Labels

Thursday, May 30, 2013

Ενα τραγούδι για τον "Καλλίστρατο και το χωράφι της καρδιάς" κι ένα για "Το κόκκκινο κορδόνι" - 11ο Δημ. Σχολείο Κατερίνης



"Ο Καλλίστρατος και το χωράφι της καρδιάς"





"Το κόκκινο κορδόνι"



Πέμπτη 29 Μαϊου, ήμουν καλεσμένη για δεύτερη φορά φέτος στο 11ο Δημοτικό σχολείο Κατερίνης. Τον Φλεβάρη είχαμε πάει με τον Κυριάκο και παρουάσαμε μαζί "Το παραμύθι της μουσικής", ενταγμένο στο πρόγραμμα Φιλαναγνωσίας, με υπεύθυνες δασκάλες: τη Μαριάννα Σαρρή και τη Μελπομένη Πούλιου, ενώ χθες παρουσίασα "Το κόκκινο κορδόνι" στο μισό σχολείο, και στο άλλο μισό, το παραμύθι "Ο Καλλίστρατος και το χωράφι της καρδιάς". 

Είναι από τα σχολεία που θαυμάζω και χαίρομαι από όλες τις πλευρές. Πολύ συμπαθητικό κτίριο, μεγάλη αυλή, μέσα σ' ένα ανοιχτό πλάτωμα, σαν λιβάδι, λίγο έξω από την πόλη, με τον Όλυμπο να στέκεται επιβλητικός και προστατευτικός στο βάθος. Το σημαντικότερο όμως είναι πως εκεί δουλεύουν εκπαιδευτικοί με ταλέντο και μεγάλη αγάπη στα παιδιά και στα βιβλία. Με τις δασκάλες τους και τη μουσικό τους, Νατάσα Μακρή -παλιά μαθήτρια του Κυριάκου από το Μυσικό γυμνάσιο-, έφτιαξαν αυτά τα δύο υπέροχα τραγούδια, που μου παρουσίασαν πριν ξεκινήσω να αφηγούμαι τα παραμύθια, που ήδη είχαν μελετήσει και γνώριζαν πολύ καλά. 

Για τον μεγάλο αριθμό των παιδιών που συμμετείχαν ήταν εντυπωσιακή η προσοχή και η συγκέντρωσή τους, όπως επίσης και οι ουσιαστικές ερωτήσεις που έκαναν στο τέλος. Ήταν ανάμεσά τους και παιδιά που είχαν δυσκολίες και τα φρόντιζαν με περισσή αγάπη οι δασκάλες τους. Ένα απ' αυτά στο τέλος ήθελε να έρθει στο μικρόφωνο να πει κάτι. Το πήρα κοντά μου και με μεγάλη προσπάθεια είπε, πως το βασιλόπουλο στο "Κόκκινο κορδόνι" ήταν πολύ γενναίο. Ξαφνιάστηκα και θαύμασα τη σκέψη του, γιατί σ' αυτό το παραμύθι εύκολα εντοπίζεται η γενναιότητα στην Ηρώ και όχι στον μικρό βασιλιά, που ωστόσο, στο τέλος αποδεικνύεται αφάνταστα γενναίος, όταν μετά τη μεταστροφή του, αποφασίζει να εγκαταλείψει το παλάτι και τα μεγαλεία του για να γυρίσει τον κόσμο μόνο με τα χρώματά του, να ζωγραφίσει τα όμορφα πράγματα και να τους χαρίσει δεύτερη ζωή. 

"Πώς μπορείτε και γράφετε τόσο ωραία παραμύθια;" με ρώτησε μια μικρή δεσποινίδα. Δεν μου είχαν ξανακάνει ποτέ  τέτοια ερώτηση. Και τι να πω; "Ο Θεός ξέρει", απάντησα γελώντας. Και γιατί γράφω παραμύθια και τι μου αρέσει περισσότερο σ' αυτήν τη διαδικασία. Και τους μίλησα για την παρηγοριά που έχει το καλό τέλος, που πάντα επιζητώ, και για τη διόρθωση, που είναι μια άσκηση υπομονής. 

Έρχονταν ένα ένα στο τέλος τα παιδιά για να υπογράψω τα βιβλία που είχαν αγοράσει από την έκθεση βιβλίου που συνόδευε την εκδήλωση, κι ήταν όλα τόσο φωτεινά, τόσο φροντισμένα και χαριτωμένα, γιατί είχαν προετοιμαστεί καλά για τη γιορτή, και την περίμεναν με λαχτάρα. Τα καταχάρηκα. Κι αυτά και τις δασκάλες τους που μερίμνησαν με πολύ μεράκι για να γίνουν όλα άψογα. Η θερμή φιλοξενία έκλεισε με μια επίσκεψη σ' ένα έξοχο παλιό  βιβλιοπωλείο της πόλης, το "Νέστωρ", όπου η υπεύθυνή του Ελένη Νέστωρα, μας συνόδεψε κατόπιν στο γεύμα που προσφέρθηκε γενναιόδωρα σε μια ωαρία μπυραρία, όπου ακολούθησε ζεστή κουβέντα και μοίρασμα ψυχών. Τους ευχαριστώ θερμά και εύχομαι να συνεχίζουν το αξιοθαύμαστο έργο τους!















Tuesday, May 28, 2013

"Η ατμόσφαιρα" - Εργα του Τσέχωφ στο Σοβιετικό σινεμά




Τι είναι η "ατμόσφαιρα" σ' ένα χώρο, μια σχέση, μια χειρονομία, μια κουβέντα, ένα κείμενο, ένα έργο τέχνης; Αυτή η ατμόσφαιρα που υποβάλλει σεβασμό, καλλιεργεί αισθητήρια και αισθήσεις, μας ευαισθητοποιεί χορδίζοντας τις εσωτερικές ασυντόνιστες χορδές μας, πώς ορίζεται;  Δύσκολο να αποσαφηνίσουμε, μιας και η ατμόσφαιρα ανήκει στο χώρο του αοράτου, παρόλο που συντίθεται από λογής-λογής τμήματα του ορατού. Η ατμόσφαιρα προκύπτει από αυτό που κρύβεται πίσω απ' όλα και ωστόσο, κυριαρχεί όλων. Είναι η διάθεση που υπάρχει κάτω από το κάθε τι. 
Ό, τι υπαινίσσεται ο λόγος, ό, τι υπονοεί η εικόνα, ό, τι γεννά την κάθε στιγμή. Είναι ακριβώς αυτό που δεν φαίνεται και δεν ειπώνεται.  Σε μια εποχή σαν τη δική μας, όπου όλα επιτρέπονται αδιακρίτως, όλα ειπώνονται ανενδοίαστα και όλα γίνονται χωρίς τίποτα να συμβαίνει πραγματικά, η ατμόσφαιρα είναι αυτό που λείπει. Το συμπυκνωμένο ψυχικό και πνευματικό υπόστρωμα που φωτίζει με φως ισχνού, μα αναμμένου, κεριού, τον κόσμο μέσα μας και γύρω μας, υποσχόμενο ελπίδα μέσα στο σκοτάδι.

Η Ταινιοθήκη της Θεσσαλονίκης πρόσφερε στο κοινό ένα τετραήμερο αφιέρωμα με έργα του Τσέχωφ στο Σοβιετικό κινηματογράφο. Τα τέσσερα έργα ήταν: "Η νουβέλα σε πρώτο πρόσωπο" (Σοβιετική Ένωση, 1978, Εμίλ Λοτεάνου), "Η κυρία με το σκυλάκι" (Σοβ. Ένωση, 1960, Γιόσιφ Κέιφιτς), "Ο θείος Βάνια" (Σοβ. Ένωση 1971, Αντρέι Μιχάλκωφ Κοντσαλόφσκι) και "Οι τρεις αδερφές" (Σοβ. Ένωση, 1964, Σαμψών Σαμψώνοφ). Μ' αυτήν την αφορμή θυμήθηκα την έννοια και την απαράμιλλη αίσθηση της ατμόσφαιρας στην τέχνη και τη ζωή, για την οποία τώρα γράφω.


Διέσχιζα το παλιό λιμάνι κι έμπαινα στην αίθουσα της Α΄αποθήκης που φιλοξενεί το Μουσείο Κινηματογράφου. Όταν έβγαινα από κάθε προβολή -και για τέσσερις συνεχόμενες μέρες-, δεν ήξερα πού βρίσκομαι. Προσγειωνόμουν ανώμαλα σ' έναν ξένο και αφιλόξενο πλανήτη. Η σύγχρονη ζωή που με περιέβαλλε, έμοιαζε αναίσθητη. Σε πρώτη ανάγνωση όλα έδειχναν μια χαρά, πλήθος άνθρωποι καθισμένοι στην προκυμαία, καφέδες, σακίδια πεταμένα, γέλια τρανταχτά, νταλαβέρια και φλερτ, παρέες που μιλούσαν συνθηματικά ή χαριεντίζονται βρίζοντας. Πλήθος άνθρωποι σαν να τους άδειασε μια σέσουλα από μαγαζί που θα το βάφτιζα: ανθρωποκοπτείο. Ανέκφραστα πρόσωπα, βλέματα λασπωμένα από τη λάσπη της τηλεόρασης και του ίντερνετ, σώματα ευκαιριακά, νευρικά ή αδιάφορα, εύκολα σώματα, εύκολα συναισθήματα, στιγμιαίες απολαύσεις που θα λησμονηθούν γρήγορα στον καιάδα του ρηχού βίου που ισοπεδώνει τα πάντα. Όλα φαίνονταν μια χαρά, αλλά δεν υπήρχε καμία ατμόσφαιρα...


