Labels

Wednesday, June 23, 2010

Μικρή ιστορία 4.



Ένας έμπειρος και παρατηρητικός άνθρωπος θα μπορούσε με την πρώτη ματιά να ισχυριστεί πως πρόκειται για έναν κοινό άνθρωπο. Δε θα ήταν μάλιστα καθόλου υπερβολικό να αποφανθεί πως πρόκειται για το πρότυπο του κοινού ανθρώπου. 

Αδιάφορο έως κακοφτιαγμένο σουλούπι, λίγα λόγια κι αυτά χαμηλών τόνων, ντύσιμο απλό χωρίς καμία επιτήδευση, κάποιες φορές και κιτς. Δε θα χρειαζόταν καθόλου φαντασία για να συμπεράνει ο παρατηρητής, πως καμία γυναίκα, -της προκοπής τουλάχιστον-, δε θα γυρνούσε ποτέ να τον κοιτάξει. Κι ακόμα, πως ολοφάνερα πρόκειται για έναν φιλήσυχο, ολίγον βολεμένο και οπωσδήποτε αυτάρκη άντρα, που η ζωή του κύλησε αδιάφορη γεμάτη μικρά επαναλαμβανόμενα μοτίβα με απουσία εξάρσεων.

Ωστόσο, όλα αυτά τα προφανή συμπεράσματα  ισχύουν, όσο και η πεποίθηση πως η γη είναι επίπεδη εφόσον ο ορίζοντας εκτείνεται στην ευθεία των μαιτών μας.

Αυτός ο κοντός, ελαφρώς χοντρός και αρτσούμπαλος άντρας με τα βατραχίσια μάτια και τα πλατιά χείλη κάποτε παντρεύτηκε μία καλλονή που τον λάτρεψε όσο κι αυτός εκείνην. Μαζί της απέκτησε δύο παιδιά. Πάνω στη δεύτερη γέννα τον κάλεσαν επειγόντως στην κλινική γιατί κάτι δεν πήγαινε καλά. Μια αλλοκοτη αρρώστεια μεταμόρφωνε ώρα την ώρα την καλλονή σε τέρας. Όταν την είδε δεν μπόρεσε να την αναγνωρίσει. Λίγο μετά τη γέννα η βασίλισσά του πέθανε στην αγκαλιά του.

"Είσαι λοιπόν στ' αλήθεια πουτάνα ρε ζωή;", αναρωτήθηκε μέσα του, "θα σε γαμήσω" κατέληξε. Κι από τότε κατέβαλλε μεγάλες προσπάθειες να μην αγαπήσει ξανά. Παρόλ' αυτά η επιτυχία του στις γυναίκες ήταν αναμφισβήτητα σκανδαλιστική. Δεν άφησε ντόπιες στη μικρή επαρχία που έμενε, δεν άφησε ξένες που έρχονταν τα καλοκαίρια διψασμένες για θάλασσα και έρωτα. Οι φίλοι του τραβούσαν τα μαλλιά τους, κανείς δεν καταλάβαινε τι τού βρίσκουν και πώς είναι δυνατόν να τον προτιμούν από μια ντουζίνα ωραιότερους και πλέον ελκυστικότερουος εμφανισιακά. Μέγα μυστήριο αυτό που είχε πάνω του ο κύριος αυτός κι έπεφταν όλες με το πρώτο.
Γνωρίζοντάς τον δεν μου ήταν και τόσο δύσκολο να λύσω το αίνιγμα. Είχε πράγματι ένα σπάνιο χάρισμα. Αυτός ο άνθρωπος δεν είχε άμυνες. Του τις είχε αφαιρέσει όλες ο θάνατος. Και κατά δεύτερον, δεν έπαψε πραγματικά ποτέ να αγαπά τις γυναίκες και μάλιστα με τον τρόπο που αυτές ήθελαν. Γνώριζε τη φύση της γυναίκας καλύτερα απ' όσο γνώριζε τον εαυτό του. Έκανε τα πάντα για να τους προσφέρει χαρά και απόλαυση με ευγένεια μοναδική. Σκέφτομαι τώρα πως ίσως να έπαιξε ρόλο και η μεγάλη του θλίψη, η απόγνωση που τον διακατείχε. Είναι ιδιαίτερα ελκυστικά στον άνθρωπο αυτά τα χαρακτηριστικά και δημιουργούν μια ιδιάζουσα ερωτική φύση αρκούντως θελκτική και πάντως ξεχωριστή. Γι' αυτό και άκρως ενδιαφέρουσα.

Έκανε έναν δεύτερο γάμο με μία ξένη, έναν τρίτο με άλλη μία. Ενδιάμεσα διάφοροι αρραβώνες που δεν οδήγησαν σε γάμους, -δεν είχε εξάλλου και άλλα περιθώρια-, κι ένα πάθος που τον κυνήγησε και το κυνήγησε για χρόνια. Που του κατασπάραξε τα σωθικά ως οφείλει κάθε πάθος που σέβεται τον εαυτό του. Κάποτε τα άφησε όλα πίσω του κι έμεινε μόνος αφού έχασε περιουσίες, αφού μεγάλωσε σα μάνα και πατέρας τα παιδιά του, διάβασε πολύ, λάτρεψε τη μουσική, έγινε συλλέκτης δίσκων που σπάνια άκουγε.

Έφτασε μια μέρα σε οριακό σημείο φτώχιας. Έκανε το σταυρό του κι αγόρασε ένα λαχείο. Κέρδισε τον πρώτο λαχνό και σώθηκε. Μια άλλη φορά για να κάνει δώρο σε μια γυναίκα του τη μέρα της γιορτής της και μη έχοντας λεφτά, πήγε κρυφά στον χρυσοχόο και του πούλησε τις κρυμμένες σ' ένα κουτί βέρες των πολλαπλών αρραβώνων του. Ο χρυσοχόος τον έκλεψε κι αυτός το ήξερε, αλλά το χρυσό δαχτυλίδι της το πήρε. Μια τρίτη φορά που ο πόνος του ξέσκιζε τα σπλάχνα, -γιατί αυτός ο άντρας τα ζούσε όλα στον ακραίο τους βαθμό-, είδε στο δρόμο έναν γέρο. Σταμάτησε με το αμάξι και τον πήρε να τον πάει όπου πήγαινε. Τον παρηγόρησε ο παππούς, του γλύκανε την ψυχή, έφτασε στον προορισμό του και κατέβηκε. Μόλις κατέβηκε απ' το αμάξι εξαφανίστηκε. Τον έψαχνε από δω, τον έψαχνε από κει, πουθενά ο γέρος. Έσπαζε το κεφάλι του ο άντρας να θυμηθεί πού ήξερε αυτόν τον παππού, ώσπου θυμήθηκε. Δεν είχε πολλή ώρα που μπροστά στο εικόνισμά του είχε ανάψει κερί στο ξωκλήσι του βουνού και τού είχε ζητήσει με όλη του την καρδιά βοήθεια.

Μια φορά λίγο έλειψε να εγκληματίσει. Μια άλλη παρά τρίχα γλίτωσε τη φυλακή. Έσπασε άνθρωπο στο ξύλο γιατί πρόδωσε τη φιλία του. Πολλές φορές χάρισε χρέη σε οφειλέτες. Σε γυναίκες ούτε λόγος να γίνεται.

Τον συνάντησα πάλι πρόσφατα. Πάντα μιλούσαμε με ειλικρίνεια απ' την πρώτη στιγμή που γνωριστήκαμε κι ας βρεθήκαμε μέχρι σήμερα ελάχιστες φορές. Κυρίως μου μιλούσε αυτός. Και μιλούσε σπάνια σε κάποιον. Δεν άνοιγε εύκολα την πολυτάραχη παθιασμένη ψυχή του.

"Μόνος;" τον ρώτησα. "Ανδρέας και μόνος δεν γίνεται" μου απάντησε. "Προχθές μου είπε πως μ' αγαπάει μετά από ένα μήνα σχέσης, κι εγώ της απάντησα, εμένα δε γίνεται να μη μ' αγαπήσεις, σε είχα προειδοποιήσει."

Βούρκωσα από χαρά και τον αγκάλιασα. Ναι, υπάρχουν άνθρωποι σ' αυτόν τον κόσμο που δεν είναι για να μένουν μόνοι. Δεν γίνεται και να μην αγαπηθούν.

Σκέφτομαι πως δεν θα μπορούσα ποτέ να φανταστώ τον εαυτό μου ερωτικά στο πλάι του. Θα μπορούσα όμως άνετα να με φανταστώ να αφήνομαι στην αγκαλιά του και να βγάζω κάποια στιγμή τον πόνο μου. Κι απ' την άλλη καταλαβαίνω και όλες τις γυναίκες που τον ερωτεύτηκαν και τον αγάπησαν και τις δικαιολογώ απολύτως. Μεγάλης αγκαλιάς άντρας παρόλο το μικρό του μπόι. Βράχος άφοβος. Στήριγμα και απάνεμο λιμάνι που δε σκιάζεται πια φουρτούνες. Τόσο χώνεψε τον πόνο, τόσο κατάπιε τα πάθη της ζωής και τόσο αποδέχθηκε το διπλό της πρόσωπο που παρκάρει κάθε φορά το αυτοκίνητο στο σπίτι του με τη μούρη προς τα έξω ώστε να είναι έτοιμος ανά πάση στιγμή να φύγει αν τύχει κάτι κακό και πρέπει να τρέξει για τον εαυτό του ή τους δικούς του.

Αυτός ο φαινομενικά κοινός άντρας είναι φιλόστοργος, καθαρός σαν παιδί, φιλότιμος όσο δεν πάει και περισσότερο από όλα, ταπεινός. Δεν έχει καμία απολύτως ιδέα για τον εαυτό του. Διαρκώς τονίζει πως είναι ένα "τίποτα" και το πιστεύει.

Κι επειδή το πιστεύει στ' αλήθεια, κάθε πρωί εδώ και είκοσι χρόνια, -από τότε που έχασε τον άγγελό του-, μόλις ξυπνήσει κι ανοίξει τα βατραχίσια μάτια του στο φως, κάνει τον σταυρό του και λέει: Σ' ευχαριστώ Θεέ μου που με αξίωσες να ξημερώσω... αξίωσέ με να βραδιάσω κιόλας..." Και το εννοεί με όλη του τη θέρμη που δεν είναι καθόλου κοινή όπως βέβαια και ο ίδιος...
Άραγε στ' αλήθεια, υπάρχουν άνθρωποι κοινοί;

Tuesday, June 22, 2010

Μικρή ιστορία 3.






-     θέλεις να σου φέρω απ’ το Παρίσι;

-     Θέλω να με πάρεις μαζί σου στο Παρίσι.

-     Όπου κι αν πάω σε κουβαλώ. Τι θέλεις να σου φέρω απ’ το Παρίσι;

-     Να μου φέρεις όλο το Παρίσι! Μπορείς;

-     Μπορώ σ’ ένα φιλί! Απ’ το Παρίσι τι θέλεις να σου φέρω;

-     Τίποτα… μόνο να γυρίσεις πίσω…


Η γυναίκα γύρισε απ’ το Παρίσι.
Ο άντρας δεν την περίμενε.

Sunday, June 20, 2010

Μικρή ιστορία 2.




Υπάρχουν πράγματα για τα οποία η φίλη μου δεν μιλά ποτέ και σε κανέναν. Θα πρέπει να είσαι πολύ δικός της άνθρωπος και να έχεις μείνει ικανό χρόνο μαζί της στη σιωπή για να σου πει, ας πούμε, για τα δυο αστέρια που κατοικούν στα μάτια της. Ένα μυστικό που κρατά καλά φυλαγμένο μέσα της κι ας είναι αυτό που καθορίζει όλη της τη ζωή. Το βλέμμα της πάνω στους ανθρώπους και τον κόσμο. Ελάχιστοι το γνωρίζουν. Κανείς δεν το καταλαβαίνει. Όχι γιατί δεν θέλουν, μα γιατί είναι τόσο παράξενο και ακατανόητο που αν δεν το έχεις ο ίδιος δεν μπορείς να το προσεγγίσεις. Και όσοι δεν το ξέρουν, ούτε καν το υποψιάζονται. 

Ένα αστέρι σε κάθε μάτι, έτσι μου περιγράφει την αρρώστεια που τη βρήκε χρόνια πριν. Πώς να καταλάβω τι εννοεί; Ένα αστέρι που κατοικεί μέρα νύχτα την κόρη του δεξιού οφθαλμού κι άλλο ένα που κατοικεί αυτήν του αριστερού. Δυο άστρα που τα κατοικεί και η ίδια συνωμοτώντας μυστικά μαζί τους στη γειτονιά των ματιών της. Ας τα ονομάζουν οι γιατροί κατερστραμμένα κύτταρα. Ας λένε πως συνιστούν αναπηρία και ανικανότητα. Στην αρχή τους πίστεψε και τρομοκρατήθηκε. Μετά θύμωσε, ύστερα έπεσε σε κατάθλιψη. Έβλεπε χρόνο με το χρόνο τις εικόνες να οπισθοχωρούν, τα γράμματα να θαμπώνουν τόσο όσο να γίνονται σχεδόν αόρατα. Μετά άρχισε να το διασκεδάζει λέγοντας πως πρόκειται για μια αστεία αρρώστια, μιας και εκεί που εστιάζει χάνεται μέσα σε ομιχλη το εστιαζόμενο. Μα δεν ήταν άνθρωπος για κατάθλιψη αυτή. Κι έτσι άρχισε να παίζει. Περιμένοντας τη σειρά της στην τράπεζα εστίαζε στα πόδια των ανθρώπων. Τα έβλεπε να χάνονται και καθώς η περιφερειακή της όραση διατηρούσε την εικόνα του υπόλοιπου σώματος έφτιαχνε ιστορίες με ανθρώπους που αιωρούνταν. Περίμενε στις στάσεις των λεωφορείων και μη αναγνωρίζοντας το νούμερό τους άρχισε να μιλά στους ξένους ή να ανεβαίνει παράτολμα στο πρώτο που ερχόταν παραδόμενη στην τύχη του άγνωστου. Χαιρετούσε στο δρόμο άγνωστους που τους περνούσε για γνωστούς κι όταν διαπίστωνε το λάθος της πλησιάζοντας κοντά, ένιωθε τη χαρά των ανθρώπων στον αιφνίδιο χαιρετισμό από μια χαμογελαστή τους άγνωστη και επιπλέον, ωραία γυναίκα. Έτσι έμαθε πως μια καλημέρα στον ξένο είναι ένα δωρεάν αλισβερίσι χαράς. Κι έπαψε να φοβάται τους άγνωστους όπως όταν έβλεπε κανονικά, εμπιστευόμενη άνευ όρων στην ομίχλη που εδώ και τόσα χρόνια αναρίθμητες φορές την οδήγησε σε ξέφωτα και περάσματα αποκαλυπτικά. Κι ακόμα, έμαθε ν' ακούει. Να βλέπει αλλιώτικα. Να χαμογελά χωρίς προσδοκία ανταπόδοσης που έτσι κι αλλιώς δεν μπορούσε να σιγουρέψει αν έρχεται. Να τους χαιρετά όλους αδιακρίτως σαν φίλους και γνωστούς. Έπρεπε να διαλέξει. Ή δεν θα χαιρετούσε κανέναν για να μην κάνει λάθη ή θα τους χαιρετούσε όλους σαν δικούς της δίνοντας στο λάθος μια ευκαιρία να αποκτήσει νόημα. Διάλεξε το δεύτερο. Αυτό της ταίριαζε.

΄Ωσπου τον τελευταίο καιρό συνειδητοποίησε πως όλη αυτή η περιπέτεια της υγείας της είναι το δώρο που της έστειλε ο ουρανός. Δυο αστέρια. Στον ύπνο τον δικό της δεν υπάρχει σκοτάδι. Αυτό που τη μέρα θαμπώνει τις εικόνες της φτιάχνοντας άλλες από τις οικείες των υπόλοιπων ανθρώπων, τη νύχτα φωτίζει το σκοτάδι της και τα όνειρά της. Είναι πάντα  εκεί άσβηστα. Στην αρχή δυσκολεύτηκε και στον ύπνο. Μετά συνήθισε, ώσπου τώρα της αρέσει. Κάθε βράδυ τα καληνυχτά.

Κάποτε τα μάτια της κουράζονται πολύ, κάποτε πονούν αφόρητα. Ο αυχένας απ' το σκύψιμο πάνω στα βιβλία υποφέρει, τα χέρια κουράζονται να βαστούν τους μεγενθυτικούς φακούς τόσο που συνήθως τα εγκαταλείπει και κάνει κάτι άλλο να ξεκουραστεί. Σκέφτεται τους φίλους της που συχνά γκρινιάζουν για την ασχήμια γύρω τους, τα σκουπίδια στους δρόμους, τα άκομψα ρούχα των περαστικών, τις κιτσάτες επιγραφές στα εμπορικά, και νιώθει μια κρυφή και λίγο αλαζονική χαρά για τα δυο  αστέρια της που δεν της επιτρέπουν να βλέπει όσα οι άλλοι. Αυτή μπορεί και βλέπει μόνον πολύ κοντά, τα πρόσωπα των αγαπημένων της, και πολύ μακριά, τη θάλασσα και τον ουρανό. Όλο το ενδιάμεσο απουσιάζει. Αυτό την κάνει παράδοξα ευτυχισμένη.


Μου μιλά και την ακούω μέσα στη νύχτα. Η φωνή της ειναι ήσυχη. Με παρηγορεί κι ας νιώθω πως η φίλη μου είναι εδώ και ταυτόχρονα αλλού. Πως ολοένα φεύγει και δεν την πιάνω, δεν την προλαβαίνω. Θαρρείς και τα δυο αστέρια της την οδηγούν αλλού... πολύ πιο κάτω απ' το κάτω, πολύ πιο ψηλά απ' το ψηλά... Και της το εξομολογούμαι με τη σειρά μου: την αγαπάω περισσότερο από ποτέ... κι αυτήν και τα δυο αστέρια της... Κι έχω πάντα στο νου μου να κάθομαι πολύ κοντά της, σχεδόν κολλητά, για να μπορεί να με βλέπει σαν δικό της άνθρωπο...


Saturday, June 19, 2010

Μικρή ιστορία 1.


Η Μαροκινή Φετιμά έφυγε απ' την πατρίδα της πριν δεκατέσσερα χρόνια. Έφτασε στην Αθήνα και άρχισε να δουλεύει σ' ένα σπίτι ενός ζευγαριού, ψυχίατρος και οδοντίατρος οι άνθρωποι με μια γριά μάνα που ήθελε φροντίδα. Τους φαίνονταν δύσκολο το όνομά της κι έτσι το έκανε Φωτεινή για χάρη τους. Άφησε πίσω της δυο κόρες που σήμερα είναι εικοσιενός και εικοσιτριών. Τις άφησε στη μάνα και στην αδερφή της. Στην αρχή ήταν μια χαρά με τον άντρα της, μετά όμως έκλεισε το εργοστάσιο που αυτός δούλευε κι έμεινε χωρίς δουλειά. Το έριξε στο χασίς. Μια μέρα θ' ανοίξει πάλι, έλεγε συνέχεια, αλλά το εργοστάσιο δεν άνοιγε. Κι αυτός όλη μέρα έπινε χασίς και έτρωγε τα λεφτά που έβγαζε η Φατιμέ στο πεντάστερο ξενοδοχείο που δούλευε. Δεν χώρισε γιατί δεν ήθελε να πονέσουν τα κορίτσια της. Ας μεγάλωναν λίγο. Πήρε τα μάτια της και ήρθε στην Ελλάδα. Το ζευγάρι των γιατρών απέκτησε δύο κόρες. Η γριά πέθανε και η Φετιμά μεγαλώνει μέχρι σήμερα τις δύο ξένες κόρες. Τις δικές της τις βλέπει ένα μήνα κάθε καλοκαίρι που γυρνά στην πατρίδα. Τον πρώτο χρόνο έκλαιγε κάθε μέρα, μετά συνήθισε, αλλά μιλάνε κάθε μέρα ένα λεπτό στο κινητό. Το εργοστάσιο ακόμα ν' ανοίξει. Αυτός ακόμα πίνει χασίς όλη μέρα. Η αδερφή της, μου λέει, δεν αγαπά τα παιδιά της. Παντρεύτηκε κιόλας κι έκανε δικά της. Μόνον η μάνα της τα αγαπά. Πώς θα γίνει; Δε θα φορέσουν τα μίνι τους, δε θα έχουν κινητό; Αφού όλες οι φίλες τους είναι έτσι. Η αδερφή της όμως τα μαλώνει. Δεν καταλαβαίνει. Τώρα η Φατιμέ ταξιδεύει πρώτη φορά για το Παρίσι που έχει τον αδερφό της εκεί. Οι γιατροί στο ΙΚΑ δεν ξέρουν να θεραπεύσουν τον φλεβίτη που την παιδεύει. Φάρμακα στα φάρμακα, πού θα πάει αυτή η δουλειά; Πάει με το βιβλιάριό της στον αδερφό της και θα μείνει εκεί τον μήνα που θα έβλεπε τις κόρες της. Τα αφεντικά της δεν της έχουν μόνο ασφάλιση, δεν της δίνουν μόνον ένσημα, αλλά της έδωσαν και δυο χιλιάδες ευρώ για ό,τι έξτρα χρειαστεί, να 'ναι καλά οι άνθρωποι. Και η Φατιμέ εδώ και ένα χρόνο χωρισμένη πια, μου τα διηγείται όλα αυτά στο αεροπλάνο, αφού μου έχει ζητήσει βοήθεια να την οδηγήσω όταν φτάσουμε με το καλό στο Σαρλ ντε Γκωλ να πάρει το λεωφορείο για να φτάσει στον αδερφό της που μένει τριακόσια χιλιόμετρα έξω από το Παρίσι. Δεν γνωρίζει καθόλου γαλλικά. Είναι χοντρή, με καρέ κόκκινα σγουρά μαλλιά, κόκκινο κραγιόν και χρυσή αλυσίδα στο λαιμό, χαμογελαστή και φοβισμένη, αγχωμένη πολύ. Αφού φτάνουμε και βρίσκουμε την άκρη, με φιλά, με ξαναφιλά, φεύγει, κι εγώ αναρωτιέμαι. Πόσο τυχαίο είναι το σε ποιον άνθρωπο απευθυνόμαστε όταν βρισκόμαστε ξένοι εν μέσω ξένων και θέλουμε βοήθεια;
Αναρωτιέμαι και πολλά άλλα εξίσου αναπάντητα, πρωτότυπα και κοινότυπα και χαμογελώ γι' αυτήν την τόσο παράξενη ζωή που μας γεμίζει απορίες, αγάπες, πόνο και θαύματα... 

Wednesday, June 16, 2010

Χάι κου του γκρι





Μαύρες νταντάδες
ανατρέφουν τα παιδιά
λευκών ανθρώπων

Νέοι άνθρωποι
είναι πιθανόν το γκρι
ν' ανακαλύψουν.


Χάι κου της προστασίας




Η τρικλοποδιά
απ' τ' αγγέλου το φτερό
θα τον γλυτώσει

Δυο μέτρα πιο κει
πεινασμένος σαν λύκος
στενάζει γκρεμός



χάι κου της συγκυρίας



Δύο άγγελοι
επιθυμήσαν πολύ
ένας τον άλλον.

Οδηγούν φίλους
προστατευόμενούς τους
να συναντηθούν.


To μονοπάτι



Θα γείρουν πάνω σου
γερασμένα πέταλα,
γέρικα φύλλα θα κουρνιάσουν,
ψίχουλα παιδιών
θα βρουν σ' εσένα καταφύγιο.

Κι όλα θα φύγουν
αποδιωγμένα απ' τον άνεμο
απ' τη βροχή εξαγνισμένα.

Μονάχα εσύ, αθώο, αγαθό και γενναιόδωρο
θ' αδειάζεις, θα γεμίζεις,
υπομένοντας το φευγαλαίο.

Στων αισθημάτων την ακτημοσύνη επιμένοντας
που αειθαλώς θ' ανθίζουν 
στον κήπο της σιωπηλής σου
ακινησίας.



Η Φωτογραφία είναι της Φωτεινής Κ.

Tuesday, June 15, 2010

Μάνος Χατζιδάκις ο 16άρης, από τον Άρη Δαβαράκη




Τα παιδιά που γεννηθήκανε τη μέρα που φτερούγισε για τον απάνω κόσμο ο Μάνος Χατζιδάκις, κλείνουνε τα δεκάξι στίς 15 Ιουνίου 2010. Εντυπωσιακό, ε; Άρα, αν αντιστρέψουμε τα πράγματα, ο Μάνος εκεί πάνω έχει γενέθλια. Έτσι κι αλλιώς δεν του ταιριάζουν οι νεκρολογίες και κατα έναν πολύ περίεργο τρόπο δεν έχω νοιώσει στιγμή ότι πέθανε ο Χατζιδάκις. Τυπικά βέβαια και κοιμήθηκε και ενταφιάστηκε κανονικά, «Χριστιανικά και Ορθόδοξα» όπως είχε ζητήσει ο ίδιος, σ΄ένα μικρό κοιμητήριο στην Παιανία που, τότε, είχε δεν είχε τριάντα απλούς, σχεδόν φτωχικούς, τάφους. Εκείνος το είχε διαλέξει, ήθελε να αποφύγει τις «δημόσιες δαπάνες» στο Α΄ Νεκροταφείο και τους υπουργούς και τους επικήδειους και όλα τα σχετικά. Ηταν Ιούνιος του 1994 και τον Μάρτιο είχε ήδη φύγει και η Μελίνα. Νομίζω οτι αυτό του στοίχισε πολύ και δεν είμαι ο μόνος που το νομίζει. Η σχέση τους που συνοδευτηκε με ένα όσκαρ τραγουδιού, δεκάδες συνεργασίες στο θέατρο και το σινεμά, μια παραστάση on Broadway, (το μέγα σουξέ, “Ilya Darling” σε σκηνοθεσία του Jules Dassin), αλλά πάνω απ΄ όλα πολλή αγάπη αληθινή και ανιστόρητους καυγάδες, ήταν μια σχέση βαθιά ερωτική – που ξέσπαγε όμως στην Τέχνη και όχι στο κρεββάτι.

Δεν ξέρω γιατί τα γενέθλια του Μάνου με στείλανε κατευθείαν στην τόσο μοναδική, σπάνια, δυνατή σχέση του με την Μελίνα. Ισως επειδή απο την Μελίνα τον γνώρισα και εγώ, άνοιξη του 1977, στου «Φλόκα», στην Πανεπιστημίου. Και από τον Σεπτέμβριο του 77 άρχισα την συνεργασία μου με το Τρίτο Πρόγραμμα της ΕΡΤ το οποίο διήυθηνε εκείνος – λόγω της προσωπικής του φιλίας με τον τότε πρωθυπουργό Κωνσταντίνο Καραμανλή. Ετσι βλεπόμασταν κάθε μέρα, έτσι αγαπηθήκαμε, έτσι έμαθε οτι γράφαμε τραγούδια με τον Τάσο (στίχους εγώ, μουσικές ο Τάσος) και έτσι έγινα στιχουργός, συνεργαζόμενος κατ' αρχήν με τους δύο συνθέτες που λάτρευα: Τον Τάσο Μελετόπουλο, τον κολλητό μου, με τον οποίον μαζί λάβαμε μέρος και στούς «Αγώνες Τραγουδιού της Κέρκυρας» και, καπάκι, με τον Μάνο Χατζιδάκι. Τυχερό παιδί ο Ζαχαρίας-Αρης, δεν μπορώ να πω. Πολύ τυχερό παιδί.

Δεκάξι χρονών στούς ουρανούς λοιπόν ο Μάνος αναρωτιέμαι τι να κάνει σήμερα. Για το μόνο για το οποίο είμαι απολύτως βέβαιος είναι πως θα είναι 
ερωτευμένος – όπως πάντα . Χατζιδάκις χωρίς έρωτα δεν υπήρξε ποτέ, οπότε και σήμερα θα χτυπάει δυνατά η καρδιά του για κάποιον ή για κάποιαν ή για κάτι – δεν ξέρω κιόλας τι καθεστώς ερωτικό επικρατεί εκεί στον Ουρανό για να κάνω μιαν εικόνα. Αν ξαναβρίσκουμε τους παλιούς μας παλμούς και τις βαθύτερες μελωδίες μας, σίγουρα κάτι θα σκαρώνουνε με την Φλέρυ Νταντωνάκη – την οποίαν θεωρούσε, αν δεν κάνω πολύ μεγάλο λάθος, την μεγαλύτερη τραγουδίστρια με την οποία συνεργάστηκε ποτέ.

Δεν θέλω να φλυαρήσω – και επειδή το 'χω αυτό το κουσούρι και παρασύρομαι, θα σταματήσω εδω. Βάζω το γραμματάκι μου σ' ένα μπουκάλι γυάλινο και το πετάω στη θάλασσα, σίγουρος οτι θα πάει κατευθείαν στην αγκαλιά του αποδέκτη του.
 
Χρόνια Πολλά Μάνο Χατζιδάκι . Και καλήν αντάμωση, μ΄ένα γλυκό φιλί.

ΥΓ: Ε, δεν θα ήταν άδικο για την Νάνα Μούσχουρη που τον τραγούδησε κυριολεκτικά σ΄όλον τον πλανήτη σε τριάντα περίπου γλώσσες, να την αφήσουμε έξω απ' τη σημερινή επέτειο; Αυτό έλειψε!
 ....................................................................................................................................

Σημείωση: Το κείμενο είναι ακριβής αντιγραφή  από το protagon.gr

Monday, June 14, 2010

Παρίσι-Κωνσταντινούπολη



Το Παρίσι
με ανάγκασε σε εξωστρέφεια
σαν τραγούδι
έγχρωμη φωτογραφία
και φλερτ.

Η Πόλη
με επέστρεψε στο Είναι μου
σαν ποίημα
φωτογραφία ασπρόμαυρη
και σχέση.


Monday, May 31, 2010

προσευχή



Μην αρνηθείς
πατρίδα των γαλάζιων κήπων
τον γυρισμό μου
από τα ξένα.



(Η φωτογραφία είναι της Φωτεινής Κ.)

Friday, May 28, 2010

Τι γράφουν όσοι γνώρισαν τον Πολύκαρπο


Μετά τα σχόλια που ακολούθησαν την ανάρτησή μου: Αποχαιρετώντας έναν άγγελο που τον έλεγαν Πολύκαρπο, http://animusanimus.blogspot.com/2010/05/blog-post_21.html θεώρησα χρέος και οφειλή να ανεβάσω σε ξεχωριστό ποστ, όλα όσα έγραψαν οι άνθρωποι που γνώρισαν τον Πολύκαρπο μέσα στη Σχολή Τυφλών. Σας ευχαριστώ όλους θερμά. 



Anonymous ΜΑΚΗΣ ΡΟΥΣΟΜΑΝΗΣ said...
Η ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΕΙΝΑΙ Στο γραφειο μου με τον Κυριο Πολυκαρπο Xατζηπαυλίδη...
Τυφλος,κωφαλαλος,
τροφιμος στην σχολη τυφλων Θεσσαλονικης απο τα 10 του χρονια εφυγε στις 21/5/2010 σε ηλικια 74 χρ.
Τον γνωρισα τα 3 τελευταια χρονια και ενιωσα την αγαπη και την καλοσυνη που ειχε...!!!!!
Και ας μη με ειδε και δε με ακουσε ΠΟΤΕ....
ΔΕΝ ΘΑ ΞΕΧΑΣΩ ΠΟΤΕ ΕΚΕΙΝΟ ΤΟ ΠΡΩΙΝΟ ΠΟΥ ΤΟΝ ΒΡΗΚΑΜΕ ΣΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ ΤΟΥ ΜΕ ΕΓΚΕΦΑΛΙΚΟ.ΤΟΝ ΤΑΚΤΟΠΟΙΗΣΑΜΕ ΜΕ ΤΟΥΣ ΣΥΝΑΔΕΛΦΟΥΣ ΚΑΝΑΜΕ ΟΤΙ ΚΑΛΥΤΕΡΟ ΓΙΑ ΚΕΙΝΟΝ ΜΕ ΤΗΝ ΒΟΗΘΕΙΑ ΤΗΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ ΤΗΣ ΣΧΟΛΗΣ ΤΥΦΛΩΝ ΣΟΦΙΑ ΓΚΙΚΑ...
ΜΕΤΑ ΗΡΘΕ ΤΟ ΕΚΑΒ !
ΘΑ ΘΥΜΑΜΑΙ ΠΑΝΤΑ ΟΤΑΝ ΤΟΥ ΛΕΓΑ ΚΑΘΕ ΠΡΩΙ ΚΑΛΗΜΕΡΑ ΚΑΙ ΤΟΥ ΚΑΝΑ ΤΟ ΣΧΗΜΑ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ ΣΤΟ ΜΕΤΩΠΟ ΤΟΥ ΓΙΑ ΝΑ ΚΑΤΑΛΑΒΕΙ ΠΟΙΟΣ ΕΙΜΑΙ...ΕΚΕΙΝΟΣ ΜΟΥ ΛΕΓΑ ΜΕ ΝΟΗΜΑΤΑ ΟΤΙ ΗΔΗ ΜΕ ΓΝΩΡΙΣΕ ΚΑΙ ΓΕΛΟΥΣΕ,ΑΠΟ ΤΟ ΑΡΩΜΑ ΜΟΥ...
ΚΑΘΟΤΑΝ ΣΤΟ ΙΑΤΡΕΙΟ ΜΕ ΤΗΣ ΩΡΕΣ ΚΑΙ ΟΛΟ ΚΑΤΙ ΜΟΥ ΛΕΓΕ,ΑΛΛΑ ΕΓΩ ΔΕΝ ΕΙΧΑ ΜΑΘΕΙ ΤΗΝ ΝΟΗΜΑΤΙΚΗ ΚΑΙ ΜΟΝΟ ΕΛΕΓΑ ΝΑΙ ΚΑΙ ΝΑΙ ΚΑΙ ΝΑΙ...
ΜΕ ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ ΝΑ ΜΑΘΩ ΚΑΠΟΤΕ ΤΗΝ ΓΛΩΣΣΑ ΤΟΥ ΚΑΙ ΝΑ ΤΟΥ ΜΙΛΑΩ.
ΤΙ ΚΡΙΜΑ ΠΟΥ ΔΕ ΠΡΟΛΑΒΑ..!!
ΕΙΧΑ ΤΟΣΑ ΠΟΛΛΑ ΝΑ ΤΟΥ ΠΩ.
Αχ ας ειναι αιωνια η μνημη του.
-μπραβο Βασιλικη υπεροχη η ιστορια σου.
φιλικα
ΜΑΚΗΣ ΡΟΥΣΟΜΑΝΗΣ


 Στράτος Βλ. said...
Ως εκπαιδευόμενος στη Σχολή Τυφλών ('95-'96) αντί να του μάθω ... μου μάθαινε!!!
Είχε την ικανότητα ακουμπώντας ελαφρά το πρόσωπο να αναγνωρίζει ανθρώπους που είχε να δει για χρόνια!!!
Θυμάμαι που τον είχα καλέσει στο σπίτι μου να φάμε οικογενειακός και δεν υπήρχε ούτε ένα ψίχουλο γύρω από το πιάτο του!!!
Τι να απαριθμήσω; Τις βόλτες που κάναμε στους Ναούς; Το μερακλίδικο καφέ του; 
Κάποιος έγραψε για το ακουστικό που έβαλε... και αισθάνθηκα σαν να βοήθησα και εγώ τα ελάχιστα στην πορεία της ζωής του. Δεν θα ξεχάσω ποτέ το μορφασμό ευτυχίας στο πρόσωπό του όταν πήρε το ραδιοφωνάκι και άκουσε μουσική...

Καλό ταξίδι Πολύκαρπε... δίπλα στους αγγέλους και συ ως ένας από αυτούς!

Αναστασια said...
Ο αποχαιρετισμος σου Βασιλικη ειναι συγκλονιστικος και ανταξιος του Πολυκαρπου.Σαν εργαζομενη στη Σχολη Τυφλων ειχα την τυχη να αισθανθω το γεματο αγαπη αγγιγμα του.
Ειναι αληθεια οτι η Σχολη εχασε τον ανθρωπο της...αλλαξε ο αερας...
και ιδιαιτερα τωρα που αντιμετωπιζει πολλα προβληματα,τωρα ειχαμε αναγκη την παρουσια του Πολυκαρπου!
Ειμαι σιγουρη πως απο τον Παραδεισο οπου βρισκεται μας ακουει, μας βλεπει,μας νοιαζεται...

Blogger MIXALIS690 said...
IATAN POLI KALOS ANTHROPOS ADAPOUSE OLUS POU ERXOTAN STIN AVLI AKOMA POU DN SE EVLEPE DN SAKUGE SE ENIOTHE TI THES NA TU PIS ITAN POLI KALOS ANTHROPOSDN TON GNORISA POLI KALA ALA APOSO TON GNORISA TON SIMBATHISA MESA SE ENA XRONO POU ERXOME STIN SXOLI THA THA LIPSI SE OLI TIN SXOLI O POLIKARPOS APOSO KSERO ITAN APO PEDI STIN SXOLI

Anonymous Στέφανος said...
Ήταν ένας πραγματικά καλός άνθρωπος. Τον γνώριζα από όταν ήμουν πολύ μικρός. Είχα μάθει και τη γραφή του για να επικοινωνώ μαζί του. Κάθε πρωί, όταν όλα τα παιδιά ερχόμασταν στη σχολή για να πάρουμε και όσους έμεναν μέσα και να πάμε στο σχολείο ερχόταν και μας χαιρετούσε. Όποτε τον έυρισκα του έδινα μία "αναφορά" και του έλεγα ότι είμαι καλά, τον ρωτούσα τι κάνει κ.ά. Όλους μας γνώριζε πολύ εύκολα ακουμπόντας μας λίγο πάνω μας. Ήταν πολύ επιμελής και εργατικός και παλαιότερα, όταν υπήρχαν περισσότερες δραστηριότητες ασχολούνταν με πολύ περισσότερα. 
Δεν θα τον ξεχάσω ποτέ. Ας είναι αιώνια η μνήμη του.

Blogger IRMELA said...
Πολυκαρπε,ηδη μας λειπεις!καλο ταξιδι φιλε !!!

Επί δεκαοχτώ χρόνια άκουγα κάθε μέρα τη φωνή του κάτω από το μπαλκόνι μου, επί δεκαοχτώ χρόνια τον έβλεπα κάθε μέρα να κάνει βόλτες μεσα στην αυλή της σχολής, επί δεκαοχτώ χρόνια τον έβλεπα να ετοιμάζει τη βαλίτσα του και να περιμένει να τον πάρουν για διακοπές το καλοκαίρι. Όλοι μου έλεγαν πως δεν μπορούσε να μιλήσει κι όμως εγώ τον άκουγα να μιλάει. Κοινωνικός, φιλικός, γελαστός δεν έχω λόγια να περιγράψω έναν άνθρωπο που ποτέ δε γνώρισα από κοντά, αλλά τον ένιωθα πιο κοντά μου από πολλούς ανθρώπους. Είναι μέρες που δεν τον άκουγα και δεν τον έβλεπα, νόμιζα ότι έφυγε ταξίδι, περίμενα πότε θα ξαναγυρίσει. Εκείνος όμως έφυγε μακριά, πολύ μακριά, και μου άφησε ένα δυσαναπλήρωτο κενό, γιατί ήταν αυτός που ένιωθα ότι μου έλεγε καλημέρα με το δικό του ξεχωριστό τρόπο. Καλό ταξίδι, θα σε θυμάμαι πάντα όπως σε έβλεπα μεσημέρι καλοκαιριού με το άσπρο σου πουκάμισο και τα μαύρα γυαλιά, να περπατάς γύρω από τη βαλίτσα σου, χειρονομώντας και φωνάζοντας, περιμένοντας να φύγεις για διακοπές, χαιρετώντας τους άλλους που εφευγαν με τον δικό σου τρόπο, επικοινωνόντας μαζί τους με την ψυχή και το χαμόγελο σου.
(Προσθέτω το παρακάτω που μου ήρθε χθες στο μέηλ μου,, κατόπιν άδειας του γράφοντος.)

Dimitris Chatziantoniou 28 Μαΐου στις 11:50 μ.μ.
- Καλησπέρα Βασιλική..- Μεγάλωσα στό Παπάφειο, στά "ένδοξα" χρόνια του, 1965-1972.Κάθε καλοκαίρι ανεβαίναμε στόν Χορτιάτη, στήν κατασκήνωση τού Ιδρύματος, καί είχαμε ώς φιλοξενούμενο τόν Πολύκαρπο & τόν Σταύρο, από τήν Σχολή Τυφλών..Εχω άπειρες αναμνήσεις καί γεγονότα από τούς δυό τους..Ο Πολύκαρπος μού έμαθε νά εποικοινωνώ μαζί του "γράφωντας" στή χούφτα του...Συγγνώμη-δέν μπορώ νά συνεχίσω-μόλις από τόν τοίχο σου έμαθα γιά τό "ταξίδι" του..Ηταν-είναι ό ΜΟΝΑΔΙΚΟΣ ΑΘΩΟΣ πού γνώρισα..Θά ξαναβρεθούμε Πολύκαρπε, εύχωμαι σάν φίλοι..!!


Friday, May 21, 2010

Αποχαιρετώντας έναν άγγελο που τον έλεγαν Πολύκαρπο




Χαράματα Παρασκευής 21ης Μαϊου 2010, Κωνσταντίνου και Ελένης, άφησε την πνοή του ο Πολύκαρπος στο Ιπποκράτειο Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης, μετά από ισχυρό εγκεφαλικό επεισόδιο που έπαθε την περασμένη Κυριακή. Το προηγούμενο βράδυ του Σαββάτου ήπιε το κρασάκι του στο δωμάτιό του στη Σχολή Τυφλών παρέα με τους αγαπημένους του φίλους, τον Βασίλη και τον Στέλιο. Ήταν χαρούμενος, πολύ χαρούμενος, και όταν διαπίστωσε πως είχε τελειώσει το κρασί είπε στον Στέλιο πως αύριο πρέπει οπωσδήποτε να πάει ν' αγοράσει καινούριο μπουκάλι. Λίγο μετά έπαθε το εγκεφαλικό, εντελώς αιφνίδια και χωρίς να έχει κανένα πρόβλημα υγείας. Είχε κάνει όλες τις γνωστές και συνήθεις εξετάσεις που έδειχναν έναν κατάγερο άνθρωπο στην ηλικία των εβδομήντα τεσσάρων χρονών.

Πέμπτη πρωί πληροφορήθηκα το εγκεφαλικό του. Ήταν μεγάλο το αιμάτωμα, είπε ο γιατρός, και σε περίπτωση που θα συνερχόταν θα έμενε σε αναπηρική καρέκλα. Είναι οι περιπτώσεις που δεν ξέρεις τι να ευχηθείς, δεν τολμάς να το πεις, να το εξωτερικεύσεις, δεν τολμάς ούτε να το σκεφτείς. Τυφλός, κωφός και σε αναπηρικό καροτσάκι; Ήταν πολύ για να το ευχηθείς. Το βράδυ πριν κοιμηθώ και καθώς προσευχόμουν, μ' έναν τρόπο ακατανόητο ένιωθα πως φεύγει και τη λύπη συνόδευε η χαρά. Το πρωί είδα την αναπάντητη κλήση του κοινού μας φίλου και κατάλαβα πως ο Πολύκαρπος είχε ήδη φύγει. Μιλήσαμε με τον φίλο και το επιβεβαίωσε.

Πέρασα αμέσως μετά την δουλειά μου από τη Σχολή Τυφλών. Είχε έρθει ο αδερφός του, από την Κρήτη και ήθελα να τον γνωρίσω και να μάθω και κάτι τις περισσότερο από όσα ήδη γνώριζα γι' αυτόν τον σπάνιο άνθρωπο, στον οποίο αφιέρωσα ένα κεφάλαιο στο βιβλίο μου "Σε τέμπο κόκκινο", και που πολύ αγάπησα. Δεν τον βρήκα τον αδερφό του, έτρεχε για τις τελευταίες εκκρεμότητες, έμαθα όμως από φίλους του τα παρακάτω, που δεν γνώριζα και νομίζω πως έχει νόημα να καταθέσω.

Η οικογένειά του, πρόσφυγες από το Ικόνιο στη Δράμα. Γεννιέται πρώτα η μεγάλη αδερφή, μετά δεύτερος ο Πολύκαρπος και μετά από οχτώ χρόνια o αδερφός του. Τον πατέρα τους τον σκοτώνουν οι Βούλγαροι. Λίγο μετά, υπολογίζουμε γύρω στα εφτά του, ο Πολύκαρπος, που ήταν ένα υγιέστατο παιδί, παθαίνει μηνιγγίτιδα. Χάνει την όραση και την ακοή. Πάνω που κατακτά τον λόγο, χάνει και τον λόγο. Μέσα στις συνθήκες των πολέμων, της φτώχιας και της ανημπόριας, της φοβερής ανέχειας, και ποιος ξέρει για πόσους άλλους λόγους, η μητέρα τους αφήνει την μεγάλη κόρη ψυχοκόρη σε μια οικογένεια, τον Πολύκαρπο σ' ένα ίδρυμα της Δράμας, πιθανόν ορφανοτροφείο, και φεύγει για την Κρήτη όπου μάλλον έχει κάποιους συγγενείς εκεί απ' την πατρίδα, μόνον με τον μικρό γιο της, στον οποίο δεν αναφέρει καθόλου την ύπαρξη του μεγαλύτερου αδερφού του.

Αυτός θα μάθει για τον αδερφό του μονον όταν έρχεται η ώρα να πάει στον στρατό. Τότε, προκειμένου να υπηρετήσει μειωμένη θητεία ως προστάτης οικογένειας, του το λέει η μητέρα του. Κάνει τη θητεία του και μόλις τελειώνει, επισκέπτεται αμέσως τη Σχολή Τυφλών Θεσσαλονίκης. Έχει κλείσει το ίδρυμα της Δράμας και γύρω στο 1946-7 έχει ανοίξει η Σχολή Τυφλών στην οποία κάποιος άγνωστος άνθρωπος μεριμνά να μεταφερθεί αμέσως ο Πολύκαρπος. Όσο ζούσε στο ίδρυμα της Δράμας, η μάνα του φεύγοντας ζήτησε από μια γνωστή της γυναίκα να πηγαίνει πότε πότε και να τον επισκέπτεται.

Είναι λίγο περισσότερο από δέκα χρονών όταν φτάνει στη Σχολή Τυφλών ο Πολύκαρπος. Χωρίς κανέναν συγγενή, χωρίς φως, χωρίς ακοή, χωρίς γλώσσα. Ένα πανικοβλημένο παιδί. Οι Φιλάνθρωποι, όπως ονομάζονταν αυτοί που την ίδρυσαν, φροντίζουν να έρθει από την Αμερική μια δασκάλα που γνωρίζει το σύστημα των τυφλοκωφών, η οποία αναλαμβάνει τον μικρό Πολύκαρπο και δουλεύει για πολλά χρόνια μαζί του, μαθαίνοντάς του την γλώσσα της αφής, αλλά εκ των υστέρων και το Μπράιγ. Αυτή γίνεται μάνα, αδερφή, φίλη του. Γίνεται η είσοδός του στον κόσμο της επικοινωνίας, της ζωής. Μαθαίνει και τα κεφαλαία γράμματα της αλφαβήτας που σχηματίζει στις παλάμες όσων δεν γνωρίζουν τη γλώσσα του, προκειμένου να επικοινωνεί με όλους. Μαθαίνει επίσης απέξω όλο το εορτολόγιο. Αρκεί να του πεις ένα όνομα, ακόμα και το πιο ασυνήθιστο και να σου πει πότε ακριβώς γιορτάζει. Μεγαλώνοντας εκπαιδεύεται στην τέχνη του αργαλειού και γίνεται μεγάλος μάστορας. Ξεχωρίζει τις χρωματιστές κλωστές από την αφή. Έτσι διαμορφώνεται στον άνθρωπο-αφή. Φτιάχνει περίφημα υφαντά, εκ των οποίων έχω την τύχη να έχω δύο πετσέτες κουζίνας που κάποτε αγόρασε από μια έκθεση της σχολής -όταν η σχολή είχε πλήθος εργαστηρίων που κατόπιν διακόπηκαν-, ο φίλος μου Αποστόλης που μου τα χάρισε. Από αυτή τη δουλειά συνταιοδοτείται.

Δεν μου είναι καθόλου εύκολο να μιλήσω γι' αυτήν την τεράστια φυσιογνωμία, την ανυπέρβλητη προσωπικότητα, αυτόν τον άνθρωπο που ήταν όλος φως και χαρά, χιούμορ, φροντίδα και μέριμνα για όλους τους τυφλούς της σχολής και πολύ παραπάνω για τα μικρά παιδιά. Η τρομακτική του αντίληψη δεν περιγράφεται. Μπορούσες να τον κάνεις σβούρα, όπως μου περιέγραφε ένας φίλος του, και στο τέλος να σε οδηγήσει εκεί που ήθελες χωρίς να χάσει καθόλου τον προσανατολισμό του. Σηκωνόταν χαράματα και έφτιαχνε τους καφέδες για τους φίλους του, βάζοντας τον δείχτη του χεριού στο σωστό σημείο για να αντιλαμβάνεται πότε φουσκώνει. Ξύριζε και κούρευε τους τυφλούς κι αν κανείς κουνιόταν έδινε και καμιά σφαλιάρα έχοντας πλήρη επίγνωση της επικυινδυνότητας του ξυραφιού. Ο ίδιος ήταν πάντα κοκέτης, με τα λακόστ του και τα καολλαρισμένα του παντελόνια. Ήταν ο νοικοκύρης της σχολής. Μάζευε τα ξεχαρβαλωμένα καλώδια, επισκεύαζε ό,τι χαλασμένο έπεφτε στην αντίληψή του, άπλωνε και μάζευε τις μπουγάδες και όταν κάποιος τυφλός έχανε κάποιο ρούχο του που πάνω του, όπως όλα, είχε κεντημένο το μονόγραμμά του, ο Πολύκαρπος το έβρισκε.

Όταν  έφτανε το σχολικό για να επιστρέψει τα τυφλά παιδάκια του Δημοτικού στα σπίτια τους,  ήταν πάντα εκεί για να τα παίρνει ένα ένα και να τα βοηθά να ανεβαίνουν τα σκαλιά του λεωφορίου.

Ήταν άρχοντας. Δεν καταδεχόταν να φάει δεύτερη φορά μέσα στη μέρα το ίδιο φαγητό. Το βράδυ αγόραζε κάτι απέξω. Μετά από μια εμφύτευση σκουστικού έφτασε να συλλαμβάνει κάποιες συχνότητες. Αγόρασε ένα κασετοφωνάκι κι άκουγε μουσική, ενώ ξετρελαίνονταν από την τηλεόραση να ακούει τη Βουλή. Του άρεζε πολύ το βαλς και είχε ζητήσει από τον Βασίλη να του το μάθει στο τουμπελέκι. Το έμαθε και το χτυπούσε συχνά μη χάνοντας καθόλου τον ρυθμό και ένιωθε πολύ περήφανος γι' αυτό. Έπαιρνε και τη φυσαρμόνικα του κι έβγαινε στην αυλή. Φυσούσε και χόρευε. Και χαιρόταν πολύ να τον ρωτάς τι ώρα είναι. Άνοιγε το καπάκι του ρολογιού του, ψηλαφούσε τους δείκτες και με φωνή ασυνήθιστη που αν εξοικειωνόσουν μπορούσες να κατανοήσεις τις λέξεις της, σου έλεγε αργά και με πολύ προσπάθεια την ώρα. Η μοναδική δασκάλα του, που δυστυχώς δεν ζει πια, τού είχε διδάξει να βγάζει φθόγγους βάζοντας το χέρι της στο στόμα του και τοποθετώντας τη γλώσσα στις ανάλογες θέσεις. Αυτά τα είδα με τα μάτια μου και τ' άκουσα με τ' αφτιά μου. 

Πριν από δύο χρόνια τον κάλεσα στο σπίτι για φαγητό. Ήταν μια Κυριακή. Ήρθε με τον Βασίλη που γνώριζε την γλώσσα του, κάλεσα και τους φίλους μας και φάγαμε παρέα. Καθόμουν αριστερά του. Σχολίαζε κι έκανε πλάκα, γελούσαμε και ήταν σαν Πάσχα. Όταν διακριτικά και αθόρυβα σηκωνόμουν να φέρω ένα πιάτο, έστρεφε το κεφάλι. Με ένιωθε και μ' αγαπούσε όσο κι εγώ αυτόν.

Έλεγε ο αδερφός του πως τόσα χρόνια που περνούσε μαζί τους τέσσερις μήνες το χρόνο στο νησί, μια φορά δεν γκρίνιαξε, μια φορά δεν παραπονέθηκε για τίποτα. Φρόντιζε πάντα να είναι καθαρός, αθόρυβος, διακριτικός. Όλα του άρεζαν και χαιρόταν πολύ να είναι μαζί τους. Έκανε ό,τι μπορούσε για να δίνει στους άλλους χαρά. Ο αδερφός πονάει ακόμα για την εγκατάλειψη του Πολύκαρπου από την μητέρα τους, παρότι ο ίδιος έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι του  γι' αυτόν. Θα μπορούσε η κηδεία να γίνει στη Θεσσαλονίκη. Να μην επιβαρυνθεί τα έξοδα και όλη τη φασαρία της μεταφοράς του. Είπε όμως όχι. Πώς θα ξεπληρώσω το χρέος μου στον αδερφό μου; Θα τον πάρω κοντά μου, να τον έχω εκεί. Σε ένα από τα τρία του παιδιά έδωσε το όνομα του Πολύκαρπου.

Πέρσι προσπάθησα να τον γνωρίσω καλύτερα. Βαθύτερα, ας πω. Βρεθήκαμε κάποιες φορές, αλλά σύντομα τον άφησα στην ησυχία του γιατί κατάλαβα πως του έλειπαν μνήμες. Του έλειπαν λέξεις και εικόνες του παρελθόντος. Όταν η συζήτηση έφτανε στα παιδικά του χρόνια μιλούσε για μια έκρηξη και πάθαινε πανικό. Η έννοια του πατέρα δεν σήμαινε τίποτα γι' αυτόν. Υπήρχαν δυσανπλήρωτα κενά. Κατάλαβα πως τον παιδεύω και δεν το ήθελα. Παρόλο που καιγόταν η καρδιά μου να γράψω ένα βιβλίο γι' αυτόν τον μοναδικό άνθρωπο, δεν ήταν εφικτό. Η ζωή του θα παραμείνει βουβή και σκοτεινή. Θα παραμείνει μυστική, όπως τη θέλησε ο Θεός.

Η Σχολή Τυφλών σήμερα έχασε τον άνθρωπό της. Τον νοικοκύρη της. Τον αφέντη της. Την ίδια στιγμή βρήκε τον προστάτη της. Οι φίλοι του έχασαν το εφήμερο στήριγμά τους και βρήκαν το παντοτινό. Ο αέρας άλλαξε. Έφυγε από τη ζωή ένας άγγελος. Έφυγε από τον κόσμο μας μια αστραπή που φώτισε ζωές. Έφυγε ήσυχα, όμορφα, ανώδυνα. Ευτυχείς όσοι τους άγγιξε. Ευτυχής κι εγώ που λίγο τον έζησα. Τα τεράστια χέρια του που ήταν σαν τανάλιες, χάιδευαν σαν πούπουλα. Δεν μπορεί να είναι αλλιώτικο το άγγιγμα των αγγέλων. Αυτό είναι. Είμαι βέβαιη. Και τώρα πετάει ο αγαπημένος μας στους ουρανούς. Τώρα είμαι βέβαιη πως όλα τα βλέπει, όλα τα ακούει, για όλα μπορεί να μιλήσει και μεριμνά περισσότερο από ποτέ για όλους όπως και για το "σπίτι" του. Είναι από τις φορές που, όπως ακριβώς συμβαίνει στους θανάτους μικρών παιδιών, έχεις μια βεβαιότητα που δεν επιτρέπει καμιά αμφιβολία. Ο Πολύκαρπος πορεύεται για να σταθεί πλάι στο θρόνο του Δεσπότη Χριστού με όλο του το θάμβος, με όλο του μεγαλείο, όλο το φως που και εδώ εξέπεμπε.

Αιωνία η μνήμη αυτού του τρυφερού σπουργίτη του Θεού...



ΥΓ. Στη φωτογραφία: ο Πολύκαρπος με τον νεαρό φίλο του Μάκη Ρουσoμάνη, που είχε την καλοσύνη να μου τη στείλει και τον ευχαριστώ.

Monday, May 17, 2010

"Ο ευαγγελιστής της Αποκάλυψης" Ξανθίππη Αγγελίδου




Ο ευαγγελιστής της Αποκάλυψης

Δεν είν’ τα νέα που σας φέρνω
ωραία νέα
αναρωτιέστε λοιπόν γιατί
τόση χαρά, τόση σπουδή.
Οι χρόνοι που θα ’ρθούνε θα ‘ναι μαύροι
-να ’στε σίγουροι-.
Καθένας σας θα ’ναι ζεμένος
στης μοίρας του τ’ αλέτρι.
Τόσος ιδρώτας, τόσος κοπετός,
θα ’ρθει η γης να φρίξει.
Όχι! μα την κατάρα της ράτσας των ανθρώπων,
δεν φέρνω ωραία νέα.
Γι’ αυτό αγαλλιάζω.
Στο βάθος του χρόνου βλέπω κιόλας
την αντίστροφη πορεία.
Ατσάλινο υνί οι πόνοι σας
την άγονη ψυχή σας να καρπίζουν.

Δεν είναι η ζωή
ετούτος ο μονόδρομος που ’χετε βαλθεί
να φκιάσετε στο αύριο.
Εδώ θα μείνω εδώ να σας καλωσορίσω.
.................................................................................................

Σημείωμα της μπλόγκερ, εμού. 
Περπατούσα πριν μέρες στο δρόμο κι απάντησα μια γνωστή μου κυρία, που συμπαθώ. Βλέποντάς με άστραψε το βλέμμα της. Ξέρεις, μου είπε, θυμάσαι την Ξανθούλα  που μια φορά συναντηθήκατε; Θυμάμαι, απαντώ, κι ας μην είμαι καθόλου βέβαιη, ή μάλλον για να είμαι ειλικρινής με εξαπατά η μνήμη και ο νους μου πάει σε λάθος πρόσωπο. Παρουσιάζει τις ποιητικές της συλλογές σ' ένα βιβλιοπωλείο στην Ερμού , συνεχίζει η γνωστή, και σε όσους πρότεινε να διαβάσουν δυο τρία ποιήματα αρνήθηκαν.
Κοντοστάθηκα. Κόντεψα να το πάρω πολύ βαριά. Είναι τόσο δύσκολο να διαβάσεις δυο τρία ποιήματα; Γίνεται να αρνείσαι την ποίηση; Γίνεται να λες όχι σε κάτι τόσο μικρό και τόσο μεγάλο ταυρόχρονα; Χωρίς δεύτερη σκέψη προσφέρθηκα αυτόματα να το κάνω εγώ, και μετά από ώρες θυμήθηκα αυτόν τον ίδιόρρυθμο άνθρωπο που η συνάντησή μας κάποτε απέβη φαινομενικώς όλως άκαρπη. Μου έστειλε τα βιβλία της και μου είπε να διαλέξω ό,τι θέλω. Μέσα σε όλα βρήκα κι αυτό που ανεβάζω εδώ και το επέλεξα για φινάλε της εκδήλωσης. Βρήκα κι άλλα που μου άνοιξαν την καρδιά και αποφάσισα να διαβάσω μόνον όσα ανοίγουν τις καρδιές, μιας και η ποίηση, όπως και να το κάνουμε, είναι φύσει μελαγχολική, -πράγμα αταίριαστο στις μέρες μας που όλα συνηγορούν στη μελαγχολία, με αντιποιητικό όμως τρόπο... 
Καμιά φορά σκέφτομαι τώρα, βρίσκεςι διαμάντια καθώς βουτάς μέσα σε μια αλόγιστη κατάφαση ζωής... Είναι λίγο;