Ταξίδι στο Hong Kong: μέρος β΄

Local time: 15.17pm. Άφιξη σε 1:42 λεπτά. Ύψος 37.000
πόδια, ταχύτητα 788 miles, θερμοκρασία -80 βαθμοί C. Στον
λιγότερο από δύο ώρες θα προσγειωθούμε στον τελικό
προορισμό μας. Μετά από τεσσεράμισι ώρες στο αεροδρόμιο του
Μονάχου μπήκαμε στο αεροπλάνο της Lufthansa. Ένα
αεροδρόμιο που σε αποζημιώνει εξαιτίας του μεγέθους του,
της εξαιρετικής αρχιτεκτονικής του, της μεγάλης ποικιλίας
των εμπορικών, των καφέ και των εστιατορίων του, των νησίδων
ξεκούρασης σε αναπαυτικές ολιγάριθμες πολυθρόνες
περιβαλλόμενες από ντιζαϊνάτα τειχία φωτισμένα ήπια.
Είσοδος στο Air Bus 340 – 60. Σε όλο το αεροσκάφος δεν
υπάρχει μία θέση κενή. Οι 380 θέσεις του είναι γεμάτες
ανθρώπους από διάφορα μέρη του πλανήτη. Η μεσαία σειρά
ανά τετράδες και εκατέρωθεν ανά δυάδες. Πρώτη θέση και
business class, άνετη η πρώτη με τα καθίσματα να γίνονται
κρεβάτια, τη δεύτερη με μεγάλη ανάκληση των καθισμάτων
και την οικονομική θέση στην οποία βρισκόμαστε εμείς,
-το μουσικό συγκρότημα Εν Χορδαίς και οι συνοδοί του-,
αντίστοιχη με τα καθίσματα των λεωφορείων των Κτελ. Αν
εξαιρέσεις την μικρή οθόνη που έχεις μπροστά σου και την
μεγάλη ποικιλία ταινιών που σου προσφέρονται στα αγγλικά,
τίποτα άλλο δεν σου θυμίζει πως βρίσκεσαι μέσα σ’ ένα τεράστιο
αεροπλάνο που θα ίπταται για δώδεκα ώρες πάνω από τον μισό
πλανήτη. Προσπαθώ να πείσω τον εαυτό μου πως όντως ένα
αεροπλάνο μπορεί και πετάει και ακόμη πιο σκληρά προσπαθώ
να τον πείσω πως μπορεί και το κάνει για δώδεκα
ώρες. Πως το τεπόζιτό του είναι τόσο μεγάλο, ώστε να χωρά
την ποσότητα της βενζίνης που απαιτείται και δεν θα μείνει πάνω
στα σύννεφα από την έλλειψή της. Πάντα μου φαίνεται
παράλογο το να πετά ένα αεροπλάνο. Στην παραμικρή δόνηση
η θέα ενός επικείμενου θανάτου προβάλλει αμείλικτη μπροστά
μου. Η ρευστότητα και ματαιότητα των ανθρωπίνων πραγμάτων
καταλαμβάνουν διαστάσεις φρικιαστικές. Κάνω ό, τι μπορώ
για να μην το σκέφτομαι. Το καταχωνιάζω, δηλαδή, στο
υποσυνείδητο κι έτσι νομίζω πως απαλλάσσομαι των φόβων

Τυλιγόμαστε με κουβέρτες, προσπαθούμε να βολευτούμε όπως
μπορούμε στην καρέκλα μας ή γερμένοι στην διπλανή αγκαλιά,
προκειμένου να κοιμηθούμε. Αρχίζει και συσωρεύεται η κούραση.
Ανά μια-δυο ώρες ξυπνάω, νιώθω τα χέρια μου πρησμένα, τον
αυχένα μουδιασμένο -παρ’ όλο το μαξιλαράκι που μου έχει δώσει
ο Κυριάκος φερμένο από το πριν ολίγων ωρών ταξίδι του στη
Ν.Υόρκη-, τις πατούσες τούμπανο. Σηκώνομαι και κάνω λίγα
βήματα στον στενό διάδρομο να ξεμουδιάσω αγωνιώντας να μην
πατήσω μέσα στο σκοτάδι κανένα πόδι που εξέχει, κανένα
παπούτσι ξεχασμένο, καμιά τσάντα που ξεγλίστρησε. Τόσο
πρησμένα θυμάμαι τα πόδια μου μόνο στο τέλος των εγκυμοσύνων.
