Labels

Friday, November 11, 2016

Μεταποίηση πεζού λόγου (Μεταγραφή και διασκευή) σε ποιητικό, στο Δημοτικό σχολείο - Εισήγηση στην 3η Ημερίδα Παιδικής Λογοτεχνίας - Λευκωσία

Σεμινάρια δασκάλων - Λευκωσία - 4/11/16
Ειςήγηση της Βασιλικής Νευροκοπλή

Μέσα στον καταιγισμό των πληροφοριών, των εικόνων, των γεγονότων, ο άνθρωπος σήμερα αναζητά μια κιβωτό. Μια κιβωτό μέσα στην οποία θα βάλει τους ανθρώπους του, τη γλώσσα του, σπόρους και χώμα της πατρίδας του.
Μέσα στην ξέφρενη ταχύτητα των καιρών, αναζητά μια στιγμή ανάπαυλας. Να σκεφτεί, να νιώσει, να χωνέψει όσα συμβαίνουν γύρω του.
Μέσα στην αποθέωση του εγώ στην οποία τον εξωθούν τα λεγόμενα κοινωνικά δίκτυα, το εγώ αδυνατεί να δει τον άλλον, να τον αναγνωρίσει, να τον εκτιμήσει, να τον θαυμάσει. Το "εγώ" που πριν λίγα χρόνια από σχεδία με μοναχικό ταξιδευτή γινότανε βαρκούλα με δυο τρεις συνοδοιπόρους, για να καταλήξει καράβι γεμάτο φίλους, εμπειρίες και όνειρα για το μεγάλο ταξίδι της ζωής, γίνεται τώρα ένα θλιβερό σωσίβιο γεμάτο αέρα που προσπαθεί να επιπλεύσει στους ωκεανούς του κόσμου. Η μοίρα του είναι σχεδόν προδιαγεγραμμένη.
Τα περισσότερα παιδιά τρίχρονα, τετράχρονα, πεντάχρονα, πολύ πριν πάνε στο σχολείο και μάθουν να γράφουν και να διαβάζουν, σερφάρουν στο ίντερνετ. Πολύ πριν παίξουν στη γειτονιά, παίζουν στις οθόνες. Πολύ πριν αναγνωρίσουν τα χέρια τους, μαθαίνουν τα πλήκτρα. Πριν συνειδητοποιήσουν το οικείο τους περιβάλον, εισχωρούν στον ανοίκειο κόσμο της τεχνολογίας. Προτού ταξιδέψουν στην πατρίδα τους, φλερτάρουν με ξένες πατρίδες. 

Αυτή η πορεία ανάπτυξης του παιδιού είναι μια διαστρεβλωμένη πορεία ανάπτυξης. Δεν μπορούμε να πάμε στο μεγάλο, αν δεν ξεκινήσουμε από το μικρό. Στο ανοιχτό, αν δεν περάσουμε από το κλειστό. Στο πολύ, αν δεν αρχίσουμε από το λίγο. Στο ξένο, αν δεν αφομοιώσουμε το δικό μας. Τέλος, δεν μπρούμε να αναγνωρίσουμε και να βιώσουμε την ελευθερία μας, αν δεν αναγνωρίσουμε και δε βιώσουμε τα δεσμά μας. Και αν ελευθερία δεν είναι η επιλογή των ορίων και η ανάληψη της ευθύνης τους με λεβεντιά, τότε τι είναι;

Κάθε άνθρωπος είναι καρπός της εποχής του και της περιοχής του, θα μας πει ο Ιπποκράτης. Αυτή ειναι μια μεγάλη κουβέντα. Λόγος σοφός. Κουβαλούμε, είτε εν γνώσει είτε εν αγνοία  μας, το παρελθόν μας. Την ιστορία του τόπου μας και τους προγόνους μας. Τις συνήθειές τους, τη γλώσσα τους, τα ήθη και έθιμα, την πίστη, τον αέρα, τη θάλασσα, τα βουνά μας. Τις συνταγές που μας ανάθρεψαν, τις συμπεριφορές, τα χούγια, το βλέμμα, τη σκέψη, το αίσθημα. Με δυο λόγια, τον τρόπο του υπάρχειν.

Δε θα αρνηθούμε την εποχή μας και τους νέους τρόπους του υπάρχειν που προτείνει. Μέσα όμως σ' αυτή την εποχή και σ' αυτούς τους τρόπους, οφείλουμε να αρθρώσουμε τον δικό μας λόγο, αν δεν θέλουμε να καταποντιστούμε από το θολό παγκόσμιο ποτάμι που καταπίνει την ιδιοπροσωπία, τους κατά τόπους πολιτισμούς και τον κάθε ανθρωπάκο, μέσα στον χειμαρρώδη συμφερτό του.
Και για να αρθρώσουμε τον δικό μας λόγο σήμερα, καθαρό, σαφή και ουσιαστικό, ο μόνος τρόπος είναι να ξαναβρούμε την ανάσα μας, τον ρυθμό της, το φως της και τις λέξεις της.
Αν πρώτα δεν γνωρίσουμε αυτό που ήμασταν, δε θα γίνουμε ποτέ αυτό που θέλουμε να είμαστε. Δε θα μπορέσουμε καν να ονειρευτούμε αυτό που θέλουμε να γίνουμε.
Ενδεχομένως, υπάρχουν κι άλλοι τρόποι απάντησης στο ζητούμενο των καιρών. Εφόσον όμως ασχολούμαστε με τη λογοτεχνία, ας επικεντρωθούμε σ' αυτήν. Μιλήσαμε για ρυθμό. Ας μην ξεχνούμε πως ο ρυθμός συνέχει τα σύμπαντα. Δίχως ρυθμό δεν υπάρχει ζωή. Δεν υπάρχει κόσμος. Όπως και δίχως καρδιοχτύπι δεν υπάρχει άνθρωπος. Και η ταχύτητα των αλλαγών της ζωής και των συμβάντων της, σήμερα υπερβαίνει κατά πολύ το καρδιοχτύπι μας. Το ξεπερνά. Δεν προλαβαίνουμε ούτε να ακούσουμε, όύτε να αφομοιώσουμε. Πολύ δε μάλον, να μετουσιώσουμε όσα συμβαίνουν σε Είναι. Άρα χρειαζόμαστε επειγόντως μια πράξη αντίστασης. Μια αντίσταση που θα επαναφέρει τον ρυθμό του έξω κόσμου στον ρυθμό της καρδιάς μας. Της ανάσας μας. Προκειμένου να ακούσουμε και να μιλήσουμε. Να αφομοιώσουμε και να εκφραστούμε. Να αρθρώσουμε λόγο ζωής. 

Για να αντισταθούμε και να μην μας πάρασύρει σαν καρυδότσουφλα το ρεύμα των καιρών, πρέπει να πιαστούμε από κάτι γερό, κάτι που ήδη άντεξε στον χρόνο, στις διακυμάνσεις της Ιστορίας, στις εποχές ανά τους αιώνας. Να μπούμε στην κιβωτό του για να ξεκινήσουμε το μεγάλο ταξίδι δίχως τον κίνδυνο να καταποντιστούμε από τον κατακλυσμό.

Έτσι ερχόμαστε, λοιπόν, στους αρχαίους και βυζαντινούς ρυθμούς της γλώσσας μας. Αυτούς που πάντα συόοδευαν την ανάσα μας και τη στήρίζαν δίνοντάς της έδαφος στερεό. Δεν είναι τυχαίο που τα δημοτικά μας τραγούδια ξεκίνησαν από τους βυζαντινούς χρόνους κι έφθασαν ως τις μέρες μας.  Δεν είναι τυχαίο που ακόμα και ο Όμηρος έχει σε κάποια σημεία του λόγου του δεκαπεντασύλλαβο. Πολλά είδη έντεχνου λόγου γεννήθηκαν απ' τα τραγούδια αυτά. Η ποίηση των επώνυμων δημιουργών απ' αυτά ξεκίνησε. Κι ακόμη κρατούν. Και δεν κρατούν μόνο επειδή εξέφρασαν πόνους και πάθια του λαού μας, αλλά και επειδή ο ρυθμός τους ήταν και παραμένει ο ρυθμός της ανάσας της ίδιας της γλώσσας μας και της καρδιάς μας.

Γι' αυτό και προτείνω, προκειμένου να πάμε μπροστά, να γυρίσουμε λίγο πίσω. Γιατί το βέλος για να φτάσει μακριά, τεντώνουμε τη χορδή του τόξου του όσο πιο πίσω μπορούμε. Προτείνω αυτή την ανάστροφη πορεία στην προσέγγιση των σύγχρονων κειμένων και στο σχολείο.
Δηλαδή, την "μεταποίησή" τους, σε τραγούδι με ρυθμό. Σωστότερος όρος, θα ήταν ο όρος του Σεφέρη, "μεταγραφή", εφόσον τα αποδώσουμε πλήρως στο νόημά τους, ή "διασκευή", εάν αποδώσουμε το κεντρικό τους νόημα και όχι αυτστηρά λέξη προς λέξη.
Κάθε λογοτεχνικό κείμενο που συγκινεί τα παιδιά, μπορεί να αποδοθεί σε δεκαπεντασύλλαβο, που είναι και ο πιο εμπεδωμένος ρυθμός, και να τα οδηγήσει έτσι, με τρόπο παιγνιώδη και ανάλαφρο, στον πυρήνα της ίδιας της καρδιάς τους.

 Στην περίπτωση μιας διασκευής, προκειένου τα παιδιά να καταφέρουν να αποδωουν ένα κείμενο, ταυτόχρονα εξασκούνται στην περίληψη, και άρα τη συμπύκνωση, των νοημάτων, αλλά και στην ποιητική φόρμα των παλαιότερων γενεών. Εξασκούνται στον ρυθμό που μετά μπορούν να τον κάνουν τραγούδι και να τον χορέψουν. Εξοικειώνονται με ένα είδος που μπορεί να τους ταξιδέψει πολύ πίσω στον χρόνο και στον τόπο τους και έτσι να αναγνωρίσουν τον εαυτό τους και να τον τοποθετήσουν μέσα σ' αυτό το οικείο σύμπαν αντιλαμβανόμενα και τον εαυτό τους ως σύνέχειά του.

Το παιχνίδι δε της ομοιοκαταλήξίας, είναι από τα ωραιότερα παιχνίδια μέσα από τα οποία το παιδί ανακαλύπτει τη γλώσσα του. Πώς λειτουργούν οι συνηχήσεις, οι τονισμοί, τα συνώνυμα, τα αντίθετα, τα παράγωγα των λέξεων. Πόσο πιο επιτυχημένη είναι η ομοιοκαταληξία των τριών, τεσσάρων ή και πέντε τελευταίων γραμμάτων μιας λέξης όταν συνταιριάζεται το ρήμα με το ουσιαστικό. Ανακαλύπτουν έτσι, το ειδικό βάρος που έχουν τα διαφορετικά μέρη του λόγου. 
Για να μπει το παιδί μέσα σ' αυτόν τον μαγικό κόσμο, πρώτα πρέπει να εξοικειωθεί με έργα της δημώδους μας παράδοςης, καθώς και με έργα μεγάλων ποιητών που εμπνεύστηκαν απ' αυτά και δημιούργησαν τα δικά τους. Από όλους αυτούς τους μεγάλους, θα αρκούσε και μόνον ο Σολωμός. Έναι ο μέγας τεχνίτης, ο πλέον ευφάνταστος, ο πλέον ευαίσθητος, ο πλέον ένθεος. Αυτός που κατάφερε να εκφράσει την ψυχή ενός κόσμου τον καιρό που ο κόσμος αυτός δεν είχε φωνή. Είχε μόνον καημούς και πάθη. Ο Σολωμός δοκιμάζεται σε όλους τους ρυθμούς της γλώσσας μας, τον ιαμβικό, τον ανάπαιστο, τον τροχαϊκό, τον δακτυλικό, τον αμφίβραχυ. Τα ποιήματά του φτάνουν να αποτελούν, όχι απλώς έκφραση των ρυθμών αυτών, αλλά ορισμό τους. Δημιουργεί δοκιμάζοντας όλα τα μέτρα, πάίζοντας με τον αριθμό των συλλαβών. Γράφει σε εξασύλλαβο, δεκασύλλαβο, ενδεκασύλλαβο κά. Και η ομοιοκαταληξία του είναι κάτι πολύ περισσότερο από ένα γλωσσικό παιχνίδι του νου. Είναι η απογείωση της γλώσσας μας από μια ψυχή που δονείται ως τη ρίζα της από τα πάθη του Γένους. Είναι η ακραία φιλανθρωπία του προς τον Έλληνα που πάσχει. Είναι η απόλυτη έκφραση της ελευθερίας μέσα στο σκοτάδι της σκλαβιάς. Και η σκλαβιά δεν ήταν, δυστυχώς, μόνον την περίοδο εκείνη. Η σκλαβιά είναι και σήμερα πανταχού παρούσα. 
Ας δούμε μερικά παραδείγματα.

