βραδάκι
πήρε το κρίμα πάνω του γιατί αποκοιμήθη.
Χλώμιασε και κιτρίνισε, έπεσε να πεθάνει,
Χλώμιασε και κιτρίνισε, έπεσε να πεθάνει,
κι αν άλλη αγάπη δε φανεί θα σβήσει από τη θλίψη.
Κι άντες εγώ να ξεραθώ, μ’ αξίζει ό, τι κι αν πάθω,
ο κόσμος δε θα γκρεμιστεί κανείς δε θα πονέσει.
Μα αν σβήσει ο αφέντης της νυχτιάς ο κόσμος θα χαλάσει.
- Μηλίτσα μου σε αγαπώ, μαζί σου εγώ θα ζήσω.
Κάθε πρωί θα σε φιλώ, το γιόμα θα σε ραίνω,
και κάθε βράδυ ορκίζομαι τραγούδια να σου λέω.
Στα λόγια μου άστραψε ένα φως, η νύχτα μέρα εγένη
και το φεγγάρι φώτισε, το χείλι του εγλυκάθηκι
ο κόσμος αναθάρρησε, η μοίρα πήρε δρόμο
τα μήλα γίνανε χρυσά κι ο έρωτας αιώνιος.
Wednesday, August 18, 2010
"Αυγή"

Σεβάστηκα τη νύχτα
που ξαγρυπνά για το χατίρι μας
αιώνες τώρα
Σεβάστηκα την ανατολή
που περιμένει τη σειρά της
από κτίσεως κόσμου
Σεβάστηκα τους κόκορες
που κάθε χάραμα
υπενθυμιζουν τη δειλία μας
Σεβάστηκα το τρακτέρ
που ακόμα ελπίζει στη γη
Το τζιτζίκι προάγγελο του καύσωνα
Τον αντίλαλο των αηδονιών στα βουνά
Το γάβγισμα του σκύλου
Την υπομονή της θάλασσας
Τα άκαμπτα κυπαρίσσια
Τα διψασμένα γεράνια
Τους σβησμένους λαμπτήρες της δημοσιάς
Το ρολόι που σημάνει έξι χτύπους
Σεβάστηκα την αγάπη μου
καθώς κοιμάται ήσυχη πως
σαν ξυπνήσει
θα με βρει πάλι στο πλάι της
Σεβάστηκα την αϋπνία μου
που κάρπισε ευγνωμοσύνη
στην υποδοχή της νέας μέρας.
Όλα σε μια μόνο στιγμή τα σεβάστηκα
Η μέρα ξεδιπλωνόταν φύλλο πίτας
στα χέρια του Πλάστη
έτοιμη να γεμίσει τις στιγμές όλων μας
προσφορά στο μυστικό δείπνο της ζωής
Tuesday, August 17, 2010
"H στολή" - Στιχούργημα

Θα υφάνω απ' αστέρια μια χρυσή στολή
να ντύσω την πληγή που σε μαραίνει
Η αγάπη μου σα μύρο θα τη ραίνει
της θλίψης σου τη συστολή
Από το κλάμα του Θεού φτιάχτηκαν θάλασσες
από τον αναστεναγμό του ο αέρας
Μονάχα ο πόνος το μπορεί να φέρει εις πέρας
την άγια εικόνα του που χάλασες
Θα κλέψω των κυμάτων τους λευκούς αφρούς
να πλύνω των ματιών σου το μαράζι
ο ίσκιος κυνηγός να μη ταράζει
του βλέμματός σου τους φρουρούς.
Από το γέλιο του Θεού χτίστηκαν σύμπαντα
κι απ' το έλεός του χρώματα χιλιάδες
Δώσ' μου το χέρι σου να παίξουμε αμάδες
μη σκιάζεσαι του κόσμου τα ασήμαντα.
Monday, August 16, 2010
Mικρή ιστορία - Η Παναγιά του Κάστρου

...Και είπα να μην κατέβω στο κάτω χωριό του Αδάμαντα και στο μεγάλο πανηγύρι όπου θα πήγαιναν όλοι, μόνο πήρα τα πόδια μου κι ανηφόρισα στον απάνω μαχαλα της Τρυπητής, και στην Πλάκα που από πάνω της στέκει το βουνό… στην κορφή του ψηλότερου βουνού της Μήλου είναι το Κάστρο, ένα ακτάστατο άθροισμα από χαλάσματα των καιρών που το κοσμεί το ξωκλήσι της Παναγιάς… στην Παναγιά του Κάστρου έφτασα κατάκοπη και καταϊδρωμένη ενώ ο παπα Χαραλάμπης, ταπεινός και απλούς ιερομόνασχος τελούσε την Λειτουργία… μια χούφτα πιστοί μέσα, όσους χωρούσε ο ναϊσκος, πλήθη ευλαβικά έξω καθισμένα γύρω στις πεζούλες… βρήκα στην αρχή μια σκιερή θέση σε μια πεζούλα να βγάλω το αγκομαχητό μου κι ύστερα ακούμπησα στον τοίχο της πλαϊνής πόρτας που τιμούσε ο βοριάς… δεν άργησε να αδειάσει και μια καρέκλα ανθρώπου που δεν γνώριζε πως αργεί ακόμα η Μετάληψη… Λέω πως ίσως βρέθηκα στο ωραιότερο σημείο του κόσμου αγναντεύοντας όλο το νησί τριγύρω με τους δαντελωτούς του κόλπους, τους ποικίλλους οριενούς λόφους του και τα θαλασσινά σπαράγματα κάτω από έναν ασσυνέφιαστο ουρανό… Εδώ να στήσω μια σκηνή σκέφτηκα, και να μείνω, όπως το είπε και ο Πέτρος στην Μεταμόρφωση που ως σκληραγωγημένος ψαράς και ταπεινός μαθητής δεν βρήκε απαραίτητο να έχει την προσωπική του σκηνή… Ένας άρτος σουσαμένιος στο τέλος, η περιφορά της εικόνας τρεις φορές γύρω απ’ το ξωκλήσι κι άμε στον κατήφορο, στην κάτω μεριά του κόσμου, έχοντας φτερά στα πόδια, στο νου και στην καρδιά, που αξιώθηκα τόση ομορφιά… Βοήθειά μας και Χρόνια Πολλά!
Friday, August 6, 2010
"Ο μάγος σου" Στιχούργημα

Ο κόσμος σφαίρα που γυρίζει
κι οι αγάπες μας κουτρουβαλούν
παίζουν κρυφτό, παιζουνε μήλα
Πίνω νερό κι εσυ τεκίλα
μέσα στην άσπρη σου μπαλούν.
Μόλις σε πιάσω μου ξεφεύγεις
πάω να σε κάψω ξεγλυστράς
κι άμα θυμώσω μ’ αποφεύγεις
γίνεσαι σύννεφο από στρας
Τη μια με κάνεις βασιλιά σου
την άλλη υποδουλο και σκλάβο
Τον μαθητή, τον κύριό σου
ποιο ρόλο θέλεις ν’ αναλάβω;
Είσαι τρελή γι’ αυτό μ’ αρέσεις
μα βρηκες και το δάσκαλό σου...
Όσο κι αν θες να με μαγέψεις
εγώ είμαι ο μάγος ο καλός σου...
Thursday, August 5, 2010
Wednesday, August 4, 2010
Μικρή ιστορία 11. Ο μάγειρας και οι πεινασμένοι φίλοι του

