Labels

Saturday, September 6, 2008

Ανοιχτό γράμμα από τη Ραβέννα


Με ρωτάς τι μου αρέσει τόσο στη Ραβέννα. Αφού με ρωτάς θα σου πω.
Την αγαπώ σαν να γεννήθηκα εδώ. Σαν τόπο όπου θα διάλεγα να πεθάνω. Δεν θα μπορούσα να την πω πόλη ούτε βέβαια χωριό. Ίσως γιατί μ’ αυτές τις λέξεις στο δικό μας μυαλό έρχονται εικόνες που δεν έχουν καμία σχέση μ’ αυτή την αγκαλιά. Γι’ αυτό την ονομάζω τόπο, χωρίς άλλον προσδιορισμό.

Το ξενοδοχείο που μένουμε είναι η βίλλα Τζιαρντίνο. Σε περασμένες εποχές σίγουρα θα ήταν η έπαυλη κάποιου ευγενούς, όπως εξάλλου όλα τα τριγύρω διώροφα. Η κεντρική του είσοδος είναι μπροστά στο δημοτικό πάρκο. Καστανιές, πεύκα, δέντρα ηλικιωμένα κι επιβλητικά, μαζί μ’ ένα σωρό άλλα που δυστυχώς ακόμα δεν γνωρίζω το όνομά και την προέλευσή τους.

Δεν ακούγεται τίποτα άλλο εκτός από κελαηδίσματα πουλιών, ένας κούκος από μακριά και ο απόηχος κάποιων αυτοκινήτων που τρέχουν στη λεωφόρο.

Είναι Κυριακή και το φαγητό που αγοράσαμε από το ντελικατένσε μπακάλικο σερβίρεται στο μικρό μπαλκονάκι εδώ ακριβώς μπροστά στο δάσος. Είμαι στον παράδεισο.
Το πρωί πήγα για μια ακόμα φορά στον Άγιο Απολλυνάριο τον Νέο. Για τρίτη φορά είδα τα ψηφιδωτά με τους μάγους και τους αγίους όλους πλάι στον Χριστό πάνω από τους μαρμάρινους κίονες.


Κατάλαβα για μια ακόμα φορά τη σύγχιση που παθαίνει το μυαλό μου. Απόμεινα να κοιτώ έκπληκτη το νεοτερικό κιτσάτο Ιερό που είχα διαγράψει απολύτως από το νου μου. Στη θέση του είχα τοποθετήσει το έξοχο Iερό του άλλου Αγίου Απολλυνάριου που βρίσκεται έξω από την Ραβάννα στην Classe.

Αυτό κάνω ασυνείδητα και δίχως καμία πρόθεση αυθαιρεσίας. Επιλέγω τα ωραιότερα μέρη των εμπειριών μου, λησμονώ δίχως καμία προσπάθεια ό,τι δεν μου αρέσει, και φτιάχνω το δικό μου ψηφιδωτό μνήμης που συνήθως διατηρεί μια απολύτως επιλεκτική σχέση με την πραγματικότητα.

Ξέρεις, λοιπόν, γιατί αγαπώ τόσο την Ραβέννα;
Γιατί δεν φωνάζει, αλλά, ψιθυρίζει.


Δεν έχει τίποτα το κραυγαλέο και φανταχτερό. Η αρχιτεκτονική της δεν είναι υπεροπτική, η ζωή της κυλάει στο πλακόστρωτο πάνω σ’ ένα ποδήλατο. Όλα είναι ήπια και ζεστά. Τα διώροφα και τριώροφα σε χρώματα ζεστά, σέπια, χοντροκόκκινο, ροζ, πορτοκαλιά, ώχρες, καφετιά ή πέτρινα. Οι μπουτίκ μικρές, μια σταλιά, σαν αυτές που βρίσκεις στο Μαραί στο Παρίσι.

Ελάχιστα αυτοκίνητα που δίνουν πάντα προτεραιότητα στους πεζούς και στους ποδηλάτες. Άνθρωποι ήπιοι, χαμογελαστοί και ευγενέστατοι. Ο καιρός είναι καλοκαιρινός αλλά φυσάει διαρκώς ένα αεράκι που σου δροσίζει την καρδιά.

Σήμερα που είναι Κυριακή και απόγευμα πίνω την σοκολάτα μου έξω από τον Άγιο Βιτάλιο. Οι περισσότεροι ντόπιοι λείπουν. Στους δρόμους κυκλοφορούν σχεδόν αποκλειστικά αυτοί που κάνουν τις βοηθητικές εργασίες στα σπίτια, στα μαγαζιά, στον δήμο. Μαύροι από αφρικανικές χώρες που μιλούν γλώσσες ακατανόητες και σλάβοι.

Η γυναίκα που ήρθε να καθαρίσει το δωμάτιο είναι μια συμπαθέστατη μαύρη που όλη την ώρα τραγουδάει παρέα με μια φίλη της που ήρθε να της κάνει παρέα και απλώς την ακολουθεί και πότε πότε κουβεντιάζουν και γελούν χαρούμενες.
Δεν έχει ρεσεψιόν εδώ, και πολύ μου αρέσει. Το κλειδί το πήραμε από ένα άλλο ξενοδοχείο που έχει κάποια σπίτια σαν κι αυτό. Κανένας υπάλληλος δεν υπάρχει εδώ κι αυτό το κάνει να είναι περισσότερο σπίτι παρά ξενοδοχείο. Έτσι μπορώ και καπνίζω με την ησυχία μου στο μεγάλο σαλόνι, πράγμα που διαφορετικά θα ήταν αδιανόητο, μιας και το κάπνισμα απαγορεύεται πλέον στους εσωτερικούς χώρους.
Στο δρόμο συναντώ μια ομάδα ένστολων αστυνομικών. Ανάμεσά τους δυο νεαρά κορίτσια με ένα γκλοπ περασμένο στη λεπτή τους μέση. Το θέαμα αυτό είναι αντιφατικό.

Όσο μένω εδώ, τόσο θέλω να φύγω από τη Θεσσαλονίκη. Το μόνο που με κρατά εκεί είναι ο Άγιος Νικόλαος ο Ορφανός και ο Άγιος Δημήτριος με τον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά και δυο φίλοι. Φυσικά και η εργασία μου. Δεν είναι βέβαια, στους καιρούς μας, λίγα αυτά, ούτε ευκαταφρόνητα. Όμως είναι τόσα άλλα που με συνθλίβουν και με διώχνουν ώστε πρέπει να βρω πια έναν τρόπο διαφορετικό να συνεχίσω να ζω. Ή να φύγω σε μικρότερο τόπο, ή να ομορφύνω τον τόπο μου ή να φεύγω συχνότερα. Τώρα το συνειδητοποιώ καλύτερα. Δεν μπορώ να ζω χωρίς ομορφιά. Την έχω ανάγκη όσο και το οξυγόνο. Και εδώ έχει πολλή ομορφιά. Μπορώ και σκέφτομαι καθαρότερα, ησυχάζω και γράφω.

Ξέρεις, η Ραβέννα, η Πάρμα, το Ρίμινι, η Μπολόνια, η Μοντένα, ανήκουν στην περιοχή που ονομάζεται Εμίλια Ρομάνα. Αυτή η περιοχή είναι ξακουστή για την κουζίνα της. Σήμερα το βράδυ, λοιπόν, τρώμε το καλό μας δείπνο σ’ ένα τυπικό ιταλικό εστιατόριο που είναι ένα αρχιτεκτονικό ποίημα.

Επισκευάστηκε το 1572 –άκου τώρα κάτι ημερομηνίες- από τον Captain Gesure Rasponi di Savarna. Για μερικά χρόνια ήταν εστιατόριο και λοκάντα όπου έμενε ο Δάντης. Το 1876 το αγόρασε μια οικογένεια και στο κελάρι της τότε έβρισκες μερικά από τα καλύτερα κρασιά της Ρομανίας. Σήμερα εκτός από την τεράστια συλλογή κρασιών υπάρχει και μια μεγάλη βιβλιοθήκη με βιβλία και περιοδικά στη Ρομάνικη διάλεκτο για την κουλτούρα της.

Είναι πέτρινο, ψηλοτάβανο και οι θόλοι του τρυφερά ζωγραφισμένοι σε χρώματα παστέλ. Η δεύτερη πτέρυγα που ενώνεται με την πρώτη σε πι, έχει οροφή με πλεξιγκλάς και μέταλλο που ακουμπά στο διπλανό πέτρινο σπίτι. Ο σερβιτόρος είναι ένας συμπαθέστατος χοντρούλης που εδώ πατά κι εκεί βρίσκεται. Αποφασίζω να πάρω σαν πρώτο πιάτο την μόνη σούπα που έχει ο κατάλογος. Για να έχει μόνο μία σούπα, σκέφτομαι, δεν μπορεί παρά να είναι ενδιαφέρουσα.

Σερβίρεται σε θερμοκρασία δωματίου και έχει μέσα φασόλια, κολοκυθάκια χωρίς τους σπόρους κομμένα σε κύβους μικρούς, καρότα και σιτάρι, βρασμένα σε ζωμό κρέατος, με λεπτές φετούλες μπέικον τηγανισμένο. Είναι ένα αριστούργημα! Τι να πω τώρα για το χειροποίητο μακαρόνι που ακολουθεί; Τέλειο! Το κρασί χάρμα και η κίτρινη γκράπα μεθυστικά αρωματική!

Παντού ευγένεια, καλαισθησία και καθαριότητα. Για τον Άγιο Βιτάλιο τα έχω γράψει και στο βιβλίο, τα διάβασες, τι άλλο να προσθέσω; Τα ψηφιδωτά παραμένουν μοναδικά, η συγκίνηση αξεπέραστη, δεν έχω να προσθέσω τίποτα.
Ναι, διψάω αφάνταστα την ομορφιά κι εδώ ξεδιψάω. Σα μεθυσμένη γυρνώ κι όλα με ποτίζουν κάλλος ζωής παρελθοντικής και παροντικής.

Μισό κοτόπουλο και κολοκυθάκια τηγανητά από το μπακάλικο που ονομάζεται ‘γαστονομία’, για μεσημεριανό στον κήπο του σπιτιού. Μπαίνοντας σηκώνω το κεφάλι ψηλά και βλέπω στο πάνω μπαλκόνι την ιδιοκτήτρια που ως είναι φανερό κατοικεί στον δεύτερο όροφο. Είναι λίγο αστείο το κατά τα άλλα ωραίο θέαμα. Φορά ασπρόμαυρο ολόσωμο μαγιό κι έχει τα πόδια λυγισμένα πάνω στο κάγκελο του μπαλκονιού καθώς μιλά στο κινητό παραδομένη μάλλον σε συνομιλία ευχάριστη. Ζουμερή μελαχρινή ωραία γυναίκα, καθόλου τυπικό δείγμα ιταλίδας που συνήθως είναι ψηλές και πολύ αδύνατες.

Ο ήλιος δύει κι εγώ πίνω πάλι την σοκολατίτσα μου μη χορταίνοντας την πρόσοψη του Αγίου Βιτάλιου και του μεγάλου πεύκου σιμά του. Θα πάω στο βιβλιοπωλείο τώρα να δω παιδικά παραμύθια καλών ιταλών εικονογράφων, μήπως βρω κάποιον που να μου ταιριάζει.

Το αποχαιρετιστήριο δείπνο πάλι σ’ αυτό το υπέροχο μπαλκόνι μπροστά στο πάρκο, με προσούτο και πεπόνι, πράσινη σαλάτα και σύκα, κόκκινο κρασί. Αργά το βράδυ μια τελευταία βόλτα στο κέντρο για μια κίτρινη γκράπα που σου αναστατώνει τα σωθικά ευχάριστα κι ένα σουφλέ σοκολάτα που αν ήσουν εδώ θα το χλαπάκιαζες με μία μπουκιά.

Όλα κύλισαν όμορφα, ήσυχα, απλά. Κανένα άγχος, καμιά ταραχή, ούτε βιασύνη. Έτσι τα πράγματα άφοβα αποκαλύπτουν το πρόσωπό τους. Πρόσωπο που θέλει τον δικό του χρόνο για να κοιταχτεί, να χαϊδευτεί, να φιληθεί.
Αύριο Τοσκάνη. Γλυκασμένη χαιρετώ την Ραβάννα που μου έδωσε την ψυχή μου πίσω, θεραπευμένη από την γενναιόδωρη ομορφιά της ανθρωπιάς της.


ΥΓ. Οι φωτογραφίες διηγούνται μια παράλληλη ιστορία μ' αυτήν που γράφεται. Οι περισσότερες δεν ταυτίζονται με τις λέξεις, εκτός από αυτές του εστιατορίου - προσοχή! Ήταν στα πλαίσια του παιχνιδιού αυτού του ανοιχτού γράμματος!

Thursday, September 4, 2008

Το ωραιότερο της ζωής μου ταξίδιον


Οι σοφοί άνθρωποι λένε πως όταν είναι αναπαυμένη η καρδιά του ανθρώπου όπου και να βρίσκεται, σε όποιον τόπο κι αν διάγει τον βίο του, είναι καλά. Ωστόσο αν δεν έχεις φτάσει ακόμα στην άκρη του δρόμου που σε κάνει σοφό, εκεί που η σκόνη των εντυπώσεων μετασχηματίζεται σε εμπειρία γόνιμη και καρποφόρα, διαπιστώνεις πως άλλοι τόποι σε ωφελούν και άλλοι όχι.
Άλλοι αναπαύουν την καρδιά σου τροφοδοτώντας την ομορφιά, κάλλος απαράμιλλο που σε καθαρίζει σαν βάφτιση. Και άλλοι που σε κουράζουν. Υπερβαίνουν τον αγώνα σου, τις δυνάμεις σου, τις αντοχές σου.

Όπως ακριβώς συμβαίνει και με τους ανθρώπους. Άλλους αρκεί να τους κοιτάς. Κάθεσαι πλάι τους με σταυρωμένα τα χέρια και είσαι ήδη μέσα στην ζεστή αγκαλιά τους που σε παραμυθεί για όλα τα απαρηγόρητα, μήτρα αγάπης που σε συνδέει απευθείας με τον λώρο της Xάριτος. Και άλλους από τους οποίους απομακρύνεσαι καθώς σου φράζουν τον δρόμο που επέλεξες προτιμώντας συχνά την μοναξιά καθώς το πρόσωπό της είναι κάποτε τρυφερότερο από την καρδιά τους.

Η Τοσκάνη είναι από τους τόπους που σε οδηγούν κατευθείαν στην ουσία της ύπαρξής σου, δηλαδή στο φως. Η φυσική της ομορφιά δεν έχει τίποτα το εξωτικό και παράδοξο. Ίσως τίποτα το εντυπωσιακό που να μην παραπέμπει ήδη σε γνωστές εικόνες αποθηκευμένες στη μνήμη. Έχει την απλότητα ψυχής αγαθής. Σώμα καλλίγραμμο νωχελικά γερμένο στη γη, ίδιο γλυπτό κόρης του Χαλεπά στο ανάκλιντρο. Μισοσκεπασμένο αμπελώνες υφασμένους την μέριμνα, την υψηλή τέχνη και το μεράκι, κι αλλού γυμνό, αφού θερίστηκε το σιτάρι και σε μπάλες τώρα τα άχυρα περιμένουν υπομονετικά της σειρά τους.

Τα μαλλιά της κόρης συστάδες από καλοχτενισμένα κυπαρίσσια μαγνητισμένα από τα νέφη. Αραιά και που κοσμούν το σώμα πύργοι και κάστρα, από αιώνες τώρα ίχνη αφής ερωτικής αρχόντων, εραστών της ομορφιάς.

Λόφοι ατέλειωτοι. Καμπύλες ανοιχτές, γραμμές που σε τυλίγουν ρούχο χυτό γενναιόδωρο. Λόφοι στα μέτρα σου τα ανθρώπινα. Και λίγο παραπάνω. Να τα υπερβείς με προσπάθεια.
Λόφοι τοιχώματα της χωμάτινης βάρκας που ξαπλώνεις παιδί στην κοιλιά της να δεις προστατευμένο τη νύχτα τ’ άστρα. Θαρραλέο να δεις τη μέρα, που δεν είσαι ένα παιδί μοναχό σε μια χωμάτινη βάρκα για ένα άγνωστο ταξίδι.

Η βάρκα αυτή μητρικά σε κρατά. Προσεύχεται για σένα: να μη χαθείς. Σου μαθαίνει απ’ την αρχή το ‘Πάτερ ημών’. Την πίστη σου μαθαίνει στα θαύματα Εκείνου που χέρι αγάπης έπλασε το σώμα της και το δικό σου. Την ελπίδα πως η βάρκα του κόσμου οδηγεί σε λιμάνι αιωνίως απάνεμο. Την αγάπη που είναι αμπελώνας μόχθου μεγάλου μέχρι να φτάσεις να κεράσεις το κρασί της στα διψασμένα χείλη.


Η Τοσκάνη είναι γυναίκα. Μητέρα είναι. Νέα και παλιά. Έφηβη και γραία. Ξεκουράζει, παρηγορεί, πλουτίζει τον διαβάτη και τον ενδυναμώνει. Κοιμίζει τις αγωνίες του. Τους εφιάλτες του χαϊδεύει. Ξορκίζει τις λύπες. Χαράματα τον ξυπνά βαφτισμένο στην ομορφιά.

Στην αγάπη του Δημιουργού της που έπλασε το ευλογημένο κορμί της. Στην διακριτική παρουσία του ανθρώπου που το διακόσμησε με ευγενική διάκριση για να το κάνει να καρπίσει δώρα εφάμιλλα του κάλλους του σαν το Vino Nobile Montepulcano.




Καλό φθινόπωρο!

ΥΓ. Για να σας αποζημιώσω για την μακρά απουσία μου σας έβαλα και δύο μουσικές από την χειμερινή συναυλία μας στο Πλατώ: το 'Στοιχηθείτε' του Θανάση Τσίτσαρη και το 'Γύρνα φτερωτή του μύλου' του Μάνου Χατζιδάκι.
Παίζουν: Γιώργος Κοκκινάκης-πιάνο, Θανάσης Τσίτσαρης-τσέλο, Κυριάκος Καλαϊτζίδης-ούτι και στη φωνή η γράφουσα. Live είναι, δεν έχει και πολύ καλή απόδοση, αλλά νομίζω πως δεν πειράζει και τόσο...

Thursday, August 21, 2008

Τρία μικρά

1. Πέρασαν μέρες
για να ξαναπιάσω το μολύβι.
Νύχτες πολλαπλάσιες.



2. Ούτε ένα όνειρο δεν πούλησα
ν' αγοράσω λίγη πραγματικότητα.
Γι' αυτό τη ζητιανεύω.



3. Τα σκοτάδια του Άδη
καύσιμη ύλη
για την εκτόξευση στο Φως.

Monday, June 30, 2008

Το βιβλίο "σε τέμπο κόκκινο", της Βασιλικής Νευροκοπλή από τις εκδόσεις Λιβάνη, κυκλοφορεί στις 21/07/08


…Να μπω σε όλα τα εμπορικά, στα γραφεία, στα λεωφορεία, σε όλα τα σπίτια, στα καφενεία και στα κομμωτήρια. Να δω πώς ζουν οι άνθρωποι. Πώς ψήνουν καφέ, πώς πιάνουν το κουταλάκι να βάλουν ζάχαρη, πώς χτενίζονται, πώς κοιτούν στον καθρέφτη, πώς ξαπλώνουν, πώς κοιμούνται, πώς γελούν. Ναι, να τους δω και να τους ακούσω να γελούν. Να τους δω να κλαίνε, όσοι απόμειναν να κλαίνε. Πώς δέρνονται και πώς χαϊδεύονται. Να δω, επιτέλους, τι την κάνουν τη ζωή που τους δόθηκε. Το θάνατο τι τον κάνουν; Κι αυτό δεν είναι περιέργεια. Είναι η αφόρητη δίψα να καταλάβω τη ζωή, τους ανθρώπους, εμένα. Όλο αυτό που έχω μέσα μου. Αυτό που μασκαρεύεται στις γενικές συναναστροφές, ντύνεται, μακιγιάρεται και υποδύεται.
Γυμνούς θέλω να δω όλους τους ανθρώπους του πλανήτη. Και να με δουν κι αυτοί. Να μπω στα χειρουργεία την ώρα των επεμβάσεων. Να δω τα σπλάχνα τους. Πόσο διαφέρουν τα σπλάχνα από άνθρωπο σε άνθρωπο θέλω να δω. Πόσο διαφέρει το αίμα. Τι χρώμα έχει το αίμα του καθενός μας. Πώς εκφράζεται και τι ζωγραφίζει..

.........................................................................................................................................................................
Σημείωμα
15/07/09

Καλησπερίζω τους φίλους του μπλόγκιγκ και μπλόγκερς, έχοντας επιστρέψει πια από το ταξίδι μου για το οποίο πιθανόν να γράψω κάποια στιγμή αργότερα. Νομίζω πως τώρα οφείλω να γράψω κάτι γι' αυτό το βιβλίο, αφού σε μια βδομάδα θα είναι με το καλό στις προθήκες των βιβλιοπωλείων.
Είναι, μάλλον, ένα παράξενο βιβλίο. Δεν είναι ένα μυθιστόρημα, αλλά ούτε απλώς μια συλλογή κειμένων διαφορετικών μεταξύ τους. Δεν είναι μυθοπλαστικό ούτε φαντασιακό. Τα σαράντα πέντε κεφάλαιά του διατρέχουν όλα μια κοινή ραχοκοκαλλιά που είναι η απορία και ο θαυμασμός μου για τη ζωή, ο φόβος μπροστά στη θέα του θανάτου και η ελπίδα της ανάστασης μέσα από την προσωπική μου ζωή αλλά και τη ζωή πλήθους ανώνυμων και επώνυμων ανθρώπων. Όταν λέω επώνυμων δεν εννοώ διάσημων. Εννοώ ανθρώπων που γνώρισα για λίγο, απλών και ταπεινών που το συναπάντημά μου μαζί τους αλλοίωσε καλώς τη ζωή μου.
Στο να κατανοήσω τι έχω γράψει στάθηκε σημαντική η συζήτηση που έκανα με την έμπειρη διορθώτριά μου και παντελώς άγνωστη μέχρι αυτή τη στιγμή σε μένα, όταν περνούσαμε τηλεφωνικώς τις τελευαίες και οριστικές διορθώσεις.
Ανάμεσα στα άλλα που μου είπε και που αφορούν την γραφή αυτή καθεαυτή, εκτίμηση ιδιαιτέρως θετική που δεν υπάρχει λόγος να περιγράψω γιατί εδώ μαπίνει πάντα το προσωπικό γούστο του καθενός, μου ξεκαθάρισε πως πρόκειται για ένα φιλοσοφικό κείμενο διαποτισμένο ποίηση. Η ποίηση, μου είπε, ξεχειλίζει από κάθε λέξη. Είναι ένα βαθιά υπαρξιακό κείμενο, που δονεί τις βαθιές και τρυφερές χορδές της ψυχής. Πιστεύω, μου είπε, πως θα ακουμπήσει κυρίως τους νέους ανθρώπους και πως οι μεγάλοι και κατασταλαγμένοι άνθρωποι μάλλον δεν θα καταλάβουν τίποτα. Θα μιλήσει στους νέους που αναρωτιούνται, που ψάχνονται, που ριψοκινδυνεύουν και τολμούν.
Ειδικά αυτό το τελευταίο σχόλιό της μου άρεσε πολύ και το χάρηκα, γιατί τι καλύτερο από το να σε διαβάσουν νέοι άνθρωποι και να έχεις έτσι μαι σχέση μαζί τους. Είδωμεν! Δε θα πω περισσότερα. Ένα ατελεύτητο περπάτημα είναι το βιβλίο, στους δρόμους της Θεσσαλονίκης του παρόντος και του παρελθόντος, στους δρόμους πόλεων του εξωτερικού όπου ταξίδεψα, στους δρόμους των σωμάτων και των ψυχών ανθρώπων και αιώνων.
Τώρα συγκεντρώνομαι σε διάβασμα βιβλίων που από καιρό ήθελα να κάνω και αφορούν την επόμενη εργασία μου. Προσπαθώ να βάλω σε μια τάξη τα μέσα μου γιατί η αφαίρεση και έκθεση των τελευταίων δέκα χρόνων της ζωής μου στο "σε τέμπο κόκκινο" έχει αφήσει ένα ακατάστατο σκηνικό εσωτερικών ανακατατάξεων που θέλουν την φροντίδα τους. Έτσι, λοιπόν, αποσύρομαι στα ιδιαίτερα εν εαυτώ διαμερίσματά μου και αφού σας ευχαριστήσω όλους για την αγάπη, το ενδιαφέρον και την στήριξή, σας εύχομαι ολόψυχα:

Καλό Καλοκαίρι!



Thursday, June 26, 2008

Ράινερ Μαρία Ρίλκε



"...Τι ξεκούραση! Να 'ναι καμιά φορά κανένας φιλοξενούμενος. Να μη χορταίνει πάντα μόνος του κανένας τις επιθυμίες του με άθλιο φαϊ. Να μην απλώνεις πάντα το χέρι σου εχθρικά σ' όλα τα πράγματα. Ν' αφήσει κανείς καμιά φορά τον εαυτό του σε άλλους να τον κάνουν ό,τι θέλουν. Και να ξέρει πως ό,τι του κάνουν, είναι για καλό.
Και το θάρρος θέλει, καμιά φορά, να ξαπλώσει πάνω σε μεταξωτά σκεπάσματα, και να διπλωθεί μέσα στον εαυτό του.





Να μην είναι κανείς πάντα στρατιώτης. Να μπορεί κανείς να αφήσει μια φορά τα μαλλιά του λιτά, κι ανοιχτό τον πλατύ γιακά του, και να καθίσει σε μεταξωτά καθίσματα, και να αισθάνεται τον εαυτό του ξεκούραστο ως τις άκρες στα δάχτυλά του: σαν να 'ναι ύστερ' από λουτρό. Και να ξαναμάθει κανείς πάλι τι είναι οι γυναίκες. Και τι κάνουν οι λευκές, και οι γαλανές τι είναι, τι χέρια έχουν, πώς τραγουδούν το γέλιο τους, όταν τα ξανθά αγόρια έρχονται να τους προσφέρουν τα ωραία τάσια, βαριά από ζουμερούς καρπούς..."

Από το: Η αγάπη και ο θάνατος του σημαιοφόρου Χριστόφορου Ρίλκε, εκδ. Ηριδανός, μτφ, Ρένας Καρθαίου

Thursday, June 19, 2008

Του Στάθη Τσαγκαρουσιάνου για τον Άρη Δαβαράκη

Σάββατο βράδυ Κυριακή πρωί

Το ταξίδι

Με τον ΣΤΑΘΗ ΤΣΑΓΚΑΡΟΥΣΙΑΝΟ

Διάβασα προ ημερων κάτι στο μπλογκ του Αρη Δαβαράκη, που δεν μου φέυγει από το μυαλό. Μιλάει για την περιπέτεια της υγείας του πριν από μερικά χρόνια, που τον έφερε στα όρια του θανάτου. Γράφει απλά και άμασητα. Για εκείνο το πρωί που διερράγη το πάγκρεάς του από υπερβολή στο αλκοόλ και έπεσε ξέπνοος στο πάτωμα. Σύρθηκε, άνοιξε την πόρτα και ευτυχώς τον άκουσε ο θυρωρός πριν λιποθυμήσει. Ο «Ευαγγελισμός» ευτυχώς εφημέρευε, το σπίτι του ήταν δίπλα, τον χώσανε εσπευσμένα στο χειρουργείο. Τα σωθικά του ήταν γεμάτα αίμα. Τον άνοιξαν, έραψαν το πάγκρεας προσπαθώντας να διασώσουν ένα μικρό κομμάτι του μπας και μπορέσει να αναπλαστεί σε ένα καινούργιο υγιές πάγκρεας, βάλανε σε ένα τραπέζι δίπλα τα έντερά του, τα έπλυναν και τα ξανατοποθέτησαν στο στομάχι του. Μια περιτονίτιδα τον έστειλε λίγες μέρες μετά ξανά στο χειρουργείο. Είχε απομείνει 48 κιλά. Κάθε μέρα μια νοσοκόμα του έδινε λίγες σταγόνες χαμομήλι, που ο φραγμένος πυλωρός εμπόδιζε να φτάσουν στο έντερο, κι αναγκαζόταν να τις ξεράσει μέσα από οδυνηρούς σπασμούς. Ωσπου, κάποια μέρα, οι στάλες στάλαξαν στο έντερο και του ανέβηκαν δάκρυα στα ματια. Ο οργανισμός λειτουργούσε ξανά -είχε σωθεί.

Διαβάζω συχνά το μπλογκ αυτού του αυθεντικού και τρυφερού ανθρώπου, που έχει αληθινό ταλέντο στην επικοινωνία. Τον ξέρω και λίγο. Παρατηρώ τη ζωή ενός μεσήλικα που προσπαθεί να είναι καλός και να ερμηνεύσει όσο καλύτερα μπορεί την ωραία παραξενιά της ύπαρξης. Εχει και ορισμένες εκρήξεις μικροπρεπούς οργής, που τον κάνουν ακόμα αληθινότερο. Είναι ειλικρινής, εκτεθειμένος και άμεσος όσο ελάχιστοι Ελληνες δημοσιογράφοι.

Ομολογώ, όμως, ότι πρώτη φορά κατάλαβα αληθινά τι έχει διαμορφώσει τον χαρακτήρα αυτού του ανθρώπου που του αρέσει το μπάνιο στην πρωινή, παγωμένη θάλασσα και η γαλήνια πειθαρχία του Αγίου Ορους, ενώ κάποτε έδινε τον τόνο της δημοσιογραφικής κατινιάς με τα In και out, την πόρτα στο Εργοστάσιο και το φαντεζί σοσιαλίζινγκ στο Κολωνάκι της δεκαετίας του '80. Αυτό που τον ορίζει και τον όρισε οριστικά είναι αυτή η εμπειρία θανάτου, το γυμνό πλησίασμα στο μεγάλο κενό -αυτό που ο Μισίμα παρομοιάζει με άσπρο Σεντόνι. Διαβάζοντας το ωμό του ποστ, που σε σημεία έμοιαζε με ιατρικό ανακοινωθέν και αλλού είχε την ανθρωπίλα της ρωσικής λογοτεχνίας (αυτό το αντιθετικό μιξάζ τον χαρακτηρίζει εν γένει) σκέφτηκα πόσο λίγο μιλάμε, εμείς οι άνθρωποι σήμερα, για την αρρώστια και το θάνατο, από φόβο, άγνοια ή επιθετική άρνηση. Ωκεανός από λέξεις γεμίζουν κάθε λεπτό το διάστημα του Ιντερνετ, κι όμως οι αληθινές εμπειρίες ζωής συσπειρώνονται ακόμα ανεκλάλητες μέσα στο κεφάλι μας και θα το κάνουν να σπάσει. Είναι να απορείς, πόσο επίμονα και επιδέξια αποσιωπάται αυτή, η πιο ακραία και σύγκορμη εμπειρία της ανθρώπινης ζωής. Αυτό που ο Φράνσις Μπέικον ονομάζει Αίσθηση της Θνητότητας, τονίζοντας ότι είναι κάτι που δεν τον εγκαταλείπει ποτέ (μας εγκατέλειψαν κι αυτός κι αυτή, ταυτοχρόνως!).

Κι όμως. Αυτό είναι το πέρασμα για τον Μυστικό Κήπο. Χαμηλό, σκοτεινό, κρυμμένο στο αγριεμένο δάσος, μέσα στο οποίο χάθηκε κάποια στιγμή ο Δάντης -στην πιο κρίσιμη ηλικία: εκεί που η καύλα της νιότης αρχίζει να ξεφουσκώνει και αρχίζεις να βλέπεις καθαρά την κορυφογραμμή απέναντι, επειδή λιγοστεύει το φως. Εκεί, αν δεν μπορέσεις να δημιουργήσεις κάποια ηθική πειθαρχία μέσα σου, καταρρέεις. Γίνεσαι σαν τους φίλους του Σεφέρη, που «δεν ξέρουν πια πώς να πεθάνουν».

Εχω την εντύπωση ότι ο Αρης ξέρει πια πώς να ζει. Αγαπάει τους φίλους του, γράφει στίχους και θεατρικά, κολυμπάει, ταξιδεύει, παρατηρεί με ευχαρίστηση τα γεγονότα και τους συσχετισμούς του κόσμου. Τόσα λίγα, τόσα πολλά. Τον εκτιμώ επειδή μοιράζεται με ειλικρίνεια αυτό το ταξίδι μαζί μας, κι επειδή κάποτε, που υπήρξαμε συνεργάτες, είχε ευγένεια και αρχοντιά που σπανίως συναντάς σε αυτήν τη μικροπρεπή φάρα.

Αρη, να είσαι πάντα καλά. *

.....................................................................................................................................................................

Ενδεχομένως -και το πιθανότερο- ο Στάθης Τσαγκαρουσιάνος να μη μπει ποτέ εδώ μέσα για να διαβάσει αυτό που του γράφω, αλλά τα λόγια βρίσκουν τον τρόπο μόνα τους να πάνε, αν χρειαστεί, εκεί που οφείλουν -αν κρίνουν πως αξίζει τον κόπο-, κι έτσι δεν με νοιάζει.

Χάρηκα αφάνταστα το κείμενο αυτό για δύο τουλάχιστον λόγους πέραν του ότι είναι πολύ καλογραμμένο. Πρώτον, ο γράφων έχει βλέμμα πεντακάθαρο και ειλικρινές, διεισδυτικό και στοργικό μαζί, ολόκληρο. Και όταν λέω ολόκληρο, -γιατί αυτό είναι το θαυμαστό- εννοώ πως καταφέρνει μέσα σε πολύ λίγες γραμμές να 'αναγνώσει' την πορεία του Άρη Δαβαράκη διατρέχοντας αυτό που είναι και ήταν, μέσα από εξωτερικά γεγονότα της ζωής του -που διαμόρφωσε και τον διαμόρφωσαν- και μέσα από καρδιακές εσωτερικές του περιπέτειες - πορείες μέχρι σήμερα. Αυτό που διαβάζει ο Στάθης και κατόπιν καταγράφει είναι αποτέλεσμα του δικού του βλέμματος που είναι τόσο καθαρό και ευκρινές επειδή φωτίζεται από αγάπη ανιδιοτελή.

Ο δεύτερος λόγος που καταχάρηκα αυτό το κείμενο δεν είναι απλά επειδή τον Άρη τον αγαπάω ξεχωριστά -πράγμα γνωστό που δεν θα είχα κανένα λόγο να το γράψω-, αλλά επειδή με έκανε να τον αγαπήσω ακόμα παραπάνω μέσα από αυτήν την ολιστική του ματιά. Δεν μπορώ παρά να είμαι ευγνώμων στον Στάθη Τσαγκαρουσιάνο, όπως θα ήμουν και σε κάθε άλλον άνθρωπο που θα με έκανε να αγαπώ κάποιον ή κάτι περισσότερο ή που θα γεννούσε εξ αρχής μια αγάπη μέσα μου.

Να είσαι έτσι Στάθη και να συνεχίσεις.

Monday, June 16, 2008

Περισυλλογή (Baudelair)


Φρονίμεψε, ω Πόνε μου, κι ησύχασε λιγάκι.Τη Νύχτα αποζητούσες και να την,πέφτει αργά:Την πόλη μια σκοτεινή ατμόσφαιρα τυλίγειΣ' άλλους γαλήνη φέρνονταςκαι σ' άλλους το σαράκι.


Κι ενώ το ανθρώπινο κοπάδι θλιβερό,στης Ηδονής υπακούοντας το ανελέητο κάλεσμαΠάει ν' αγρεύσει ενοχές σε άθλια γλεντοκόπια,Ω Πόνε μου, δώσ' μου το χέρι κι έλα από δω,


Μακριά τους. Κοίτα που σκύβουνε τα πεθαμένα Χρόνια,Με ξεφτισμένα κρέπια απ' τα μπαλκόνια τ' ουρανού,Τη μεταμέλεια που αναδύεται απ' τα νερά χαμογελώντας,


Τον Ήλιο κάτω από μιαν αψίδα που γέρνει για να κοιμηθεί,Κι όπως σάβανο μακρύ που σέρνεται προς την ΑνατολήΆκου, καλέ μου, άκου, της Νύχτας της γλυκιάς τα βήματα.


Το ποίημα είναι απο την ποιητική συλλογή 'Τα άνθη του κακού'.
Η μετάφραση είναι του Αλέξανδρου Κοσματόπουλο και τον ευχαριστώ θερμά που μου την εμπιστεύθηκε για να την ανεβάσω εδώ.

Saturday, June 14, 2008

Σάββατο των ψυχών


Ξημέρωσε ο Θεός τη μέρα Του. Από βραδύς είχες βάλει να μουσκέψει το σιτάρι. Σηκώθηκες πρωί πρωί να το βράσεις. Καβούρντισες τους ξηρούς καρπούς, το αλεύρι. Στράγγισες το σιτάρι, το σκούπισες καλά και το έστρωσες όμορφα όμορφα στο κευκό βαθύ πιάτο. Από πάνω τριμμένη φριγανιά να τραβήξει την υγρασία και μετά η άχνη και ο σταυρός από καρύδια.

Δεν εξηγείται η χαρά που έχεις πάντα όταν κάνεις κόλλυβα για τους ανθρώπους σου που έφυγαν απ' αυτόν τον κόσμο. Δεν εξηγείται ούτε η χαρά τους, που με τον δικό τους τρόπο, σου μηνούν από κει που βρίσκονται. Στο κάτω κάτω τι εξηγείται; Έχεις αρχίσει να παραιτείσαι από τις εξηγήσεις στις οποίες δαπάνησες μεγάλο μέρος της ζωής σου μέχρι τώρα ανώφελα.

Πήγες στην Αγία Αικατερίνη, μιας και συνέπεσε σήμερα να είναι και το μνημόσυνο του ανθρώπου που σε κράτησε στην πνευματική αγκαλιά του περισσότερο από δεκαπέντε χρόνια, του αρχιμανδρίτη π.Σάββα - ιερομονάχου π.Στεφάνου. Μπαίνοντας στον ναό μια ψηλή μαυροφορεμένη γριά σου είπε επιτακτικά να πας να αφήσεις κατευθείαν τα κόλλυβα πάνω στα τραπέζια που υπήρχαν εκατέρωθεν της Ωραίας Πύλης. Πήγες να αντιγράψεις τον μεγάλο κατάλογο -που έχεις πάντα μαζί σου- σε άλλα χαρτιά, γιατί φοβάσαι μη ξεχάσεις κανέναν και μετά στεναχωρεθείς. Πάλι επιτακτικά σου είπε να πας να αφήσεις τα πρωτότυπα και να μην καθυστερείς. Την υπάκουσες, πήγες μπροστά, αλλά έμεινες εκεί μπροστά να αντιγράφεις, κάνοντας έτσι λίγο το χατίρι της και λίγο το δικό σου.
Ατέλειωτα τα πιάτα με τα κόλλυβα. Ο νεωκόρος άναψε τα κεριά και άστραψαν οι φλογίτσες παρηγοριά. Κόσμος πολύς. Τέλειωσε η Μετάληψη και άρχισε το μνημόσυνο. Χάρηκες ξεχωριστά σαν είδες πως παρευρισκόταν ο Δεσπότης της Ιεράς Μονής του Σινά, κ.κ. Δαμιανός. Σιναϊτης ήταν ο παπα Σάββας σου και ο Δεσπότης ήρθε παρ' όλα τα προβλήματα της υγείας του που ήταν σχεδόν φανερά, καθώς διάβαζε ασθμαίνων αλλά θαρραλέα και με καρδιά. Πριν το Δι' ευχών είπε δυο λόγια. Δυο λόγια τόσο απλά και όμορφα, τόσο ξεκάθαρα και παρηγορητικά. Πως είναι η γιορτή των ψυχών, είπε. Πως χαίρονται τώρα οι ψυχούλες που αγαπάμε και είναι στον ουρανό και πως καμιά προσευχή δεν πάει χαμένη. Πως μπορεί να λέμε πως δεν υπάρχει μετάνοια μετά τον θάνατο, αλλά η ιστορία της εκκλησίας μας πολλές φορές έχει δείξει ένα σωρό περιπτώσεις που η προσευχή κινητοποίησε την ευσπλαχνία του Θεού και άλλαξε η θέση των ψυχών πλησιάζοντάς Τον. Πως δεν είναι ένα έθιμο φολκλόρ. Είναι πολύ σημαντικό και ουσιαστικό πράγμα το μνημόσυνο και πως αφού όλοι στον δρόμο είμαστε και πλησιάζουμε στο θάνατο, ας έχουμε το νου μας. Για την κοινή Ανάσταση, μίλησε, και την ώρα εκείνη που όλοι θα ανταμώσουμε αναστημένοι και θα είναι χαρά.


Έβαλε Δι' ευχών και όλος ο κόσμος, ο πολύς κόσμος που ήταν εκεί, έβγαινε έξω. Πήγες να βγεις μα ένιωσες δυσφορία στο σπρώξιμο που επικρατούσε. Βγήκες από τη ροή του ποταμού και κάθισες σ' ένα στασίδι να ξαποστάσεις και να συλλογιστείς, να προσευχηθείς λίγο. Έφυγε όλος ο κόσμος κι έμεινες σχεδόν μόνη. Θυμήθηκες την γερόντισσα Γαβριηλία που έλεγε πως όταν τελειώνει η Λειτουργία να μη φεύγουμε αμέσως από τον ναό. Οι άγγελοι είναι ακόμα εκεί και χαίρονται να έχουν παρέα τους ανθρώπους. Δεν τους βλέπεις βέβαια τους αγγέλους εσύ, αλλά όντως υπάρχει κάτι στον ναό μετά την Λειτουργία που έχει μια ξεχωριστή γλύκα. Πέρασαν από τα μάτια της ψυχής σου όλοι οι δικοί σου. Και στους δικούς σου δεν λογίζεις μόνο τους συγγενείς εξ αίματος, αλλά και τους πνευματικούς συγγενείς σαν τον κυρ Νίκο τον Πεντζίκη και την αδερφή του που σήμερα πρόσθεσες τα ονόματά τους στα χαρτάκια.

Όταν βγήκες ο κόσμος είχε σκορπίσει. Την ώρα εκείνη βγήκε ξοπίσω σου ο Δεσπότης και στάθηκες να πάρεις την ευχή του που τόσο τον συμπαθείς. Ήρθε κατευθείαν πάνω σου και απλώνοντας το χέρι στα κόλλυβα που κρατούσες είπε: 'Ας πάρω ένα σπυρί από σένα'. Χαμογέλασε και πορεύθηκε προς την αίθουσα που θα κερνούσαν τον καφέ. Χαμογέλασες κι εσύ γεμάτη χαρά. Ρώτησες μια γυναίκα που την γνώριζες λίγο, ποιος άνθρωπος γνωρίζει για τη ζωή του παπα Σάββα. Σου μίλησε για την κυρά Κατίνα και την παρακάλεσες να σου την γνωρίσει. Την γνώρισες, λοιπόν, και αμέσως σε προσκάλεσε στο σπίτι της. Τους άφησες όλους και πήγες υποβαστάζοντας την ογδονταπεντάχρονη γραία. Με δυσκολία ανέβηκε τους δύο ορόφους του σπιτιού της. Ένα απ' αυτά τα σπίτια σε δρομίσκο κάθετο στην Κασσάνδρου που είναι το ένα πάνω στο άλλο σε πολυκατοικίες παλιές, ξεχασμένες. Στην ίδια γειτονιά έμενε και ο παπα Σάββας. Το φτωχικό σπίτι άστραφτε, βγήκατε στο μπαλκόνι που ήταν κατάμεστο από λουλούδια. Σου έφερε ένα μικρό βιβλιαράκι που έγραψε ο κουμπάρος του παπα Σάββα για τη ζωή του και είχε τυπωθεί για τα σαράντα του. Έτσι δεν είχες να ρωτήσεις και πολλά. 'Ένα λικέρ;' σε ρώτησε κι εσύ είπες 'όχι, ευχαριστώ'. 'Είναι σπιτικό', σου ξαναείπε και δέχθηκες μετά χαράς. Έτσι είναι οι ταπεινοί άνθρωποι, σκέφτηκες. Δεν λένε, 'είναι δικό μου', ή 'το έφτιαξα με τα χεράκια μου', αλλά 'είναι σπιτικό' λένε. Πικραμύγδαλο ήταν καταπληκτικό κι ένα κομματάκι Ισλί γλυκό. Η κυρά Κατίνα γνώριζε τον παπα Σάββα από λαϊκό. Μικρασιάτες ήταν και οι δυο. Άλλοι άνθρωποι. Δεν ήθελε όμως να πολυμιλήσει γι' αυτόν. Έχασε την παρηγοριά της κι έμεινε μόνη που καμιά φορά πίνανε έναν καφεδάκο παρέα. Πολλές φορές έτρεξε στα νοσοκομεία, για τον γιο του που έφυγε δεκατεσσάρων χρονών από καρκίνο, για την γυναίκα του, την κυρά Ευανθία που χρόνια πριν είχε φύγει κι αυτή και της στάθηκε και μετά που έγινε ιερομόναχος, στάθηκε και στον ίδιο μέχρι το τέλος. Βούρκωνε συνέχεια κι όλο έκανε τον σταυρό της κι έλεγε, Δόξα τω Θεώ! Περισσότερο μιλούσε για τους καημούς της κι εσύ την άκουγες και δεν ρωτούσες πια τίποτα. Μια ζωή με όλες της τις πίκρες χωνεμένη μέσα στα μικρά της μάτια και μια απορία για τα παράδοξα και ακατανόητα μυστήρια. Μια εγκαρτέρηση και μια δοξολογία μαζί.


Αναρωτιέσαι τώρα τι θα μπορούσες να γράψεις γι' αυτόν τον άνθρωπο που τόσα χρόνια σε κράτησε με τόση αγάπη. Ίσως και τίποτα από τα τόσα πολλά. Η μυστική πνευματική ζωή τέτοιων ανθρώπων δεν καταγράφεται εύκολα, ούτε τόσο σύντομα από τη στιγμή της αποχώρησής τους, ούτε από ανάξιους ανθρώπους όπως εσύ. Μπορείς όμως να γράψεις για την χαρά που είχε όταν του έδινες κάτι που έγραφες. Το διάβαζε προσεκτικά και ακόμα και μετά από πολύ καιρό που τον επισκεφτόσουν σου έλεγε τις σκέψεις του. Πολύ του άρεσε ο δοκιμιακός σου λόγος, αν και σαν είδος δεν το εξάσκησες ιδιαίτερα ποτέ. Τα ποιήματά σου δεν του πολυάρσεσαν και είχε δίκιο κι ας άργησες να το καταλάβεις. Το παραμύθι σου του το έδωσες στο νοσοκομειο. Το κρατούσε στην αγκαλιά του και γελούσε σαν παιδί. Γελούσε πολύ μαζί σου κι εσύ χαιρόσουν να τον κάνεις να γελάει. Είχε μια εσωτερική ελευθερία που διαρκώς σε προκαλούσε έκπληξη. Ποτέ δεν έδινε αναμενόμενες απαντήσεις, ούτε καν απαντήσεις, θα έλεγες. Ρωτούσες κάτι κι έλεγε: "πρώτα ο Θεός", ή 'άστο τώρα' , μακριά από διδακτικές και ηθικές συμβατικές, μόνο με μεγάλη αγάπη. Θα έπρεπε κανονικά να μου λείπει πολύ και είναι αλήθεια πως καμιά φορά όταν γράφω πολύ θα ήθελα να το δει και να μου πει τη γνώμη του. Ίσως να φαίνεται παράξενο αυτό, μα για μένα δεν είναι. Έτσι έμαθα κι έτσι έκανα πάντα. Η αλήθεια μας επαληθεύεται στην αλήθεια του άλλου και μάλιστα όταν αξιώνεσαι έναν τέτοιον άλλο καλομαθαίνεις. Μα τον νιώθω κοντά μου και γι' αυτό δεν λέω τίποτα. Ούτε καν πως μου λείπει δεν λέω.
Δοξάζω μόνο τον Θεό που με αξίωσε να τον ζήσω όσο επέτρεπαν οι μικρές μου δυνάμεις και όσο κατάλαβα ό,τι κατάλαβα -που σιγά μην κατάλαβα- και μόνο ζητώ να αναπαύεται η ψυχούλα του κοντά στο Θεό και να μη μ' αφήνει κι εμένα αβοήθητη στο έλεος των παθών μου. Να παρακαλάει τον Θεό να μας χορηγεί το Πνεύμα το Άγιον που μόνο αυτό μπορεί και δίνει τα πάντα σε όλους μας, αφού χωρίς αυτό ένα κουφάρι άδειο είμαστε.
Καλή Πεντηκοστή!

Friday, June 6, 2008

Η απέραντη ηδονή του ελάχιστου



Ακουμπάς το κεφάλι πάνω στο μάρμαρο. Πίσω του η γούρνα τρέχει νερό καυτό. Μικρές σταγόνες σαν παιδιά αρκουδίζουν πάνω στο πρόσωπό σου. Το σώμα σηκώνεται μέσα στο νερό χωρίς προσπάθεια. Το σχοινί που διαπερνά διαγωνίως την πισίνα το περνάς ακριβώς κάτω από τα γόνατα. Το σώμα έτσι αποκτά μια στάση εμβρυακή. Ανεπαίσθητα αρχίζεις να κουνάς ελαφρά τα πόδια και η μικρή κίνηση της ταλάντωσης παραπέμπει σε κούνια. Κούνια μέσα στο καυτό νερό. μια άγνωστη πραγματικότητα.
Κλείνεις τα μάτια. Είσαι μόνη όπως το επιθύμησες. Εσύ και το νερό. Οι υδρατμοί και το ελάχιστο φως που διαπερνά τους δύο αντικριστούς φεγγίτες. Λίγο λίγο κυοφορούνται τα όνειρα. Και τα όνειρά σου πια είναι λέξεις αιωρούμενες. Μάτια αγαπημένων. Μάτια και λέξεις αφής είναι τα όνειρά σου. Λέξεις που το χέρι του αόρατου γλύπτη έχει σκαλίσει με παράδοξο τρόπο στο ρευστό της ψυχής σου. Μάτια που το βλέμμα τους ζωγράφισε πάνω στο καναβάτσο του δέρματος της ύλης σου ζωγραφιές υδάτινης ακουαρέλλας. Οι εσωτερικοί επώδυνοι σπασμοί που προκαλεί η ταλάντωση του νερού πασχίζουν να ελευθερώσουν τον συσσωρευμένο πόνο, την πίεση, ό,τι δεν μιλήθηκε, δεν αφέθηκε, δεν δόθηκε. Ό,τι πλήγωσε την τρυφερότητα που περίσσια σε διέπει. Ο γλυκύς κυματισμός του νερού μέσα στο οποίο κάνεις κούνια γίνεται ωδίνη ψυχική που σε κάνει να απορείς. Τι θα γεννήσει;
Παραμένεις περισσότερο από είκοσι λεπτά που σε προειδοποίησαν πως αντέχει ένας κανονικός άνθρωπος. Αυτο δεν σε ξαφνιάζει. Παραμένεις ελπίζοντας πως η ζεστή αγκαλιά θα βγάλει από μέσα σου, -όσο κι αν υποφέρεις σ’ αυτόν τον εσωτερικό τοκετό-, όλη την ταραχή του πόνου. Βγαίνεις από την πισίνα και κάθεσαι ακριβώς κάτω από την γούρνα με το τρεχούμενο νερό με λυγισμένο προς τον κορμό το αριστερό πόδι πάνω στο οποίο ακουμπάς το χέρι σου και το κεφάλι σου πάνω του, το δεξί ξαπλωμένο χαλαρά. Γέρνεις το κουρασμένο σου κεφάλι να τρέξει άφθονο το νερό στον αυχένα. Οι ώμοι αναπνέουν ευχάριστα κάτω από το δυνατό καυτό χάδι. Η πλάτη και η μέση με τη σειρά τους ανακουφίζονται.
Ξαναβουτάς στο νερό με παραλυμένο το κορμί. Αρχίζεις να τραγουδάς. Οι πολλαπλές αντηχήσεις μέσα στο λουτρό δημιουργούν χορωδίες που σε συνοδεύουν. Στα ψηλά γυναικείες φωνές, στα μπάσα αντρικές. Είναι ο κύκλος. Ο θόλος του και η ζέστη. Είναι η καρδιά σου που τραγουδά τόσο ελεύθερα για το λίγο, το ελάχιστο της στιγμής που αξιώθηκες. Αυτής της σιωπής που κατακλύζει την γενναία μοναξιά. Την μοναξιά να υπάρχεις ένα με τον κόσμο χωρίς τον κόσμο. Ένα με τις αγάπες μακριά τους. Ένα με τις λέξεις στο λευκό του χαρτιού. Ένα με τον έρωτα χωρίς ερωτικό αντικείμενο. Ένα με τα σώματα ανέγγιχτος. Ένα με το υγρό στερεός. Ένα με το ακύμαντο παλλόμενος. Με τον λόγο σιωπηλός. Ένα.
Όταν θα βγεις έχει περάσει μία ολόκληρη ώρα. Οι πόροι του σώματος και της ψυχής ορθάνοιχτοι ελευθέρωσαν όλη την δύναμη και την αδυναμία σου. Σχεδόν ανύπαρχτος άνθρωπος κάθεσαι σε μια καρέκλα. Εσύ, η πετσέτα που σε τυλίγει και η καρέκλα. Θα μείνετε για αρκετή ώρα οι τρεις σας μέχρι να νιώσεις έτοιμος να ανοίξεις την πόρτα. Η γαλήνη ανοίγει διάπλατα τα δυο της χέρια να υποδεχθεί απ’ την αρχή τις εντάσεις της χαράς και της λύπης που η ζωή αφειδώς προσφέρει.
Η μία ώρα, αυτός ο ελάχιστος χρόνος παραμονής σου στο ιαματικό λουτρό του Λαγκαδά, σου πρόσφερε απέραντη ηδονή. Την ηδονή του να αδειάζεις.
Να είσαι ελεύθερος από τα πράγματα, σου είπε την πρώτη φορά που δοκιμαζόσουν. Και την δεύτερη που η δοκιμασία ήταν πολύ μεγαλύτερη, σου το είπε πάλι ξεκάθαρα. Να είσαι ελεύθερος από τους ανθρώπους. Η εφαρμογή του λόγου σε πράξη γίνεται τη στιγμή που αυτός ειπώνεται. Δεν γίνεται επειδή το προσπαθείς. Μόνο του γίνεται. Δεν γίνεται εκ των υστέρων. Μόλις τον ακούς γίνεται. Ό,τι ήταν να γίνει από μεριάς σου έγινε προτού αυτός ειπωθεί. Όταν όργωνες το έδαφος της ψυχής σου με αλύπητο κόπο. Από τη στιγμή που ο λόγος έπεσε πάνω στο έδαφος που του έπρεπε έγινε κιόλας πράξη. Εσύ θα είσαι πλέον θεατής των καρπών του.

Wednesday, June 4, 2008

Ανέβη ο Θεός εν αλαλαγμώ, Κύριος εν φωνή σάλπιγγος

.......................................................................
β΄
Αυτός που έφθασε στη γη, καθώς μόνος γνωρίζει,όταν να φύγει θέλησε, όπως ο Ίδιος ξέρει,πήρεν αυτούς π' αγάπησε και σε βουνό ψηλόκαι μεγαλόπρεπο τους έφερε,για να 'χουνε ψηλά τον νου και τις αισθήσειςκαι να αφήσουν του λοιπού όλα τα τιποτένια.Γι' αυτό και σαν ανέβηκαν στο όρος των ελαιώνπεριτριγύριζαν τον Ευεργέτη,καθώς ο ιερός Λουκάς το ιστορεί.Και άπλωσεν ο Κύριος τα χέρια σαν φτεράκαι σαν αητός εσκέπασε την φωλιά που ζέσταινεκαι λέει στα πουλάκια: "Εγώ σας επροστάτεψααπ' όλα τα κακά. Αγαπήστε Με, λοιπόν, όπως σας αγάπησα.Δεν σας αποχωρίζομαι. Εγώ κοντά σας βρίσκομαικαι μη φοβάστε τίποτα.
γ'Από πάνω σας Εγώ, ω μαθητές μου,ως Θεός και Ποιητής όλου του κόσμουτις παλάμες μου απλώνω, που οι άνομοι ετέντωσανκαι έδεσαν και κάρφωσαν.Λοιπόν, εσείς να σκύψετε κάτω από τα χέρια μουνα νιώσετε και να μάθετε, φίλοι, αυτά που κάνω.Βάζω τα χέρια μου σε σας ωσάν να σας βαφτίζωκαι ευλογώ και στέλνω σαςσοφούς και φωτισμένους.Στο πρόσωπό σας έπαινος και σεβασμός υπάρχεικαι στην ψυχή σας θείον φως, καθώς είναι γραμμένο,πως πλουσιοπάροχα θα δώσω το Πνεύμα μου σε σάςκαι θα μου είσετε αρεστοί,μαθητές και εκλεκτοί, έμπιστοι κι αγαπημένοι.Δεν σας αποχωρίζομαι. Εγώ κοντά σας βρίσκομαικαι μη φοβάστε τίποτα."..........................................................................................ι'Κι αφού είπε στους φίλους αυτά ο Χριστός,κάνει νόημα μετά στους αρχαγγέλους,να ετοιμάσουν για τα άγια βήματά Του δρόμο,που κανένας μέχρι τότε δεν περπάτησε.Μόλις λοιπόν προστάχθηκαν οι πρώτοι των αγγέλων,φώναζαν σ' όλες τις αρχές των ουρανών:"Σηκώστε τις πύλες κι ανοίξτε διάπλατα τις πόρτεςτ' ουρανού τις επίσημες,μιας και ο Κύριος της δόξης καταφθάνει.Στρώστε τις πλάτες, σύγνεφα, για Κείνον που θ' ανέβη.Αιθέρα, να ετοιμασθής γι' Αυτόν που δρόμο μέσααπό σένα θα τραβήξη.Ανοίχτε ουρανοί. Ουρανοί των ουρανών, καλοδεχτήτε Τον,γιατί έρχεται σε σας Αυτός που λέει στους δικούς Του:"Δεν σας αποχωρίζομαι. Εγώ κοντά σας βρίσκομαικαι μη φοβάστε τίποτα."..............................................................................................ιγ΄.....Λοιπόν σαν είδαν οι πιστοί Απόστολοι τα πράγματα,αμέσως κατά τον Δαβίδ με ψαλμωδία είπανε:"Όντως ανέβη ο Θεός μέσα σ' αλαλαγμό,όντως ανέβη ο Κύριος με ήχους των σαλπίγγων."


