Labels

Monday, November 5, 2007

Και μου είπε το Δέντρο


Και μου είπε το Δέντρο:
Στάσου Διαβάτη. Εγώ να προχωρήσω δεν μπορώ. Στάσου να μ’ ακούσεις.
Και στάθηκα.
Σε διάλεξα ανάμεσα στους πολλούς, γιατί εσύ ξέρεις ν’ ακούς τα λόγια των ανθρώπων, των δέντρων, των πουλιών. Την γλώσσα του ανέμου ανασαίνεις και στης φωτιάς τη γλώσσα ξέρεις ν’ αγαπάς.
Σ’ ακούω Δέντρο, είπα.
Μεγάλωσα, Διαβάτη, σε τούτη την αυλή. Εδώ γεννήθηκα δίχως ποτέ να μάθω πούθε ήρθα, ποιο φύσημα μ’ έσπειρε εδώ.
Κανείς δε μου εξήγησε τις εποχές. Δε μου ‘μαθε να μεγαλώνω. Ούτε να προστατεύομαι.
Μόνο ο Καιρός παντοτινός μου δάσκαλος και σύντροφος παντοτινός…
Συνέχισε, Δέντρο, μη διστάζεις, σ’ ακούω.
Την πρώτη μου την Άνοιξη, Διαβάτη, τότε που πρώτη μου φορά έβγαλα φύλλα καταπράσινα και χυμούς πλημμύρισα, νόμιζα πως θα πρασινίζω πάντα. Πως η λάμψη των καινούριων φύλλων μου που άστραφταν τρυφερότατα στο φως του ήλιου και στης σελήνης το απαλότατο άγγιγμα, δεν θα ‘χε τελειωμό. Πως τα πολλά παιδιά μου που αχόρταγα ρουφούσαν απ’ τη γη γλυκούς χυμούς, το τέλος δε θα το γνώριζαν ποτέ. Στάθηκε στα κλαδιά μου τότε ένα πουλί. κι έπειτα κι άλλο κι άλλο. Μέρα και νύχτα τραγουδούσανε τον έρωτα και τη χαρά να ζεις ελεύθερα. Πάνω μου χτίσανε φωλιά κι η συντροφιά τους ήτανε για μένα αιώνια. Το καλοκαίρι μου το πρώτο το νόμιζα απέραντο σαν ουρανό. Όμως δεν ήταν. Με νιώθεις Διαβάτη;
Ήρθε αέρας κρύος. Ήρθε και δυνατός. Δεν είχα δύναμη ν’ αντισταθώ και νόμιζα, -ακόμη νόμιζα-, πως φταίει η ηλικία μου που ήμουν μικρό κι αδύναμο. Απροστάτευτο. Διαβάτη, νιώθεις;
Είδα στο χώμα τα παιδιά μου, τα δικά μου τα παιδιά κατάχλωμα ν’ αργοπεθαίνουν και δεν μπορούσα ούτε να τ’ αγγίξω. Ένα ένα τα παιδιά μου στο χώμα μετρούσα κι ήμουν παιδί. Ένα παιδί στην καρδιά του χειμώνα τρομαγμένο. Απορημένο μπροστά στη βία των καιρών. Και λευκό, στα τέλη εκείνου του Δεκέμβρη. Ένα παιδί δίχως παιδιά, δίχως πουλιά που πέταξαν μακριά να βρούνε άλλες αγκαλιές, θερμότερες απ’ τη δική μου, την κρύα κι άδεια.
Έκλαψα τότε πρώτη μου φορά κι ήταν το κλάμα μου βουβό. Κάτω από το λιγνό μου τον κορμό το κατάπινε μ’ απόλυτη εχεμύθεια το χώμα. Δεν ήξερα ακόμα πως το κλάμα εκείνο επέστρεφε στη γη το χρέος μου για τους χυμούς που τόσο γενναιόδωρα με είχε κεράσει. Τότε δεν ήξερα. Διαβάτη, νιώθεις;
Μα ήρθε γρήγορα η δεύτερη η Άνοιξη. Κι έγιναν πάλι τα δάκρυα χυμός. Λησμόνησα τον πόνο των σκληρών στιγμών. Άρχισα πάλι να χαμογελώ, ν’ ανθίζω δεύτερη φορά και δεν το πίστευα πως μπορώ ακόμα να γεννώ. Όχι, καθόλου δεν το πίστευα. Ένιωθα το κορμί μου να τεντώνεται, να ψηλώνει, πιο θαρραλέα να απλώνει τα κλαδιά, πιο σίγουρα να κρατά τα νιογέννητα παιδιά. Κι ήρθαν πουλιά κι άλλα πουλιά, πολλά πανέμορφα γλυκόλαλα πουλιά.
Κι έτσι τα χρόνια κύλισαν ρυάκι κι άλλοτε χείμαρρος, λίμνη, ποταμός.
Κάθε Φθινόπωρο μία ρωγμή στο σώμα μου. Κάθε Χειμώνας κι ένα αλλιώτικο μαστίγιο. Φύλλο και χωρισμός. Κάθε πουλί μια μνήμη. Και κάθε Άνοιξη νέα μου αρχή, ξανά. Το κάθε Καλοκαίρι βασιλική χαρά σ’ αυτόν τον κήπο σπίτι μου δίχως ντουβάρια και σκεπή. Με νιώθεις…
Συνέχισε γλυκό μου, εδώ είμαι, για σένα είμαι σήμερα.
Διαβάτη μου, μεγάλωσα. Πιστός μου σύντροφος παντοτινός στάθηκε μόνον ο καιρός. Κι είναι ξανά Φθινόπωρο, Διαβάτη… πάλι χρυσό χωρίζομαι τα φύλλα τα χρυσά μου… πάλι θρηνώ κι ας το γνωρίζω πως η Άνοιξη κοντεύει. Μα ως εδώ που έφτασα, στην ηλικία αυτή τη δύσκολη, τόση ζωή και τόσο θάνατο που χώρεσα, τόσο που τα χόρτασα τα δυο τους… πρώτη φορά Διαβάτη μου, απευθύνομαι σε άνθρωπο, -αν είσαι ολότελα άνθρωπος εσύ που νιώθεις τη δική μου γλώσσα. Σπάει η φωνή μου, ντρέπομαι να σου το πω, μα δεν μπορώ, θα σου το πω Διαβάτη…
Με κούρασαν οι εποχές Διαβάτη μου. Γέρασα πια. Δεν το παραπονούμαι κι ο Θεός το ξέρει. Μόνο που τώρα, τώρα μια χάρη θα ‘θελα παράξενη κι ίσως πρωτάκουστη στον κόσμο ετούτο.
Φύλαξε λίγα από τα χλωμά παιδιά μου μες στις χούφτες σου κι ελπίζω η γης να μου το συγχωρέσει που δεν θα της τα αφήσω όλα τούτη τη φορά. Κι όταν όλα θα κείτονται στο χώμα κι εγώ θα στέκομαι γυμνό, -γυμνό στην ηλικία μου δεν είμαι διόλου όμορφο, όλες μου οι φθορές σε δημόσια θέα ξεδιάντροπες, όλες οι μνήμες να χτυπιούνται πάλι από το κρύο, κι εγώ να ντρέπομαι αφόρητα-… Διαβάτη μου, μην αποστρέψεις τα μάτια σου από πάνω μου κι εσύ, τα ωραία καστανά σου μάτια… κοίταξε με όταν κανείς δεν θα κοιτά… χάιδεψε με όταν όλοι θα προσπερνούν ή θα γελούν με την κατάντια μου ειρωνικά καθώς αστόλιστο μες στις γιορτές εγώ θα στέκω… ίσως κι ένα απαλό φιλί, τι δώρο θα ‘τανε για μένα το αφίλητο… μήπως μια λέξη… τάχα πως λίγο μ’ αγαπάς… ακόμα κι άσχημο…
Έτσι… λιγάκι κόντρα στον καιρό η αγάπη σου να μαλακώσει τον αγώνα μου… τον πόνο μου, όχι που πονώ… που δεν αντέχω να πονώ…
Και πάλι αν θέλεις κι αν ίσως το μπορείς… αν δεν το θέλεις κι αν ίσως πάλι δεν μπορείς, φύγε Διαβάτη μου ακριβέ και ξέχασέ με… πες, δε με συνάντησες ποτέ… τόσο που με ξεκούρασες ακούγοντάς με… τόσο πολύ… Με νιώθεις;
Γονάτισα στο χώμα σιωπηλός, εγώ, ο αισθαντικός και μόνος. Τα ρούχα μου έβγαλα ανεπαίσθητα και ξάπλωσα. φόρεσα δέρμα μου τα χρυσωμένα φύλλα, μαλλιά μου, στήθος και καρδιά κι έτσι το φίλησα με το φιλί μου ολόκληρο. Αυτό, που ποτέ δεν έδωσα σε άνθρωπο κανένα. Και ψιθύρισα…
Δεν ξέρω ποια μοίρα Δέντρο και Διαβάτη μας ένωσε. Ξέρω όμως πως μας ένωσε για πάντα. Σ’ όλες τις εποχές, σε λύπες, σε χαρές για πάντα.
Μέσα στα λόγια, μέσα στη σιωπή και στο φιλί. Και στην απόσταση που ίσως κάποιες νύχτες μας τρομάξει. Μαζί θα τα παλέψουμε όλα κι ας γεράσουμε μαζί. Όλα θα τα αντέξουμε κι όλα μαζί θα τα χαρούμε.
Μαζί μια μέρα θα μας βρει η Αιώνια Άνοιξη που δεν αργεί αγαπημένο μου! Καθόλου δεν αργεί. Κοίτα ψηλά! Την βλέπεις; Ροβολά η πανέμορφη τον ουρανό ντυμένη βιολετί φουστάνι!
Κι από τότε, Δέντρο και Διαβάτης γίναμε ένα, στραμμένα έχοντας πάντα τα μάτια προς τον ουρανό.
Τόσο Ένα γίναμε που δεν γνωρίζουμε ως τα σήμερα ποιος Δέντρο είναι, ποιος Διαβάτης. Κι ούτε που μας νοιάζει. Είμαστε μαζί. Ένα Μαζί για Πάντα…

Friday, November 2, 2007

Τρεις μέρες στο Παρίσι. Γ΄ μέρος: Η Κυριακή..



Χτυπώντας την πιστωτική σου κάρτα στο μηχάνημα που έχει κάθε πιάτσα ποδηλάτων μπορείς να έχεις κι εσύ ένα από τα δημοτικά ποδήλατα με ένα ευρώ την ώρα και το πρώτο μισάωρο δωρεάν. Για τους μόνιμους κατοίκους υπάρχουν μηνιαίες και ετήσιες συνδρομές πολύ συμφέρουσες. Με τα χιλιάδες ποδήλατα που διέθεσε ο Δήμος ύστερα από πολλή προσεκτική και πολύμηνη μελέτη του οδικού δικτύου, κατάφερε να μειώσει στο μισό τα αυτοκίνητα στο κέντρο του Παρισιού. Το μέτρο το αγκάλιασαν τόσο θερμά οι Γάλλοι που τώρα θα φτιάξουν κι άλλες πιάτσες, θα προσθέσουν κι άλλα ποδήλατα, γιατί... δεν τους φτάνουν! Αυτό το μέτρο, δεν ανακούφισε απλώς την πόλη από το έντονο κυκλοφοριακό πρόβλημα και τα καυσαέρια. Έδωσε μια ολότελα διαφορετική ποιότητα ζωής στους ανθρώπους, ποιότητα κίνησης και αναπνοής. Άλλη βίωση του χρόνου που σου επιτρέπει να αισθάνεσαι το σώμα σου, να κοιτάς γύρω σου, να σταματάς και να ξεκινάς αναλόγως τη στιγμή που έχεις να αδράξεις. Να αναπνέεις τον καιρό και να σε χαίρεται. Γιατί όπως λέει κι ο φίλος μου, ο ζωγράφος, δεν διαλέγουμε τον συντομότερο δρόμο, διαλέγουμε τον ωραιότερο!
Η Κυριακή θα ξεκινήσει πάνω στο ποδήλατο από το 5ο διαμέρισμα και το Καρτιέ Λατέν προς το 16ο ένα από τα πλουσιότερα και αριστοκρατικότερα του Παρισιούό, όπου βρίσκεται ο Ορθόδοξος ναός του αγίου Στεφάνου.