Όταν πήρα το πτυχίο του Παιδαγωγικού στον ένατο μήνα
φορούσα παντόφλες. Καθόλου σικ η κυρία, τότε.
Όταν για μας θα είναι πρωί, εκεί θα είναι απόγευμα. Οι έξι ώρες
διαφοράς είναι από αυτά τα στοιχεία, τις απτές αποδείξεις, πως
οι άνθρωποι στον πλανήτη βιώνουν διαφορετικές
πραγματικότητες ή ίσως τις ίδιες αλλά με μια διαφορά χρόνου.
Άκαμπτα γόνατα. Σκοτάδι. Οι άνθρωποι κοιμούνται. Άλλοι
άφησαν τις μικρές τηλεοράσεις τους ανοικτές, άλλοι τις
έκλεισαν. Ακούγονται ποικίλα, σε ένταση και τόνους, ροχαλητά.
Η τουαλέτα είναι στον κάτω όροφο. Θα ευχόμουν να μην είχα
ανάγκη να πάω και να ξαναπάω, αλλά μ’ έχει πιάσει μια δίψα
και πίνω συνέχεια νερά. Φοράω τα τερλίκια μου, ορθά
ενημερωμένη και υποταγμένη στην ενημέρωση, προκειμένου να
περπατώ λίγο πιο ξεκούραστα αφήνοντας στην άκρη τα
αναπαυτικά μου, κατά τα άλλα, μποτάκια. Πρωινός εισβολέας ο
εκτυφλωτικός ήλιος εισβάλλει από το σκεάδιο του παραθύρου
που ανοίγω. Η αεροσυνοδός έρχεται και με επιπλήττει. Μου λέει
να το κλείσω για να μην ξυπνήσουν οι άλλοι επιβάτες. Καλά τα
λέει και δεν έχει άδικο και είναι και μια κοπέλα ζάχαρη, αλλά
εγώ θέλω ήλιο και τον θέλω πάση θυσία τώρα. Την αγνοώ.
Έχω τόσο ανάγκη να δω το πρωινό φως.

Ιμαλάια: Ένα σοκολατένιο, βελούδινο, πτυχωτό ύφασμα
πασπαλισμένο στις κορφές του άχνες το χιόνι ψιλοκοσκινισμένες.
Θα μπορούσες να τα πεις και κέικ αραδιασμένα στη σειρά ή
χωνεμένα το ένα στο άλλο, ανακατωμένα επιδέξια από χέρι
έμπειρου ζαχαροπλάστη. Παραμιλώ από την ομορφιά, ξυπνώ
τους φίλους του γκρουπ που κάθονται πίσω και μπροστά μας και
βγάζουμε φωτογραφίες με τα κινητά.
Σε 43 λεπτά θα προσγειωθούμε, λέει. Αλλά ποτέ δεν ξέρεις.
Προσωπικά διατηρώ τις αμφιβολίες μου. Βλέπω στην οθόνη μου
τον χάρτη όπου η κυκλική γη έχει ξετυλιχθεί σαν αιγυπτιακός
πάπυρος για να διαβάζουμε την πορεία του ταξιδιού. Πάνω στο
γεωφυσικό πρασινωπό χρώμα διαγράφεται μια κόκκινη καμπύλη
γραμμή, η πορεία του αεροπλάνου, λίγο πιο πάνω απ’ το μάτι της
Αφρικής, που προχωρά δεξιά, σαν τονισμένο φρύδι. Ο επόμενος
χάρτης δείχνει το μέρος της γης όπου είναι μέρα κι αυτό που
νύχτα. Αυτό που είναι μέρα είναι ίδιο με το καπέλο που
νόμιζαν οι μεγάλοι πως ζωγράφισε ο Σαιντ Εξυπερύ και που
μόνο ο μικρός Πρίγκιπας μάντεψε τι ήταν στ’ αλήθεια, χωρίς να
έχει καμιά επίγνωση πως μαντεύει έναν βόα που χωνεύει
έναν ελέφαντα.. Απλώς, ήξερε να διαβάζει μια
γλώσσα ξεχασμένη για τους άλλους από καιρό.
Είμαστε πολύ κοντά στο Bangong και στο Tokyo. Ώρα 4:15μμ.
τοπική, -54ο F, 37.000 πόδια. Σε τριάντα εφτά λεπτά
προσγειωνόμαστε. Βλέπω στο χάρτη λίγο πιο χαμηλά τη
Σιγκαπούρη. Τη Σαγκάη βορειοανατολικά. Από το παράθυρο
τώρα δεν φαίνεται τίποτα: ήλιος τρελός που στο εκτυφλωτικό
του φως όλα σβήνονται. Σιγά σιγά πρέπει να προσπαθήσω να
βάλω τα πρησμένα μου πόδια στα Camperakia μου.
