
Saturday, February 26, 2011
Το χαλί της ψυχής μου

Monday, February 21, 2011
Γράμμα του νου σε μια καρδιά.(Β. Νευροκοπλή για το protagon.gr)
Γράφεις εδώ και είκοσι χρόνια. Νομίζω πως ήρθε ο καιρός να σου πω κάποια πράγματα τώρα που η σχέση σου με τη γραφή έχει ήδη διανύσει αρκετό δρόμο. Δεν πρόκειται να σου αναλύσω γενικές αρχές, ούτε θεωρίες με καθολική ισχύ που βοηθούν έναν συγγραφέα να αποφύγει παγίδες ή να βγει σε ξέφωτα. Αφού απευθύνομαι προσωπικά σ’ εσένα θα σου πω όσα νομίζω πως σου ταιριάζουν, γιατί γνωρίζω καλά πως οι γενικές αρχές σε αφήνουν πλήρως αδιάφορο και πως οι θεωρίες σε κουράζουν ανυπόφορα και τις πετάς στο καλάθι των αχρήστων πριν τις ακούσεις. Δεν είναι σωστό αυτό, αλλά αφού είσαι τέτοιος άνθρωπος, μάλλον είναι αργά για να αλλάξεις. Οπότε, ξεκινώ.
Εμπιστεύσου τις λέξεις όπως θα εμπιστευόσουν τον πιο δικό σου άνθρωπο. Παραδώσου στις λέξεις όπως στον αξιότερο εραστή σου. Σεβάσου τις λέξεις όπως τη μάνα σου και επαναστάτησε, καβγάδισε μαζί τους, έλα σε ρήξη, όπως έκανες με τους παιδικούς φίλους σου. Με την ίδια αθωότητα. Μην καθυστερήσεις να συμφιλιωθείς μαζί τους, ακριβώς όπως έκανες μ’ αυτούς. Αν σ’ εγκαταλείψουν οι λέξεις θα μείνεις ολότελα μόνος και θα πεθάνεις από ασητεία δίχως τη συνδρομή τους.
Οι λέξεις είναι πέλαγος. Μη βουτάς μέσα τους καταχείμωνο, θα πουντιάσεις. Μη βουτάς ούτε κατακαλόκαιρο με την πρόφαση να δροσιστείς. Θα είναι μόνο μια φτηνή αυτοϊκανοποίηση. Αν είσαι λυπημένος περίμενε να καταλαγιάσει η θλίψη σου πριν τις αγγίξεις, κι αν είσαι θυμωμένος στάσου για λίγο να καταπαύσει ο θυμός. Ενδέχεται να τις τραυματίσεις καίρια και δεν το αξιζουν.
Ναι, οι λέξεις είναι στ’ αλήθεια πέλαγος. Προτίμησε τις ενδιάμεσες εποχές να μπεις στην αγκαλιά του. Τις στιγμές που είσαι έτοιμος κι εσύ και το πέλαγος να συναντηθείτε. Τις στιγμές που το κάθε τι γίνεται πάνω απ’ όλα και ίσως αποκλειστικά, γι’ αυτή σας την συνάντηση. Δε θα σε σώσουν οι λέξεις από τον εαυτό σου, ούτε κι εσύ θα τις σώσεις ποτέ από τον δικό τους εαυτό. Το περισσότερο που έχεις να ελπίζεις είναι η γόνιμη συνάντηση μαζί τους. Κι αυτή θα περνά κάθε φορά όλα τα στάδια ενός κεραυνοβόλου ερωτικού συναπαντήματος.
Θα ξεκινά με αμφιβολία και δισταγμό. Με λοξά βλέμματα, δοκιμαστικά αγγίγματα γεμάτα συστολή. Κανείς δεν ξέρει εκ των προτέρων αν η σχέση θα προχωρήσει, αν θα ολοκληρωθεί, αν θα οδηγήσει σε συνουσία και οργασμό ή ακόμα πιο πέρα, σε μια αρμονική συμβίωση που θα νικήσει το χρόνο.