Σπούδάσα στην Αθήνα μάγειρας. Ήμουν καλός και με πήραν σοτν Διόνυσο, το περίφημο εστιατόριο των Αθηνών, για βοηθό. Έξι φύγαμε τότε απ' το χωριό, οι άλλοι πέντε φοιτητές, από μένα περίμεναν καμιά μερίδα φαγητό.
Έρχονταν τότε με τα σκυλάκια τους εκεί, τα βάζαμε σε ειδικό χώρο και ετοιμάζαμε και το φαϊ τους, κατεψυγμένο φιλέτο. Κατεψυγμένο βέβαια, αλλά φιλέτο... Έψηνα κανένα παραπάνω. Είχαμε έναν φεγγίτη πάνω απ' την κουζίνα, νύχτα ήτανε, έβαζα φωνή...
Έλα Τζακ, έλεγα και πετούσα το φιλέτο από τον φεγγίτη τυλιγμένο σε χρυσόχαρτο να το πιάσει το φιλαράκι μου να το πάει στο δωμάτιο να το μοιραστεί η παρέα.
Ένα βράδυ έτυχε να μην έχουν σκυλιά οι πελάτες. Αρχίσαμε να μαζεύουμε στο τέλος και να πλένουμε, κι αγχώθηκα που θα άφηνα νηστικούς τους φίλους μου. Απλώνω το χέρι στο ράφι ψηλά και πιάνω μερικές κονσέρβες. Φωνάζω τον Τζακ και τις πετάω. Τόνος είναι, λέω, κάπως θα τη βγάλουνε και σήμερα. Γυρίζω αργά...
Εντάξει; τους ρωτάω σαν φτάνω σπίτι.
Τι εντάξει ρε Θανάση;
Καλός δεν ήταν ο τόνος; Δεν είχα τίποτα άλλο ρε παιδιά.
Ποιος τόνος ρε Θανάση;
Ο τόνος ρε παιδιά, δεν ήταν τόνος οι κονσέρβες;
Μαύρο χαβιάρι ήταν ρε Θανάση, μαύρο χαβιάρι και δεν είχαμε ούτε μια μπουκιά ψωμί να τον φάμε...
Tuesday, August 3, 2010
"Ο άνθρωπος που ήθελε να ζει αιώνια" Διασκευή παραδοσιακού παραμυθιού

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας άνθρωπος που ήθελε να ζει αιώνια. Τον έλεγαν Παντελή. Ειχε όλα τα καλά. Ήταν νέος, γερός, αγαπούσε την οικογένειά του και χαιρόταν τη ζωή. Πάει μια μέρα στη Σοφή του χωριού και της λέει:
Ξέρεις ποιο είναι το μυστικό για να ζήσω αιώνια; Εκείνη σκύβει συλλογισμένη και κοιτά τα μαύρα της νύχια. "Εγώ δεν ξέρω. Άμε στον γέρο του δάσους που είναι πιο γέρος κι από μένα να ρωήσσεις. Αυτός πρέπει να ξέρει".
Τραβά τον δρόμο του ο Παντελής, φτάνει κάποτε στον γέρο του δάσους που καθόταν πάνω σ' ένα κούτσουρο. "Ξέρεις πώς θα μπορέσω να ζήσω αιώνια;" τον ρωτά. "Εγώ", του λέει αυτός, "θα ζήσω μέχρι να πέσουν όλα τα δέντρα του δάσους". "Α, όχι, αυτό δεν μου κάνει. Κάποτε θα πέσουν τα δέντρα. Δεν είναι αυτό που ζητώ". "Ε, τότε, πήγαινε να βρεις το γέρο της λίμνης, αυτός είναι πιο γέρος κι από μένα, μπορεί να ξέρει το μυτστικό".
Δρόμο παίρνει δρόμο αφήνει ο Παντελής φτάνει κάποτε στο γέρο της λίμνης που τον εβρίσκει να πίνει το νερό της λίμνης πεσμένος μπρούμυτα. "Ξέρεις πώς θα μπορέσω να ζήσω αιώνια;", τον ρωτά. "Εγώ", του λέει αυτός, "θα ζήσω μέχρι να στερέψει ετούτη η λίμνη". "Α, όχι, δε θέλω", λέει στενάχωρος ο Παντελής. "Σίγουρα θα έρθει μια μέρα που το νερό της λίμνης θα στερέψει και τότε κι εσύ κι εγώ θα πεθάνουμε". "Πήγαινε τότε να βρεις τον γέρο του βουνού", του απαντά ο γέρος της λίμνης, "αυτός είναι πιο γέρος κι από μένα, κάτι παραπάνω θα ξέρει".
Το δισάκι του στον ώμο ο Παντελής, βουνά λαγκάδια περνά, ραχούλες και κάμπους διαβαίνει, φτάνει μια μέρα στον γέρο του βουνού που ήταν στ' αλήθεια πάρα πολύ γέρος. "Ξέρω γιατί ήρθες" του λέει, "ψάχνεις να βρεις πώς θα μπορέσεις να ζήσεις αιώνια". "Ναι", του απαντά ενθουσιασμένος ο Παντελής. "Εγώ θα ζήσω μέχρι να πέσει ετούτο το βουνό", του λέει. "Αυτό μάλιστα! Θα μείνω μαζί σου!" απάντησε κι έμεινε μαζί του, τι να σας πω, αν σας πω αιώνες ολόκληρους θα σας φανεί απίστευτο; Και όμως δε σας λέω ψέμματα. Πέρασαν αιώνες μαζί κι έγιναν αχώριστοι φίλοι.
Κάποτε όμως, καθισμένος καθώς ήτανε πάνω στην κορφή του βουνού, ο Παντελής ένιωσε μια βαθιά νοσταλγία για το χωριό του. "Μη πας", του είπε ο γέρος του βουνού, "το χωριό σου άλλαξε πολύ, οι δικοί σου έχουν πεθάνοι όλοι εδώ και πάρα πολλούς αιώνες, καμιά δουλειά δεν έχεις πια εκεί". Το σαράκι όμως τον έτρωγε τον Παντελή και ο γέρος κατάλαβε πως το 'χε πια πάρει απόφαση και πως τίποτα δεν θα τον σταματούσε. "Πάρε το άλογό μου", του είπε μια μέρα. "Είναι γρήγορο σαν τον άνεμο, σε μια μέρα θα σε πάει και θα σε φέρει. Μόνο ένα πράγμα προσεξε: μη κατέβεις ούτε μια στιγμή από τη σέλα του γιατί θα πάθεις μεγάλο κακό. Για κανέναν λόγο δεν θα κατέβεις, εντάξει;"
Συμφώνησε ο Παντελής, καβαλίκεψε το άτι και πριν προλάβει να πει κίμινο έφτασε έξω απ' το χωρίο του. Ίδιο το ποτάμι, ίδιος ο κάμπος που το περιτρυγύριζε, μπαίνει μέσα και τι να δει; Δεν αναγνώριζε τίποτα. Μεγάλοι δρόμοι, μεγάλα σπίτια, σήματα κόκκινα και πράσινα, όλοι άγνωστοι. Σεργιάνισε από δω, σεργιάνισε από κει, το βράδυ πήρε λυπημένος το δρόμο για το βουνό.
Στο δρόμο ξαφνικά συναντά στη μέση του πουθενά ένα χαλασμένο κάρο που η μια του ρόδα είχε φύγει και γύρω γυρω στίβες παπούτσια τρύπια. Ένα γεράκος καθόταν κι έκλαιγε τη μοίρα του. "Βοήθα με παλικάρι μου να φτιάξω το κάρο μου, σε παρακλλώ", του λέει. "Θα σε βοηθούα" του απαντά, "αλλά δεν πρέπει με τίποτα να κατέβω από το άλογό μου, λυπάμαι...". Έπεσε σε απελπισία ο γέρος, τον λυπήθηκε το καλό το παλικάρι, κατάβηκε απ' τ' άλογο, έβαλε τον τροχό στη θέση του. Πάνω που πήγε να βάλει το πόδι στη σέλα, ένα σύννεφο σκέπασε τη σελήνη, μια ανατριχίλα διέτρεξε το κορμί του απ΄ το απαλό χέρι του γέρου που ακούμπησε το δικό του.
"Ποιος είσαι;" τον ρωτά, "και τί είναι όλα αυτά τα τρύπια παπούτσια;" "Είμαι ο Θάνατος και όλα αυτά που βλέπεις είναι τα παπούτσια που χάλασα για χάρη σου κυνηγώντας σε τόσα χρόνια..."
Sunday, August 1, 2010
Μικρή ιστορία 10. Ο γέρος κι η γριά

Εδώ και εξήντα πέντε χρόνια κάθε πρωί της ψήνει τον καφέ. Είναι ογδόνα πέντε σήμερα αυτός, η γιαγιά σχεδόν συνομήλικη.
Δεν πήρε ποτέ στη ζωή του ένα παυσίπονο. Πόνος είναι, θα περάσει, έλεγε... Πριν ένα χρόνο έπαθε γλαύκωμα. Τον πήγαν στο νοσοκομείο. Σ' όλο το δρόμο φώναζε φουρκισμένος:
- Πού με πάτε τώρα; Τι θα κάνει η Κομουσινιώ; Ποιος θα της ψήσει τον καφέ; Αφού μόνη της δεν τα καταφέρνει...
Τόσα χρόνια ποτέ δεν της είπε μια κακή κουβέντα. Αυτή θεούς και δαίμονες βρόνταγε πάνω του. Σιωπή εκείνος. Μια μέρα του λέει απηυδισμένος ο γιος του:
Ε, βρε πατέρα, πες της κι εσύ καμιά κουβέντα να πάψει πια...
Κομουσινιώ μου, της λέει μαλακά, μη μιλάς έτσι...
Πλάνταξε στο κλάμα η Κομουσινιώ. "Εσύ ποτέ δε μου μίλησες έτσι, τι λόγια είναι αυτά που ξεστόμισες..."
"Δεν θα το ξανακάνω" είπε τότε ο παππούς κατεβάζοντας το κεφάλι του και δεν ξαναμίλησε.
Saturday, July 31, 2010
29/07/10 Τα ωραιότερα γενεθλια της ζωής μου

Θα το εξομολογηθώ εξ αρχής, δεν θα το κρύψω. Καμιά φορά, όπως τώρα, μπορεί και να γράφουμε από ιδιοτέλεια. Μια ιδιοτέλεια μάλλον αρκετά αθώα, αφού αφορά μόνον τη μνήμη και τίποτα περισσότερο. Να μην ξεχάσουμε ποτέ όσοι ζήσαμε το σπουδαίο γεγονός και το κρίνουμε άξιο αποθήκευσης στο θησαυροφυλάκιο της καρδιάς μας, να το βρουν μεθαύριο τα παιδιά μας αν ενδιαφερθούν να γνωρίσουν βαθύτερα τον γονιό τους, να το μοιραστούν όσοι άλλοι ήθελαν να είναι μαζί μας και δεν μπόρεσαν ή όσοι άλλοι σκύψουν σ' αυτό αναζητώντας κάτι άγνωστο, οσμιζόμενοι κάτι οικείο.
Μπορεί κάποτε ακόμα και σ' αυτήν την απλή και ταπεινή ζωή μας να ζήσουμε στιγμές μυθικές. Τόσο μαγευτικές που αγγίζουν τα όρια του μύθου χωρίς υπερβολή. Κάποιος κινεί τα σκοινάκια, κάποιος άλλος αποδέχεται το θαύμα της αγάπης που όταν πνέει ελεύθερο εκτοξεύει φως διάχυτο. Μια συγκυρία βοηθά, συντονισμένες ενέργειες λειτουργουν με ακρίβεια απρογραμμάτιστη και φτάνει να ελευθερώνεται αυτό που είναι τόσο μοναδικό όσο το ουράνιο τόξο.
Στις 29 Ιουλίου είχα τα γενέθλιά μου. Έκλεινα τα 42 μου χρόνια. Δεν ήταν λίγες οι φορές που τέτοια μέρα παλιότερα διακατεχόμουν από την θλίψη πως μεγαλώνω, την θλίψη που κατακάθεται μέσα σου όταν στρέψεις το βλέμμα και δεις πόσα είναι τα σβησμένα κεριά που λέει ο Καβάφης και παροτρύνει να μην τα κοιτάμε. Εδώ και λίγα χρόνια δεν τα κοιτώ πια. Ατενίζω μπροστά τα αναμμένα χωρίς να με νοιάζει πόσα είναι. Εδώ και λίγα χρόνια χαίρομαι αφάνταστα το γεγονός ότι μεγαλώνω, ίσως επηρεασμένη από αυτούς που αγάπησα και έπαψαν να μεγαλώνουν. Μόνον ευγνωμοσύνη μπορώ να αισθάνομαι πλέον κλείνοντας άλλον έναν χρόνο.
Το μουσικό σχήμα Εν Χορδαίς είχε συναυλία την ίδια μέρα στο Αττικόν Άλσος Γαλατσίου. Ένα πανέμορφο καινούριο θέατρο σκαμμένο μέσα στους βράχους που, όπως εύστοχα παρατήρησε ο Άρης, ήταν σαν μήτρα που όλους μας αγκαλιάζει. Συνέβη να παρευρίσκεται στην Αθήνα και ο Θεσσαλονικιός φίλος μου Αλέξανδρος κι έτσι αποφάσισα λίγη ώρα πριν την συναυλία να κεράσω τους φίλους μου στο αναψυκτήριο του χώρου, και με την ευκαιρία να γνωριστούν και μεταξύ τους. Αφού περάσαμε πολύ όμορφα με τον Άρη και τον Αλέξανδρο κατεύφθασε και η Δέσποινα, το θεατρικό μου ταίρι. Ξεχαστήκαμε στη συζήτηση και όταν μπήκαμε στο θέατρο το βρήκαμε κατάμεστο από κόσμο οπότε ανεβήκαμε στην ψηλότερη κερκίδα και καθίσαμε. Η χαρά της συνεύρεσης φώτιζε τα πρόσωπα όλων μας.
Ο Κυριάκος καλωσόρισε τον κόσμο, ευχαρίστησε τον Δήμο Αθηανίων, και το πρόγραμμα ξεκίνησε με τα τραγούδια που ηχογράφησε το σχήμα για την Γαλλική Ραδιοφωνία και που θα κυκλοφορήσουν σε μια εξαιρετική έκδοση το φθινόπωρο στη χώρα μας. Μετά το δεύτερο τραγούδι ο Κυριάκος είπε: έχω ένα δίλημμα, να το πω ή να μην το πω; Ακούστηκαν διάφορες φωνές από κάτω και πιο δυνατά η δική μου που από την τελευταία κερκίδα φώναξα, να το πεις, να το πεις, χωρίς να έχω ιδέα τι ήταν αυτό που ήθελε να πει. Όλη μέρα είχε πρόβες, δεν είχαμε ανταμώσει παρά ελάχιστα.
Μένω εμβρόντητη καθώς τον ακούω να ανακοινώνει στον κόσμο... τα γενέθλιά μου. Απ' τη μια θέλω να ανοίξει η γη να με καταπιεί, απ' την άλλη δεν πιστεύω πως αυτός ο σεμνός εσωστρεφής άνθρωπος προέβη σε τόσο εξωστρεφή κίνηση και βέβαια μια έκρηξη χαράς μαζί με τα προηγούμενα συναισθήματα σκάει μέσα μου. Αλλά ο θεοπάλαβος σύζυγός μου δεν σταματά εκεί. Θέλει να μου αφιερώσει και ένα τραγούδι. Θα περίμενε κανείς κάτι παραδοσιακό, κάτι που θα ταίριαζε με το ύφος των τραγουδιών που παίζανε, κάτι τέλος πάντων άλλο απ' αυτό που επέλεξε. Γιατί τραγούδησε το Happy Burthday σε σμυρνέικη εκδοχή όπως θα το έλεγε η Ρόζα Εσκενάζυ, παίζοντας το ούτι του... Περιττό να πω τι έγινε στο θέατρο... Ο κόσμος γελούσε, χειροκροτούσε, ο πάγος που έχει πάντα ένας τέτοιος χώρος στην αρχή μιας συναυλίας είχε γίνει θρύψαλα. Δεν τελείωσε όμως ούτε εκεί η έκπληξη. Ο τραγουδιστής του σχήματος, ο Δρόσος, πήρε το μικρόφωνο και τραγούδησε το ίδιο τραγούδι σε αραβική εκδοχή όπως το είχε ακούσει από συναδέλφους μουσικούς άραβες σε μια συνεργασία τους στο Λονδίνο. Και μετά ο Άλκης που έπαιζε κανονάκι τον παρότρυνε να το πει και σε ηπειρώτικη εκτέλεση μιας και αυτή ειναι η καταγωγή του Δρόσου και στα ηπειρώτικα, -θα το πω όπως το λένε τα εφηβάκια-, τα σπάει... Χαμήλωσε τη φωνή του και μας ξετρέλανε όλους λέγοντας το τραγούδι σαν πωγωνίσιο με όλους τους μοναδικούς λαρυγγισμούς του...
Ναι, δεν πίστευα στα μάτια μου, δεν πιστευα στ' αφτιά μου, αγκαλιαζόμασταν με τα φιλαράκια μου κι όλος ο κόσμος ήταν κατενθουσιασμένος και γελαστός. Μετά απ' αυτή την μοναδική στιγμή, ακολούθησαν άλλες δύο πολύ ιδιαίτερες. Τα παιδιά έπαιξαν το τραγούδι "Η Πόλη και ο Βόσπορος", χωρίς μικρόφωνα και μια μεγάλη συγκίνηση εξαπλώθηκε σε όλους μας μεσα από τον φυσικό ήχο των οργάνων και της σπουδαίας φωνής του Δρόσου. Το τελευταίο τραγούδι που ήταν και η κατακλείδα του πρώτου μέρους ήταν ένα παλιό τσιφτετέλι. Αφού ο Κυριάκος εξήγησε πως η λέξη τσιφτετέλι σημαίνει το διπλόχορδο, ο άλλος Κυριάκος ο βιολιστής ξεκούρδισε τις δύο χορδές του βιολιού του κι έπαιξε με τις άλλες δύο. Δεν περιγράφεται ο ήχος , το ύφος και το ήθος που κυριάρχησε. Ταξιδέψαμε εκατό χρόνια πίσω. Σ' εκείνα τα καφέ αμάν, σ' εκείνα τα χρόνια, σ' εκείνα τα χώματα.
Στο διάλειμμα ο Δήμαρχος αφού συγχάρηκε τον Κυριάκο, ως ευφιής, χιουμοριστικός και σοφός, του είπε: αν μετά από τόσα χρόνια κάνεις κάτι τέτοιο για την γυναίκα σου ή για μεγάλο έρωτα μιλάμε ή για καμουφλάζ... Αγνοώ ακόμα την απάντηση που πήρε και είναι αλήθεια πως δεν μ' ενδιαφέρει και καθόλου.
Ακόμα και καμουφλάζ να ήταν, παρέμενε ένα τέλειο καμουφλάζ που σε τίποτα δεν μπορεί να μειώσει την χαρά μου.
Όταν σπάει το φράγμα, ένα φράγμα που μπορεί να έχει πολλά ονόματα και πολλές ιδιότητες, τότε διαβάζουμε τον κόσμο απ' την αρχή, τις σχέσεις μας απ' την αρχή, το νόημα της ζωής μας νεογέννητο. Η παρουσία των φίλων, της σκέψης αυτών που σωματικά δεν ήταν εκεί, όλων όσων με τόση αγάπη έστειλαν ατέλειωτα μηνύματα ευχών και όλο αυτό που έκανε ο Κυριάκος, έκαναν αυτά τα γενέθλια μοναδικά και ανεπανάληπτα. Είναι τόσο ωραίο να μεγαλώνεις μαζί με τις αγάπες σου. Να μεγαλώνουμε όλοι μαζί. Τι να φανταστώ πια για του χρόνου; Στο στάδιο Ειρήνης και Φιλιάς, λέω χαμογελώντας, μιας και ο Κυριάκος, είναι αλήθεια πως ανέβασε πολύ τον πήχυ!
Tuesday, July 27, 2010
Μικρή ιστορία 9. Ανήμερα του αγίου Παντελεήμονος

