Με ρωτάς τι μου αρέσει τόσο στη Ραβέννα. Αφού με ρωτάς θα σου πω.
Την αγαπώ σαν να γεννήθηκα εδώ. Σαν τόπο όπου θα διάλεγα να πεθάνω. Δεν θα μπορούσα να την πω πόλη ούτε βέβαια χωριό. Ίσως γιατί μ’ αυτές τις λέξεις στο δικό μας μυαλό έρχονται εικόνες που δεν έχουν καμία σχέση μ’ αυτή την αγκαλιά. Γι’ αυτό την ονομάζω τόπο, χωρίς άλλον προσδιορισμό.
Το ξενοδοχείο που μένουμε είναι η βίλλα Τζιαρντίνο. Σε περασμένες εποχές σίγουρα θα ήταν η έπαυλη κάποιου ευγενούς, όπως εξάλλου όλα τα τριγύρω διώροφα. Η κεντρική του είσοδος είναι μπροστά στο δημοτικό πάρκο. Καστανιές, πεύκα, δέντρα ηλικιωμένα κι επιβλητικά, μαζί μ’ ένα σωρό άλλα που δυστυχώς ακόμα δεν γνωρίζω το όνομά και την προέλευσή τους.
Δεν ακούγεται τίποτα άλλο εκτός από κελαηδίσματα πουλιών, ένας κούκος από μακριά και ο απόηχος κάποιων αυτοκινήτων που τρέχουν στη λεωφόρο.
Είναι Κυριακή και το φαγητό που αγοράσαμε από το ντελικατένσε μπακάλικο σερβίρεται στο μικρό μπαλκονάκι εδώ ακριβώς μπροστά στο δάσος. Είμαι στον παράδεισο.
Το πρωί πήγα για μια ακόμα φορά στον Άγιο Απολλυνάριο τον Νέο. Για τρίτη φορά είδα τα ψηφιδωτά με τους μάγους και τους αγίους όλους πλάι στον Χριστό πάνω από τους μαρμάρινους κίονες.
Κατάλαβα για μια ακόμα φορά τη σύγχιση που παθαίνει το μυαλό μου. Απόμεινα να κοιτώ έκπληκτη το νεοτερικό κιτσάτο Ιερό που είχα διαγράψει απολύτως από το νου μου. Στη θέση του είχα τοποθετήσει το έξοχο Iερό του άλλου Αγίου Απολλυνάριου που βρίσκεται έξω από την Ραβάννα στην Classe.
Αυτό κάνω ασυνείδητα και δίχως καμία πρόθεση αυθαιρεσίας. Επιλέγω τα ωραιότερα μέρη των εμπειριών μου, λησμονώ δίχως καμία προσπάθεια ό,τι δεν μου αρέσει, και φτιάχνω το δικό μου ψηφιδωτό μνήμης που συνήθως διατηρεί μια απολύτως επιλεκτική σχέση με την πραγματικότητα.
Ξέρεις, λοιπόν, γιατί αγαπώ τόσο την Ραβέννα;
Γιατί δεν φωνάζει, αλλά, ψιθυρίζει.
Δεν έχει τίποτα το κραυγαλέο και φανταχτερό. Η αρχιτεκτονική της δεν είναι υπεροπτική, η ζωή της κυλάει στο πλακόστρωτο πάνω σ’ ένα ποδήλατο. Όλα είναι ήπια και ζεστά. Τα διώροφα και τριώροφα σε χρώματα ζεστά, σέπια, χοντροκόκκινο, ροζ, πορτοκαλιά, ώχρες, καφετιά ή πέτρινα. Οι μπουτίκ μικρές, μια σταλιά, σαν αυτές που βρίσκεις στο Μαραί στο Παρίσι.
Ελάχιστα αυτοκίνητα που δίνουν πάντα προτεραιότητα στους πεζούς και στους ποδηλάτες. Άνθρωποι ήπιοι, χαμογελαστοί και ευγενέστατοι. Ο καιρός είναι καλοκαιρινός αλλά φυσάει διαρκώς ένα αεράκι που σου δροσίζει την καρδιά.
Σήμερα που είναι Κυριακή και απόγευμα πίνω την σοκολάτα μου έξω από τον Άγιο Βιτάλιο. Οι περισσότεροι ντόπιοι λείπουν. Στους δρόμους κυκλοφορούν σχεδόν αποκλειστικά αυτοί που κάνουν τις βοηθητικές εργασίες στα σπίτια, στα μαγαζιά, στον δήμο. Μαύροι από αφρικανικές χώρες που μιλούν γλώσσες ακατανόητες και σλάβοι.
Η γυναίκα που ήρθε να καθαρίσει το δωμάτιο είναι μια συμπαθέστατη μαύρη που όλη την ώρα τραγουδάει παρέα με μια φίλη της που ήρθε να της κάνει παρέα και απλώς την ακολουθεί και πότε πότε κουβεντιάζουν και γελούν χαρούμενες.
Δεν έχει ρεσεψιόν εδώ, και πολύ μου αρέσει. Το κλειδί το πήραμε από ένα άλλο ξενοδοχείο που έχει κάποια σπίτια σαν κι αυτό. Κανένας υπάλληλος δεν υπάρχει εδώ κι αυτό το κάνει να είναι περισσότερο σπίτι παρά ξενοδοχείο. Έτσι μπορώ και καπνίζω με την ησυχία μου στο μεγάλο σαλόνι, πράγμα που διαφορετικά θα ήταν αδιανόητο, μιας και το κάπνισμα απαγορεύεται πλέον στους εσωτερικούς χώρους.
Στο δρόμο συναντώ μια ομάδα ένστολων αστυνομικών. Ανάμεσά τους δυο νεαρά κορίτσια με ένα γκλοπ περασμένο στη λεπτή τους μέση. Το θέαμα αυτό είναι αντιφατικό.
Όσο μένω εδώ, τόσο θέλω να φύγω από τη Θεσσαλονίκη. Το μόνο που με κρατά εκεί είναι ο Άγιος Νικόλαος ο Ορφανός και ο Άγιος Δημήτριος με τον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά και δυο φίλοι. Φυσικά και η εργασία μου. Δεν είναι βέβαια, στους καιρούς μας, λίγα αυτά, ούτε ευκαταφρόνητα. Όμως είναι τόσα άλλα που με συνθλίβουν και με διώχνουν ώστε πρέπει να βρω πια έναν τρόπο διαφορετικό να συνεχίσω να ζω. Ή να φύγω σε μικρότερο τόπο, ή να ομορφύνω τον τόπο μου ή να φεύγω συχνότερα. Τώρα το συνειδητοποιώ καλύτερα. Δεν μπορώ να ζω χωρίς ομορφιά. Την έχω ανάγκη όσο και το οξυγόνο. Και εδώ έχει πολλή ομορφιά. Μπορώ και σκέφτομαι καθαρότερα, ησυχάζω και γράφω.
Ξέρεις, η Ραβέννα, η Πάρμα, το Ρίμινι, η Μπολόνια, η Μοντένα, ανήκουν στην περιοχή που ονομάζεται Εμίλια Ρομάνα. Αυτή η περιοχή είναι ξακουστή για την κουζίνα της. Σήμερα το βράδυ, λοιπόν, τρώμε το καλό μας δείπνο σ’ ένα τυπικό ιταλικό εστιατόριο που είναι ένα αρχιτεκτονικό ποίημα.
Επισκευάστηκε το 1572 –άκου τώρα κάτι ημερομηνίες- από τον Captain Gesure Rasponi di Savarna. Για μερικά χρόνια ήταν εστιατόριο και λοκάντα όπου έμενε ο Δάντης. Το 1876 το αγόρασε μια οικογένεια και στο κελάρι της τότε έβρισκες μερικά από τα καλύτερα κρασιά της Ρομανίας. Σήμερα εκτός από την τεράστια συλλογή κρασιών υπάρχει και μια μεγάλη βιβλιοθήκη με βιβλία και περιοδικά στη Ρομάνικη διάλεκτο για την κουλτούρα της.
Είναι πέτρινο, ψηλοτάβανο και οι θόλοι του τρυφερά ζωγραφισμένοι σε χρώματα παστέλ. Η δεύτερη πτέρυγα που ενώνεται με την πρώτη σε πι, έχει οροφή με πλεξιγκλάς και μέταλλο που ακουμπά στο διπλανό πέτρινο σπίτι. Ο σερβιτόρος είναι ένας συμπαθέστατος χοντρούλης που εδώ πατά κι εκεί βρίσκεται. Αποφασίζω να πάρω σαν πρώτο πιάτο την μόνη σούπα που έχει ο κατάλογος. Για να έχει μόνο μία σούπα, σκέφτομαι, δεν μπορεί παρά να είναι ενδιαφέρουσα.
Σερβίρεται σε θερμοκρασία δωματίου και έχει μέσα φασόλια, κολοκυθάκια χωρίς τους σπόρους κομμένα σε κύβους μικρούς, καρότα και σιτάρι, βρασμένα σε ζωμό κρέατος, με λεπτές φετούλες μπέικον τηγανισμένο. Είναι ένα αριστούργημα! Τι να πω τώρα για το χειροποίητο μακαρόνι που ακολουθεί; Τέλειο! Το κρασί χάρμα και η κίτρινη γκράπα μεθυστικά αρωματική!
Παντού ευγένεια, καλαισθησία και καθαριότητα. Για τον Άγιο Βιτάλιο τα έχω γράψει και στο βιβλίο, τα διάβασες, τι άλλο να προσθέσω; Τα ψηφιδωτά παραμένουν μοναδικά, η συγκίνηση αξεπέραστη, δεν έχω να προσθέσω τίποτα.
Ναι, διψάω αφάνταστα την ομορφιά κι εδώ ξεδιψάω. Σα μεθυσμένη γυρνώ κι όλα με ποτίζουν κάλλος ζωής παρελθοντικής και παροντικής.
Μισό κοτόπουλο και κολοκυθάκια τηγανητά από το μπακάλικο που ονομάζεται ‘γαστονομία’, για μεσημεριανό στον κήπο του σπιτιού. Μπαίνοντας σηκώνω το κεφάλι ψηλά και βλέπω στο πάνω μπαλκόνι την ιδιοκτήτρια που ως είναι φανερό κατοικεί στον δεύτερο όροφο. Είναι λίγο αστείο το κατά τα άλλα ωραίο θέαμα. Φορά ασπρόμαυρο ολόσωμο μαγιό κι έχει τα πόδια λυγισμένα πάνω στο κάγκελο του μπαλκονιού καθώς μιλά στο κινητό παραδομένη μάλλον σε συνομιλία ευχάριστη. Ζουμερή μελαχρινή ωραία γυναίκα, καθόλου τυπικό δείγμα ιταλίδας που συνήθως είναι ψηλές και πολύ αδύνατες.
Ο ήλιος δύει κι εγώ πίνω πάλι την σοκολατίτσα μου μη χορταίνοντας την πρόσοψη του Αγίου Βιτάλιου και του μεγάλου πεύκου σιμά του. Θα πάω στο βιβλιοπωλείο τώρα να δω παιδικά παραμύθια καλών ιταλών εικονογράφων, μήπως βρω κάποιον που να μου ταιριάζει.
Το αποχαιρετιστήριο δείπνο πάλι σ’ αυτό το υπέροχο μπαλκόνι μπροστά στο πάρκο, με προσούτο και πεπόνι, πράσινη σαλάτα και σύκα, κόκκινο κρασί. Αργά το βράδυ μια τελευταία βόλτα στο κέντρο για μια κίτρινη γκράπα που σου αναστατώνει τα σωθικά ευχάριστα κι ένα σουφλέ σοκολάτα που αν ήσουν εδώ θα το χλαπάκιαζες με μία μπουκιά.
Όλα κύλισαν όμορφα, ήσυχα, απλά. Κανένα άγχος, καμιά ταραχή, ούτε βιασύνη. Έτσι τα πράγματα άφοβα αποκαλύπτουν το πρόσωπό τους. Πρόσωπο που θέλει τον δικό του χρόνο για να κοιταχτεί, να χαϊδευτεί, να φιληθεί.
Αύριο Τοσκάνη. Γλυκασμένη χαιρετώ την Ραβάννα που μου έδωσε την ψυχή μου πίσω, θεραπευμένη από την γενναιόδωρη ομορφιά της ανθρωπιάς της.
ΥΓ. Οι φωτογραφίες διηγούνται μια παράλληλη ιστορία μ' αυτήν που γράφεται. Οι περισσότερες δεν ταυτίζονται με τις λέξεις, εκτός από αυτές του εστιατορίου - προσοχή! Ήταν στα πλαίσια του παιχνιδιού αυτού του ανοιχτού γράμματος!