Ώρα 16.38μμ., 0,15 λεπτά για να προσγειωθούμε, 742Km/h, -5ο C,
20000 πόδια, την τελευταία στιγμή χαλάει η ωραία γραμμή του
φρυδιού και στραβώνει προς τα κάτω σαν από χέρι παιδικό
που κάτι το τρόμαξε και δεν μπόρεσε να ελέγξει το χέρι του.
Από κάτω μας μια θάλασσα διαφορετική. Σταχτιά, πηχτή σα
λάδι, ήσυχη σαν μετά από εξομολόγηση: Ειρηνικός ωκεανός. Δεν
είναι τέλειο όνομα; Αν ήμουν Ινδιάνος και άνδρας, πολύ θα μου
άρεσε να μου δώσουν αυτό το όνομα: Ειρηνικός Ωκεανός. Πώς
σε λένε, να με ρωτάνε κι εγώ ν’ απαντώ όλο καμάρι:
Ειρηνικό Ωκεανό! Και να είμαι...
Ο ουρανός σταθερά ίδιος και σ’ αυτό το μέρος του κόσμου όπως
και σ’ εκείνο από το οποίο ήρθαμε. Σταθερός ουρανός.
Η πρότασή μου είναι σαφώς παρανοϊκή, αλλά θα της επιτρέψω
την παραμονή γιατί δεν είμαι έτσι κι αλλιώς φανατική της
λογικής και δις, της τετράγωνης. Αριστερή στροφή του
αεροπλάνου. Στο τέλος της στροφής συναντούμε το σκοτάδι που
πέφτει απαλό γεμάτο ευγένεια. Κατεβαίνουμε από το αεροπλάνο.
Μας περιμένουν δυο χαμογελαστές κινέζες, -η μία κοντούλα με
γυαλιά και πρόσωπο γεμάτο καλοσύνη και η άλλη ένας
λεπτότατος μίσχος παραδείσιου άνθους που σε κάθε άγγιγμα
αέρα κυματίζει απ’ την κορφή μέχρι τα νύχια με τρόπο τόσο
ανάλαφρο όσο και οι ρυτίδες του νερού μιας λίμνης-, με μια
ταμπέλα που γράφει ‘Εν Χορδαίς’ και μας οδηγούν στο
λεωφορειάκι που μας περιμένει. Ξεκινάμε και μετά από μισή ώρα
διαδρομή μπαίνουμε στην «ουρανόξυστη» πόλη.
Η εορταστική της φινέτσα συναπαρτίζεται από αναρίθμητα
φώτα στους δρόμους, στα παράθυρα, στις πολύχρωμες
ηλεκτρικές επιγραφές που αναβοσβήνουν αδιάκοπα. Είναι
ολοφάνερο πως το νυχτερινό ένδυμα της πόλης είναι…
τα Χριστούγεννα.
Ένα μπάνιο στο ξενοδοχείο και μετά φαγητό. Κατεβαίνοντας
από τον 14ο όροφο στη ρεσεψιόν απαντούμε τους αγαπημένους
φίλους, τον Πέρση αδερφό Kiya Tambassian που κατέφθασε μία
μέρα πριν από μας από το Μόντρεαλ και τον Βενετσιάνο
φλαουτίστα Marco Rosasalva. Πηγαίνουμε στο Σόχο, μια
ιδιαίτερα ζωντανή συνοικία γεμάτη μπαράκια και εστιατόρια
και καθόμαστε σ’ ένα κινέζικο δίνοντας μάχη κατανόησης με τον
κατάλογο των φαγητών κι άλλη μία με τα περίφημα ξυλάκια,
αντί μαχαιροπήρουνου, που δεν είναι καθόλου είδος φολκλόρ,
μιας και όλοι οι κινέζοι μ’ αυτά τρων και σε πολλά εστιατόρια
δεν προσφέρονται μαχαιροπήρουνα που ο χειρισμός τους είναι
για τους κινέζους τόσο δύσκολος όσο και τα τσοπς για μας. Στην
αρχή είναι παιχνίδι, μετά τα νεύρα τσιτώνουν και στο τέλος
παρατάς τη μερίδα σου, αφού ευφυολογήσεις και ολίγον
λέγοντας πως επιτέλους κατάλαβες γιατί είναι τόσο αδύνατοι
οι κινέζοι αφού κουράζονται τόσο πολύ μέχρι να τελειώσουν
το φαγητό τους. Στην δική μας αντίληψη θα το θεωρούσαμε
σχεδόν χειρονακτική εργασία. Νομίζω πως παρήγγειλα νουντλς
με χοιρινό, είχε μέσα και μανιτάρια, όλα ήταν τόσο ψιλοκομμένα
που δεν καταλάβαινες τι είναι τι, αλλά δεν ήταν ούτε άνοστα
ούτε εύγεστα. Βγήκαμε έξω για ένα τσιγάρο αφού πρώτα μας
υπέδειξαν τον υπαίθριο κάδο στον οποίο πετάς τα αποτσίγαρα.