Σταυροειδής με τρούλο και μεγάλος, ευρύχωρος ναός, κατάμεστος από ευλαβείς πιστούς. Ο διάκονος είναι στον άμβωνα και διαβάζει το Ευαγγέλιο στα Γαλλικά. Το άκουσμα είναι ολότελα παράδοξο στ’ αφτιά. Πιθανότατα προηγήθηκε η ελληνική του ανάγνωση, γιατί οι περισσότερες ευχές που ακολουθούν είναι στην γλώσσα μας. Μα συμβαίνουν κι άλλα παράδοξα. Μπροστά στην Ωραία Πύλη έχουν βγάλει ένα ορθογώνιο τραπέζι και οι τρεις ιερείς εκεί λειτουργούν και όχι μέσα στο Ιερό. Η ακολουθία είναι παράξενη κι αυτή, ευχές αναλυτικές, λόγια που δεν τα γνωρίζω και τα ακούω για πρώτη φορά. Πρέπει να τελειώσει η ακολουθία για να συνειδητοποιήσω πως αυτή δεν είναι η λειτουργία του Ιωάννη του Χρισοστόμου που συνήθως ακούμε, αλλά του Ιακώβου του Αδελφοθέου που ψάλλεται μια φορά τον χρόνο στην γιορτή του. Αν και η γιορτή του αγίου είναι τις προσεχείς ημέρες, διάλεξαν να την τελέσουν την Κυριακή αυτή. Είναι μεγάλη ακολουθία και καταλαβαίνεις πως είναι πολύ καρδιακή, αν και λίγο πιο αρχάρια ίσως ως προς την ποιητική της αφαίρεση, αυτήν που έχουμε συνηθίσει. Αυτά βέβαια είναι αυθαίρετες απόψεις δικές μου και ουδόλως εμπεριστατωμένες. Ας μην ληφθούν σοβαρά υπόψη.
Ο κόσμος είναι ποικίλος, από πολύ σικ μέχρι φτωχόκοσμος, αλλά ο αέρας αποπνέει μια ενοριακή ενότητα κι αυτό δεν εξηγείται, μόνο το αισθάνεσαι. Ένα μικρό αγόρι γύρω στα πέντε δίπλα μου φοράει στο πρόσωπο μάσκα, απ’ αυτές που φορούν οι χειρουργοί. Την ξέρω καλά αυτήν την μάσκα. Την φορούσε κι ο Κωστής μετά τις χημειοθεραπείες και ντρεπόταν πάρα πολύ όταν έβγαινε μ’ αυτήν έξω. Δεν ήθελε να τον κοιτά κανείς. Ο μικρός πλησιάζει στο Δισκοπότηρο. Είναι η μόνη στιγμή που θα βγάλει για λίγο την μάσκα. Να μεταλάβει το Σώμα και Αίμα του Ιατρού των ψυχών και των σωμάτων. Θα την ξαναβάλει αμέσως μετά. Κανένα ξένο μικρόβιο δεν θα τη διαπεράσει. Η μανούλα του ακολουθεί πίσω του σιωπηλά. Η πιάτσα των ποδηλάτων είναι κοντά στο ναό και τώρα πάλι στο δρόμο!

Η Παναγία των Παρισίων, η
Notre Dam, υψώνεται μεγαλεπήβολα κι εγώ δεν έχω μυαλό να τη βγάλω μια φωτογραφία. Ο δρόμος που περνά από μπροστά της οδηγεί σε μια ακριβή περιοχή με πλωτά σπίτια κι ένα σύγχρονο πάρκο με γλυπτά που συγκεντρώνονται ερασιτέχνες ζωγράφοι. Institute France, Μουσείο Ντορσέιγ, Ποντ Νεφ, Ποντ Νταλμά, Λούβρο, Πλατεία Δημοκρατίας.
Από την
Rue de Rivoli θα κατευθυνθούμε στο Πομπιντού. Το πολιτιστικό αυτό κέντρο που μοιάζει με εργοστάσιο του στυλ χάι-τεκ και αποτελεί σύμβολο της δημοκρατίας της κουλτούρας. Καταμεσής του κέντρου της πόλης στην Δεξιά Όχθη.
Εγώ όμως δεν ξεκίνησα γι αυτό, αν και θα ήθελα να δω τουλάχιστον την εξαιρετική συλλογή από Ματίς που διαθέτει. Προέχει ο ρουμάνος γλύπτης, ο Κωνσταντίν Μπρανκούζι που άφησε την χώρα του κι έφτασε με τα πόδια στο Παρίσι για να δουλέψει εκεί. Καθέτως προς το Πομπιντού, εκεί στην πλατεία όπου οι άνθρωποι λιάζονται ξαπλωμένοι στο πλακόστρωτο, έχουν στήσει με προκάτ, -τιμώντας τον ξεχωριστά-, το εργαστήριό του όπως ήταν ακριβώς και η είσοδος στο κοινό είναι ελεύθερη. Μπαίνω και είμαι μόνη, -το καλύτερό μου!

Όλα του τα εφγαλεία, οι κατασκευές, τα γλυπτά του, το κρεβάτι του, η σκάλα του, οι τροχαλίες του, ο φούρνος που έψηνε… όλα όλα εκεί ολοζώντανα…

Πάλι πάνω στο ποδήλατο με κατεύθυνση την περιοχή Μαρέ για το μουσείο Πικάσο. Είναι ο δεύτερος που θέλω οπωσδήποτε να δω ξανά από κοντά. Η πρώτη μας συνάντηση ήταν κάποια χρόνια πριν στο Irene Sofia της Μαδρίτης, μπροστά στην Γκουέρνικα. Δώσαμε τότε υπόσχεση πως αργά ή γρήγορα θα ξανανταμώσουμε.
Τα τελευταία 15 χρόνια η περιοχή έχει ολότελα μεταμορφωθεί. Ήταν εντελώς παρηκμασμένη και τώρα έχουν αναστηλώσει πολλά από τα ιστορικά της κτίρια σαν κι αυτό που έγινε μουσείο Πικάσο. Τώρα φιλοξενεί αποκλειστικά μια περιοδική έκθεση με μελέτες του για τον κυβισμό και κάποια από τα πρώτα κυβιστικά του έργα. Αυτό θα πει μουσείο ζωντανό. Δεν διστάζει να κατεβάσει όλους του πίνακες για να ανεβάσει μια περιοδική έκθεση που θα φωτίσει αλλιώς την δουλειά του καλλιτέχνη.


Αυτού του μοναδικού, του τρομερού ανθρώπου που άλλαξε το ρου της ιστορίας της τέχνης. Γιατί κατάλαβε, συνέλαβε και φανέρωσε πως το έργο δεν έχει μία όψη και μάλιστα αυτήν που αντιγράφει την πραγματική. Είναι τρισδιάστατο και φέρει και εσωτερικές όψεις μέσα του που οφείλουμε να φανερώσουμε. Βήμα βήμα προς τον κυβισμό και όταν πια τον σχηματίζει φαίνεται να μην τον ενδιαφέρει πια. Προχωράει παρακάτω. Τα γλυπτά του είναι για μένα μια άλλη αποκάλυψη. Πρώτη μου φορά τα βλέπω και δυσκολεύομαι να τα αποχωριστώ.
Στο αίθριο του μουσείου το καφεδάκι θα βοηθήσει να καταλαγιάσουν τα αισθήματα, τα συναισθήματα, οι εντυπώσεις και όλες οι συγκινήσεις. Είναι εκεί και η κατσίκα του Πικάσο που εκτίθεται άφοβα σε όλους τους καιρούς. Δεν μασάει τίποτα!


Λίγο πιο πέρα ένα άλλο ιστορικό κτίριο με τα Εθνικά Αρχεία του Κράτους που γεμίζουν ράφια 350 χιλιομέτρων, εκφράζοντας με τον καλύτερο τρόπο την γαλλική γραφειοκρατία.
Οι μικροί δρόμοι γεμάτοι κουκλίστικες μικρές μπουτίκ που εντυπωσιάζουν, όχι μόνο για την εκλεκτή ποιότητα των ρούχων τους, αλλά και για την σπάνιας φινέτσας αισθητική των βιτρινών τους και του εσωτερικού τους διάκοσμου. Πρώτη φορά μπαίνω σε μαγαζιά, όχι για να δω ρούχα, αλλά για να θαυμάσω το πώς τα έχουν βαλμένα μαζί με τα αξεσουάρ τους.
Στο τέρμα του δρόμου η Plas de Vosges. Τρώω το ωραιότερο εκλαίρ της ζωής μου! Τόσο ωραίο που θα ξαναπάω την επόμενη μέρα εκει αποκλειστικά γι’ αυτό! Στην πλατεία αυτή επέλεξαν να κατοικήσουν σε μέγαρα και έξοχα διαμερίσματα, Πριγκίπισσες, δούκισσες, επίσημες ερωμένες, ο Ρισελιέ, ο Βίκτωρ Ουγκώ, ο Γκωτιέ και πρόσφατα ο Φράνσις Μπέικον και ο γνωστός αρχιτέκτονας του Πομπιντού Ρίτσαρντ Ρότζερς. Τριάντα έξι σπίτια με προσόψεις από κόκκινο τούβλο και πέτρα, αψιδωτά ισόγεια και κεκλυμένες στέγες που έχουν στο κέντρο τους ένα πάρκο με συντριβάνι και πλατάνια σε απόλυτη γεωμετρική παράταξη, χαρακτηριστικό της γαλλικής αρχιτεκτονικής των κήπων. Και αυτό το πάρκο οφείλεται στην σπουδαία γυναίκα, την Αικατερίνη των Μεδίκων. Στην θέση του πάρκου υπήρχε ένα παλάτι που αυτή το γκρέμισε γιατί σ’ αυτό δολοφόνησαν τον άντρα της τον Ερρίκο τον Β΄.


Προχωρούμε προς την Όπερα του Λαού, στη Βαστίλη. Την Όπερα που άφησε πίσω του ο Μιτεράν, σε σχεδιασμό του Καρλος Οτ, το 1990.
Πίσω από την Όπερα υπάρχει ένα παραμυθένιο μονοπάτι, άγνωστο σε πολλούς τουρίστες. Είναι ο ‘πράσινος χείμαρρος’. Παλιά ήταν οι γραμμές του τρένου που γρήγορα έμειναν αχρησιμοποίητες αφήνοντας στην θέση τους έναν σκουπιδότοπο. Αυτός ο σκουπιδότοπος έχει μεταμορφωθεί σ’ ένα έξοχο μονοπάτι δάσους για ενάμισι χιλιόμετρο και ύψος 8μ. από τον δρόμο, όπου μπορείς να κάνεις την βόλτα σου μέσα σε μεγάλη ποικιλία φυτών, από τριανταφυλλιές μέχρι μπαμπού και φτέρες. Κάτω από αυτό το μονοπάτι οι παλιές και παρατημένες αποθήκες του παλιού σταθμού έχουν μετατραπεί σε εξέχουσες πειραματικές γκαλερί με μεγάλες βιτρίνες και αψίδες. Αυτή, η πριν 15 χρόνια, καθαρά εργατική περιοχή γεμάτη εργαστήρια τεχνητών, έχει γεμίσει ζωγράφους που αναζητούσαν μεγάλους χώρους και μετέτρεψαν τους βιομηχανικούς χώρους σε στούντιο και ευρύχωρα σπίτια. Αυτούς ακολούθησαν οι γκαλερί.

Η Κυριακή θα κλείσει γευστικά με Γαλλική κουζίνα σ’ ένα εστιατόριο κοντά στο Χρηματιστήριο. Τα γαλλικά εστιατόρια διαφέρουν από τις γνωστές μπρανσερί ως προς το ότι εκεί τρως διθέτοντας περισσότερο χρόνο. Το περιβάλλον είναι ανεπιτήδευτα αρχοντικό με μια απλότητα αριστοκρατική. Τραπέζια ροτόντες και τα ανάλογα σκεύη για κάθε έδεσμα. Διαλέγω πάντα κάτι που δεν έχω ξαναφάει, ακούγοντας προσεκτικά τις λέξεις. Αν οι λέξεις διεγείρουν την φαντασία μου, τότε σίγουρα θα μου αρέσει και το φαγητό. Έτσι, διαλέγω σαλιγκάρια με πέστο και σκόρδο για πρώτο πιάτο που σερβίρονται σε μεταλλικό πιάτο με αντίστοιχες θήκες και ειδικό εξάρτημα με τα οποία τα πιάνεις με το αριστρό σου χέρι για να σταθεροποιηθούν. Το δεύτερο πιάτο είναι φιλετάκια κοτόπουλου με μανιτάρια, πιο γνωστή γεύση στον ουρανίσκο, αλλά κι αυτή εκλεκτά ιδιόμορφη και λεπτή. Το γλυκό, κάτι σαν μιλφέιγ με αγριοκέρασα. Το ωραίο Γαλλικό κρασί που διαλέγει ο Γιάννης είναι το σωστό και το γεύμα αποτελεί μια άξια καληνύχτα στην ωραιότητα.
Το φιλί θα το πάρει μετά την καληνύχτα, σε μια Μπρανσερί πίνοντας Αρμανιάκ και καπνίζοντας ανάλογα πουράκια.
Κάποτε η Ιθάκη ενδέχεται να σου δώσει και την ίδια την Ιθάκη! Και να είναι επιτέλους Ένα: Ταξίδι και Ιθάκη, μαζί!


Η μουσική είναι του Smith Hopkinson, του εξαιρετικού σολίστα στο αναγεννησιακό λαούτο που θα έχουμε την τιμή να απολαύσουμε στις 15 και 16 του Νοέμβρη στο Ϊδρυμα Θεοχαράκη.

Monday, October 29, 2007

Τρεις μέρες στο Παρίσι.. Β΄ μέρος: Η άφιξη και το Σάββατο.


