Labels

Saturday, December 19, 2009

"Το Συμβάν" - κεφ.3ο (Προδημοσίευση του νέου μου μυθιστορήματος)






 3.

Ακουμπισμένος στον μαντρότοιχο που χώριζε τα σπίτια μας κι ενώ ξεκουραζόμουν μετά το πότισμα του περιβολιού, την άκουσα να τραγουδά. Μια φωνή λεπτή, δειλή και τόσο απαλή, μ’ έκανε να σηκωθώ αθόρυβα και να τρυπώσω το κεφάλι μου σ’ ένα μικρό άνοιγμα του τοίχου για να δω από πού ερχόταν αυτό το μαγευτικό κελάηδημα. Την είδα να μαζεύει χαμομήλια μ’ ένα φόρεμα λευκό σαν τα πέταλά τους και κίτρινη κορδέλα στα μαλλιά σαν την καρδιά τους. Μόλις τέλειωσε το τραγούδι, έτρεξα στο σπίτι, πήρα ένα βιβλίο απ’ αυτά που μου είχε χαρίσει ο παππούς με ποιήματα του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη και γύρισα πίσω. Κόλλησα την πλάτη μου στον τοίχο κι άρχισα να διαβάζω δυνατά ένα από τα αγαπημένα μου ποιήματα. Το τραγούδι της σταμάτησε πάνω που είχε ξαναρχίσει. Τώρα ήταν εκείνη που έστηνε αφτί για να μ’ ακούσει κι εγώ διάβαζα όσο πιο όμορφα μπορούσα γιατί ήμουν πολύ καλός στην απαγγελία και μου το έλεγαν όλοι οι δάσκαλοι στο σχολείο. Η καρδιά μου κόντευε να σπάσει από ντροπή κι άρχισε να χάνει τη σταθερότητά της η φωνή μου και να τρεμουλιάζει. Όταν τέλειωσα την ανάγνωση έπεσε σιωπή. Βγήκα από την πίσω αυλόπορτα και πλησίασα το σπίτι της. Κοντοστάθηκα στην είσοδο κι εκείνη έμεινε αποσβολωμένη να με κοιτά.

- Σε άκουσα που τραγουδούσες, της είπα.
- Εσύ ήσουν που διάβαζες Βαλαωρίτη; μου απάντησε.
-Ναι, εγώ. Πού κατάλαβες πως ήταν Βαλαωρίτης; τη ρώτησα.
- Είναι από τους αγαπημένους μου, είπε κι έσκυψε το κεφάλι.

Είχα μείνει παγωμένος σαν άγαλμα κάτω απ’ την αψιδωτή αυλόπορτα να κοιτώ ένα χαμομήλι μες στα χαμομήλια, το μεγαλύτερο και ομορφότερο απ’ όλα, ίδια Χιονάτη των παραμυθιών. 

- Μένεις εδώ δίπλα;, με ρώτησε.
- Ναι, αλλά δεν σ’ έχω ξαναδεί.
- Μένουμε στη Χώρα, εκεί είναι το σπίτι μας. Φέτος ο πατέρας μου αγόρασε το κτήμα και είναι η τρίτη φορά που ερχόμαστε τους τελευταίους δυο μήνες. Δεν ξέρω καθόλου τον Κάμπο.
- Θέλεις να πάμε μια βόλτα; Εγώ εδώ γεννήθηκα, τον Κάμπο τον γνωρίζω σπιθαμή προς σπιθαμή ή σωστότερα πέτρα προς πέτρα, είπα και χαμογέλασα.
- Πάμε, μου είπε κι αφού πρώτα έβαλε τα χαμομήλια που είχε μαζέψει σ’ ένα μικρό διάφανο βαζάκι στο τραπέζι της βεράντας ήρθε σε μένα τρέχοντας.

Κάναμε μια μεγάλη βόλτα. Μιλούσαμε σαν να ήμασταν από πάντα μαζί. Δεν ήθελε πολύ να γεννηθεί η αγάπη μας. Ήταν σαν να κατοικούσε μέσα μας, σ’ ένα δωμάτιο μυστικό και κλειδαμπαρωμένο και ήταν απλώς θέμα χρόνου να βρεθεί το κλειδί για να δούμε πως ήταν το πιο δικό μας, το πιο κοινό, το πιο φωτεινό δωμάτιο του κόσμου μας.

Δυο χρόνια το κατοικήσαμε. Λίγα Σαββατοκύριακα χειμωνιάτικα και δυο καλοκαίρια. Το μικρό δωμάτιο της μεγάλης αγάπης μας.
Συχνά μου έλεγε πως της μιλώ λίγο παράξενα. Δεν καταλάβαινε όλα όσα της έλεγα, όμως της άρεσε να μ’ ακούει όσο παράδοξα κι αν ήταν τα λόγια μου. Να την παίρνω από το χέρι και να περπατάμε ανάμεσα στους ψηλούς μαντρότοιχους, δίχως να βλέπουμε πίσω απ’ αυτούς. Δίχως να μας βλέπουν όσοι κλείνονταν μέσα τους.

Μα πιο πολύ της άρεσε το καλοκαίρι που έρχονταν απ’ τη Χώρα στον Κάμπο να παραθερίσουνε και πηγαίναμε με το λεωφορείο στη θάλασσα. Σ’ εμένα άρεσαν όλα. Αυτό ήταν το μεγαλύτερο μάθημα που μου είχε διδάξει ο παππούς: όλα να τ’ αγαπώ και σε όλα να βλέπω την καλή πλευρά τους. Μέσα στις στάχτες να βρίσκω αυτό που σώθηκε. Μέσα στους καταποντισμούς ό, τι δεν πνίγηκε. Μέσα στο θάνατο ό, τι απόμεινε ζωντανό. «Πάντα κάτι μένει», μου έλεγε, «αυτό να ψάχνεις κάθε φορά που ο καιρός ανταριάζει και φαίνεται πως όλα χάνονται. Και όταν το βρίσκεις να το φυλάς σα θησαυρό αυτό που σώζεται, αυτό που μένει, αυτό που αντέχει στη φωτιά, στο μαχαίρι, στο θάνατο». Τα έλεγα στην Ελισώ κι εγώ με τη σειρά μου κι εκείνη δε μιλούσε, δεν έλεγε τίποτα. Πέρασαν μέρες να καταλάβω γιατί. Για μένα όλα αυτά ήταν ωραία λόγια, ήταν μια ποιηση γεμάτη γοητευτικές λέξεις. Μα εκείνη είχε ζήσει το θάνατο κι ακόμα προσπαθούσε να διακρίνει τι σώθηκε μέσα της, τι άντεξε στη βάρβαρη λεηλασία του.


«Να βουτάς στη θάλασσα με τα μάτια ανοιχτά. Μέσα στο διάφανο νερό τα χρώματα έχουν άλλη λάμψη. Ηλεκτρική», της έλεγα μετά από τόσες φορές που το είχα ακούσει απ’ το στόμα του παππού ύστερα από τη γέννησή μου . Η Ελισώ το δοκίμασε μια φορά και δεύτερη δεν το κατάφερε. Έτσουξαν τα μάτια της και φοβήθηκε. Προτιμούσε να τα έχει κλειστά. Εξάλλου, από το να βλέπει την ηλεκτρική λάμψη του θαλάσσιου κόσμου που έκρυβε ο βυθός, έλεγε πως προτιμά να ακούει τις περιγραφές μου. Έτσι μου έλεγε κι ήταν αλήθεια.

Ήξερα πως δεν άντεχε να ανοίγει τα μάτια. Ήξερα πως δεν καταλάβαινε όλα όσα της έλεγα. Λίγα απ’ αυτά ήταν δικά μου. Με τον καιρό λίγα παραπάνω. Τα περισσότερα ήτανε λόγια του παππού που της τα μετέφερα αυτούσια.
Δεν με πείραζε που δεν καταλάβαινε. Εξάλλου κι εγώ δεν καταλάβαινα, τότε, περισσότερα απ’ αυτήν. Δεν με πείραζε που έκλεινε τα μάτια όταν από τον θεόρατο βράχο που υψώνεται πάνω απ’ την πιο μαγευτική παραλία του κόσμου, τα Μαύρα Βόλια, στον ηφαιστειογενή Ψαρώνα του Εμπορειού, πηδούσαμε για μακροβούτια. Εξάλλου κι εγώ συχνά τα έκλεινα κι ας μην της το μαρτυρούσα. Ούτε στα Βρουλίδια τα άνοιγε, ούτε στην αγιά Φωτιά. Καθόλου δεν με πείραζε. Αντίθετα. Μ’ έκανε να προσπαθώ περισσότερο γι’ αυτήν. Να παραληρώ συχνά ανεξέλεγκτα. Να της μιλώ για τα κατάμαυρα βότσαλα που μέσα στη θάλασσα του Εμπορειού γινόταν αστραφτερά σκοτεινά πεφταστέρια που σαν ουρές από ασημένιους γαλαξίες τα μικρά ευκίνητα ψαράκια διέσχιζαν. Για τα όστρακα και τα φύκια της μιλούσα, τις πολύχρωμες πέτρες που σαν καρποί ενός θαλάσσιου περιβολιού γέμιζαν τις άλλες παραλίες που πηγαίναμε. Έφτιαχνα ιστορίες για όλα όσα δεν έβλεπε, ούτε εκείνη και συχνά ούτε κι εγώ, και τα πίστευε όλα, αφού τίποτα δεν είχε δει κι αφού με πίστευε όσο κι εγώ εκείνη.

Όταν με άκουγε διαγραφόταν στο πρόσωπό της η λάμψη που εκπέμπουν οι ανοιχτές καρδιές. Ένα χωράφι γινόταν που τα λόγια μου γεννοβολούν καρπούς. Θαύμαζα τότε το μυστήριο που νικά τους κανόνες της φύσης και τον χρόνο. Την λογική αλληλουχία και το αναμενόμενο: σαν να το ακουμπούσε το μαγικό ραβδάκι μιας νεράιδας, έβλεπα το χωράφι να χρυσίζει φορτωμένο στάχυα στο φως. Μια διαρκής έκπληξη έκρυβε η ανοιχτή καρδιά της και η αδιάκοπη καρποφορία της μου γεννούσε τον θαυμασμό: το πιο ανθρώπινο και μαζί το πιο υπερφυσικό αίσθημα της ζωής.

«Θα φτιάξουμε ένα σπίτι μέσα στο βυθό», μου έλεγε όταν τελείωνα τις περιγραφές μου. «Θα το χτίσουμε με όστρακα και πολύχρωμες πέτρες. Οι πόρτες του θα είναι από σφουγγάρια και τα έπιπλα από κοράλλια. Ο δικός μας κήπος θα είναι όλο το περιβόλι της θάλασσας. Χωρίς μαντρότοιχους, χωρίς σοκάκια ανήλιαγα, δίχως σκιές». «Εσύ θα είσαι η γοργόνα μου κι εγώ ο αναστημένος βασιλιάς Αλέξανδρος, όλος δικός σου για πάντα!», της απαντούσα.

Όσο της μιλούσα τόσο πίστευα όλα όσα της έλεγα. Άλλο τόσο καταλάβαινα τα μυστήρια πιο βαθιά. Όσα ήταν ακόμα αινιγματικά. Και σχεδόν όλα τέτοια ήταν. Όχι μόνο όσα έκρυβε ο βυθός, αλλά και η επιφάνεια. Η ανοιχτή καρδιά της. Τα λόγια του παππού που συχνά γίνονταν αφορμή για ατέλειωτες συζητήσεις, σκέψεις και όνειρα.

Τα λόγια του παππού συνήθως ήταν αινιγματικά. Όπως αυτά για τις εποχές και τα μυστικά τους. Τις ράγες των τρένων. Τον κόσμο της σοφίας. Την ηλεκτρική λάμψη του βυθού. Μα τότε δεν ζητούσαμε ακόμα εξηγήσεις σε όλα. Μας άρεσε να δίνουμε τις δικές μας ερμηνείες, όσο παιδιάστικες και παράλογες κι αν ήταν. Ήμασταν στα δεκάξι. Και καθώς τα μοιραζόμασταν όλα με την Ελισώ, κάναμε ανεπαίσθητα βήματα μέσα στο μυστήριο της αγάπης. Στο σκοτεινό του λαβύρινθο, που όσο προχωράς τόσο ξεχωρίζεις στο βάθος του τούνελ ένα αχνό φωτάκι που σε οδηγεί ολοένα πιο βαθιά. Τι ήταν αυτό το φως; Ήταν η λύση; Η έξοδος σ’ έναν κόσμο διαφορετικό; Μια απάντηση που έφεγγε εκεί δειλά αλλά άσβηστα; Ακόμη δεν γνώριζα. Πήγαινα όμως. Και δεν πήγαινα μόνος.

Προχωρώντας όμως στο έδαφος του ανεξήγητου και αφήνοντάς το να σε παρασύρει, λίγο λίγο, δίχως να το πάρεις είδηση, χωρίζεσαι απ’ τον κόσμο. Και αν το μοιραστείς με άλλον έναν τότε τον παίρνεις κι αυτόν μαζί σου. Αν μάλιστα πρόκειται γι’ αυτόν που μόνο μια φορά, με τρόπο απόλυτο, μονάχα μία, ενδέχεται να συναντήσεις στη ζωή σου, τότε ο δρόμος αυτός δεν έχει επιστροφή.

Στους περισσότερους δεν συμβαίνει ποτέ. Ούτε να συναντήσουν τον έναν και μοναδικό που θα είναι το απόλυτο συμπλήρωμά τους, ούτε να μπουν στη χώρα του μυστηρίου μαζί του. Το ακόμα πιο σπάνιο είναι αν τον συναντήσουν να καταφέρουν να διασχίσουν το τούνελ μαζί του μέχρι το τέλος, εκείνο το αχνό φως.

Δεν ήξερα πολλά για τη ζωή κι ας νόμιζα συχνά πως τα γνωρίζω όλα. Ήξερα όμως πως η Ελισώ ήταν για μένα. Ένα παρθένο χωράφι του Κάμπου στο οποίο έσπερνα σκέψεις του παππού και δικές μου. Τις πιο λεπτές αποχρώσεις των αισθημάτων μου. Ξετύλιγα την καρδιά μου και την ίδια στιγμή την άφηνα στα χέρια της να την πλάσει σαν τα κεραμικά που φτιάχνουν οι μεγάλοι μάστορες στ’ Αρμόλια. Είχα μια καρδιά από άργιλο και νερό και τα χέρια της ήταν αυτά του αγγειοπλάστη. Ήταν και το καμίνι που την έψηνε. Της έδινε σχήμα, τη σκάλιζε, τη χρωμάτιζε και την έψηνε όπως εκείνη ήθελε. Κι εγώ στα χέρια της έτρεμα όσο μ’ έπλαθε, έτοιμος ανά πάση στιγμή να διαλυθώ, να πέσω, να χαθώ. Όμως εκείνη ήξερε να με κρατά και στον τροχό της αγάπης της να με πλάθει με σιγουριά σαν να ήταν χρόνια εξασκημένη σ’ αυτήν την τόσο σπάνια και μεγάλη τέχνη.

Τρέξαμε πολύ εκείνο το απόγευμα. Σταματούσαμε κατά διαστήματα και παίζαμε κρυφτό. Εκείνη κρυβόταν πίσω από χαλάσματα κι εγώ γεμάτος αγωνία πως την έχασα, πως δεν την έχω πια, την γύρευα παντού. Πεταγόταν τότε ξαφνικά μπροστά μου και με κατατρόμαζε. Έφευγε γελώντας προτού προλάβω να αντιδρασω, τρέχοντας πιο γρήγορα κι απ’ τον άνεμο. Όσο καλός κι αν ήμουν στο τρέξιμο πρέπει να παραδεχθώ πως τις περισσότερες φορές με νικούσε. Με νικούσε και μετά ξεκαρδιζόταν με την απελπισία μου. Κοτζάμ αγόρι να το παραβγαίνει ένα κορίτσι στο τρέξιμο; Κι όμως στην πραγματικότητα ήμουν βαθιά περήφανος γι’ αυτήν μιας και ήδη την ένιωθα δική μου. Καθώς η νύχτα έπεφτε δίχτυ για τα θαλασσινά μας όνειρα προτού πούμε άλλη μια φορά «καληνήυχτα», της έβαλα στο χέρι διπλωμένο στα τέσσερα, ένα μικρό χαρτάκι. Χαμήλωσα ντροπαλά το κεφάλι κι αυτή τη φορά έφυγα εγώ τρέχοντας πριν προλάβει να αντιδράσει. «Η αγάπη έχει μια λάμψη σαν αυτή του κόσμου του βυθού. Ηλεκτρική. Μα είναι βυθός και ουρανός μαζί», έγραφε το μικρό χαρτί που της έδωσα εκείνο το σούρουπο μετά το πρώτο μας φιλί.


  

Thursday, December 17, 2009

"Το Συμβάν" - κεφ.2ο (Προδημοσίευση του νέου μου μυθιστορήματος)



2.
«Κάθε εποχή θέλει τον τρόπο της», έλεγε ο παππούς Νικήτας, πρόσφυγας από την Ερυθραία. «Έχει τα δικά της μυστικά. Το δικό της χτυποκάρδι. Το άρωμά της. Το δέρμα της. Για να την αγγίξεις, να τη νιώσεις, να την καταλάβεις, σκύβεις στο χώμα της όπως πάνω στις ράγες του τρένου, να ακούσεις αν έρχεται. Σε πόση ώρα καταφθάνει. Με τι ταχύτητα και από ποια κατεύθυνση. Η μόνη διαφορά είναι πως όταν πλησιάσει το τρένο πρέπει γρήγορα να απομακρυνθείς μη σε πατήσει. Στον ερχομό της εποχής όμως συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Αν αποτραβηχτείς δεν θα τη ζήσεις. Και όλος ο θάνατος είναι εκεί: στην απόσυρση. Αν πατήσεις με τα δυο σου πόδια πάνω στις ράγες των ημερών της θα μπεις στο σώμα της κι εκείνη στο δικό σου. Κι έτσι, εποχή την εποχή, θα γίνεσαι ο άνθρωπος που μια μέρα θα τα χωρέσει όλα άφοβα. Μέχρι τον φόβο. Θα τα αγαπήσει όλα, μέχρι το θάνατο. Θα νανουρίσει τα μυστικά της ζωής χωρίς εφιαλτικές ερωτήσεις που ταράζουν τον ύπνο τους. Και θα ’ρθει κάποτε μια ώρα που τόσο θα γλυκαθούν τα μυστικά, που θα σου αποκαλυφτούν μέσα δίχως να το προσμένεις. Μέχρι το πιο βαρύ μυστικό. Το πιο ανεξήγητο. Αυτό που λίγοι μπόρεσαν να σηκώσουν...»


Παράξενος ο παππούς. Παράξενα και τα λόγια του. Γεννήθηκε το 1888. Μια χρονιά σημαδιακή για την ιστορία του κόσμου, όχι από πολέμους, διαμάχες, ίντριγκες, ξεριζωμούς και γεγονότα που δεν φτιάχνουν Ιστορία παρά τους εφιάλτες της, αλλά από τέχνη και ποίηση. Τον Μάρτη θα γεννηθεί ο ρώσος χορευτής Βάσλοβ Νιζίνσκι, τον Ιούνιο ο πορτογάλος συγγραφέας Φερνάντο Πεσόα και τον Σεπτέμβρη ο ποιητής Τόμας Στερν Έλιοτ.