Είναι αλήθεια πως τις μέρες που ακολούθησαν δεν είδα ούτε ένα
αποτσίγαρο στο δρόμο και βέβαια ούτε ένα σκουπίδι.
Ναι, αλλά τι να πιεις; Σάκε; Όοοχι! Θέλεις το κρασί σου και
μάλιστα θέλεις οπωσδήποτε και το κόκκινο κρασί και το τσιγάρο
για να νιώσεις άνθρωπος και να ξεκουραστείς μετά από ένα τόσο
μεγάλο ταξίδι. Η μόνη λύση ήταν το Hayat για το οποίο ο
Κυριάκος θυμόταν, έχοντας πάει δύο χρόνια πριν πάλι για
συναυλία, πως έχει ένα ωραίο μπαρ που μας ταιριάζει. Ευτυχώς
είναι δίπλα στο δικό μας ξενοδοχείο κι έτσι με το Kiya
πηγαίνουμε οι τρεις μας. Ο Kiya είναι σαν μικρός αδερφός του
Κυριάκου. Κάθε φορά που τους βλέπω μαζί αναγνωρίζω τις
βαθιές και μυστικές τους συγγένειες. Είναι σαν να
τους γέννησε η ίδια μάνα. Η στοργή και η κατανόηση που έχουν
ο ένας για τον άλλον, η κοινή μουσική τους αντίληψη, αλλά και
ο κοινός τρόπος με τον οποίο και οι δύο συνδέονται με τη
μουσική είναι γεγονός θαυμαστό. Όταν τον φιλοξενούμε στο
σπίτι μας είναι η μόνη φορά που μιλώ με κάποιον, λέγοντας τα
πάντα στα αγγλικά, χωρίς να νιώθω πως αλλάζω γλώσσα. Κι
αυτό το μικρό αστέρι, πάντα για μέρες ένα μέρος
από το φως του παραμένει άσβηστο στο χώρο και στην καρδιά.
Και πάμε λοιπόν.
Το μπαρ δεν είναι πια αυτό που ήταν. Έγινε "πολύ" μπαρ και
δεν μας ταιριάζει, τουλάχιστον όπως είμαστε στην παρούσα
φάση. Σερβίρει βέβαια κρασί αλλά από την πρώτη του Ιούλη
έχει απαγορευτεί το κάπνισμα. Φεύγουμε σφαίρα για το roof
garden να δοκιμάσουμε εκεί την τύχη μας. Προς μεγάλη μας
απογοήτευση μας λένε τα γκαρσόνια πως εκεί μπορούμε να
καπνίσουμε όχι όμως και να πιούμε κρασί, διότι έκλεισε το
μπαρ πριν από πέντε λεπτά. Έχουμε ξαπλώσει στις σεσλόγκ,
μπροστά μας αστράφτει μια πισίνα, οι κορυφές των
ουρανοξυστών ξεχωρίζουν, παντού γύρω φώτα και φοίνικες,
κτίρια γυάλινα, φωτεινές επιγραφές, ώσπου επαναστατώ.
Σηκώνομαι γιατί διψώ αφόρητα για κρασί και δεν το χωράει
ο νους μου πως δεν μπορούν να μας σερβίρουν ένα ποτήρι κρασί.