Έμπαινα στην αίθουσα των προβολών σαν να έμπαινα στο πιο δικό μου δωμάτιο. Άρχιζαν οι ταινίες σαν να άρχιζαν θείες λειτουργίες. Όλα τα πρόσωπα εκείνων ηθοποιών του '60, πρόσωπα ιερέων της τέχνης που είχαν όλα τους κάτι κοινό. Βλέμματα καθαρά, στραμμένα άλλοτε εντός τους, άλλοτε στο όνειρο, κι άλλοτε στα επέκεινα. Μάτια γεμάτα έκφραση. Διάφανα μάτια που αβίαστα άφηναν να ειδωθεί από τον θεατή η εσωτερική τους πάλη. Η πάλη ανάμεσα στην επιθυμία και το χρέος, στην τιμή και την ατιμία, στη λογική και την τρέλα. Πρόσωπα ποιητικά, αντάξια του ποιητικού μεγέθους του Τσέχωφ και των έργων του, όπως και των κινηματογραφικών σκηνοθεσιών τους που τα περιτύλιξαν και τα ανάδειξαν με απόλυτο σεβασμό. Η ατμόσφαιρα, πλήθος υπόγεια ρεύματα που έκαναν τον θεατή να ξεχνά να αναπνεύσει. Όχι τον κάθε θεατή. Ακούστηκαν και γέλια γελοία, σχόλια ασχολίαστα, αμήχανες νευρικές κινήσεις. Για να εισχωρήσεις σ' αυτό που ονομάζουμε " Τσεχωφική ατμόσφαιρα", απαιτείται να είσαι "παλιός" άνθρωπος, δηλαδή άνθρωπος  γαλουχημένος με εφόδια πνευματικά που ουδεμία σχέση έχουν με τα σκουπίδια της τηλεόρασης και της ανώδυνης, ανέξοδης, απρόπσωπης διαδικτυακής επικοινωνίας. Ευτυχώς, υπήρχαν αρκετοί που είχαν αυτά τα εφόδια στην αίθουσα, και για τους άλλους κανείς δεν μπορεί να προεξοφλήσει πως κάτι δεν τάραξε την ανούσια επιδερμική τους προσέγγιση. Αυτή είναι εξάλλου και η δύναμη της μεγάλης τέχνης. Να αλλοιώνει τα κακώς, καλώς.


Ο σκηνοθέτης του "Θείου Βάνια", Κοντσαλόφσκι, ήταν συμφοιτητής του Ταρκόφσκι, λίγο μικρότερος στην ηλικία. Στην ταινία βλέπουμε σκηνές που μας θυμίζουν αντίστοιχες του "Καθρέφτη", μόνο που το κορυφαίο έργο του Ταρκόφσκι έπεται τέσσερα χρόνια. Η μεταφορά του θεατρικού έργου στο σινεμά φτάνει να ξεπερνά και την καλύτερη απόδοσή του στο θέατρο. Οι ταινίες ήταν η μια ανώτερη απ' την άλλη. Η εναλλαγή κοντινών και μακρινών πλάνων, εσωτερικών και εξωτερικών σκηνών -στα δάση με τις πελώριες σημύδες-, οι αλλαγές ταχύτητας κίνησης της κάμερας, το εναλλασόμενο ασπρόμαυρο με το έγχρωμο φιλμ, και κυρίως η υποκριτική δεινότητα των ηθοποιών μαζί με τον μεταφυσικό λόγο του Τσέχωφ, μας χάρισαν την ποίηση στην οπτική της μορφή.


Αν για κάτι μπορεί να καυχηθεί η λογοκρισία που ταλαιπώρησε και βασάνισε γενιές και έργα καλλιτεχνών, ήταν ότι αφαίρεσε την ευκολία, τον ωμό ρεαλισμό, την καταγραφή και αποτύπωση της πραγματικότητας, οδηγώντας στη γέννηση των μεγάλων αριστουργημάτων που εξαιτίας της ήταν υποχρεωμένα να γίνουν ποιήματα και να μείνουν ως ποιήματα στην ιστορία της τέχνης. 

Κατά τη γνώμη μου, αυτό είναι που κυρίως ευθύνεται για τη φτηνή και εύκολη τέχνη των καιρών μας, την απουσία μεγάλων καλλιτεχνών και μεγάλων έργων τέχνης. Δεν θα ήμουν ποτέ υπέρμαχος της λογοκρισίας, ούτε και θα ήθελα ποτέ να επιστρέψει. Σήμερα όπου συναντάμε σπουδαία έργα είναι γιατί από μόνοι τους οι καλλιτέχνες θέτουν όρια, εμπόδια, αυτολογοκρίνονται, ή δεν έχουν τα μέσα που να τους "διευκολύνουν", κι έτσι αποζητούν και επιδιώκουν τον υπαινιγμό και όχι την αμεσότητα και τον ωμό ρεαλισμό. Τρανή απόδειξη είναι ο Ιρανικός κινηματογράφος.


Τον Τσέχωφ τον απασχολούσε ιδιαίτερα το τι θα μείνει μετά από μας, σε διακόσια-τριακόσια χρόνια. Τι ίχνος αφήνουμε πίσω μας και αν οι επόμενες γενιές θα είναι πιο ευτυχισμένες. Η διαχείριση της ανιαρής ζωής και των στιγμών που χάνονται, το περιβάλον που καταστρέφεται και κυρίως ο πόνος, ο ανθρώπινος πόνος και το αδιέξοδο του βίου. Το βαθύ θρησκευτικό του αίσθημα εκφράζεται υπαινικτικά και καμιά φορά και ευθέως. Όταν οι τρεις αδερφές επαναλαμβάνουν συχνά τη φράση: στη Μόσχα, στη Μόσχα, δεν είναι η πρωτεύουσα που τους περιμένει να αναπαυθούν, να γλυκαθούν, να γαληνέψουν από τα βάσανα. Η Μόσχα γίνεται η Ουράνια πόλη. "Αν δεν έχεις πίστη", λέει η μία από τις αδερφές στην άλλη, "δεν έχει νόημα η ζωή". "Κι αν δεν έχεις πίστη, πρέπει να βρεις μια πίστη", συνεχίζει. Η προσδοκία της χαράς μετατίθεται στην άλλη ζωή. Η προσδοκία αυτή διακαιολογεί και δικαιώνει όλα τα βάσανα και τους καημούς αυτού του κόσμου που μόνο με υπομονή, ελπίδα και αγάπη μπορούμε να σηκώσουμε.

Φεύγοντας και από την τελευταία ταινία σημείωσα στο βιβλίο των επισκεπτών: Το αφιέρωμα στα έργα του Τσέχωφ, θυμίζει στον άνθρωπο του σήμερα, τον άνθρωπο του πάντα...






Θείος Βάνια: http://animusanimus.blogspot.gr/2008/02/blog-post.html



Monday, May 27, 2013

Καλή βδομάδα!







"Βενετσιάνικος" Σαρλό 
τη στιγμή του διαλείμματος 
μετά την παράστασή του στους δρόμους της Βενετίας.
Απρίλιος 2013, ΒΝ



Friday, May 24, 2013

Τώρα που 'σαι στην ξενιτιά






Τα πρωινά που μένω στο σπίτι συνήθως ακούω τραγούδια του Μάνου. Τον αγαπώ από παιδί, και ό, τι αγαπάς από παιδί, το αγαπάς για πάντα. Όταν μεγάλος πια επιστρέφεις σ' εκείνες τις παλιές αγάπες, στον παιδικό σου εαυτό γυρνάς. Κι εμένα η μουσική του Χατζιδάκι μ' επιστρέφει σ' αυτό που ήμουν, σ' αυτό που είμαι μέσα μου βαθιά. Μου υπενθυμίζει από πού έρχομαι, πού πάω, τι οφείλω. Δονεί τις πιο λεπτές χορδές μου, αυτές της καταχωνιασμένης άρπας που φυλάω στο παιδικό δωμάτιο της καρδιάς μου. Άκουσα σήμερα το τραγούδι του: "Τώρα που πας στην ξενιτιά". Αυτό το τραγούδι με γύρισε πίσω πάνω από είκοσι χρόνια κι άρχισε η άρπα μου να παίζει έναν παλιό σκοπό.

Μικροπαντρεμένο ήμουνα, ερωτευμένο πολύ, μα και φοβισμένο κορίτσι, -γυναίκα δεν θα μ' έλεγες-. Ω, πόσο τρομαγμένο ήμουν, έτρεμα στο παραμικρό φύσημα του ανέμου. Δεν πατούσα στα πόδια μου, τα φτερά μου τσακισμένα από τις δίνες της εφηβείας, την αναλγησία των ενηλίκων, τους ψυχικούς βιασμούς όλων αυτών που αφού πρώτα σκότωσαν κάθε ερωτικό τους αίσθημα προς τη ζωή, ζητούσαν να σκοτώσουν και το δικό μου με κάθε τρόπο. Κι ήταν ο γάμος μας ένα λιμάνι μικρό κι απάνεμο, προστατευμένο απ' το κακό μέσα στη θάλασσα της αγάπης.


Μόλις είχε ιδρυθεί το Δημοτικό ραδιόφωνο Θεσσαλονίκης και είχαμε πιάσει δουλειά μαζί με τον Κυριάκο στο 100,5 που έπαιζε στην πρώτη ζώνη παραδοσιακή μουσική και στη δεύτερη τζαζ. Ήμουν τόσο άμυαλο και ανεύθυνο που όταν έβαζα μουσική που δεν μου άρεσε, έβγαινα απ' το στούντιο και παρακολουθούσα τη βελόνα του δίσκου, πότε θα τελειώσει το κομμάτι, να μπω να το αλλάξω. Κάποτε κολλούσε η βελόνα, αλλά αυτό απ' το τζάμι δε φαινόταν. Συχνά παρατηρούσαμε με κρυφή ζήλεια το στούντιο των ζωντανών ηχογραφήσεων. Αυτό μας ενδιέφερε πιο πολύ. Ήμασταν δημιουργοί, αλλά τότε δεν το ξέραμε.

Μια μέρα, μου υποσχέθηκε ο Κυριάκος πως όταν θα δει άδειο το στούντιο αυτό, θα πάμε να γράψουμε ένα τραγούδι. Του άρεσε η φωνή μου, μου άρεσε ο Χατζιδάκις. Βρέθηκε η κατάλληλη ευκαιρία και μπήκαμε στο μαγικό στούντιο για ηχογράφηση. Φορέσαμε τα ακουστικά κι αφού διάλέξαμε το "Τώρα που πας στην ξενιτιά" ορχηστρικό, ανοίξαμε το μικρόφωνο για να το τραγουδήσω πάνω στη μουσική. Παιδιά ήμασταν, παίζαμε. Δεν μπορούσα να μπω, κι ας έκανε ο Κυριάκος νόημα έξω από το τζάμι κατεβάζοντας το χέρι. Κάποτε τα κατάφερα και το τραγούδι γράφτηκε. Υπάρχει ακόμα εκείνη η τραγική ηχογράφηση. Ήταν πράγματι τραγική, παρόλο που περιλαμβάνει και τα γέλια μας. Όταν όμως μετά άκουσα για πρώτη φορά τη φωνή μου ηχογραφημένη, κατάλαβα τι τρόμος είχε περάσει από πάνω μου. Τι τρόμος είχε εγκατασταθεί μέσα στα φυλλοκάρδια μου κι έπρεπε οπωσδήποτε να τον αφήσω πίσω για να προχωρήσω. Η λαμπερή κάποτε παιδική φωνή μου δεν είχε πια αέρα. Έτρεμε, παλλόταν ανεξέλεγκτα, φοβόταν τον εαυτό της και όλο τον κόσμο. Απελπίστηκα. Είπα πως δε θα ξανατραγουδήσω ποτέ... Δηλώσεις της νιότης απόλυτες για τις οποίες ευτυχώς η ζωή δεν αδιαφορεί.