Ο άξιος εραστής δεν έχει βεβαιότητες. Έχει μέσα του μάλλον ένα κράμα αποτελούμενο από ντροπή και τόλμη, από δειλία και πάθος, αμφιβολία και πίστη. Αυτό το κράμα τον οδηγεί. Και αν ακόμα φτάσει σε αδιέξοδο δεν μετανιώνει. Αρχίζει πάλι απ’ την αρχή. Οι λέξεις έχουν την ικανότητα να μεταμορφώνονται κάθε τόσο σε νέο πρόσωπο. Αν το ένα πρόσωπο σε απογοητεύσει, γρήγορα ένα άλλο θα γεννηθεί που θα σου προκαλέσει νέο πάθος. Αν είσαι άξιος εραστής δε θα παραιτηθείς με την πρώτη αποτυχία. Θα δίνεις πάλι και πάλι ραντεβού μαζί τους, θα παραχωρείς τον εαυτό σου ξανά και ξανά, θα προχωράς βήμα βήμα ή θα κάνεις σάλτο μέσα τους σα κούτσουρο σε πυρκαγιά. Ένας άξιος εραστής είναι αποφασισμένος να πυρποληθεί.
Προτού βουτήξεις όμως ονειρέψου το πέλαγος. Άφησε την επιθυμία μέσα σου να μεγαλώσει. Ύστερα αγνάντεψέ το. Άφησε πρώτα τα μάτια σου να ξεδιψάσουν από τη θέα του. Άφησε την καρδιά σου να λαχταρήσει αβάσταχτα την ένωσή σας. Και μπες ακροπατώντας. Μπες γυμνός. Αφού τόσο ποθείς να συναντηθείς με τις γυμνές λέξεις, μην αφήσεις ρούχο επάνω σου. Θα μοιάζει προσβολή γι’ αυτές και θα ’ναι για σένα άχαρο βάρος. Νιώσε το νερό τους ν’ ανεβαίνει πόντο πόντο στο σώμα σου μέχρι να φτάσει στην καρδιά, στους πνεύμονες, στο λαιμό. Βούτα και το κεφάλι κι αν μπορείς κράτα και λίγο την ανάσα σου μέσα στο βυθό τους ν’ αφουγκραστείς τα μυστικά του. Ύστερα ξεκίνα το κολύμπι απαλά. Ασκήσου εντατικά μέχρι να μάθεις να κολυμπάς άφοβα μέσα στο πέλαγος των λέξεων. Ποτέ δε θα το κολυμπήσεις όλο, μη πλανάσαι. Λίγο λίγο αύξησε την αντοχή σου. Λίγο λίγο προχώρα βαθύτερα.
Επιστρέφοντας κάθε φορά στην ξηρά πάντα να γυρνάς πίσω το βλέμμα σου να ευχαριστήσεις τη θάλασσα των λέξεων που γι’ άλλη μια φορά σε κράτησε στην αγκαλιά της. Ανταποκρίθηκε στο πάθος σου, θώπευσε την ανάγκη σου για τρυφερότητα που σε συνέχει ακατάπαυστα, σου δίδαξε τα όρια, την τεχνική, τον κίνδυνο, την προστασία. Και μη βιαστείς να σκουπιστείς με την πετσέτα μιας ξένης στιγμής που θα σε παραμονεύει εκεί στην αμμουδιά. Άφησε τα νερά των λέξεων να στεγνώσουν πάνω στο σώμα σου. Να γίνουν ένα με το σώμα σου. Να εισχωρήσουν μέσα στους πόρους του δέρματος για να φτάσουν στα κατάβαθα της ύπαρξής σου. Αυτά θα σε οδηγήσυν ακόμη βαθύτερα την επόμενη φορά.
Κι όταν η άνοιξη της γραφής περάσει και ό, τι ήταν να γράψεις το έγραψες, όταν η συνουσία σου με τη θάλασσα των λέξεων ολοκληρωθεί και νιώσεις πλήρης ηδονής και ικανοποίησης, τη μέθη σου να ζητά ανάπαυλα και στρώμα να αποκοιμηθεί, μη διστάσεις καθόλου να ονειρευτείς μακριά της και να της δώσεις κι εκείνης το περιθώριο να ονειρευτεί δίχως να σε κρατά στα σπλάχνα της. Το όνειρο είναι ο κενός χώρος όπου ανασαίνει το σύμπαν. Είναι ολότελα απαραίτητο το οξυγόνο του κενού. Ο αέρας της αποστασης.
Κι όταν εσύ και το έργο σου κοιμηθείτε αρκετά, θα έρθει μια μέρα που θα ξανανταμώσετε. Μην αμφιβάλλεις. Μια άλλη μέρα. Άλλης εποχής. Θα είναι ίσως ένας χειμώνας ή ίσως καλοκαίρι. Δεν μπορώ να το πω με σιγουριά.
Τότε σαν ξένος θα δεις την απόσταση που διέτρεξες. Σαν ξένος θα κοιτάξεις το υδάτινο δημιούργημά σου που θα έχει πλέον αποκτήσει στέρεα μορφή. Και σαν ξένος και σχεδόν αδιάφορος, θα μπορέσεις να δεις τα ελαττώματα της αγαπημένης μορφής που έπλασες δοσμένος στον ίδιο της τον έρωτα και τυφλωμένος τότε από το μεγάλο σου το πάθος. Είναι η ώρα που θ’ αρχίσεις σα γλύπτης ν’ αφαιρείς τα περιττά, να λειαίνεις την τραχιά επιδερμίδα, ν’ αφαιρείς εξογκώματα που παραμορφώνουν το έργο, να προσθέτεις λεπτομέρειες που το τελειοποιούν.
Όλα αυτά είναι απαραίτητα αν θέλεις να εκθέσεις το έργο σου στη θέα του κόσμου. Γιατί το πάθος σου αυτό καθεαυτό δεν αφορά κανέναν για να το προσφέρεις ατόφιο. Το ζήτημα ποτέ δεν ήταν το πάθος σου. Όλο το ζήτημα είναι μόνο η σπίθα του, η πνοή του, το φως του, που για να φτάσει ανεμπόδιστα στους αποδέκτες του δεν πρέπει να σκοντάφτει σε ατέλειες, αυταρέσκειες, υπερβολές, συναισθηματισμούς. Το έργο σου πρέπει να αποκαθαρθεί από όλα όσα σε οδήγησαν για να το φτιάξεις. Οι προθέσεις σου πρέπει να μείνουν κρυφές. Δεν αφορούν κανέναν. Οι στόχοι σου οφείλουν να μείνουν μυστικοί. Ακόμη και η ενότητα του είναι σου πρέπει να είναι αθέατη, αν και αποτελεί τον πυρήνα του έργου. Τα αισθήματά σου να παραμείνουν απολύτως δικά σου. Μην τα ξοδέψεις, θ’ απομακρυνθούν σαν προδωμένα και δεν θα τα ξαναβρείς όταν θα τα ζητήσεις πίσω. Το έργο σου πρέπει να είναι απαλλαγμένο από εσένα τον ίδιο για να γίνει κάτι περισσότερο από τον εαυτό σου. Να μεταμορφωθεί σε κάτι που θα αφορά όλους τους άλλους.
Δουλεύοντας επίμονα τις διορθώσεις θα φτάσεις να ξεχάσεις κι εσυ ο ίδιος πώς ξεκίνησες. Γιατί το έγραψες. Τι ήθελες να αφηγηθείς. Θα ξεχάσεις ακόμα κι αυτό το πάθος που σε οδήγησε να βουτήξεις στη θάλασσα των λέξεων. Τότε θα μπορείς να είσαι ήσυχος. Το έργο σου δεν είναι πια δικό σου, κι ας είναι σάρκα από τη σάρκα σου. Δεν σου ανήκει κι ας του δόθηκες ολοκληρωτικά. Είσαι ελεύθερος απ’ αυτό κι αυτό ελεύθερο από σένα. Έχετε σοβαρές ελπίδες να συμβιώσετε πλέον σαν ζευγάρι αρμονικό που δε φοβάται τη φθορά του χρόνου, την απόσταση, τα γυρίσματα της μοίρας, ακόμα και τη λησμονιά.