Βλέπω τέσσερα πέντε γκαρσόνια, διαλέγω τον έναν και του
εξηγώ από πού ήρθαμε μόλις, ποιοι είμαστε, γιατί είμαστε εκεί
και τον παρακαλώ θερμά να μην μας αγνοήσει. Αφού μου εξηγεί
πως δεν γίνεται τίποτα και φεύγω απογοητευμένη, μετά από λίγο
έρχεται και μας ζητά συγνώμη. Φεύγει και τα νεύρα κοντεύουν
να γίνουν τσατάλια. Δεν το δέχομαι. Δεν περνούν δύο λεπτά
και μας φέρνει ένα κόκκινο εξαιρετικό και πανάκριβο κρασί
με τρία ποτήρια που άφησε η τελευταία παρέα, μας ξαναζητά
συγνώμη και μας το κερνάει. Αστράφτουμε από χαρά και
ανακούφιση. Επιτέλους χαλαρώνουμε και απολαμβάνουμε
τη νύχτα. Όταν ετοιμαζόμαστε να φύγουμε δεν τον βλέπουμε
πουθενά για να τον ευχαριστήσουμε πάλι. Ο Κυριάκος παίρνει
μια χαρτοπετσέτα και ζητά από τον αδερφό του που γράφει
καλύτερα αγγλικά να του γράψει εκεί τις ευχαριστίες μας.
Στην έξοδο όμως τον συναντάμε κι εκεί μας λέει πως είναι ο
μάνατζερ της αντίστοιχης εταιρείας των μπαρ όλων των
ομώνυμων ξενοδοχείων στον κόσμο. Γεννημένος στις Βρυξέλλες
θα μείνει δυο μήνες στο Hong Kong κι ελπίζει πως δεν θα
χρειαστεί ποτέ να ζήσει σ’ αυτόν τον τόπο για περισσότερο.
Έχει ένα λεπτό και φωτεινό πρόσωπό. Πλατύ χαμόγελο και
σιλουέτα ψιλόλιγνη και κομψότατη. Μια ξεχωριστή χάρη στο
περπάτημα κι ένας αέρας που θα έπρεπε να τον είχα διακρίνει
όταν του απευθύνθηκα και να διαισθανθώ πως δεν επρόκειτο
για ένα απλό γκαρσόνι. Αλλά αυτά τα αντιλαμβάνομαι πάντοτε
ασυνείδητα. Τα πόδια μου με οδηγούν με μεγαλύτερη
ασφάλεια στον σωστό άνθρωπο παρά το μυαλό μου και γι’ αυτό
σ’ αυτές τις περιπτώσεις απλώς πάω, αποφεύγοντας να
σκέφτομαι.
Ένα μαξιλάρι ψηλό κι ένα χαμηλό. Λεπτό παπλωματάκι.
Κλιματισμός στο φουλ, σχεδόν κατάψυξη το δωμάτιο. Το
κλείνουμε αισιοδοξώντας πως θα ξυπνήσουμε μετά από εφτά
οχτώ ώρες; Εσύ είσαι που το λες;


9 σχόλια:
Ο υπολογιστής μου αυτοσχεδιάζει τρελά, έχει αποσυντονιστεί, αλλάζει χρώματα και μεγέθη γραμματοσειράς, μόνος του τα κάνει και δεν μ' αφήνει να επέμβω...
και μετά... και μετά...
σαν να είμαι κι εγώ εκεί
p.s.
άστον, αυτός ξέρει καλύτερα. είναι όμορφα
Και μετά... και μετά... σιγά... σιγά...
ΤΙ ΑΠΙΣΤΕΥΤΟ ΤΑΞΙΔΙ!!!
ΣΑΝ ΠΑΡΑΜΥΘΙ...ΣΑΝ ΤΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΣΟΥ..
ΠΕΡΙΜΕΝΟΥΜΕ ΜΕ ΑΓΩΝΙΑ ΤΗΝ ΣΥΝΕΧΕΙΑ..
Μάλλον κόλλησε jet lag ο υπολογιστής.
Εκτός αν προσπαθεί να μάθει κινέζικα :)
Ναι, Χαρτομάνι μου, τη συνέχεια, θα προσπαθήσω! Έχω μπλέξει με το φεστιβάλ κινηματογράφου, τρεις ταινίες χθες και συνεχίζουμε... το εργαστήρι κόμικ που παρακολουθώ και πρέπει να παραδίδω κείμενα και σκίτσα, μια επέτειο αυριανή, διορθώσεις του μυθιστορήματος, Παναγιά μου βόηθα!
Σοτ, μ' έκανες και γέλασα πολύ! Καλημέρα, καλησπέρα, να πάω να δω και τους γίγαντες στο φούρνο τώρα...
Κινέζικο μαρτύριο αυτή η διήγηση. Θα μας βγάλεις τη ψυχή. Περιμένουμε την συνέχεια... (σήριαλ που διαρκώς κόβεται από τις διαφημίσεις)
Τώρα να δεις κινέζικο μαρτύριο Μπάμπη... Όχι, θα σας τη χαρίσω έτσι εύκολα... Πάμε για διαφημίσεις!!!
Post a Comment