Τα χρόνια πέρασαν, μεγαλώσαμε δυο παιδιά, αφήσαμε πίσω το ραδιόφωνο και τον κόσμο. Μέσα στην αγάπη και την υπομονή της οικογένειας που φτιάξαμε, τον αγώνα της επιβίωσης και των παράλληλων σπουδών μας, μέσα στην τρέλα των νειάτων και τη στήριξη των φίλων, με τη προστασία του Θεού και των αγγέλων του, άρχισα λίγο λίγο κι εγώ να πατώ στα πόδια μου. Οι πληγές γιατρεύονταν, οι φόβοι έμεναν πίσω και κάποτε άρχισα να κάνω και μαθήματα τραγουδιού και μετά από δυο χρόνια έδωσα και τρεις συναυλίες. Ύστερα, τις άφησα και τις συναυλίες, άφησα και το τραγούδι και ισχυριζόμουν πως γι' αυτό ευθυνόταν ο αιφνίδιος θάνατος της αγαπημένης δασκάλας μου. Η φωνή μου πράγματι είχε βρει την πρώτη της λάμψη, μα υπάρχουν πράγματα που τα κάνεις μόνο για να γιατρευτείς, κι αφού γιατρευτείς, δεν τα συνεχίζεις. Βρίσκεις το δρόμο σου, το μονοπάτι για το οποίο ήρθες πράγματι στη ζωή. Και το περπατάς άφοβα. Άλλοι το βρίσκουν γρήγορα, εγώ άργησα πολύ, μα αυτό δεν έχει καμιά σημασία. Είναι αστείο πως έγραφα είκοσι χρόνια σχεδόν ασταμάτητα, χωρίς να σκεφτώ ποτέ πως αυτός ήταν ο δρόμος μου. Έκανα ένα σωρό πράγματα, ονειρευόμουν ένα σωρό άλλα, εκτός από το ότι μια μέρα θα βγάλω βιβλία. Είναι τα εμπόδια και τα δεινά της ζωής που μας αναγκάζουν σε άλματα. Οι ίδιοι οι φόβοι μας και οι σκιές τους. Αυτά είναι που μας οδηγούν τελικά στο δρόμο μας κάτω από ένα αόρατο χέρι. 

Σήμερα γελώ με όλα αυτά. Γελώ κι ευγνωμονώ βαθιά όλους αυτούς που με τραυμάτισαν τότε, που μου όρθωσαν εμπόδια και με ανάγκασαν έτσι να δυναμώσω, να ψάξω, να αμφισβητήσω, να αναρωτηθώ μέσα από το άδικο και τη θανατηφόρα σιγουριά του. Ευγνωμονώ και όλους όσους με στήριξαν όπως μια μάνα το παιδί της κι ένας σύντροφος την αγαπημένη. Λέω με μια σχετική επιείκεια, πως κι εδώ που έφτασα, λίγο δεν είναι. Δεν μιλώ για κάτι σπουδαίο. Δυο βήματα πέρα απ' την άβυσσαο. Ο χρόνος θα τα κρινει όλα. Κι ίσως να μην αξίζω τόση ευτυχία. Την ευτυχία να θυμάσαι και τα πικρά χαμογελώντας. Την ευτυχία να μπορείς με λέξεις να εκφράζεις τα ανέκφραστα. Να κάνεις ό, τι είναι αναγκαίο χωρίς να νιώθεις κανέναν εξαναγκασμό. Να ονειρεύεσαι αυτό που σε ονειρεύεται και να πηγαίνεις εκεί που ο δρόμος σε πάει παραδομένος στη δική του διάθεση, στην δική του επιλογή, ελεύθερος από προσωπικά αιτήματα. Τέλος τέλος, ελεύθερος κι απ' τον ίδιο το δρόμο σου.

Ξημερώνει. Φυσάει δροσερός αέρας στο κατάμεστο λουλούδια μπαλκόνι μας. Χιλιάδες πράσινα φύλλα, χιλιάδες λουλούδια όσα ήδη άνθισαν τόσα χρόνια κι όσα θ' ανθίσουν. Τώρα είναι το καναρίνι μας που τραγουδά αντί για μένα μια μικρή παραλλαγή του τραγουδιού που γράφαμε τότε σαν χαζά παιδιά στο στούντιο: "τώρα που 'σαι στην ξενιτιά, πουλί να γίνεις του νοτιά, γρήγορα να μ' ανταμώσεις..."








Thursday, May 23, 2013

“Η Διάφανη Πεταλούδα” φτερούγισε στη Θεσ/νίκη



Σάββατο 18 του Μάη ,στις 2 το μεσημέρι, πήγα στην “Παιδική Γωνιά” της 10ης Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης για να παρακολουθήσω την παρουσίαση της Διάφανης Πεταλούδας του Τάσου Μελετόπουλου. Τα παράδοξα ξεκίνησαν από την πρώτη στιγμή. Δεν είναι καθόλου συνθισμένο σε μια παρουσίαση παιδικού βιβλίου να βλέπεις στο πάνελ τέσσερις σοβαρούς  άντρες, ντυμένους απλά, και χωρίς τίποτε άλλο στα χέρια, εκτός από το βιβλίο που παρουσιάζουν. Την ώρα που πολλοί άλλοι συγγραφείς παιδικών βιβλίων μασκαρεύονται, κουβαλούν μουσικούς, κουστούμια και διάφορα παιχνίδια για να γεμίσουν το κενό που πολλές φορές αφήνει ο λόγος των βιβλίων τους, με μοναδικό σκοπό να κερδίσουν εντυπώσεις, αυτοί οι τέσσερις άντρες έμοιαζαν να έρχονται από άλλο πλανήτη. Και πράγματι έρχονταν από άλλο πλανήτη, στον οποίο -για καλή μας τύχη- μας ταξίδεψαν. Τα παράδοξα συνεχίστηκαν. Δεν υποδύθηκαν τίποτα, δεν προσποιήθηκαν κανέναν, δε χρησιμοποίησαν “κόλπα” για να μας κερδίσουν. Στάθηκαν μπροστά μας διάφανοι σαν την πεταλούδα τους και μας αφηγήθηκαν με απλότητα την ιστορία της. Η ανάσα μας ξεκουράστηκε στα φτερά της, πέταξε μαζί της, και παρηγορήθηκε. Γιατί παραμύθι χωρίς παρηγοριά, δεν είναι παραμύθι.

Αφού πρώτα ο ελληνικής καταγωγής γάλλος εκδότης Γιώργος Χατζημηνάογλου, προλόγισε το βιβλίο και παρουσίασε τους δημιουργούς του, αμέσως μετά  άρχισαν να υφαίνονται απαλά τα νήματα του παραμυθιού. Πήρε τη σκυτάλη πρώτος ο Τάσος Μελετόπουλος, συγγραφέας και μουσικός της Διάφανης Πεταλούδας, -το βιβλίο, και στην ελληνική και στην γαλλική έκδοση, συνοδεύεται από cd με δώδεκα μουσικές συνθέσεις του, που συνιστούν το ηχητικό περιβάλον των αντίστοιχων σκηνών του κειμένου- αφηγήθηκε μια μικρή περίληψη του έργου. Και η σκυτάλη άρχισε να πηγαίνει από χέρι σε χέρι, ή σωστότερα, από καρδιά σε καρδιά. Ο Άρης Δαβαράκης, -που υπογράφει τους αγγλικούς στίχους του τραγουδιού που υπάρχει στο cd-, ανέλαβε να διαβάζει έναν έναν τους τίτλους του κάθε κεφαλαίου, και να παραδίδει κάθε φορά τη σκυτάλη -με τη χαρακτηριστική του ευγένεια- μία στον συγγραφέα και μια στον εξαιρετικό ζωγράφο του βιβλίου, τον Χάρη Λάμπερτ. Έτσι, πότε αφηγούνταν ο συγγραφέας με πατρική αμεσότητα την ιστορία, πότε ο ζωγράφος εξηγούσε τον τρόπο που ζωγράφισε σαν μικρό  παιδί το βιβλίο, χρωματίζοντας με δυνατά σχέδια και χρώματα το παραμύθι, πότε ο στιχουργός μετατρεπόταν σε συνδετικό κρίκο των δύο βασικών δημιουργών, και πότε ο εκδότης μας χάριζε ένα απόσπασμά του στα γαλλικά για τα μικρά γαλλάκια που παρευρίσκονταν εκεί. Τι εισπράξαμε;

Καταρχάς ένα παραμύθι εντελώς απροσδόκητο για μια διάφανη πεταλούδα που γίνεται πολύχρωμη μέσα από τα δεινά της. Πόσο ανατρεπτική οπτική και πόσο αληθινή! Κατά δεύτερον, έναν μοναδικό τρόπο παρουσίασης και αφήγησης παραμυθιού που μίλησε στην καρδιά μας. Το πέτυχαν χωρίς να το επιδιώκουν, μας κέρδισαν αβίαστα, γιατί οι δικές τους καρδιές συντονίζονταν με αγάπη, ευγένεια, και μία λεπτότητα αρχοντική και γι’ αυτό και αξιοζήλευτη, δίνοντας ο ένας χώρο στον άλλον. Εισπράξαμε ένα υψηλό επίπεδο σεβασμού σχέσης ανθρώπων μεταξύ τους, δημιουργών και έργου, καλλιτεχνών και θεατών. Εντέλει, θυμηθήκαμε τη γεύση της απλότητας, μοναδικό κριτήριο της ουσίας, αλλά και της αλήθειας. Τέσσερις διάφανοι άνθρωποι εισχώρησαν ανεπαίσθητα στο είναι μας, και όσο προχωρούσε η αφήγησή του παραμυθιού και γίνονταν αυτοί πολύχρωμοι, χρωμάτιζαν κι εμάς.

Προσωπικά, έμαθα και κάτι που δεν το σκέφτηκα ποτέ. Πως για να γίνεις πολύχρωμος, πρέπει πρώτα να υπάρξεις διάφανος. Δηλαδή, να είσαι ο εαυτός σου ανυπεράσπιστος που τον περιχωρείς στον ανοχείρωτο άλλον, κι αυτός τον δικό του εαυτό σ’ εσένα, οι δυο μαζί σε τρίτο, και πάλι απ’ την αρχή, και πίσω και μπρος, και πάλι, έξω από κλισέ, μακριά από επιτηδεύσεις, εντυπωσιασμούς και λογής λογής μασκαρέματα. Αναζητήστε αυτό το παραμύθι από τις εκδόσεις Παρουσία. Αν τυχόν δυσκολευτείτε να το βρείτε, μην απογοητευτείτε. Δεν τις βρίσκεις εύκολα στον κόσμο μας τις διάφανες πεταλούδες. Και διαβάστε το ακούγοντας ταυτόχρονα το μαγευτικό ψηφιακό δίσκο του Τάσου Μελετόπουλο. Ζευγάρι πηγαίνει με το κείμενό του. Ζευγάρι που το καθένα είναι πλασμένο για το άλλο!