Έχει μια ιδιαίτερη σχέση με τον άγιο Παντελεήμονα. Κατά κάποιο τρόπο συγγενική. Ανήμερα της γιορτής του πηγαίνει στον ναό του, ένα από τα κοσμήματα της Θεσσαλονίκης, πλάι σ' αυτό των Δώδεκα Αποστόλων και του αγίου Νικολάου του Ορφανού. Ναοί της ίδιας μάνας εποχής, της Παλαιολόγειας. Στη συμβολή των οδών Αρριανού και Ιασονίδου, βρίσκεται ο ναός που ταυτίζεται με το προγενέστερο καθολικό της βυζαντινής μονής της Θεοτόκου Περίβλεπτου, γνωστής και ως μονής του κυρ Ισαάκ από τον ιδρυτή της το μητροπολίτη Θεσ/νίκης Ιάκωβο, μετέπειτα μοναχό Ισαάκ. Η μονή αποτέλεσε πνευματικό κέντρο του 14ου αι. και συνδέθηκε με τη συγγραφική και διδακτική δραστηριότητα των κορυφαίων ελληνιστών Θωμά Μάγιστρου και Ματθαίου Βλάσταρη.
Μπαίνοντας στην περποιημένη αυλή που γνωρίζει ένα ένα όλα της τα λουλούδια και τα δέντρα, όχι όμως και τον κηπουρό που τα φροντίζει με φανερή αγάπη, στα δεξιά της μέσα σ' ένα ορθογώνιο μεγάλο ταψί, -πώς να το πεις αλλιώς;- γεμάτο άμμο, βλέπει πλήθος αναμμένα κεριά. Ανάβει το ένα, από τα τέσσερα που κρατά, για ένα παιδί άρρωστο και έναν φίλο της αγαπημένο που μετά από χρόνια αρρώστειας φαίνεται πως σβήνει.
Γυρίζει και κοιτά προς την είσοδο του ναού. Δεξιά της εισόδου έχουν στησει σε καβαλέτο την μεγάλη εικόνα του αγίου και δίπλα της ένα κανονικό μανουάλι που δέχεται κι αυτό τα κεριά των πιστών. Καλύτερα να ανάψω εκεί τα υπόλοιπα, σκέφτεται με το παιδικό μυαλό της, όσο πιο κοντά τόσο το καλυτερο. Αναρωτιέται μήπως πρέπει να πάρει κι αυτό που μόλις άναψε, όχι,, δεν έχει σημασία, το αφήνει. Προσκυνά την εικόνα που είναι ίσαμε το μπόι της και καθώς πάει ν' ανάψει τα υπόλοιπα κεριά της, βλέπει μια καμπουριασμένη γριά. Τα βλέμματά τους συναντιούνται. Σηκώνει η γριά το χέρι με τα τρία κεριά που κι αυτή κρατά και το ξανακατεβάζει. Ξανακοιτάζονται. Η νεαρή γυναίκα περιμένει με τα δικά της στο χέρι. Δεν φτάνω, της λέει η γριά και χαμογελά με συγκατάβαση. Θέλετε να σας τα ανάψω εγώ; ρωτά η νεαρή και η γριά της τα δίνει. Τα χίλια καλά να σου δώσει ο Θεός κορίτσι μου, τα χίλια καλά, σ' ευχαριστώ, και μπαίνει στον ναό. Η νεαρή γυναίκα ανάβει πρώτα τα κεριά της γιαγιάς βάζοντάς τα το ένα δίπλα στο άλλο και μετά ανάβει τα δικά της.
Μπαίνει στον ναό και πάει κατευθείαν αριστερά να προσκυνήσει την παλιά εικόνα του αγίου που 'ναι ντυμένος με ασημένιο πουκάμισο. Την ξέρει καλά αυτήν την εικόνα. Την έχει εμπιστευθεί πολλές φορές. Ακούει το τροπάριο του αγίου, και αθλοφόρος και ιαματικός, σκέφτεται. Και μετά ο νους της πηγαίνει στην καμπουριασμένη γριά, ήταν δεν ήταν ένα μέτρο άνθρωπος. Ο συνειρμός της σκηνής που έζησε την οδηγεί στην σκηνή που συχνά επαναλαμβάνεται στις ταινίες του Κισλόφσκι, μια άλλη καμπουριασμένη μικρόσωμη γριά να προσπαθεί να βάλει ένα μπουκάλι σ' έναν κάδο ανακύκλωσης. Στο νου της κι αυτή η σκηνή εκφράζει ένα άλλο κερί που μια άλλη γριά σ' εναν άλλο τόπο προσπαθεί με τον δικό της τρόπο ν' ανάψει. Κι ακόμα σκέφτεται πως τα παιδιά, δεν φτάνουν, και τα σηκώνουμε αγκαλιά ν' ανάψουν τα κεριά τους. Ύστερα μεγαλώνουν και φτάνουν. Μετά από αρκετά χρόνια, πάλι δεν φτάνουν. Συχνά οι συγγένειες των παιδιών με τους ηλικιωμένους είναι πολλές. Και οι ενδιάμεσες ηλικίες δεν έχουν παρά να βοηθούν τις μικρότερες και τις μεγαλύτερες, να φτάσουν. Όλα αυτά σκέφτεται η νεαρή γυναίκα σαν μια προγύμναση που λίγο λίγο θα αφήσει πίσω της για να μπει δειλά δειλά στην ευχαριστιακή και παρακλητική της προσευχή για τα άρρωστα παιδιά, τους άρρωστους φίλους της, τους άστεγους, τους ψυχικά ασθενείς, τους πένητες και τους πενθούτες, και όσους ακόμα θυμάται.
Βγαίνει από τον ναό και πηγαίνει στο αριστερό μέρος της αυλής να δροσιστεί και ν' ακουμπήσει σ' έναν τοίχο λιγάκι να ξεκουραστεί. Σηκώνει τα μάτια θαυμάζοντας την τοιχοποιία του. Ο θαυμασμός της μεγαλώνει καθώς σ' ένα από τα κτιστά του παράθυρα έχουν φυτρώσει εκατέρωθεν πρασινάδες μέσα απ' την πέτρα. Χαμογελά. Ακόμα κι οι πρασινάδες σ' αυτόν τον ναό δεν ξεφυτρώνουν στην τύχη, σκέφτεται παρατηρώντας την αισθητική ισορροπία που αντικρίζει.
Η νεαρή γυναίκα φεύγει να συνεχίσει τη μέρα της που θα φανερώσει τις ελάχιστες νίκες και τις πολλαπλές ήττες της στο διάβα των στιγμών και των αδυναμιών τους, ελπίζοντος σ' αυτό το διπλό χάρισμα του αγίου: αθλοφόρος και ιαματικός...
Sunday, July 25, 2010
Στιγμιότυπο 1.

- Γιαγιά πού είναι ο παππούς;
- Να ψάξετε να τον βρείτε.
- Α, τον βρήκα, εδώ είναι!
- Μπράβο το κορίτσι μου!
- Γιαγιά, θα γίνει ποτέ καλά ο παππούς;
- Ναι... θα γίνει καλά...
- Και τότε θα βγει από δω μέσα;
- Ναι, θα βγει...
Οι δυο μικρές εγγονές χαμογελούν ευχαριστημένες. Τρέχουν πέρα δώθε και μαζεύουν αγριολούλουδα. Σκύβουν και τα αφήνουν στον τάφο του παππού τους κι αρχίζουν το κυνηγητό. Τα κοντά φορεματάκια τους ανασηκώνονται, τα ξανθά μαλλιά τους πιασμένα αλογοουρά χοροπηδούν, ενώ η γιαγιά τους τρίβει τα μάρμαρα. Βλεπει το νυχτολούλουδο που θέριεψε με τις βροχές κι έχει πνίξει το μνήμα. "Αύριο το πρωί πρέπει να φέρω την τσάπα να το κόψω... εξήντα πέντε χρόνια αυτός με φρόντιζε..."
Σκηνή από το Νεκροταφείο του Αη Γιώργη στο Ρεπανίδι Λήμνου.
Thursday, July 22, 2010
Πού πέταξε το δάκρυ μας;

Ίσαμε ψες, ίσως προψές, σαν ένας άνθρωπος πέθαινε, μαζεύονταν συγγενείς και φίλοι και κλαίγανε, μοιρολογούσαν οι μοιρολογίστρες.
Ίσαμε ψες, άντε προψές, σαν ένας άνθρωπος σκοτωνόταν στον πόλεμο βουρκώναμε βλέποντάς τον στην τηλεόραση κι ας ήταν ολότελα ξένος. Σκύβαμε το κεφάλι με περισσή συλλογή για τα ακατανόητα ανθρώπινα , τη βία που κρύβει ώρες ώρες ο άνθρωπος σα γίνεται θεριό ανήμερο.
Ίσαμε ψες, μέχρι προψές, πηγαίνοντας στα ταφεία ανάβαμε και τα γειτονικά καντήλια εξόν του δικού μας, αφού όλοι δικοί μας δεν είναι;
Ίσαμε ψες, μήπως προψές, χάναμε τη φωνή μας, το νου μας χάναμε σαν ακούγαμε για μια δολοφονία στα καλά καθούμενα και σταυροκοπιόμασταν μπροστά σττης μοίρας το άδικο, μη βρίσκοντας λόγια μπροστά στην τύφλωση όσων σηκώνουν εύκολα το μαχαίρι ή πατούν την σκανδάλη του όπλου, -όποια κι αν ήταν η αφορμή του κακού.
Τι άλλαξε, λοιπόν, από ψες και προψές; Τι μας συνέβη; Πώς αναποδογύρισε έτσι ο ντουνιάς κι εμείς μαζί του ήρθαμε τούμπα παραδομένοι στη δίνη του; Υποκρισία σήμερα να λες καλά λόγια για τον νεκρό... Τα ’θελε και τα ’παθε ο μακαρίτης… Δεν ήταν σαν κι εμάς δημοσιογράφος αυτός... Ήταν και ανορθόγραφος... Έκανε βρώμικες δουλειές σε βρωμομπλογκ και βρωμοσάιτ... Τι θα γίνει με την ανωνυμία των μπλογκς, την ανευθυνότητά τους, την παραπληροφόρηση, τα δικαιώματα, τη φορολογία… και πάει λέγοντας… Βαριές κουβέντες, βαριές κι ασήκωτες από “έγκριτους” δημοσιογράφους ή κομπλεξικούς ανγνώστες…
Πάνω απ’ τον αδικοχαμένο άνθρωπο άνοιξαν οι ασκοί του Αιόλου της κακογλωσσιάς από ανίερα χέρια. Συζητήσεις επί συζητήσεων, αναλύσεις επί αναλύσεων, μηρυκασμός του θανάτου από ανθρώπους που βρήκαν ευκαιρία να θρέψουν τη μοσχαρίσια δεοντολογία τους, την ψευτοηθική τους, την κίβδηλη ποιότητά τους. Και όλα αυτά πάνω στο πτώμα ενός νέου ανθρώπου που δολοφονήθηκε.
Λίγο πριν συνέρθουμε από το σοκ των είκοσι σφαιρών που έφεραν τον θάνατο του Σωκράτη, δεχτήκαμε αλλεπάλληλα σοκ από πλήθος λεκτικών σφαιρών που εκτόξευσαν αλαζόνες γράφοντες εκμεταλλευόμενοι την εξουσία τους πάνω στον δημόσιο και “έγκυρο” λόγο. Πάνω από το ακόμα μισοθαμμένο σώμα αναδύθηκαν ξεδιάντροπα κακοσμίες συναδέρφων του έτοιμων να υπερασπισουν την ανωτερότητα της ιδιότητάς τους και την διαφορετικότητά της απ’ αυτή του νεκρού. Από πού πηγάζει μια τέτοια ασέλγεια; Μήπως από τον τρόμο μη πάθουμε κι εμείς τα ίδια; Όλη αυτή η αγωνία κατοχύρωσης της επωνυμης ιδιότητάς μας στην προκειμένη περίπτωση τι άλλο είναι από αγωνία επώνυμης κατοχύρωσης της ζωής μας, της άξιας δουλειάς μας, της δικής μας οικογένειας; Είναι δυνατόν να σοκάρει περισσότερο από την απώλεια μιας ζωής, η επαγγελματική της ιδιότητα, -ακόμα κι αν την έφερε αναξίως ο μακαρίτης; Έφτασε να υπερέχει τόσο μια ιδιότητα έναντι της ίδιας της ζωής;
Πτώχυναν τόσο τα αισθήματά μας που δεν έχουμε ούτε υστέρημα ούτε πλεόνασμα να συμπάσχουμε πλέον σ’ έναν άδικο θάνατο κι αν μη τι άλλο να σκύψουμε λίγο το κεφάλι σιωπηλά ρίχνοντας κι ένα δάκρυ; Αψήλωσε τόσο ο νους μας που δεν συναισθανόμαστε την ιεροσυλία της ύβρεώς μας μπροστά σ’ έναν νεκρό; Τόσο περίσσεψε η υποκρισία μας που μέσα σε όλα αυτά δεν παραλείπουμε να συλληπηθούμε την οικογένειά του; Και τόσο ανυπόμονοι γίναμε να προασπίσουμε τα κλονιζόμενα συμφέροντά μας τον καιρό της κρίσης που δεν δώσαμε περιθώρια ούτε τριών ημερών να γίνει το πρώτο μνημόσυνο τουλάχιστον; Να κατακάτσει λίγο ο κουρνιαχτός που λέγαν και στο χωριό μου;
Ο Σωκράτης είναι νεκρός. Ένας επιπλέον δολοφονημένος νεκρός. Είναι πολύ πιο πέρα απ’ την κρίση και την κατάκριση των ανθρώπων. Αλλού πορεύεται κι Άλλος θα τον κρίνει. Δεν έχει ανάγκη την υπεράσπισή μας ούτε τον αγγίζει η δική μας κατακραυγή. Πάνω στο σώμα μας και στην ψυχή μας ιεροσυλούμε τώρα. Τον εαυτό μας μιαίνουμε. Τις δικές μας σάρκες κατασπαράσσουμε χωρίς να το παίρνουμε είδηση. Τον δικό μας θάνατο βαραίνουμε με βάρη που θα φανούν ασήκωτα την ώρα που θα μας επισκεφτεί.
Αν ακόμα κι ο άδικος θάνατος δεν μπορεί πλέον να μας συμφιλιώσει, να μας ενώσει, να μας φωτίσει, ίσως να πρέπει να σκεφτούμε απ’ την αρχή τι αξίζει η ζωή μας τέτοια που την καταντήσαμε...
Wednesday, July 21, 2010
Μικρή ιστορία 8. "Το ξωκκλήσι της Αγίας Ελένης στο χωριό"

"Έφευγαν τότε οι περισσότεροι στην Αυστραλία. Για να φύγεις έπρεπε να δηλώσεις ένα επάγγελμα, αλλιώς δε σε παίρνανε. Πήγε η αδερφή μου και δεν ήξερε. Δε δήλωσε τέχνη, δεν την πήρανε. Μετά η άλλη αδερφή μας δήλωσε κι έφυγε. Η πρώτη έκανε τάμα στην αγία Ελένη να μπορέσει να φύγει, να δουλέψει, να σωθεί, το παιδί της ν' αναστήσει, κι άμα τα κατάφερνε θα της έχτίζε ξωκκλήσι στο χωριό.
Δηλώνει ράφτρα και την παίρνουν, κι αυτήν και το παιδί της. Δεν περνά λίγος καιρός μου γράφει γράμμα να ξεκινήσω την εκκλησία. Πάω στο συμφωνημένο μέρος και τι να δω; Κάποιος άλλος χριστιανός πρόλαβε κι έχτισε εκκλησιά και μάλιστα αφιερωμένη στην αγία Ελένη. Κάθομαι και της γράφω. Ε, άμα είναι έτσι δεν πειράζει, λέει η αδεφή μου, ας το αφήσουμε.
Ένα βράδυ σηκώνεται το παιδί και ξυπνά τη μάνα του. Βρε μάνα ήρθε μια γυναίκα στον ύπνο μου και μου είπε πως είναι η Ελένη και πως της υποσχέθηκες κάτι που δεν το έκανες. Δεν την ξέρω εγώ αυτήν την Ελένη, δεν κατάλαβα, τι είναι;
Μου έγραψε τότε απ' την αρχή η αδερφή μου, μού έστειλε και χρήματα κι έτσι χτίστηκε ο δεύτερος ναός της αγίας Ελένης στο χωριό."
Wednesday, July 14, 2010
Μικρή ιστορία 7. "Η πουτάνα του Παληού Σταθμού"

"Στον Παληό Σταθμό μεγάλωσα, κάτω από μια λαμαρίνα. Από εφτά χρονώ πουλούσα κουλούρια. Τη βδομάδα έβγαζα πολλά περισσότερα απ' τον πατέρα μου που όλη μέρα σκυμμένος πάνω απ' το βελόνι έραβε.
Γύρω γύρω ήτανε τα μπορντέλα. Ένα σκάρτο παιδί δε βγήκε απ' όλη την παρέα κι ας ήταν τέτοια η γειτονιά. Άλλοι γίνανε δικηγόροι, άλλοι γιατροί, εγώ μαραγκός, δόξα τω Θεώ!
Δε θα ξεχάσω όμως μια πουτάνα. Μάνα του Φάνη ήτανε του γυαλαμπούκα, μαζί μας έπαιζε, τον ήξερα καλά. Κάθε Κυριακή με φώναζε η μάνα του πρωί πρωί ν' αγοράσει κουλούρι. Πήγαινα και της έδινα. Μου 'δινε πέντε δραχμές να της δώσω τέσσερις ρέστα να πάει στην εκκλησία ν' ανάψει κερί. Δεν ήθελε να ρίξει χρήματα απ' τη δική της δουλειά, τα θεωρούσε βρώμικα. Έπαιρνε τα δικά μου τα ρέστα. Του κουλουρτζή τα λεφτά ήταν τίμια. Μ' αυτά ήθελε ν' ανάβει το κερί της."
Saturday, July 3, 2010
Thursday, July 1, 2010
Tuesday, June 29, 2010
Μικρή ιστορία 6.