Ο Κρητικός 
Ιαμβικός 15σύλλαβος

Eκοίταα, κι ήτανε μακριά ακόμη τ’ ακρογιάλι·
«αστροπελέκι μου καλό, για ξαναφέξε πάλι!». 
Tρία αστροπελέκια επέσανε, ένα ξοπίσω στ’ άλλο, 
πολύ κοντά στην κορασιά, με βρόντημα μεγάλο· 
τα πέλαγα στην αστραπή κι ο ουρανός αντήχαν, 
οι ακρογιαλιές και τα βουνά μ’ όσες φωνές κι αν είχαν. 

Στα σχεδιάσματα των Ελεύθερων Πολιορκημένων περνά από τον πεζό λόγο στον ποιητικό και ενώνει τη γλώσσα και τους εκφραστικούς της τρόπους για να ενώσει εν τέλει τη διχασμένη φύση του ανθρώπου. Θαρρείς και η φύση αυτή συναποτελείται από την πεζή και την ποιητική. Θαρρείς και όλο το ζητούμενο της πορείας μας είναι την πεζή μας φύση να τη μεταλλάξουμε ολωσδιόλου σε ποιητική.

Ελεύθεροι πολιορκημένοι Ά΄σχεδίασμα

1. 
      Tότες εταραχτήκανε τα σωθικά μου και έλεγα πως ήρθε ώρα να ξεψυχήσω· κι’ ευρέθηκα σε σκοτεινό τόπο και βροντερό, που εσκιρτούσε σαν κλωνί στάρι στο μύλο που αλέθει ογλήγορα, ωσάν το χόχλο στο νερό που αναβράζει· ετότες εκατάλαβα πως εκείνο ήτανε το Mεσολόγγι· αλλά δεν έβλεπα μήτε το κάστρο, μήτε το στρατόπεδο, μήτε τη λίμνη, μήτε τη θάλασσα, μήτε τη γη που επάτουνα, μήτε τον ουρανό· εκατασκέπαζε όλα τα πάντα μαυρίλα και πίσσα, γιομάτη λάμψη, βροντή και αστροπελέκι· και ύψωσα τα χέρια μου και τα μάτια μου να κάμω δέηση, και ιδού μες στην καπνίλα μία μεγάλη γυναίκα με φόρεμα μαύρο σαν του λαγού το αίμα, οπού η σπίθα έγγιζε κι’ εσβενότουνε· και με φωνή που μου εφαίνονταν πως νικάει την ταραχή του πολέμου άρχισε: 

(Αμφίβραχυς 6σύλλαβος)

«Tο χάραμα επήρα
Tου Ήλιου το δρόμο, 
Kρεμώντας τη λύρα
Tη δίκαιη στον ώμο,― 
Kι’ απ’ όπου χαράζει
Ώς όπου βυθά, 

Tα μάτια μου δεν είδαν τόπον ενδοξότερον από τούτο το αλωνάκι.» 

Η κατάλυση του έμμετρου ρυθμού με την παρεμβολή του πεζού, προσδίδει ένα τραγικό μεγαλείο.
Θα έλεγα, πως το Μεσολόγγι είναι σήμερα εδώ. Και η πολιορκία του. Και ο εχθρός του...

2. 
Παράμερα στέκει
O άντρας και κλαίει· 
Aργά το τουφέκι
Σηκώνει και λέει: 
«Σε τούτο το χέρι
Tι κάνεις εσύ; 
O εχθρός μου το ξέρει
Πως μου είσαι βαρύ.» 

Το ρήμα "στέκει" ομοικαταληκτεί θαυμαστά με το ουσιαστικό "τουφέκι". Ο μονόλογος του άντρα καθώς απευθύνεται στο τουφέκι του, μεταμορφώνει το τουφέκι σε πρόσωπο και τον μονόλογο σε διάλογο κι ας μένει σιωπηλό το τουφέκι. Και προχωρά ακόμα παραπάνω, ακόμα πιο πάνω. Δίνει πρόσωπο και στον απρόσωπο εχθρό. Του δίνει αίσθημα ανθρώπινο σαν και το δικό του που αν και άντρας, κλαίει. Ο εχθρός μου το ξέρει πως μου είσαι βαρύ; Δηλαδή, αν το ήξερε, ενδεχομένως και να μην τον αντιμάχονταν. Ίσως και τον σπλαχνιζόταν, όπως είναι έτοιμος να κάνει και ο ίδιος.

Tης μάνας ω λαύρα! 
Tα τέκνα τριγύρου
Φθαρμένα και μαύρα
Σαν ίσκιους ονείρου· 
Λαλεί το πουλάκι
Στου πόνου τη γη
Kαι βρίσκει σπυράκι
Kαι μάνα φθονεί. 

Η απόλυτη ανέχεια στο Μεσολόγγι κάνει τη μάνα που δεν έχει να ταϊσει το σπλάχνο της, να φθονεί το πουλάκι που βρίσκει ένα σπόρο να φάει. Πόσες μανάδες σήμερα που βρίσκονται σε ανάλογη ανέχεια δεν φθονούν κάποιες άλλες ή ίσως και κάποια πουλιά;

Λάμπρος (Ανάπαιστος 11σύλλαβος)

1.       Kαθαρότατον ήλιο επρομηνούσε
           της αυγής το δροσάτο ύστερο          αστέρι,
           σύγνεφο, καταχνιά, δεν απερνούσε
           τ' ουρανού σε κανένα από τα μέρη·
           και από κει κινημένο αργοφυσούσε
           τόσο γλυκό στο πρόσωπο τ' αέρι,
           που λες και λέει μες στης καρδιάς τα φύλλα:
           "Γλυκειά η ζωή κι ο θάνατος μαυρίλα".

Είναι παρήγορος ο εθνικός μας ποιητής. Η μαυρίλα του επαίσχυντου θανάτου ομοιοκαταληκτεί με τα φύλλα, ένδειξη θαλερούς ζωής μιας άνοιξης περιπόθητης κι έτσι ο θάνατος αποκτά άλλη διάσταση, αναστάσιμη.

Πήρα αφορμή από το Σολωμό, όχι μόνο γιατί είναι ο μεγαλύτερος ποιητής μας, αλλά και γιατί η χρήση της ποιητικής φόρμας σ' αυτόν ποικίλλει σε τέτοιο βαθμό και με τέτοια επιτυχία που κάθε φορά να παράγει άλλο αίσθημα και άλλη συγκίνηση.

Αυτό μπορούμε να το δούμε και στην πράξη. Το ίδιο κείμενο αν το διασκευάσουμε σε διαφορετικούς ρυθμούς, θα δούμε πως αλλάζει ύφος, ακόμη κι αν χρησιμοποιήσουμε ακριβώς τις ίδιες λέξεις. Αυτό και μόνο δείχνει πόσο ο ρυθμός είναι καταλύτης της ουσιάς των πραγμάτων και των αισθημάτων που κουβαλούν. Αυτό το παιχνίδι, καταρχάς μας βοηθά να βλέπουμε το ίδιο πράγμα από διαφορετικές οπτικές, σαν να κρατούμε μια φωτογραφική μηχανή και φωτογραφίζουμε το ίδιο αντικείμενο από διαφορετικές γωνίες. Πράγμα αναγκαίο στους καιρούς μας που η μονομέρεια και ο φανατισμός συχνά μας τυφλώνει. Στο τέλος της εξάσκησής μας πάνω στους ρυθμούς, θα είμαστε σε θέση να επιλέξουμε την καλύτερη θέση. Αυτήν που αναδεικνύει το φωτογραφιζόμενο, και εκφράζει τον φωτογράφο του.

Ας προχωρήσουμε λίγο πιο πέρα.
Κάποιοι ίσως αναρωτηθούν, μα θα γίνουμε ποιητές; Ή μήπως όλα τα παιδιά μπορούν να γίνουν;
Η απάντηση μου είναι πως είμαστε όλοι ποιητές. Τίποτα δεν είμαστε περισσότερο από ποιητές. Εφόσον είμαστε ο καθένας ένα ποίήμα και όλοι μέρη του ενός και μέγλαου, του θαυμάσιου και ανυπέρβλητου ποιήματος της ζωής, δεν μπορεί παρά να είμαστε ποιητές. Από γεννησημιού μας. Εκ φύσεως. Συνειδητά ή ασυνείδητα, ζώντας, το ποίημά μας αρθρώνουμε. Και γι' αυτό και δεν ικανοποιούμαστε εύκολα. Γι' αυτό και πάντα ζητούμε κάτι καλύτερο. Διορθώνουμε ό,τι κάναμε λάθος. Δεν ησυχάζουμε. Δεν επαναπαυόμαστε. Θέλει πολλή δουλειά για να γίνεις ένα ποίημα ωραίο, αρμονικό, μουσικό που θα ενώνεται ανεμπόδιστα με το ποίημα του ήλιου και της θάλασσας. Της αιωνιότητας το ποίημα.

Στου καθενός τη διαδρομή μπορεί αυτή η ποίηση να κρύφτηκε μέσα του, μπορεί να διαστρεβλώθηκε ή και να θάφτηκε κάτω από συντρίμμια θλίψεων και λαθών. Μόνο που η ποιήση δεν μπορεί ποτέ να πεθάνει. Κανείς δεν μπορεί να τη σκοτώσει. Ούτε καν εμείς οι ίδιοι. Δε σβήνει ούτε με το θάνατό μας. Και γι' αυτό μέχρι σήμερα αισθανόμαστε πως συνυπάρχουμε πλάι πλάι με τους ποιητές των αιώνων. Τους μεγάλους και τρανούς σαν τον Σολωμό και τον Καβάφη, αλλά και τους μικρούς και άσημους σαν τις γιαγιάδες και τους παπούδες μας. 
Μένει λοιπόν να αναζητήσουμε τον σπόρο της ποίησης μέσα μας και να τον ποτίσουμε, να του δώσουμε φως. Να τον καλλιεργήσουμε. Αν το κάνουμε εμείς, μπορούν να το κάνουν και οι μαθητές μας. Αυτοι ίσως ακόμη πιο εύκολα, μιας και είναι πολύ πιο αγνοί και απλοί από μας.

Αν εμφσυσήσουμε στα παιδιά την πνοή της ποίησης, τον ρυθμό, τη μουσική τού λόγου, και αν τα οδηγήσουμε στο να διασκευάζουν τα πεζά κείμενα που αγαπούν σε τραγούδι, η πνιγμένη  ανάσα τους θα ελευθερωθεί. Τότε θα έχουμε καταφέρει κάτι πολύ σημαντικότερο και από την καλλιέργεια του λόγου και την γλωσσική τους ανάπτυξη. Θα έχουμε καταφέρει να τους δώσουμε έναν τρόπο του υπάρχειν. Ένα εργαλείο ώστε αύριο στη ζωή τους, κάθε οδυνηρή, επώδυνη ή απλώς πεζή στιγμή, να μπορούν να την κάνουν τραγούδι. Κάθε πόνο που θα διαλύει το ρυθμό της ανάσας τους, να τον τραγουδουν. Έτσι καλλιεργούμε την αρχοντιά που η φυλή μας από πάντα είχε. Ένα ήθος που είναι πολύ πιο πέρα από την άγαπη στη γνώση και στο βιβλίο. Είναι μια στάση ζωής που θα τους δίνει πάντα τη δύναμη να τολμούν "το άλμα το μεγαλύτερο από τη φθορά" του Ελύτη.

Τραγγούδι του αγίου Μηνά


Στην Αίγυπτο γεννήθηκε, Μηνάς ο καβλάρης
Τρίτου αιώνα τα μισά, κι όπως και να το πάρεις
παράδοξο από γονείς που είδωλα λατρεύαν
ν' ακολουθήσει χριστιανούς που τόσο τους παιδεύαν.
Ήταν ακόμη έφηβος όταν μπήκε σε τάγμα
Ρουταλικών του ιππικού. Μετά απ' αυτό το πράγμα
με το Ρωμαϊκό στρατό, υπό του Αγουρίσκου
θα πάει στην Κιουτάχεια κι όταν μάχης του ρίσκου
εις πέρας βγαίνει νικητής, όλοι τον εκτιμούνε
για το ανδρείο φρόνημα κι όλοι τον αγαπούνε.
Όμως διαταγή έρχεται απ' τη Ρώμη
να αλλάξουνε οι χριστιανοί, κι ας είναι αυτοί ακόμη
στον Διοκλητιανό πιστοί κι ανδρείοι στρατιώτες
Ο άγιος δεν άντεξε. Βγάζει αμέσως μπότες
και ζώνη στρατιωτική, σε όρος καταφεύγει.
Με προσευχή και άσκηση κι άλλων πίστης τα ζεύγη
εγκράτεια, υπομονή, σιωπή, Γραφής τις ρήσεις
μένει εκεί με συντροφιά ζώα άγριας φύσης
Εν ερημίαις πλάνητας, εν όρεσι αναβάτης
εν ταις σπηλαίοις και οπαίς της πίστης σχοινοβάτης
Και η ζωή του ασκητή θερμαίνει την καρδιά του
Ανάβει θείο έρωτα μέσα στα σωθικά του
Πενήντα χρόνων έγινε κι ένιωσε είχε φτάσει
του μαρτυρίου η στιγμή. Όλον τον είχε κάψει.
Μια θεία αποκάλυψη το επιβεβαιώνει.
Κατέρχεται απ' το βουνό κι όταν κοντοζυγώνει
στην πόλη πανηγυριστές ειδωλολάτρες βλέπει
Είναι γι' αυτούς μέρα γιορτής, για κείνον ό,τι πρέπει.
Με παρρησία στέκεται εν μέσω της πλατείας
και τον Χριστό ομολογεί. Της ειδωλολατρίας
τ' αναίσθητα τα είδωλα με σθένος μυκτηρίζει
και τους κωφούς τους τούς θεούς χλευάζει που αντικρίζει 
Στης πόλης τον διοικητή τον σέρνουνε δεμένο.
Δεν τον αναγνωρίζουνε και τον περνούν για ξένο.
Αποκαλύπτει όνομα, καταγωγή και γένος
το στρατιωτικό του παρελθόν και πόσο αγαπημένος
είναι γι' αυτόν ο Κύριος του κόσμου και Πατέρας.
Τον οδηγούν στη φυλακή. Πρωί της άλλης μέρας
και ο διοικητής λοιπόν, τότε του απαγγέλει
το κατηγορητήριο, ενώ λευκοί αγγέλοι
τον άγιο εμψυχώνουνε. "Υπήρξες λιποτάκτης,
Του λέει ο διοικητής, "στο μέσο της ατάκτης 
συνάθροισης της εορτής εξύβρισες εκείνους
που όλοι τους λατρεύουμε. Δεν νοιάστηκες κινδύνους;"
"Όσα μου καταμυρτυρείς, δέχομαι ευχαρίστως"
Απάντησε ο άγιος, "όλα σωστά κι αρίστως
 σε μένα τα εξάγγειλες. Τώρα λοιπόν, προχώρα."
Ο Πύρρος, ευλαβούμενος της ηλικίας ώρα
του ασπρομάλλη του Μηνά, μάταια καταβάλλει
φιλότιμη προσπάθεια για να τον μεταβάλλει.
Με υποσχέσεις προσπαθεί, με απειλές κατόπι
να αποσπάσει απ' τον Χριστό τον άγιο. Οι τόποι
οι άνθρωποι κι οι ουρανοί, θαυμάζουνε το σθένος
του αγίου. Γιγαντώνεται παράλληλα το μένος.
Αρχίζουν τα μαρτύρια. Μοιάζει να μην τελειώνουν.
Αλλάζουνε οι δήμιοι βάρδιες. Μαστιγώνουν
ανηλεώς τον μάρτυρα κι ύστερα τον κρεμούνε.
Τον γδέρνουν ως τα σπλάχνα του, σε όλους να φανουνε.
Το πληγωμένο σώμα του με τρίχινο, το τρίβουν,
ύφασμα, και τη λύσσα τους όλοι αυτοί δεν κρύβουν.
Σε αγκάθια από μέταλλο αιμόφυρτο τον ρίχνουν,
και με καμάρι στο κοινό που βλέπει, αυτόν δείχνουν.
Συστρατιώτες του παλιοί, του λεν να προσκυνήσει
τα είδωλα και ο Χριστός θα τον δικαιολογήσει.
"Τον εαυτό μου στον Χριστό προσφέρω" απαντάει
"Θυσία που η Χάρις Του τόσο με αγαπάει"
"Πώς ένας στρατιωτικός, τραχύς σαν μία πέτρα,
λόγια σοφά μας απαντά", ο Πύρρος λέει. "Μέτρα
-αν γίνεται να μετρηθεί-, τη φώτιση που δίνει
ο Κύριός μου και Θεός. Αυτός θα παραμείνει,
εγώ κι εσύ αν φύγουμε και αν μας αφανίσουν"
Απελπισμένος, διέταξε να αποκεφαλίσουν
τον μάρτυρα, ο διοικητής. Στο δρόμο θα ρωτήσουν
οι φίλοι κρυπτοχριστιανοί τον τάφο του πού θέλει
και ο Μηνάς, στην Αίγυπτο, τους λέει, κι άγιο μέλι
στάζει η γλώσσα του γλυκό, άρωμα η καριδά του,
κι έτσι η ψυχή του πέταξε ψηλά στον Άρχοντά του.
Οι δήμιοι το σώμα του θέλησαν να το κάψουν.
Ό,τι βρήκαν οι φίλοι του, θα το περισυνάξουν
κι έξω της Αλεξάνδρειας θα το ενταφιάσουν
στη λίμνη Μαρεώτιδα γιατί εκεί η καμήλα
το σκήνωμα που έφερε, κάτω από δέντρου φύλλα
σταμάτησε να προχωρεί. Και επί Κωνσταντίνου
Μεγάλου, ναός χτίστηκε στην άγια μνήμη εκείνου


Εμπνευσμένο από το:

Thursday, November 10, 2016

Χάι κου του ταξιδιού


Ασπρομάλλικα 
αχτένιστα σύννεφα
σε παρέλαση.

Σε δυο κυρίους 
δεν δουλεύεις. Διάλεξε.
Καρδιά ή μυαλό.

Γαλακτορρέον
το φίλημα ουρανού
με τη θάλασσα

Ὁ Ὃσιος Ἀρσὲνιος ὁ Καππαδὸκης

Αποτέλεσμα εικόνας για αγιος αρσενιος καππαδοκης


Ο Οσιότατος Αρσένιος ο Καππαδόκης γεννήθηκε γύρω στα 1840 μ.Χ. στα Φάρασα ή Βαρασιό, στο Κεφαλοχώρι των έξι Χριστιανικών χωριών της περιφερείας Φαράσων της Καππαδοκίας. Οι γονείς του ήταν πλούσιοι σε αρετές και μέτριοι σε αγαθά. Είχαν αποκτήσει δύο αγόρια, τον Βλάσιο και τον Θεόδωρο (τον Άγιο Αρσένιο).Από μικρή ηλικία έμειναν ορφανά και τα προστάτεψε η θεία τους, αδελφή της μητέρας τους. Ένα θαυμαστό γεγονός που συνέβηκε στα παιδιά και την θαυματουργική διάσωση του μικρού τότε Θεόδωρου από τον Άγιο Γεώργιο που τον έσωσε από βέβαιο πνιγμό, είχε ως αποτέλεσμα, για τον μεν Βλάσιο να δοθεί με τον δικό του τρόπο στον Θεό, να τον δοξολογεί ως δάσκαλος της Βυζαντινής Μουσικής και κατέληξε αργότερα στην Κωνσταντινούπολη, για τον Θεόδωρο δε να θέλει να γίνει καλόγερος.
Στη συνέχεια μεγαλώνοντας, στάλθηκε στη Νίγδη και μετά στη Σμύρνη όπου τέλειωσε τις σπουδές του.
Στα είκοσι έξι του περίπου χρόνια πήγε στην Ιερά Μονή Φλαβιανών του Τιμίου Προδρόμου (Ζιντζί-Ντερέ) όπου αργότερα εκάρη Μοναχός και πήρε το όνομα Αρσένιος. Δυστυχώς όμως δε χάρηκε πολύ την ησυχία του, διότι εκείνη την εποχή είχαν ανάγκη μεγάλη από δασκάλους και ο Μητροπολίτης Παΐσιος ο Β’, τον χειροτόνησε Διάκο και τον έστειλε στα Φάρασα για να μάθει γράμματα στα εγκαταλειμμένα παιδιά. Αυτό φυσικά γινόταν στα κρυφά, με χίλιες δυο προφυλάξεις, για να μη μάθουν τίποτε οι Τούρκοι. Στο τριακοστό έτος της ηλικίας του χειροτονήθηκε στην Καισαρεία πρεσβύτερος με τον τίτλο του Αρχιμανδρίτου και την ευλογία ως Πνευματικός.
Άρχισε πια η πνευματική του δράση να γίνεται μεγαλύτερη και να απλώνεται. Με την άφθονη Θεία Χάρη που τον προίκισε ο Θεός θεράπευε τις ψυχές και τα σώματα των πονεμένων ανθρώπων. Είχε πολλή αγάπη στον Θεό και προς την εικόνα Του, τον άνθρωπο και όχι στον εαυτό του, διότι, όταν έβλεπε πολύ πόνο και καταπίεση Τουρκική, η αγάπη τον έβγαζε έξω από τον εαυτό του και έξω από το χωριό του και αγκάλιαζε και τα γύρω χωριά. Θεράπευε αδιάκριτα τον ανθρώπινο πόνο όπου τον συναντούσε σε Χριστιανούς ή Τούρκους. Για τον Άγιο δεν είχε καμιά σημασία, διότι έβλεπε στο πρόσωπό τους, την με πολλή αγάπη πλασθείσα εικόνα του Θεού. Αναρίθμητα είναι τα θαύματα που επετέλεσε ο Άγιος με τη Χάρη του Θεού. Στείρες γυναίκες τεκνοποιούσαν, αφού τις διάβαζε ευχή ή έδιδε «φυλακτό» που ήταν ένα κομμάτι χαρτί γραμμένο με κάποιες ευχές που τις έγραψε ο ίδιος. Διάβαζε το Άγιο Ευαγγέλιο σε σοβαρές περιπτώσεις, όπως στους τυφλούς, βουβούς, χωλούς παραλυτικούς, δαιμονιζομένους και γινόντουσαν καλά, μόλις τελείωνε την ανάγνωση. Πολλοί Χριστιανοί και Τούρκοι είχαν θεραπευθεί, αφού πήραν χώμα από το κατώφλι του κελιού του και αναμιγνύοντάς το με λίγο νερό το έπιναν, πιστεύοντας ότι θα εθεραπεύοντο και η πίστη τους που είχαν στον Άγιο, έκανε το θαύμα. Χρήματα φυσικά δε δεχόταν ποτέ ούτε κι έπιανε στα χέρια του.
Συνήθιζε να λέγει «η πίστη μας δεν πουλιέται».
Βίωνε ολοκληρωτικά και «έπασχε τα Θεία». Ζούσε με αυταπάρνηση, διότι αγαπούσε πολύ πρώτα τον Θεό και μετά την εικόνα Του, τον πλησίον. Αιματηρούς αγώνες και προσπάθειες κατέβαλε για να διατηρήσει τους συγχωριανούς και τους συμπατριώτες του στην πίστη, για να μην κλονιστούν και αλλαξοπιστήσουν στις χαλεπές εκείνες ημέρες και εποχές, από τις πολλές και διάφορες πιέσεις που δεχόντουσαν από τους Τούρκους, αλλά και από διάφορους προβατόσχημους λύκους, τους προτεστάντες, που προσπαθούσαν να ποιμάνουν την ποίμνη του Χριστού.
Το κελί του, μικρό, απέριττο, ευρισκόταν μέσα στον κόσμο. Ζούσε μέσα στον κόσμο, αλλά συγχρόνως κατόρθωνε να ζει και εκτός του κόσμου.
Σε αυτό, καθώς και για τα θεία του κατορθώματα, πολύ τον βοηθούσαν οι δύο ημέρες (η Τετάρτη και η Παρασκευή) που έμενε έγκλειστος στο κελί του, προσευχόμενος. Οι οποίες καρποφορούσαν περισσότερο πνευματικά τότε, διότι αγίαζαν και την εργασία των άλλων ημερών. Ώρες έμενε γονατιστός προσευχόμενος στον Θεό για τον λαό Του, που τον είχε εμπιστευθεί στα ασκητικά χέρια του δούλου Του Αρσενίου. Η μεγάλη ευαισθησία του Αγίου Πατρός δεν άντεχε να κάνει κανένα κακό στην πλάση. Ιδιαίτερα στα ζώα. Ποτέ του δεν κάθισε σε ζώο να το κουράσει, για να ξεκουράσει τον εαυτό του. Προτιμούσε πάντοτε να βαδίζει πεζός και όπως συνήθιζε ξυπόλυτος. Είχε πάντοτε μπροστά του τον Χριστό που ποτέ Του δεν κάθισε σε ζώο – μόνο μια φορά – και όπως χαρακτηριστικά έλεγε: «Εγώ που είμαι χειρότερος και από το γαϊδουράκι, πως να καθίσω σ’ αυτό;» Για να κρύψει τις αρετές του από τα μάτια των ανθρώπων και να αποφύγει έτσι τους επαίνους, κατάφευγε σ’ ορισμένες «ιδιοτροπίες». Παρουσιαζόταν σαν σκληρός θυμώδης, οξύθυμος, απόπαιρνε τις διάφορες γυναίκες, που από αγάπη γι’ αυτόν και ευγνωμοσύνη προσπαθούσαν να τον βοηθήσουν, με διάφορους τρόπους, να του μαγειρεύουν και να του στέλνουν φαγητό. Όπως χαρακτηριστικά έλεγε στον πιστό του φίλο και ψάλτη Πρόδρομο τα εξής: «Εάν ήθελα να με υπηρετούν γυναίκες, θα γινόμουν έγγαμος ιερεύς και θα με υπηρετούσε παπαδιά. Τον καλόγηρο που τον υπηρετούσε γυναίκες, δεν είναι καλόγηρος».
Όταν ύψωνε τα χέρια του για να παρακαλέσει για κάτι τον Θεό, άρχιζε να τον παρακαλεί προσευχόμενος και φωνάζοντας, «Θεέ μου!» λες και ξεκοβόταν η καρδιά του εκείνη την ώρα, και θαρρείς πώς έπιανε τον Χριστό από τα πόδια και δεν του έκανε το αίτημά του. «Εμείς», όπως έλεγαν οι Φαρασιώτες, «στην Πατρίδα μας τι θα πει γιατρός, δεν ξέραμε στον Χατζεφεντή τρέχαμε. Στην Ελλάδα μάθαμε από γιατρούς, αλλά αν τα πούμε στους εντόπιους, τους φαίνονται παράξενα».
Εκτός από τα άλλα του χαρίσματα είχε και το προορατικό χάρισμα. Είχε πληροφορηθεί από τον Θεό, πως θα έφευγαν για την Ελλάδα και έγινε στις 14 Αυγούστου του 1924 μ.Χ. με την ανταλλαγή των πληθυσμών. Γνώριζε από προηγουμένως και τον θάνατό του και ότι αυτός θα συνέβαινε σ’ ένα νησί.
Η αγία του μορφή συνέχεια σκοπούσε Χάρη και παρηγοριά.
Το πρόσωπό του έλαμπε από την ασκητική γυαλάδα, που έμοιαζε σαν το χρώμα του φτιασμένου κυδωνιού.
Είχε πια εξαϋλωθεί από τους υπερφυσικούς πνευματικούς αγώνες, που έκανε από αγάπη στον Χριστό, καθώς και από τους πολλούς του κόπους για την αγάπη προς το ποίμνιο του, που το ποίμανε πενήντα χρόνια σαν καλός Ποιμένας.
Τρεις μέρες πριν την εκδημία του ήλθε η Παναγία, τον γύρισε σ’ όλο το Άγιο Όρος, τα Μοναστήρια, τους Ναούς που τόσο επιθυμούσε να δει και δεν είχε αξιωθεί και του είπε ότι σε τρεις ημέρες θα παρουσιαστεί στον Κύριο, που τόσο πολύ αγάπησε και έδωσε όλο του τον εαυτό σ’ Αυτόν.
Κοιμήθηκε στις 10 Νοεμβρίου του 1924 μ.Χ. στην Κέρκυρα.
Με λίγα λόγια αυτός ήταν ο Άγιος Αρσένιος. Ας έχομε όλοι τις Αγίες του Ευχές.
Σημείωση: Από την Κέρκυρα, το 1958 μ.Χ., τα λείψανα του μεταφέρθηκαν από τον μοναχό Παΐσιο στην Κόνιτσα και το 1970 μ.Χ. από τον ίδιο Αγιορείτη μοναχό στο γυναικείο μοναστήρι – Ησυχαστήριο του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου στη Σουρωτή, όπου ο Άγιος μετά τον θάνατό του έκανε πολλά θαύματα. Η Ορθόδοξη Εκκλησία τον αγιοκατέταξε στις 11 Φεβρουαρίου 1986 μ.Χ.
θαύματα του Οσίου Αρσενίου του Καππαδόκη
Αμέτρητα είναι τα θαύματα που οφείλονται στον μεγάλο αυτόν Άγιο, όχι μόνο κατά τη διάρκεια που ήταν εν ζωή, αλλά και μετά την κοίμησή του. Ένα πολύ μικρό δείγμα αυτών αναφέρονται πιο κάτω (τα θαύματα που αναφέρονται στη συνέχεια είναι παρμένα από το βιβλίο «Ο Άγιος Αρσένιος ο Καππαδόκης» που έγραψε ο ίδιος ο Γέροντας Παΐσιος ο Αγιορείτης, ο οποίος ήταν βαπτιστικός του Αγίου):
– Ο Σολομών Κοσκερίδης διηγήθηκε ότι είχαν πάει μία παράλυτη Τουρκάλα στον Χατζεφεντή (έτσι έλεγαν τότε τον Άγιο Άρσένιο) μέσα σε μια μπατανία, την οποία διάβασε και έγινε αμέσως καλά.
– Από το Κελμίρι είχαν φέρει μια γυναίκα λεπρή στον Χατζεφεντή (Άγιος Αρσένιος), την οποία διάβασε και καθαρίσθηκε η λέπρα της. Και, όπως διηγείται ο Πρόδρομος Κορτσινόγλου, το πρόσωπό της μετά φαινόταν σαν πρόσωπο παιδιού, τρυφερό.
– Η Σωτηρία Χριστοφορίδου διηγήθηκε ότι μια Τουρκάλα τυφλή, ονόματι Μεριάμα, την είχαν φέρει στον Πατέρα Αρσένιο, ο οποίος την διάβασε και ήρθε το φως της.
– Από το Σατί, θυμάται ο Ανέστης Καραούσογλου ότι κάποιος Ιερεύς είχε γυναίκα στείρα και έφερε στον Χατζεφεντή (Άγιος Αρσένιος) ένα φόρεμα της πρεσβυτέρας να το διαβάσει, για να αποκτήσει παιδιά. Ο Πατήρ Αρσένιος, αφού το διάβασε, είπε στον Ιερέα: «Η πρεσβυτέρα σου θα γεννήσει κόρη και να την ονομάσεις Εύα», όπως και έγινε.
– Η Στέλλα Κογλανίδου διηγείται ότι είχαν φέρει στο πατρικό της σπίτι, στα Φάρασσα, έναν βουβό Τούρκο ηλικίας τριάντα ετών, και ο πατέρας της τον πήρε και τον πήγε στον Πατέρα Αρσένιο, για να τον διαβάσει και να γίνει καλά. Ενώ ο Χατζεφεντής (Άγιος Αρσένιος) του διάβαζε το Ευαγγέλιο, πριν ακόμη τελειώσει, ο βουβός άρχισε να μιλάει. Στη συνέχεια τον πήγε πάλι στο σπίτι του και ο βουβός μιλούσε. Δηλαδή τον φιλοξένησε και θεραπευμένο, και την άλλη μέρα τον πήραν οι συγγενείς του και έφυγαν.
– Η Αμαλία Ελευθεριάδου (Ιεχωβίτισσα τώρα) διηγείται πως ο Χατζεφεντής (Άγιος Αρσένιος) έλεγε από πριν ότι θα πάμε στην Ελλάδα και ότι αυτός θα ζήσει μόνο σαράντα ημέρες εκεί. Κάποιος Φαρασιώτης, όταν τον άκουσε τον Χατζεφεντή του είπε: «Τι είσαι συ που τα ξέρεις αυτά; Θεός;» Ο Χατζεφεντής τότε απάντησε: «Είμαι πιστός δούλος του Θεού και το ξέρω».
– Στην μνήμη του Αγίου Χρυσοστόμου, είχαν καθίσει οι πανηγυριώτες μετά την Θεία Λειτουργία έξω από τον Ναό και έτρωγαν. Εκεί στον Άγιο Χρυσόστομο ήταν ένα Αγίασμα το οποίο έβγαινε άφθονο από μια τρύπα ενός βράχου και έπεφτε σαν καταρράκτης από ψηλά κάτω στον Ζεμαντή ποταμό. Άλλοτε πάλι τραβιόταν πίσω τελείως και χανόταν. Ενώ λοιπόν έτρωγαν οι άνθρωποι, σηκώθηκε μια γυναίκα να πάρει λίγο νερό. Εκείνη τη στιγμή το νερό τραβιόταν πίσω, και η γυναίκα έτρεξε στον Χατζεφεντή (Άγιος Αρσένιος) και του το είπε. Ο Χατζεφεντής πήρε το Ευαγγέλιο και πήγε στην τρύπα του βράχου, γονάτισε και διάβασε λίγο, και το νερό ήρθε αμέσως. Αυτό συνέβαινε πολλές φορές· τραβιόταν το νερό και ερχόταν πάλι μετά από αρκετό διάστημα. Ο Αναστάσιος Λεβίδης λέγει ότι ήταν το φυσικό φαινόμενο παλίρροια και άμπωτις. Ο δούλος όμως του Θεού Χατζεφεντής παρακαλούσε το Αφεντικό του, τον Θεό, και του το έφερνε όποτε ήθελε, χωρίς να περιμένει.
– Ο Γαβριήλ Κορτσινόγλου –ο δεύτερος Αναγνώστης του Πατρός Αρσενίου– είχε διηγηθεί το εξής: «Είχαμε πάει μια φορά στον Άγιο Χρυσόστομο με τον Χατζεφεντή και με τον Θείο μου Πρόδρομο για Θεία Λειτουργία. Ενώ ο Χατζεφεντής ετοιμαζόταν (φορούσε τα Ιερά του), εγώ πήγα στο Αγίασμα να πάρω νερό για τη Θεία Λειτουργία. Μόλις έφθασα στο Αγίασμα, εκείνη την στιγμή το νερό τραβιόταν μέσα, και έτρεξα στον Χατζεφεντή, ο οποίος ήρθε αμέσως με την φυλλάδα στην μασχάλη του, ενώ με τα χέρια τύλιγε τα κορδόνια από τα επιμάνικα στον δρόμο που περπατούσε. Μόλις διάβασε στο μάτι του βράχου, το νερό άρχισε να βροντάει κα να έρχεται. Γέμισα μετά και πήγαμε για την Θεία Λειτουργία».
– Επάνω σ΄έναν βράχο, μέσα σε μια σπηλιά ήταν ένα Εξωκλήσι της Παναγίας (σό Κάντσι). Οι Φαρασιώτες είχαν προεκτείνει προς τα έξω του βράχου σανιδένιο εξώστη για ευρυχωρία. Για να φθάσουν μέχρι εκεί, έπρεπε να ανεβούν σαράντα σκαλοπάτια σκαλιστά στον βράχο και άλλα εκατό είκοσι που είχαν φτιαγμένα με σανίδες. Σ’ αυτό λοιπόν το Εξωκλήσι είχε πάει να λειτουργήσει ο Πατήρ Αρσένιος και ο Πρόδρομος, ως συνήθως. Όταν τέλειωσε η Θεία Λειτουργία , ο Πατήρ βγήλε λίγο στον εξώστη. Εκεί που ακουμπούσε ξεκαρφώθηκε μια σανίδα και ο Πατήρ έπεσε κάτω στον γκρεμό. Ένας γεωργός που τον είδε από απέναντι να πέφει άφησε τα βόδια του στον ζυγό και έτρεξε, για να συμμαζέψει το σκορπισμένο του κορμί, όπως νόμιζε. Ο πρόδρομος δεν είχε καταλάβει τίποτε, γιατί ήταν μέσα στον Ναό και τον συγύριζε. Όταν λοιπόν έφθασε ο γεωργός εκεί κοντά στον γκρεμό κάτω, είδε το κορμί του του Πατρός Αρσενιίου ολόκληρο αλλά ακίνητο, και πήγε να το πιάσει. Ο Πατήρ όμως είπε στον γεωργό: «Μη μ’ αγγίζεις. Δεν έχω τίποτε».
Έμενε ακίνητος ο Πατήρ, όχι γιατί είχε χτυπήσει, αλλά από μεγάλη συγκίνηση, δίοτι την ώρα που έπεφτε κάτω στον γκρεμό, τον πήρε στην αγκαλιά της μια Γυναίκα, τον κατέβασε και τον άφησε. Είχε νιώσει τον ευατό του, όπως έλεγε, εκείνη την ώρα, σαν να ήταν μωρό παιδί στην αγκαλιά της μητέρας του. Σηκώθηκε λοιπόν μετά από την συγκίνηση εκείνη και ανέβηκε από τον γκρεμό και τα εκατόν εξήντα σκαλοπάτια, που μόνον αυτά συμπλήρωσαν πενήντα μέτρα ύψος, και πήγε ξανά στο Εξωκλήσι της Παναγίας και διηγήθηκε ότι έγινε στον Πρόδρομο, ο οποίος ήταν αφοσιωμένος στο συγύρισμα του Ναού και δεν είχε ακόμη καταλάβει τίποτε. Ο γεωργός επίσης πήγε μετά στα Φάρασσα και το ομολογούσε.
– Ένας Τούρκος από το χωριό Τελέληδες είχε μολύνει το Αγίασμα του Αγίου Χρυσοστόμου, και ο Άγιος, για να τον παιδαγωγήσει, τον τιμώρησε. Τον έφεραν και αυτόν στον Χατζεφεντή, για να τον διαβάσει να γίνει καλά. Ο Πατήρ όμως τον κράτησε μια εβδομάδα, χωρίς να το διαβάσει. Ο Ψάλτης του, που έβλεπε να κρατάει τον Τούρκο μια εβδομάδα, παραξενεύτηκε και είπε στον Πατέρα Αρσένιο: «Ναχω την ευχή σου, τι κρατάς μια εβδομάδα αυτόν τον Τούρκο, ενώ άλλους αρρώστους πιο βαριά τους διαβάζεις και γίνονται αμέσως καλα;». Και απάντησε ο Άγιος Αρσένιος: «Τον κρατώ για να κάνει κάνονα, γιατί αυτός έχει χοντρό κεφάλι και δεν τόχει σε τίποτε, μόλις τον κάνω καλά να πάει αμέσως να ξαναβουτήξει το κασσιδιάρικό του κεφάλι στον Αγιασμό».
Όταν τέλειωσε η εβδομάδα, τότε τον διάβασε και επανήλθε το πρόσωπό του στην θέση του και του έκανε παρατήρηση του Τούρκου: «Άλλη φορά, όταν τα βακούφια των Χριστιανών, να τα προσκυνάς από μακρυά και να παίρνεις δρόμο».
– Είχαν φέρει κάποτε από τους Τελέληδες μια τυφλή Μουσουλμάνα, ονόματι Φάτμα, ημέρα Τετάρτη στον Χατζηαφέντη, να την διαβάσει να γίνει καλά. Επειδή ήταν έγκλειστος, αφού χτυπήσαν την πόρτα του κελλιού του αρκετά οι συνοδοί της τυφλής, την άφησαν απ’ έξω και πήγαν στο Μεσοχώρι. Εκείνη την ώρα μια Φαρασιώτισσα, που της είχε αγκυλωθεί το χέρι της, πήγε στο κελλί του Χατζηαφέντη και πήρε από το κατώφλι της πόρτας του χώμα, άλειψε το παθεμένο χέρι της και έγινε καλά. (Έτσι έκαναν όλοι οι Φαρασιώτες αυτές τις δύο ημέρες, που έμενε έγκλειστος, και δεν τον ενοχλούσαν). Όταν λοιπόν είδε την τυφλή, την ρώτησε γιατί περιμένει και η τυφλή της είπε την αιτία. Τότε η Φαρασιώτισσα της απάντησε: «Τι κάθεσαι και χασομεράς; Δεν ξέρεις ότι ο Χατζηαφέντης την Τετάρτη και την Παρασκευή δεν ανοίγει; Πάρε χώμα από το κατώφλιτης πόρτας και τρίψε τα μάτια σου να γίνεις καλά, όπως κάνουμε και όλοι αυτές τις ημέρες, όταν αρρωσταίνουμε».
Η Φαρασιώτισσα έφυγε και πήγε στην δουλειά της. Η Μουσουλμάνα όμως είχε παραξενευθεί στην αρχή γι’ αυτό που άκουσε, αλλά μετά έψαξε και βρήκε το κατώφλι, πήρε χώμα και έτριψε τα μάτια της και αμέσως άρισε να βλέπει θαμπά. Από την χαρά της τότε πήρε μια πέτρα και χτυπούσε σαν τρελλή την πόρτα του Πατρός Αρσενίου, ο οποίος άνοιξε και, επειδή είδε πως ήταν Μουσουλμάνα, ενώ δεν μιλούσε αυτήν την ημέρα, έκανε διάκριση και την ρώτησε τι θέλει. Του είπε τον λόγο και ο Πατήρ πήρε το Ευαγγέλειο και την διάβασε και αμέσως της ήρθε όλο της το φως. Εκείνη τότε από την χαρά της έπεσε στα πόδια του και τον προσκυνούσε με ευλάβεια, αλλ’ ο Πατήρ την μάλωσε και της είπε: «Εάν θέλεις να προσκυνήσεις, να προσκυνήσεις τον Χριστό που σου έδωσε το φως και όχι εμένα».
Έφυγε μετά χαρούμενη να βρείς τους συνοδούς της και ανεχώρησαν για το χωριό τους.
– Φαρασιώτες από την Δράμα και εγκατεστημένοι στην Θεσσαλονίκη διηγήθηκαν ότι οι δυο Σέχοι (αρχηγοί Μουσουλμανικών φυλών και μάγοι) από το Χατζή – Πεχτές είχαν επισκεφθεί τον Πατέρα Αρσένιο. Ο Πατήρ τους δέχθηκε και τους έφτιαξε καφέ. Οι Σέχοι όμως άρχισαν τις άνοητες και ζαλίσμενες ερωτήσεις, που έφερναν μόνο πονοκέφαλο. Ο Πατήρ, για να τους ξεφορτωθεί, τους είπε: «Δεν μπορώ να σας ακούω, γιατί πονάει το κεφάλι μου». Εκείνοι όμως δεν κατάλαβαν και είπε ο ένας στον Πατέρα Αρσένιο: «Παπάς Εφέντης, θα σου φτιάξουμε ένα μουσχά (χαϊμαλί) και, άμα το φορέσεις, σ’ όλη σου την ζωή δεν θα σε πονέσει το κεφάλι σου». Ο Πατήρ τους απάντησε τότε αυστηρά: «Έχω μεγαλύτερη δύναμη από την δική σας και μπορώ να σας κάνω με την δύναμη του Χριστού να μην κουνηθήτε καθόλου από τον τόπο που κάθεσθε».
Τους άφησε αμέσως τότε και πήγε δίπλα στο κελλί του. Όταν είχαν αποτελειώσει τον καφέ τους οι Σέχοι και θέλησαν να φύγουν, με κανένα τρόπο δεν μπορούσαν να κουνηθούν από τον τόπο που κάθονταν, διότι ένιωθαν να είναι δεμένοι με ένα αόρατο δέσιμο. Αναγκάσθηκαν τότε να φωνάξουν τον Πατέρα Αρσένιο, για να τους λύσει. Ο Πατήρ πήγε αμέσως, αλλά δεν τους μίλησε μόνο νόημα τους έκανε να φύγουν, και έτσι μπόρεσαν να ξεκοκκαλώσουν από τον τόπο τους. Οι Σέχοι κατάλαβαν το σφάλμα τους και ζήτησαν συγχώρεση από τον Πατέρα και του είπαν φεύγοντας: «Παπάς Εφεντής, συγχώρα μας η δύναμη σου είναι μεγάλη, γιατί την παίρνεις από την μεγάλη σου πίστη. Εμείς με τον σατανά δουλεύουμε».
– Ο Παναγιώτης του Εντζαραπίδη, όταν ήταν είκοσι ετών, είχε τρελλαθεί εξ’ αιτίας μιας κοπέλας, που είχε ερωτευθεί. Η τρέλλα του ήταν πολύ σοβαράς μοφής και δεν μπορούσαν να τον δέσουν. Τελικά ο αδελφός του μαζί με τους άλλους, την ώρα που κοιμόταν, τον έδεσαν και τον έφεραν στο Χατζεφεντή. Μόλις άνοιξε την πόρτα του κελλιού του ο Πατήρ για να δει ποιοι χτυπούν και τι θέλουν, ο τρελλός παρόλο που ήταν και δεμένος με αλυσίδες, όρμησε στον Πατέρα Αρσένιο να τον χτυπήσει με τα αλυσοδεμένα χέρια του. Ο Χατζηαφέντης είπε εκείνη την στιγμή: «Κύριε Ιησού Χριστέ!». Και πάλι είπε: «Κάτω σατανά». Ο τρελλός μαζεύθηκε αμέσως σαν κουβάρι. Μετά πήρε το Ευαγγέλιο, τον διαβάσε και έγινε αμέσως καλά. Ύστερα δημιούργησε και οικογένεια. (Αυτό το διηγούνται οι Φαρασιώτες από την περιοχή της Δράμας).
– Είχαν ληστέψει μια φορά πάλι οι Τούρκοι Ιερά Σκεύη της Εκκλησίας. Οι Φαρασιώτες ανησυχούσαν και προσπαθούσαν να βρουν τους κλέφτες. Ο Χατζεφέντης όμως ατάραχος τους λέγει: «Μην ανησυχείτε, θα δείτε τον Αϊ-Γιώργη να τα φέρνει ξωπίσω». Όταν οι ληστές έφθασαν στο Καζάν-Ταγή, ενώ ήταν μέρα και ο ουρανός καθαρός, έπεσε απότομα μια παράξενη μαυρίλα μπροστά τους, που ήταν αδύνατο να προχωρήσουν, ούτε καν τον ποταμό Φεραχτίν ήταν δυνατόν να περάσουν, που είχαν μπροστά τους. Κατάλαβαν τότε οι ληστές ότι ήταν από το Θεό αυτό το παράξενο φαινόμενο, και γύρισαν προς τα Φάρασα, για να επιστρέψουν τα Ιερά Σκεύη. Όταν όμως προχώρησαν λίγο τον δρόμο προς τα Φάρασα και η μαυρίλα είχε φύγει, το θεώρησαν για τυχαίο γεγονός και γύρισαν ξανά με τα φορτωμένα ζώα για το χωριό τους. Με το γύρισμα όμως για το χωριό τους ένιωσαν κάποιον να τους δέρνει αόρατος και να τους φέρνει έτσι καταπόδι μέχρι τα Φάρασα. Έφθασαν με τα κλεμμένα Ιερά Σκεύη στα Φάρασα και φώναζαν τους Φαρασιώτες οι κλέφτες να τα ξεφορτώσουν γρήγορα, γιατί αυτοί με τα χέρια τους προστάτευαν τα κεφάλια τους από τις ξυλιές που ένιωθαν αόρατως να τρώνε.
– Η Οσία Καραμουρατίδου, όταν ήταν νεόνυμφη, φορούσε μια μανδήλα παρδαλή Σμυρνιότικη. Ο Πατήρ Αρσένιος επανειλημμένως της έκανε παρατηρήσεις για να την πετάξει και να φοράει και αυτή σεμνά, όπως όλες οι Φαρασσιώτισσες αλλά εκείνη δεν άκουγε. Μια ημέρα που την είδε πάλι να την φοράει, της είπε αυστηρά: «Φράγκικες αρρώστιες στα Φάρασα δε θέλω. Εάν δεν συμμορφωθείς, να το ξέρεις, τα παιδιά που θα γεννάς, αφού θα βαπτίζονται, θα φεύγουν αγγελούδια και συ δεν θα χαρείς κανένα».
Δυστυχώς και πάλι δεν είχε συμμορφωθεί, αλλά μόνον της έφυγαν δυο αγγελούδια, τότε πέταξε τη παρδαλή μανδήλα και πήγε στον Πατέρα Αρσένιο και ζήτησε συγχώρεση. Ο Πατήρ, αφού την συγχώρεσε, της είπε: «Πήγαινε τώρα στην ευχή του Χριστού και το πρώτο παιδί που θα γεννήσεις θα είναι αγόρι και θα το ονομάσουμε Αρσένιο. Το δεύτερο μετά θα είναι κόρη και θα το ονομάσουμε Ειρήνη».
Όπως και έγινε.
– Κάποτε πήγαν τρεις Τούρκοι να ληστέψουν τον Χατζηεφέντη. Επειδή άκουγαν ότι τρέχει πολύς κόσμος στον Πατέρα Αρσένιο, νόμιζαν ότι θα έχει πολλά χρήματα, ενώ ο Πατήρ χρήματα ούτε έπιανε στα χέρια του. Οι ληστές λοιπόν πήγαν ημέρα Τετάρτη, για να τον βρουν σίγουρα στο κελί του, επειδή είχαν υπόψη τους ότι την Τετάρτη και την Παρασκευή έμενε έγκλειστος στο κελί του. Οι μεν δυο κλέφτες κάθισαν απ’ έξω, ο δε τρίτος, αφού μπήκε από το παράθυρο, άνοιξε τη πόρτα του κελιού του και πέρασε το ένα πόδι μέσα. Ο Πατήρ Αρσένιος, εκείνη την ώρα διάβαζε την νυχτερινή του ακολουθία και όταν άκουσε θόρυβο, έριξε μια ματιά προς τη πόρτα, την στιγμή ακριβώς που περνούσε το ένα του πόδι ο ληστής μέσα στο κελί του. Εκείνη η ματιά όμως του Πατρός Αρσενίου, λες και ήταν δυνατόν ηλεκτρικό ρεύμα, τον κοκάλωσε, όπως βρισκόταν, με το ένα πόδι μέσα και με το άλλο απ΄ έξω και οπλισμένο με τα μαχαίρια και τα φυσεκλίκια του. Ο Πατήρ, μετά την ματιά εκείνη, συνέχισε την ακολουθία του ατάραχος.
Οι άλλοι δυο όμως ληστές που ήταν απ’ έξω ανησυχούσαν, γιατί άραγε και θα τους έπαιρνε η ημέρα και μπήκαν και αυτοί. Όταν είδαν το σύντροφό τους ακίνητο με το πόδι μέσα στο κελί και τα άλλο απ’ έξω, στο μικρό διάδρομο τους έπιασε τρόμος. Παρακάλεσαν τότε το Πατέρα Αρσένιο να τους συγχωρέσει και να λύσει το σύντροφο τους από εκείνο το αόρατο δέσιμο. Ο Πατήρ, χωρίς να διακόψει την ακολουθία του, έκανε νόημα να φύγει, και έτσι μπόρεσε νε λυθεί, και έφυγαν. Οι Τούρκοι αυτοί μετά το ομολογούσαν και στους άλλους Τούρκους αυτό που έπαθαν και έλεγαν: «Αμάν, αμάν٠ μην πάτε να ληστέψετε τον Χατζηεφέντη!». (Αυτό το ανέφεραν οι Φαρασιώτες από την Θεσσαλονίκη).
– Ο Πρόδρομος Εζνεπίδης διηγήθηκε πως μια φορά είχαν έρθει πολλοί Τούρκοι (Τσέτες) στο χωριό (Φάρασσα) και έτυχε εκείνος να είναι άρρωστος στο κρεβάτι και να σπαρταράει σαν το ψάρι από δυνατό ρίγος. Όταν τον ειδοποίησαν, βρέθηκε σε δύσκολη θέση σαν Πρόεδρος, γιατί έφερνε ευθύνη του χωριού, και είπε σ’ αυτούς που ήταν γύρω του να τον πιάσουν, όπως ήταν, και να τον πάνε στον Χατζηεφέντη. Όπως και έκαναν. Ο Χατζηεφέντης, όταν τον είδε σ’ αυτή τη κατάσταση και έμαθε που είχαν έρθει οι Τούρκοι, ούτε καν τη φυλλάδα του πήρε να τον διαβάσει, αλλά χωρίς να χασομερήσει καθόλου πήρε ένα τσεραστούπι (κανδηλοκέρι), το ευλόγησε, το τύλιξε στο δεξί του χέρι και του είπε: «Πήγαινε παλικάρι, στην ευχή του Χριστού και διώξε τους Τούρκους να μην μπουν στο χωριό μας». Αμέσως έγινε καλά με την ευχή του, συγκέντρωσε τα παλληκάρια του χωριού και τους έδιωξε, χωρίς να έχουν ούτε τραυματία.
– Ο Πρόδρομος Εζνεπίδης διηγήθηκε ότι μια φορά είχαν πάει πολλοί Τούρκοι (Τσέτες), για να πατήσουν τα Φάρασα. Στο χωριό οι άνδρες έλειπαν, άλλοι στα μακρινά κτήματα και άλλοι στα ταξίδια.
Αναγκάστηκε τότε να μαζέψει τα μικρά παιδιά, μόνο για να δείξουν στόχο γύρω από το Κάστρο ότι είναι πολλοί, και μετά τα έδιωξε, για να κρυφθούν.
Μερικοί γέροι που ήταν, και αυτοί σκόρπισαν, και τελικά έμεινε μόνος του με την απόφαση να σκοτωθεί καλύτερα παρά να δει του Τούρκους στο χωριό. Είχαν τελειώσει όμως οι σφαίρες του και μετά τον έπιασαν ζωντανό οι Τούρκοι. Αφού τον έδεσαν γερά, τον πήγαν στο σπίτι του και τον ανέβασαν στο δώμα (ταράτσα), όπου είχαν στήσει τη κρεμάλα του. Εκεί τον βασάνιζαν, για να τους δώσει ότι είχε και μετά να τον τελειώσουν. Εκείνη τη στιγμή όπου τον βασάνιζαν, δεν ξέρει πως του ήρθε, είπε στου Τούρκους:
«Ό,τι έχω, τα έχω στον Χατζεφεντή».
Οι Τούρκοι δεν χασομερούν και τον πηγαίνουν στον Πατέρα Αρσένιο. Όταν άνοιξε την πόρτα του ο Πατήρ και είδε αυτή τη σκηνή, πολύ πληγώθηκε, και μάλιστα μάλωσε τους Τούρκους, που τον είχαν δεμένο, για να τον ελευθερώσουν γρήγορα, και μάλιστα τους είπε και «παλιότουρκους». Ο αρχηγός τους θύμωσε και τράβηξε το χατζάρι του, για να κόψει τον Χατζεφεντή. Ο Χατζεφεντής τότε λέγει στον Τούρκο Καπετάνιο: «Γρήγορα κατέβασε το χέρι σου κάτω ξερό».
Ώ του θαύματος! Το χέρι του Τούρκου κατέβηκε ξερό κάτω αγκυλωμένο και το χατζάρι του έπεσε κάτω καταγής. Όταν είδαν αυτό οι άλλοι Τούρκοι της συμμορίας, άρχισαν να τρέμουν από φόβο και ο αρχηγός με κλάματα να παρακαλεί να του κάνει καλά το χέρι του. Ο Πατήρ Αρσένιος τότε του σταύρωσε το χέρι του και το θεράπευσε. Και αφού έλυσαν και τον Πρόεδρο, τους μάλωσε, για να μην ξαναπατήσουν στο χωριό. Πράγματι από εκείνη τη συμμορία δεν είχε ξαναπατήσει κανείς στα Φάρασσα.
– Ο Ανέστης Καραούσογλου διηγήθηκε ότι από τα Άδανα ένας μεγάλος εργοστασιάρχης, ονόματι Κοσμάς Συμεωνίδης, είχε τη γυναίκα του στείρα και έστειλε στον Χατζεφεντή ένα φόρεμα της, για να το διαβάσει, ο οποίος το διάβασε και της το έστειλε και, αφού το φόρεσε η γυναίκα του, στο χρόνο απέκτησε παιδί.
– O Κυριάκος Σεφερίδης, ο Αναγνώστης του Πατρός Αρσενίου, διηγήθηκε ότι είχαν φέρει μια φορά μια δαιμονισμένη Τουρκάλα από τους Τελέληδες αλυσοδεμένη, με φοβερό δαιμόνιο, που την έλεγαν Τετέβη, την οποία διάβασε ο Χατζεφεντής με το Ευαγγέλιο και έδιωξε τον δαίμονα από την γυναίκα και έγινε αμέσως καλά.
– Ο Κυριάκος Σεφερίδης διηγήθηκε ότι μια μέρα είχαν φέρει στα Φάρασα έναν δαιμονισμένο από το Σίσι, υιόν αξιωματικού Τούρκου. Μόλις ο Χατζεφεντής του διάβασε το Ευαγγέλιο, έγινε καλά και καθόταν σαν το αρνί ήσυχος, ενώ πριν έσχιζε τα ρούχα και το πρόσωπό του με τα νύχια του.



https://aerapatera.wordpress.com/2016/11/10/ὁ-ὃσιος-ἀρσὲνιος-ὁ-καππαδὸκης/





Wednesday, November 9, 2016

Βίος Αγίου Νεκταρίου Πενταπόλεως


Απολυτίκιο
Σηλυβρίας τὸν γόνον καὶ Αἰγίνης τὸν ἔφορον, τὸν ἐσχάτοις χρόνοις φανέντα ἀρετῆς φίλον γνήσιον, Νεκτάριον τιμήσωμεν πιστοί, ὡς ἔνθεον θεράποντα Χριστοῦ. Ἀναβλύζει γὰρ ἰάσεις παντοδαπὰς τοῖς εὐλαβῶς κραυγάζουσι : Δόξα τῷ σὲ δοξάσαντι Χριστῷ, δόξα τῷ σὲ θαυμαστώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργούντι διὰ σοῦ πᾶσιν ἰάματα.

Ο Άγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως γεννήθηκε την Τρίτη 1 Οκτωβρίου του 1846 στην Σηλυβρία της Τουρκοκρατούμενης Θράκης, από ευσεβείς και φτωχούς γονείς -τους Δήμο (Δημοσθένη) και Μπαλού (Βασιλική) Κεφαλά. Ο πατέρας του καταγόταν από τα Ιωάννινα, ναυτικός στο επάγγελμα, και η μητέρα του καταγόταν από την Σηλυβρία. Ήταν το πέμπτο παιδί της οικογένειας και είχε πέντε ή έξη αδέρφια: τον Δημήτριο, τον Γρηγόριο, τη Σμαράγδα, τη Σεβαστή, τη Μαριώρα και τον Χαραλάμπη (το όνομα και η ύπαρξη του οποίου εμφανίζονται στην διαθήκη του Αγίου, ενώ κάποιες πηγές τον θέλουν να αντικατέστησε τον Άγιο ως διδάσκαλος στο χωριό Λιθί της Χίου). Κατά την βάπτιση του δε, του δόθηκε το όνομα Αναστάσιος.
Τα πρώτα γράμματα μαζί με χριστιανικές διδαχές τα έλαβε από την μητέρα του. Στη Σηλυβρία τελείωσε το δημοτικό και το σχολαρχείο. Ήταν ένα ευφυέστατο παιδί με πολύ καλή μνήμη, που έδειξε την διδασκαλική και θεολογική του κλίση από πολύ νωρίς. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι σε ηλικία μόλις επτά ετών, έραβε φύλλα χαρτιού μεταξύ τους με σκοπό να φτιάξει βιβλία για να γράψει σε αυτά τα λόγια του Θεού, όπως ο ίδιος είπε στην μητέρα του.
Κατόπιν μετανάστευσε στην Κωνσταντινούπολη, όπου εργάστηκε στην αρχή σε καπνοπωλείο, τόσο για να βοηθήσει οικονομικά την οικογένεια του όσο και για να μπορέσει να συνεχίσει τις σπουδές του. Εκείνο τον καιρό άρχισε να μελετά και να συλλέγει ρητά και αποφθέγματα Αγίων Πατέρων και κλασικών φιλοσόφων, τα οποία αποτέλεσαν το δίτομο βιβλίο «Ιερών και φιλοσοφικών λογίων θησαύρισμα», που εξέδωσε το 1895. Τα συγκέντρωνε όχι μόνο για δική του χρήση αλλά και για να μπορέσει να τα μεταφέρει στους συνανθρώπους του και να τους ωφελήσει. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της πλευράς του χαρακτήρα του είναι ότι έγραφε κάποια από αυτά τα γνωμικά στις χάρτινες καπνοσακούλες του καπνοπωλείου, ώστε να τα διαβάσουν και να ωφεληθούν όσοι τις χρησιμοποιούσαν. Η πρακτική αυτή δε, έλυνε και το πρόβλημα της δημοσίευσης τους από εκείνον, ελλείψει χρηματικών πόρων.
Πριν ακόμα συμπληρώσει το 20ο έτος της ηλικίας του, προσελήφθη ως παιδονόμος στο, εν Κωνσταντινούπολη, σχολείο του Μετοχίου του Παναγίου Τάφου (διευθυντής του σχολείου αυτού ήταν ο θείος του -από την πλευρά της μητέρας του- Αλέξανδρος Τριανταφυλλίδης) όπου συνέχισε τις σπουδές του, ενώ ταυτόχρονα εργαζόταν διδάσκοντας τις μικρότερες τάξεις.
Την ίδια περίοδο έλαβε χώρα και το πρώτο θαύμα του Αγίου Νεκταρίου. Ενώ βρισκόταν σε ιστιοφόρο και ταξίδευε για να πάει από την Κωνσταντινούπολη στην ιδιαίτερη πατρίδα του -για να εορτάσει μαζί με την οικογένεια του τα Χριστούγεννα- έπιασε μεγάλη τρικυμία. Με την παραίνεση και τις προσευχές όμως του Αγίου, το πλοίο κατάφερε να φτάσει στον προορισμό του και έτσι γλύτωσαν την ζωή τους οι συνεπιβάτες του και φυσικά ο ίδιος.
Μετά την Κωνσταντινούπολη ήρθε η σειρά της Χίου να φιλοξενήσει τον «Άγιο του 20ου αιώνα». Στην αρχή εργάστηκε ως δημοδιδάσκαλος στο χωριό Λιθί, ενώ παράλληλα κήρυττε σε Ιερούς ναούς της περιοχής.
Μετά την πάροδο επτά ετών, εισήλθε ως δόκιμος μοναχός στην «Νέα Μονή», της Χίου, σε ηλικία 27 ετών. Τρία χρόνια αργότερα έγινε μοναχός (στις 7 Νοεμβρίου 1876) και έλαβε το όνομα Λάζαρος, ενώ άρχισε να εργάζεται ως γραμματέας του μοναστηριού. Λίγους μήνες αργότερα (στις 15 Ιανουαρίου 1877) χειροτονήθηκε ιεροδιάκονος από τον τότε Μητροπολίτη Χίου, Γρηγόριο. Κατά την χειροτονία του, ήταν που έλαβε το όνομα Νεκτάριος. 
Το ίδιο έτος (1877) έφυγε από την Νέα Μονή με άδεια και πήγε στην Αθήνα για να συνεχίσει τις σπουδές του. Αξίζει σε αυτό το σημείο να αναφέρουμε ότι τα έξοδα των σπουδών του αυτών, κάλυψαν οι αδερφοί Χωρέμη -ο Ιωάννης και ο Δημοσθένης Χωρέμης. Στο νησί της Χίου επέστρεψε μετά από τρία έτη, έχοντας στις αποσκευές του το πτυχίο του Γυμνασίου.
Στα τέλη Σεπτέμβρη του 1882 μετέβη στην Αλεξάνδρεια όπου παρουσιάστηκε στον Πατριάρχη Σωφρόνιο και του εξέθεσε την επιθυμία του να συνεχίσει τις σπουδές του, δίνοντας του και μια συστατική επιστολή από τον Ηγούμενο της Νέας Μονής, Νικηφόρο. Ο Σωφρόνιος όντως τον βοήθησε (αναλαμβάνοντας το Πατριαρχείο τα ένα μέρος από τα έξοδα των σπουδών, τα υπόλοιπα τα κάλυψαν οι αδερφοί Χωρέμη) θέτοντας του όμως ως όρο μετά το πέρας των σπουδών του, να επιστρέψει στην Αλεξάνδρεια και να εργαστεί για το Πατριαρχείο.
Έτσι ο Άγιος Νεκτάριος, πήρε για άλλη μια φορά τον δρόμο για την Αθήνα όπου γράφτηκε στην Θεολογική Σχολή Αθηνών, από την οποία αποφοίτησε τρία χρόνια αργότερα. Στην Θεολογική Σχολή διδάχθηκε: Δογματική, Ηθική, Παλαιά Διαθήκη, Εβραϊκά, Καινή Διαθήκη, Ποιμαντική, Πατρολογία, Χριστιανική Αρχαιολογία, Κατηχητική, Συμβολική και Ιστορία Δογμάτων. Την περίοδο των σπουδών του υπηρέτησε ως διάκονος στους ναούς: της Αγίας Ειρήνης (Αιόλου), της Παντάνασσας (Μοναστηράκι) και στου Αγίου Νικολάου (Πευκάκια).
Ήταν τέλη του 1885 ή αρχές του 1886 όταν επέστρεψε στην Αλεξάνδρεια έχοντας τελειώσει τις σπουδές του στην Θεολογική Σχολή Αθηνών. Φτάνοντας εκεί ανέλαβε αμέσως καθήκοντα ιεροκήρυκα. Στις 23 Μαρτίου του 1886 χειροτονήθηκε Πρεσβύτερος στον Ναό του Αγίου Σάββα από τον Πατριάρχη Αλεξανδρείας, ενώ τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου ανήλθε στο αξίωμα του Αρχιμανδρίτη. Εργάστηκε ως γραμματέας του Πατριαρχείου και κατόπιν ως Πατριαρχικός Επίτροπος στο Κάιρο.
Τον Ιανουάριο του 1889 ο Πατριάρχης Σωφρόνιος, αναγνωρίζοντας την αξία του Αγίου και βλέποντας την αγάπη με την οποία τον περιέβαλαν οι πιστοί, τον χειροτόνησε Μητροπολίτη Πενταπόλεως. Ο Άγιος ασκούσε τα καθήκοντα του με ζήλο και υποδειγματικό τρόπο. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, το ποίμνιο του να τον αγαπά όλο και περισσότερο, ενώ -στον αντίποδα- κάποιοι στο Πατριαρχικό περιβάλλον άρχισαν να τον συκοφαντούν -ζήλευαν την αγάπη που του είχαν οι χριστιανοί αλλά και το μεγαλείο του χαρακτήρα του.
Οι συκοφάντες έριξαν τους σπόρους τους, κι εκείνοι βρήκαν γόνιμο έδαφος στον υπερήλικο Πατριάρχη και φύτρωσαν. Αποτέλεσμα; Να αφαιρεθούν από τον Άγιο Νεκτάριο τα αξιώματα του, και να του επιτραπεί μόνο να διαμένει στο δωμάτιο του, χωρίς να μπορεί να κινείται στην περιοχή του Καΐρου και στις γύρω κωμοπόλεις. Οι συκοφάντες όμως δεν έμειναν ικανοποιημένοι. Συνέχισαν το βδελυρό τους έργο και έτσι, στις 11 Ιουλίου του 1890 εξεδόθη από το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας «απολυτήριο», με το οποίο υποχρέωναν τον Άγιο να εγκαταλείψει την Αίγυπτο, παρόλο που εκείνος είχε συμμορφωθεί απόλυτα και χωρίς διαμαρτυρίες στις εντολές του Σωφρόνιου. Αξίζει να σημειωθεί ότι το «απολυτήριο» δεν ήταν σύμφωνο με τους κανόνες της Εκκλησίας -δεν είχε γίνει εκκλησιαστική δίκη- αλλά και δεν του καταβλήθηκαν οι μισθοί που του χρωστούσε το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας από την μέρα που χειροτονήθηκε Μητροπολίτης Πενταπόλεως έως και την ημέρα που τον ανάγκασαν να αποχωρήσει από την Αίγυπτο.
Έτσι ο Άγιος Νεκτάριος πήρε για τρίτη φορά τον δρόμο για την Αθήνα. Οι συκοφάντες είχαν πετύχει το στόχο τους.
Από την στιγμή που έφτασε στην ελληνική πρωτεύουσα, άρχισε να αναζητά κάποια θέση που θα του επέτρεπε να προσφέρει ξανά τις υπηρεσίες του στους ανθρώπους. Μετά από ένα χρόνο -δύσκολο λόγω της άσχημης οικονομικής του κατάστασης- διορίστηκε από την Εκκλησία της Ελλάδος ιεροκήρυκας Ευβοίας, στις 15 Φεβρουαρίου του 1891. Κοντά στους εκεί χριστιανούς έμεινε δυόμιση χρόνια, έως τον Αύγουστο του 1893, όπου μετατέθηκε στο νομό Φθιώτιδος και Φωκίδος. Στην νέα του θέση παρέμεινε μόλις μισό χρόνο.
Το ήθος του, ο εξαίσιος χαρακτήρας του, η ευσέβεια του, αλλά και οι πράξεις του, έκαναν το ποίμνιο του να τον αγαπά σαν πατέρα και την φήμη του να εξαπλώνεται συνεχώς. Όταν αυτή η φήμη έφτασε στα αρμόδια "αυτιά", στην Αθήνα, αποφασίστηκε ο Άγιος Νεκτάριος να διοριστεί διευθυντής της Ριζαρείου σχολής, πράγμα που έγινε τον Μάρτιο του 1894.
Στην διεύθυνση της Ριζαρείου παρέμεινε για 14 ολόκληρα χρόνια. Στο διάστημα αυτών των ετών έδωσε νέα πνοή στο ίδρυμα και βοήθησε στην εκπαίδευση και την ανάδειξη πλήθους κληρικών και επιστημόνων. Παράλληλα συνέχισε -με μεγαλύτερη μάλιστα ένταση- το συγγραφικό του έργο. Μια ασχολία που τον συνόδευε από τα νεανικά του χρόνια και που χάρισε σε εμάς πνευματικούς θησαυρούς γεννημένους στο μυαλό και την ψυχή του Αγίου Νεκταρίου.
Τις περισσότερες ώρες της ημέρας εργαζόταν για τις ανάγκες της σχολής και τον ελάχιστο ελεύθερο χρόνο του τον μοίραζε στην προσευχή, στην μελέτη, στην συγγραφή και στην αγαπημένη του ασχολία: την φροντίδα λουλουδιών και δέντρων.
Κατά την διάρκεια των θερινών διακοπών της σχολής, το καλοκαίρι του 1898, ο Άγιος Νεκτάριος επισκέφθηκε το Άγιο Όρος, όπου και περιόδευσε στις εκεί μονές για σχεδόν δύο μήνες. Στο διάστημα αυτό μελέτησε εκτενώς τα χειρόγραφα στις βιβλιοθήκες των μονών, προς αναζήτηση υλικού για τις επιστημονικές εργασίες του.
Παράλληλα με τα καθήκοντα του διευθυντού της Ριζαρείου, αναλαμβάνει και φιλανθρωπική δράση συνδράμοντας όσους είχαν ανάγκη σε πνευματικό και υλικό επίπεδο. Η έντονη σωματική και πνευματική δράση εκείνων των ετών, έδρασε αρνητικά την υγεία του Αγίου, ο οποίος αρρώσταινε όλο και πιο συχνά. Τότε ήταν που στο μυαλό του γεννήθηκε η ιδέα της επιστροφής στον μοναστικό βίο και ζήτησε από την Νέα Μονή Χίου το απολυτήριο του, ώστε να μπορέσει να μονάσει όπου ήθελε. Το εν λόγω απολυτήριο εστάλη από την Νέα Μονή στον Άγιο Νεκτάριο στις 24 Νοεμβρίου του 1900.
Όταν κάποια στιγμή ο Άγιος γνωρίστηκε με την Χρυσάνθη Στρογγυλού (μετέπειτα Ηγουμένη Ξένη), μια τυφλή και ευσεβή γυναίκα, μπήκε το πρώτο λιθαράκι για την δημιουργία της μονής στην Αίγινα. Η Χρυσάνθη μαζί με μερικές ακόμα γυναίκες επιθυμούσαν να μονάσουν και αναζητούσαν ένα πνευματικό οδηγό, τον οποίο βρήκαν στο πρόσωπο του Αγίου Νεκταρίου. Με παραίνεση του άρχισαν να αναζητούν τόπο για την δημιουργία ενός μοναστηριού, και τελικά κατέληξαν σε μια ερειπωμένη μονή -αφιερωμένη στη Ζωοδόχο Πηγή και διαλυμένη από το 1834 με διάταγμα των Βαυαρών- στην Αίγινα. Όταν επισκέφθηκε και ο Άγιος τον τόπο εκείνο, αποφασίστηκε να επισκευαστούν τα παλαιά κτήρια της μονής και να ξανατεθεί το μοναστήρι σε λειτουργία. Οι εργασίες για τον σκοπό αυτό ξεκίνησαν το 1904, η δε μονή θα ήταν αφιερωμένη στην Αγία Τριάδα. Ο Άγιος από την Αθήνα -ήταν ακόμα διευθυντής στην Ριζάρειο- καθοδηγούσε τις μοναχές και όποτε έβρισκε χρόνο επισκεπτόταν την μονή στην οποία έμελλε να περάσει τα τελευταία χρόνια της ζωής του.
Μετά από τέσσερα χρόνια, έχοντας πλέον αποφασίσει να αποσυρθεί στο μοναστήρι της Αίγινας και να ασχοληθεί με την οργάνωση του και την πνευματική καθοδήγηση των καλογριών που το στελέχωναν, υπέβαλε την παραίτηση του στο διοικητικό συμβούλιο της Ριζαρείου στις 7 Φεβρουαρίου του 1908. Η παραίτηση έγινε δεκτή από το συμβούλιο, το οποίο τον συνταξιοδότησε -ως ελάχιστη αναγνώριση του έργου του- με το σημαντικό για την εποχή ποσό, των 250 δραχμών το μήνα.
Στη μονή εγκαταστάθηκε μετά το Πάσχα του ιδίου έτους, μιας και παρέμεινε στην θέση του διευθυντή της Ριζαρείου μέχρι να βρεθεί αντικαταστάτης.
Με δικά του έξοδα έκτισε μια μικτή οικία, πλησίον αλλά εκτός της μονής, στην οποία θα κατοικούσε. Αξιοσημείωτο είναι ότι έλαβε ενεργά μέρος στο κτίσιμο, κουβαλώντας χώμα ή λάσπη και σκάβοντας, βοηθώντας τους τεχνίτες. Ποτέ, σε όλη του τη ζωή, δεν θεώρησε κάποια εργασία ανάξια του. Πάντα έκανε ότι περνούσε από το χέρι του, με ιδιαίτερη χαρά, ζήλο και ταπεινοφροσύνη!
Μια υπόθεση στην οποία αφιέρωσε κόπο και χρόνο ήταν αυτή της επίσημης αναγνώρισης της Μονής από την Εκκλησία της Ελλάδος. Αναγνώριση που τελικά επιτεύχθηκε τέσσερα χρόνια μετά την κοίμηση του, και ανακοινώθηκε στις μοναχές με επιστολή του Αρχιεπισκόπου Χρυσόστομου, στις 15 Μαΐου του 1924.
Τα τελευταία χρόνια της ζωής του, ο Άγιος Νεκτάριος έπασχε από χρόνια προστατίτιδα, η οποία του δημιουργούσε αφόρητους πόνους. Τελικά συμφώνησε στις συστάσεις των γιατρών και ήρθε στην Αθήνα στο Αρεταίειο νοσοκομείο. Εκεί νοσηλεύτηκε -στον 2ο θάλαμο του 2ου ορόφου (ήταν θάλαμος Γ θέσης: απορίας)- για δύο σχεδόν μήνες. Στο πλευρό του, καθ' όλη την διάρκεια της νοσηλείας του, ήταν συνεχώς -και εναλλάσσονταν σε βάρδιες- οι μοναχές Ευφημία και Αγαπία. Τελικά γύρω στα μεσάνυχτα της 8ης προς 9ης Νοεμβρίου του 1920 ανεχώρησε για τους Ουρανούς, σε ηλικία 74 ετών.
Το σκήνωμα του Αγίου μεταφέρθηκε στην Αίγινα και από το λιμάνι μέχρι την Μονή το μετέφεραν στα χέρια τους οι πιστοί. Όλο το νησί θρηνούσε μα περισσότερο απ' όλους οι μοναχές που έχασαν τον Πατέρα και Οδηγό τους. Το ιερό του σκήνωμα ήδη είχε αρχίσει να αναδίδει ευωδία. Η ταφή του, έγινε στο προαύλιο της Μονής δίπλα στο αγαπημένο του πεύκο.
Όταν μετά από έξη μήνες άνοιξαν το μνήμα για να τοποθετηθεί μια επιτύμβια πλάκα -δωρεά της Ριζαρείου- το σκήνωμα του εξακολουθούσε να ευωδιάζει χωρίς να παρουσιάζει το παραμικρό σημάδι αλλοίωσης. Ενάμιση χρόνο αργότερα το μνήμα ξανανοίχτηκε και το ιερό σκήνωμα του εξακολουθούσε να παραμένει άφθαρτο και ευωδιάζον. Το ίδιο συνέβη και τρία χρόνια μετά την κοίμηση του. Συνολικά το σκήνωμα του παρέμεινε σε αυτή την κατάσταση για είκοσι ολόκληρα χρόνια!
Τριάντα δύο χρόνια, δε, μετά την κοίμηση του έγινε η ανακομιδή των λειψάνων του, στις 2 Σεπτεμβρίου του 1953, από τον Μητροπολίτη Προκόπιο.
Η επίσημη αναγνώριση του, ως Αγίου της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας, έγινε το 1961 με Πατριαρχική Συνοδική Πράξη από το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Τότε καθορίστηκε και η 9η Νοεμβρίου ως ημέρα εορτής του Αγίου Νεκταρίου.


http://www.agios-nektarios.gr/01_bios.html


Tuesday, November 8, 2016

Σὺναξις τῶν Παμεγὶστων Ταξιαρχῶν Μιχαὴλ καὶ Γαβριὴλ

Αποτέλεσμα εικόνας για ταξιαρχες μιχαηλ γαβριηλ


Eις τον Aρχάγγελον Mιχαήλ.
Ἐβουλόμην σοι, Μιχαήλ, ᾄσμα πρέπον
ᾎσαι πρεπόντως, ἀλλ’ ἄϋλον, οὐκ ἔχω.Eις τον Aρχάγγελον Γαβριήλ.
Oρών Γαβριήλ Άγγελον χαράς μέγαν,
Σε μάλα χαίρω και πτερούμαι σω πόθω.

Ὀγδόη οὐρανίης κυδαίνει τάξιος Ἀρχούς.
Εἰς τὴν Σύναξιν τῶν ἐννέα Ταγμάτων,
Σεραφίμ, Χερουβίμ, Θρόνων, Κυριοτήτων, Ἐξουσιῶν, Ἀρχῶν, Δυνάμεων, Ἀρχαγγέλων καὶ Ἀγγέλων.

Ἐπάξιόν τι Ταγμάτων τῶν ἐννέα
Τὶς ἂν γόνος φθέγξαιτο μηνῶν ἐννέα;

Κατά την Άγια Γραφή οι άγγελοι στέλνονται από το Θεό με μορφή ορατή
(οι άγγελοι είναι αόρατα αγαθά πνεύματα κοντά στο, Θεό) σε σπουδαίες ιστορικές περιστάσεις, που πρόκειται να εκδηλωθεί ή να εκτελεσθεί κάποια μεγάλη θεία θέληση.
Τη σχέση, τώρα, που έχουν οι άγγελοι με το Θεό και τους ανθρώπους, καθώς και την αποστολή τους, βλέπουμε επίσης μέσα στην Αγία Γραφή.
Και ιδιαίτερα, στους Ψαλμούς 33, στίχ. 8 και 90, στίχ. 10-12, στη δε Καινή Διαθήκη, Ματθ. ιη’ στίχ. 10, καθώς επίσης και στην προς Εβραίους επιστολή, κεφ. α’ στίχ. 14, όπου ο συγγραφέας αναφωνεί:
«οὐχὶ πάντες εἰσὶ λειτουργικὰ πνεύματα εἰς διακονίαν ἀποστελλόμενα διὰ τοὺς μέλλοντας κληρονομεῖν σωτηρίαν;».
Δηλαδή, δεν είναι όλοι οι άγγελοι πνεύματα υπηρετικά, τα όποια ενεργούν όχι από δική τους πρωτοβουλία, αλλά αποστέλλονται από το Θεό για να υπηρετήσουν εκείνους που μέλλουν να κληρονομήσουν την αιώνια ζωή;
Επικεφαλής των αγγελικών δυνάμεων είναι οι αρχάγγελοι Μιχαήλ και Γαβριήλ. Τον Μιχαήλ συναντάμε στην Παλαιά Διαθήκη. π.χ. όταν ο Αβραάμ μέλλει να θυσιάσει τον Ισαάκ, στον Ιησού του Ναυή, στον Ηλία, στον Λώτ, για να τον σώσει όταν ο Θεός αποφάσισε να καταστρέψει τα Γόμορα, στον Πατριάρχη Ιακώβ, στον μάντη Βαρλαάμ και άλλου.
Επίσης ο Μιχαήλ, ήταν αυτός που οδήγησε το λαό του Ισραήλ στη φυγή από την Αίγυπτο.
Τον Γαβριήλ συναντάμε στην Καινή Διαθήκη, όπως στον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου και άλλου. Στην μνήμη, λοιπόν, των αποστολών και του έργου πού επιτελούν οι άγγελοι, η Εκκλησία μας όρισε τη γιορτή της 8ης Νοεμβρίου.
Ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο για τον κόσμο των Αγγέλων, μπορείτε να διαβάσετε εδώ.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’.


Τῶν οὐρανίωv στρατιῶν Ἀρχιστράτηγοι,
δυσωποῦμεv ὑμᾶς ἡμεῖς οἱ ἀνάξιοι,
ἵvα ταῖς ὑμῶv δεήσεσι, τειχίσητε ἡμᾶς,
σκέπῃ τῶν πτερύγωv, τῆς ἀΰλου ὑμῶν δόξης,
φρουροῦvτες ἡμᾶς προσπίπτοντας, ἐκτεvῶς καὶ βοῶντας· 
Ἐκ τῶν κινδύνων λυτρώσασθε ἡμᾶς, ὡς Ταξιάρχαι τῶν ἄνω Δυνάμεων.

https://aerapatera.wordpress.com/2016/11/08/σὺναξις-τῶν-παμεγὶστων-ταξιαρχῶν-μ-2/

Tuesday, November 1, 2016

Τραγούδι των αγιών Αναργύρων Κοσμά και Δαμιανού


Ο Δαμιανός και ο Κοσμάς ήταν απ' την Ασία
Ανάργυροι πως ήτανε δεν είναι εικασία
Ούτε το πως σπουδάσανε όλες τις επιστήμες
και πιότερο την γιατρική είναι τυχαίες φήμες
Από πατέρα ορφάνεψαν κι ήταν παιδιά ακόμα
Η μάνα  τους τ' ανάθρεψε έχοντας πάντα στο στόμα
λόγο καλό και στοργικό, το λόγο του Κυρίου
Κι όταν γιατροί κατέληξαν, του ανήμερου θηρίου
αρνήθηκαν τ' απόκτημα και γιάτρευαν ανθρώπους
χωρίς να παίρνουν χρήματα. Είχαν ωραίους τρόπους
ευγενικούς κι αρχοντικούς κι είχαν περίσσια χάρη,
τόση που επιτέλεσαν θαύματα ως να πάρει
την άγια την ψυχούλα τους ο Κύρης και Θεός τους
αφού πρώτα αμέτρητους έφεραν στον Χριστό τους
Κοιμήθηκαν ειρηνικά, στο Φερεμάν τους θάψαν
Το ιαματικό τους φως που εν ζωή ανάψαν
δεν έσβησε μήτε ποτέ πρόβλέπεται να σβήσει
Κανέναν αβοήθητο δε δύναται ν' αφήσει.