GREEN BEAUTIFUL Greek subs





Μαγευτική, αληθινή, πανέξυπνη, τρυφερότατη! 

Απ' την αντίπερα όχθη! 

Συνιστάται σε 

επαναστατικούς, ερωτευμένους, ηθοποιούς, 

ακροβάτες, μουσικούς, γιατρούς, ποδοσφαιριστές, 

ανατρεπτικούς, φρικιά,θεολόγους, οικολόγους,

παραμυθάδες, φαντασμένους, γελαστούς, τρελούς! 

Σε όλους! 

ΤΕΛΕΙΑ! 

Ο τόνος στο πρώτο Έ! 

Αλλά και στο τελευταίο!




Tuesday, May 21, 2013

"Ο αλλόκοτος άνθρωπος" - Μια μικρή ιστορία για μια μεγάλη διαδρομή


Τα χρόνια εκείνα που όλοι τα θυμαούνται πολύ καλά, μιας και κρατούν ακόμα, ζούσε στη γη ένας αλλόκοτος άνθρωπος. Αν είχε κάτι κοινό με τους άλλους, κανένας δεν θα τον έβρισκε αλλόκοτο. Αλλόκοτο, τον είπαν γιατί δεν έμοιαζε με κανέναν και κανείς δεν του έμοιαζε.

Αυτός ο άνθρωπος κάθε μέρα έκανε μόνο ένα πράγμα. Πάντα το ίδιο. Περπατούσε. Σηκωνόταν με το πρώτο φως της μέρας και ξεκινούσε το περπάτημα. Σταματούσε με τη δύση του ήλιου. Κοιμόταν όπου έβρισκε, και μόλις ξημέρωνε έπαιρνε πάλι τους δρόμους. Έμοιαζε να μην έχει προορισμό, να μην ακολουθεί καμιά συγκεκριμένη κατεύθυνση. Σαν να τον οδηγούσαν τα βήματά του κι εκείνος απλά τα ακολουθούσε. Αν κάποιος περαστικός του άφηνε φαγητό εκεί που κοιμόταν, το έβρισκε το πρωί και έτρωγε. Διαφορετικά δεν έτρωγε τίποτα. Δεν απαντούσε στις ερωτήσεις των περίεργων, που κι αυτοί στις μέρες του δεν ήταν και τόσοι. Ούτε το όνομά του έλεγε, ούτε πού ήταν κάποτε το σπίτι του, ούτε από ποιον τόπο ξεκίνησε. Μόνο αν τύχαινε να τον ρωτήσουν πού πηγαίνει, έλεγε: "στον τόπο που θα μπορέσω να σταθώ". Και όποιος άκουγε την απάντηση  γελούσε περνώντας τον για έναν ακόμη τρελό ανάμεσα σε τόσους άλλους.

Περνούσαν οι μέρες, οι μήνες, τα χρόνια. Ο αλλόκοτος άνθρωπος πήγαινε. Με τα ίδια ρούχα που είχαν φθαρεί απ' τις ταλαιπωρίες, τα ίδια παπούτσια που είχαν τρυπήσει απ' τους δρόμους και τους καιρούς, με το ίδιο καπέλο που είχε γίνει ένα με τα λιγδιασμένα του μαλλιά. Τα γένια του έφτασαν μέχρι τα γόνατα, τα μαλλιά του ως τους αστραγάλους. Τα μάτια του σχεδόν κρύφτηκαν στις κόγχες τους, τα μάγουλά του ρουφήχτηκαν, το στόμα του άφαντο. Κανένας πια δεν τον ρωτούσε τίποτα. Όλοι τον απέφευγαν. Μόνο τα σκυλιά τον σπλαχνίζονταν και μοιράζονταν το φαγητό τους μαζί του. Αν τον έβλεπες μαζί τους θα νόμιζες πως πράγματι συνομιλούν. Το βήμα του άρχισε να καθυστερεί, να κουράζεται, αλλά δε σταματούσε. Πήγαινε.

Κάποτε βρέθηκε σ' ένα πυκνό δάσος με δέντρα πανύψηλα. Ένα πουλί με χρώματα παραδεισένια πήγε και στάθηκε στον δεξί του ώμο. "Πού πας", τον ρώτησε. "Στον τόπο που θα μπορέσω να σταθώ", απάντησε ο αλλόκοτος άνθρωπος. "Πλησιάζεις", του είπε το πουλί, "λίγο πιο κάτω είναι". Κοίταξε το πουλί για μια στιγμή ο άνθρωπος, κι ύστερα έκανε στροφή και πήρε το δρόμο που είχε αφήσει πίσω του. "Μα γιατί γυρίζεις πίσω;", τον ρώτησε το πουλί, "αφού σου είπα πως κοντεύεις, φτάνεις, εδώ λίγο πιο κάτω μόνο αν πας..." Ο άνθρωπος δεν απάντησε τίποτα. Συνέχισε να περπατά το δρόμο προς τα πίσω. Και το πουλί τον ακολούθησε σαν να ήταν προορισμός του ο άνθρωπος αυτός. 

Πέρασαν μέρες, μήνες, χρόνια. Κάποτε έφτασε στο πατρικό του σπίτι. Ήταν έρημο. Οι γονείς του από χρόνια πεθαμένοι. Μπήκε στο παιδικό του δωμάτιο. Πάνω στο τραπέζι που σαν παιδί έγραφε τα μαθήματά του, βρήκε μια φωτογραφία. Την κράτησε στα χέρια του, την ξεσκόνισε με τα λερωμένα του δάχτυλα κι αφού τη φίλησε, την πήρε αγκαλιά και ξάπλωσε στο παιδικό του κρεβάτι. Είπε τότε στο πουλί με τα παραδεισένια χρώματα: "Εκείνος ο τόπος που έφτασα ήταν ο τόπος του νου μου. Πλησιάζοντας εκεί ο νους μου άδειασε, και τότε άκουσα την καρδιά μου. Μου ζήτησε να γυρίσω εδώ. Κοίτα αυτή τη φωτογραφία. Είμαι μωρό στην αγκαλιά των γονιών μου. Αυτός είναι ο μόνος τόπος που μπορώ να σταθώ. Θα κοιμηθώ τώρα ήσυχος κι αύριο το πρωί με το πρώτο φως του ήλιου, πήγαινέ με κοντά τους." 
Έτσι κι έγινε. Και ο αλλόκοτος άνθρωπος έφτασε στον τόπο που γύρευε όλη του τη ζωή.






Wednesday, May 15, 2013

Τρία σπίρτα χάι κου




1ο σπίρτο: Της άκαρπης συκής

Ψηλά στα τείχη
οι καρποφόρες συκιές
σε μνημονεύουν

2ο σπίρτο: Του ήλιου

Σάββατο βράδυ
το φεγγάρι έκλαψε
που τ' αρνήθηκες

3ο σπίρτο: Του αέρα

Χτύπησες φυτά
που δεν αντιστάθηκαν
-άμε στο καλό


14.05.13
Η φωτογραφία από γωνιά άστεγου σε στάση λεωφορείου στην Εγνατία στο ύψος της Θεολογικής σχολής.

Monday, May 13, 2013

Σε κλίμακα Μείζονα Θεού




Κάθε φορά που η ψυχή αγαπάει μεγαλώνει σαν ύφασμα που υφαίνεται στον αργαλειό της αγάπης. Κάθε αγαπημένος σαν μια κλωστή, προσθέτει νέο σχέδιο, καινούρια πλέξη. Αν  φύγει στον ουρανό, παίρνει μαζί του κι ένα κομμάτι της ψυχής μας. Μοιάζει να την ξυλώνει, ή να αποκόβεται απ' αυτήν, μα στην πραγματικότητα προεκτείνει το ύφασμα της ψυχής μας μένοντας για πάντα ενωμένος μαζί της. Ίσως τελικά ο θάνατος προεκτείνει την ψυχή μας. Ίσως της χαρίζει μια σπάνια ευλιγισία. Κι ίσως η ίδια η ψυχή να μοιάζει περισσότερο με μια παράδοξη υφασμάτινη ζυγαριά, κάτι σαν γέφυρα, ας πούμε μια γέφυρα μεταξωτή που ενώνει το εδώ με το εκεί. Μ' αρέσει να σκέφτομαι την ψυχή φτιαγμένη από μετάξι. Μένουμε εδώ όσο το κομμάτι που μας κρατά σ' αυτόν τον κόσμο είναι βαρύτερο απ' αυτό που πηγαίνει στον άλλο, κι όταν αυτή η ισορροπία αλλάξει, όταν βαρύνει το άλλο ζύγι, έρχεται η σειρά μας να μεταναστεύσουμε. Από μόνιμοι κάτοικοι της γης γινόμαστε μετανάστες του ουρανού. Ή μάλλον, ακριβώς το αντίθετο, που μοιάζει και λογικότερο. Από μετανάστες της γης γινόμαστε μόνιμοι κάτοικοι του ουρανού. Υφάσματα που θα έχει ήδη εκεί πάνω... χρώματα... υφάνσεις... σχέδια... και όλα ενωμένα με τα δικά μας... 

Προχθές το βράδυ καθόμουν στο μπαλκόνι. Πριν από χρόνια όποια γλάστρα μου έφερναν κατάφερνα να την πεθάνω. Χωρίς να το θέλω πέθαινε, μιας και χωρίς να το επιδιώκω δεν ήταν δυνατόν να ζήσει. Κι αφού δεν είχα στο νου μου να φροντίζω τα φυτά, δεν μπορούσαν κι αυτά τα δύστυχα να επιβιώσουν. Κάθε φορά λυπόμουν, μα σήμερα λυπάμαι ακόμη περισσότερο για τα φυτά που σκότωσα. Τα τελευταία όμως χρόνια, πιθανόν επειδή τα παιδιά μεγάλωσαν και έχω ανάγκη να διοχετεύω κάπου τη φροντίδα μου, ή επειδή για άλλους λόγους άγνωστους, έγινε συνειδητή η αγάπη μου γι' αυτά, άρχισα να τα κατανοώ και ν' αποκτώ πραγματική σχέση μαζί τους. Έτσι έφτιαξα ένα μπαλκόνι με σαράντα - πενήντα γλάστρες, καταπράσινο και συχνά ανθισμένο. Κάθε χρόνο περιμένω πώς και πώς την άνοιξη να καθίσω εκεί τα μεσημέρια και τα βράδια. Να φιλέψω εκείς τους αγαπημένους μου. Προχθές το βράδυ όμως, συνέβει να τα αγαπήσω λίγο περισσότερο, κι ένιωσα ξαφνικά πως γίναμε ένα. Και δεν είναι ψέμα ούτε φαντασίωση πως τα είδα στ' αλήθεια όλα να ζωντανεύουν, να ενώνονται μεταξύ τους και να με πλησιάζουν. Έρχονταν όλα σ' εμένα με τα φύλλα, τα λουλούδια και τ' αρώματά τους και πλημμύρισα ευτυχία μέσα στην πράσινη αγκαλιά τους. Θυμάμαι συχνά την κινέζικη παροιμία: "Θέλεις να είσαι ένα χρόνο ευτυχισμένος; αραβωνιάσου. Θέλεις να είσαι πέντε χρόνια ευτυχισμένος; παντρέψου. Θέλεις να είσαι ευτυχισμένος μια ζωή; φτιάξε κήπο." Εδώ και λίγο καιρό που φιλοξενώ και φροντίζω κι ένα καναρίνι, ο δικός μου κήπος ολοκληρώθηκε.

Από προχθές ξέρω πως μέσα στο ύφασμα της ψυχής μου, που προεκτείνεται από δω μέχρι τους ουρανούς πλεγμένο τις κλωστές των ψυχών που αγάπησα κι αγαπώ, κι είναι άλλες ψηλά κι άλλες χαμηλά, αναδύονται συχνά πυκνά πανσέδες και τριαντάφυλλα, αγγελικές, λεμονιές, μανταρινιές, βασιλικοί, μπένζαμιν, φίκοι, γαρύφαλλα, δάφνες, σκουλαρικιές και πλήθος άλλα, μαζί με κελαηδίσματα. 

Όλα είναι εδώ, κι όλα είναι εκεί, ενώ η γέφυρα της ψυχής μου, αυτή η αλλόκοτη υφασμάτινη ζυγαριά, περιστρέφεται σαν τρελό καρουζέλ και γελούν ευτυχισμένα τα παιδιά που καβαλικεύουν τις άμαξες και τ' άλογά του... κι αν φυσά ο αέρας μανιασμένος, κι αν απειλεί να τσακίσει φυτά και λουλούδια, να κόψει κλωστές και να σχίσει υφάσματα λεπτά κι ευάλωτα, μετάξια διάφανα, κάθομαι στον αργαλειό νυχθημερόν και πλέκω χωρίς να φοβάμαι τίποτα εκτός από τον ύπνο, κι ακούω τριγύρω μου τις ορχήστρες να παίζουν μελωδίες εξαίσιες, κι ακούω και τις άλλες ορχήστρες που ο απόηχός τους φτάνει στ' αφτιά μου από πολύ μακριά, κι οι μουσικές ενώνονται σε μελωδίες ελπίδας και φωτός, γραμμένες για τον αργαλειό της αγάπης, παιγμένες από ανθρώπυς, αγγέλους, λουλούδια και πουλιά, σε κλίμακα Μείζονα Θεού.













Καλή βδομάδα!






Βενετία, Απρίλιος 2013, καρνάγιο γόνδολας

Sunday, May 12, 2013

Χρόνια πολλά μανούλα μου!


Φωτογραφία: Φωτεινή Καλαϊτζίδου




Σκαλίζω τον κήπο της μνήμης μου. Γύρω από κάθε λουλούδι και δέντρο του σκαλίζω, να ψηλαφίσω τις ρίζες. Πώς ανθίζει όλο το παρελθόν μου ποτισμένο, από τότε που υπάρχω ως σήμερα, απ' τα δάκρυα της μητέρας μου, τις φροντίδες της, τις προσευχές της. Ρίζες βαθιές που οδηγούν στη δική της μητέρα και στη μητέρα τής μητέρας της, μέχρι την Παναγία κι ακόμα πιο πίσω, ως την Εύα πηγαίνουν, κι εκεί όλες οι ρίζες ενώνονται σε μία μήτρα που γεννά ακατάπαυστα αιώνες και ανθρώπους αιώνιους.

Γεννήθηκε στον Εμμανουήλ Παπά, ένα μικρό, μα φημισμένο από τον ομώνυμο αγωνιστή του, χωριό των Σερρών. Ήτανε το δέκατο τέταρτο παιδί της Ευαγγελίας και του Αθανασίου. Έζησαν τα πέντε παιδιά και ήταν το μικρότερο όταν οι αντάρτες σκότωσαν τον πατέρα της, που ήταν καπνέμπορος. Το είχε παράπονο που δε θυμόταν το πρόσωπο και τη φωνή του. Με χίλια βάσανα ανάστησε η μάνα της τα πέντε ορφανά της. Άλλα πέντε έμελλε ν' αναστήσει κι η μητέρα μου. Αγαπούσε τα γράμματα, αλλά η ορφάνια ήταν σκληρή και η φτώχεια μεγάλη. Σταμάτησε στην τρίτη δημοτικού, μα ξεσκόλισε και γυμνάσιο και λύκειο αργότερα, κρατώντας τα βιβλία μας για να της λέμε τα μαθήματα. Μας έπαιρνε έναν έναν στο τραπέζι της κουζίνας. Συχνά έκανε πως παρακολουθούσε, αλλά δεν προλάβαινε να διαβάζει. Μας διόρθωνε όμως όταν κάναμε λάθος και κυρίως αισθανόμασταν πως είχαμε ευθύνη απέναντί της. Αγωνίστηκε πολύ να μάθει γραμματική και ορθογραφία. Ήταν πολύ συγκινητική η προσπάθειά της, μα ακόμα συγκινητικότερη η δυσκολία της. Κάποτε αποφάσισε πως θα μείνει αγράμματη και νομίζει μέχρι σήμερα πως έτσι έμεινε. Δεν καταφέρνω να την πείσω πόσο μορφωμένη και καλλιεργημένη είναι, ό, τι και να της πω. 

Κι όμως στην ουσία είναι μια βαθιά ποιητική φυσιογνωμία, εξαιρετικά ταλαντούχα. Το ταλέντο των παλιών γυναικών εκφράζονταν κυρίως μέσα από την υψηλή μαγειρική, το πώς έφτιαχναν το φτωχικό τους, πώς έραβαν τα παιδιά τους. Από τις ισχυρότερες μνήμες που έχω είναι τα ρούχα που μας έραβε. Οι κόκκινες πλισέ καρό φούστες με τα κορδελάκια, τα ζακετάκια που μας έπλεκε και πόσα άλλα. Θυμάμαι τις πίτες και τα πεϊνιρλί, τα λαχταριστά φαγητά της, ακόμα κι αυτό που απεχθανόμασταν και τα πέντε παιδιά της, τα γιουβαρλάκια. Για να μας κάνει να τα φάμε και αφού είχε φτάσει στην πλήρη απόγνωση μαζί μας, έσβηνε το φως της κουζίνας και μας έλεγε: το φως θα ανάψει μόνο όταν τελειώσετε. Δε θυμάμαι αν τα τρώγαμε τελικά και αν άναβε το φως. Μάλλον θα άναβε όμως κάποια στιγμή.

Μέσα σε όλη τη λάτρα του σπιτιού και των παιδιών, είχε να πλένει και να σιδερώνει και τα ράσα του μπαμπά. Να κεντά τις στολές του. Κι ακόμα όταν γυρνούσε κατάκοπος το βράδυ μετά από το νυχτερινό σχολείο που δίδασκε το δεύτερο μισό της μέρας, να του γεμίζει μια λεκάνη χλιαρό νερό και να γονατίζει να του πλένει τα κουρασμένα πόδια. Τη θυμάμαι να μας λούζει το βράδυ του Σαββάτου έναν έναν και να μας ντύνει με τα Κυριακάτικα καλά μας ρουχαλάκια, να μας χτενίζει, να βάζει στα κορίτσια τις ωραίες μπουζάτες κορδέλες, να μας κουμπώνει τα παπούτσια για να πάμε στην εκκλησία. Έλεγε αργότερα πως όταν βγαίναμε όλοι βόλτα όλα τα παιδιά φωνάζαμε συνέχεια τον μπαμπά και όχι εκείνην κι ο κόσμος νόμιζε πως εκείνος μας φρόντιζε. Πού να ξέρει ο κόσμος πως ο μπαμπάς μάς έλειπε όλες τις άλλες ώρες; Τίποτα δεν ξέρει ο κόσμος και τίποτα δε θα μάθει ποτέ.

Δεν έχουν τελειωμό οι μνήμες. Τελειωμό δεν έχει η ύπαρξη της μάνας, και της δικής μου μανούλας της χρυσής. Ας σταματήσω εδώ, ευχόμενη να είναι γερή και χαρούμενη. Να αξιωθεί την ευγνωμοσύνη όλων των παιδιών, αλλά και των εγγονών της, και κυρίως την ευσπλαχνία του Κυρίου που αγάπησε πολύ και της Παναγίας. 








Saturday, May 11, 2013

Friday, May 10, 2013

Οι Άψογοι και ο Ανυπότακτος ποιητής




Οι κάτοικοι της χώρας ήταν όλοι νέοι, υγιείς και ωραίοι. Η ζωή τους ανεμπόδιστα κάλπαζε. Είχαν την ικανότητα να εξουσιάζουν το τυχαίο, να υποτάσσουν το απροσδόκητο και να ελέγχουν τις ανατροπές. Οι Άψοιγοι, έβαζαν στόχους που τα βέλη τους σημάδευαν με απόλυτη ευστυχία. Ήταν τόσο γυμνασμένοι, ρωμαλαίοι και επιτυχημένοι που οι άλλοι λαοί έτρεφαν γι’ αυτούς μεγάλο θαυμασμό που δεν άργησε να μεταβληθεί σε τρόμο. Ο λόγος ήταν απλός, σύντομος και σαφής όσο μία λέξη. Πόλεμος.

Γιατί οι Άψοιγοι μισούσαν όλους όσους δεν τους έμοιαζαν. Άρα μισούσαν όλους τους λαούς που είχαν αξεδιάλυτους τους νέους με τους γέρους, τους υγιείς με τους αρρώστους, τους πλούσιους με τους φτωχούς, και το χειρότερο, ελεύθερους και ανυπόταχτους ποιητές. Την πλέον επικίνδυνη συνομοταξία ανθρώπων.