Ήταν ίσως πριν από εικοσιπέντε χρόνια. Κάνοντας βόλτα στην παραλία της Θεσσαλονίκης πέρασε από τον Θερμαϊκό, ένα από τα ιστορικά καφενεία της πόλης, και χαιρέτισε μια μεγάλη παρέα από φίλους των αδερφών της. Συνειδητοποίησε πως δε μπορούσε να πάρει τα μάτια της από ένα άγνωστό της πρόσωπο που καθόταν στην κορυφή του μεγάλου τραπεζιού. Ενώ παρέμενε αμίλητος όλοι οι υπόλοιποι τον είχαν αναφορά.
Το παράξενο πρόσωπό του τής θύμισε μούρη αλόγου. Θα μπορούσε να είναι ιδνιάνος, σκέφτηκε. Ίσια μεγάλη μύτη, σκιστά μάτια, χείλη σαρκώδη, ασυνήθιστα μεγάλα για αντρικό πρόσωπο. Τα μαλλιά του δημιουργούσαν το φόντο της προσωπογραφίας του με τον πλέον εντυπωσιακό τρόπο. Πυκνά μαύρα μαλλιά κατσαρά, φουντωτά μέχρι τη μέση. Ήταν απλά ντυμένος μάλλον, αν και η γυναίκα δε θυμάται ακριβώς τι φορούσε αυτό το ξωτικό. Έφυγε χωρίς να αλλάξουν μία κουβέντα και όσο προχωρούσε στην παραλία αλλά και πολλές φορές τα μετέπειτα χρόνια η εικόνα του ερχόταν πάλι και πάλι στο νου της, δίχως να ξέρει ακριβώς γιατί.
Ήταν ακόμα μαθήτρια λυκείου τότε και η ζωή της προχωρούσε επώδυνα μέσα από τυφλές επαναστάσεις, όνειρα αδιέξοδα όσο και φαντασμαγορικά, αγώνα για την εισαγωγή στο πανεπιστήμιο ως μοναδικής αλλαγής της σελίδας του καθημερινού της ταραγμένου ύπνου. Γιατί το νεαρό αυτό κορίτσι μέχρι εκείνη τη χρονιά κοιμόταν. Ίσως και για τις πρώτες απ' αυτές που ακολούθησαν.
Δέκα χρόνια μετά τον ξανασυνάντησε. Μάλλον πρόκειται για έναν απαράβατο νόμο της ζωής. Αν σταθείς με τέτοιον τρόπο σε ένα πρόσωπο, αργά ή γρήγορα αν δεν το γυρέψεις εσύ, θα σε γυρέψει εκείνο. Σε μια τρίτη περίπτωση θα μεριμνήσει η ζωή αυτοβούλως. Τέταρτη δεν υπάρχει.
Δυσκολεύτηκε πολύ να τον αναγνωρίσει η γυναίκα, αλλά τέτοιο πρόσωπο όσα χρόνια κι αν περνούσαν δεν θα έσβηνε από τη μνήμη,
- τουλάχιστον τη δική της. Δεν είχε πια ίχνος τρίχας στο κεφάλι του κι αυτό το γεγονός καταρχάς την απογοήτευσε πολύ. Έμαθε πως ο άνθρωπος αυτός είχε περάσει μια μεγάλη περιπέτεια υγείας, αλλά τώρα ήταν καλά και πως σώθηκε από θαύμα.
Τώρα ήταν μαθήτριά του. Μια μαθήτρια που ήδη είχε γνωρίσει σπουδαίους δασκάλους που είχαν εν πολλοίς καθορίσει τη ζωή της, εν μέρει τις επιλογές της, αρκετά την συνολική της διαμόρφωση. Την είχαν ξυπνήσει με τον τρόπο που συμβαίνει συχνά στις διαδικασίες μάθησης εφόσον τηρούνται προϋποθέσεις αληθείας. Αυτός όμως ήταν αλλιώτικος. Σαν δάσκαλος ήταν αόρατος. Γι' αυτό και ο σημαντικότερος όλων γι' αυτήν. Σε κανέναν δεν έλεγε τι να κάνει, πώς να προχωρήσει, τι να σκεφτεί. Παρόλο που το μάθημά του ήταν στον τομέα των εικαστικών,
-χώρος που σηκώνει και παρέμβαση και καθοδήγηση-, αυτός απλώς παρατηρούσε τι έκανε κάθε μαθητής και έβαζε ερωτήματα στα οποία ποτέ δεν απαντούσε ο ίδιος. Σε άφηνε να προβληματιστείς αν ήθελες ή να αδιαφορήσεις πλήρως, αν τα αφιτά σου ήταν κλειστά. Είχε την σπάνια ικανότητα να μπαίνει στον καθένα και να τον προχωρά μ' αυτόν τον άκρως προσωπικό και υπαινικτικό τρόπο. Αρνούταν να βαθμολογήσει "αξιοκρατικά" βάζοντας σε όλους τον ίδιο βαθμό, άριστα.
Από το πρώτο τους μάθημα ξεκίνησε η ιδιότυπη και βαθιά φιλία τους. Απαλά, σιγανά, με έναν ρυθμό ασυνήθιστα αργό, τουλάχιστον για τα δικά της δεδομένα που συνήθως ήταν καλπάζοντα. Τέλειωσε τη σχολή η γυναίκα και για τα επόμενα δέκα χρόνια συναντιόνταν μαζί του δύο με τρεις φορές τον χρόνο. Κάθε τους συνάντηση είχε την πύκνωση μηνών, διαποτισμένη με σκέψεις, συζητήσεις και εικόνες μοναδικές. Όταν χωρίζαν έφευγαν απλά χωρίς καμία συγκινησιακή φόρτιση σαν να είχαν εκτελέσει ένα εσωτερικό χρέος προς τον βαθύτερο εαυτό τους, πλήρεις, ανακουφισμένοι, ήσυχοι.
Ήταν η γυναίκα που κυρίως μιλούσε. Εκείνος ακόμα και μέσα στο πλαίσιο της φιλίας έβαζε ερωτήματα όπως έκανε και στο μάθημα. Σπάνια μιλούσε για τον εαυτό του, ποτέ δεν την έπαιρνε τηλέφωνο. Αν δεν έπαιρνε εκείνη δεν θα συναντιόνταν ποτέ. Κι εκείνη μ' ένα παράδοξο τρόπο ένιωθε πότε έπρεπε να του τηλεφωνήσει. Η σχέση αυτή, ελεύθερη τελείως από συναισθήματα ερωτικά, -ή τουλάχιστον αναγνωρίσιμα ερωτικά-, λειτουργούσε ως καταλύτης μέσα της.
Κάποτε συνάντησε τυχαία έναν δικό του δάσκαλο από την Καλών Τεχνών. Εκείνος της περιέγραψε πως ο φίλος της ήταν το μεγάλο αστέρι της σχολής. Στην τελική παρουσίαση των αποφοίτων όλοι στηρίζονταν στην παρουσίαση της δικής του δουλειάς. Αυτός όμως δεν πήγε. Γύρισε την πλάτη στους επαίνους και τον θαυμασμό που όλοι του έτρεφαν.
Ο ίδιος δάσκαλος της περιέγραψε τη φορά που μιλώντας στους φοιτητές του για το σκοτάδι, τούς τόνισε πως κανείς δεν μπορεί να βιώσει το απόλυτο σκοτάδι και πως η ζωγραφική είναι φως. Ο εν λόγω μαθητής του, τότε, πήγε και κλείστηκε σ' ένα φορτηγό ψυγείο και είπε σε κάποιον να τον ανοίξει μετά από τρεις μέρες. Βγήκε με πρησμένα μάτια κατακόκκινα, ημίτρελος. Αγωνίστηκε σκληρά να το ξεπεράσει.
Στην μικρή επαρχία που ζούσε από παιδί, τον γνώριζαν όλοι. Χειμώνα καλοκαίρι γυρνούσε μ' ένα κοντό παντελονάκι, ένα κοντομάνικο μπλουζάκι και σαγιονάρες. Τίποτα δεν έκανε επίτηδες και τίποτα για να τραβήξει την προσοχή. Απλώς δεν είχε καμία αίσθηση του κρύου. Άλλοι τον περνουσαν για τρελό, άλλοι για παράξενο, λίγοι γνώριζαν τη μοναδική ευφία του και τον παθιασμένο έρωτά του για τη ζωή. Το άλλο του βλέμμα. Καλύτερα απ' όλους, η μάνα του που για χρόνια έψαχνε και μάζευε για να του χαρίσει ό,τι νόμιζε πως θα τον ενδιέφερε: ένα φτερό πουλιου, μια πέτρα, ένα κλαδί. Και δεν έπεφτε ποτέ έξω.
Αυτός, στις μεγάλες τους βόλτες, οδήγησε τη γυναίκα σε μέρη του λιμανιού που εκείνη δεν γνώριζε. Αυτός και στον ιππικό όμιλο, στα άλογα που πήγαινε συχνά μόνος να τα παρατηρήσει, να τα γνωρίσει, να τα χαϊδέψει. Σε λίμνες και βουνά, μέρη που εκείνη ποτέ δε βρέθηκε. Θαρρείς και όλη του η ζωή ήταν αφιερωμένη στην ομορφιά που κρυμμένη περιμένει τους ανήσυχους εραστές της να την ανακαλύψουν. Και θαρρείς πως γιγάντωνε αυτή η ομορφιά καθώς την μοιραζόταν μαζί της.
Όσες φορές τον συμβουλεύτηκε, είτε στη ζωή της είτε στις δουλειές της, την οδήγησε με ασφάλεια, -πάντοτε θέτοντας αφοπλιστικά ερωτήματα και ποτέ απαντώντας καταφατικά-, σε κάτι καλύτερο, σοφότερο, ευκρινέστερο, γνησιότερο.
Ο φίλος της διακατέχεται από μια αδιάπτωτη ελπίδα, μια κρίση κοφτερή και διαυγή σα διαμάντι, μια αγάπη που σπάει τα παγιωμένα στερεότυπα προχωρώντας πέρα από το οικείο και συμβατικό. Από μια διάχυτη εσωτερική ειρήνη που παφλάζει ενδοκρυφίως.
Από τα συνεχόμενα ταξίδια του διατηρεί μια απίστευτη συλλογή από πετρούλες, ξύλα, κοχύλια, κλωστές, φύλλα, κόκκαλα ζώων. Μια από τις ωραιότερες δουλειές του ήταν η ανασύνθεση του σκελετού ενός δελφινιού που βρήκε κάποτε σ' ένα δάσος κοντά σε μια παραλία. Το έπλυνε, το καθάρισε, το επανένωσε και το έχει να αιωρείται στο εργαστήρι του. Αμέτρητες φωτογραφίες. Αναρίθμητα βιβλία, λογοτεχνικά, φιλοσοφικά και λευκώματα.
Στα μεγάλα διαστήματα που μεσολαβούσαν για να βρεθούν, η γυναίκα μάθαινε πως εξαφανίζεται γιατί έχει προβλήματα υγείας. Πως μένει μήνες στο κρεβάτι από τη μέση του. Τίποτα πιο συγκεκριμένο. Δεν πάνε λίγες μέρες που με μια αστεία αφορμή μιλώντας στο τηλέφωνο η κουβέντα πήγε στην υγεία του. Έμεινε κόκκαλο η κυρία ακούγοντας τι έχει τόσα χρόνια μέχρι σήμερα ο ακριβός της φίλος, κάθε πότε μπαινοβγαίνει στα νοσοκομεία, τι πόνους έχει καθημερινά. Όλα αυτά ειπώθηκαν με τέτοια ελαφρότητα όπως θα μιλούσε κάποιος άλλος για τον καιρό. Χωρίς καμία θλιψη, καμία μιζέρια ή αυτολύπηση, διάθεση να προκαλέσει συμπόνοια.
Έμεινε πολλή ώρα, ίσως και ώρες, να σκέφτεται τι κάνει έναν τέτοιο άνθρωπο να σιωπά σε ότι αφορά τον εαυτό του, δίνοντας στους άλλους μόνον χαρά, διαθεσιμότητα, χιούμορ, ελπίδα. Τι κάνει έναν τέτοιον άνθρωπο να σηκώνει μόνος του τον προσωπικό του σταυρό χωρίς κανείς να γνωρίζει γι' αυτόν, με τέτοια εγκαρτέρηση, και χωρίς καμία διάθεση να βαρύνει κανέναν άλλον, αλλά αντιθέτως ανακουφίζοντας όλους τους γύρω του που τα προβλήματά τους είναι σταγόνα στον ωκεανό μπροστά στα δικά του. Έτσι είναι όμως, κατέληξε. Ο ωκεανός χωρά τις σταγόνες του, οι σταγόνες δε χωρούν αντιστοίχως τον ωκεανό. Θυμήθηκε τον γέροντα Παϊσιο που δόξαζε τον Θεό όταν τον βρήκε η αρρώστεια, γιατί έλεγε πως έτσι τώρα καταλαβαίνει καλύτερα τους ασθενείς. Δεν μπορείς να συμπάσχεις πραγματικά όταν εσύ είσαι υγιής, έλεγε.
Η βαθιά ευγνωμοσύνη του άντρα για το δώρο της ζωής που διαποτίζει την ψυχή του από τη στιγμή που σώθηκε από βέβαο θάνατο τον κατακλύζει σε κάθε του στιγμή. Η αξία της κάθε στιγμής καταλαμβάνει τεράστιες διαστάσεις μέσα του και αυτό βγαίνει και προς τα έξω. Δεν κρύβεται. Κι έτσι αλλάζει ο κόσμος γύρω του εξαιτίας του...
Monday, June 28, 2010
Μικρή ιστορία 5.

Έργο του M.C. Escher: PUDDLE
Η ΠΟΡΤΑ
«Άντε ν’ ανοίξεις την πόρτα
Μπορεί να είναι έξω
Ένα δέντρο, ή ένα δάσος,
Ένας κήπος,
Ή μια μαγική πόλη.
Πήγαινε ν’ ανοίξεις την πόρτα
Μπορεί να ψάχνει ένα σκυλί
Μπορεί να δεις ένα πρόσωπο,
Ή ένα μάτι,
Ή την εικόνα
μιας εικόνας.
Πήγαινε ν’ ανοίξεις την πόρτα.
Αν έχει ομίχλη
Θα φύγει.
Πήγαινε ν’ ανοίξεις την πόρτα.
Ακόμα κι αν είναι μόνο
Το σκοτάδι που χτυπά,
Ακόμα κι αν είναι μόνο
Ο απατηλός άνεμος,
Ακόμη κι αν
Τίποτε
Δεν είναι
Πήγαινε ν’ ανοίξεις την πόρτα.
Τουλάχιστον
Θα σχηματιστεί
Ρεύμα».
Miroslav Holub –γ. 1923, Τσεχοσλοβακία
Σύγχρονη ποίηση απ’ όλο τον κόσμο (ανθολογία -μετάφραση Ηλίας Κυζηράκος), 1971
Σύγχρονη ποίηση απ’ όλο τον κόσμο (ανθολογία -μετάφραση Ηλίας Κυζηράκος), 1971
Subscribe to:
Posts (Atom)