Ύμνοι Ρωμανού του Μελωδού, απόσοση στα Νέα Ελληνικά Αρχιμανδρίτη Ανανία Κουστένη, εκδ. Αρμός.


Monday, June 2, 2008

3 Ιουνίου 2008, τα πρώτα γενέθλια του αγγέλου Θεολόγη-Μηνά.




Σήμερα κλείνει ένας χρόνος που γεννήθηκε άγγελος στην αγκαλιά του ουρανού ο Θεολόγης. Διάλεξε να γεννηθεί μέσα στο νερό, όπως και σαν άνθρωπος στην μήτρα της μητέρας του. Μες στο νερό άφησε το σώμα του καθώς το έκανε μπάνιο η μανούλα του για να πέσει ο πυρετός. Μέσα στο νερό έβγαλε τα πρώτα του φτερά κι έτσι καθώς τα τίναξε με δύναμη για να ξεκινήσει το ταξίδι οι σταγόνες έγιναν δάκρυα στα μάτια αυτών που τον αγάπησαν πολύ.
Πέταξε ψηλά, πολύ ψηλά πέταξε στον ουρανό που λάτρευε. Δεν μπορούσε να μείνει πάνω από τεσσεράμισι χρόνια μακριά του. Μόλις πάτησε το πόδι του στη γαλάζια χώρα έτρεξε αμέσως να βρει τον Κωνσταντίνο, το αγαπημένο του ξαδερφάκι που τρία χρόνια πριν είχε ανοίξει τον δρόμο για χάρη του. Έσμιξαν τα φτερά τους κι άστραψαν τότε εκτυφλωτικά τα παιδικά τους πρόσωπα στο αντάμωμα.
Μεγάλο πανηγύρι έγινε. Άρχισαν να χορεύουν τα δυο τους, να τρέχουν πάνω κάτω, να ξεκαρδίζονται στα γέλια, να κυλιούνται πάνω στα σύννεφα και στους γαλαξίες και γύρω τους μυριάδες άγγελοι κι αρχάγγελοι πιασμένοι φτερό το φτερό να χορεύουν ακατάπαυστα για το καλωσόρισμα.
Εννιά μέρες κράτησε ο τρελός χορός κι έπρεπε κάθε ένας να πάει στις δουλειές του που στην πραγματικότητα ποτέ δεν είχε αφήσει, γιατί οι άγγελοι μπορούν και να γλεντούν και να μεριμνούν για τους ανθρώπους κάθε στιγμή. Βρήκε τότε την ευκαιρία ο άγγελος Θεολόγης κι άρχισε να αναποδογυρίζει όλους τους κουβάδες του ουρανού. Πάντα είχε μια εκπληκτική ταχύτητα, μα τώρα δεν τον έφτανε κανένας. Αφού και οι άγγελοι αμέσως το παραδέχθηκαν και τον έχρισαν το πιο γρήγορο αγγελάκι του κόσμου. Οι άνθρωποι της γης την ώρα εκείνη του έψελναν ύμνους γλυκούς, του άναβαν θυμίαμα -γιατί και τις μυρωδιές αγαπούσε πολύ και το ήξεραν-, κι εκείνος γυρνούσε τους κουβάδες ανάποδα και γελούσε και το νερό της βροχής έπεφτε τουλούμι στο χώμα και στα μάτια αυτών που πολύ τον αγαπούσαν.
Ένα χρόνο τώρα τα φτερά του μεγάλωσαν πολύ. Γέμισαν χρώματα που πάνω τους ζωγράφισαν οι λύπες και οι χαρές των δικών του. Κι έτσι όπως τρέχει πάνω κάτω συνέχεια ζωγραφίζει χαϊδεύοντας τα σύννεφα όπως ζωγράφιζε τους τοίχους του σπιτιού του. Γι’ αυτό τον χρόνο αυτόν ο ουρανός είναι ομορφότερος από ποτέ. Χαϊδεύει ο Θεολόγης τα σύννεφα όλα να μην μείνει κανένα αχάιδευτο, όπως χάιδευε τους δικούς του και όλους τους ξένους στον δρόμο, στα καφέ, στα μαγαζιά. Ερωτεύεται το φως, τους άλλους αγγέλους, τους αγίους όλων των αιώνων και χαίρεται μαζί τους και κάθε μέρα, κάθε νύχτα τους γνωρίζει έναν έναν που είναι άπειροι κι όλο τους αγκαλιάζει κι αγκαλιάζεται απ’ αυτούς, όπως ακριβώς έκανε και με τους ανθρώπους.
Παρέα με τον Κωνσταντίνο οι δυο τους έχουν μεγάλη έννοια για τα πολλά τους ξαδέρφια, τα αδέρφια τους, τους γονείς τους, τους θείους και τις θείες τους, τους παππούδες και τις γιαγιάδες τους. Προσπαθούν με κάθε τρόπο να τους κάνουν όλους να γελούν. Να τους κάνουν να νιώσουν την ατέλειωτη χαρά τους. Να τους γεμίσουν αγάπη για τον κόσμο που διψά τόσο πολύ την αγάπη. Και σίγουρα με τα αδέρφια και τα ξαδέρφια τους φαίνεται πως τα καταφέρνουν πολύ καλά γιατί είναι κι αυτά παιδιά.
Μεγάλωσε ο άγγελος Θεολόγης και σήμερα κλείνει τον πρώτο του χρόνο στον ουρανό. Βλέπω τον Κωνσταντίνο να του ετοιμάζει μια τούρτα από σύννεφα και του ανάβει πάνω εκατομμύρια αστέρια, ήλιους και φεγγάρια. Στο κέντρο βάζει μια νεράιδα πανέμορφη. Χαράματα θα του τη δώσει την ώρα που γεννήθηκε. Την ώρα εκείνη που ήρθε μέσα στον ύπνο μου η αγάπη μου να με αποχαιρετίσει. Χώθηκε στην αγκαλιά μου και με χάιδευε κι ήμουν ευτυχισμένη. Πολύ ευτυχισμένη. Ασυνήθιστα και σπάνια ευτυχισμένη. Με χάιδευε όπως και στον ξύπνιο. Πώς να γνωρίζω πως αυτό το χάδι έλεγε αντίο; Πως ήταν η ώρα που γεννιόταν άγγελος; Δεν με χαιρέτισε έτσι ποτέ κανείς πιο πριν. Και ήταν τόσο χαρούμενος και ο ίδιος. Πάντα χαρούμενος ήταν και πάντα χαρά έδινε σε όλους. Μα εκείνη η χαρά ήταν άλλη. Η ευτυχία μας εκείνη άλλη ήταν.
Να ζήσεις άγγελέ μας! Αιώνες πολλούς, ατέλειωτους αιώνες να ζήσεις να σε χαίρεται όλος ο ουρανός με τον Χριστό που περισσότερο από όλους αγαπάει τα παιδιά και την Παναγία μας που είναι η μητέρα του Κυρίου μας και δική μας. Να ζήσεις αγάπη μου μικρή και μεγάλη! Κράτα τον δρόμο ανοιχτό με κάθε τρόπο, να φτάσουμε κι εμείς μια μέρα εκεί. Και να είμαστε όπως τότε, όπως τώρα και για πάντα, όλοι μαζί μια αγκαλιά, ένα χάδι, ένα φιλί χρυσό.
Μπουμπουνίζει! Τι σκαρώνεις πάλι;

Sunday, May 25, 2008

Το Παραμύθι της Μουσικής κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Λιβάνη.




"Το Παραμύθι της Μουσικής θα μπορούσε να είναι μια αληθινή ιστορία που να αφορά κάθε τέχνη. Αν στεγάζεται κάτω από την σκέπη του παραμυθιτικού λόγου είναι γιατί αυτή είναι φτιαγμένη από ουρανό που επιτρέπει ανεμπόδιστα το φως του να διεισδύσει στην καρδιά του ανθρώπου.Αν αφορά τη μουσική και όχι κάποια άλλη τέχνη, δεν είναι μόνο γιατί αυτή υπακούει στους ρυθμούς της ανθρώπινης καρδιάς, αλλά και γιατί στο παρελθόν η μουσική αποτέλεσε ισχυρή ενοποιητική δύναμη ανθρώπων, πολιτισμών, κόσμων ολόκληρων.
Ο μύθος αποτελείται από μια διαδοχική σειρά ανατροπών που οδηγούν διαρκώς σε νέες συνθήκες ανοίγοντας λίγο λίγο το δρόμο προς το παράδοξο και ακατανόητο μυστήριο της ύπαρξης, ταυτόσημο της ουσίας της, δηλαδή της αγάπης.
Η παραίτηση από την αψεγάδιαστη τελειότητα παράλληλα με την αποδοχή της ανθρώπινης αδυναμίας θα φέρει στον κόσμο την Θεοδώρα από τους μέχρι τότε άτεκνους ηλικιωμένους γονείς της.
Η αποδοχή της τυφλότητας από την ίδια την Θεοδώρα θα αναπτύξει τα άλλα της χαρίσματα σε τόσο αξιοθαύμαστο βαθμό ώστε η αδυναμία της να μεταποιηθεί σε φωτεινή δύναμη που θα την κάνει σοφή.
Η αναπτυγμένη της ακοή που την οδηγεί στην στενή σχέση της με την μουσική θα δημιουργήσει μέσα της την ταύτιση: μουσική-έρωτας-γάμος, με αποτέλεσμα να ζητά να παντρεφτεί μουσικό όταν έρχεται η ώρα του γάμου.
Η γνωριμία της με τις μουσικές ποικιλλίες της Μεσογείου, -καθώς περνούν ως υποψήφιοι γαμπροί οι μουσικοί-, αναδεικνύει την διαφορετικότητα των ανθρώπων, των μουσικών, των πολιτισμών.
Η γνώση όμως δυσχεραίνει την επιλογή που αφορούσε μέχρι τότε λογικά σχήματα. Σχήματα που θα καταρρεύσουν μπροστά στο αίσθημα της αγάπης που ξυπνά ένα τραγούδι που ακούει η ενήλικη Θεοδώρα μια νύχτα από τον παιδικό της φίλο τον Αλέξιο.
Η παιδική αγάπη ενηλικιώνεται και η επιλογή γίνεται καρδιακά.
Όταν αναχωρούν οι μουσικοί για τις πατρίδες τους αφήνουν δώρο στο ζευγάρι τα μουσικά τους όργανα και παίρνουν μαζί τους το μεγάλο δώρο που τους έκανε η αρχοντοπούλα, τη σοφία της: "...πως από μόνη της η μουσική, όπως ίσως κάθε τέχνη, δεν είναι αρκετή για να κερδίσεις μια καρδιά αν δεν την αγαπάς αληθινά..."
Έτσι, ο μουσικός διάλογος μέσα στο παραμύθι, -η οικείωση του ξένου δηλαδή-, είναι αυτός που οδηγεί αφενός στην κατανόηση των πολιτισμών των γειτονικών λαών, αλλά και στην αυτογνωσία της δικής μας πολιτιστικής ταυτότητας και εν τέλει... της καρδιάς μας."

(Από την Συνέντευξη Τύπου που δόθηκε την Τετάρτη 21 Μαϊου στο Ελληνικό Ίδρυμα Πολιτισμού με αφορμή την ομώνυμη παράσταση στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών).

Tuesday, May 6, 2008

Πρόσκληση για "Το Παραμύθι της Μουσικής" Πέμπτη 22 Μαϊου, στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών (αίθ. Τριάντη) ώρα 9.00μ.μ.





To Υπουργείο Πολιτισµού
το Ίδρυµα Anna Lindh
και το Ελληνικό Ίδρυµα Πολιτισµού
σας προσκαλούν
στο πλαίσιο της Νύχτας Διαλόγου
στην παράσταση του µουσικού σχήµατος ΕΝ ΧΟΡ∆ΑΙΣ
Το Παραµύθι της Μουσικής
στις 22 Μαΐου 2008, ώρα 9:30 µ.µ.
στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών
Αίθουσα Αλεξάνδρα Τριάντη
1001 Δράσεις για το Διάλογο
Είσοδος ελεύθερη, µε δελτία προτεραιότητος
Το παραµύθι της µουσικής
Κείµενο: Βασιλική Νευροκοπλή
Σκηνοθεσία: Θωδ Εσπίριτου
Μουσική: Κυριάκος Καλαϊτζίδης
Μια φορά κι έναν καιρό στη Μαρώνεια της Θράκης γεννήθηκε η Θεοδώρα.
Ένα κορίτσι διαφορετικό από τα άλλα. Η διαφορετικότητά της ξεκινά
από το γεγονός ότι είναι τυφλή. Αυτό όµως είναι που την κάνει να αντιλαµβάνεται
και να αισθάνεται τον κόσµο µε τρόπο µοναδικό, µέσα από τις άλλες αισθήσεις της
και κυρίως µέσα από την ακοή. Έτσι αποκτά µεγάλη σχέση µε τους ήχους και τη σιωπή.
Η σχέση της µε τους ήχους την οδηγεί στην αγάπη για τη µουσική.
Η σχέση της µε τη σιωπή, µε τον καιρό, την κάνει σοφή.
Η φήµη της απλώνεται σε όλη την Ανατολή. Κάποτε έρχεται η ώρα να παντρευτεί.
Μα η Θεοδώρα, µόνο µουσικό µπορεί να πάρει.
Κι αρχίζουν να καταφτάνουν µουσικοί απ’ όλα τα µέρη.
Η απόφαση είναι δύσκολη.
Έχει µόνο τρεις µέρες και τρεις νύχτες για ν’ αποφασίσει...
Αυτό είναι το Παραµύθι της Μουσικής,
η παράσταση που ετοίµασε το µουσικό σχήµα
«ΕΝ ΧΟΡ∆ΑΙΣ»
µαζί µε ηθοποιούς, χορευτές και προσκεκληµένους µουσικούς από τη Μεσόγειο
και θα δοθεί στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών,
την Πέµπτη, 22 Μαΐου. 2008, ώρα 9:30 µ.µ.
Εσείς είστε καλεσµένοι µας,
για να µιλήσουµε µαζί τη γλώσσα της µουσικής.
Μαζί µας θα είναι µουσικοί από τη Θεσσαλονίκη, την Κωνσταντινούπολη, τη Βηρυτό,
τη Γρανάδα, το Κάιρο, την Τύνιδα, τη Βενετία και την Αβινιόν,
που θα παίξουν για να κερδίσουν τη Θεοδώρα.
Κοµµάτια όπως οι «Τελάληδες», το «Ξεχασµένο Χασάπικο»,
έργα ανώνυµων Αράβων συνθετών του 16ου και του 18ου αιώνα,
ταταυλιανοί χοροί (παραδοσιακοί σκοποί από την Κωνσταντινούπολη),
σεφαραδίτικοι σκοποί από την Ανδαλουσία
και πολλά άλλα
θα αναδείξουν τη διαφορετικότητα
µέσα από τα µουσικά βιώµατα και την κοινή παράδοση
στην τέχνη και τον πολιτισµό.
Καλλιτέχνες από τους λαούς της Μεσογείου
θα συνυπάρξουν ειρηνικά και θα αφηγηθούν επί σκηνής,
για µια βραδιά, ένα παραµύθι.
Το «Παραµύθι της µουσικής»
βασίζεται στο οµώνυµο βιβλίο της Βασιλικής Νευροκοπλή
και διαδραµατίζεται στη Θράκη κατά τη Βυζαντινή περίοδο.
Η είσοδος είναι ελεύθερη µε δελτία προτεραιότητας.
Γι’ αυτό φροντίστε να είστε στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών πριν από την έναρξη της παράστασης για να παραλάβετε τα δελτία σας.

Περισσότερες πληροφορίες: www.hfc.

Μία Νύχτα, 37 Χώρες: Όλοι είναι καλεσµένοι
Η Νύχτα ∆ιαλόγου είναι η κορύφωση της εκστρατείας «1001 ∆ράσεις για τον ∆ιάλογο» του Ιδρύµατος Anna Lindh και του δικτύου του. Πρόκειται για µια πρωτοβουλία που στοχεύει στη µαζική κινητοποίηση οργανώσεων και πολιτών στην Ευρω-Μεσογειακή περιοχή µε σκοπό τη «γνωριµία µε τον άλλο» και την καταπολέµηση της ξενοφοβίας και των διακρίσεων. Την νύχτα αυτή, οι κάτοικοι της Ευρώ-Μεσογειακής ζώνης, µέσα από ποικίλες πολιτιστικές εκδηλώσεις, συναυλίες και συµπόσια, θα έχουν την ευκαιρία να ενώσουν τις φωνές τους διακηρύσσοντας την ανάγκη διαλόγου, αλληλοκατανόησης και αρµονικής συνύπαρξης των διαφορετικών πολιτισµών στην περιοχή:
• Στην Αλεξάνδρεια, στο Κάστρο του Quait Bey, θα οργανωθούν συναυλίες, συζητήσεις, παραστάσεις δρόµου και προβολές ταινιών.
• Στο Κάστρο της Λεµεσού θα δοθεί η παράσταση «Μουσικά Ίχνη», µε τη συµµετοχή συγκροτηµάτων από την ελληνική και την τουρκική κοινότητα.
• Στη Βηρυτό, η Λιβανέζικη Εθνική Επιτροπή της Unesco οργανώνει συναυλία στην Εκκλησία του Saint-Joseph, όπου 180 τραγουδιστές θα ερµηνεύσουν ένα τραγούδι-ύµνο στα ιδανικά του διαλόγου και της ειρήνης.
• Στη Βαρκελώνη, στη Βασιλική Πλατεία, οργανώνεται συναυλία της ορχήστρας των Boban και Marko Markovich, ένα παζάρι νέων εθελοντών και απονοµή του βραβείου για την καλύτερη ιστορία µικρού µήκους του διαγωνισµού «A Sea of Words».
• Το Ραµπάτ θα συµµετέχει µε τη συναυλία της χορωδίας Shams al Assile, τη θεατρική παράσταση του Ali Bouhali και τη µουσική παράσταση του Otman Khalloufi.
Άλλες εκδηλώσεις θα γίνουν στο Βέλγιο (Βρυξέλλες), την Τσεχία (Πράγα), τη ∆ανία
(Κοπεγχάγη), τη Γαλλία (∆ουκέρνη, Λυών), τη Γερµανία (Καρλσρούη, Βαïµάρη), το Ισραήλ
(Τελ Αβίβ), την Ιταλία (Νάπολη, Ρώµη, Παλέρµο, Τορίνο, Πέζαρο), τη Λετονία (Ρίγα),
τη Λιθουανία (Βίλνιους), το Λουξεµβούργο, τη Μάλτα, το Μαρόκο (Ραµπάτ), την Παλαιστίνη
(Τζενίν), την Πορτογαλία (Λισσαβόνα), τη Σλοβακία (Μπρατισλάβα), τη Σλοβενία
(Λουµπιάνα), τη Σουηδία (Γκέτεµπουργκ), την Ολλανδία (Άµστερνταµ)
και την Τυνησία (Τύνιδα).
Πληροφορίες: Ίδρυµα Anna Lindh
Τηλ: +203 4820342 / 3, Fax: +203 4820471