Ξημερώματα της τελευταίας μέρας αυτού του χρόνου, στις 30 του Δεκέμβρη, θα έρθει στη ζωή ο παππούς μου. Θαρρείς και η δική του γέννηση έκλεισε τη μεγάλη παρένθεση αυτού του ξεχωριστού χρόνου. Δεν έγινε βέβαια χορευτής, συγγραφέας ή ποιητής. Άλλο ήταν το γραφτό του. Είχε όμως πάνω του, θαρρείς ίδια μ’ αυτούς, τη σφραγίδα του αόρατου βαθιά χαραγμένη. Αυτήν που σε κάνει να μην περπατάς με βεβαιότητα και αυταρέσκεια στο έδαφος, αλλά σε μεταμορφώνει σε σχοινοβάτη της ζωής: αμφιταλαντευόμενος διαρκώς προχωράς πάνω στα αισθήματα, στις σκέψεις, στη λογική του κόσμου. Πάνω στα όνειρα που υπερβαίνουν τους νόμους της βαρύτητας και σε οδηγούν σε μονοπάτια δυσκολοδιάβατα για τους πολλούς, κάνοντάς σε οδηγό τους.

Ο παππούς Νικήτας ήταν ένας αλλιώτικος άνθρωπος. Πιο άνθρωπος απ’ τους ανθρώπους. Πιο σύγχρονος απ’ τους συγχρόνους του. Πιο μελλοντικός απ’ τους επερχόμενους. Μ’ ένα βλέμμα που έβλεπε πέρα απ’ το παρόν, κάτω από την επιφάνεια των συμβάντων, πίσω απ’ τα πάθη. Ήξερε να χαμογελά μ’ αυτό το χαμόγελο που δικαιολογεί τις αδυναμίες, συγχωρεί τα ασυγχώρητα, αγκαλιάζει το ίδιο ανεπιφύλαχτα τα πιο ετερόκλητα και αντιφατικά πρόσωπα της ζωής. Είχε, με άλλα λόγια, τη στόφα του ελεύθερου ανθρώπου: στόφα των ποιητών. Ας μην έγραψε ποτέ του ένα ποίημα. Ποίημα είχε κάνει τη ζωή του και τη ζωή όσων αγάπησε και τον αγάπησαν.

Με τους πρώτους διωγμούς, απ’ τη χερσόνησο της Ερυθραίας ήρθε στη Χίο. Με την απόβαση των ελληνικών στρατευμάτων στη Σμύρνη το 1919 η οικογένειά του, όπως και πολλές άλλες, αποφασίζει να γυρίσει πίσω και να ξαναρχίσει εκεί τη ζωή της μιας και τα δικά τους μέρη είχαν καταστραφεί ολοσχερώς. Ποτέ δεν διανοήθηκαν πως η μοίρα τούς είχε ήδη ορίσει να περάσουν όλη τους τη ζωή στη Χίο. Ο νους τους, η καρδιά τους, το βλέμμα τους πάντα στραμμένα στην πατρίδα. Δεν πέρασαν καλά καλά δυο χρόνια. Το ’22 επέστρεψαν στη Χίο για να στεριώσουν μια για πάντα εδώ -όσο μπορούν να στεριώσουν σ’ ένα τόπο άνθρωποι ξένοι. Όπως και σε άλλα μέρη της Ελλάδας, έτσι και στο νησί, δεν ήταν καλοδεχούμενοι. Παρέμειναν μέχρι το τέλος της ζωής τους οι «πρόσφυγες» κι ας ήταν αυτοί που ανάστησαν τον τόπο, που έμαθαν στους ντόπιους να καλλιεργούν τα χωράφια, να καζανίζουν το ούζο, να φτιάχνουν το λουκούμι και τα γλυκά του κουταλιού.

Αυτή τη φορά τον Νικήτα συνόδευε η γιαγιά μου. Είχε ήδη παντρευτεί την Μαρικούλα, Σμυρνιά από πλούσια οικογένεια. Μόνο το νυφικό της πρόλαβε να πάρει φεύγοντας. Μια κόρη κατάφεραν να αποκτήσουν κι αυτήν με χίλια βάσανα, τη μάνα μου την Αλεξάνδρα που παντρεύτηκε με το νυφικό της μάνας της τον πατέρα μου. Άνθρωποι του γλεντιού και της χαράς οι παππούδες. Νοικοκύρηδες άνθρωποι.

Ο παππούς έζησε τους πολέμους όλους. Δυο φορές τον διωγμό. Την προσφυγιά άλλες δύο. Την μετοικεσία για το υπόλοιπο της ζωής του. Ίσως γι’ αυτό δυο χρόνια μετά την εγκατάστασή τους στη Χίο έκλεισε το ραφτάδικο που είχε ανοίξει στη Χώρα κι έφυγε στα καράβια. Προτιμούσε να γυρνά όλον τον κόσμο από το να μένει σε μια πατρίδα που δεν ήταν πατρίδα του. Ίσως και να λαχταρούσε να κάνει πατρίδα του όλον τον κόσμο, μιας και πολύ νωρίς κατάλαβε πως η πατρίδα έχει και μιαν άλλη διάσταση απ’ αυτήν που οι γύρω του ένιωθαν. Μια διάσταση που δεν υποτάσσεται σε κατακτητές. Δεν αλώνεται από εξωτερικούς εχθρούς παρά μόνον από τον μέσα μας άνθρωπο: αυτόν που κάποτε αποδεικνύεται ανάξιός της, λησμονώντας. «Αν καταφέρεις να σηκώσεις τα μυστικά των εποχών αδιαμαρτύρητα, τότε, μια μέρα ακαθόριστη, θα σε οδηγήσουν σαν ίχνη αλαφροπάτητου πουλιού εκεί που λίγοι κατάφεραν να φτάσουν: στον κόσμο της σοφίας. Κατοικεί στην καρδιά της ζωής. Εκεί η φωτιά και το νερό. Εκεί η ειρήνη. Η πληρότητα», έλεγε.

Ξέρω γιατί διάλεξε την Μαρικούλα. Ήταν από τα μέρη του. Αυτός λεβέντης άνθρωπος κι εκείνη γυναίκα με τα όλα της. Καρδιά μπαξές, μυαλό καθαρό, προκομένη σε όλα. Στο τραγούδι δεν την έφτανε κανείς. Όταν τραγουδούσε έκανε τους ανθρώπους να κλαίνε. Τόσο κεντούσε την καρδιά τους η λυγιστή φωνή της. Και όταν γελούσε το γέλιο της σκορπούσε παντού τη χαρά. Αν κάτι δεν ήταν στη θέση του ή της ανακάτευαν τα ταψιά στην κουζίνα την έπιαναν τα μπουρίνια και φώναζε ξεσηκώνοντας όλη τη γειτονιά. Μπορούσε να βάλει σε τάξη ολόκληρο σύνταγμα. Ήξερε να συγχωρεί. Να λησμονεί τις πίκρες. Αγόγγυστα να σηκώνει τα βάρη τα δικά της και των άλλων. Την απουσία του Νικήτα που ταξίδευε μήνες ολόκληρους με τα ατμόπλοια από τα μεσογειακά λιμάνια μέχρι τις Ινδίες, τις Αυστραλίες και τις Αμερικές.

Ήμουνα δέκα χρονών όταν η γιαγιά αποχαιρέτησε τις χαρές και τις λύπες αυτού του κόσμου. Όταν κράτησε τελευταία φορά το χέρι του παππού που δεν μπόρεσε να την γλιτώσει απ’ το δρεπάνι του χάρου όπως απ’ τις φλόγες της Σμύρνης. Χαμογελαστή έφυγε:

«Εσύ θα προλάβεις να γυρίσεις πίσω... άναψε ένα κερί σ’ αυτούς που αφήσαμε... σ’ αγάπησα... ήσουν καλός... μη λυπάσαι...είτε έτσι είτε αλλιώς, θα ξανανταμώσουμε......». Τα τελευταία λόγια στον άντρα της.

Ποτέ δε θα ξεχάσω τα παραμύθια της. Μας μάζευε ένα γύρο τα βράδια στην αυλή, ενώ κάτω απ’ τον μεγάλο πεύκο μαζεύονταν οι μεγάλοι για τις βεγγέρες τους, να πιούνε, να φάνε, να κουβεντιάσουνε και να διασκεδάσουν. Η γιαγιά μάς κάθιζε στην πεζούλα του μάγγανου κι άρχιζε παραμύθια που κάποτε κρατούσαν και δυο ολάκερες ώρες. Δεν έλεγε απλώς λέξεις καλοβαλμένες στη σειρά. Δε διηγιόταν ξερά μια ιστορία παλιά που φανταζόταν ή που και η ίδια είχε ίσως ακούσει από τη γιαγιά της. Ό, τι έλεγε το ζούσε στο πετσί της όσο κι ένας καλός ηθοποιός στη σκηνή. Ό, τι παλιό ήξερε το έκανε καινούριο προσθέτοντας λόγια δικά της, αυτοσχεδιάζοντας σα συγγραφέας. Κρεμόμασταν απ’ τα χείλη της σε κάθε λέξη, σε κάθε ανάσα της. Στις παύσεις της δεν αναπνέαμε. Ήξερε να γλυκαίνει τα όνειρά μας όπως κανείς. Ναι, αυτό ήξερε και το ήξερε καλά.

Εμένα δεν ξέρω γιατί με διάλεξε ο παππούς. Ήμουν ακόμα τόσο μικρός. Σαν παραμύθι μου διηγιόταν τη ζωή του αφότου η γιαγιά δεν μπορούσε πια από κει που ήταν να μου πει τα δικά της παραμύθια.
Σίγουρα είχε τους λόγους του όπως κι εγώ τους δικούς μου όταν διάλεξα την Ελισώ.



Tuesday, December 15, 2009

"Το Συμβάν" - κεφ.1ο (Προδημοσίευση του νέου μου μυθιστορήματος)




1.

«Να βουτάς στη θάλασσα με τα μάτια ανοιχτά. Μέσα στο διάφανο νερό τα χρώματα έχουν άλλη λάμψη. Ηλεκτρική».
Αυτά τα λόγια μου ψιθύρισε στο αφτί ο παππούς όταν άνοιξα πρώτη φορά τα μάτια μου στο ήσυχο απογευματινό φως της τελευταίας μέρας του Ιούλη του 1953.

Γεννήθηκα στον Κάμπο της Χίου από τον Μελιώτη Ευάγγελο Μοσχούρη και την Μικρασιάτισσα Αλεξάνδρα, μοναδική κόρη του Νικήτα Ξενάκη. Μετά την Αγγελική, την Ιουλία και την Καλλιόπη, μοναχογιός. Στο προσκεφάλι μου ένα καλάθι γεμάτο νεράντζια, πορτοκάλια και κίτρα άγουρα ακόμα, για το «καλωσόρισες». Το άρωμά τους θα με επισκεπτόταν πάντα στις πιο τρυφερές στιγμές της ζωής μου. Όταν όμως θα μου έλειπε –και εδώ και πολλά χρόνια λείπει- τίποτα δεν μπορεί να αντικαταστήσει αυτήν την παράδοξη συζυγία της σωματικής αίσθησης και της ψυχικής ευφροσύνης. Δυο μήνες αργότερα θα με βάφτιζαν Ισίδωρο στον άγιο Ταξιάρχη, στο καστροχώρι των Μεστών. Ένα όνομα τόσο συνηθισμένο στη Χίο και τόσο ασυνήθιστο σε μια άοσμη μεγαλούπολη.

Στον Ταξιάρχη με έταξε η μάνα μου γιατί γεννήθηκα πρόωρα και λίγο έλειψε να με χάσει. Ο πατέρας μου είχε το δικό του τάμα, κάτι που έμαθα αφότου πέθανε: να γεννηθώ αγόρι. Ο άγιος δε χάλασε σε κανέναν απ’ τους δύο χατίρι. Από τότε κάθε χρόνο στη γιορτή του πηγαίναμε στην εκκλησία του και μετά ανοίγαμε το σπίτι και γιορτάζαμε τον ερχομό μου στον κόσμο. Τέτοια μέρα όλος ο Κάμπος ερχόταν σπίτι μας να κεραστεί και να ευχηθεί. Έτσι ξεπλήρωνε η μάνα μου το τάμα της. Ο πατέρας μου δεν μαρτύρησε ποτέ το δικό του αντίτιμο στον άγιο.


Ένας μαντρότοιχος περιφρουρούσε το πατρικό μου, το αρχοντικό του Παπαντωνάκη στο οποίο δούλευε ο πατέρας μου ανεστάτης. Το αφεντικό ζούσε στη Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Εκεί ήταν οι δουλειές του, δυο χιλιάδες στρέμματα βαμβάκι και πατάτα, δυο χιλιάδες εργάτες. Στον Κάμπο ερχόταν πολύ σπάνια, κανένα καλοκαίρι να ξεκουραστεί. Ανύπαντρος ήτανε, παιδιά δεν είχε, αγάπησε τη χήρα οικονόμο του και προίκισε τις δυο της κόρες με ό, τι είχε και δεν είχε. Ο μαντρότοιχος του σπιτιού μας, -που για μας ήτανε περισσότερο σπίτι μας από ότι το λογάριαζε δικό του ο Παπαντωνάκης, αφού εκεί ρίζωσε απ’ την αρχή η οικογένειά μου-, ήταν σαν όλους των αλλοτινών ενετικών πύργων του δεκάτου τέταρτου αιώνα, φτιαγμένος κι αυτός όπως όλοι, από ακατέργαστους πολύχρωμους πωρόλιθους. Οι εξοχικές κατοικίες των Γενοβέζων τρεις και τέσσερις αιώνες αφότου έφυγαν απ’ το νησί, μετασκευάστηκαν στις περίφημες επαύλεις του Κάμπου, αυτές που σήμερα αποτελούν τα καμπούσικα αρχοντικά, ένα Χιωτογενοβέζικο αρχιτεκτονικό μόρφωμα των αρχών της όψιμης Οθωμανικής περιόδου. Ζεστό, απομονωμένο, αυτάρκες. Λαξευμένο από χέρια υπομονετικά που την υψηλή αισθητική την είχαν θαρρείς στα κύτταρά τους.

Σα φρούρια οι δίμετροι τοίχοι έκλειναν μέσα τους έναν κόσμο ολόκληρο: το διώροφο σπίτι από την ίδια πέτρα των μαντρότοιχων, όχι όμως ακατέργαστη αλλά λαξευμένη, την εσωτερική αυλή με τη δεξαμενή, το μαγγανοπήγαδο και τα παράσπιτα των καλλιεργητών. Έκλειναν μέσα τους εμένα και τα πρώτα μου βήματα στη βοτσαλωτή αυλή αριστοτεχνικά φτιαγμένη από βότσαλα μαύρα και λευκά μέσα σε κονίαμα από άμμο, ασβέστη και πορσελάνη, ζωγραφίζοντας ανάγλυφα πουλιά, ήλιους, κυπαρίσσια, γεωμετρικά σχήματα. Αυτά όλα τα παρατήρησα πολύ αργότερα. Όταν για λίγο τα έχασα κι όταν για λίγο περισσότερο τα ξαναβρήκα. Αυτό που αποτελεί ίσως την πιο παλιά μου μνήμη, χαραγμένη μέσα μου με τρόπο ανεξίτηλο, είναι η στιλπνή υφή των βοτσάλων στα γόνατά μου καθώς αρκούδιζα σερνάμενος πάνω τους και τα ατέλειωτα παιχνίδια των δακτύλων μου στα βαθουλώματα των αρμών τους καθώς διέγραφα ξανά και ξανά ακούραστα και επίμονα το σχήμα της κάθε πέτρας. Σ’ αυτή την αυλή έμαθα από πολύ νωρίς τι θα πει μαύρο και τι άσπρο, πόσο αντίθετα είναι και πόσο ταιριαστά, πόσο το καθένα από μόνο του μισό και πόσο τα δυο μαζί ζευγάρι αχώριστο στη ζωή και στην τέχνη.

Στο πέτρινο κουκούλι τους τ’ αρχοντικά του Κάμπου έκλειναν τις χαρές και τις λύπες μας. Έκλειναν και το περιβόλι με τα εσπεριδοειδή, κι αν φτιάχτηκαν τόσο ψηλοί οι μεγαλοπρεπείς μαντρότοιχοι δεν ήταν μόνο για να προστατέψουν την ιδιωτική ζωή των κατοίκων τους -που κάποτε ανέβαζαν το ύψος των τοίχων για να τονίσουν την υψηλή κοινωνική τους θέση-, αλλά κυρίως για να προστατέψουν από τους παγετούς, τους ανέμους και τη σκόνη των δρόμων τα δέντρα του περιβολιού: λεμονιές, πορτοκαλιές, μανταρινιές, νεραντζιές, κουμ κουάτ και κίτρα. Δέντρα που άνθιζαν κάθε άνοιξη αρώματα, κάρπιζαν τα φρούτα του φθινοπώρου, τα χειμωνιάτικα γλυκά του κουταλιού. Όλα τα παράθυρα, οι πόρτες, οι βεράντες όλες, το περιβόλι κοιτούσαν. Όλο το περιβόλι, τον ουρανό.

Παιχνίδια με τις τρεις αδερφές μου οι πέτρες και τα χώματα. Το νερό. Τα δέντρα και οι μυρωδιές τους. Αυτοσχέδια παιχνίδια με τα υλικά από τα οποία πλάστηκε ο κόσμος και τα όνειρά του. Ο άνθρωπος: άντρας-γυναίκα.

Τα μάτια τους στον ουρανό των περίκλειστων αρχοντικών του Κάμπου δυο παιδιά κάθε τόσο τα σήκωναν. Ο μαντρότοιχος που χώριζε τα σπίτια τους δεν εμπόδιζε τα βλέμματά τους να συναντιούνται εκεί ψηλά ελεύθερα πουλιά. Στ’ αστέρια της νύχτας σεργιάνιζαν. Στο φως της μέρας φτεροκοπούσαν, όπως τα περισσότερα πουλιά της Χίου: τα αποδημητικά. Το ένα το έλεγαν Ισίδωρο, το άλλο Ελισώ.




Sunday, December 13, 2009

13 Δεκεμβρίου- μνήμη Γιάννη Ζήκα- ένα χρόνο μετά


"Κόκκινα; Μα κόκκινα; Ειδικά σήμερα δεν έπρεπε να βάλεις κόκκινα...." ήταν οι πρώτες κουβέντες που άκουσα σήμερα με το που συνάντησα τον φίλο μου Α. για να πιούμε, ως το συνηθίζουμε τα τελευταία χρόνια, τον Κυριακάτικο καφέ μας.
"Και γιατί ειδικά σήμερα να μη βάλω κόκκινα;" ρώτησα εξίσου έκπληκτη.
"Γιατί σήμερα έχουμε μνημόσυνο", μου απάντησε σκύβοντας το κεφάλι σαν ντροπαλό παιδί ο ηλικιωμένος φίλος. "Σαν σήμερα έφυγε ο Γιάννης..."
"Ο Γιάννης όμως σαν ζωγράφος που ήταν αγαπούσε πολύ τα χρώματα και αν ήταν εδώ θα χαιρόταν πάρα πολύ να με έβλεπε με το κόκκινο παλτό και το πράσινο φόρεμα", απάντησα και σκίρτησε η καρδιά μου σαν να είχα τον Γιάννη από μια μεριά να με βλέπει και να χαμογελά ευχαριστημένος.
"Έχεις δίκιο", κατέληξε ο Α. και παραγγείλαμε τον καφέ μας, εγώ για την ακρίβεια την σοκολάτα μου, καθισμένοι στο Tre Marie, το οποίο τα τελευταία δυο τρία χρόνια πριν αποδημήσει ο Γιάννης, έμελλε να γίνει το Κυριακάτικο στέκι μας και στο οποίο ερχόμενοι από διαφορετικές εκκλησίες βρισκόμασταν, συνεπείς σε ένα ακαθόριστο αλλά εσωτερικώς εμπεδωμένο ραντεβού, να μιλήσουμε για τη βδομάδα που πέρασε, τις ταινίες που είδαμε, τα βιβλία που διαβάαμε, τις σκέψεις, τις εμπειρίες και τα ερωτηματικά μας που στο διάβα του βίου πληθαίνουν.
Φορούσε κάτι τεράστια κοκκάλινα γυαλιά κι έμοιαζε με κουκουβάγια, μια τραγιάσκα, συνήθως μπλε ή γκρι ρούχα, πουκάμισα που τον στένευαν, αχτένιστος, ατιμελής και πάντα γελαστός μ' ένα βλέμμα διεισδυτικό και βαθύ πίσω απ' τα θολά τζάμια. Σε άκουγε και σε ρουφούσε, έμπαινε στις λέξεις σου κι άρπαζε στον αέρα την κλωστή που του έδινε αφορμή για σκέψη, κλώθοντας έννοιες και σημασίες που σε άφηναν συχνά άφωνο, αν τις καταλάβαινες, γιατί συνέβαινε εννίοτε να μην έχουν κανέναν συνειρμό ή να έχουν τον δικό του συνειρμό που σπάνια μπορούσες να ακολουθήσεις. Περισσότερο σε συνέπαιρνε το πάθος που τον χαρακτήριζε όταν μιλούσε και ο πόνος που είχε για τους ανθρώπους και τους καημούς τους. Ένα απαράμιλλο πάθος που έκανε την κάθε λέξη στο στόμα του να ηχεί αλλιώτικη απ' ό,τι την ήξερες.

Σήμερα που ήρθε και ο Π. στην παρέα, θυμήθηκε την φράση που του είχε πει κάποτε: "Η Ελλάδα είναι ένα πάμφωτο ερείπιο."
Κι εγώ θυμόμουν καθώς άκουγα τους φίλους να μιλάνε, άλλες του σκέψεις και παρατηρήσεις, που δεν τις εξέφρασα σήμερα στην παρέα. Ζωγράφος ήταν, εκτός από ποιητής και πεζογράφος. Πάντοτε σχολίαζε το ντύσιμό μου και με παρομοίαζε κάθε φορά και με κάποια ντίβα του κινηματογράφου κι εγώ γελούσα, όπως γέλασα πολύ μια φορά που μου είπε πως έχω δέρμα Γιαπωνέζας, βελούδινο, ενώ το δικό του είναι χάλια.
Από το πουθενά ξεκίνησε, ένα φτωχόπαιδο που μόλις έπιασε τα πινέλα άρχισε να ζωγραφίζει με μανία και δεν σταμάτησε ποτέ να ζωγραφίζει τα απλά, τα καθημερινά, τα φύλλα, τα πουλιά, τα σαν αγιογραφημένα πρόσωπα, πάνω σε κουτιά από τσιγάρα, φτηνά χαρτιά, σε ό,τι έβρισκε.
"Δεν μπόρεσαν να χωρέσουν τον έρωτά σου, δεν μπόρεσαν ούτε να τον καταλάβουν, ούτε να το αποδεχτούν", μου είχε πει σε μια άλλη στιγμή που του εξομολογουμουν κάποιες δύσκολες στιγμές της εφηβικής ζωής μου. ΄Ωρες ώρες οι λέξεις του έβρισκαν σα βέλος εύστοχο τον στόχο της ουσίας και με φώτιζαν. Με ησύχαζαν. 
Μια από τις ελάχιστες παραινέσεις του που θυμάμαι να εκστόμισε ποτέ, γιατί δεν συνήθιζε ποτέ να δίνει συμβουλές, ήταν λίγες μέρες πριν φύγει κι ενώ βρισκόταν στο νοσοκομείο πολιορκούμενος από τον καρκίνο: "Μην πάψεις να δημιουργείς. Έτσι θα φτάσεις."

Πέρασε ένας χρόνος ακριβώς. Συχνά περνώντας την γωνία Παύλου Μελά και Παλαιών Πατρών με πιάνει ένα σφίξιμο στην καρδιά καθώς περνώ έξω από το μικρό καφέ όπου καθόμασταν τα κολοκαίρια ή το δυο βήματα παρακάτω, Tre Marie, που ήταν το χειμωνιάτικο στέκι μας. Νομίζω πως θα τον δω ν' απλώνει το χέρι και να μου κάνει νόημα να καθίσω, να του δώσω ένα φιλί λαχταριστό και μαι αγκαλιά. Άλλοτε περνώ απέναντι κι αλλάζω πεζοδρόμιο. Κάνω πως δεν βλέπω, πως τάχα τον προσπερνώ. Όλα τα βλέπω και τίποτα δεν προσπερνώ. Το βλέμμα του με ακολουθεί και το χαμόγελό του είναι μαζί μου. Η λεβεντιά με την οποία αντιμετώπισε την αρρώστια και το φως που τον έλουζε τις μέρες εκείνες, φως που καθάρισε το νου και την καρδιά του από κάθε φαντασίωση, ψευδαίσθηση και μύθο, από κάθε πάθος και λαβύρινθο, είναι εκεί. Είναι εδώ τώρα που γράφω γι' αυτόν. Είναι παντού. Κι αυτό δεν αλλάζει. Είναι τόσο παρήγορο σ' αυτόν τον κόσμο που όλα αλλάζουν με ρυθμούς απίστευτους που δεν προλαβαίνουμε να ακολουθήσουμε, κάτι να μένει σταθερό, κάτι να μην αλλάζει και μάλιστα αυτό να είναι Φως Χριστού που ακαταπαύστως διαχέεται και ταξιδεύει αμείωτο στη φθορά του χρόνου.

Ξαπλώνοντας να κοιμηθώ χτες βράδυ έγραψα μέσα στο μυαλό μου:

"Πόσο φοβόμουν 
πως σύντομα θα έρθει ο χειμώνας.
Ο χειμώνας ήρθε 
κι όμως-
πόσο ακόμα φοβάμαι
πως σύντομα θα έρθει ο χειμώνας."

Σήμερα, τώρα, -αν και δεν το βρίσκω όσο κι αν το ψάχνω-, θυμάμαι, -αν το θυμάμαι καλά-, το στίχο του Γιάννη:

 "Ἡ ἀντοχὴ στὸν ἔρωτα εἶναι αὐτὴ ποὺ καθορίζει τὴ μοίρα καὶ τὴν ἱστορία σου".

Τι κι αν ήρθε ο χειμώνας; Τι κι αν ακόμα φοβάμαι πως θα 'ρθει; Με φόβο η χωρίς φόβο, με χειμώνα ή χωρίς, αντέχοντας στον έρωτα πορευόμαστε κι έτσι νικούμε τον θάνατο. 
Ο Κύριος να τον αναπαύει.



Sunday, December 6, 2009

Hong Kong: Δ΄-και τελευταίο- μέρος της ταξιδιωτικής περιήγησης


Πάνω στο λόφο του Πικ. Το ψηλότερο σημείο του Χονγκ Κονγκ από το οποίο μπορείς να ατενίσεις το βουνό από τη μια μεριά, όλη την πόλη από την άλλη. Είναι 6 Δεκεμβρίου, αγίου Νικολάου, Κυριακή, πεισσότερο από δυο βδομάδες που επέστρεψα από αυτό το ταξίδι και αποφασίζω εγώ ή αποφασίζει αφεαυτού του αυτό το κείμενο να ολοκληρωθεί όπως μπορεί κι εγώ μάλλον συνεργάζομαι υπάκουα εκτελώντας τις προσταγές του.

Κυριακή ανεβήκαμε στον λόφο του Πικ. Μια Κυριακή ηλιόλουστη σαν την σημερινή. Ανεβήκαμε ψηλά και η εικόνα της πόλης και του δάσους της, απέκτησε άλλες διαστάσεις. Ίσως τις πραγματικές. Σαν τις διαστάσεις των ζητημάτων, των προβλημάτων, των λογισμών, των παθών της ζωής μας που μας κατατρέχουν συχνά με παράλογες και υπερβολικές εντάσεις που αίφνης ανεβαίνοντας στον λόφο μιας αρρώστειας που έρχεται απρόβλεπτη ή ενός επικειμενου θανάτου, χάνουν όλο τους το σθένος. Όλα φαίνονται τόσο μικρά από κει, σαν τα παιχνίδια των παιδιών. Τόσο ελαφριά σαν τα σπιρτόκουτα. Τόσο τίποτα, μπροστά στο ανερμήνευτο θαύμα της ζωής και το αποτρόπαιο πρόσωπο του θανάτου, που σε φέρνουν στα συγκαλά σου και ξαναζυγίζεις την καθημερινότητα στην αληθινή ζυγαριά. Αυτην που στη μια έχει τον άνθρωπο και στην άλλη τον Θεό. 



Στον λόφο του Πικ μας οδήγησε ο επίσκοπος του Χονγκ Κονγκ με όλη του την αγάπη και την εγκάρδια φιλοξενία, αφού πρώτα λειτουργηθήκαμε στην μοναδική Ορθόδοξη Εκκλησία της πόλης. Μπαίνεις σ' έναν ουρανοξύστη, πατάς το νούμερο 7 στο ανσασέρ, φτάνεις, ανοίγεις την πόρτα και σε χτυπά στα ρουθούνια η ευωδιά του θυμιάματος, στην καρδιά σκιρτά το οικείο αίσθημα της πατρίδας, που χωρίς σύνορα πορεύεται και ενώνει τον κόσμο η Ορθοδοξία. 

Μπαίνοντας στον προθάλαμο βλέπεις απέναντι δυο εισόδους: η μία οδηγεί στον ναό, η άλλη δεξιά στα γραφεία όπου μετά τη Θεία Λειτουργία θα κεράσουν οι φιλέορτοι χριστιανοί καφέδες, πίτσες, πιτάκια, αναψυκτικά. Ανάβεις το κερί και δεν μπορείς παρά να μείνεις λίγα λεπτά μπροστά στο εικόνισμα των Kινέζων αγίων. Υπάρχουν, λοιπόν, άγιοι με σκιστά μάτια; Και όμως υπάρχουν 103 μάρτυρες που σφαγιάστηκαν το 1902. Και προχωράς στην αριστερή είσοδο, να μπεις στο χαμηλοτάβανο διαμέρισμα που συνιστά τον ναό. Ούτε τρούλος, ούτε επισκοπικός θρόνος. Δεν υπάρχουν πολυέλαιοι εδώ, δεν υπάρχουν χαλιά, δεν υπάρχει ένα έθνος ομόδοξο, αλλά πολλά. 



Δεν υπάρχει καντηλανάφτης, ιερείς και διάκοι. Μόνος του τελεί τη Λειτουργία ο επίσκοπος. Σήμερα συμβαίνει να είναι μαζί του ένας ιερέας Ρουμάνος. Μόνος του ανάβει το θυμιατό.  Ένας ψάλτης ψέλνει άλλοτε στα ελληνικά και άλλοτε στα αγγλικά, -στα οποία κυρίως τελείται η ακολουθία για να την καταλαβαίνουν όλοι. Ενενήντα εννέα χρόνια ήταν υπό την κυριότητα της Αγγλίας το Χονγκ Κονγκ. Μόλις τα τελευταία δέκα χρόνια τους το επέστρεψαν πίσω και είναι πια των Κινέζων, των φυσικών κατόχων του και πάλι. Οι πιστοί κρατούν όλοι τεύχη της ακολουθίας που βρίσκονται πάνω σε όλες τις καρέκλες, τα οποια έχουν γραμμένα τα μέλη που ψάλλονται, καθώς και την βυζαντική παρασημαντική, την μουσική στην οποία ψάλλονται.

Κινέζοι, Ινδοί, Σλάβοι, Γάλλοι, Άραβες, Έλληνες, το πλήρωμα της εκκλησίας. Όσοι ήταν και όσοι έγιναν Ορθόδοξοι κάτοικοι της χώρας. Δεν έχω ξαναπαρακολουθήσει Λειτουργία στα αγγλικά. Ακούγοντας το "Πάτερ ημών" ως "Our Father" συλλαμβάνω τον εαυτό μου να συγκινείται από την αμεσότητα της γλώσσας. Νιώθω πως είναι αλλιώτικο το "Πάτερ ημών" από το "Πατέρα μας". Αρχίζω για πρώτη φορά να προβληματίζομαι θετικά σχετικά με την μετάφραση στα νέα ελληνικά, αλλά και στις άλλες γλώσσες, των ιερών κειμένων. Ο νεαρός Μητροπολίτης του Χονγκ Κογκ διαβάζει στα αγγλικά το Ευαγγέλιο και αμέσως μετά το διαβάζει από κάτω, από το πλήρωμα των πιστών, ένας νεαρός κινέζος στα κινέζικα. Ακούω το ευαγγέλιο στα κινέζικα πρώτη φορά και είναι το ίδιο ευαγγέλιο που πιστεύω και αγαπώ σε μια τόσο απόμακρη γλώσσα. Ακούω το κήρυγμα του επισκόπου στα αγγλικά. Είναι τόσο φωτεινό το πρόσωπό του, τόσο απλός και εγκάρδιος ο λόγος του, τόσο κοντά στο πλήρωμά του, χωρίς κανένα στόμφο και κανένα ίχνος επιτήδευσης. Μιλά για την ανάγκη να μεταφραστούν τα τροπάρια στα κινέζικα και να γραφτεί μουσική που οι άνθρωποι να την νιώθουν δική τους, να μιλά στην καρδιά τους. Πράγματα τόσο απλά και τόσο ασύληπτα στα δικά μας αφτιά.



Κατά τη διάρκεια του γεύματος σ' εάν πανέμορφο εστιατόριο πάνω στο λόφο, όπου είναι το μόνο μέρος της πόλης που τα μαγαζιά έχουν τραπεζάκια έξω και μπορείς να χαρείς τον ήλιο, τη θέα, το κρασί και το τσιγάρο σου, θα μας περιγράψει την προσπάθεια που έκανε να δώσει την ακολουθία των Ωρών των Επιφανείων για μετάφραση στα αγγλικά και μετά από τα αγγλικά στα κινέζικα με τελικό στόχο να τα πάρει κατόπιν ένας Κινέζος ποιητής για να τα αποδώσει σε λόγο ποιητικό. Μιλά για την ιεραποστολή στην Κίνα, στην Ινδία και στα άλλα μέρη της μεγάλης επισκοπής του. Αισθάνομαι αμήχανα πιάνοντας τον εαυτό μου τόσο αδιάβαστο και άσχετο, με σχεδόν παιδική αφέλεια να ομολογεί πως νόμιζε πως ιεραποστολή πια δεν υπάρχει. Μέσα στο νου μου ήταν κάτι σαν παραμύθι που έπαιρνε σάρκα και οστά μόνο στην Αφρική. Ποτέ δεν σκέφτηκα την Κίνα και την Ινδία. Ποτέ δεν συμπεριέλαβα στις σκέψεις μου αυτό το κομμάτι του κόσμου. Σαν να μην υπήρχε. Συνειδητοποιώντας πόσο μεγάλη είναι η Μητρόπολις του γλυκύτατου ιεράρχη και έχοντας πια εργαστεί πάνω στα απομνημονεύματα του Μάρκο Πόλο, του λέω πως μοιάζει σαν την αυτοκρατορία του Μεγάλου Κουμπλάι Χαν. Μου απαντά γελώντας πως ο Χαν μάλλον θα τον ζήλευε... Φοράει ένα μαύρο κουστούμι. Τίποτα δεν προδίδει στα μάτια των άλλων πως είναι επίσκοπος. Δεν μπορεί να ταξιδέψει σε πολλά από τα μέρη της Μητροπόλεώς του έχοντας στη βαλίτσα του τα αρχιερατικά του άμφια.
 


Μας μιλά για τις προκαταλήψεις των Κινέζων. Την σχέση που έχουν μέχρι σήμερα με τη μαγεία και τα άστρα. Για να υπογράψουν ένα συμβόλαιο πηγαίνουν στον αστρολόγο και ζητούν τη συμβουλή του. Αν τους πει πως δεν είναι ευνοϊκά τα άστρα, δεν θα υπογράψουν ποτέ. Από τα μέσα του Αυγούστου μέχρι τα τέλη του δεν υπογράφουν τίποτα, δεν κλείνουν καμία συμφωνία και οι Ευρωπαίοι επιχειρηματίες δεν καταλαβαίνουν το γιατί. Έτσι βγάζουν συχνά λανθασμένα συμπεράσματα που αποδίδονται στον χαρακτήρα της φυλής, τον οποίο παρεξηγούν.

Συνήθως οι ουρανοξύστες δεν έχουν τέταρτο όροφο. Η αρίθμηση πηγαίνει από το τρία στο πέντε, ή αφήνουν κενό τον τέταρτο με αποτέλεσμα να νοικιάζονται πολύ φτηνά από τους ξένους διαμερίσματα αυτού του ορόφου. Πολύ απλά, το θεωρούν γρουσούζικο νούμερο.

Δεκαεπτά χιλιάδες αριθμούν οι ορθόδοξοι σε όλη την Μητρόπολη. Ακούγεται λίγο; Είναι αποτέλεσμα μεγάλης προσπάθειας του επισκόπου. Μιλά με ευγένεια και αγάπη για τους Καθολικούς. Έχουν ισχυρή παρουσία, βοηθούν τον κόσμο, βοηθούν και τους Ορθοδόξους. Το Πάσχα θα δεχτεί ένα καλάθι με αβγά και κρασιά απ' αυτούς, χωρίς αυτοί να περιμένουν αντίτιμο. Είναι τόσο μεγάλες οι ανάγκες που όλα ζυγίζονται σε μια άλλη ζυγαριά που δεν σηκώνει έχθρες και μίση εν ονόματι των δογματικών διαφορών.



Θα μπορούσε κανείς να πει πως αυτή η πόλη θυμίζει πολύ την Ν. Υόρκη. Γεμάτη ουρανοξύστες, δρόμους φαρδείς, μιλιούνια κόσμο στους δρόμους. Κι όμως υπάρχει διαφορά. Υπάρχει βέβαια και ομοιότητα. Θα έπρεπε να έχω πάω την πρώτη για να μιλήσω με περισσότερη βεβαιότητα. Ακούω τις συζητήσεις όσων έχουν πάει και στις δύο. Όλα σου φωνάζουν να καταναλώσεις μανιωδώς. Μα εδώ αν δεν το κάνεις δεν νιώθεις τόσο φτωχός, ούτε ανύπαρχτος όπως στην Ν. Υόρκη. Ας είναι ασύλληπτα τα μεγέθη των φιρμάτων εμπορικών. Γελούσαμε λέγοντας πως έχουμε κι εμείς στην Ελλάδα Mall. Είναι για να γελάς. Τεράστια συγκροτήματα των πλέον επώνυμων εταιρειών μόδας. Τεράστια και πολλά. Όμως αν αποφασίσεις πως σου αρκεί το χάζι τους, τότε έχεις πάρα πολλές άλλες επιλογές. 
 


Ένα από τα πράγματα που χάρηκα πολυ ήταν τα χρώματα στους δρόμους, στις επιγραφές, στα τραμ. Ναι, πρόκειται για μια πολύχρωμη, πολύβουη, εξωστρεφή πόλη. Σε προκαλεί να ζήσεις, να μιλήσεις, να επικοινωνήσεις, να γελάσεις, να φωνάξεις, να περπατήσεις. Σε προκαλέι να της παραδοθείς. Σε θέλγει και τα θέλγητρά της είναι ισχυρά. Δεν ήταν λίγοι οι ορθόδοξοι που συνάντησα στην εκκλησία που μου είπαν πως πήγαν εκεί για ταξίδι αναψυχής, σαν τουρίστες κι έμειναν χρόνια. Η προσφορά της εργασίας είναι μεγάλη και οι μισθοί υψηλοί. Ο καινούριος φίλος, Γάλλος βαπτισμένος σε μοναστήρι του Όρους την δεκαετία του '90, έμεινε και ζει εδώ εφτά χρόνια. Διδάσκοντας γαλλικά σε ένα σχολείο, δεκαπέντε ώρες την εβδομάδα, παίρνει 3.500 ευρώ το μήνα. Η ζωή είναι φτηνότερη από ότι στην Ευρώπη, αν εξαιρέσεις τα ενοίκια που είναι από υψηλά έως αδιανόητα. Τα αδιανόητα όμως τα πληρώνουν στα μεγαλοστελέχη τους οι εταιρείες σαν την Motorola. Είναι τα διαμερίσματα που φύονται στους πρόποδες του λόφου. 

Συχνά συναντάς κτίρια που ανακατασκευάζονται και σε εντυπωσιάζουν τα πανύψηλα μπαμπού που παίρνουν την θέση των δικών μας ξύλων, αλλά είναι πολύ πιο γερά και ασφαλή.



Κι αν κάτι ακόμα σου προκαλεί μεγάλη εντύπωση είναι οι πεζογέφυρες. Μπορείς πράγματι να διασχίσεις ολόκληρη την πόλη δίχως να πατήσεις το πόδι σου στους δρόμους και να χρειαστεί να περιμένεις να ανάψει το πράσινο για να περάσεις τη διάβαση. Από ουρανοξύστη σε ουρανοξύστη, άλλοτε ασκεπείς και άλλοτε περίκλειστες οι γέφυρες για τους πεζούς είναι ατελείωτες και τους προστατεύουν από τις καιρικές συνθήκες και την κίνηση των δρόμων. Πολλές απ' αυτές που βρίσκονται πάνω στους πρόποδες του λόφου ή στα ανηφορικά δρομάκια έχουν κυλιόμενες σκάλες στο ανέβασμα.



Είναι αναγκαίο για να μιλήσεις για έναν άνθρωπο, πολύ περισσότερο για έναν λαό, να τον δεις στον τόπο του. Όσο κι αν δεν το συνειδητοποιούμε, ο άνθρωπος συνδέεται με τον τόπο του και εκεί εκφράζεται αληθινά. Εκεί είναι ο εαυτός του. Ποιος από μας θα έλεγε πως οι Κινέζοι είναι εξωστρεφείς και εκφραστικοί; Και όμως έτσι είναι. Φωνάζουν, γελούν, χειρονομούν. Είναι πρόσωπα ολοζώντανα. Δρώντα πρόσωπα. Έμεινα άφωνη όταν λέγοντας στον επίσκοπο πόσο δεν μπορώ να τους ξεχωρίσω και πόσο ίδιοι μου φαίνονται όλοι, μου απάντησε πως το ίδιο τους φαινόμαστε κι εμείς. Μου κακοφάνηκε ιδιαίτερα το ότι δεν μπορούν να μας ξεχωρίσουν. Ήμουν τόσο βέβαιη πως εμείς είμαστε πολύ διαφορετικοί. Ολοφάνερα διαφορετικοί στα μάτια των ξένων. Αυτές είναι οι ανόητες προκαταλήψεις που γίνονται καπνός όταν ο άνθρωπος ταξιδεύει και όταν εξοικειώνεται με το αλλότριο. Κι έτσι λίγο λίγο το χωνεύεις: ένας είναι ο άνθρωπος, όπου και να βρίσκεται, σε όποιο σημείο του πλανήτη κι αν κατοικεί, όποια εξωτερικά χαρακτηριστικά κι αν έχει, όποιες διατροφικές συνήθειες.



Ο λαός αυτός έχει εξορίσει από το διαιτολόγιό του τα ζυμαρικά, τα γαλακτομικά και το ψωμί. Η απουσία αυτών των στοιχείων ευθύνεται, όχι μόνον για την μεγάλη ευεξία του σώματός τους, αλλά και για την παντελή απουσία της παχυσαρκίας. Όσο κι αν φανεί απίστευτο είναι αληθινό: δεν συνάντησα ούτε έναν χοντρό κινέζο κι ας είδα χιλιάδες. Ίσως κάποιος να πει πως η διατροφή τους ευθύνεται και για το ύψος τους.... Ομολογώ πως θα το χαλάλιζα!

Κλείνοντας αυτό το μικρό ταξιδιωτικό αφιέρωμα θα μιλήσω για την μεγάλη τιμή που αποδίδουν οι κινέζοι στους νεκρούς. Τιμή που εκφράζεται με αφιερώματα στημένα στους μικρούς βωμούς έξω από τα σπίτια και τα μαγαζιά. Καθημερινά ανάβουν κάτι σαν καντηλάκια, βάζοντας από δίπλα καρπούς, φρούτα, στολιδια και ό,τι άλλο νομίζουν όμορφο και καλό. Καίνε τα στικς που εδώ πωλούνται στο όνομα μιας μόδας, αλλά εκεί έχουν την σημασία που έχει για μας το λιβάνι.
Ακόμη και έξω από τα πορνεία βλέπεις τέτοιους βωμούς, που τους φροντίζουν τα μικρά κορίτσια που σου είναι αδύνατον να προβλέψεις την ηλικία τους, μιας και όλα σου μοιάζουν δεκάχρονα. Είναι αρκετά σεμνά ντυμένα για την δουλειά που κάνουν. Το βασικό τους διακριτικό είναι το ότι καπνίζουν στον δρόμο περιμένοντας τους πελάτες. Αυτό το κατάλαβα όταν μετά την συναυλία του "Εν Χορδαίς" βγήκαμε για φαγητό και καθώς καπνίσαμε ένα τσιγάρο στον δρόμο έξω από το εστιατόριο, ένας θολωμένος κινέζος μπήκε στον κύκλο μας, αποτελούμενο από πέντε γυναίκες και μας την έπεσε κανονικά... Αφού του έδειξα και του απάντησα πως οι άντρες μας είναι στην άλλη γωνία κι έφυγε αποκαρδιωμένος, αρχίσαμε να κοιταζόμαστε προσπαθώντας να καταλαβούμε τι δημιούργησε την παρεξήγηση. Ήταν το τσιγάρο! 
 


Πριν κλείσω, δεν μπορώ να μην κάνω μνεία στην μεγάλη συναυλία του "Εν Χορδαίς", η οποία στο κάτω κάτω στάθηκε και η αφορμή για μένα αυτού του μοναδικού ταξιδιού. Τα εισιτήρια ήταν προπωλημένα δυο βδομάδες πριν και η προσέλευση απίστευτη, όπως και η ανταπόκριση όσων παρακολούθησαν την βραδιά. Το "Εν Χορδαίς" απέδειξε πως από το Metropolitan Museum της Ν.Υόρκης όπου είχε δώσει συναυλία μία βδομάδα πριν, μέχρι το Χονγκ Κογκ, είναι ικανό να συγκινεί και να ενθουσιάζει τις δύο άκρες του πλανήτη, δύο τόσο ετερόκλητους κόσμους. 

Η συναυλία του "Εν Χορδαίς" στο Hong Kong ήταν άλλη μία μοναδική συναυλία. Η δύναμη του μουσικού σχήματος, η επιλογή του ρεπερτορίου, οι συνθέσεις που ειδικά για τους δρόμους του μεταξιού συνέθεσε ο Κυριάκος και που θα παρουσιαστούν και τον Φεβρουάριο στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης, οι ξένοι συνεργάτες που γίνονται ένα σώμα με τους έλληνες και η ανάγνωση του κειμένου μου σε εφτά διαφορετικές γλώσσες με παράλληλη μετάφραση στα κινέζικα και στα αγλλικά, έκαναν τον κόσμο να ακούει μαγεμένος.

Στο Consert Hall-City Hall μαζί με τους Κυριάκο Πετρά στο βιολί, Κυριάκο Καλαϊτζίδη στο ούτι, Άλκη Ζοπόγλου στο κανονάκι, Πέτρο Παπαγεωργίου στα κρουστά και Δρόσο Κουτσοκώστα στο τραγούδι, ακούσαμε την νεαρή και πολύ ταλαντούχα Τουρκάλα Ozlem Ozdil στο σάζι και στο τραγούδι, με την οποία αγαπηθήκαμε ξεχωριστά και με φώναζε συνέχεια μαμά, τον Πέρση αδερφό μας Kiya Tabassian στο σετάρ που ήρθε από τον Καναδά, τον Ιταλό από την Βενετία, γλυκύτατο και λογιώτατο Marco Rosa Salva στο flut a beck, ο οποίος διάβασε το απόσπασμά του σαν εξαίρετος ηθοποιός και καλύτερα από όλους, τον αγαπημένο Ισραηλινό και κορυφαίο δεξιοτέχνη Zohar Fresco στο μπεντίρ και την μοναδική, την απίστευτη και ανεπανάληπτη κυρία από το Ουζμπεκιστάν Nodira Pirmatova της οποίας η φωνή έρχεται κατευθείαν από την αρχαιότητα, την τραγωδία, τον μύθο, αυτό που ονομάζουμε αρχέτυπο και βρίσκεται στα κύτταρά μας. 

Το "Εν Χορδαίς" συνέχισε. Μετά την Ν.Υόρκη και το Χονγκ Κονγκ πήγε στο Ισραήλ και προχθές επέστρεψε από το Παρίσι όπου εκτός από μια ακόμη ιδιαίτερα επιτυχημένη συναυλία πραγματοποίησε και την ηχογράφησή ενός δίσκου για την μεγάλη δισκογραφική εταιρεία της Γαλλικής Ραδιοφωνίας την περίφημη Ocora. Το βράδυ της συναυλίας η ραδιοφωνία είχε ένα τετράωρο αφιέρωμα στο σχήμα και τον ομώνυμο πολιτιστικό οργανισμό, στο έργο του Κυριάκου, την ιστορία και τις δισκογραφικές τους δουλειές. Το αφιέρωμα ξεκίνησε πριν την συναυλία και αφού την κάλυψε ζωντανά, συνέχισε μέχρι τα μεσάνυχτα.

Ο Θεός να τους δίνει δύναμη στον αγώνα τους. Και όσοι είμαστε κοντά τους να μπορούμε να χαιρόμαστε τις χαρές τους και κάποτε κάποτε και όσα τις πλαισιώνουν, σαν αυτό το ταξίδι, για το οποίο είμαι βαθιά ευγνώμων.  

Saturday, December 5, 2009

6 Δεκεμβρίου: Αγίου Νικολάου




Ο Άγιος Νικόλαος γεννήθηκε τον 3ο αιώνα μ.Χ. στα Πάταρα της Λυκίας, από γονείς ευσεβείς και πλουσίους, την εποχή των αυτοκρατόρων Διοκλητιανού, Μαξιμιανού και έτυχε επιμελημένης μόρφωσης. Όμως, σε νεαρή ηλικία έμεινε ορφανός και κληρονόμος μιας μεγάλης περιουσίας. Από πολύ νωρίς είχε αφιερωθεί στα Θεία όπου και μετά την μετάβασή του στα Ιεροσόλυμα για να προσκυνήσει τον Τίμιο Σταυρό και τον Πανάγιο Τάφο, όταν επέστρεψε στην πατρίδα του χειροτονήθηκε ιερέας στα Πάταρα. Στην αρχή αφιερώθηκε στον ασκητικό βίο κι έγινε ηγούμενος της Μονής Σιών στα Μύρα της Λυκίας. Όταν απεβίωσε ο τότε Αρχιεπίσκοπος Μύρων της Λυκίας, οι επίσκοποι, δια θεϊκής αποκαλύψεως, έκαναν Αρχιεπίσκοπο τον Νικόλαο.
Από την θέση αυτή ανέπτυξε έντονη δράση και επεξέτεινε τους αγώνες του για την προστασία των φτωχών και των απόρων ιδρύοντας νοσοκομεία και διάφορα φιλανθρωπικά ιδρύματα. Προικισμένος με υψηλό χριστιανικό φρόνημα, ακαταμάχητο θάρρος και ζωτικότητα εμψύχωνε τους διωκόμενους από τους Ρωμαίους χριστιανούς διωκόμενος και εξοριζόμενος και ο ίδιος για τη στάση του αυτή.
Κατά τους διωγμούς του Διοκλητιανού υπέστη βασανιστήρια. Όταν όμως ανήλθε στον αυτοκρατορικό θρόνο ο Μέγας Κωνσταντίνος ελευθερώθηκαν όλοι οι χριστιανοί και έτσι ο Νικόλαος επανήλθε στο αρχιεπισκοπικό θρόνο. Σύμφωνα με την παράδοση, ήταν προικισμένος με το χάρισμα της θαυματουργίας και έσωσε πολλούς ανθρώπους, και όσο ήταν εν ζωή αλλά και μετά την κοίμησή του.
Αναφέρονται πλείστα θαύματα του Αγίου όπως η απελευθέρωση των τριών στρατηλατών, θεραπείες νοσούντων και αποκαταστάσεις φτωχών μεταξύ των οποίων και η περίπτωση που έγινε πολύ γνωστή, παρά τη θέληση του Νικολάου, όταν ένας φτωχός οικογενειάρχης, που κατοικούσε στην περιοχή της πατρίδας του Αγίου, και δεν είχε χρήματα να προικίσει τις τρεις κόρες του, σκόπευε πάνω στην απελπισία του να τις στείλει να γίνουν πόρνες σε οίκο ανοχής, προκειμένου να εξασφαλίσει χρήματα. Όταν το έμαθε αυτό ο Νικόλαος, άρχισε να πηγαίνει μυστικά έξω από το σπίτι εκείνο τις νύχτες και να αφήνει σακούλια με χρήματα. Σε τρεις νύχτες εξασφάλισε την προίκα των τριών κοριτσιών, αφήνοντας 100 χρυσά νομίσματα στην κάθε μία. Την τρίτη φορά όμως, ο πατέρας είχε παραφυλάξει για να δει ποιος ήταν ο άγνωστος ευεργέτης, κι αντιλήφθηκε τον Άγιο, που τον παρακάλεσε να μην το αποκαλύψει σε κανέναν. Έτσι, οι τρεις κόρες παντρεύτηκαν κι ο πατέρας μετανόησε για την πρόθεσή του.

[Επεξεργασία]Η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος

Το 325 μ.Χ έλαβε μέρος στην Α' Οικουμενική Σύνοδο, που έγινε στη Νίκαια της Βιθυνίας, και καταπολέμησε τις διδασκαλίες του Αρείου. Λέγεται ότι κατά τη Σύνοδο χαστούκισε τον Άρειο και ο Μέγας Κωνσταντίνος τον έβαλε στη φυλακή. Όταν επέστρεψε από τη Σύνοδο, συνέχισε το ποιμαντικό του έργο μέχρι τα βαθιά γεράματα.

[Επεξεργασία]Η κοίμησή του

Ο άγιος Νικόλαος πέθανε ειρηνικά στις 6 Δεκεμβρίου του έτους 330 μ. Χ. (Κατ’ άλλους του 345 ή 352 μ.Χ.) Μετά την κοίμησή του ονομάστηκε «μυροβλύτης», καθώς τα λείψανά του άρχισαν να αναβλύζουν άγιο μύρο, όπως και άλλων αγίων. Τα λείψανά του διατηρήθηκαν στα Μύρα έως και τον ενδέκατο αιώνα, όπου το 1087 κάποιοι ναύτες τα αφαίρεσαν και τα μετέφεραν στην Ιταλία, στην πόλη Μπάρι, όπου τοποθετήθηκαν στο Ναό του Αγίου Στεφάνου. Λέγεται ότι κατά την τέλεση της θείας λειτουργίας άρχισε να αναβλύζει τόσο πολύ μύρο από τα ιερά λείψανα, που οι πιστοί το μάζευαν σε δοχεία για θεραπεία από διάφορες αρρώστιες, ενώ αρκετοί λιποθυμούσαν από την ευωδία του μύρου αυτού.
Η μνήμη του γιορτάζεται στις 6 Δεκεμβρίου τόσο από την Ορθόδοξη, όσο και από την Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία.

Ο Άγιος Νικόλαος, φορητή εικόνα του 15ουαιώνα, Βυζαντινό Μουσείο Αθηνών

[Επεξεργασία]Υμνολογία

Απολυτίκιο Αγίου Νικολάου (ήχος δ΄)
"Κανόνα πίστεως και εικόνα πραότητος
εγκρατείας διδάσκαλον ανέδειξέ σε
τη ποίμνη σου η των πραγμάτων αλήθεια
δια τούτω εκτείσω τη ταπεινώσει τα υψηλά
τη πτωχεία τα πλούσια.
Πάτερ ιεράρχα Νικόλαε, πρέσβευε Χριστώ τω Θεώ
σωθήναι τας ψυχάς ημών".
Κοντάκιο Αγίου Νικολάου (ήχος γ΄)
"Εν τοις Μύροις Άγιε, ιερουργός ενεδείχθης,
του Χριστού γαρ όσιε, το ευαγγέλιο πληρώσας,
έθηκας την ψυχήν σου υπέρ λαού σου,
έσωσας τους αθώους εκ του θανάτου,
δια τούτο ηγιάσθεις,
ως μέγας μύστης του Θεού της χάριτος".
Μεγαλυνάριο του Αγίου Νικολάου
"Μύρων ιεράρχης προχειρισθείς
μυριπνόοις έργοις κατεμύρισας
αληθώς Μύρων επαρχίαν,
διό και μύρα βλύζειν,
Νικόλαε τρισμάκαρ,
όντως ηξίωσαι.