Προσγειώνομαι και προχωρώ στους διαδρόμους του αεροδρομίου ακολουθώντας δύο γηραιές κυρίες που φαίνεται να γνωρίζουν πού πηγαίνουν. Ευτυχώς δεν έχω καθόλου αποσκευές οπότε φτάνω κατευθείαν στη έξοδο. Απεργούν τα μέσα μεταφοράς και έτσι παίρνω ένα ταξί. Με το που βγαίνουμε στο δρόμο βρισκόμαστε μπροστά σε ένα απίστευτο μποτιλιάρισμα. Δεν κουνιέται τίποτα. Ο ταξιτζής μου προτείνει να πάμε από άλλον δρόμο. Αυτό βέβαια, το καταλαβαίνω από την παγκόσμια γλώσσα της παντομίμας και όχι από τα γαλλικά του. Συμφωνώ, αφού δεν έχω τι άλλο να προτείνω.
Η συναυλία του Εν Χορδαίς στο Αραβικό Ινστιτούτο ξεκινάει σε μισή ώρα. Είναι το περίφημο Institute de monde Arabe που σχεδίασε το τρομερό παιδί της σύγχρονης αρχιτεκτονικής, ο Ζαν Νουβέλ, το 1987, κάνοντας επιτηδευμένη χρήση ‘χάι τεκ’ υλικών δημιουργώντας συχνά τεχνικούς άθλους. Αυτό είναι το πρώτο του έργο. Περνούμε μέσα από χωριά πανέμορφα, δάση νυχτερινά που φωτίζονται εξαίσια από το φεγγάρι και όλο πηγαίνουμε χωρίς να έχω ιδέα ούτε πού είμαστε ούτε αν όντως πηγαίνουμε στο Παρίσι.


Περνάει μισή ώρα, περνάει μία, περνάει μιάμιση, ώσπου φτάνουμε. Ο οδηγός για την τελευταία μισή ώρα μιλάει στο κινητό. Κατεβαίνω και προσπαθώ να βρω την είσοδο σ’ αυτό το τεράστιο κτίριο. Είναι καλυμμένη μ’ ένα μεγάλο πλακάτ και δεν φαίνεται. Κάνω κύκλους και λέω πως δεν θα την βρω, πάει, τέλειωσε. Ψυχή πουθενά, ώσπου σταματά ένα αυτοκίνητο πάνω στον πεζόδρομο και ρωτώ τον οδηγό στα αγγλικά που ευτυχώς γνωρίζει. Κατεβαίνει, μου δείχνει την είσοδο που ήταν εντελώς μπροστά μου και φεύγει, θαρρείς και ανέβηκε στον πεζόδρομο μόνο για να με βοηθήσει.
Μόνο ένας άραβας φύλακας είναι στην πόρτα που μιλάει αραβικά και γαλλικά. Με κρατά για είκοσι λεπτά εκεί και δεν μ’ αφήνει να μπω αφού δεν έχω… εισιτήριο! Μάταια προσπαθώ να του εξηγήσω πως είμαι προσκεκλημένη. Μάταια του λέω πως ταξιδεύω εδώ και εννιά ώρες από την Ελλάδα. Την ώρα που κοντεύω να καταρρεύσω λέω μέσα μου, όχι, ούτε τώρα θα καταρρεύσω, να καταρρεύσει αυτός άμα θέλει, εγώ θα μπω και θα είμαι καλά και ας γυρίσει ο κόσμος τούμπες εκατό! Εν τέλει τον απελπίζω! Αυτός με σπρώχνει προς τα έξω κι εγώ προχωρώ προς τα μέσα. Κατεβαίνουμε στο δεύτερο υπόγειο, μπαίνω μέσα στην αίθουσα παρακάμπτοντάς τον και πάω κατευθείαν στον ηχολήπτη που του λέω ποια είμαι για να το εξηγήσει στον φύλακα πριν τον πνίξω. Ο αγγλομαθής ηχολήπτης με σώζει, ο συνεπής και αμετακίνητος στις αρχές του καλός άραβας φύλακας εξαφανίζεται κι εγώ κάθομαι επιτέλους στον τόπο μου! Η θεραπευτική μουσική σιγά σιγά επαναφέρει την ηρεμία στην ψυχή που δεν πέρασε και λίγα κύματα μέχρι να φτάσει εκεί για όπου ξεκίνησε. Το πρόγραμμα περιλαμβάνει ελληνική και αραβική παραδοσιακή μουσική από την εποχή του Βυζαντίου ως τις μέρες μας, μαζί με συνθέσεις των μελών του συγκροτήματος όπως, του Κυριάκου Καλαϊτζίδη, του Άλκη Ζοπόγλου και του Βασίλη Τζωρτζίνη. Ούτι, κανονάκι, βιολοντσέλο, κρουστά, βιολί και τραγούδι. Η καλή μουσική καταφέρνει να ελευθερώσει την ψυχή από τα πάθη της και τα πάθια που η ζωή κάποτε της φορτώνει.
Ήταν τόσο σαφές πως κάποιος ήθελε να μου χαλάσει τη χαρά, που ήμουν τρομερά αποφασισμένη να μην το επιτρέψω. Καθένας τη δουλειά του, έλεγα μέσα μου. Ευτυχώς, ολόκληρη την συναυλία θα είχα την χαρά να την παρακολουθήσω το επόμενο βράδυ. Συμμετείχε η σπουδαία Λιβανέζα τραγουδίστρια Ghada Shbeir και έπαιζε νέι ο νειζέν της Φαϊρούζ, Samir Sibllini. Στο διάλειμμα ο κόσμος βγαίνει κατενθουσιασμένος. Στο φινάλε δεν σταματά να χειροκροτά.
Το δείπνο θα σερβιριστεί σ’ ένα αλγερινό εστιατόριο εκεί κοντά. Ο ασπρορμάλλης αλγερινός θα σερβίρει σ’ ένα χάλκινο σκεύος με δύο γαβάθες, την μία πάνω στην άλλη, το αλγέρικο κουσκούς με την σούπα λαχανικών. Στο τέλος θα κεράσει τσάι με βότανα της πατρίδας του που το φτιάχνει με τα χεράκια του. Το πρωί θα ξυπνήσω ακριβώς στην ίδια θέση που έπεσα το βράδυ. Εγώ που κάνω χίλιες σβούρες στον ύπνο μου και καμιά φορά ξυπνώ η μισή πάνω στο κρεβάτι, η άλλη μισή έξω απ’ αυτό! Το ξενοδοχείο βρίσκεται στο 5ο διαμέρισμα στην περιοχή Καρτίεν Λατέν που κατακλύζεται από τον φοιτητόκοσμο. Είμαστε στην Αριστερή Όχθη του Σηκουάνα.
Η φρέσκια αχτίδα του ήλιου φωνάζει να τα ξεχάσω όλα και να πάρω τους δρόμους. Παιδί των δρόμων είμαι και το ξέρει, γι’ αυτό φωνάζει.

Όλοι οι δρόμοι είναι ωραίοι. Δεν υπάρχουν καλοί και κακοί δρόμοι. Μόνο που υπάρχουν δρόμοι που σε κάνουν να ονειρεύεσαι ή άλλοι που σκοτώνουν τα όνειρα, γιατί έτσι το θέλουν αυτοί που τους κατοικούν.
Μα οι δρόμοι είναι ίδια η ζωή. Και η ζωή έχει και το ένα, έχει και το άλλο. Από αλλού θα φύγεις τρέχοντας γιατί δεν είσαι εσύ για να μείνεις σ’ αυτούς. Αλλού θα περπατήσεις, θα ξεκουραστείς, θα δώσεις το καινούριο φιλί, γιατί σε κάνουν να θέλεις να φιλήσεις όλους όσους βλέπεις μπροστά σου. Τέτοιος δρόμος είναι η λεωφόρος του Σανζ Ελιζέ. Δρόμος πλατύς, τόσο πλατύς που χωρά θαρρείς όλον τον ουρανό στην αγκαλιά του κι όλον τον κόσμο. Με τα υπέροχα κτίρια και τα ωραία μαγαζιά. Τα πολυτελή ξενοδοχεία και τα ακριβά νάιτ κλαμπ. Με τα χαρακτηριστικά και ιστορικά όριά του. Την Αψίδα του Θριάμβου από τη μια και την πλατεία Ομονοίας από την άλλη. Χρωστάει πολλά στην Αικατερίνη των Μεδίκων, σύζυγο του Ερρίκου του Δ΄ που τον μετέτρεψε το 1616 σε αμαξωτή λεωφόρο της μόδας και στον αρχιτέκτονα Λε Νοτρ που σχεδίασε τις δεντροστοιχίες και τους κήπους που πλαισιώνουν την Κονκόρντ (Ομόνοια), από τους οποίους η λεωφόρος πήρε το 1707 το όνομά της Ηλύσια πεδία. Το 1824 απέκτησε πεζοδρόμια και σιντριβάνια. Γέμισε καφέ κι εστιατόρια με πολύ αριστοκρατική πελατεία. Σ’ αυτόν τον δρόμο γίνεται η παρέλαση την Ημέρα της Βαςτίλης, στις 14 του Ιούλη.


Ο άξονας της Αψίδας του Θριάμβου ανατολικά είναι που οδηγεί στον περίφημο δρόμο, την Σανζ Ελιζέ. Εδώ είναι ένα τεράστιο σταυροδρόμι. Μπαίνω κυριολεκτικά στη μέση του δρόμου αγνοώντας τα αυτοκίνητα που περνούν για να τη φωτογραφίσω από τη γωνία που βρίσκω πιο ενδιαφέρουσα. Τη γλιτώνω στο παρά τρίχα γιατί οι Γάλλοι δίνουν πάντοτε προτεραιότητα στους πεζούς, ακόμα και τους παλαβούς. Το σταυροδρόμι αυτό είναι γνωστό ως Ετουάλ, δηλ. αστέρι. Η σύλληψη του σχεδίου του οφείλεται στον Ναπολέοντα που το παρήγγειλε το 1806 για τον γαλλικό στρατό. Το έργο όμως ολοκληρώθηκε το 1836 επί Λουδοβίκου Φιλίππου. Η ανάγλυφη πρόσοψη είναι έργο τριών γλυπτών, οι 30 θηρεοί που την στεφανώνουν φέρουν ο καθένας το όνομα μιας νίκης της Επανάστασης ή της Αυτοκρατορίας και έχει ύψος 50 μέτρα.


Περνούμε μέσα από το πάρκο των Ηλυσίων και έξω την προεδρική κατοικία. Οι άνθρωποι είναι ξαπλωμένοι στο γκαζόν, χαίρονται την ηλιοφάνεια, παίζουν, ερωτεύονται, γελούν. Ομάδες φιλάθλων του ράγκπι κυκλοφορούν με τις φανέλες της ομάδας που υποστηρίζουν και η χαρά τους που βρίσκονται στην πόλη του φωτός είναι ολοφάνερη. Μπάλες του αθλήματος μοιράζονται παντού, ακόμα και στα ξενοδοχείο σαν σουβενίρ. Είναι ο τελικός παγκοσμίου κυπέλλου κι έχουν έρθει φίλαθλοι από όλες τις μεριές του πλανήτη.


Ανηφορίζουμε προς την Μανταλέν και τα Γκραν Μπολυλβάρ. Μπροστά μας η Όπερα των Παρισίων. Σταματούμε μπροστά στις κουκλίστικες βιτρίνες που διακοσμούν το Μουσείο των Αρωμάτων.


Φτάνουμε στην περίφημη γκαλερί Λαφαγιέτ που είναι πολύ δύσκολο να φανταστεί κανείς το μέγεθός της. Σε κάθε όροφο έχει κι από ένα εστιατόριο. Στις πληροφορίες ρωτούμε για τα εστιατόρια μιας και είναι ήδη μεσημέρι και μας ρωτούν τι γλώσσα μιλούμε. Έχουν δεκάδες προσπέκτους της γκαλερί γραμμένα σε διάφορες γλώσσες και μας δίνουν το αντίστοιχο ελληνικό. Στον πρώτο όροφο, λοιπόν, έχει μεσογειακή κουζίνα. Η σαλάτα και το κριθαράκι με τα λαχανικά είναι μια ευχάριστη έκπληξη. Η ολότελα όμως απροσδόκητη έκπληξη είναι το κρασί, Αϊδαρίνι από τη Γουμένισσα! Το κρασί που πίνουμε συχνά στη Θεσσαλονίκη. Για πρώτο γεύμα που ζητάς κάτι πιο οικείο πριν περάσεις στο ανοίκειο είναι ό,τι πρέπει. Αύριο το πρόγραμμα έχει γαλλική κουζίνα. Σήμερα ας πατήσουμε λίγο σε σταθερό και γνωστό γαστρονομικό έδαφος…


Περιδιαβαίνω κυρίως το τμήμα των νέων σχεδιαστών για να δω τι σχεδιάζουν σήμερα οι νέοι γάλλοι σχεδιαστές. Φαίνεται μια προτίμηση σε ελαφρά και χυτά υφάσματα, φαρδιά και άνετα, σχέδια ξεχωριστά, όχι μεγάλη γκάμα χρωμάτων και κάποια απολύτως προορισμένα για ανθρώπους της σκηνής ή των σαλονιών. Τιμές απλησίαστες, αλλά αυτό ήταν αναμενόμενο, τουλάχιστον στο συγκεκριμένο τμήμα. Στο μπαλκόνι ενός υποκαταστήματος χαζεύω το εσωτερικό του χώρου που είναι αρχιτεκτονική Μπέλ Εποκ και εντυπωσιάζει η αρμονία του και τα ποικιλόχρωμα υαλωτά. Αυτοί όμως οι χώροι εμένα με κουράζουν πολύ, όπως κα ιη πολυκοσμία. Αυτό που ήθελα να δω το είδα κι έτσι βγαίνω πάλι στον ήλιο.