Μόλις, λοιπόν, οι Άψοιγοι οργάνωσαν το κράτος τους, άρχισαν τις εκστρατείες εναντίον κάθε χώρας. Έπρεπε να καθαρίσει ο πλανήτης από κάθε ανάξιο πλάσμα. Κατά την κρίση τουςς, περισσότερο ανάξιοι κι απ’ τους ανήμπορους  ήταν όλοι όσοι ενώ είχαν όλες τις προϋποθέσεις να προσφέρουν τις δυνάμεις τους για να υπηρετήσουν την Επιτυχία, έμεναν άπραγοι, ή σιωπούσαν, ή έχαναν την ώρα τους πάνω από λευκά ή γραμμένα χαρτιά, όσοι χάζευαν τα λουλούδια, ή προσεύχονταν κάτω από μια σταγόνα βροχής. Αν για όλους τους υπόλοιπους οι Άψογοι είχαν σχέδιο εξόντωσης, για τους ποιητές είχαν σχεδιάσει πολύ προσεκτικά το “Πρόγραμμα Υψίστης Εκποίησης”. Τους έπαιρναν ομήρους και τους εκπαίδευαν σε ειδικά στρατόπεδα. Τίποτε δεν ήταν πιο επικύνδυνο για τους Άψογους από τις λέξεις των ποιητών και ο έλεγχός τους ήταν γι’ αυτούς το πιο σοβαρό τους μέλημα. Όταν το σχέδιό τους πετύχαινε, πανηγύριζαν τη νίκη τους με συγκεντρώσεις σε μεγάλες πλατείες όπου διοργάνωναν  φαντασμαγορικές γιορτές με μουσική και χορό. Εκεί οι στρατευμένοι ποιητές, έβγαζαν λόγους θαυμάσιους που εξύψωναν το αίσθημα και την περηφάνια όλων των κατοίκων.

Κάποτε όμως όλα αυτά άλλαξαν. Στη χώρα ξέσπασε μια τρομερή επιδημία που την έκανε αγνώριστη. Όλοι μιλούσαν για ξαφνικό αποτρόπαιο κακό. Κανείς δεν είχε προσέξει πως το κακό είχε ξεκινήσει ήδη από τον πρώτο εκποιημένο ποιητή, την πρώτη συγκέντωση, το πρώτο πανηγύρι.

Μέσα στη μέθη εκείνης της πρώτης νίκης, κανένας Άψογος δεν έδωσε σημασία στο ανεπαίσθητο βάρος που πλάκωσε την καρδιά του όταν ξάπλωσε να κοιμηθεί. Κανένας δεν πρόσεξε κοιτάζοντας βιαστικά στον καθρέφτη τις λευκές ανταύγειες που μόλυναν το μαύρο χρώμα των μαλλιών του. Μέσα στη συνήθεια της σίγουρης   καθημερινότητας κανείς δεν παρατήρησε την επόμενη μέρα τις λεπτές σκιές που ράγιζαν το στιλπνό του δέρμα. Κι όλα αυτά τα σημάδια πλήθαιναν μετά από κάθε παρόμοια νίκη, κάθε καινούρια εκποίηση ενός ποιητή, μετά από κάθε πανηγύρι, όταν μια μέρα πάνω σ’ ένα ακόμη γλέντι ένιωσαν όλοι το σώμα τους βαρύ, είδαν ξαφνιασμένοι πως είχαν όλοι κάτασπρα μαλλλιά και ρυτίδες βαθιές στα πρόσωπα. Ήταν τόσο κεραυνοβόλα η απογοήτευσή τους που δεν μπορούσαν να σύρουν τα πόδια τους στο χορό, ούτε ν’ ακούσουν το λόγο του νεοσύλλεκτου ποιητή τους. Η μόνη λέξη που πήγαινε από στόμα σε στόμα ήταν, επιδημία, επιδημία…

 Μαζεύτηκαν τότε οι αρχηγοί και αφού κουβέντιασαν για αρκετή ώρα κατέληξαν πως για την επιδημία ευθύνεται ο Ανυπόταχτος ποιητής που παρ’ όλα τα μέσα που χρησιμοποίησαν, τόσο καιρό που τον είχαν  κλεισμένο στη φυλακή, αυτός παρέμενε  ανεκποίητος.

Ήτανε νέος, χωρίς κανείς να μπορεί να προσδιορίσει με ακρίβεια την ηλικία του. Όμορφος χωρίς κανείς να μπορεί περιγράψει ποια χαρακτηριστικά ήταν αυτά που του προσέδιδαν τόση χάρη. Μπορούσε να στέκεται ακίνητος για ώρες σαν φανοστάτης. Να σιωπά ατελείωτα σαν δειλινό. Να χαμογελά, -ω, αυτό κι αν ήταν ανυπόφορο για τους Άψογους-, σαν μικρό παιδί γεμάτο καλοσύνη. Ίδιος έμενε μπροστά στις δελεαστικές τους υποσχέσεις, ίδιος και στις τρομακτικές τους απειλές. Απαράλλαχτα ίδιος στις σαγήνες  και στη βία τους. Είτε του έστρωναν  πλούσιο τραπέζι είτε τον άφηναν νηστικό και διψασμένο, ο ποιητής έμενε Ανυπόταχτος.

Οι Άψοιγοι αποφάσισαν πως έπρεπε να τον σκοτώσουν. Ήταν βέβαιοι πως τη στιγμή που θα τον σκότωναν, το κακό θα έφευγε γρήγορα μακριά απ’ τη χώρα και όλα θα γίνονταν όπως πρώτα. Κάλεσαν το λαό στη μεγάλη πλατεία. Έστησαν τη γκιλοτίνα. Ήρθε και ο δήμιος. Ο ποιητής δεμένος χειροπόδαρα χαμογελούσε γλυκά, όπως πάντα. Ο λαός περίμενε ξαναμμένος το υπερθέαμα. Ο αρχηγός των Άψογων πήρε, τότε, το λόγο και απευθυνόμενος στον Ανυπόταχτο ποιητή, είπε δυνατά:

-     Έχεις κάτι να πεις;
-     Ό, τι κι ένα λουλούδι που το κόβουν. Απολύτως τίποτα… απάντησε εκείνος.
-     Δε λυπάσαι τη ζωή σου; ρώτησε εξαγριωμένος ο αρχηγός.
-     Όσο κι εσύ το θάνατό μου, απάντησε νηφάλια ο νέος.
-     Αξίζει για λίγες λέξεις να σωπάσεις για πάντα;
-     Μόνο η σιωπή μπορεί να ζωντανέψει τις λέξεις μου.

Ο αρχηγός έδωσε το πρόσταγμα και το μαχαίρι κατέβηκε. Το αίμα του ποιητή πλημμύρισε την εξέδρα κι ύστερα σαν χείμαρρος ξεχύθηκε στη μεγάλη πλατεία. Έπνιξε όλους τους Άψογους. Ούτε ένας δεν σώθηκε.

Κανένας απ’ τους γειτονικούς λαούς δε θρήνησε για το χαμό τους. Το όνομά τους η Ιστορία το έσβησε με το ίδιο της το χέρι. Μόνο το πνεύμα τους καμιά φορά στοιχειώνει τα μυαλά των υπερφύαλων εκείνων που αγνοούν πως η αρρώστειες και η πείνα, τα γηρατιά κι ο θάνατος, το μέγα θαύμα της φθοράς, τους περιμένει. Είναι όλοι αυτοί που ποτέ δεν θα καταλάβουν την ανυπότακτη φύση του ποιητή που θρηνώντας πάνω από ένα πεσμένο πέταλο, θρηνεί όλους τους πεσόντες στα πεδία των μαχών. Χαμογελώντας στο κελάηδημα των αηδονιών μνημονεύει τις λέξεις που η μουσική τους υπερβαίνει το νόημα. Χαϊδεύοντας τον αέρα, χαϊδεύει τις καλλονές του κόσμου. Και δίνοντας το σώμα του στο χώμα ενώνεται με τους νεκρούς των αιώνων, δίνει έδαφος στους ζωντανούς, ταϊζει τα πεινασμένα σκουλήκια και ξεδιψά τα  φυτά για ν’ ανθίσουν και πάλι την ερχόμενη άνοιξη, ώστε το άρωμά τους να ψελλίσει τους καινούριους στίχους...




Wednesday, May 8, 2013

Αποχαιρετώντας τον Λευτέρη Βογιατζή



Ο Λευτέρης έφυγε τη Μ. Πέμπτη απ' αυτή τη ζωή. Ήταν ένας από τους πιο αγαπημένους μου δασκάλους στο θέατρο, αν και είναι ορθότερο να πω φίλος και όχι δάσκαλος, κι ας ήμουν κυρίως μαθήτριά του και ίσως λιγότερο φίλη του. Βλέπετε, αυτός δεν ήταν ακριβώς "δάσκαλος", κι ας βλέπω να χαρακτηρίζεται έτσι  σε πολλά δημοσιεύματα, ή τουλάχιστον, δεν ήταν δάσκαλος με την έννοια που θέλουμε να αποδίδουμε στη λέξη. Ήταν τόσο δάσκαλος όσο κάθε άνθρωπος που έχει πλούσια ψυχή και σε διδάσκει χωρίς να το θέλει, χωρίς να το επιδιώκει ή να το προσπαθεί. Ήταν  δάσκαλος αν κατάφερνες ως μαθητής να εισχωρήσεις στην ψυχή, στη σιωπή και στο βλέμμα του και να τον ανακαλύψεις. Και είχε μεγάλη ψυχή, φλογισμένη, παθιασμένη, τρεμάμενη σαν φλόγα κεριού στο πλέον ανεπαίσθητο αεράκι. Είχε βλέμμα βαθύ και διεισδυτικό. Σιωπή μεγάλη...



Ήταν γύρω στο 1995 - '96. Ερχόταν κάθε Σαββατοκύριακο από την Αθήνα στη Θεσσαλονίκη για να μας κάνει πολύωρα μαθήματα υποκριτικής. Γνωρίζαμε μόνο την ώρα της αφετηρίας και ποτέ την ώρα της λήξης τους, στο Τμήμα Θεάτρου της ΑΣΚΤ. Την πρώτη Κυριακή εκείνων των μαθημάτων, πλησιάζοντας πια το μεσημέρι, σταμάτησε το μάθημα και μας είπε: "Λοιπόν, έχετε μια ώρα καιρό για ένα διάλειμμα. Ακριβώς σε μια ώρα θα ξεκινήσουμε πάλι, αλλά δεν επιτρέπω να φύγει κανένας από τη σχολή για να βγει έξω". Εγώ ήμουν εικοσιπέντε χρονών τότε, μιας και ήταν η δεύτερη σχολή μου, είχα ήδη τα δυο μου κορίτσια τριών και ενός έτους αντίστοιχα. Πήγα και του είπα: "Γιατί να μη φύγουμε; Εγώ θα φύγω και θα είμαι πίσω ακριβώς σε μία ώρα". "Όχι", μου απάντησε με επιμονή, "θα χαθεί η ροή, θα σπάσεις τη συγκέντρωση, δε θα φύγεις". "Θα φύγω", απάντησα με μεγαλύτερη επιμονή, "θα πάω να φάω με τα παιδάκια μου που με περιμένουν και θα γυρίσω στην ώρα μου". "Θ' αφήσεις το μάθημα για να πας στα παιδιά σου; Τα καταστρέφεις όλα!" "Δεν καταστρέφω τίποτα, θα είμαι αποδοτικότερη έτσι, αλλά πού να τα καταλάβετε εσείς τώρα αυτό που το θέατρο είναι και σπίτι και οικογένεια και παιδιά, και δεν έχετε τίποατα άλλο στη ζωή σας;" Γύρισε την πλάτη κι έφυγε σε άλλη αίθουσα. Δεν είπε τίποτα. Τίποτα δεν απάντησε στην τόσο σκληρή μαθήτριά του που για να υπερασπίσει τα παιδιά της τον πρόσβαλλε τόσο απάνθρωπα. Πόσο ντράπηκα εκ των συτέρων για κείνα τα λόγια που ξεστόμισα... Έφυγα καταστεναχωρημένη και πιεσμένη, πολύ αγχωμένη αν όντως θα προλάβαινα να είμαι πίσω στην ώρα μου. Όταν επέστρεψα νόμιζα πως θα μου κρατούσε κακία. Είχα ήδη αντιμετωπίσει αρκετά παρόμοια περιστατικά με άλλους μου καθηγητές σ' εκείνη τη σχολή. Για μένα θέατρο και ζωή ήταν ένα, για πολλούς όμως δεν ήταν έτσι. Με περίμενε στην πόρτα. Άστραψε από χαρά όταν με είδε, θαρρείς και φοβόταν πως δε θα επέστρεφα. Χαμογέλασε πλατιά με το πιο ζεστό χαμόγελο του κόσμου και με ρώτησε: "Τι κάνουν τα παιδάκια σου; Είναι καλά;" Τα έχασα. Δεν ήξερα αν με κοροϊδεύει ή αν το εννοεί. Απάντησα ζαλισμένη πως είναι καλά, και αρχίσαμε το μάθημα. Στο τέλος μάς πρότεινε να πάμε να πιούμε έναν καφέ. Ήρθε και με ρώτησε αν θα πάω μαζί με όλη την ομάδα και όντως πήγα. Σε όλο το δρόμο περπατούσε μαζί μου και με ρωτούσε για τα παιδιά με μια γλύκα ανείπωτη... Έτσι αγαπηθήκαμε...



Πέρασε το εξάμηνο και ήρθε η ώρα για το τελευταίο μάθημα. Δουλεύαμε τη "Μειλίχια" του Ντοστογιέφσκι, σε μια μέτρια μετάφραση που έδινε στο διήγημα τον ατυχή τίτλο "Η Ήμερη". Τον αγαπούσε πολύ τον Ντοστογιέφσκι και ήταν φυσικό. Θα μπορούσε κάλλιστα να είναι ήρωάς του. "Το θέμα δεν είναι να διαβάζετε πολλά βιβλία, αλλά να διαβάζετε πολλές φορές το ίδιο βιβλίο" έλεγε. Στο τέλος αυτού του μαθήματος, αφού μας είπε να καθήσουμε, μας ρώτησε τι αποκομίσαμε από το μάθημα, πώς πήγε, πώς ήταν για μας αυτή η εμπειρία. Δεν μιλούσε κανείς μας. Και τι να λέγαμε; Πιο εύκολα θα λύναμε τον γόρδιο δεσμό... Ώσπου με κοίταξε επίμονα. Ήξερε πως θα του έλεγα την αλήθεια, και ήξερα πως γι' αυτήν διψούσε. Αποφάσισα να το κάνω. "Τι πώς πήγε; Είμαστε έτοιμοι να πηδήξουμε από το μπαλκόνι..." είπα. "Δεν καταλάβαμε τίποτα". Έγινε έξω φρενών. Σηκώθηκε πάνω κι άρχισε να φωνάζει: "Και γιατί μου το λες; Ήταν ανάγκη να μου το πεις; Νομίζεις πως εγώ δεν ξέρω πως δεν είμαι καλός δάσκαλος; Πως δεν μπορώ να μεταδώσω τίποτα απ' αυτά που ξέρω; Πως είμαι ένας αποτυχημένος Δεν θα έπρεπε να την κάνω αυτή τη δουλειά...;" Για άλλη μια φορά θα μετάνιωνα γι' αυτά που ξεστόμισα. Για άλλη μια φορά θα μετάνιωνε κι εκείνος. Πάνω που φεύγαμε με φώναξε και μου είπε: "Σ' ευχαριστώ..."



Μετά από εκείνα τα μαθήματα τον συναντούσα κάθε φορά που κατέβαινα Αθήνα. Πάντα πήγαινα κι έβλεπα τις παραστάσεις του και πάντα περνούσα απ' το καμαρίνι του μετά. Όσοι κατάφερναν να συνεργαστούν μαζί του γεννούσαν θαύματα. Χαιρόμασταν πολύ και οι δύο τις συναντήσεις μας. Μια φορά, στο τέλος μιας παράστασης όταν τον ρώτησα πώς είναι, μου απάντησε πως είναι πολύ μόνος. "Άνθρωπον ουκ έχω;" ρώτησα χαμογελώντας. "Από πού είναι αυτή η φράση;", με ρώτησε και του εξήγησα το θαύμα του παραλυτικού στη Βηθσαϊδά.  "Πόσο σε ζηλεύω που πιστεύεις... Ξέρεις πόσο θα ήθελα να πιστεύω κι εγώ;" είπε, και μετά με φώναξε στο καμαρίνι του και με κέρασε σοκολάτα lacta... και βέβαια πάλι με ρώτησε για τα παιδιά, αλλά και για τα βιβλία, γιατί του έστελνα ό, τι έβγαζα.



Το βλέμμα του Λευτέρη είναι χαραγμένο μέσα μου. Βλέμμα άοπλο. Σπάνιο βλέμμα. Διάφανο. Δεν ξέρω αν έχω γνωρίσει άλλον άνθρωπο που να παλεύει έτσι με τα πάθη του. Τον δάγκωναν και τα δάγκωνε. Τον τραυμάτιζαν και τα τραυμάτιζε. Έδινε την εντύπωση θηρίου και μωρού ταυτόχρονα. Είχε όμως μια βαθιά αγνότητα που τίποτα δεν μπορούσε να τη σκιάσει. Έτρεμε τη σιγουριά, τις βεβαιότητες. Μεθούσε με τις λέξεις ψάχνοντας ακατάπαυστα το νόημά τους. Την Κυριακή των Βαϊων ζήτησε να του φέρουν βάγια στο νοσοκομείο... 



Αναπαυμένος να είσαι αγαπημένε μου... μετά από τόσες πρόβες νομίζω πως είσαι έτοιμος για τη μεγάλη παράσταση... 


Στη ΝΕΤ με την Έλλη Στάη στις 15/10/12:
Γραπτή συνέντευξη ένα χρόνο πριν...  http://www.lifo.gr/mag/features/3126


Sunday, May 5, 2013

Το πρώτο μου "Ναι" - η πρώτη μου ανάσταση





Ξεκίνησα σαν υποψία κατάφασης. Ταλανίστηκα για λίγο  ανάμεσα στην άρνηση και την κατάφαση. Μόλις το αποφάσισα σχημάτισα αμέσως τα τρία γράμματα. Με τον πρώτο μου καρδιακό παλμό το "ν", με το δεύτερο το "α", με τον τρίτο το "ι". Το άφωνο, μα ηχηρό "ναι" της καρδιάς μου, χρειάστηκε εννιά ολόκληρους μήνες για να το συλλαβίσει κάθε μέλος και όργανο του σώματός μου, να το τονίσει και να το εννοήσει, για να το επιβεβαιώσει το πρώτο μου κλάμα τη στιγμή που βγήκα από τη μήτρα της μητέρας μου. Πονάει το "ναι". Δεν είναι ανώδυνο.

Ήταν το "ναι" στους δύο γονείς μου. Δεν ήταν ένα "ναι" γενικό και αφηρημένο προς δύο οποιουσδήποτε γονείς, ούτε ένα ακαθόριστο "ναι" προς μια ζωή. Δέχτηκα να γίνω παιδί αυτών των συγκεκριμένων δύο ανθρώπων, να αποτελέσω καρπό της σχέσης τους και του είναι τους, του παρελθόντος και του παρόντος τους, της μελλοντικής ανατροφής που θα μου έδιναν, αλλά και κάτι παραπάνω. Δέχτηκα να γεννηθώ από τον συγκεκριμένο ιερέα πατέρα μου και τη συγκεκριμένη πρεσβυτέρα μητέρα μου. Μέσα από αυτή τους την ιδιότητα και επιλογή ζωής τους, δέχτηκα ταυτόχρονα τον Θεό και την Εκκλησία που αυτοί υπηρετούσαν.

Η άρνηση ή η κατάφαση ενός εμβρύου που συλλαμβάνεται από τη γονιμοποίηση ενός σπερματοζωαρίου και ενός ωαρίου αποτελεί την πρώτη ανάληψη της προσωπικής του ευθύνης, κι ας μην το θυμάται εκ των υστέρων. Άλλα έμβρυα λένε "όχι", και άλλα "ναι". Είναι παρακινδυνευμένο να ερμηνέψει κάποιος τα "όχι". Καλύτερα να μην μπει σ' αυτόν τον πειρασμό, γιατί το πιθανότερο είναι πως θα πέσει σε πλάνη. Εξάλλου, εμένα σ' αυτό το κείμενο με απασχολεί το προσωπικό μου "ναι" του οποίου άλλωστε φέρω και την ευθύνη.

Όλη η ζωή μας, αμέσως μετά από εκείνη την πρώτη μας συγκατένευση, αρθρώνεται μέσα από μια διαρκή εναλλαγή καταφάσεων και αρνήσεων. Μια εναλλαγή πολέμων και συνθηκών ειρήνης με τον εαυτό μας, τους γονείς και τα αδέρφια μας, και όσους άλλους ανθρώπους συναντήσουμε στο διάβα μας.

Μέσα από τους πολέμους των σχέσεων χτίζει καθένας τον εαυτό του. Με άλλους επιλέγει να συμπορευθεί και με άλλους χωρίζεται. Οι πόλεμοι διαρκούν μ' αυτούς που επιλέγουμε για συνταξιδιώτες. Η σχέση που δεν εμπεριέχει σύγκρουση είναι νεκρή. Ακόμα και η πλήρως ερωτική σχέση δεν μπορεί παρά να είναι αποτέλεσμα τριβής και εκεί είναι όλη η χάρη και το μεγαλείο της.

Μου χρειάστηκαν σαράντα πέντε χρόνια για να καταλάβω, -τι παράξενο... την ώρα των εγκωμίων της Μ. Παρασκευής-, πως το αποφασιστικότερο γεγονός στη ζωή μου ήταν εκείνο το πρώτο "ναι" στους γονείς μου. Πόσες φορές μεγαλώνοντας τους αρνήθηκα. Πόσες φορές τους εγκατέλειψα, θύμωσα μαζί τους και πικράθηκα. Πόσα λάθη έκαναν και πόσο άδικοι στάθηκαν συχνά μαζί μου. Πόσο με ταλαιπώρησαν. Άραγε, πόσο; Πώς να μετρηθεί αυτό το "πόσο"; Τόσο όσο με αγάπησαν, με νοιάστηκαν, και πόνεσαν για μένα. Τόσο όσο δεν ήξεραν πώς να τα καταφέρουν καλύτερα, κι από άγνοια, κούραση, ανάγκη, ή πάθη, αστόχευαν, κι ας είχαν τις καλύτερες προθέσεις.

Μου χρειάστηκαν σαράντα πέντε χρόνια για να τους δω ως ανθρώπους, όπως είμαι κι εγώ που κάνω παρόμοια ή άλλα λάθη, επίσης από άγνοια, κούραση, ανάγκη, πάθη, και αστοχώ διαρκώς εις βάρος των παιδιών μου, του συντρόφου μου, των φίλων, των ξένων, κι ας έχω τις καλύτερες προθέσεις.

Και γιατί όλα αυτά τα έζησα και τα σκέφτηκα έτσι τη Μ. Παρασκευή; Μα διότι για μια ακόμη φορά ήμουν μέσα στο ναό και για μια ακόμη φορά, όπως κάθε χρόνο από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου κι έχω φωνή και ξέρω να διαβάζω, έψαλλα τα εγκώμια με τις άλλες γυναίκες, όπως παιδί δίπλα στον ιερέα πατέρα μου. Και ξαφνικά, δεν μπορούσα πια να ψάλλω. Σταμάτησα και με πήραν τα δάκρυα. Κατάλαβα γιατί είπα τότε το "ναι" και το ξανάπα δεύτερη φορά ολόψυχα. Ενώθηκαν τα χωρισμένα μου σπλάχνα. Έκλαψα από ευγνωμοσύνη γι' αυτούς τους δύο ανθρώπους που μ' έφεραν στον κόσμο. Είπα μέσα μου πως ακόμα κι αν έκαναν άλλα τόσα λάθη, κι αν μου έδιναν άλλες τόσες θλίψες, μόνο που μου χάρισαν Αυτόν τον Θεό και με ανάθρεψαν μέσα στην ζεστή και ευρύχωρη αγκαλιά της Εκκλησίας, θα τους ευγνομονώ για πάντα, θα τους συγχωρώ τα πάντα, και δεν θα τους άλλαζα με κανέναν άλλον γονιό, ό, τι κι αν μου υπόσχονταν, ό, τι άλλο κι αν ήταν. Και ενώθηκε το είναι μου όλο, γιατί συγχωρώντας τους, συγχώρεσα και τον εαυτό μου. Αρνούμενος τους γονείς, αρνείσαι τον εαυτό σου. Το βάρος και ο διχασμός είναι ασήκωτος. Κάποτε, πρέπει να ανακαλύψεις τον λόγο που είπες το πρώτο σου "ναι" και να το επιβεβαιώσεις. Για να ενηλικιωθείς. Να πας παραπέρα...

Ο δικός μου λόγος είναι πως μου έδωσαν Αυτόν τον Θεό που ο πρώτος άνθρωπος που του ανοίγει την πόρτα του Παραδείσου είναι ο ληστής, που χαρίζει τη μητέρα Του στον μαθητή Του, που ζητά από τον Πατέρα Του να συγχωρήσει τους σταυρωτές Του, γιατί οι ταλαίπωροι "ου γαρ οίδασι τι ποιούσι". Αυτόν τον Θεό που  νικάει το θάνατο για να ζήσουμε αιώνια. Που όλα τα κάνει από υπακοή στον Πατέρα Του και αγάπη σ' εμάς. Που υπάρχει για τον Πατέρα Του και για μας, ώστε να υπάρξουμε κι εμείς γι' Αυτόν και τους γονείς μας και όλους τους ανθρώπους. 
Δοξασμένος ας είναι στους αιώνες και ελεήμων για όλους μας. Τους γονείς μας, τα παιδιά μας, τα παιδιά των παιδιών μας, τους φίλους και τους εχθρούς μας. 

Χριστός Ανέστη! 



   

Saturday, May 4, 2013

Χριστός Ανέστη, σήμερα και πάντα!




Xριστός Ανέστη σήμερα και πάντα!
Βήμα βήμα, τρέχοντας, κουτσαίνοντας, σκοντάφτοντας, σερνάμενοι, αρκουδίζοντας ή κολυμπώντας φτάσαμε και πάλι στην Ανάσταση. Φορτωμένοι τα βάρη μας, τις λύπες μας, τα άγχη μας, τις αγωνίες μας, και πάλι φτάσαμε. Ίσως γιατί δεν πηγαίνουμε εμείς στην Ανάσταση, αλλά αυτή έρχεται σ’ εμάς. Ακάθεκτη, τροπαιούχος, πάντοτε νικηφόρα. Ανεμπόδιστη, ακατανίκητη, ελπιδοφόρα. Καταφτάνει αστραπιαία μέσα στην πιο βαθά νύχτα Φως ανέσπερο. Ξεπηδά από τον Άδη τη στιγμη που αυτός ζητοκραυγάζει πως νίκησε τη ζωή, πως τη φυλάκισε επιτέλους στα μαύρα σπλάχνα του. Σείεται η γη. Συντρίβεται ο θάνατος. Ο Άδης πικραίνεται ανελέητα ηττημένος.
“Ο ιερεύς ενδυσάμενος άπασαν την ιερατικήν αυτού στολήν εξέρχεται εις την Ωραίαν Πύλην κρατών το ιερόν Ευαγγέλιον και λαμπάδα ανημένην και προσκαλεί τους πιστούς ίνα ανάψωσι τας λαμπάδας αυτών , ψάλλων το εξής: Δεύτε λάβετε φως, εκ του ανεσπέρου φωτός, και δοξάσατε Χριστόν, τον αναστάντα εκ νεκρών.
Τα φώτα του ναού σβήνουν, η μια λαμπάδα ανάβει την άλλη, δεν έχει σημασία αν είναι γνωστός, φίλος ή ολωσδιόλου άγνωστος ο διπλανός, παίρνεις το φως για να το δώσεις, φτάνει για όλους,, δεν τελειώνει, αντιθέτως πολλαπλασιάζεται, αυγατίζει, κι άλλο φως, κι άλλο, γινεται μια θάλασσα φως, κι όταν η θάλασσα απλωθεί μέσα μας, τότε και μόνο τότε, μπορούμε ν’ ακούσουμε το πολυπόθητο “Χριστός Ανέστη”.
… Εγώ είμαι το μνήμα κι ο θάνατος, πάνω μου πατούν τα ιερά πόδια του Θεού μου, το θάνατό μου ανασταίνει, είμαι ο αποκεκυλισμένος λίθος εγώ, ναι, εγώ είμαι που γίνομαι αίφνης Εύα και μ’ αρπάζει απ’ τον καρπό…
Κι αν ζητώ να είναι κάθε μέρα Πάσχα, κάθε στιγμή Ανάσταση, ή αν περιμένω ή θέλω να περιμένω μετά το θάνατο την Ανάσταση της αιωνιότητας, δεν είναι μόνο γιατί το πρόσωπο του θανάτου είναι φρικαλέο και αποτρόπαιο, το πρόσωπο της αμαρτίας άσχημο και σκοτεινό, η προσωπίδα του δαίμονα ύπουλη και δυσβάσταχα απατηλή, είναι για να ζω με όλη μου την ύπαρξη αυτή την ευχή, την τελευταία της αναστάσιμης βραδιάς, που επιθυμώ να την υιοθετήσει η καρδιά μου για χτύπο. Η ευχή του Ιωνάννου του Χρισοστόμου, που καλεί όλους τους ανθρώπους στο γιορτινό πασχαλινό τραπέζι όπου γενναιόδωρα προσφέρεται το Αναστημένο Σώμα του Κυρίου. Όλους τους ανθρώπους. Αυτούς που νήστεψαν και δε νήστεψαν. Αυτούς που από την πρώτη στιγμή αγωνίστηκαν κι αυτούς που προσήλθαν την τρίτην ώραν, την έκτην, την ενάτην. Χωρίς αμφιβολία και δισταγμό, να έλθουν όλοι. Ακόμη κι αυτοί που κατέφθασαν την τελευταία στιγμή, την ενδεκάτην, να μη φοβηθούν πως αργοπόρησαν, είναι φιλότιμος ο Δεσπότης και δέχεται τον τελευταίο όπως και τον πρώτο. Τον ελεεί, όπως τον πρώτο θεραπεύει. Στον ένα δίνει, στον άλλον χαρίζει. Και τα έργα δέχεται και την γνώμη ασπάζεται. Την πράξη τιμά και την προθεση επαινεί. Λοιπόν, ας έρθουν όλοι στην χαρά του Κυρίου μας, και πρώτοι και δεύτεροι να πάρουν το μισθό τους. Πλούσιοι και πένητες μαζί να χορέψουν, εγκρατείς και ράθυμοι να τιμήσουν τη μέρα, νηστεύσαντες και μη νηστεύσαντες να χαρούν, γέμισε το τραπέζι, ο μόσχος πολύς, κανείς να μη φύγει πεινασμένος… Συγνώμη ανέτειλε απ’ τον τάφο και ο Άδης πικράθηκε… Ανέστη Χριστός…
“Ανέστη Χριστός, και ου καταβέβλησαι. Ανέστη Χριστός, και πεπτώκασι δαίμονες. Ανέστη Χριστός και χαίρουσιν άγγελοι. Ανέστη Χριστός, και ζωή πολιτεύεται. Ανέστη Χριστός, και νεκρός ουδείς επί μνήματος. Χριστός γαρ εγερθείς εκ νεκρών, απαρχή των κεκοιμημένων εγένετο. Αυτώ η δόξα και το κράτος εις τους αιώνας των αιώνων”.
ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ!