




Περὶ τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς
Ἡ ἑορτὴ τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς ποὺ γιορτάζουμε τὴν Παρασκευὴ τῆς Διακαινησίμου εἶναι γιορτὴ τῆς Παναγίας μας. Γράφει τὸ συναξάρι τῆς ἡμέρας: «Τὴν Παρασκευὴ τῆς Διακαινησίμου ἑορτάζουμε τὰ ἐγκαίνια τοῦ ναοῦ τῆς Ὑπεραγίας Δεσποίνης ἠμῶν καὶ Θεομήτορος, τῆς Ζωηφόρου Πηγής• ἀκόμη ἐνθυμούμαστε καὶ τὰ ὑπερφυὴ θαύματα ποὺ ἔγιναν στὸν Ναὸ αὐτὸ ἀπὸ τὴν Μητέρα τοῦ Θεοῦ».
Ἡ Παναγία ὀνομάζεται Ζωοδόχος Πηγή, ἀφοῦ γέννησε τὴν Ζωή, ποὺ εἶναι ὁ Χριστός. Γιὰ πρώτη φορὰ τὸ ἐπίθετο Ζωοδόχος Πηγὴ τὸ ἔδωσε στὴν Παναγία ὁ Ἰωσὴφ ὁ Ὑμνογράφος τὸν 9ο αἰώνα, συνθέτοντας ἕναν ὕμνο του πρὸς τὴν Παναγία.
Ἡ γιορτή, ὅπως προαναφέρθηκε, ἀναφέρεται στὰ ἐγκαίνια τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ τῆς Παναγίας, γνωστοῦ ὡς «Ἡ Ζωοδόχος Πηγὴ στὸ Μπαλουκλί», ἔξω ἀπὸ τὰ τείχη τῆς Κωνσταντινούπολης, ὅπου ὑπῆρχε πηγὴ ἁγιάσματος ποὺ ἐπιτελοῦσε καὶ ἐπιτελεῖ πολλὰ θαύματα.
Ὁ Ἱερὸς Ναὸς τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς στὴν Πόλη ἀνεγέρθηκε κατ’ ἀρχὰς ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα Λέοντα τὸν Θράκα, ποὺ ἦταν χρηστὸς καὶ ἐπιεικής, καὶ πρὶν ἀκόμη γίνει αὐτοκράτορας ὡς ἁπλὸς στρατιώτης συνάντησε ἕναν τυφλὸ ἔξω ἀπὸ τὴν Χρυσὴ Πύλη τῆς Κωνσταντινούπολης. Ὁ τυφλός του ζήτησε νερὸ νὰ πιῆ καὶ ὁ Λέων ἀναζήτησε τὴν πηγὴ τοῦ νεροῦ στὴν περιοχή, ἡ ὁποία ἦταν κατάφυτη ἀπὸ δένδρα, ἀλλὰ δὲν μπόρεσε νὰ τὴν ἀνακαλύψη. Λυπήθηκε πολὺ ποὺ δὲν βρῆκε νερὸ νὰ δώση στὸν τυφλό. Ἄκουσε τότε φωνὴ νὰ τοῦ λέγη: «Βασιλιᾶ Λέοντα» –δηλαδὴ τὸν ἀπεκάλεσε βασιλιά, ἐνῶ ἀκόμη ἦταν στρατιώτης, κάτι ποὺ ἐπαληθεύθηκε– «…νὰ εἰσέλθης βαθύτερα στὸ δάσος, καὶ ἀφοῦ λάβης μὲ τὶς χοῦφτες σου τὸ θολερὸ αὐτὸ νερό, νὰ ξεδιψάσης τὸν τυφλὸ καὶ νὰ πλύνης τὰ μάτια του, καὶ τότε θὰ γνωρίσης ποιὰ εἶμαι ἐγὼ ποὺ κατοικῶ στὸ μέρος αὐτό». Ὁ Λέων ἔκανε ἀμέσως ὅπως τὸν διέταξε ἡ φωνὴ καὶ ὁ τυφλὸς εἶδε τὸ φῶς του. Ἡ φωνὴ ἐκείνη ἦταν τῆς Παναγίας.
Καὶ ὁ Λέων, ὅταν ἔγινε αὐτοκράτορας, μὲ εὐγνωμοσύνη καὶ φιλότιμο ἔκτισε στὸ μέρος ἐκεῖνο τοῦ ἁγιάσματος Ἱερὸ Ναὸ πρὸς τιμὴν τῆς Παναγίας, τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς. Ὅταν κατέρρευσε ὁ Ἱερὸς αὐτὸς Ναὸς ἀπὸ τὸν χρόνο, ἄλλοι αὐτοκράτορες –ὁ Ἰουστινιανός, ὁ Βασίλειος ὁ Μακεδών– ἀνέλαβαν καὶ ἔκτισαν ἐκ νέου τὸν Ναό, πιὸ μεγαλοπρεπῆ ἀπὸ τὸν παλαιότερο.