Με το μετρό θα κατευθυνθούμε στο ξενοδοχείο για ξεκούραση. Όλο το Παρίσι είναι δομημένο σαν σαλιγκάρι και κάθε τμήμα του έχει ένα νούμερο. Στο βαγόνι μπαίνει ένας συμπαθής μεσήλικας μουσικός με μαύρα ρούχα, άσπρο πουκάμισο και μαύρο καπέλο, που παίζει μουσική περιστρέφοντας μια μανιβέλα σ' ένα ορθογώνιο κουτί, -κάτι σαν την δική μας λατέρνα-, παλιά γαλλικά τραγούδια, επιτυχίες μιας περασμένης εποχής. Παίζει σχεδόν για δέκα λεπτά και μετά ζητάει χρήματα. Όλη η ατμόσφαιρα στο βαγόνι έχει αλλάξει. Ευχαριστεί, σκύβει το κεφάλι και κατεβαίνουμε μαζί στην ίδια στάση.
Τα μαγαζιά κλείνουν στις 7 κι έτσι δεν προλαβαίνω να μπω σ’ ένα μαγαζί με χαρτικά που είναι για μένα πολύ ενδιαφέροντα είδη. Θα ξαναπεράσω όμως από κει την Δευτέρα και θα πάρω πριν φύγω πέντε μαλακά κόκκινα μεγάλα χαρτιά σαν υφασμένα με κλωστές σγουρές και τέσσερα μικρότερα εκρού, υφασμένα σαν από κλωστές του κανταϊφι με δεκαπέντε οριζόντιες γραμμές μαύρες, λεπτές, στο κέντρο τους, για να φτιάξω μια χάρτινη κουρτίνα στο γραφειάκι μου. Εδώ από όπου τώρα γράφω κι έχω μπροστά μου ένα μεγάλο παράθυρο από τοίχο σε τοίχο που κοιτά απέναντι τον δρόμο, τα δέντρα του.
Συνεχίζω την βόλτα μόνη μου, έχω ακόμη ώρα για την συναυλία. Σταμπάρω τους δρόμους, αφού δεν χρησιμοποιώ ποτέ μου χάρτη και βήμα βήμα φτάνω στον Σηκουάνα. Φωτίζεται ήσυχα και γλυκά. Το καλοκαίρι ο δήμαρχος γέμισε τις όχθες του με άμμο και ομπρέλες για να κάνουν ηλιοθεραπεία οι ξένοι και οι ντόπιοι. Ηλιοθεραπεία, όχι βέβαια και μπάνιο. Τα ποταμόπλοια περνούν γεμάτα φωτάκια. Περνώ την γέφυρα Pont de Sully και μπαίνω στα στενά δρομάκια. Προβάλλουν μικρά μαγαζάκια που εδώ είναι ανοιχτά. Η Δεξιά Όχθη ξενυχτάει. Κάνει αρκετό κρύο και μπαίνω για να ζεσταθώ σ’ ένα μαγαζάκι που έχει κοσμήματα από γυαλί και πλέξι-γκλας, και διάφορα υφάσματα. Από εδώ θα πάρω ένα κασκόλ μπροκάρ στα δικά μου χρώματα, κόκκινο-πορτοκαλί! Το φοράω κατευθείαν και συνεχίζω για λίγο ακόμα την βόλτα μου βλέποντας τα υπόλοιπα μαγαζιά με τα είδη μπάνιου, πλακάκια σε ωραία σχέδια, φωτιστικά μοντέρνα αλλά και αντίκες, παλαιοπωλεία, βιβλιοπωλεία αράβικα, κινέζικα μικρομάγαζα με είδη ρούχων καλής ποιότητας.


Καθώς επιστρέφω στέκομαι πάλι στη γέφυρα του Σηκουάνα και σκέφτομαι. Η πρώτη αποβάθρα κατασκευάστηκε το 1313. Μέχρι τότε ήταν ένα σύμπλεγμα λιμανιών και οδών για ριμουλκά. Η Δεξιά Όχθη αναπτύχθηκε ταχύτατα από τον Ερρίκο τον Δ΄. Ο Λουδοβίκος ο ΙΣΤ΄ υπήρξε ο σωτήρας της Αριστερής Όχθης. Ακολουθώντας το πρότυπο του Ποντ Νεφ που κατασκευάστηκε το 1607 (η παλαιότερη σήμερα Παρισινή γέφυρα) πραγματοποιήθηκε σταδιακά η εκκαθάριση και των άλλων γεφυρών από σπίτια και καταστήματα, ενώ επί Ναπολέοντα εξαφανίστηκαν οι τελευταίοι νερόμυλοι που εμπόδιζαν την απρόσκοπτη θέα στον ποταμό. Επί Οσμάν έγινε η δενδροφύτευση στις αποβάθρες όπου βρίσκει κανείς καταφύγιο από την καλοκαιρινή ζέστη. Στην Αριστερή Όχθη βρίσκεις τα παλαιοβιβλιοπωλεία με τα παλιά βιβλία και τις γκραβούρες καθώς και τους πλανόδιους βιβλιοπώλες. Τα ξύλινα περίπτερα αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι του τοπίου. Η Δεξιά Όχθη είναι μεγαλύτερη σε κλίμακα με πιο ανομοιόμορφο στυλ και ξηρότερο κλίμα. Εδώ το τραπεζικό και επιχειρηματικό κέντρο με τους γρήγορους ρυθμούς. Εδώ το σύγχρονο Παρίσι. Δυο Όπερες, δύο μουσεία Σύγχρονης Τέχνης, το Λούβρο κι ένα σωρό μικρότερα μουσεία.

Το Παρίσι χωρίζεται στα δύο. Θαρρείς και όλα θέλουν οι άνθρωποι να τα χωρίζουν. Σαν να υπάρχει μέσα τους μια βαθύτερη ανάγκη για χωρισμό. Εξωτερικό και εσωτερικό. Είναι η νύχτα, τα κίτρινα φώτα, τα μαγαζιά που κλείνουν, οι ελάχιστοι πεζοί και ποιος ξέρει τι άλλο άραγε, που γεννούν μια λύπη. Κατακάθεται πάχνη στο εύθραυστο χορτάρι της ψυχής μου.



Φτάνοντας στο Ινστιτούτο για την συναυλία με υποδέχεται ζεστά ο αγαπημένος Γιάννης, φίλος φωτογράφος από τον Μανταμάδο της Μυτιλήνης που έζησε χρόνια στο Παρίσι και έτυχε να βρίσκεται τώρα εκεί. Μαζί του θα περάσουμε την επόμενη μέρα. Με γνωρίζει στους γάλλους φίλους του, δύο ζευγάρια ηλικιωμένων. Ο Ζαν μου σφίγγει το χέρι πολύ θερμά και με τα λίγα ελληνικά που γνωρίζει μου λέει: ‘Χαίρομαι πολύ Βασιλική! Η ζωή είναι ωραία!’. Στέκομαι σχεδόν αποσβολωμένη και τον κοιτώ. Η φράση του ήρθε απάντηση στις λυπημένες σκέψεις που με τριγύριζαν. Απάντηση που δεν εξηγεί τίποτα, μόνο σε σπρώχνει λίγο πιο πέρα να προχωρήσεις. Χαμογελώ και του λέω, ‘ναι, είναι πολύ ωραία!’ Είναι ένα πανέμορφος άντρας, αν και ηλικιωμένος, με δυο έξυπνα, αστραφτερά, μαύρα μάτια. Ερευνητής φυσικής ήτανε, τώρα συνταξιούχος. Τον έβλεπες κι έλεγες που η ζωή τον αγαπάει όσο κι αυτός αυτήν.
Η Chada που δεν πρόλαβα να ακούσω το προηγούμενο βράδυ είναι εξαιρετική. Τραγουδάει το ‘Γιατί πουλί μ’ δεν κελαηδείς’, σαν να γράφτηκε τον 15ο αι. γι’ αυτήν. Ποιος θα το φαντάζονταν τότε; Και όμως μπορεί να χρειάζονται ολόκληροι αιώνες για να βρει κάτι τη θέση του, την απόλυτη έκφρασή του. Όταν την είχε ακούσει ο Αηδονίδης να το λέει, -από τον οποίο εμείς το ξαναθυμηθήκαμε στην χώρα μας-, υποκλίθηκε μπροστά της βουρκωμένος. Δεν το χωρούσε ο νους του πώς μπορεί μια Λιβανέζα να το λέει έτσι, τόσο καλύτερα από τον καθένα κι απ’ τον ίδιο, τόσο πιο ελληνικά από τους έλληνες.
Αυτή όμως είναι η τέχνη. Σαν τον έρωτα. Δεν έχει σύνορα. Δεν έχει όρια. Δεν γνωρίζει αριστερή και δεξιά όχθη. Μόνο το κοινό ποτάμι που μας ενώνει όλους. Άλλοι μπορεί να διαλέγουν όχθη κι άλλοι το ποτάμι αυτό καθεαυτό. Κάποιοι σύμφωνα με την ροή του και κάποιοι άλλοι κόντρα στο ρεύμα...
Μα αύριο είναι Κυριακή.
Κυριακή στο Παρίσι…

Wednesday, October 24, 2007

Τρεις μέρες στο Παρίσι. Α΄ μέρος: ο πηγαιμός.



Μετά από το Παρίσι της Ανατολής, την Βηρυτό και το μικρό Παρίσι, το Βουκουρέστι, ήρθε η ώρα για το αληθινό Παρίσι. Και όταν φτάνεις στο αληθινό Παρίσι, τότε λες: το Παρίσι είναι ένα και μοναδικό! Τίποτα δεν είναι σαν κι αυτό!
Παρασκευή μεσημέρι η πτήση της Alitalya από Θεσσαλονίκη πηγαίνει στο Παρίσι μέσω Ρώμης. Είναι η πρώτη φορά που ταξιδεύω στο εξωτερικό εντελώς μόνη. Το άγχος μου μήπως χαθώ είναι τόσο μεγάλο που την προηγούμενη νύχτα την περνάω σχεδόν ξάγρυπνη. Είναι και η παντελής απουσία γαλλικών που με κάνει και νιώθω ιδιαίτερα άβολα.
Επιβιβάζομαι και περιμένω να δω αν θα κάτσει κάποιος δίπλα μου. Συνήθως η διπλανή μου θέση μένει άδεια κι έτσι μ’ αρέσει να σκέφτομαι πως κάθεται εκεί ο άγγελός μου που τον ξεπατώνω στο τρεχαλητό όλη μέρα κι όλη νύχτα και βρίσκει επιτέλους ευκαιρία να ξεκουραστεί κι αυτός λίγο. Παρ' όλα αυτά σήμερα είναι από τις ελάχιστες φορές που τελικά κάθεται άνθρωπος δίπλα μου. 'Καλά', λέω μέσα μου, 'έλα άγγελέ μου να σε πάρω στην αγκαλιά μου, να κοιμηθούμε λίγο μαζί που ξενυχτήσαμε και είμαστε κατάκοποι. Καλό μας ταξίδι!' Κι αν χαθούμε στη Ρώμη, ε, μαζί θα είμαστε και δεν θα είναι και τόσο άσχημα να χαθούμε εκεί, τι λες;
Θάλασσα τυρκουάζ. Σιγά σιγά μοβίζει. Πάνω από τα πάλλευκα σύννεφα. Μέσα τους, σαν να κολυμπάμε σε κρέμα σαντιγύ. Η Σαντιγύ είναι πόλη της Γαλλίας. Κάτω από τα σύννεφα, που τώρα είναι σαν το μαλλί της γριάς που δεν χόρταινα να τρώω παιδί και πάντα χαίρομαι όταν βλέπω να το τρώνε τα παιδιά στους δρόμους. Άσπρα, πυκνά, σύννεφα βαριά. Η θάλασσα γίνεται ριγέ. Κοντεύει πέντε. Προσγειωνόμαστε. Μα γιατί φοβάμαι αν θα χαθώ; Μήπως επειδή το επιθυμώ;
Κι όμως εγώ δεν χάθηκα. Χάθηκε το γκέιτ μου, χάθηκε το αεροπλάνο που θα με πήγαινε στο Παρίσι. Ναι, χάθηκαν και όλοι μου οι συνεπιβάτες. Και αφού δεν υπήρχε ψυχή στο γκέιτ άρχισα κι εγώ να κόβω βόλτες στα μαγαζιά του αεροδρομίου ξεχνώντας ολότελα πως έχω να πετάξω και πρέπει κάπως να διευθετήσω το ζήτημα. Πήρα ένα ντεκαφεϊνέ εσπρέσο, κάπνισα και πίσω από μία επαρκώς χοντρή κολώνα μισό τσιγάρο και μπήκα σ’ ένα παιχνιδάδικο. Εκεί τα λησμόνησα όλα. Πέρασα περίπου μια ώρα χαζεύοντας παιχνίδια για μωρά, βιβλία παιδικά, χρώματα και κατασκευές, παιδικό μακιγιάζ, αδιάβροχα σε σχέδια αράχνης, μαγικά γιογιό κατακόκκινα, τενεκεδάκια που όταν τα αναποδογύριζες μούγκριζαν σαν αγελάδες ή βέλαζαν σαν πρόβατα και στο τέλος αγόρασα ένα μικρό ξύλινο μπόουλιγκ ζωγραφισμένο και πολύ βαρύ! Για ποιον το πήρα; Αν ήξερα θα σας έλεγα.
Αφού πέρασα έτσι κυριολεκτικά μια ολόκληρη ώρα, ξαναπήγα στο γκέιτ μου. Και πάλι δεν υπήρχε πουθενά ψυχή. Δεν υπήρχε πουθενά και κανένας άνθρωπος υπεύθυνος να ρωτήσω. Αφού αποφάσισα μέσα μου πως αυτό δεν πάει άλλο, γιατί έχω να προλάβω και τη συναυλία για την οποία πήγαινα στο Παρίσι, εμφανίζεται πίσω μου ένας νεαρός στρουμπουλός καταφορτωμένος που στέκεται και κοιτά με απορία το ίδιο νούμερο, Β07! Κοιτούμε τα εισιτήριά μας και μου λέει πως εγώ την πτήση μου την έχασα, αλλά και η δική του δεν φαίνεται πουθενά. Επιτέλους ανοίγει το διπλανό γκέιτ και έρχεται μία υπάλληλος όπου ο στρουμπουλός νεαρός που μιλούσε ιταλικά, γαλλικά και ισπανικά καταφέρνει να συνεννοηθεί και να ανακαλύψει πως είχε ήδη ανακοινωθεί η αλλαγή του γκέιτ για την προηγούμενη δική μου πτήση αλλά και την δική του, φυσικά μόνο στα ιταλικά! Ίσα ίσα που προλαβαίναμε να πάμε στο Β01. Σε άλλον όροφο και κανα δυο τρία χιλιόμετρα από κει που ήμασταν. Φτάνοντας λαχανιασμένοι, εκείνος τσέκαρε κανονικά, εμένα όμως με σταματήσανε λέγοντάς μου πως πρέπει να περιμένω γιατί η πτήση μου είχε φύγει και θα προσπαθήσουν να με τακτοποιήσουν… Περίμενα δέκα με δεκαπέντε μαρτυρικά λεπτά όπου ο βραζιλιάνος στεκόταν εκεί, να δει τι θα απογίνω, ενώ εγώ του έλεγα να μην ανησυχεί και να προχωρήσει. Εκείνος εκεί. Περίμενε σχεδόν με την ίδια αγωνία κι αυτό δεν θα το ξεχάσω ποτέ. Δόξα τω Θεώ, βρέθηκε θέση, οπότε μπήκα κανονικά στην πτήση. Αυτός επέστρεφε μέσω Παρισιού στην Βραζιλία μετά από ένα μεγάλο ταξίδι, Άμστερνταμ, Βερολίνο, Κωνσταντινούπολη, Αθήνα. Μιλήσαμε αρκετά για την Πόλη, για το μουσείο Βαν Γκόγκ και μου έδειξε και τον ναργιλέ που αγόρασε. Μου έλεγε πως στην Αθήνα όταν έλεγε πως πήγε στην Τουρκία όλοι τον ρωτούσαν πού είναι πιο ωραία, στην Πόλη ή στην Αθήνα. Ήταν πολύ διαβασμένος και πολύ έξυπνος, εκτός από πολύ φιλότιμος. Τώρα που το σκέφτομαι ούτε το όνομά του δεν ρώτησα. Όταν τρέχαμε μ’ έπιαναν τα γέλια γιατί ήταν μπροστά μου και καθώς φορούσε σαγιονάρες που πλατάγιζαν στο πάτωμα ανασηκώνοντας προς το πλάι τα πόδια ήταν σαν βατραχάκι που πηδούσε. Ένα καλό βατραχάκι που με τη βοήθειά του πέταξα τελικά για τον προορισμό μου.
Καθώς κρατώ τις σημειώσεις μου μέσα στο αεροπλάνο, ανασηκώνω το κεφάλι. Έχουν κατέβει οι τηλεοράσεις και δείχνουν επίδειξη γαλλικής μόδας. Γαλλική μόδα κι εγώ γράφω; Είμαι με τα καλά μου; Σταματώ πάραυτα και χαζεύω μέχρι να τελειώσει το φιλμάκι.

Περνούμε πάνω από τις Άλπεις. Γκρίζες και γυμνές προβάλλουν. Κλείνω τα μάτια. Κουράστηκα. Όταν τα ανοίγω οι κορφές τους είναι κάτασπρες και αστράφτουν στο απογευματινό φως νησάκια μέσα σε θάλασσα γκρι που δεν κυριαρχεί πια. Αφήνει τους λευκούς όγκους να εξέχουν εκθαμβωτικά. Σε λίγο όλα θα μείνουν πίσω.
Κομμάτια κομμάτια στεριάς στρωμένα σφράτα σύννεφα παντεσπάνι πασπαλισμένο άχνη. Πάνω σε μια αόρατη πλατφόρμα ταξιδεύουν τώρα τα σύννεφα, τόσο βιαστικά. Ακανόνιστα στο σχήμα από πάνω, ίσια σαν να τράβηξε χάρακας τη γραμμή ο αέρας από κάτω. Ποιος τα οδηγεί; Πού τα πάει;
Μου λείπεις κι ας είσαι παντού. Εντάξει, μη νοιάζεσαι, δεν είναι τίποτα. Ένα μικρό μαύρο σκουπιδάκι σύννεφο παγωμένο διέσχισε ατίθασα τη χαραμάδα που αφήνει η έξοδος κινδύνου δίπλα στην οποία πάντα κάθομαι. Όρμηξε στα καυτά μου μάτια και έγινε δάκρυ πριν προλάβω να το σταματήσω. Δεν πρόλαβα να του πω πως εγώ δεν κλαίω. Αφού τα έχω όλα, άλλα πιο μακριά άλλα πιο κοντά, άλλα με σώμα κι άλλα ασώματα, γιατί να κλάψω;

Ποιο άτακτο παιδί έβαλε χέρι στο παντεσπάνι του ουρανού; Ποιο έγλειψε την άχνη ανοίγοντας δρόμους και σοκάκια μυστικά; Ποιο έτρεξε με χάρη αγγέλου κι άφησε παντού τα ίχνη του; Ποιο τα έγλειψε όλα αχόρταγα κι άφησε μόνο γη αστόλιστη, άγλυκο παντεσπάνι σε γκρίζο τραπεζομάντιλο;

Να πετάς πάνω από τα σύννεφα είναι σαν να κολυμπάς στον βυθό του ουρανού. Να διασχίζεις τον βυθό με κατεύθυνση τον ήλιο, πάνω από το γκρι, πάνω από τα λευκά συννεφένια στολίδια είναι σαν έφηβη λύπη που ωριμάζει για να αποδεχθεί την ενηλικίωσή της. Θα μεγαλώσει και θα χωνέψει. Θα συμφιλιωθεί. Μέχρι να βγει από τον εαυτό της. Να πετάξει σαν αυτό το λευκό πουλί που τώρα σχίζει τους ουρανούς. ολομόναχο, άφοβο κι ελεύθερο, για να βαφτιστεί κατόπιν στα νερά της έφηβης αέναης χαράς και χάρης.
Παρίσι. Επτά η ώρα πορτοκαλόχρωα. Η εικόνα του σαν το άρωμα που δοκίμασα στα αφορολόγητα, Kenzo amour. Πλούσιο σε λεπτά και ποικίλα συναισθήματα. Άλλο ένα κύμα σύννεφα σαν καλοχτενισμένα κεφάλια γιαγιάδων που κάνουν διαδήλωση. Πού βρέθηκαν τόσες γιαγιάδες σε διαδήλωση ουράνια; Τι αιτήματα έχουν;
Κι όμως αυτός δεν μπορεί παρά να είναι ο αγαπημένος μου Σικουάνας. Πριν από οχτώ χρόνια κάτω από μια του γέφυρα έμεινα να κοιτώ έναν γλύπτη που καθισμένος κατάχαμα σκάλιζε μικρά αγαλματίδια. Φορούσε ένα άσπρο δίχτυ αντί για παντελόνι και μια μακριά φαρδιά πουκαμίσα. Τα μαλλιά του κατέβαιναν κάτω από τη μέση και το πρόσωπό του είχε χαρακτηριστικά ινδιάνικα. Ο ήχος του σκαρπέλου του με οδήγησε κοντά του. Δέκα λεπτά ο γλύπτης σκάλιζε, αντί στο μάρμαρο, στον αέρα βλέμμα.
Καθώς προσγειωνόμαστε ανάβουν σιγά σιγά τα φώτα της πόλης. Δαχτυλίδια, βραχιόλια, περιδέραια πολύτιμα στολίζουν αχόρταγα την ωραιότερη καλλονή του κόσμου.

Thursday, October 18, 2007

Ο ζωγράφος, χαράκτης Γιώργος Ιωάννου για τον Γιαννούλη Χαλεπά


ΓΙΩΡΓΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ
Ζωγράφος, χαράκτης

"Γιαννούλης Χαλεπάς:
Ο μεγάλος γλύπτης που ένοιωσε τραγικά μόνος"


Ἀπό τό Μελετήματα γιὰ τὸν Χαλεπᾶ καὶ τὴν ἐποχή του,
ἐπιμ. Στρατῆ Φιλιππότη, ἐκδ. ΕΡΙΝΝΗ, Αθήνα 1999.

Ὅταν συναντοῦμε τὸν Γιαννούλη Χαλεπᾶ στὰ τελευταῖα χρόνια τῆς ζωῆς του, αἰσθανόμαστε ἕνα κατανυκτικὸ δέος. Ἡ μεγάλη γλυπτικὴ παρουσία τοῦ τόπου μας εἶναι μιὰ μορφὴ ἀσκητική, χωμένη μέσα στὰ πυκνὰ πάλλευκα γένια, ποὺ προσπαθεῖ νὰ κρατηθῇ ἀθέατη ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους καὶ αὐτὸ ἴσως νὰ ἀποτελῇ πρᾶξι ἠθελημένη, γιατί πολὺ πίκρα εἶχε δεχθῇ τὸ γεροντάκι αὐτὸ τῶν ὀγδόντα ἑπτὰ χρόνων. Ἐκεῖ ποὺ ἡ μορφὴ διακρίνεται, φαίνεται ραγισμένη ἀπὸ ἄγριες χαρακιές, ποὺ βαθαίνουν ἢ ἀνυψώνουν τὴν ἀνώμαλη ἐπιφάνεια. Μὰ θὰ μποροῦσε ἡ μορφὴ αὐτή, ποὺ ἀνασαίνει, νὰ ἦταν ἔτσι ὅμοια πλασμένη, ἀπὸ κομμάτια πηλό, τὸ ὑλικό, ποὺ ἀγάπησε καὶ δούλεψε στὰ δάχτυλά του, κατάρα καὶ ἀποθέωσις μιᾶς μαρτυρικῆς ζωῆς. Καὶ τὸ βλέμμα εἶναι ἀόριστο, σὰν νὰ βγαίνῃ πολὺ «ἐκ βαθέων». Ἡ μορφὴ καὶ τὸ βλέμμα ἔχουν ἀφετηρία καὶ κατάληξι ἐσωτερική.

Ὁ Χαλεπᾶς γεννήθηκε τὸ 1851 στὸν Πύργο τῆς Τήνου. Ἀφοῦ τελείωσε τὸ Δημοτικὸ Σχολεῖο καὶ τὴν πρώτη τάξη τοῦ Σχολαρχείου, μπῆκε τὸ 1869 στὸ Τμῆμα Γλυπτικῆς τοῦ Πολυτεχνείου. Εἶχε δάσκαλο τὸν Λεων. Δρόση. Ἀπεφοίτησε τὸ 1872 μὲ ἀρίστη ἐπίδοση καὶ τὸ 1873 ἔφυγε γιὰ τὸ Μόναχο μὲ ὑποτροφία τῆς Εὐαγγελίστριας Τήνου. Ἐκεῖ ἐφοίτησε στὴν Ἀκαδημία Εἰκαστικῶν Τεχνῶν μὲ δάσκαλο τὸν Βίντμαν, μέχρι τὸ 1876, ἀποσπάσας ἐπαίνους καὶ βραβεῖα. Τὸ 1878 ἔφτιαξε στὴν Ἀθήνα τὴν «Κοιμωμένη» καὶ τὸν ἴδιο χρόνο, ἐνῶ δούλευε τὴν «Μήδεια» σὲ φυσικὸ μέγεθος, ἔχασε τὴν πνευματικὴ ἰσορροπία. Στὶς 11.7.1888 μπῆκε στὸ Ψυχιατρεῖο Κερκύρας ὡς πάσχων «ἐξ' ἀνοίας» καὶ ἀπὸ τὸ ὁποῖον βγῆκε στὶς 6.6.1902. Ἐγκαταστάθηκε στὴν Τῆνο. Τὸ 1916 μόλις πέθανε ἡ μητέρα του ἄρχισε πάλι νὰ δουλεύει. Τὸ 1930 ἦλθε στὴν Ἀθήνα, στὸ σπίτι τῆς ἀνεψιᾶς τοῦ Εἰρήνης Β. Χαλεπᾶ. Πέθανε στὶς 15.9.1938.

*

Ἡ ζωὴ τοῦ Χαλεπᾶ ὑπῆρξε πικρή, ὅσο ποὺ τὸ ἔργον του ὑπῆρξε μεγάλο. Ἀντιμέτωπη στὴν πνευματική του ἐσωτερικότητα στάθηκε πάντοτε ἐχθρικὴ καὶ βάναυση ἡ κοινωνικὴ παρουσία. Προσπάθησε νὰ σταθεῖ δυνατός, ἴσως ἀδιάφορος, ἀφοσιωμένος στὸ λυτρωτικὸ πάθος τῆς γλυπτικῆς δημιουργίας, μὰ κάποτε λύγισαν τὰ εὐπαθῆ ὄργανα τῆς ψυχικῆς ἰσορροπίας, τῶν ὁποίων ἡ ἁρμονικὴ λειτουργία δὲν ἐξαρτᾶται οὔτε ἀπὸ τὴν ἀγαθή μας πρόθεση, οὔτε ἀντέχουν σὲ ἀπεριόριστης ἐντάσεως ἐσωτερικὲς ἀνατάσεις.

Ὁ πατέρας τοῦ Γιαννούλη Χαλεπᾶ τὸν προόριζε γιὰ ὑπαλληλᾶκο, ἐκεῖνος ὅμως ἀντέδρασε, ἤθελε νὰ γίνει καλλιτέχνης. Ἦταν ἡ πρώτη ρήξη μὲ τὸν κοινωνικό του περίγυρο. Στὸ Μόναχο διακόπτουν τὴν ὑποτροφία του γιὰ χάρη ἄλλου. Ἀποκτᾶ ἔτσι μιὰ δεύτερη ἐμπειρία τῆς κοινωνικῆς συμπεριφορᾶς. Δὲν ἔχει σημασία ἡ καταπληκτικὴ πρόοδος τῶν σπουδῶν του, οὔτε ἡ ἀξία τῆς προσωπικότητάς του, ἀλλὰ τὰ μέσα τὰ ὁποῖα διέθετε καὶ τὰ ὁποῖα διέθετε ἄλλος, ἐκεῖνα ποὺ ἀνοίγουν εὔκολους δρόμους στὴν ζωὴ καὶ τὴν Τέχνη. Τότε παρουσιάστηκαν τὰ πρῶτα συμπτώματα μελαγχολίας καὶ ἐσωτερικῆς ἀπομόνωσης. Ὅταν ἐπέστρεψε ἀπὸ τὸ Μόναχο πῆγε στὴν Τῆνο. Ἐκεῖ γνώρισε τὴν δεκαοχτάχρονη Μαριγὼ Χριστοδούλου. Μαζί της δημιούργησε ἕνα ἁγνὸ καὶ τρυφερὸ σύνδεσμο, ἀλλὰ ἀκολούθησε ἕνα ἄτυχο τέλος. Ἔτσι ἀπόκτησε μιὰ τρίτη ἐμπειρία, ποὺ προστέθηκε στὶς προηγούμενες γιὰ νὰ ὀξύνει περισσότερο τὸ προσωπικό του δρᾶμα. Ὅταν τοποθετήθηκε στὸ Α' Νεκροταφεῖο ἡ «Κοιμωμένη» καὶ ἔγινε φασαρία μεγάλη γύρω ἀπὸ τὸ ὄνομά του, ὁ δάσκαλός τοῦ Λ. Δρόσης εἶπε: «δὲν εἶναι καὶ τόσο σπουδαῖο γλυπτό»! Αὐτὴ τὴν φορὰ γνώρισε ὅτι τὴν ἐπιτυχία τὴν ἀκολουθεῖ ὁ φθόνος καὶ ἡ πολεμικὴ τῶν ταπεινῶν ἀνθρώπων, ἔστω καὶ ἂν ἀνάμεσα σ' αὐτοὺς βρίσκονται καὶ οἱ δάσκαλοι. Ἔτσι, αἰσθάνθηκε ὁλότελα ξεκομμένος ἀπὸ τὸ κοινωνικὸ σύνολο. Δὲν ἦταν μόνον ἡ ἐχθρικὴ συμπεριφορὰ ποὺ ἀντιμετώπιζε σὲ κάθε του βῆμα, ἀλλὰ καὶ τὸ γεγονός, ὅτι ἡ πνευματική του σκέψη μὲ τὶς ἀνησυχίες καὶ τὰ ἐνδιαφέροντα, συναντοῦσε στὴν κοινωνικὴ συναναστροφὴ ἕνα ἄγονο καὶ ἀδιάφορο περιβάλλον. Ἦταν ἀδύνατος ὁ διάλογος ἀνάμεσα στὸν καλλιτέχνη καὶ τὸ περιβάλλον του, ἡ σκέψη του προηγεῖτο, τῶν ἄλλων ἀκολουθοῦσε. Καὶ τὰ σημάδια τῆς ἀπομακρύνσεώς του ἐγένοντο πλέον ἐμφανῆ. Ὁ συγχωριανός του βουλευτὴς Μαυρομαρᾶς τοῦ λέει: «Εἶσαι ἁπλός, εὐθὺς καὶ εἰλικρινὴς καὶ ἐκεῖνο ποὺ παρατηρῶ σὲ σένα εἶναι ὅτι δὲν ἐννοεῖς ἢ δὲν θέλεις νὰ ὑπολογίσης τοὺς τύπους, τοὺς κατὰ συνθήκην ἔστω τύπους, ὅπως τοὺς ἔχει διαμορφώσει, τοὺς παραδέχεται καὶ ὑποτάσσεται θεληματικὰ ὅλη ἡ ὑπόλοιπη κοινωνία. Ἐννοεῖς νὰ εἶσαι πάντα ἐλεύθερο πουλί. Ἐνῶ ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος θέλγεις καὶ εὐχαριστεῖς τοὺς συντρόφους σου, ὅποιον καὶ ἂν συναναστραφεῖς καὶ ποὺ θαυμάζει μαγεμένος τὸ ἔξοχο πνεῦμα σου καὶ χαίρεται μὲ τὴν λεπτότητα τῆς συμπεριφορᾶς σου, ὕστερα, μὲ μιὰ βίαιη, μπορεῖ νὰ πεῖ κανείς, μὰ ὡστόσο αὐθόρμητη στὴν εἰλικρίνειά της ψυχρότητα, ἀπομακρύνεσαι ἀπ' αὐτοὺς κάνοντάς τοὺς ν' ἀποροῦν».

Οἱ πρῶτες ἐκδηλώσεις τῆς ἀρρώστειας του φάνηκαν τὸ 1878. Ἦταν πλημμυρισμένος ἀπογοήτευση, αἰσθανόταν μόνος, ἡ μελαγχολία τὸν βασάνιζε ὀδυνηρά, ἄρχισε ἀπὸ ἀντίδραση, νὰ ἐκδηλώνεται βίαια. Ἔφτιαχνε σατύρους,τοὺς γρατζούνιζε,τοὺς ἔσπαζε, τοὺς πετοῦσε πηλὸ γιὰ νὰ χαλάσει τὸ γέλιο, νόμιζε πὼς τὸν ἐχλεύαζαν. Βρισκόταν σὲ τρομερὴ ἔνταση τῶν πνευματικῶν του δυνάμεων, δούλευε εἴκοσι ὧρες τὸ ἡμερονύχτιο, ἡ ὑπερκόπωση τὸν ἐξασθένισε. Δούλευε τὴν «Μήδεια», ὅταν τὸ μυαλό του θόλωσε. Τὸ πνεῦμα ὑπέκυψε ἐμπρὸς στὴν ἀδυναμία περισσότερης ἀντοχῆς τῶν ζωτικῶν ὀργάνων τοῦ σώματος ποὺ καθορίζουν τὴν ἰσορροπία.

Ἡ κρίση ἐκδηλώθηκε στὰ Ἀλάτσατα τῆς Μ. Ἀσίας ποὺ βρισκόταν μὲ τὸν ἀδελφό του. Ἄρχισε μὲ ἀπόπειρες αὐτοκτονίας. Τὸν Σεπτέμβρη 1879 ὁ ἀδελφός του τὸν πῆγε στὴν Ἰταλία, μήπως καλλιτερεύσει. Στὸ Μουσεῖο τοῦ Βατικανοῦ, στάθηκε ἐμπρὸς σὲ ἕνα κορμὸ τῆς Ἑλληνιστικῆς περιόδου καὶ εἶπε στὸν ἀδελφό του: «Ὅταν Ὁ Μιχαὴλ Ἄγγελος, ὁ καλλιτέχνης, εἰς τὸ γῆρας του ἔχασε τὸ φῶς του, ἡ μόνη ἀπόλαυσίς του ἦτο νὰ ἔρχεται καθημερινῶς νὰ ψαύη τὸ ἄγαλμα αὐτὸ μὲ τὰς χεῖρας του». Ὅταν γύρισαν στὴν Τῆνο, τὸ θολωμένο μυαλὸ ἄρχισε πάλι νὰ σωπαίνει. Γύριζε στὴν ἐξοχὴ ὁλομόναχος, τὸν ἔχαναν καὶ ἔστελναν ἀνθρώπους στὶς ἐρημιὲς νὰ τὸν βροῦν. Ἴσως ἐκεῖ, μόνος, κατάμονος, μακρυὰ ἀπὸ τὴν ἀρνητικὴ κοινωνικὴ παρουσία, νὰ εὕρισκε τὴν γαλήνη, γι' αὐτὸ ἀντιστεκόταν στὴν ἐπιστροφή. Ἔφτιαχνε σχέδια, μὰ τὰ χαλοῦσε. Ὅταν ἡ κατάσταση χειροτέρεψε, παρὰ τὶς ἐπίμονες ἀντιρρήσεις τῆς μητέρας του, τὸν ἔκλεισαν στὸ Ψυχιατρεῖο τῆς Κερκύρας. Ὁ πατέρας του πέθανε τὸ 1901. Τὸν ἑπόμενο χρόνο πῆγε ἡ μητέρα του στὴν Κέρκυρα καὶ τὸν πῆρε κοντά της στὴν Τῆνο.

Ὅταν ὁ Χαλεπᾶς ἐγκαταστάθηκε στὴν Τῆνο, ἄρχισε γι' αὐτὸν ἕνα καινούργιο δρᾶμα. Ἡ μητέρα του δὲν τὸν ἄφηνε νὰ δουλέψει, γιατί νόμιζε πὼς ἡ Τέχνη ἦταν ἡ αἰτία ποὺ θόλωσε τὸ μυαλό του. Φοβόταν μήπως τὸ παιδί της ξαναπάθει. Ἀληθινά, ὑπῆρξε μιὰ τραγικὴ μητέρα, ποὺ παραξηγήθηκε ἄδικα ἀπὸ πολλούς. Ἡ δημιουργικὴ ὅμως ἀνάγκη τοῦ Γιαννούλη ἦταν ἀκατανίκητη. Τὴν τάση γιὰ δημιουργία στὸν καλλιτέχνη τὴν καθορίζουν δυνάμεις ἐσωτερικές, ἔστω καὶ ἂν ἐξαρτᾶται πολλὲς φορὲς τὸ ἀποτέλεσμα ἀπὸ τὶς ἀντικειμενικὲς συνθῆκες. Καμμιὰ ὑποταγὴ δὲν μπορεῖ νὰ δεχθεῖ τὸ ἐσωτερικὸ πάθος γιὰ ἔκφραση, ὅταν ἀνθίζει. Καὶ τὸ προσωπικὸ δρᾶμα τοῦ Χαλεπᾶ παίρνει τὶς διαστάσεις ἀρχαίας τραγωδίας. Μαζεύει πέτρες, τὶς βάζει σωρὸ καὶ δημιουργεῖ ἄμορφους πλαστικοὺς ὄγκους. Ζητάει πηλό, θέλει νὰ πλάσῃ στὰ χέρια του τὸ χῶμα καὶ νὰ τοῦ δώσει μορφή. Ἡ μητέρα του ἀρνεῖται. Ἐκεῖνος παίρνει τὰ βουνὰ συντριμμένος. Τὸν ἔχαναν μιὰ-δυὸ μέρες, ἔστελναν ἀνθρώπους νὰ τὸν βροῦν. Ὁ Γιαννούλης, ὁ τραγικὸς δημιουργός, ἔψαχνε νὰ βρεῖ πηλό! Γύριζε στὶς ἐρημιές, διάλεγε τὸ χῶμα, γρατσούνιζε τὴ γῆ, νὰ βρεῖ τὸ ὑλικὸ ποὺ θ' ἀνάσταινε σ' αὐτὸ τὴν ἐσωτερική του ἀγωνία. Κάποτε, ψάχνοντας, ἔφτασε πολὺ μακρυά, στὰ νταμάρια, ἐκεῖ βρῆκε πηλό. Τότε ἄρχισε νὰ κουβαλάη τὸ χῶμα στὸ σπίτι, γεμίζοντας κάθε φορὰ τὶς τσέπες του. Τὰ πόδια του γδάρθηκαν, μάτωσαν ἀπὸ τὶς σκληρὲς ὁδοιπορίες. Ὅταν ὅμως ἡ μητέρα του εἶδε τὸν πηλό, ἀγρίεψε, τὶς πέτρες δὲν τὶς φοβόταν. Τοὔπαιρνε τὸν πηλὸ καὶ τὸν πετοῦσε. Ἐκεῖνος ἀντέδρασε, ἀλλὰ μάταια. Τὰ σκοτεινὰ διαλείμματα τοῦ μυαλοῦ του τὰ καθώριζε τώρα χωρὶς νὰ τὸ καταλαβαίνει, ἡ τραγικὴ μητέρα. Τότε Ὁ Γιαννούλης ἀνακάλυψε τὶς φυλλάδες μὲ τὶς λογιστικὲς καταχωρήσεις τῆς ἐπιχειρήσεως τοῦ πατέρα του. Στὶς σελίδες ἐκεῖνες, κρυφὰ ἀπὸ τὴν μητέρα του, σχεδίαζε τὰ ἐσωτερικὰ του ὁράματα. Τὰ σχέδια αὐτὰ εἶναι ἀνεκτίμητης ἀξίας. Μὲ τὴν ἀπασχόληση αὐτὴ εὕρισκε διέξοδο τὸ δημιουργικὸ πάθος, σημείωνε τὶς μορφὲς ποὺ εἶχαν γεννηθεῖ μέσα του, ἦταν ἡ λύτρωση ἀπὸ τὸν κοινωνικὸ καταναγκασμό, τέλος ἦταν αὐτὸ ποὺ λέει ὁ Ρομαὶν Ρολλάν: «Νὰ δημιουργεῖς, εἶναι νὰ σκοτώνεις τὸν θάνατο».

Ἔτσι ἡ ζωή του στὴν Τῆνο κυλοῦσε ἀνάμεσα στὰ κρυφὰ σχεδιάσματα καὶ τὴν συντροφιὰ λίγων προβάτων ποὺ εἶχαν στὸ σπίτι του. Τὰ ἀγαποῦσε πολὺ κ' ἐκεῖνα τὸν ἀκολούθαγαν πιστά. Στὰ ταπεινὰ ζῶα εὕρισκε μιὰ εἰλικρινῆ συμπεριφορὰ ποὺ δὲν συναντοῦσε στοὺς ἀνθρώπους. Ὅταν ἡ μητέρα του πουλοῦσε κανένα πρόβατο, τοῦ ἔλεγε πὼς χάθηκε, γιατί ἐκεῖνος δὲν θὰ δεχόταν ποτέ! Τότε ὁ πονεμένος ἄνθρωπος ἔτρεχε σ' ὅλες τὶς βοσκές, κλαίγοντας, φωνάζοντας καὶ ἀναζητῶντας τὸν καλό του σύντροφο.

Ἡ μητέρα τοῦ πέθανε τὸ 1916. Τὴν ἴδια μέρα τοῦ θανάτου, ἐνῶ στὸ ἐπάνω πάτωμα τοῦ σπιτιοῦ θρηνοῦσαν τὴν νεκρή, ὁ Γιαννούλης ἦταν χωμένος στὸ ὑπόγειο, σκούπιζε καὶ φρόντιζε τὸν χῶρο γιὰ νὰ τὸν φτιάξη ἐργαστῆρι. Στὰ ἐγγόνια τῆς νεκρῆς ποὺ ἔκλαιγαν, εἶπε: «Μὴ κλαῖτε πιά, ἐγὼ τώρα θὰ κάνω τέχνη». Ὅταν τακτοποίησε τὸ ὑπόγειο, μάζεψε τὸν πηλὸ ποὺ ἡ μητέρα του εἶχε πετάξει σὲ ἕνα χωράφι καὶ ἄρχισε τὴν δουλειά. Ὅλα τὰ ἔργα τῆς Τήνου εἶναι φτιαγμένα ἀπὸ ἄμμο καὶ κοκκινόχωμα, ὑλικὸ ποὺ μάζευε πάντοτε μόνος του.

Μὲ τὸν θάνατο τῆς μητέρας τοῦ Γιαννούλη Χαλεπᾶ, ἀρχίζει μιὰ καινούργια περίοδος στὴ δουλειά του, ἡ ὁποία διαρκεῖ ὡς τὸ 1930. Παράλληλα, ἐκδηλώνεται σκληρὴ ἡ κοινωνικὴ παρουσία, ἀπέναντι στὸν καλλιτέχνη ποὺ θεωροῦσαν παλαβό, τραυματίζοντάς τον καθημερινὰ μὲ τὴν χλεύη, τὴν εἰρωνεία καὶ τὴν τελεία ἐγκατάλειψη. Ἐκεῖνος μόνος, αἰσθανόμενος τέλεια ἀπομόνωση, χωρὶς τὴν φροντίδα τῆς μάννας ἢ ἄλλου συγγενοῦς, κλεινόταν στὸ σκοτεινὸ ὑπόγειο, δουλεύοντας τὸν πηλὸ ποὺ μάζευε μόνος του. Στὸ ἐπάνω πάτωμα ποὺ κοιμόταν, εἶχε γεμίσει τοὺς τοίχους μὲ ὁλόσωμες φιγοῦρες καὶ ἐπάνω τους οἱ ἀράχνες τῆς ἀφροντισιᾶς εἶχαν πλέξει πυκνὰ δίχτυα. Γιὰ φαγητό, πήγαινε πεζὸς στὸ χωριὸ Βεναρδάδο, στὸ σπίτι ἐξαδέλφης του. Οἱ χωρικοὶ ὅταν τὸν συναντοῦσαν στὸν δρόμο τὸν ἔστελναν σὲ θελήματα: «Μπάρμπα Γιαννούλη, πήγαινε νὰ μοῦ πάρεις πετρέλαιο», «μπάρμπα Γιαννούλη, πήγαινε νὰ μοῦ φέρεις νερό». Καὶ ὁ μάρτυρας πήγαινε. Περίσσευε μέσα του ἡ καλωσύνη καὶ στοὺς ἄλλους ἡ σκληράδα. Εἶχαν κλεισμένα τὰ πρόβατα, ἐκεῖνος ἀπὸ τρυφερότητα τοὺς ἄνοιγε τόπο νὰ περπατήσουν. Τὸν ἔβριζαν, τοῦ φώναζαν. Ἐκεῖνος ἀποροῦσε μὲ ὅλη τὴν φρεσκάδα τῆς καρδιᾶς του: «Ἔβγαλα τὰ πρόβατα, μὰ δὲν ἔκανα κανένα κακό». Ἡ περίοδος ἀπὸ τὸν θάνατο τῆς μητέρας του ὥς τὸν ἐρχομό του στὴν Ἀθήνα ὑπῆρξε ἡ πιὸ σκληρή τῆς ζωῆς του. Καὶ μέσα στὴν βρισιὰ τῶν «λογικῶν ἀνθρώπων», σὲ μιὰν ἄκρη τοῦ σκοτεινοῦ ὑπογείου, μόνος, «ἐνώπιος ἐνωπίῳ», ἔπλαθε τὸν πηλό, γιὰ νὰ τὸν κάνει στὸ τέλος κομμάτια καὶ ἐλάχιστες φορὲς νὰ τὸν ἀφίσει νὰ ζήση. Δὲν ἦταν μόνο ὁ ἐκφραστικὸς προβληματισμὸς ποὺ προκαλοῦσε τὴν καταστροφή, ἀλλὰ καὶ ἡ ἔλλειψη ὑλικοῦ. Κατέστρεφε τὰ ἔργα καὶ μὲ τὸ ὑλικὸ ἔφτιαχνε καινούργια. Γιὰ νὰ ἀκολουθήσει πάλι ἡ καταστροφή. «Δὲν εἶμαι ἐδῶ» φώναζε, ὅταν χτυποῦσαν τὴν πόρτα τοῦ ὑπογείου ποὺ δούλευε, πρόκληση στὴν «καλὴ συμπεριφορὰ» καὶ τὰ «χρηστὰ ἤθη» τῶν ἀνθρώπων ποὺ τὸν δυνάστευαν. Μὰ καὶ πιστεύω ἑνὸς πνευματικοῦ ἀνθρώπου ποὺ ἀληθινὰ βρισκόταν πολὺ μακρυὰ ἀπὸ τὴν μικρότητα καὶ τὸν κοινωνικὸ ἐξευτελισμό. Καὶ «ἐκεῖνο ποὺ οἱ ἄνθρωποι συγχωροῦν λιγώτερο, εἶναι ὅταν μπορεῖς νὰ κάνεις δίχως αὐτούς», λέει ὁ Ρομαὶν Ρολλάν.

Τότε ὁ Χαλεπᾶς ζητάει ἀπεγνωσμένα νὰ φύγει ἀπὸ τὸ σκληρὸ κοινωνικὸ περιβάλλον ποὺ τὸν συνέθλιβε καὶ νὰ ἔλθει στὴν Ἀθήνα. «Ἀγαπημένε μου Βασιλάκη, θέλω νὰ ἔλθω εἰς τὴν Ἀθήνα νὰ ξεκουραστῶ λιγάκι, διότι ἐδῶ κουράζομαι πολύ», γράφει στὸν ἀνεψιό του, σύζυγο τῆς ἐπίσης ἀνεψιᾶς του Εἰρήνης. Ἡ Εἰρήνη πῆγε στὴν Τῆνο καὶ τὸν βρῆκε σὲ κακὰ χάλια. Ροῦχα δὲν εἶχε, τὰ πόδια του ἦταν πληγὲς ἀπὸ τὶς περιπλανήσεις στὰ βουνὰ γιὰ νὰ βρεῖ πηλό. Μετροῦσε τὶς μέρες, πότε θὰ φύγουν. «Ἔχει φουρτούνα», τοὔλεγε ἡ Εἰρήνη, νὰ καθυστερήσει λίγο τὴν ἀναχώρηση καὶ νὰ διαπιστώσει τὴν κατάστασή του, ἀφοῦ τὸν εἶχαν γιὰ τρελλό. «Εἶναι τῆς λαγκαδιᾶς ὁ ἀέρας, δὲν ἔχει φουρτούνα», τῆς ἀπαντοῦσε ἐκεῖνος. Τακτοποίησε τὰ ἔργα του σὲ ράφια γιὰ νὰ μὴ χαλάσουν, καμμιὰ τριανταριὰ ἔργα μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ἕνας ὁλόγλυφος «Εὐαγγελισμός», καὶ ἔχτισε τὰ παράθυρα. Μαζί του πῆρε μόνο ἐννιὰ κομμάτια ἀπὸ ἄψητο πηλό. Ὅταν ἔφυγε, τὰ ἔργα χάθηκαν, κανεὶς δὲν ξέρει ποιοὶ τὰ πῆραν. Τὸν Σεπτέμβρη 1930 ἦλθε στὴν Ἀθήνα, στὸ σπίτι τῆς Εἰρήνης στὴν ὁδὸ Δαφνομήλη 21 καὶ μετὰ ἔφτιαξε ἐργαστῆρι στὸ καινούργιο της σπίτι, Δαφνομήλη 35, ὅπου καὶ πέθανε.