Κι ύστερα πάλι απ’ την αρχή. Νέο πέλαγος θ’ αντικρύσεις. Νέο πάθος θα γεννηθεί μέσα σου. Νέες ασκήσεις. Κι όλα πάλι απ’ την αρχή κι όλα αλλοιώτικα. Υπομονή να έχεις. Βλέπεις, πρέπει να περιμένεις το νέο κάλεσμα της θάλασσας των λέξεων. Δεν ειναι στο δικό σου χέρι η ερωτική σας σχέση. Είναι στο δικό της αποκλειστικά. Αν σε βρει άξιο εραστή θα σε καλέσει πάλι. Αν όχι, καλύτερα μην προσπαθήσεις μόνος σου. Θα είναι ένας βιασμός κι αυτό δεν κρύβεται. Θα σε πονέσει, θα σε προδώσει, θα σ’ απογοητεύσει. Και ό, τι γεννηθεί θα είναι ένα έκτρωμα που όλοι θ’ αποφύγουν.
Αυτά είχα να σου πω καρδιά μου. Αυτά έκρινα πως σου έπρεπαν. Κι αν έχω κάνει λάθος, ίσως να διάλεξα κι εγώ μια λάθος εποχή να σου μιλήσω. Μα αν όχι, φύλαξε τα λόγια μου και προχώρα σεμνά, ταπεινά, έτοιμη για όλα.
Δημοσιεύτηκε στο protagon.gr
Sunday, February 20, 2011
Κυριακή του Ασώτου

Friday, February 18, 2011
Ιώβ, Κεφάλαιο Α΄

2. Απέκτησε επτά γιους και τρεις θυγατέρες.
3. Και ήταν τα ζώα του επτά χιλιάδες πρόβατα, τρεις χιλιάδες καμήλες, πεντακόσια ζευγάρια βόδια, αγέλη από πεντακόσια γαϊδούρια θηλυκά. Είχε υπηρέτες πάμπολλους και τα έργα του πάνω στη γη ήταν σπουδαία. Και σ’ εκείνες της χώρες της ανατολής που ζούσε, ο άνθρωπος εκείνος, ήταν στ' αλήθεια ένας άρχοντας.
4. Κάθε μέρα κι ένας γιος του παρέθετε συμπόσιο για τους αδερφούς και τις αδερφές του στο σπίτι του, να τρων και να πίνουν αντάμα.
5. Όταν οι μέρες των συμποσίων τελείωναν, έστελνε ο Ιώβ απεσταλμένο να καλέσει τα παιδιά του στο σπίτι του να εξαγνιστούν. Σηκωνόταν απ’ το χάραμα και πρόσφερε θυσίες στο Θεό αντίστοιχες με τον αριθμό των παιδιών του, μαζί μ’ ένα μοσχάρι για να εξιλεωθούν από τις αμαρτίες οι ψυχές τους.
6. Διότι, έλεγε με το νου του ο Ιώβ, “μη τυχόν τα παιδιά μου κατά τη διάρκεια των συμποσίων σκέφτηκαν ασχημα και αμάρτησαν απέναντι στον Θεό.”
Κι έτσι πορευόταν ο Ιώβ όλες τις ημέρες της ζωής του.
Μια μέρα όμως παρουσιάστηκαν οι άγγελοι ενώπιον του Κυρίου, μαζί τους ήρθε και ο διάβολος.
7. Και ρώτησε ο Κύριος στον διάβολο:
“από πού έχεις έρθει;”
Και απαντώντας ο διάβολος στον Κύριο είπε:
“αφού γύρισα όλη τη γη και περπάτησα ό, τι βρίσκεται κάτω από τον ουρανό της, ήρθα εδώ.”
8. Και ο Κύριος τον ρώτησε:
“έστρεψες τον νου σου και πρόσεξες τον δούλο μου Ιώβ για να μάθεις πως δεν υπάρχει πάνω στη γη άλλος άνθρωπος σαν κι αυτόν στην αρετή, άμεμπτος, ακέραιος, θεοσεβής, ξένος προς κάθε πονηρό;”
9. Και ο διάβολος απάντησε και είπε προς τον Κύριο:
“μήπως δίχως ανταμοιβή σέβεται ο Ιώβ τον Κύριο;
10. Εσύ δεν περιφρούρησες ό, τι υπάρχει έξω και μέσα στο σπίτι του και όλα τα εξωτερικά πράγματα που τον περιτριγυρίζουν; Και επιπλέον, εσύ έχεις ευλογήσει όλα όσα έφτιαξε και έχεις αυξήσει τόσο πολύ τα ζώα του πάνω στη γη.
11. Αλλά, για άπλωσε το χέρι σου, άγγιξε, και αφαίρεσε όλα όσα έχει και τότε να δεις που θα σε βλασφημήσει κατά πρόσωπο.
12. Είπε τότε ο Κύριος στον διάβολο:
“ορίστε, όλα όσα έχει τα πραδίδω στην εξουσία σου, αυτόν όμως δε θα τον αγγίξεις.”
Και έφυγε ο διάβολος από το πρόσωπο του Κυρίου.
13. Και ήρθε η ημέρα που οι γιοι και οι κόρες του Ιώβ έπιναν κρασί στο σπιτι του μεγαλύτερου αδερφού τους.
14. Και να, ένας αγγελιοφόρος πηγαίνει στον Ιώβ και του λέει:
“τα ζευγάρια των βοδιών σου όργωναν και τα θηλυκά γαϊδούρια σιμά τους έβοσκαν αμέριμνα.
15. Και ήρθαν ληστές, τα άρπαξαν, και σκότωσαν με μαχαίρια τους δούλους σου.
Μόνον εγώ σώθηκα και ήρθα να σου τα πω.”
16. Ενώ ακόμη αυτός μιλούσε, άλλος αγγελιοφόρος καέφθασε και είπε στον Ιώβ:
“φωτιά από τον ουρανό έπεσε, και τα πρόβατα έκαψε και τους βοσκούς απανθράκωσε.
Μόνον εγώ σώθηκα και ήρθα να σου τα πω.”
17. Ενώ αυτός ακόμα δεν ειχε τελειώσει τα λόγια του, ήρθε άλλος αγγελιοφόρος και είπε στον Ιώβ:
“χωρισμένοι σε τρεις ομάδες ήρθαν εναντίον μας ληστές καβάλα στ’ άλογα και περικύκλωσαν τις καμήλες, τις άρπαξαν, και με μαχαίρια σκότωσαν τους δούλους σου.
Μόνον εγώ σώθηκα και ήρθα να σου τα πω.”
18. Ενώ ούτε αυτός απόσωσε τα λόγια του, άλλος αγγελιοφόρος φτάνει και λέει στον Ιώβ:
“εκεί που οι γιοι και οι θυγατέρες σου έτρωγαν κι έπιναν στο σπίτι του μεγαλύτερου αδεφού τους
19. ήρθε ξαφνικά από την έρημο βίαιος άνεμος, περικύκλωσε το σπίτι και το σπίτι έπεσε πάνω τα παιδιά σου και πέθαναν. Μόνον εγώ σώθηκα και ήρθα να σου τα πω.”
20. Τότε ο Ιώβ σηκώθηκε. Έσκισε τα ρούχα του, έκοψε τα μαλλιά της κεφαλής του, έπεσε στο χώμα, προσκύνησε τον Κύριο και είπε:
21. “γυμνός βγήκα εγώ απ’ την κοιλιά της μάνας μου και γυμνός θα φύγω απ’ αυτόν τον κόσμο για τον άλλον. Ο Κύριος έδωσε, ο Κύριος πήρε. Όπως άρεσε στον Κύριο έτσι και έγινε.
Ας είναι ευλογημένο το όνομα του Κυρίου στους αιώνες.”
22. Μέσα σε τόσες συμφορές, ο Ιώβ δεν αμάρτησσε καθόλου ενώπιον του Κυρίου και δεν φέρθηκε απερίσκεπτα εναντίον του Θεού.
Απόδοση: Βασιλική Νευροκοπλή
vlefaro mou ahdonidhs xronhs
σε μετάξι επάνω βάλ' το
σιγά
Κι από μέλι γάλα
να 'ναν του ονείρου του η σκάλα
πλατιά
Βλέφαρό μου σφαλιστό
αχ τυχερό μου
μη χαράζεις
άστρο της αυγής
μη μου τρομάζεις
Sunday, February 13, 2011
Κυριακή Τελώνου και Φαρισαίου. Καλό Τριώδιο!

Friday, February 11, 2011
"Και τι θα πει σ' αγαπάω;" Σάββατο 12 Φεβρουαρίου στον Ιανό, Αριστοτέλους 7, Θεσσαλονίκη

Thursday, February 10, 2011
Το αυτιστικό κράτος των Αθηνών

Wednesday, February 9, 2011
"Αν τ' αγαπάς ξανάρχονται"
Sunday, February 6, 2011
"Το τρίστρατο" (Ποιητικό παραμύθι)

Ένας άνθρωπος, είχε δεν είχε τρίχες στο κεφάλι του, καθόταν σ’ ένα τρίστρατο ατενίζοντας το πουθενά.
Ένας διαβάτης τον ρώτησε ποιος είναι ο εύκολος δρόμος, ο άνθρωπος κούνησε το κεφάλι κατά κει, πορεύτηκε κατά κει ο ξένος.
Άλλος διαβάτης πέρασε, τον ρώτησε ποιος είναι ο δύσκολος δρόμος, ο άνθρωπος κούνησε το κεφάλι κατά δω, πήγε κατά δω ο ξένος.
Τρίτο διαβάτη δεν απάντησε.
Άραγε ο τρίτος δρόμος πού να οδηγει, αναρωτήθηκε δεν αναρωτήθηκε ο άνθρωπος.
Η πρώτη νύχτα πέρασε. Η πρώτη μέρα ήρθε.
Ο άνθρωπος που είχε δεν είχε τρίχες στο κεφάλι του καθότανε στο τρίστρατο ατενίζοντας το πουθενά.
Ήθελε δεν ήθελε, τι άλλο να κάνει, άρχισε ν’ ανασκαλίζει τα παλιά. Όλη του τη ζωή τη βρήκε ίδια με τις τριχες της κεφαλής του. Κι αυτή όπως κι αυτές, ήταν δεν ήταν.
Υπήρξε δεν υπήρξε παιδί. Είχε δεν είχε γονείς. Είχε δεν είχε γυναίκα. Απέκτησε δεν απέκτησε παιδιά. Είχε δεν είχε συγγενείς. Είχε δεν ειχε φίλους. Παρόμοια κι η δουλειά, η επιτυχιά, τα λεφτά, η περιουσία του όλη.
Ξυπνούσε δε ξυπνούσε τις μέρες. Κοιμόταν δε κοιμόταν τις νύχτες. Δούλευε δε δούλευε. Και για όλα αυτά, ήταν δεν ήταν σίγουρος.
Ξάφνου πετάχτηκε όρθιος σα κεραυνοβολημένος. Πρώτη φορά γεννήθηκε μέσα του το θανατηφόρο ερώτημα.
Πέρασε η δεύτερη νύχτα. Η δεύτερη μέρα ξημέρωσε. Ο άνθρωπος που είχε δεν είχε τρίχες στο κεφάλι του καθότανε στο τρίστρατο ανασκαλίζοντας θέλοντας και μη τα περασμένα.
Από τούτο το τρίστρατο κάποτε ξεκίνησε διαλέγοντας τον εύκολο δρόμο. Ήταν δεν ήταν αποφασισμένος να τον περπατήσει μέχρι τέλους. Μα ήθελε δεν ήθελε στο τέλος τον περπάτησε. Παραδόθηκε σε μεθυσμένα μερόνυχτα, κοιμήθηκε σε πλάνες αγκαλιές, ήπιε γλυκόπιοτα κρασιά, κατράμια τα κορμιά των ευνούχων που ερωτεύτηκε πλάι σε πάλευκα τσερκέζων παλακίδων. Χαυνώθηκε από αρώματα που ξελογιάζουν, τρύγησε δάση από νάρκισσους και ορχιδέες, στολίστηκε ασήκωτα βελούδα, μετάξια με υπόσταση το τίποτα, δαντέλες που έπλεξαν μέσα στο σώμα του δεύτερο σώμα. Ξεφάντωσε σε μουσικές, παραλήρησε με ψιθύρους, γλύστρισε σε βασιλικές κάμαρες, σε μαρμάρινα δάπεδα κυλίστηκε, κάτω από σκάλες ξενύχτησε, μέσα σε κιόσκια ονειρεύτηκε, πίσω από καφασωτά τρύπωσε κρυφά αγγίζοντας τα απαραβίαστα.
Όσο περπατούσε το δρόμο του πλήθαιναν πάνω του τα μαχαίρια, τα σπαθιά και τα τόξα, σαν τους εχθρούς του. Πρόθυμα και μ’ ευκολία ολοένα μεγαλύτερη αφαιρούσε τα εμπόδια που συναντούσε. Στην αρχή μικροπράγματα, ύστερα αισθήματα, μετά χέρια, πόδια, μάτια, στο τέλος σώματα και ζωές.
Ώσπου, έφτασε κάποτε μπροστά σε μια χαράδρα κι εκεί αποκοιμήθηκε. Θυμόταν δε θυμόταν τι όνειρο είδε. Μα πρέπει να είδε κάποιο σπουδαίο όνειρο, γιατί την άλλη μέρα βρέθηκε στην απέναντι μεριά που έμοιαζε δεν έμοιαζε με την προηγούμενη. Και μιας και πίσω δε μπορούσε να κάνει, άρχισε να περπατά το δρόμο που βρέθηκε μπροστά του ήθελε δεν ήθελε.
Κανένας δεν τον πρόσεχε, κανείς δεν του μιλούσε. Καμιά απειλή, βάρος τα όπλα, βήμα βήμα τα πετούσε ένα ένα με τη σειρά. Λίγο λίγο απαρνήθηκε τον εαυτό του, τα πάθη, τις επιθυμίες του, μέχρι τις πιο μύχιες σκέψεις του. Συνέχισε να περπατά αρνούμενος τα ρούχα, τα υποδήματα και την τροφή. Άπλυτος και θεονήστικος πορεύτηκε. Ανέβηκε και κατέβηκε απόκρημνα όρη, έμεινε σε ανήλιαγες σπηλιές, θυμόταν δε θυμόταν πόσα μερόνυχτα πέρασε γονατιστός πάνω στις πέτρες στραμμένος προς τον ουρανό. Συγχώρεσε τους εχθρούς, τους φίλους, τον εαυτό του και τα πάθη του, όλη την προηγούμενη ζωή του. Ελεύθερος απ’ όλα συνέχιζε το δρόμο του μέχρι το τέλος. Να πώς βρέθηκε πάλι μπροστά σ’ αυτό το τρίστρατο ατενίζοντας το πουθενά.
Πού να οδηγεί άραγε ο τρίτος δρόμος, αναρωτήθηκε ξανά.
Άξαφνα ο άνθρωπος που είχε δεν είχε τρίχες στο κεφάλι του σωριάστηκε χάμω κεραυνοβολημένος. Δεύτερη φορά ξεπρόβαλλε μέσα του το θανατηφόρο ερώτημα.
Πέρασε η τρίτη νύχτα. Η τρίτη μέρα ξεπρόβαλλε. Ήθελε δεν ήθελε, δεν είχε άλλα περασμένα για να θυμηθεί. Μπορούσε δε μπορούσε μόνο ένας δρόμος του έμενε να περπατήσει. Ήταν ο τρίτος.
Τι άλλο να κάνει, ξεκίνησε. Περπάτησε, περπάτησε, περπάτησε. Άνθρωπο δε απάντησε, δέντρο δεν είδε. Μήτε θεριό, μήτε πουλί, μήτε νερό, μήτε φαϊ. Ξάφνου ο δρόμος χάθηκε από μπρος του. Κοίταξε από δω, κοίταξε από κει, πουθενά ο δρόμος. Ούτε μπρος, ούτε πίσω. Μήτε δεξιά, μητε ζερβά. Κι ο ήλιος να τον βαράει κατακούτελα στο δόλιο το κεφάλι που είχε δεν είχε τρίχες πάνω του.
Τρίτη φορά το θανατηφόρο ερώτημα πρόβαλλε εντός του απειλητικότερο από ποτέ. Έπεσε στα γόνατα κι άρχισε να κλαίει σα μωρό παιδί. Έκλαψε, έκλαψε, έκλαψε τόσο που τα δάκρυά του έφτιαξαν λίμνη κάτω απ’ τα μάτια του. Έσκυψε κι ήπιε απ’ το νερό. Μπήκε μέσα και πλύθηκε. Βγήκε αλαφρωμένος να στεγνώσει.
Αυτό που αντίκρυσε του φάνηκε σαν όνειρο, σαν οπτασία. Ήταν δεν ήταν σίγουρος. Ένα μικρό παιδί μπροστά του τον κοιτούσε κατάματα. Κρατούσε στα χέρια ένα κλουβί που μέσα είχε ένα κάτασπρο μικρό πουλί. Κοιτάζονταν ώρα πολλή. Κανείς δεν έλεγε την πρώτη λέξη.
Ήταν η ώρα να ειπωθεί το θανατηφόρο ερώτημα. “Αυτή είναι η ψυχή μου;” ρώτησε στο τέλος ο άνθρωπος και κάθε λέξη του έβγαινε με τον ίδιο κόπο που βγάζουν οι ανθρακωρύχοι πέτρες απ’ τα έγκατα της γης. Το παιδι δεν απάντησε. Μόνο τον κοίταζε κατάματα.
“Θυμόμουν δε θυμόμουν πως έχω μια ψυχή”, είπε εξουθενωμένος. Το παιδί πάλι δεν είπε τίποτα. Μόνο τον κοίταζε βαθιά στα μάτια.
Ο άνθρωπος σηκώθηκε και το πλησίασε. “Θα σου δώσω ό, τι μου ζητήσεις αν να μου δώσεις πίσω την ψυχή μου”, είπε.
“Πάρε με στην αγκαλιά σου”, του απάντησε το παιδί.
Ο άνθρωπος για μια στιγμή δίστασε δε δίστασε, μα στο τέλος το αποφάσισε. Γονάτισε κι άνοιξε τα δυο του χέρια. Έκλεισε σφιχτά στην αγκαλιά του το παιδί με το κλουβί.
Μέσα στην απροσδόκητη ευτυχία που ένιωσε έκλεισε τα μάτια. Έτσι δεν είδε την πορτα του κλουβιού ν’ ανοίγει. Ούτε είδε το πουλί να βγαίνει απ’ το κλουβί και να μαπίνει στο στέρνο του. Δεν είδε ούτε τον άγγελο που ήρθε να πάρει την ψυχή του. Μόνο ένιωσε σα νεογέννητο βρέφος που το πήρε ο πιο γλυκός ύπνος του κόσμου μέσα στην αγκαλιά της μάνας του.
Άνθρωποι και ζώα τότε απ’ τον έναν δρόμο κι απ’ τον άλλο, είδαν να ορθώνεται στον ουρανό ένα κατακόρυφο μονοπάτι που δεν έμοιζε ούτε με τον έναν δρόμο ούτε με τον άλλον. Ήταν χρυσό σα βέλος. Κι ακόμα είδαν έναν άγγελο μέσα σε φως εκτυφλωτικό σαν ξένο, να κρατά ένα χρυσό πουλί στα χέρια που όσο ψηλότερα ανέβαινε τόσο περισσότερο χρύσιζε μέσα στη νύχτα του κόσμου.
Δημοσιεύτηκε στο protagon.gr