Μία δεύτερη παράδοση ἀναφέρει ὅτι τὸν πρῶτο Ναὸ τὸν ἔκτισε ὁ Ἰουστινιανός, βλέποντας ἐκεῖ ποὺ κυνηγοῦσε σὲ ὅραμα ἕνα μικρὸ παρεκκλήσι καὶ ἕναν Ἱερέα μπροστὰ σὲ μία πηγή, λέγοντάς του ὅτι εἶναι ἡ πηγὴ τῶν θαυμάτων. Στὸν τόπο ἐκεῖνο ἔκτισε μοναστήρι μὲ τὰ ὑλικὰ ποὺ περίσσεψαν ἀπὸ τὴν Ἁγία Σοφία.
Ὁ Ναὸς αὐτὸς στὴν Βασιλεύουσα κατέρρευσε τὸν 15ο αἰώνα. Σύμφωνα μὲ μαρτυρίες τὸ 1547 ὁ Ναὸς δὲν ὑπῆρχε πιά. Ὑπῆρχε μόνον τὸ ἁγίασμα. Τὸ 1833 ὁ Πατριάρχης Κωνστάντιος Ἃ μὲ ἄδεια τοῦ Σουλτάνου ξαναέκτισε τὸν Ναὸ πάνω στὰ ἐρείπια τοῦ παλαιοῦ. Ἔτσι, στὶς 2 Φεβρουαρίου τοῦ 1835, ὁ Πατριάρχης Κωνστάντιος, μὲ 12 ἀκόμη Ἀρχιερεῖς ἐγκαινίασαν τὸν νέο Ναὸ τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς, στὸ Μπαλουκλί. Μπαλουκλὶ σημαίνει τόπος μὲ ψάρια, ἀφοῦ στὴν δεξαμενὴ τῆς Πηγῆς ὑπάρχουν ψάρια.
Στὸν ναὸ αὐτὸ ἐπιτελοῦνταν πολλὰ θαύματα καὶ μάλιστα καὶ σὲ οἰκογένειες εὐγενῶν της αὐτοκρατορίας, μὲ χαρακτηριστικὸ παράδειγμα αὐτὸ τῆς λύσεως τῆς στειρώσεως τῆς αὐτοκράτειρας Ζωῆς, ἡ ὁποία μετὰ ἀπὸ θαῦμα τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς γέννησε τὸν Κωνσταντῖνο τὸν Πορφυρογέννητο, ποὺ ἔγινε αὐτοκράτορας τοῦ Βυζαντίου. Στὸν ναὸ αὐτὸ θεραπεύθηκαν ἐπίσης οἱ αὐτοκράτορες Ἰουστινιανός, Λέοντας ὁ Σοφός, Ρωμανὸς Λεκαπηνός, ὁ Ἀνδρόνικος Γ , ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Στέφανος, ὁ Πατριάρχης Ἱεροσολύμων Ἰωάννης, πολλὲς βασίλισσες καὶ πολλοὶ ἀνώτατοι ἀξιωματοῦχοι τῆς αὐτοκρατορίας, ἀλλὰ καὶ κληρικοὶ καὶ μοναχοὶ καὶ πολλοὶ ἁπλοὶ Χριστιανοί. Τὸν 14ο αἰώνα ὁ Νικηφόρος Κάλλιστος γράφοντας γιὰ τὸ ἁγίασμα τῆς Πηγῆς, παραθέτει ἕναν κατάλογο 63 θαυμάτων.
Ἡ εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς παρουσιάζει τὴν Παναγία μέσα σὲ ἕνα συντριβάνι ἀπὸ τὸ ὁποῖο χύνεται ἄφθονο νερό, νὰ βαστάη στὴν ἀγκαλιὰ τῆς τὸν Χριστὸ ποὺ εὐλογεῖ. Δύο ἄγγελοι τὴν στεφανώνουν κρατώντας εἰλητάριο ποὺ γράφει: «Χαῖρε ὅτι ὑπάρχεις βασιλέως καθέδρα, χαῖρε ὅτι βαστάζεις τὸν Βαστάζοντα πάντα». Γύρω ἀπὸ τὸ συντριβάνι εἰκονίζονται ὁ αὐτοκράτορας καὶ πολλοὶ ἀσθενεῖς μὲ ποικίλες ἀσθένειες. Δέχονται τὸ ἁγίασμα μὲ τὸ ὁποῖο τοὺς ραντίζουν οἱ ὑγιεῖς. Στὴν ἄκρη ζωγραφίζεται μία δεξαμενὴ μὲ ψάρια, ἀφοῦ ὅπως εἴπαμε Μπαλουκλὶ σημαίνει τόπος ψαριῶν.
Ἡ εὐλάβεια καὶ ἡ ἀγάπη τοῦ λαοῦ τῆς Κωνσταντινούπολης πρὸς τὴν Ζωοδόχο Πηγὴ μεταδόθηκε σὲ ὅλους τους Ὀρθοδόξους καὶ ἔτσι σὲ πολλὰ μέρη, ὅπως καὶ ἐδῶ στὴν Ναύπακτο, καὶ ἀπέναντι στὸ Αἴγιο, τὴν Παναγία τὴν Τρυπητή, ἀνηγέρθησαν Ναοὶ πρὸς τὴν τιμὴ τῆς Παναγίας, τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς, ὅπου καὶ ἐκεῖ ἐπιτελοῦνται θαύματα, ποὺ στηρίζουν τοὺς ἀνθρώπους στὴν καθημερινή τους ζωὴ καὶ στὴν πίστη τους στὸν Θεό.
(πηγή:εφημ.Εκκλησιαστική Παρέμβαση)

1. Εύχομαι να βγει η νονά μου από το νοσοκομείο.
2. Θέλω να έχω φίλο τον Χρίστο.
3. Θέλω να γίνω αστυνόμος.
4. Θέλω να βοηθάω τους ανθρώπους.
5. Θέλω να έρθει γρήγορα ο Μάιος για να πάρω το κουτάβι μου.
6. Θέλω να βρει δουλειά ο μπαμπάς μου.
7. Εύχομαι να μπορώ να δίνω στους ανθρώπους αυτό που θέλουν.
8. Θέλω να γίνω όταν μεγαλώσω ψυχολόγος.
9. Θέλω να βοηθάω τους ανθρώπους.
10. Θέλω να γίνω η καλύτερη μαθήτρια.
11. Εύχομαι όταν μεγαλώσω να γίνω γιατρός.
12. Θέλω να γίνω ο καλύτερος τερματοφύλακας.
13. Εύχομαι να γίνω δασκάλα.
14. Θέλω να βοηθάω τους ανθρώπους.

Κι απ’ ότι αντιλαμβάνομαι στη δική μου περίπτωση, έρχεται καθώς φαίνεται και μια άλλη ηλικία. Εισαγωγή στην έβδομη επταετία της ζωής. Λίγο πολύ μια γεύση από τα παράδοξα, τα αντιφατικά και ανερμήνευτα είναι αρκετά εμπεδωμένη, αν και οι εκπλήξεις πάντα καραδοκούν όποιον νομίζει πως ξέρει και έζησε πολλά. Λίγο πολύ όμως έχεις μια σχετική ψυχραιμία κι έχεις μάθει να μη ζητάς εξηγήσεις σε όλα. Να μην παθαίνεις από το παραμικρό. Αποκτάς μια εμπιστοσύνη σε ό, τι έρχεται και όλως παραδόξως, ανασφαλής νιώθεις ασφαλέστερος. Ούτε να αποδείξεις τίποτα θέλεις σε κανέναν, ούτε εξαρτάσαι από την αποδοχή των άλλων. Ό, τι μπορείς κι ό, τι μπορούν. Εξασκείται το εσωτερικό σου μάτι να ξεχωρίζει το λίγο, το κρυμμένο, το ίχνος της ομορφιάς μέσα στα σκουπίδια. Και ζεις γι’ αυτό το ελάχιστο που είναι ακριβό και πολύτιμο όσο ένας κόκκος σιταριού. Τότε, λοιπόν, αναγνωρίζεις άφοβα το παρελθόν σου, σκύβεις και ψαυεις τις ρίζες σου με ευλάβεια. Τις ριζες που σε ανάθρεψαν και σ’ έφτασαν μέχρι το σήμερα, το τώρα, τούτη τη στιγμή που γράφεις.
Γυρίζω το βλέμμα μου πίσω αυτό το Αναστάσιμο δειλινό του 2011. Και μετρώ σαράντα δύο Πασχαλιές της ζωής μου. Της αρκετά ασυνήθιστης ζωής μου μιας και μου έμελλε να γεννηθώ μέσα στην αγκαλιά της εκκλησίας. Σήμερα καταλαβαίνω πως περισσότερο κι από την ίδια την οικογένεια στην οποία μεγάλωσα, οικογένειά μου ήταν πάντα οι ναοί στους οποίους ο ιερέας πατέρας μου υπηρετούσε, όπως και εκείνες στις οποίες κατέφυγα αφότου έφυγα από την πατρική εστία. Αυτή είναι η αλήθεια μου. Οικογένειά μου ήταν οι Δώδεκα Απόστολοι, η Ζωοδόχος Πηγή, ο Άη Δημήτρης, οι Άγιοι Πάντες. Και στην ενήλικη ζωή μου ο Όσιος Δαυβίδ, η Μονή Βλατάδων και τα τελευταία σχεδόν είκοσι χρόνια, ο Άγιος Νικόλαος ο Ορφανός.
Οικογένειά μου ήταν τα κτίσματα όλων αυτών των ναών, οι άγιοι στις τοιχογραφίες τους, οι ψάλτες τους, οι παπάδες τους, οι δεσποτάδες τους, τα κεριά, τα λιβάνια, οι λαμπρές ή οι φτωχικές ιερατικές στολές, οι νεωκόροι, οι κάθε λογής απλές κυράδες, οι καμπουριασμένες πιστές γριές, οι κηπουροί. Και μαζί με όλο αυτό το ένσαρκο και άσαρκο “υλικό”, το υλικό του εκκλησιαστικού έτους, οι Κυριακές, οι μεγάλες εορτές, οι αγρυπνίες, τα Χριστούγεννα και όλες οι Μεγάλες Εβδομάδες, όλες οι Αναστάσεις.
Γυρίζοντας σήμερα πίσω το βλέμμα βλέπω το παιδί, το εφηβάκι, την ενήλικη, όλα όσα ήμουν και όλα αυτά που είμαι, μέσα στην τρυφερή αγκαλιά της εκκλησίας που σαν κι αυτή δεν είναι άλλη. Νιώθω σήμερα πρώτη φορά τόσο καθαρά πως υπήρξα ένα πολύ χαϊδεμένο παιδί, παράδοξα κι αλλιώτικο χαϊδεμένο από πολλά άλλα.
Καθόλου εύκολη δεν ήταν η ζωή μου, καθόλου ήσυχη και ανώδυνη, τέτοια που ήμουν κι άλλα τόσα που μου έτυχαν… Πολυς ο πόνος, πολλές οι ρήξεις, οι απογοητεύσεις, οι πτώσεις, οι θλίψεις και τόσα άλλα… Μα μέσα σε όλα αυτά, γύριζα πάντα εκεί. Στην δική μου οικογένεια που είναι βέβαια και οικογένεια όλου του κόσμου. Την οικογένεια της εκκλησίας που δεν κλείνει ποτέ την αγκαλιά της. Δεν την αρνείται ό, τι κι αν είμαστε, ό, τι κι αν κάνουμε, ό, τι κι αν μας συμβαίνει. Πάντα εκεί γύριζα και μέχρι σήμερα εκεί γυρνώ. Στον άγιο Παντελεήμονα θα κλαφτώ, τον άγιο Νικόλαο θα ικετεύσω, μπροστά στην Παναγία θα τα μαρτυρήσω όλα και θα νιώσω πως χάνομαι στη φιλόστοργη αγκαλιά της.
Σαράντα δύο χρόνια δεν είναι και τόσο λίγα, λέω. Όλη μου η παιδική ζωή μέσα στα ράσα, -και έχουν πολλές πτυχές τα ράσα, σε κρύβουν, σε φυλούν, σε παρηγορούν, σε προστατεύουν. Ό, τι κι αν έζησα, σε όποια δυσκολία κι αν βρέθηκα, πάντα ένας καλός παπάς κοντά μου βρέθηκε να με στηρίξει, να ξανανάψει τη φλόγα της καρδιάς μου. Όσο κι αν πονεσα πάντα ένας άγιος σ’ ένα εικόνισμα με περίμενε έτοιμος να με ακούσει. Όσο κι αν απελπίστηκα πάντα ένας στίχος από ένα εκκλησιαστικό μέλος, μια φράση του Ευαγγελίου, θα με στήριζαν απροσδόκητα. Όσο κι αν έπεσα, -και έπεσα πολυ χαμηλά-, πάντα ο φιλεύσπλαχνος Κύριος με καταδεχόταν παρέχοντας την άφεση…
Δεν ξέρω γιατί τα γράφω σήμερα όλα αυτά. Ίσως γιατί νιώθω μεγάλη και βαθιά ευγνωμοσύνη προς τον Αναστημένο μας Κύριο. Ίσως γιατί ψες βράδυ την ώρα της Ανάστασης σκέφτηκα πρώτη φορά πως θα έρθει καιρός που ο Χριστός δε θα σταυρώνεται, δε θα πεθαίνει. Θα είναι Αναστημένος διαρκώς, -όπως βέβαια είναι στην πραγματικότητα-, και μαζί Του θα είμαστε και όλοι εμείς αναστημένοι. Δε θα υπάρχει πλέον θάνατος.
Και ίσως γιατί είδα πιο καθαρά σήμερα πως όλα μου τα ανθρώπινα, περασμένα, τωρινά και μελλοντικά, όσο φωτίζονται από το Φως της Αναστάσεως γλυκαίνουν, αποκτούν ξαφνικά την πραγματική τους διάσταση που είναι τόσο μικρή και φευγαλέα μπροστά στη σημερινή μεγάλη και αληθινή χαρά.
Είθε, λέω, με φόβο και με πάθος τώρα, ν’ αξιωθώ κι άλλες Πασχαλιές, κι εγώ και όλοι μας. Είθε να επιστρέφουμε πάντα ή, ακόμα καλύτερα, να μην αποχωριζόμαστε ποτέ την αγκαλιά της εκκλησίας που είναι κάτι πολύ περισσότερο από ανθρώπινα πρόσωπα και συμπεριφορές που καμιά φορά ίσως και να μας ενοχλούν.
Κι αν είμαι μια φορά ευγνώμων στον πατέρα μου που ήταν ιερέας και στη μητέρα μου που μας ανάθρεψε ακούραστη μέσα στους ναούς, είμαι απείρως ευγνώμων στον Θεό που συνεχίζει να ανασταίνεται και που μας αρπάζει από το χέρι μόλις πέσουμε… Είθε το Φως της Αναστάσεως να μας φωτίζει πάντα!
Xριστός Ανέστη σήμερα και πάντα!
Βήμα βήμα, τρέχοντας, κουτσαίνοντας, σκοντάφτοντας, σερνάμενοι, αρκουδίζοντας ή κολυμπώντας φτάσαμε και πάλι στην Ανάσταση. Φορτωμένοι τα βάρη μας, τις λύπες μας, τα άγχη μας, τις αγωνίες μας, και πάλι φτάσαμε. Ίσως γιατί δεν πηγαίνουμε εμείς στην Ανάσταση, αλλά αυτή έρχεται σ’ εμάς. Ακάθεκτη, τροπαιούχος, πάντοτε νικηφόρα. Ανεμπόδιστη, ακατανίκητη, ελπιδοφόρα. Καταφτάνει αστραπιαία μέσα στην πιο βαθά νύχτα Φως ανέσπερο. Ξεπηδά από τον Άδη τη στιγμη που αυτός ζητοκραυγάζει πως νίκησε τη ζωή, πως τη φυλάκισε επιτέλους στα μαύρα σπλάχνα του. Σείεται η γη. Συντρίβεται ο θάνατος. Ο Άδης πικραίνεται ανελέητα ηττημένος.
“Ο ιερεύς ενδυσάμενος άπασαν την ιερατικήν αυτού στολήν εξέρχεται εις την Ωραίαν Πύλην κρατών το ιερόν Ευαγγέλιον και λαμπάδα ανημένην και προσκαλεί τους πιστούς ίνα ανάψωσι τας λαμπάδας αυτών , ψάλλων το εξής: Δεύτε λάβετε φως, εκ του ανεσπέρου φωτός, και δοξάσατε Χριστόν, τον αναστάντα εκ νεκρών.
Τα φώτα του ναού σβήνουν, η μια λαμπάδα ανάβει την άλλη, δεν έχει σημασία αν είναι γνωστός, φίλος ή ολωσδιόλου άγνωστος ο διπλανός, παίρνεις το φως για να το δώσεις, φτάνει για όλους,, δεν τελειώνει, αντιθέτως πολλαπλασιάζεται, αυγατίζει, κι άλλο φως, κι άλλο, γινεται μια θάλασσα φως, κι όταν η θάλασσα απλωθεί μέσα μας, τότε και μόνο τότε, μπορούμε ν’ ακούσουμε το πολυπόθητο “Χριστός Ανέστη”.
… Εγώ είμαι το μνήμα κι ο θάνατος, πάνω μου πατούν τα ιερά πόδια του Θεού μου, το θάνατό μου ανασταίνει, είμαι ο αποκεκυλισμένος λίθος εγώ, ναι, εγώ είμαι που γίνομαι αίφνης Εύα και μ’ αρπάζει απ’ τον καρπό…
Κι αν ζητώ να είναι κάθε μέρα Πάσχα, κάθε στιγμή Ανάσταση, ή αν περιμένω ή θέλω να περιμένω μετά το θάνατο την Ανάσταση της αιωνιότητας, δεν είναι μόνο γιατί το πρόσωπο του θανάτου είναι φρικαλέο και αποτρόπαιο, το πρόσωπο της αμαρτίας άσχημο και σκοτεινό, η προσωπίδα του δαίμονα ύπουλη και δυσβάσταχα απατηλή, είναι για να ζω με όλη μου την ύπαρξη αυτή την ευχή, την τελευταία της αναστάσιμης βραδιάς, που επιθυμώ να την υιοθετήσει η καρδιά μου για χτύπο. Η ευχή του Ιωνάννου του Χρισοστόμου, που καλεί όλους τους ανθρώπους στο γιορτινό πασχαλινό τραπέζι όπου γενναιόδωρα προσφέρεται το Αναστημένο Σώμα του Κυρίου. Όλους τους ανθρώπους. Αυτούς που νήστεψαν και δε νήστεψαν. Αυτούς που από την πρώτη στιγμή αγωνίστηκαν κι αυτούς που προσήλθαν την τρίτην ώραν, την έκτην, την ενάτην. Χωρίς αμφιβολία και δισταγμό, να έλθουν όλοι. Ακόμη κι αυτοί που κατέφθασαν την τελευταία στιγμή, την ενδεκάτην, να μη φοβηθούν πως αργοπόρησαν, είναι φιλότιμος ο Δεσπότης και δέχεται τον τελευταίο όπως και τον πρώτο. Τον ελεεί, όπως τον πρώτο θεραπεύει. Στον ένα δίνει, στον άλλον χαρίζει. Και τα έργα δέχεται και την γνώμη ασπάζεται. Την πράξη τιμά και την προθεση επαινεί. Λοιπόν, ας έρθουν όλοι στην χαρά του Κυρίου μας, και πρώτοι και δεύτεροι να πάρουν το μισθό τους. Πλούσιοι και πένητες μαζί να χορέψουν, εγκρατείς και ράθυμοι να τιμήσουν τη μέρα, νηστεύσαντες και μη νηστεύσαντες να χαρούν, γέμισε το τραπέζι, ο μόσχος πολύς, κανείς να μη φύγει πεινασμένος… Συγνώμη ανέτειλε απ’ τον τάφο και ο Άδης πικράθηκε… Ανέστη Χριστός…
“Ανέστη Χριστός, και ου καταβέβλησαι. Ανέστη Χριστός, και πεπτώκασι δαίμονες. Ανέστη Χριστός και χαίρουσιν άγγελοι. Ανέστη Χριστός, και ζωή πολιτεύεται. Ανέστη Χριστός, και νεκρός ουδείς επί μνήματος. Χριστός γαρ εγερθείς εκ νεκρών, απαρχή των κεκοιμημένων εγένετο. Αυτώ η δόξα και το κράτος εις τους αιώνας των αιώνων”.
ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ!

Μεγάλο Σάββατο
Οἱ πιστοὶ μετὰ τὸ τέλος τῆς λειτουργίας μεταφέρουν τὸ Ἅγιο Φῶς στὰ σπίτια τους καὶ τὸ ἔθιμο θέλει νὰ τὸ φυλᾶνε νὰ μὴν σβήσει γιὰ σαράντα ἡμέρες. Τὸ Μεγάλο Σάββατο, ὅπως καὶ ἡ Μεγάλη Παρασκευή, εἶναι ἡμέρα αὐστηρῆς νηστείας, μὲ τὸ λάδι νὰ ἀνήκει στὶς ἀπαγορευμένες τροφές.
Ὅσοι δὲν ἔχουν φτιάξει κουλούρια ἢ τσουρέκια καὶ δὲν ἔχουν βάψει κόκκινα αὐγὰ τὴν Μεγάλη Πέμπτη, τὸ Μεγάλο Σάββατο ἔχουν τὴν τελευταία τους εὐκαιρία νὰ τὸ πράξουν. Οἱ ἑτοιμασίες τῶν νοικοκυριῶν γιὰ τὸ Πάσχα ἔχουν φτάσει στὸ τέλος τους. Τὸ μόνο ποὺ ἀπομένει εἶναι ἡ κατασκευὴ τῆς μαγειρίτσας ποὺ θὰ φαγωθεῖ μετὰ τὴν ἀνάσταση καθὼς καὶ ἡ προετοιμασία τῆς ψησταριᾶς καὶ τῆς σούβλας γιὰ τὸ ἀρνὶ ἢ τὸ κατσίκι ποὺ θὰ φαγωθεῖ τὴν ἡμέρα τοῦ Πάσχα.
Υπόμνημα Τριωδίου:
«Τῶ Αγίω καὶ Μεγάλω Σαββάτω,
τὴν θεόσωμον Ταφήν, καὶ τὴν εἰς Ἄδου Κάθοδον
τοῦ Κυρίου καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ἑορτάζομεν
δι’ ὧν τῆς φθορᾶς τὸ ἡμέτερον γένος ἀνακληθέν,
πρὸς αἰωνίαν ζωὴν μεταβέβηκε».
Στίχοι:
Μάτην φυλάττεις τὸν τάφον,κουστωδία.
Οὗ γὰρ καθέξει τύμβος αὐτοζωίαν.
Τὴ ἀνεκφράστω σου συγκαταβάσει, Χριστὲ ὁ Θεὸς ἠμῶν, ἐλέησον ἠμας Ἀμήν.
Κοντάκιον
«Τὴν ἄβυσσον ὁ κλείσας, νεκρὸς ὁρᾶται,
καὶ σμύρνη καὶ σινδόνι ἐνειλημμένος, ἐν μνημείῳ κατατίθεται,
ὡς θνητὸς ὁ ἀθάνατος.
Γυναῖκες δὲ αὐτὸν ἦλθον μυρίσαι, κλαίουσαι πικρῶς καὶ ἐκβοῶσαι.
Τοῦτο Σάββατόν ἐστι τὸ ὑπερευλογημένον,
ἐν ὧ, Χριστὸς ἀφυπνώσας, ἀναστήσεται τριήμερος».
Ὁ Οἶκος
«Ὁ συνέχων τὰ πάντα ἐπὶ σταυροῦ ἀνυψώθη,
καὶ θρηνεῖ πᾶσα ἡ Κτίσις,
τοῦτον βλέπουσα κρεμάμενον γυμνὸν ἐπὶ τοῦ ξύλου,
ὁ ἥλιος τὰς ἀκτῖνας ἀπέκρυψε, καὶ τὸ φέγγος οἱ ἀστέρες ἀπεβάλλοντο,
ἡ γῆ δὲ σὺν πολλῷ τῶ φόβω συνεκλονεῖτο,
ἡ θάλασσα ἔφυγε, καὶ αἱ πέτραι διερρήγνυντο,
μνημεῖα δὲ πολλὰ ἠνεώχθησαν, καὶ σώματα ἡγέρθησαν ἁγίων Ἀνδρῶν.
Ἅδης κάτω στενάζει,
καὶ Ἰουδαῖοι σκέπτονται συκοφαντῆσαι Χριστοῦ τὴν Ἀνάστασιν,
τὰ δὲ Γύναια κράζουσι.
Τοῦτο Σάββατόν ἐστι τὸ ὑπερευλογημένον,
ἐν ὧ Χριστὸς ἀφυπνώσας, ἀναστήσεται τριήμερος».
Απολυτίκιον. Ήχος πλ. δ΄
-«Ὁ εὐσχήμων Ἰωσήφ,
ἀπὸ τοῦ ξύλου καθελῶν τὸ ἄχραντόν σου Σῶμα,
σινδόνι καθαρά, εἰλήσας καὶ ἀρώμασιν,
ἐν μνήματι καινῶ κηδεύσας ἀπέθετο».
-«Ὅτε κατῆλθες πρὸς τὸν θάνατον,
ἡ ζωὴ ἡ ἀθάνατος, τότε τὸν Ἅδην ἐνέκρωσας,
τὴ ἀστραπὴ τῆς θεότητος,
ὅτε δὲ καὶ τοὺς τεθνεώτας ἐκ τῶν καταχθονίων ἀνέστησας,
πᾶσαι αἱ Δυνάμεις τῶν ἐπουρανίων ἐκραύγαζον.
Ζωοδότα Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, δόξα σοι».
-«Ταὶς Μυροφόροις Γυναιξί,
παρὰ τὸ μνῆμα ἐπιστάς, ὁ Ἄγγελος ἐβόα.
Τὰ μύρα τοὶς θνητοὶς ὑπάρχει ἁρμόδια,
Χριστὸς δὲ διαφθορὰς ἐδείχθη ἀλλότριος».

Μεγάλη Παρασκευὴ
Τὴν Μεγάλη Παρασκευὴ οἱ χριστιανοὶ ὅλου του κόσμου, ζοῦν τὴν κορύφωση τοῦ Θείου Δράματος. Εἶναι ἡ ἡμέρα τῶν Παθῶν τοῦ Ἰησοῦ. Ἀφιερωμένη ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία μας στὶς τελευταῖεςὧρες πρὶν τὴν Σταύρωση, μᾶς ὑπενθυμίζει τὰ παρακάτω γεγονότα.
Ὁ Χριστός, μετὰ τὴν σύλληψή του στὸ Ὅρος τῶν Ἐλαιῶν, δικάστηκε καὶ καταδικάστηκε ἀπὸ τοὺς Ἀρχιερεῖς. Ἡ δίκη ἦταν βέβαια τυπικὴ ἀφοῦ ἡ ἐτυμηγορία εἶχε ἀποφασιστεῖ πρὶν καν συλληφθεῖ. Οἱ Ἀρχιερεῖς ἤθελαν τὸν θάνατό Του.
Ἐπειδὴ ὅμως δὲν εἶχαν τὴν νόμιμη ἐξουσία, ἔπρεπε ἡκαταδικαστικὴ ἀπόφαση νὰ ἀπαγγελθεῖ ἀπὸ τὸν Ρωμαῖο διοικητή. Τὰ χρόνια ἐκεῖνα διοικητὴς στὴν Ἱερουσαλὴμ ἦταν ὁΠιλάτος. Σὲ αὐτὸν σύρθηκε ὁ Ἰησοῦς, ἐνῶ τὸ πλῆθος, μετὰ ἀπὸπαρότρυνση τῶν Ἀρχιερέων, φωνάζοντας, ζητοῦσε τὴν Σταύρωσή Του. Ὑπῆρχε τὸ ἔθιμο, τὴν ἡμέρα τοῦ ἙβραϊκοῦΠάσχα, οἱ Ρωμαῖοι νὰ ἀπελευθερώνουν ἕναν κατάδικο Ἑβραῖο.Ὁ Πιλάτος θέλοντας νὰ μὴν ἔχει τὴν εὐθύνη τῆς σταύρωσης τοῦΧριστοῦ, ζήτησε ἀπὸ τὸ πλῆθος νὰ διαλέξει ἀνάμεσα στὸν Θεάνθρωπο καὶ στὸν Βαραβά, ἕνα στασιαστὴ καὶ φονιά, ποιὸς θὰ ἦταν αὐτὸς ποὺ θὰ ἀπελευθερωνόταν. Τὸ πλῆθος, διὰ βοῆς,ἐπέλεξε νὰ ἀφεθεῖ ἐλεύθερος ὁ Βαραβᾶς.
Ἀμέσως μετά, καὶ μὲ τὴν ἐντολὴ πλέον τοῦ Πιλάτου, ὁ Χριστὸςὁδηγεῖται στὴν ἐσωτερικὴ αὐλὴ τοῦ Πραιτωρίου (τοῦδιοικητηρίου δηλαδὴ τῶν Ρωμαίων). Ἐκεῖ οἱ στρατιῶτες τοῦφοροῦν μία πορφύρα καὶ ἕνα ἀγκάθινο στεφάνι. Χλευαστικὰἀποκαλώντας τὸν «Βασιλιὰ τῶν Ἰουδαίων», τὸν χτυποῦν καὶτὸν φτύνουν. Ἡ ὥρα τῆς Σταύρωσης ἔχει πλησιάσει.
Φορτωμένος ὁ Ἰησοῦς μὲ τὸν Σταυρὸ στὸν ὁποῖο θὰ σταυρωθεῖ,ὁδηγεῖται πρὸς τὸν λόφο τοῦ Γολγοθά. Στὸ δρόμο δὲν ἀντέχει τὸ βάρος τοῦ Σταυροῦ καὶ πέφτει. Οἱ Ρωμαῖοι ἐπιβάλουν στὸν Σίμωνα τὸν Κυρηναῖο, ποὺ διερχόταν ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ σημεῖο, νὰμεταφέρει αὐτὸς τὸν Σταυρὸ τοῦ Μαρτυρίου. Τελικὰ στὶς 9 ἡὥρα τὸ πρωί, ὁ Ἰησοῦς σταυρώνεται. Τὸ μαρτύριο τοῦ Χριστοῦκράτησε ἔξι ὧρες. Στὶς 3 ἡ ὥρα τὸ ἀπόγευμα παρέδωσε τὸπνεῦμα Του, ἀφοῦ προηγουμένως εἶχε συγχωρήσει ὅσους εὐθύνονταν γιὰ τὸν θάνατό Του.
Ἐπειδὴ ὅμως τὸ Σάββατο ἀπαγορεύονταν οἱ κηδεῖες, ὁ Ἰωσὴφἀπὸ τὴν Ἀριμαθαία, κρυφὸς μαθητὴς τοῦ Χριστοῦ, ζήτησε ἀπὸτὸν Πιλάτο νὰ πάρει τὸ σῶμα Του καὶ νὰ τὸ ἐνταφιάσει. Ἡἄδεια αὐτὴ τοῦ δόθηκε καὶ ἔτσι τυλίγοντας τὸ σῶμα τοῦΧριστοῦ σὲ ἕνα σεντόνι, τὸν ἐνταφίασε σὲ ἕνα μνῆμα λαξευμένο σὲ βράχο. Τὸ ἄνοιγμα τοῦ μνήματος, κλείστηκε μὲ μία μεγάλη πέτρα.
Ἡ τελετὴ τῆς Ἀποκαθήλωσης, γίνεται στὶς ἐκκλησίες μας, τὸμεσημέρι τῆς μεγάλης Παρασκευῆς. Ἐνῶ τὸ βράδυ τῆς ἴδιαςἡμέρας τελεῖται ἡ περιφορὰ τοῦ Ἐπιταφίου. Οἱ καμπάνες τῶνἐκκλησιῶν χτυποῦν πένθιμα ὅλη τὴν διάρκεια τῆς ἡμέρας.
Ἡ νηστεία τῆς ἡμέρας εἶναι αὐστηρότατη καὶ ἀπαγορεύειἀκόμα καὶ τὸ λάδι. Πολλοὶ πιστοὶ συνηθίζουν νὰ πίνουν τὴν Μεγάλη Παρασκευὴ λίγο ξύδι, εἰς ἀνάμνηση αὐτοῦ ποὺ ἔδωσαν στὸν Ἰησοῦ, ὅταν ζήτησε νερὸ τὶς τελευταῖες στιγμὲς τῆςἐπίγειας ζωῆς Του.
Τὸ ἔθιμο ἀπαγορεύει κάθε ἐργασία τὴν ἡμέρα αὐτή. Σὲ πολλὲς περιοχὲς φτιάχνουν ἕνα ὁμοίωμα τοῦ Ἰούδα, καὶ μετὰ τὴν περιφορὰ τοῦ Ἐπιταφίου τὸ παραδίδουν στὴν φωτιά. Τὰλουλούδια τοῦ ἐπιταφίου, μοιράζονται στοὺς πιστούς, οἱὁποῖοι τὰ φυλοῦν μαζὶ μὲ τὶς εἰκόνες στὰ σπίτια τους. Τέλος, τὴν ἡμέρα αὐτὴ συνηθίζεται οἱ πιστοὶ νὰ ἐπισκέπτονται τοὺς τάφους τῶν νεκρῶν συγγενῶν καὶ φίλων.