Σὲ 5-6 μέρες ἀπὸ τὸν ἐρχομό του στὴν Ἀθήνα, ζήτησε πηλό. Ἡ ἀνεψιὰ του τοῦ ἔφερε λίγο πηλό, γιατί φοβόταν, ὅ,τι εἶχε φοβηθεῖ ἡ μητέρα του. Ἔφτιαξε μ' αὐτὸν ἕνα μικρὸ Οἰδίποδα. Τότε τοῦ ἀνέθεσαν νὰ φτιάξει τὸ μνημεῖο Πολίτη καὶ γιὰ τὸν σκοπὸ αὐτὸν τοῦ κουβάλησαν ἕνα αὐτοκίνητο πηλό. Ἀμέσως μεγάλωσε τὸν Οἰδίποδα καὶ ταυτόχρονα ἄρχισε τὸν «Ἄγγελο» τῆς Πολίτου, ἕνα ἀνάγλυφο τῆς Τούμπα καὶ τὴν «Ἀναπαυομένη». Ἕνα σημείωμα τοῦ Χαλεπᾶ λέει: «Ἐρωτηθεὶς σήμερον τῇ 20 Ὀκτωβρίου ἀπὸ τὴν ἀγαπημένην ἀνεψιὰν Εἰρήνην Β. Χαλεπᾶ, διατὶ ἐπροτίμησα νὰ κάμω πρῶτον τὸν Οἰδίποδα, τῆς ἀπήντησα ὅτι ὁ Οἰδίπους εἶμαι ἐγὼ καὶ ἐκείνη ἡ Ἀντιγόνη ποὺ μὲ ἔφερε εἰς τὰς Ἀθήνας. Γιαν. Χαλεπᾶς 1930». Στὴν Εἰρήνη Β. Χαλεπᾶ ὁ τραγικὸς γλύπτης χάρισε τὸ ἠθικὸ μεγαλεῖο τῆς Ἀντιγόνης, ἐμεῖς ὅμως τῆς χρωστᾶμε τὸν ἴδιο τὸν Χαλεπᾶ. Μάζεψε μὲ φροντίδα ὅσες λογιστικὲς φυλλάδες δὲν εἶχαν γίνει προσανάμματα καὶ ἔτσι γνωρίζουμε σήμερα τὶς ἑκατοντάδες σχέδια ποὺ ἀντιπροσωπεύουν τὴν ταραγμένη καὶ ἤρεμη ἔκφραση τῆς σκέψης του. Παρὰ τὶς ἀντιδράσεις ὅλων (ποῦ θὰ φέρεις τὸν τρελλό;), τὸν πῆρε στοργικά, τοῦ γιάτρεψε τὰ πονεμένα πόδια, τὸν ἔντυσε, τὸν φρόντισε καὶ ἔτσι γνώρισε στὰ τελευταῖα χρόνια τῆς ζωῆς του ὅτι ὑπάρχει καὶ ἀγάπη ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους. Καὶ ὑπῆρξαν τὰ χρόνια αὐτὰ τὰ πιὸ γόνιμα σὲ καλλιτεχνικὴ δημιουργία.

Τὰ ἀγαπημένα θέματα, ποὺ ἐπαναλαμβάνει ὡς τὰ βαθιὰ γηρατειά, ἦταν ἡ «Μήδεια», «ὁ Σάτυρος καὶ ὁ Ἔρως», «Τὸ παραμύθι τῆς Πεντάμορφης». Στὴ δουλειά του δὲν χρησιμοποιοῦσε ἐργαλεῖο, δούλευε μὲ τὸ δάχτυλο. Ἦταν ἕνας τρυφερὸς ἄνθρωπος, ἡ δραματικὴ ζωή του δὲν τὸν εἶχε σκληρύνει. Εἶχε μιὰ τράπουλα καὶ μ' αὐτὴν στόλιζε τὸ κεφάλι τοῦ «Σατύρου» καὶ ἦταν αὐτὸ ἄραγε παιγνίδι γεμάτο ἀθωότητα ἢ ἕνα ὅραμα πνευματικό; Τὴν νύχτα, ὅταν φυσοῦσε ἀέρας δυνατός, σηκωνόταν ἀπ' τὸ κρεββάτι καὶ ἔμπαζε μέσα τὸ κλουβὶ μὲ τὴν καρδερίνα... «Κρυώνουν τὰ πουλιά», ἔλεγε, αὐτός, ποὺ εἶχε γνωρίσει πόσο κρυώνουν, φριχτά, οἱ ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων. Ὅταν ἔφτιαξε τὴν «Βιοπάλη», τὸν ρώτησε ἡ ἀνεψιὰ του γιατί ἔβαλε τὸν ἄντρα καθιστὸ καὶ τὴν γυναῖκα ὄρθια ν' ἀκουμπᾶ στὸν ὦμο του. «Ποῦ ξέρεις ἐσὺ ἀπὸ πόνο; τῆς ἀπάντησε. Ὁ πόνος εἶναι ἄντρας». Στὸ σπίτι τῆς ἀνεψιᾶς του ὁ πονεμένος ἄνθρωπος βρῆκε τὴν σιγουριὰ καὶ ἔτσι μπόρεσε νὰ δουλέψει τὰ πιὸ ὥριμα ἔργα του. Ἴσως «ἡ δύναμη τῶν γερόντων» ποὺ λέει ὁ Γκαῖτε. Καὶ ἴσως, τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐμπειρίας μιᾶς δραματικῆς ζωῆς νὰ ὑπῆρξε ἡ αἰτία μιᾶς ἀντίστοιχης μεγαλειώδους ἐκφράσεως. Στὸ Κοὺρσκ τῆς Ρωσίας τ' ἀηδόνια κελαηδοῦν θαυμάσια, μόνον ὅταν τὰ τυφλώσουν.

Ἦταν πραγματικὰ τρέλλα ἡ πνευματικὴ ταραχὴ τοῦ Χαλεπᾶ, πού, ἂν ἦταν τέτοια ἀναμφισβήτητα, προκλήθηκε ἀπὸ τὴν ἐπίμονη βαρβαρότητα τοῦ κοινωνικοῦ περιβάλλοντος, ἢ μήπως ἦταν μιὰ κρίση ἐσωτερικὴ ποὺ προκλήθηκε ἀπὸ μιὰ ἀγωνιώδη ἐκφραστικὴ ἀνησυχία; Τὸ ταραγμένο μυαλὸ εἶναι πάντοτε ἐκδήλωση τρέλλας μὲ τὴν ἔννοια ποὺ τῆς ἀποδίδει ἡ λεπτολόγα ψυχιατρικὴ διάγνωση ἢ εἶναι τὸ λογικὸ μιᾶς ἀνήσυχης καὶ δονούμενης ἀπὸ δημιουργικὴ ἀνάγκη ἐσωτερικότητας; Μὰ καὶ τί εἶναι τρέλλα σὲ ἕνα πνευματικὸ ἄνθρωπο; Μήπως εἶναι μιὰ καινούργια πνευματικὴ πραγματικότητα ποὺ μὲ τὴν ταραχὴ ἐκδηλώνει τὴν ἀγωνία τῆς προσαρμογῆς; Ὅταν ὁ καλλιτέχνης προβληματίζεται, ἐρευνᾶ καὶ δημιουργεῖ, τότε, σὲ ποιὲς βαθμίδες τῆς πνευματικῆς του σκέψης ἀνεβαίνει καὶ τί ἐκφράζει; Ἡ παραμονὴ στοὺς χώρους αὐτοὺς δὲν θὰ προκαλέσει μιὰ δυσαρμονία στὶς σχέσεις του μὲ τὴν ἀντικειμενικὴ πραγματικότητα, ἡ ὁποία βρίσκεται στὰ μέτρα μιᾶς ὡρισμένης «λογικῆς»; Ἂν παραδεχτοῦμε πὼς ἡ ἀνθρώπινη ζωὴ μπορεῖ νὰ κυβερνηθεῖ ἀπὸ τὸ λογικό, τότε καταστρέφεται ἡ δυνατότητα τῆς ζωῆς»,γράφει ὁ Λ. Τολστόι. Καὶ κάθε τί, ποὺ ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὴν «λογικὴ» τῆς ἀντικειμενικῆς πραγματικότητας, θὰ πρέπει κατὰ συνέπεια νὰ στερεῖται καὶ τοῦ «λογικοῦ» χαρακτῆρα. Μὰ τότε ὁ δημιουργὸς καλλιτέχνης πόση ἀπόσταση πρέπει νὰ ἔχει ἀπὸ τὰ συνηθισμένα, τὰ καθιερωμένα μέτρα μιᾶς κοινῆς «λογικῆς»;

Στὴν περίπτωση ὅμως τοῦ Χαλεπά, συναντοῦμε καὶ ὡρισμένες «σχιζοφρενικές» ἐκδηλώσεις, θὰ ποῦν: ἀπόπειρες αὐτοκτονίας, βίαιες ἀντιδράσεις, καταστροφὲς ἔργων. Ἡ ἀπόπειρα ὅμως αὐτοκτονίας μπορεῖ κάλλιστα νὰ ἐκδηλωθῆ σὰν ἐπιθυμία σὲ ὁποιονδήποτε, ἄνθρωπο, ἐφ' ὅσον κυριαρχήσει ἐπάνω του ἡ πρόθεση τῆς φυγῆς. Ἡ βίαιη ἀντίδραση προκαλεῖται ἀπὸ τὶς συνθῆκες τοῦ περιβάλλοντος, τὴν πρόκληση ἢ τὸν ἐξαναγκασμό. Καὶ ἡ καταστροφὴ τῶν ἔργων, εἶναι ἔνδειξη σχιζοφρενικῆς κρίσης ἢ μπορεῖ νὰ εἶναι ἀποτέλεσμα ἀγωνιώδους ἐκφραστικῆς προσπάθειας καὶ ἀνάγκη ἐξοικονομήσεως ὑλικοῦ γιὰ καινούργια δουλειά; Ἀπόδειξη ὅτι ἡ δουλειὰ τοῦ Χαλεπᾶ ἀκολουθεῖ ἐξελικτικὴ πορεία, σὰν ἡ περίοδος τῆς κρίσης νὰ ὑπῆρξε περίοδος ἀνησυχίας μιᾶς προβληματιζομένης καλλιτεχνικῆς ἐσωτερικότητας. Ἀκόμη, τὰ «φωτεινὰ διαλείμματα» τοῦ Χαλεπὰ τὰ καθορίζει ἡ κοινωνικὴ παρουσία καὶ ὄχι ἡ λασκαρισμένη βίδα τοῦ μυαλοῦ. Στὴν Ἰταλία, εὐθὺς μετὰ τὴν ἐκδήλωση τῆς «ἀρρώστειας», βρισκόμενος σὲ πνευματικὸ περιβάλλον, θαυμάζει καὶ μιλάει γιὰ τὴν Τέχνη, σὰν τέλεια ἰσορροπημένος ἄνθρωπος. Καὶ ὅταν γυρίσει στὴν Τῆνο, ξαναρχίζει ἡ ρήξη. Ἐνῶ ὅλοι τὸν θεωροῦσαν τρελλό, ἐκεῖνος γέμιζε μὲ σχέδια τὶς φυλλάδες τοῦ πατέρα του, ὄργωνε τὴν Τῆνο γιὰ νὰ βρεῖ πηλὸ καὶ μόλις πέθανε ἡ μητέρα του ἄρχισε νὰ δουλεύει, ἀδιαφορώντας γιὰ τὴν συμπεριφορὰ τῶν ἄλλων.

Ὁ Χαλεπᾶς δὲν ὑπῆρξε τρελλός, μὲ τὴν ἔννοια ποὺ προσδίδουν στὸν ὅρο οἱ ψυχίατροι. Συνήθως χρησιμοποιοῦμε ἕνα μέσον ὅρο «λογικῆς», τὸν ὁποῖο μεταχειριζόμαστε σὰ μέτρο τῆς διανοητικῆς ἰσορροπίας τῶν ἀνθρώπων. Ὅποιος βρίσκεται πάνω ἀπ' αὐτόν, εἶναι ὁπωσδήποτε τρελλὸς καὶ ἀποτελεῖ τὸν πιὸ συνηθισμένο χαρακτηρισμὸ γιὰ κάθε ἀνήσυχο πνευματικὸ ἄνθρωπο. Μὰ τὶς περισσότερες φορὲς ἡ γνώση βρίσκεται στὴν λογική, ἀκριβῶς αὐτῶν τῶν τρελλῶν. Ὁ Χαλεπᾶς βασανίστηκε ἀπὸ μιὰ ἐσωτερικὴ ἔνταση, ποὺ ἦταν συνέπεια τῆς ἐκφραστικῆς του ἀγωνίας καὶ τῆς ρήξεώς του πρὸς τὴν κοινωνικὴ πραγματικότητα. Αὐτὸ ἦταν ὅλο.

Ὅταν ἡ τότε πεντάχρονη ἀνεψιὰ του Κατερίνα καὶ σημερινὴ γνωστὴ γλύπτρια Χαλεπᾶ-Κατσάτου, καθόταν στὰ γόνατά του καὶ χάιδευε τὰ πάλλευκα γένεια, τὸν παρακαλοῦσε: Παποῦ πές μου ἕνα παραμύθι». Καὶ ὁ μαρτυρικὸς γέροντας ἀπαντοῦσε: «Παραμύθι! Τί παραμύθι νὰ σοῦ πῶ; Νά, ἐγὼ ὁ ἴδιος, εἶμαι παραμύθι».

Ὁ Γιαννούλης Χαλεπᾶς εἶναι ἕνας μεγάλος Ἕλληνας γλύπτης καὶ ἡ ζωή του ὑπῆρξε ἕνα βαθὺ παράδειγμα πίστης στὴν ἰδέα τῆς ἐκφραστικῆς δημιουργίας. Σήμερα σκύβουμε εὐλαβικὰ ἐπάνω στὸ ἔργο του καὶ τὸν ἀπέραντο πόνο τῆς ζωῆς του, ποὺ ἀληθινὰ μοιάζει μὲ ἕνα τραγικὸ παραμύθι.

Το κείμενο αντιγράφηκε ως έχει από το site Εικαστικά που έχω και στα λινκς.
Η μουσική είναι από το εξαιρετικό και εξαντλημένο πια cd Προσμονή, του Κυριάκου Καλαϊτζίδη. Είναι το πρώτο κομμάτι και ονομάζεται: Είσοδος. Μια μουσική που γράφτηκε για την ανάγνωση της Αποκάλυψης του Ιωάννη που παρουσιάστηκε σε μορφή αναλογίου στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος.