Labels

Monday, October 31, 2016

Αμοργός (απόσπασμα) Νίκος Γκάτσος


Mα εδώ στην όχτη την υγρή μόνο ένας δρόμος υπάρχει 
Mόνο ένας δρόμος απατηλός και πρέπει να τον περάσεις 
Πρέπει στο αίμα να βουτηχτείς πριν ο καιρός σε προφτάσει 
Kαι να διαβείς αντίπερα να ξαναβρείς τους συντρόφους σου 
Άνθη πουλιά ελάφια 
Nα βρεις μιαν άλλη θάλασσα μιαν άλλη απαλοσύνη 
Nα πιάσεις από τα λουριά του Aχιλλέα τ' άλογα 
Aντί να κάθεσαι βουβή τον ποταμό να μαλώνεις 
Tον ποταμό να λιθοβολείς όπως η μάνα του Kίτσου. 
Γιατί κι εσύ θα 'χεις χαθεί κι η ομορφιά σου θα 'χει γεράσει. 
Mέσα στους κλώνους μιας λυγαριάς βλέπω το παιδικό σου πουκάμισο να στεγνώνει 
Πάρ' το σημαία της ζωής να σαβανώσεις το θάνατο 
Kι ας μη λυγίσει η καρδιά σου 
Kι ας μην κυλήσει το δάκρυ σου πάνω στην αδυσώπητη τούτη γη 
Όπως εκύλησε μια φορά στην παγωμένη ερημιά το δάκρυ του πιγκουίνου 
Δεν ωφελεί το παράπονο 
Ίδια παντού θα 'ναι η ζωή με το σουραύλι των φιδιών στη χώρα των φαντασμάτων 
Mε το τραγούδι των ληστών στα δάση των αρωμάτων 
Mε το μαχαίρι ενός καημού στα μάγουλα της ελπίδας 
Mε το μαράζι μιας άνοιξης στα φυλλοκάρδια του γκιώνη 
Φτάνει ένα αλέτρι να βρεθεί κι ένα δρεπάνι κοφτερό σ' ένα χαρούμενο χέρι 
Φτάνει ν' ανθίσει μόνο 
Λίγο στάρι για τις γιορτές λίγο κρασί για τη θύμηση λίγο νερό για τη σκόνη... 


από το Aμοργός, Ίκαρος 1987) 

http://www.snhell.gr/anthology/content.asp?id=35&author_id=4

Sunday, October 30, 2016

Κυριακὴ Ε᾽Λουκᾶ

Αποτέλεσμα εικόνας για ε λουκα

(Λουκ. 16,19-31)

Εἶπεν ὁ Κύριος· 
19. Ἄνθρωπος δέ τις ἦν πλούσιος, καὶ ἐνεδιδύσκετο πορφύραν καὶ βύσσον εὐφραινόμενος καθ’ ἡμέραν λαμπρῶς.
20. πτωχὸς δέ τις ἦν ὀνόματι Λάζαρος, ὃς ἐβέβλητο πρὸς τὸν πυλῶνα αὐτοῦ ἡλκωμένος 
21. καὶ ἐπιθυμῶν χορτασθῆναι ἀπὸ τῶν ψιχίων τῶν πιπτόντων ἀπὸ τῆς τραπέζης τοῦ πλουσίου· ἀλλὰ καὶ οἱ κύνες ἐρχόμενοι ἀπέλειχον τὰ ἕλκη αὐτοῦ. 
22. ἐγένετο δὲ ἀποθανεῖν τὸν πτωχὸν καὶ ἀπενεχθῆναι αὐτὸν ὑπὸ τῶν ἀγγέλων εἰς τὸν κόλπον Ἀβραάμ· ἀπέθανε δὲ καὶ ὁ πλούσιος καὶ ἐτάφη.
23. καὶ ἐν τῷ ᾅδῃ ἐπάρας τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ, ὑπάρχων ἐν βασάνοις, ὁρᾷ τὸν Ἀβραὰμ ἀπὸ μακρόθεν καὶ Λάζαρον ἐν τοῖς κόλποις αὐτοῦ. 
24. καὶ αὐτὸς φωνήσας εἶπε· πάτερ Ἀβραάμ, ἐλέησόν με καὶ πέμψον Λάζαρον ἵνα βάψῃ τὸ ἄκρον τοῦ δακτύλου αὐτοῦ ὕδατος καὶ καταψύξῃ τὴν γλῶσσάν μου, ὅτι ὀδυνῶμαι ἐν τῇ φλογὶ ταύτῃ. 
25. εἶπε δὲ Ἀβραάμ· τέκνον, μνήσθητι ὅτι ἀπέλαβες σὺ τὰ ἀγαθά σου ἐν τῇ ζωῇ σου, καὶ Λάζαρος ὁμοίως τὰ κακά· νῦν δὲ ὧδε παρακαλεῖται, σὺ δὲ ὀδυνᾶσαι· 
26. καὶ ἐπὶ πᾶσι τούτοις μεταξὺ ἡμῶν καὶ ὑμῶν χάσμα μέγα ἐστήρικται, ὅπως οἱ θέλοντες διαβῆναι ἔνθεν πρὸς ὑμᾶς μὴ δύνωνται, μηδὲ οἱ ἐκεῖθεν πρὸς ἡμᾶς διαπερῶσιν. 
27. εἶπε δέ· ἐρωτῶ οὖν σε, πάτερ, ἵνα πέμψῃς αὐτὸν εἰς τὸν οἶκον τοῦ πατρός μου· 
28. ἔχω γὰρ πέντε ἀδελφούς· ὅπως διαμαρτύρηται αὐτοῖς, ἵνα μὴ καὶ αὐτοὶ ἔλθωσιν εἰς τὸν τόπον τοῦτον τῆς βασάνου. 
29. λέγει αὐτῷ Ἀβραάμ· ἔχουσι Μωϋσέα καὶ τοὺς προφήτας· ἀκουσάτωσαν αὐτῶν. 
30. ὁ δὲ εἶπεν· οὐχί, πάτερ Ἀβραάμ, ἀλλ’ ἐάν τις ἀπὸ νεκρῶν πορευθῇ πρὸς αὐτούς, μετανοήσουσιν. 31. εἶπε δὲ αὐτῷ· εἰ Μωϋσέως καὶ τῶν προφητῶν οὐκ ἀκούουσιν, οὐδὲ ἐάν τις ἐκ νεκρῶν ἀναστῇ πεισθήσονται.






Friday, October 28, 2016

Σου γράφω, παιδί μου, για την παρέλαση....


Αγαπημένο μου παιδί,
Σου γράφω μετά την παρέλαση που σήμερα για πρώτη φορά παρακολούθησα στη Θεσσαλονίκη. Τη μεγάλη στρατιωτική παρέλαση που σαν παιδί είδα πολλές φορές από την τηλεόραση των γονιών μου και σαν μητέρα σου, δε σε πήρα ποτέ από το χέρι για να πάμε να τη δεις κι εσύ, μιας και τηλεόραση στο σπίτι δεν ποτέ δεν είχαμε. Έπρεπε να μεγαλώσεις τόσο, ώστε να φύγεις απ' το σπίτι, για να έρθω εγώ σήμερα εδώ. Έπρεπε να μεγαλώσω τόσο κι εγώ, ώστε να αφήσω το σπίτι και τις έννοιες του για να ζήσω από κοντά αυτό που όταν ήσουν μικρό αρνήθηκα να σου δώσω. Δεν βρήκα το χρόνο, δεν το πίστεψα, δεν το θεώρησα τόσο σημαντικό για την ανατροφή σου; Δεν ξέρω. Σήμερα όμως ξέρω πως λάθεψα. Και σου γράφω για να με συγχωρέσεις. Το γράμμα αυτό είναι η συγνώμη που σου ζητώ...
Αυτή η παρέλαση που πολλοί τη θεωρούν φολκλόρ, άλλοι πεταμένα λεφτά ενόψει μάλιστα οικονομικής κρίσης, άλλοι γελοιότητα ή καρικατούρα και άλλοι καλλιέργεια φιλοπόλεμων διαθέσεων, είναι κάτι τόσο σοβαρό όσο η γενιά μας, τόσο ζωογόνο όσο τα πνευμόνια μας, τόσο αναγκαίο όσο η μνήμη μας.

Έβλεπα τους φαντάρους μας, τους μαυροσκούφηδες, τους πεζοναύτες. Αυτούς τους λεβέντες που σε μια κρίσιμη στιγμή θα αγωνσιτούν για να σώσουν τη χώρα μας. Έβλεπα τα τανκς που έκαναν τη γη να τρέμει, να περνούν γυαλισμένα, και τους στρατιώτες πάνω απ' τα πολυβόλα τους να κοιτούν ίσια μπροστά. Εκεί που παραφυλάει ο εχθρός. Ο εχθρός που σε καιρό ειρήνης γίνεται τόσο αόρατος ώστε να σε εξαπατά πως δεν υπάρχει και όσο πιο αόρατος γίνεται τόσο περισσότερο υπάρχει. Σε σημείο να μπαίνει μέσα σου και να μην το παίρνεις είδηση. Να γίνεται ο εαυτός σου και να μάχεται ό,τι ακριβότερο φωλιάζει στην καρδιά σου. 
Είδα τους καταδρομείς να πηδούν με τα αλεξίπτωτα από τα ελικόπτερα και να πέφτουν στον Θερμαϊκό και κόντεψα να λυποθημήσω, παιδί μου, από τη συγκίνηση. Θα γελάς ίσως, τώρα. Ίσως θα λες η μάνα μου χάζεψε, γερνάει και παραμιλάει. Κι όμως, βλέποντας όλα αυτά τα παλικάρια ο νους μου στο πρόσωπό τους ζωντάνευε εκείνα που κάποτε ξεκίνησαν με ρούχα καθαρά σαν και τούτων και βρέθηκαν λίγο μετά στο μέτωπο λεκιασμένοι, ξεσχισμένοι, παγωμένοι, πληγωμένοι, γεμάτοι ψείρες και πεινασμένοι να πολεμούν για σένα και για μένα. Για τούτα τα παιδιά που παρελαύνουν περήφανα και κάποιοι την ιδια στιγμή τα κοροϊδεύουνε γιατί οι ίδιοι είναι μαλθακοί, καλοπερασάκηδες, καριερίστες, ιδεολόγοι του τίποτα.

Πέρασαν τα αεροπλάνα και σκέφτηκα πως η μνήμη είναι πράγμα πολύ ακριβό. Τόσο ακριβό όσο το θάρρος απέναντι στον θάνατο. Όσο το να παίζεις τη ζωή σου κορώνα γράμματα για τη λευτεριά.

Κακό πράγμα ο πόλεμος, παιδί μου. Κακό, μα αληθές. Κακό πράγμα ο εχθρός. Ποιος τον θέλει; Κι όμως, τον θέλει, δεν τον θέλει, υπάρχει. Έξω μας; Μέσα μας; Υπάρχει πάντα ο εχθρός κι όποιος δεν τον αντιλαμβάνεται, όποιος δεν τον αναγνωρίζει, είναι κιόλας δέσμιος και υποτελής του.
Είδα τους πεζοναύτες και τους βατραχανθρώπους. Θυμήθηκα αυτούς που ανατίναξαν εχθρικά υποβρύχια, που μετέφεραν νάρκες και χειροβομβίδες ακροβατώντας πάνω απο τον Άδη.
Κακό πράγμα ο πόλεμος, παιδί μου. Πόσοι δε χάθηκαν, πόσων ο νους δε σάλεψε, πόσοι δεν έμειναν άταφοι, πόσοι απ' αυτούς που γύρισαν δε γνώρισαν μια νύχτα δίχως εφιάλτες; Κι όμως, χάρη σ' αυτούς εγώ τώρα κάθομαι και σου γράφω. Χάρη σ' αυτούς μετανιώνω και σου ζητώ συγνώμη που δε σε έφερα ποτέ στην παρέλαση. Δε σου μίλησα ποτέ για τον εχθρό και την εγρήγορση που οφείλουμε να έχουμε για να τον αναγνωρίσουμε, να τον πολεμήσουμε και να τον νικήσουμε. Αν σήμερα ανασαίνω κι ανασαίνεις, σ' αυτούς χρωστούμε την ανάσα μας. Αν κάποιοι μπορούν σήμερα να λοιδωρούν τούτα τα παλικάρια που τώρα περνούν σ' εκείνους το χρωστούνε. Γιατί να ξοδεύονται τόσα χρήματα, λένε, για τις επιδείξεις των στρατιωτικών αεροπλάνων και των τανκς; Η ερώτηση θυμίζει την ερώτηση του Ιούδα όταν η πόρνη ξοδεύοντας πολλά αργρύρια αγόρασε μύρο να αλείψει τα πόδια του Χριστού. Γιατί να τα ξοδέψει στο μύρο, ρώτησε ο Ιούδας, ενώ θα μπορούσαμε να τα δώσουμε στους φτωχούς; Μοιάζει τόσο λογικό το ερώτημα, μα υπάρχουν πράγματα πολυτιμότερα από τη λογική. Ας μην ξεχνούμε πως αυτά τα λόγια τα είπε αυτός που έκλεβε από το ταμείο των μαθητών. Αυτός που πούλησε τον Διδάσκαλο για τριάντα αργύρια. Τους φτωχούς, είπε ο Χριστός, θα τους έχετε πάντοτε, εμένα όμως όχι. Η κατ' αναλογίαν απάντηση σήμερα θα ήτανε: τους φτωχούς θα τους έχετε πάντοτε, μα αν λησμονήσετε το παρελθόν σας, θα χαθείτε ολότελα κι εσείς κι οι φτωχοί σας. Γιατί η μνήμη δεν είναι μόνο λόγια γραμμένα σε βιβλία ή εκφωνούμενα από εξέδρες. Στη μνήμη συμμετέχουν όλες οι αισθήσεις. Και η στρατιωτική παρέλαση είναι μια βουιτιά στη μνήμη σαν αυτή των καταδρομέων στο νερό. Βλέπεις, ακούς, μοιρίζεις. Και το παρελθόν ζωντανεύει μέσα από το σαρκωμένο παρόν του.

Πολλές φορές, παιδί μου, σήμερα στην παρέλαση βούρκωσα. Ναι, ίσως και να γίνομαι μια γριά ευσυγκίνητη που κλαίει με το παραμικρό. Είναι όμως παραμικρό πράγμα να τάζεις τον εαυτό σου υπερασπιστή της πατρίδας σου, όπως κάνουν όλα αυτά τα νεαρά παιδιά; Είναι παραμικρό να συμπεριφέρεσαι σαν άρχοντας κι ενώ πεινάς, να λες ΟΧΙ ακόμα και σ' αυτήν την σκλαβιά της πείνας; Ακόμα και σε μια τέτοια δύσκολη στιγμή να κάνεις μια τέτοια παρέλαση για να υπενθυμίσεις αυτό που οι περισσότεροι σου ζητούν να λησμονήσεις για να σε κάνουν υποχείριό τους;

Ο εχθρός, παιδί μου, αλλάζει πρόσωπο. Μα ο λύκος, μένει πάντα λύκος, κι ας φορεί προβιά. Ας προσπαθούν οι ανόητοι να προπαγανδίζουν πως εχθρός δεν υπάρχει. Πως δεν υπάρχει καλό και κακό. Αυτά μόνο το κακό ισχυροποιούν και τον εχθρό ενδυναμώνουν. Και πνευματικοί εχθροί υπάρχουν και υπαρξιακοί και του μυαλού μας και της ψυχής μας και της πατρίδας μας.

Σήμερα, που ζούμε μια υποδούλωση των αξιών μας στον μηδενισμό, μια υποδούλωση της χώρας μας στα κέρδη των αγορών και των διεθνή συμφερόντων, μια υποδούλωση των σχέσεων στον ατομισμό, της πάλης στην απραγία, της γνώσης στην πληροφορία, της εντοπιότητας στην παγκοσμιοποίηση, της ιδιοπροσωπίας στο απρόσωπο, του εμείς στο εγώ, λοιπόν, ΝΑΙ, μια τέτοια στρατιωτική παρέλαση μπορεί να αφυπνίσει και τουλάχιστον να αναρωτηθείς αν πήρες τη ζωή σου λάθος για ν' αλλάξεις ζωή. 
Συγχώρεσέ με, παιδί μου, που άργησα τόσο, και διόρθωσε εσύ το λάθος μου, αν μπορείς... 
χρόνια πολλά και ελεύθερα!


Πλήρης αγάπης και λαθών

η μητέρα σου




Ἡ Ἁγὶα Σκὲπη τῆς Θεοτὸκου καὶ τὸ ἒπος τοῦ 1940

Αποτέλεσμα εικόνας για αγια σκεπη

ΠΩΣ ΚΑΘΙΕΡΩΘΗΚΕ Η ΓΙΟΡΤΗ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΣΚΕΠΗΣ

Η Αγία Σκέπη της Θεοτόκου
Στα χρόνια του βασιλέως Λέοντος του Μεγάλου (457-474 μ. Χ.) ζούσε στην Κων/πολη ο όσιος Ανδρέας, ο κατά Χριστόν σαλός. Σαλός είναι ο τρελλός και κατά Χριστόν σαλοί ονομάζονται κάποιοι άγιοι, οι οποίοι κάνανε κάποια περίεργα και παράλογα πράγματα, με απώτερο σκοπό να τους θεωρούν παλαβούς ή παλιανθρώπους και να μη τους τιμούν οι άνθρωποι· και έτσι αυτοί να ζουν με ταπείνωση και στην αφάνεια. Μια νύχτα που γινότανε αγρυπνία στο ναό της Παναγίας των Βλαχερνών, ο όσιος Ανδρέας μαζί με τον μαθητή του Επιφάνιο, που έγινε αργότερα πατριάρχης Κων/πόλεως (520-536 μ. Χ.), είδαν την Υπεραγία Θεοτόκο οφθαλμοφανώς, όχι σε όραμα, να μπαίνει από την κεντρική πύλη του ναού. Την συνόδευαν οι Ιωάννης ο Πρόδρομος και Ιωάννης ο Θεολόγος και πλήθος αγγέλων. Αφού μπήκε μέσα στο ναό προχώρησε στον σολέα. Εκεί γονάτισε και προσευχήθηκε πολλή ώρα με θερμά δάκρυα υπέρ της σωτηρίας των πιστών, ενώ την βλέπανε μόνο ο Ανδρέας και ο Επιφάνιος. Αφού προσευχήθηκε για πολύ η Θεοτόκος σηκώθηκε και μπήκε μέσα στο ιερό, όπου φυλασσόταν το μαφόριο της δηλαδή το τσεμπέρι της, το πήρε στα χέρια της και βγαίνοντας έξω το άπλωσε πάνω από τους πιστούς, για να δείξει ότι τους σκέπει και τους προστατεύει…
 

Αυτό είναι το γεγονός το οποίο στάθηκε αφορμή η Εκκλησία μας να καθιερώσει την γιορτή της αγίας Σκέπης δηλαδή τη γιορτή προς τιμή της Παναγίας, η οποία σκεπάζει (σκέπει) και προστατεύει το λαό του Θεού και φωτίζει τους πιστούς στο δρόμο για την τελείωση. Μας σκεπάζει με τις προσευχές της, με τις παρακλήσεις της και με τα δάκρυά της. 
Η Παναγία μας άπλωσε το μαφόριο της εντός του ναού και σκέπασε όσους αγρυπνούσαν και προσευχόταν. Με την ενέργεια αυτή θέλει να πει ότι πρέπει να έχουμε ουσιαστική σχέση με την Εκκλησία για να μας σκεπάσει με τις πρεσβείες της. Την εορτή της αγίας Σκέπης τη γιορτάζουμε κάθε χρόνο στις 28 Οκτωβρίου. 
  
Η ΑΓΙΑ ΣΚΕΠΗ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ  
ΚΑΙ ΤΟ ΕΠΟΣ ΤΟΥ 1940

Δεν είναι τυχαίο ότι οι δύο σημαντικότερες εθνικές γιορτές του έθνους μας έχουν το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό να συνεορτάζονται με μία γιορτή της Παναγίας. Την 25η Μαρτίου γιορτάζουμε τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου και την 28η Οκτωβρίου την Αγία Σκέπη της Θεοτόκου.
Η γιορτή αυτή μετατέθηκε από την εκκλησία μας το 1952 από την 1η Οκτωβρίου την 28η ως ένδειξη ευγνωμοσύνης προς τη μητέρα του Θεού για τη σκέπη και την προστασία της στον αγώνα των Ελλήνων απέναντι στον αλαζονικό ιταλικό στρατό.
Δεν χωράει αμφιβολία ότι η εποποιία του 1940, αποτελεί ένα θαύμα, είναι ένα από τα πολλά θαύματα στην ιστορία των Ελλήνων. Δεν μπορεί να είναι καρπός αποκλειστικά ανθρώπινου αγώνα. Η θεϊκή χάρη συνεργάσθηκε με την ανθρώπινη προσπάθεια. Και είναι δίκαιο που μαζί με τα θριαμβευτικά σαλπίσματα πάνω από τους τάφους των ηρώων, σήμαναν δοξαστικές καμπάνες για ένα ‘’ευχαριστώ’’ στην Παναγία, σ’ εκείνη, στην οποία η εθνική συνείδηση απέδωσε για μια ακόμα φορά ‘’τα νικητήρια’’. Τη Σκέπη των αγωνιστών. Την Ελευθερώτρια των σκλαβωμένων.

Γιατί στα κρίσιμα χρόνια του πολέμου οι Έλληνες εμπιστεύθηκαν στα χέρια της Παναγίας τον αγώνα τους. Ζήτησαν τη μητρική προστασία της για να υπερασπιστούν τα δίκαιά τους. Και ήταν τόση η πίστη τους, ώστε την έβλεπαν να τους εμψυχώνει και να τους σκεπάζει, καθώς πολεμούσαν απεγνωσμένα στα χιονισμένα βουνά της Πίνδου και της Αλβανίας. Η άλλοτε Υπέρμαχος Στρατηγός των Ρωμηών γίνεται η Αγία Σκέπη των αγωνιστών και το θαύμα επαναλαμβάνεται. Χάρη στην πίστη που θερμαίνει τις ψυχές τους οι μαχητές περιφρονούν τη λογική των αριθμών και αντιστέκονται στις σιδερόφρακτες εχθρικές στρατιές με ηρωισμό που κινεί τον παγκόσμιο θαυμασμό.

ΤΑ ΘΑΥΜΑΤΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΣΚΕΠΗΣ 
ΣΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ ΤΟΥ 1940

Στὸ μέτωπο, σ᾿ ὅλη τὴ γραμμή, ἀπὸ τὴ γαλανὴ θάλασσα τοῦ Ἰονίου μέχρι ψηλὰ τὶς παγωμένες Πρέσπες, ὁ ἑλληνικὸς στρατὸς ἄρχιζε νὰ βλέπει παντοῦ τὸ ἴδιο ὅραμα: Ἔβλεπε τὶς νύχτες μία γυναικεία μορφὴ νὰ βαδίζει ψηλόλιγνη, ἄλαφροπερπατητη, μὲ τὴν καλύπτρα τῆς ἄναριγμενη ἀπὸ τὸ κεφάλι στοὺς ὤμους. Τὴν ἀναγνώριζε, τὴν ἤξερε ἀπὸ παλιά, τοῦ τὴν εἶχαν τραγουδήσει ὅταν ἦταν μωρὸ κι ὀνειρευόταν στὴν κούνια. Ἦταν ἡ μάνα ἡ μεγαλόψυχη στὸν πόνο καὶ στὴν δόξα, ἡ λαβωμένη τῆς Τήνου, ἡ ὑπέρμαχος Στρατηγός.

Γράμμα ἀπὸ τὴ Μόροβα
Ὁ Τάσος Ρηγοπούλας, στρατευμένος στὴν Ἀλβανία τὸ 1940, ἔστειλε ἀπὸ τὸ μέτωπο τὸ παρακάτω γράμμα στὸν ἀδελφό του. «Ἀδελφέ μου Νίκο.
Σοὺ γράφω ἀπὸ μία ἀετοφωλιά, τετρακόσια μέτρα ψηλότερη ἀπὸ τὴν κορυφὴ τῆς Πάρνηθας. Ἡ φύση τριγύρω εἶναι πάλλευκη. Σκοπός μου ὅμως δὲν εἶναι νὰ σοῦ περιγράψω τὰ θέλγητρα μίας χιονισμένης Μόροβας μὲ ὅλο τὸ ἄγριο μεγαλεῖο της. Σκοπός μου εἶναι νὰ σοῦ μεταδώσω αὐτὸ ποὺ ἔζησα, ποὺ τὸ εἶδα μὲ τὰ μάτια μου καὶ ποὺ φοβᾶμαι μήπως, ἀκούγοντας τὸ ἀπὸ ἄλλους, δὲν τὸ πιστέψεις.
Λίγες στιγμὲς πρὶν ὁρμήσουμε γιὰ τὰ ὀχυρὰ τῆς Μόροβας, εἴδαμε σὲ ἀπόσταση καμιὰ δεκαριὰ μέτρων μία ψηλὴ μαυροφόρα νὰ στέκει ἀκίνητη.
– Τὶς εἶ; Μιλιά…
Ὁ σκοπὸς θυμωμένος ξαναφώναξε: -Τὶς εἰ;
Τότε, σὰν νὰ μᾶς πέρασε ὅλους ἠλεκτρικὸ ρεῦμα, ψιθυρίσαμε: Ἡ ΠΑΝΑΓΙΑ!
Ἐκείνη ὅρμησε ἐμπρὸς σὰν νὰ εἶχε φτερὰ ἀετοῦ. Ἐμεῖς ἀπὸ πίσω της. Συνεχῶς τὴν αἰσθανόμασταν νὰ μᾶς μεταγγίζει ἀντρειοσύνη. Ὁλόκληρη ἑβδομάδα παλέψαμε σκληρά, γιὰ νὰ καταλάβουμε τὰ ὀχυρὰ Ἰβάν-Μόροβας.
Ὑπογραμμίζω πὼς ἡ ἐπίθεσή μας πέτυχε τοὺς Ἰταλοὺς στὴν ἀλλαγὴ τῶν μονάδων τους. Τὰ παλιὰ τμήματα εἶχαν τραβηχτεῖ πίσω καὶ τὰ καινούργια… κοιμοῦνταν! Τὸ τί ἔπαθαν δὲν περιγράφεται. Ἐκείνη ὁρμοῦσε πάντα μπροστά. Κι ὅταν πιὰ νικητὲς ροβολούσαμε πρὸς τὴν ἀνυπεράσπιστη Κορυτσά, τότε ἡ Ὑπέρμαχος ἔγινε ἀτμός, νέφος ἁπαλὸ καὶ χάθηκε».

Θαῦμα στὸ Μπούμπεση
Ζωντανὸ θαῦμα τῆς Παναγίας ἔζησαν στὸν ἑλληνοϊταλικὸ πόλεμο οἱ στρατιῶτες τοῦ 51ου ἀνεξαρτήτου τάγματος, μὲ διοικητὴ τὸν ταγματάρχη Πετράκη, στὴν κορυφογραμμὴ τοῦ Ροντένη, δεξιά της θρυλικῆς Κλεισούρας.
Κάθε βράδυ, ἀπὸ τὶς 22-1-1941 καὶ ἔπειτα, στὶς 9.20 ἀκριβῶς, τὸ βαρὺ ἰταλικὸ πυροβολικὸ ἄρχιζε βολὴ ἐναντίον τοῦ τάγματος Πετράκη καὶ τοῦ δρόμου, ἀπ᾿ ὅπου περνοῦσαν τὰ μεταγωγικά. Πέρασαν ἡμέρες καὶ τὸ κακὸ συνεχιζόταν, δημιουργώντας ἐκνευρισμὸ καὶ ἀπώλειες. Τολμηροὶ ἀνιχνευτὲς τῶν ἐμπροσθοφυλακῶν καὶ ἀεροπόροι ἐξαπολύθηκαν μέχρι βαθιὰ στὶς ἰταλικὲς γραμμές, ἀλλὰ ἐπέστρεψαν ἄπρακτοι. Δὲν μποροῦσαν νὰ ἐντοπίσουν τὰ ἰταλικὰ πυροβόλα, ἴσως γιατὶ οἱ Ἰταλοὶ κάθε βράδυ τὰ μετακινοῦσαν.
Ἦταν ὅμως ἀπόλυτη ἀνάγκη νὰ ἐντοπισθοῦν οἱ ἐχθρικὲς θέσεις. Ἕνα βράδυ τοῦ Φεβρουαρίου ἀκούστηκαν πάλι οἱ ὁμοβροντίες τῶν ἰταλικῶν κανονιῶν.
– Παναγία μου, φώναξε τότε ὁ ταγματάρχης ἐντελῶς αὐθόρμητα, βοήθησέ μας! Σῶσε μας ἀπ᾿ αὐτοὺς τοὺς δαίμονες.
Ἀμέσως στὸ βάθος πρόβαλε ἕνα φωτεινὸ σύννεφο. Σιγὰ-σιγὰ σχημάτισε κάτι σὰν φωτοστέφανο. Καὶ κάτω ἀπ᾿ αὐτὸ μερικὰ ἀσημένια συννεφάκια σχημάτισαν τὴ μορφὴ τῆς Παναγίας, ἡ ὁποία ἄρχισε νὰ γέρνει πρὸς τὴ γῆ καὶ στάθηκε σ᾿ ἕνα φαράγγι, ἀνάμεσα σὲ δυὸ ὑψώματα τοῦ Μπούμπεση. Τὸ ὅραμα τὸ εἶδαν ὅλοι στὸ τάγμα καὶ ρίγησαν.
– Θαῦμα! βροντοφώναξε ὁ ταγματάρχης.
– Θαῦμα! Θαῦμα! ἐπανέλαβαν οἱ στρατιῶτες καὶ σταυροκοπήθηκαν.
Ἀμέσως ἔφυγε ἕνας σύνδεσμος μὲ σημείωμα τοῦ Πετράκη γιὰ τὴν πυροβολαρχία τοῦ Τζήμα. Σὲ δέκα λεπτὰ βρόντησαν τὰ ἑλληνικὰ κανόνια καὶ σὲ εἴκοσι ἐσίγησαν τὰ ἰταλικά. οἱ ὀβίδες μας εἶχαν πετύχει ἀπόλυτα τὸν στόχο.

ΥΜΝΟΛΟΓΙΑ

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος α’.
Τῆς ἐρήμου πολίτης.

Τῆς Σκέπης σου Παρθένε, ἀvuμνοῦμεν τάς χαρίτας,
ἣν ὡς φωτοφόρον νεφέλην, ἐφαπλοῖς ὑπὲρ ἔννοιαν,
καὶ σκέπεις τὸν λαόν σου νοερῶς, ἐκ πάσης τῶν ἐχθρῶν ἐπιβουλῆς. 
Σὲ γὰρ σκέπην καὶ προστάτιν καὶ βοηθόν, κεκτήμεθα βοῶντές σοι· 
Δόξα τοῖς μεγαλείοις σου Ἁγνή, δόξα τῇ θείᾳ Σκέπῃ σου,
δόξα τῇ πρὸς ἡμᾶς σου, προμηθείᾳ Ἄχραντε



https://aerapatera.wordpress.com/



Thursday, October 27, 2016

Μνήμες και Μαρτυρίες από το ΄40 και Την Κατοχή" - Συνέντευξη Αρχιεπισκόπου Σεραφείμ στην εφημερίδα ΕΘΝΟΣ, 30.09.1991

              "Αν υπήρξα αγωνιστής εις την Αντίστασιν 
                κατά των κατακτητών της χώρας μας, 
                αυτό υποδεικνύει ότι δεν φοβούμαι τον θάνατον"

Μνήμες και Μαρτυρίες από το ’40 και την Κατοχή, σελ. 100-102

– Πως βγήκατε στο βουνό Μακαριώτατε ;
– Το 1942, με χειροτόνησε ο Δαμασκηνός…, μου έδωσε το οφίκκιο του Αρχιμανδρίτου και με τοποθέτησε και πάλι ως Εφημέριο, ως Εφημερεύοντα Ιεροκήρυκα ακριβέστερα, στον Aγιο Λουκά Πατησίων. Εκεί, κατά το διάστημα που ήμουν διάκονος ακόμη, είχα αναπτύξει μια δράση, ας την πω εθνική.
Αναλογιζόμενος την πείνα και τη δυστυχία που είχε τότε η πατρίδα μας, ίδρυσα εκεί κάτι συσσίτια, στο προαύλιο του Ναού, σ’ έναν 
κήπο. Όταν εμείς δεν είχαμε να φάμε, εγώ τάιζα 600 παιδιά.

Στα κηρύγματά μου (…) ήμουν λιγάκι λαύρος κατά των κατακτητών και πολλές φορές κατά των εκτρεπομένων Ελλήνων ή Ελληνίδων, συμπραττόντων με τους κατακτητάς . Κινδύνευσε τότε και η ζωή μου ακόμη. Είχε έλθει στα αυτιά μου ότι « αυτός θα το φάει το κεφάλι του!» 
Όπως φαίνεται με παρακολουθούσε κι η οργάνωση του Ε.Δ.Ε.Σ. και μια μέρα με πλησίασαν και με βολιδοσκόπησαν, αν θέλω να βγω στο βουνό, στις αντάρτικες ομάδες του Ε.Δ.Ε.Σ. του Ζέρβα. Με προθυμία δέχθηκα και μυήθηκα μάλιστα από τον βιομήχανο που είχε εργοστάσια, Ευθύμιο Μπάρδη και τον δικηγόρο Ματσούκα στο κατάστημα του Μπάρδη .

– Θυμάστε την αναχώρησή σας; 
– Πήγα στο βουνό, σαράντα τρία η υπόθεση αυτή (…), δια μέσου Πατρών πέρασα στο Κρυονέρι με μια πνίχτρα , δεν θυμούμαι και τα’ όνομά της, ένα καραβάκι τέλος πάντων, του οποίου η ασφάλεια δεν ήταν και τόσο μεγάλη. Από εκεί με το τρενάκι έφθασα στο Αγρίνιο, βέβαια συστημένος πού θα πήγαινα, πού θα κατέλυα. Κατόπιν οδηγήθηκα έξω από το Αγρίνιο με τα πόδια, για να εξηγούμεθα, όδευα προς Ήπειρο παρακαλώ. Με τα πόδια. Στο δρόμο συνάντησα κι άλλους που πήγαιναν για αντάρτικο. Αξιωματικοί και λοιποί. Δεν θυμάμαι αν ήταν κι ο Λιλαίος τότε, ο νομικός σύμβουλος της Εκκλησίας σήμερα. Δεν θυμάμαι αν ήταν στην πορεία εκείνη κι αυτός . 
Περάσαμε τα χωριά του Αγρινίου και φθάσαμε στα Τζουμέρκα εν τέλει, στο στρατηγείο του Ζέρβα. Ο ίδιος μάλιστα ήταν σε περιοδεία εκείνες τις μέρες.

– Κληρικοί, Μακαριώτατε , είχαν πάει με το ΕΑΜ; 
– Από την άλλη πλευρά ήταν δύο Μητροπολίτες. Ο Ηλείας Αντώνιος και Κοζάνης Ιωακείμ. Αυτοί ήσαν με το ΕΑΜ. Ο Αρης Βελουχιώτης είχε και άλλους κληρικούς. Τον Ηγούμενο…

– Της Μονής Αγάθωνος, τον Γερμανό; 
– Ναι! Αυτός ο Γερμανός ήταν γνωστός ως καπετάν Ανυπόμονος. 
Επίσημα όμως εγώ ήμουν εκείνος πού αντιπροσώπευα την Εκκλησία της Ελλάδος στην Εθνική Αντίσταση. Αντιλαμβάνεσαι, μάχες από εδώ, μάχες από εκεί. Εναντίον των Γερμανών, εναντίον των Ιταλών και δυστυχώς, αυτό ήταν το άσχημο, και εναντίον των κομμουνιστών. Ενώ εμείς πολεμούσαμε τούς Γερμανούς,… μια ωραία πρωία μας επιτέθησαν κι οι κομμουνιστές στα υψώματα της Καλεντίνης και είμεθα μεταξύ δύο πυρών. 
Ο πόλεμος εμαίνετο… Ο στρατηγός Ζέρβας ενόμισε ότι ήμουν ό κατάλληλος για να μεταφέρω κάτι έγγραφα. Και τα μεν έγγραφα έφθασαν στην Αθήνα, όπου τα έστειλα, εγώ όμως έμεινα αμανάτι στην ‘ρτα, διότι προδόθηκα . Στην Καλεντίνη , θυμάμαι, ξημερωθήκαμε. Μ’ ένα σύνδεσμο που μου έδωσε ο Ζέρβας (…). Τότε δόθηκε σήμα ότι ανέβαιναν Γερμανοί. 
” Κάποτε, φθάσατε στην άρτα… 
” Οι άνθρωποι τρυπώσανε στους λόφους. Εγώ, λοιπόν, πήρα τον δρόμο για τον προορισμό μου. Ολομόναχος. Τόσο μυαλό είχα φαίνεται! Είχα κουράγιο όμως. Έφθασα στήν άρτα, αφού διανυκτέρευσα σ’ ένα χωριό άλλο, όπου είχε ο ΕΔΕΣ “σύνδεσμο”. Καλή του ώρα, ήταν διερμηνεύς στην Κομαντατούρ , πρέπει να ζει, τον λέγανε Λάμπρο Λάμπρου. Ήταν τότε υπάλληλος της Αγροτικής Τράπεζας στην ‘ρτα. Έμεινα το βράδυ στο σπίτι ενός δικηγόρου Παπαβησσαρίωνος , για να οδηγηθώ το πρωί στην Αρτα. 
Ήμουν χωρίς ταυτότητα. Δεν είχα ταυτότητα θεωρημένη. Ο “σύνδεσμος” με βοήθησε και πέρασα από το φυλάκιο των Γερμανών στη γέφυρα. Κατευθύνθηκα αμέσως στη Μητρόπολη, στο Δεσπότη, στον αείμνηστο άρτας και προκάτοχο μου στη Μητρόπολη αυτή Σπυρίδωνα, ο οποίος μάλιστα είχε εκφράσει στον Αρχιεπίσκοπο την επιθυμία να τον διαδεχθώ όταν πεθάνει. Αμέσως ενήργησε ή Μητρόπολις να βγει η άδεια μεταβάσεως μου στην Αθήνα. Αλλά φαίνεται ότι προδόθηκα. Τον πρώτο πού είδα μέσα στην πόλη από χιλιάδες κατοίκους ήταν ένας χασάπης, γνωστός στην άρτα. Χαιρετηθήκαμε. “Καλημέρα! Καλημέρα!” Αχ, λέω μέσα μου, κάηκα. Κακός οιωνός. Φαίνεται ότι με πρόδωσαν στους Γερμανούς κι οι Γερμανοί, ενώ τούς πήγα όλα τα χαρτιά, δεν μου έδιναν άδεια. Μου απαγόρευσαν την έξοδο…

– Τελικά, τα καταφέρατε… 
– Εν πάση περιπτώσει κι η οργάνωση ενήργησε και μου έστειλε χαρτιά από την Αθήνα ότι “μεταβαίνω εις άρταν μετ’ επιστροφής”. Έτσι, ένα πρωί τα βάζω στην τσέπη… κι ανεβαίνω σ’ ένα φορτηγό αυτοκίνητο, ένα γκαζοζέν, που μετέφερε πορτοκάλια. Μπήκα μέσα και είπα “Ό θεός βοηθός!” Το έσκασα από εκεί κι ήρθα στην Αθήνα. Μόλις έφθασα εδώ, οι Γερμανοί άρχισαν να ενοχλούν τον Δεσπότη στην άρτα, άλλοι πήγαιναν στον Αρχιερατικό Επίτροπο και με ζήταγαν. Έρχεται κάτω ο Δεσπότης και μου λέγει: “Φυλάξου! Θα σε πιάσουν οι Γερμανοί και θα σε σκοτώσουν”. Τότε έβαλα κάτι τζάμια γυαλιά και πήγαινα στην Σύνοδο. 
Τα βράδια όμως άλλαζα σπίτια, άλλοτε κοιμόμουν εδώ κι άλλοτε εκεί, ώσπου ξεκουμπίστηκαν…”.



Ο Μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος Σεραφείμ, (26.10.1913 – 10.04.1998) κατά κόσμον Βησσαρίων Τίκας του Χρήστου, διετέλεσε Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και Πάσης Ελλάδοςαπό το 1974 μεχρι το 1998.

Γεννήθηκε στις 26 Οκτωβρίου 1913 στο χωριό Αρτεσιανό Καρδίτσας. Ολοκλήρωσε τις βασικές του σπουδές στην Εκκλησιαστική Σχολή Κορίνθου και το 1940 αποφοίτησε από την Θεολογική Σχολή Αθηνών. Εκάρη μοναχός στη Ιερά Μονή Πεντέλης το 1938. Την επομένη μέρα της κουράς του, χειροτονήθηκε διάκονος από τον τότε Μητροπολίτη Κορινθίας Δαμασκηνό και τοποθετήθηκε εφημέριος στον Ιερό Ναό Αγίας Τριάδος στο Νέο Ηράκλειο. Το 1942, χειροτονήθηκε από τον τότε Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Δαμασκηνό πρεσβύτερος και αρχιμανδρίτης και υπηρέτησε ως εφημέριος και ιεροκήρυκας στον Ιερό Ναό του Αγίου Λουκά Πατησίων, αναλαμβάνοντας παράλληλα τη μέριμνα συσσιτίων που είχε πρωτοδημιουργήσει ο Αρχιεπίσκοπος Χρύσανθος. Την επόμενη χρονιά συμμετείχε στην Εθνική Αντίσταση, ενώ ο ίδιος σε συνέντευξή του στην εφημερίδα «ΕΘΝΟΣ» στις 30 Σεπτεμβρίου 1991 αναφέρει, «Το 1942, με χειροτόνησε ο Δαμασκηνός…, μου έδωσε το οφίκκιο του Αρχιμανδρίτου και με τοποθέτησε και πάλι ως Εφημέριο, ως Εφημερεύοντα Ιεροκήρυκα ακριβέστερα, στον Άγιο Λουκά Πατησίων. Εκεί, κατά το διάστημα που ήμουν διάκονος ακόμη, είχα αναπτύξει μια δράση, ας την πω εθνική.

Αναλογιζόμενος την πείνα και τη δυστυχία που είχε τότε η πατρίδα μας, ίδρυσα εκεί κάτι συσσίτια, στο προαύλιο του Ναού, σ’ έναν κήπο. Όταν εμείς δεν είχαμε να φάμε, εγώ τάιζα 600 παιδιά.
Όπως φαίνεται με παρακολουθούσε κι η οργάνωση του Ε.Δ.Ε.Σ. και μια μέρα με πλησίασαν και με βολιδοσκόπησαν, αν θέλω να βγω στο βουνό, στις αντάρτικες ομάδες του Ε.Δ.Ε.Σ. του Ζέρβα. Με προθυμία δέχθηκα και μυήθηκα μάλιστα από τον βιομήχανο που είχε εργοστάσια, Ευθύμιο Μπάρδη και τον δικηγόρο Ματσούκα στο κατάστημα του Μπάρδη». 
Στις 6 Σεπτεμβρίου του 1949, επί αρχιερατείας του Αρχιεπισκόπου Αθηνών Σπυρίδωνα εξελέγη Μητροπολίτης Άρτης, όπου και ανέπτυξε αξιόλογη δραστηριότητα ποιμαντορικού και φιλανθρωπικού χαρακτήρα, όπως ίδρυση νέων ναών, αποκατάσταση ζημιών παλαιοτέρων, ίδρυση γηροκομείου, οικοτροφείου απόρων μαθητών, παιδικό σταθμό, κατηχητικά σχολεία, φιλόπτωχα ταμεία και άλλες διακονίες. 
Στις 11 Μαρτίου του 1958, επί αρχιερατείας του αρχιεπισκόπου Αθηνών Θεοκλήτου Β΄, μετατέθηκε στη μητρόπολη Ιωαννίνων, και εκεί ανέπτυξε ευρύτερη εκκλησιαστική δράση, εθνική, κοινωνική και φιλανθρωπική. 
Στις 12 Ιανουαρίου 1974, εξελέγη Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος. Ο Μακαριστός Αρχιεπίσκοπος είχε ανακηρυχθεί επίτιμος διδάκτορας σε πολλά ξένα πανεπιστήμια, ενώ τιμήθηκε με σημαντικές ανώτατες διακρίσεις, όπως το Χρυσό Αριστείο Ανδρείας και τον Πολεμικό Σταυρό Α΄ τάξεως, καθώς και με το Μετάλλιο Εξαίρετων Πράξεων, όπως επίσης, του απονεμήθηκε και ο Μεγαλόσταυρος του Τάγματος της Τιμής.

 Οι πληροφιίες, όπως και όλη η εξόδιος ακολυθία του Ιεράρχη με κάποιους εξαίρετους και ιστορικούς επικήδειους λόγους που αξίζει να ακουστούν και σήμερα, βρίσκονται στον ακόλουθο σύνδεσμο:


Μεσάνυχτα στο ναό του αγίου Δημητρίου της Θεσσαλονίκης



26 Οκτωβρίου στη Θεσσαλονίκη.
Συννεφιά. Υγρασία. Ησυχία. Η πόλη έχει στραμμένο το βλέμα στον πολιούχο της. Βλέμα βουρκωμένο από συγκίνηση. Οι εκκλησιές λειτουργούν. Υμνούν τον μεγαλομάρτυρα. Το νεαρό λεβέντη που στα εικοσιδύο του χρόνια τα έδωσε όλα για την αγάπη του Χριστού. Η πόλη ανασαίνει την ανάσα του. Μυρίζει την ευωδιά που ξεχύνει το μύρο του και ο Οκτώβριος γίνεται άξαφνα Απρίλης. Οι εορτάζοντες απαστράπτουν. Οι τιμώντες την εορτή λάμπουν. Τηλέφωνα, επισκέψεις, αγάπες πολλαπλασιάζονται κι αυξάνουν στο φως που ξεχειλίζει από τη χάρη του. Το χνώτο του το νιώθεις στην ατμόσφαιρα. Το αλαφρό του βάδισμα το ακούς στις λεωφόρους. Το τροπάριό του, "Μέγαν εύρατο εν τοις κινδύνοις, σε υπέρχμαχον η οικουμένη..." φέρνει δάκρυα. Πολλοί οι κίνδυνοι, μεγάλη η οικουμένη, υπέρμαχος ο Δημήτριος. Μέσα σε κάθε μάχη, πάνω από κάθε μάχη νικητής. Μπροστά στους θηριώδεις γίγαντες των καιρών, νηφάλιος. Μπρος στην απελπισία, ελπιδοφόρος. Ο τρανός χιλίαρχος που κατατρυπούν οι λόγχες των άσημων και ανώνυμων στρατιωτών του σκότους που τα ονόματά τους η Ιστορία έσβησε, βαφτίζεται για δεύτερη φορά. Μετά το αγιασμένο νερό της βάφτισης λούζεται στο αίμα του μαρτυρίου για να γίνει όλος φως. Φως οικουμενικό.

Μεσάνυχτα στο σπίτι του. Στον ιερό ναό του. Πλήθος κόσμου. Ποιος είναι αυτός που τον προσκυνά ένα τόσο ετερόκλητο πλήθος; Φρικιά, θεούσες, φτωχολογιά, κουστουματισμένοι, παιδαρέλια, γέροντες; Άπειρος κόσμος από κάθε γειτονιά, κάθε τάξη, κάθε νοοτροπία, χαρακτήρα, παρελθόν και παρόν; Μπαίνουν στη σειρά. Περιμένουν υπομονετικά στην ουρά για ένα σταυρό, μια μετάνοια. Να προσκυνήσουν τον άγιο. Να τρυπώσουν στην μεγάλη στοργική αγκαλιά του. Όλους τους χωρά. Κανέναν δεν αρνείται. Όλους τους καταδέχεται. Τους ασπάζεται όλους. Δίνει δύναμη. Θα νικήσουμε βρε, μη φοβάστε, ψιθυρίζει. Τους σταυρώνει όλους. Τους ευλογεί. Τους χαϊδεύει απαλά στο κεφάλι. Είναι δικοί του. Παιδιά του. Ένα παιδί που έχει άπειρα παιδιά δικά του. Τα περισσότερα μεγαλύτερά του στην ηλικία. Μα η ηλικία της χάριτος που τον λούζει τον κάνει πατέρα τους. Μεσάνυχτα κι όμως θαρρείς πως είναι χάραμα. Θαρρείς και ξημερώνει νέα μέρα. Μεσάνυχτα. Κι όμως δεν είναι. Η πόλη ξυπνά σαν από λήθαργο. Οπλίζεται με θάρρος απαράμιλλο. Συνεπαίρνεται από τη ρωμαλαία προστασία του αγίου Δημητρίου. Χαμογελά. Μεθά. Σαν μέσα σε όνειρο σηκώνει το κεφάλι. Το κεφάλι που θέλησαν πολλοί να το τσακίσουν. Θα περάσουμε. Θα βγούμε πέρα. Σεισμοί πολλοί. Η πόλη ξέρει από σεισμούς. Κάθε άνθρωπος ξέρει από σεισμούς. Μα δεν είναι μόνος. Ούτε η πόλη είναι μόνη. Και πυρκαγιές πέρασε και σεισμούς και κατοχές και πολέμους. Δεν είναι μόνη. Ούτε η πόλη ούτε ο άνθρωπος. Ο Δημήτριος και ο Θεός του είναι εδώ ασπίδα και τείχος απροσμάχητο. Η Παναγία είναι εδώ. Είναι παντού. Όπου υπάρχει θλίψη, πόνος, αρρώστια, φτώχεια, πένθος. Μέσα στα συντρίμια, μέσα στα καταγώγια, στα βρώμικα σοκάκια. Τίποτα δεν αυτά βρε, λένε. Να δοκιμαστείτε λίγο, να δυναμώσετε, να βγείτε πέρα, κι εμείς από κοντά. Πώς να μεγαλώσει το τείχος της πόλης, αλλιώς; Πώς αλλιώς να γενεί η καρδιά σας πέλαγος για να χωρέσει τον κόσμο;
Θεέ του Δημητρίου, βοήθει μοι, λέει ο Νέστωρ. Μαζί του όλη η πόλη κι η οικουμένη ολάκερη επαναλαμβάνει: Θεέ του Δημητρίου, βοήθει μοι. Και ο άγιος καλπάζοντας πάνω στο κόκκινο άλογό του φτάνει αμέσως όπου τον καλούν και σκοτώνει τον κάθε Λυαίο.
Δοξασμένο το όνομά του.
Πάντα και του χρόνου...  

Tuesday, October 25, 2016

Τραγούδι του αγίου Δημητρίου


Τρίτου μ' αρχές του τέταρτου αιώνα ο μεγάλος
Δημήτριος, λαοφιλής όσο κανένας άλλος,
έζησε και διέλαμψε εις τη Θεσσαλονίκη
επί Διοκλητιανού και Μαξιμιανού. Στη νίκη
του μαθητή του Νέστορα έναντι του Λυαίου
είχε αυτός μερίδιο σαν δάσκαλος του νέου.
Ήτανε γόνος χριστιανών και δάσκαλος της πίστης,
διέπρεπε στην αρετή ως του Κυριου μύστης
κι επιτελούσε θαύματα ενώ ακόμα ζούσε
Ήτανε στρατιωτικός γενναίος κι αγαπούσε
τόσο πολύ τον Κύριο κι όλα τα πλάσματά του
που δε σκιαζόταν θάνατος αν έρχονταν μπροστά του
Ο Μαξιμιανός, λοιπόν, στέλνει να τον συλλάβουν
Στην πίστη μπρος, στην αρετή, σαν κάρβουνα ανάβουν
αυτοί που τις εχθρεύονται, και θένε να τους κάψουν
τους χριστιανούς κι από τη γη ει δυνατόν να πάψουν
Στη φυλακή ο άγιος Δημήτριος μεταβαίνει
και από νίκη ο βασιλιάς καθώς στην πόλη μπαίνει
φέρνει μαζί του γίγαντα, τον παλαιστή Λυαίο
και μέσα στον ιππόδρομο τον οδηγεί. Τυχαίο
δεν είναι αυτό το γεγονός. Θέλει να προκαλέσει
να επιδείξει δύναμη και έτσι να μπορέσει
τη δόλια εξουσιά του να ισχυροποιήσει.
"Ποιος το μπορεί μ' εμένανε δα να μονομαχήσει;"
φωνάζει, κράζει, ο παλαιστής, κι οι θεατές σκιαγμένοι
στέκουν βουβοί και απορούν τι να τους περιμένει
Τότε πηγαίνει ο Νέστορας μες στο κελί του αγίου
"Δώσε μου την ευχούλα σου, εμέ του τρισαθλίου
Να δώσει ο Πανάγαθος δύναμη να νικήσω
το γίγαντα, διδάσκαλε, σαν ίσος μ' έναν ίσο"
Σταυρώνει τον Δημήτριος, φιλεί του το κεφάλι
"Και στον Λυαίο νικητής θα βγεις και όλοι οι άλλοι
θα απορήσουν έντρομοι, μα και θα μαρτυρήσεις
σ' όλο το στάδιο, Χριστό." Μ' αυτές, λοιπόν, τις ρήσεις
τον χαιρετά ο Δημήτριος κι ο Νέστωρ γιγαντώνει
κι ας ήταν μια σταλλιά παιδί. Τον γίγαντα ζυγώνει
"Του Δημητρίου, Εσύ, Θεέ, βοηθησέ με τώρα"
φωνάζει και η πάλη τους αρχίζει. Κρατά ώρα
Βγαίνει ο Νέστωρ νικητής κι ο δυνατός νικιέται
Ο Μαξιμιανός λυσσά κι ο νους του, λες, χαλιέται
Στέλνει στρατιώτες στο κελί του αγίου και με λόγχες
λογχίζουνε το σώμα του. Αν βλέπαμε, οι κόγχες
το δάκρυ δε θα κράταγαν, μπροτά σε τόση φρίκη
που ο μεγαλομάρτυρας υπέστη σαν οι κρίκοι
από τις αλυσίδες του έπλεαν μες στο αίμα
Το λείψανο παράτησαν, κι ο Λούπος ένα δέμα
τα ρουχαλάκια έκανε τα χιλιοματωμένα
μα και το δαχτυλίδι του που ο άγιος φορούσε
Στους πονεμένους πήγαινε, μ' αυτά θαυματουργούσε
Το 'μαθε ο Μαξιμιανός, τον αποκεφαλίζει
κι ο Λούπος τον Δημήτριο έτσι τον αντικρίζει
μες στην αγκάλη του Θεού και χαίρεται μαζί του
αφού απέβη μάρτυρας και γνήσιο παιδί του
Θεσσαλονίκης γίνεται ο μέγας Πολιούχος
ο άγιος Δημήτριος. Μετά συνδικαιούχος
μαζί του, ο Γρηγόριος ο Παλαμάς ο μύστης
της νοεράς της προσευχής της άγιάς μας πίστης 



Εμπνευσμένα από το Φθινοπωρινό Συναξάρι του Αρχιμανδρίτη Ανανία Κουστένη, τόμος Β ΄, Ακτή, Λευκωσία 2008 




Monday, October 24, 2016

Σβήσε τα μάτια μου - Ράινερ Μαρία Ρίλκε - μτφ. Κωστής Παλαμάς



Σβήσε τα μάτια μου - μπορώ να σε κοιτάζω
Τ' αφτιά μου σφράγισέ τα, να σ' ακούω μπορώ
Χωρίς τα πόδια μου μπορώ να 'ρθω σ' εσένα
Και δίχως στόμα θα μπορώ να σε παρακαλώ
Κόψε τα χέρια μου, θα σε σφιχταγκαλιάζω
σαν να 'ταν χέρια, όμοια καλά, με την καρδιά
Σταμάτησέ μου την καρδιά και θα καρδιοχτυπώ με το κεφάλι
Κι αν κάνεις το κεφάλι μου συντρίμμια, στάχτη, εγώ
μέσα στο αίμα μου θα σ' έχω πάλι.


Rainer Maria Rilke (μτφρ. Κ.Παλαμάς)
Μας το έστειλε ο π.Βασίλειος Χριστοδούλου  

Sunday, October 23, 2016

Όταν χωρίζουν φίλοι - Καλή βδομάδα


Όταν χωρίζουν φίλοι
που χρόνια έπιναν κρασί από κοινό ποτήρι
δεν είναι αιτία μια κουβέντα
που 'πε ο ένας σε μια άκαιρη στιγμή στον άλλο
Αν η συγνώμη δεν τον φέρει πίσω
και την πλάτη ανεπίστροφα γυρίσει
στα χρόνια της απλόχεροης αγάπης
όχι, δε θα φταίει ποτέ μια κουβέντα παρπάνω 
που ειπώθηκε άστοχα
Θα φταίει ένα παλιό κρυφό βουβό σαράκι 
που κατέφαγε το ξύλο της φιλίας
πάθος παλιό κι αγιάτρευτο 
καμωμένο από ζήλια
ανάγκη επιβεβαίωσης, 
τρόμο αμφισβήτησης 
φαντάσματα που διαφεντεύουνε καμιά φορά 
τις άμοιρες καρδιές
Ήτανε πράγματι πικρό το μπρούσκο που σε κέρασα
Έσπασες το ποτήρι κι έφυγες 
σαν να μην πίναμε για χρόνια 
τα πικρά με τα γλυκά παρέα
Μες στη κόκκινη λίμνη 
που στο τραπέζι σχηματίστηκε 
έπεσαν αλμυρά τα δάκρυά μου
Νέρωσε, φίλε, το παλιό κρασί 
Ούτε να το μαζέψω μπόρεσα
ούτε και να το κεράσω σ' άλλον
Το αίμα έγινε νερό
Καλά να είσαι









Κυριακὴ ΣΤ᾽Λουκᾶ



Αποτέλεσμα εικόνας για στ λουκα

(Λουκ. 8,26-39)

Τῷ καιρῷ ἐκείνω, ἐλθόντι τῷ Ἰησοῦ 

26. εἰς τὴν χώραν τῶν Γαδαρηνῶν, 

27. ὑπήντησεν αὐτῷ ἀνήρ τις ἐκ τῆς πόλεως, ὃς εἶχε δαιμόνια ἐκ χρόνων ἱκανῶν, καὶ ἱμάτιον οὐκ ἐνεδιδύσκετο καὶ ἐν οἰκίᾳ οὐκ ἔμενεν, ἀλλ’ ἐν τοῖς μνήμασιν. 
28. ἰδὼν δὲ τὸν Ἰησοῦν καὶ ἀνακράξας προσέπεσεν αὐτῷ καὶ φωνῇ μεγάλῃ εἶπε· τί ἐμοὶ καὶ σοί, Ἰησοῦ, υἱὲ τοῦ Θεοῦ τοῦ ὑψίστου; δέομαί σου, μή με βασανίσῃς.
29. παρήγγειλε γὰρ τῷ πνεύματι τῷ ἀκαθάρτῳ ἐξελθεῖν ἀπὸ τοῦ ἀνθρώπου. πολλοῖς γὰρ χρόνοις συνηρπάκει αὐτόν, καὶ ἐδεσμεῖτο ἁλύσεσι καὶ πέδαις φυλασσόμενος, καὶ διαρρήσσων τὰ δεσμὰ ἠλαύνετο ὑπὸ τοῦ δαίμονος εἰς τὰς ἐρήμους.
30. ἐπηρώτησε δὲ αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς λέγων· τί σοί ἐστιν ὄνομα; ὁ δὲ εἶπε· λεγεών· ὅτι δαιμόνια πολλὰ εἰσῆλθεν εἰς αὐτόν·
31. καὶ παρεκάλει αὐτὸν ἵνα μὴ ἐπιτάξῃ αὐτοῖς εἰς τὴν ἄβυσσον ἀπελθεῖν. 
32. ἦν δὲ ἐκεῖ ἀγέλη χοίρων ἱκανῶν βοσκομένων ἐν τῷ ὄρει· καὶ παρεκάλουν αὐτὸν ἵνα ἐπιτρέψῃ αὐτοῖς εἰς ἐκείνους εἰσελθεῖν· καὶ ἐπέτρεψεν αὐτοῖς.
33. ἐξελθόντα δὲ τὰ δαιμόνια ἀπὸ τοῦ ἀνθρώπου εἰσῆλθον εἰς τοὺς χοίρους, καὶ ὥρμησεν ἡ ἀγέλη κατὰ τοῦ κρημνοῦ εἰς τὴν λίμνην καὶ ἀπεπνίγη. 
34. ἰδόντες δὲ οἱ βόσκοντες τὸ γεγενημένον ἔφυγον, καὶ ἀπήγγειλαν εἰς τὴν πόλιν καὶ εἰς τοὺς ἀγρούς. 35. ἐξῆλθον δὲ ἰδεῖν τὸ γεγονός, καὶ ἦλθον πρὸς τὸν Ἰησοῦν καὶ εὗρον καθήμενον τὸν ἄνθρωπον, ἀφ’ οὗ τὰ δαιμόνια ἐξεληλύθει, ἱματισμένον καὶ σωφρονοῦντα παρὰ τοὺς πόδας τοῦ Ἰησοῦ, καὶ ἐφοβήθησαν. 
36. ἀπήγγειλαν δὲ αὐτοῖς οἱ ἰδόντες πῶς ἐσώθη ὁ δαιμονισθείς.
37. καὶ ἠρώτησαν αὐτὸν ἅπαν τὸ πλῆθος τῆς περιχώρου τῶν Γαδαρηνῶν ἀπελθεῖν ἀπ’ αὐτῶν, ὅτι φόβῳ μεγάλῳ συνείχοντο. αὐτὸς δὲ ἐμβὰς εἰς τὸ πλοῖον ὑπέστρεψεν.
38. ἐδέετο δὲ αὐτοῦ ὁ ἀνήρ, ἀφ’ οὗ ἐξεληλύθει τὰ δαιμόνια, εἶναι σὺν αὐτῷ· ἀπέλυσε δὲ αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς λέγων· 
39. ὑπόστρεφε εἰς τὸν οἶκόν σου καὶ διηγοῦ ὅσα ἐποίησέ σοι ὁ Θεός. καὶ ἀπῆλθε καθ’ ὅλην τὴν πόλιν κηρύσσων ὅσα ἐποίησεν αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς.


Saturday, October 22, 2016

Καιρός δεν είναι;


Έξω απ' το σπίτι κοκκινίζουν τα φύλλα
Έξω απ' το σπίτι τα φύλλα πέφτουν
Έξω απ' το σπίτι άλλα φύλλα πατώ 
και άλλα με πατούνε
Ήρθε ο καιρός να ανοίξω τα παράθυρα 
Να μπουν τα φύλλα μες στο φτωχικό μου
Στη φτωχή μου καρδιά
Στα άπορα χέρια μου
Ήρθε ο καιρός να γίνω φυλλοβόλο δέντρο




Thursday, October 20, 2016

Το Δέντρο του Αίματος


Καταμεσής του καταπράσινου δάσους
ένα δέντρο γηραιό όσο κι ο κόσμος
είχε φωτιά τα φύλλα κατακόκκινα
Πώς σε λένε δέντρο; το ρώτησα
Το όνομά μου κανένας δεν το πρόφερε, απάντησε
Άλλοι με είπανε Μηλιά, άλλοι Συκιά, Ροδιά οι τρίτοι
Δέντρο Ζωής
Δέντρο της Γνώσης του Καλού και του Κακού
Δέντρο της ρίζης Ιεσσαί
Σταυρό
Ήμουνα πράγματι ο πρόγονος όλων αυτών 
Στάθηκα και απόγονος τους παραδόξως
Μα τ' αληθινό μου όνομα ήταν
και θα παραμείνει όσο ζω
Δέντρο του Αίματος

Το Φθινόπωρο έβαψε το δάσος
Το δάσος το χώμα
Το χώμα το νερό
Το νερό τον ουρανό
Για να μην το λησμονήσω

Wednesday, October 19, 2016

Φθινοπωρινό βράδυ στο βουνό - Wang Wei


Έρημο όρος κατόπιν βροχής
βράδυ έρχεται το φθινόπωρο
λαμπρή σελήνη φέγγει στα πεύκα
γάργαρη πηγή ρέει στις πέτρες
φωνές στα μπαμπού: επιστρέφουν οι κοπέλες 
                                                     από πλύσιμο
κινούνται οι λωτοί: κατεβαίνει η ψαρόβαρκα
ευωδία ανοιξιάτικη σταματά
αλλ' εσύ αρχοντόπουλο μπορείς να μείνεις



Monday, October 17, 2016

Από την ΜΕΘΟΔΟ ΤΟΥ «ΑΡΑ» - Ελύτη


Μπαίνοντας ο εικοστός αιώνας στο τελευταίο του τέταρτο, αισθάνομαι άστεγος και περιττός. Όλα είναι κατειλημμένα – ως και τ’ άστρα. Οι άνθρωποι έχουν απαλλαγεί από κάθε παιδεία, όπως στην εποχή του Τσέγκις Χαν, και δεν ερωτεύονται ούτε κατ’ ιδέαν. Πρωθυπουργοί συναλλάσσονται με προσωπιδοφόρους, ποικίλες ομάδες καταλαμβάνουν αεροπλάνα και συλλαμβάνουν ομήρους, ενώ οι κολεγιόπαιδες λύνουν εκπληκτικές εξισώσεις με μιαν ευκολία που είναι ν’ απορείς: συν, πλην, διά, επί -άρα. Το μυστικό στη ζωή αυτή, φαίνεται, δεν είναι αν είσαι δούλος ή όχι· καθόλου. Είναι να οδηγείσαι με συνέπεια σε κάποιο «άρα» και να ‘χεις έτοιμη την απάντηση. Πολύ ωραία. Μπροστά όμως σε μια φράση ποιητική, για ποιο λόγο αυτό το «άρα» στομώνει;
Το μυαλό μας κάνει μαιάνδρους απίθανους προκειμένου στο μέλλον να σταδιοδρομήσει στα εργαστήρια, στους ηλεκτρονικούς εγκεφάλους, οπουδήποτε οσφραίνεται όφελος χειροπιαστό. Προκειμένου όμως να καταλήξει σε μια συνειδητοποίηση του είναι παραμένει στην πρώτη του Δημοτικού. Γιατί; 
Λευκό βουνάκι πρόβατα κινούμενο βελάζει· άρα; Μηδέν ο μαθητής. -Ο ήλιος κυκλοδίωκτος, ως αράχνη, μ’ εδίπλωνε· άρα; Κενό.
Το τρανζίστορ μας, ναι· αυτό ξέρουμε να το λύνουμε και να το επανασυνδέουμε στο άψε σβήσε.

 

Επειδή -να το πούμε κι αυτό- ελευθερία δεν είναι να κινείσαι ανεμπόδιστα στο πεδίο που σου έχει δοθεί. Να διευρύνεις αυτό το πεδίο, και δη κατά τη διάσταση της αναλογίας των αισθήσεων, αυτό είναι. Διαθέτοντας καινούριες μονάδες για τη μέτρηση του κόσμου. Τότε μόνον προχωρείς ταυτόχρονα προς όλες τις κατευθύνσεις, που σημαίνει: αναπτύσσεις ένα πρίσμα διάφανο, ικανό να σε κάνει να βλέπεις όπως ακούς, ή ν’ ακούς όπως βλέπεις, και ούτω καθεξής, όπως μόνον η ψύχη γίνεται να το επιτρέψει. Ένα ρυάκι δεν είναι απλώς λίγο νερό που κατρακυλάει τον κατήφορο· είναι η λαλούσα κι εύχαρις υποδήλωση της παιδικής ηλικίας των πραγμάτων. Λίγη ξερή, τριμμένη στα δάχτυλά σου, μέντα σε πάει ολόισια στη σκέψη των Ιώνων. Τα χάδια σου είναι η μετάθεση μιας απαλής μουσικής, με όλα τα andante και τα allegro της, πάνω στην επιδερμίδα. Κι εκείνο το φυτό αντικρύ σου, που διαιρεί άνισα πλην σωστά το χώρο, είναι η αόρατη γεωμετρία που διέπει στο βάθος ολάκερη την οικουμένη. Να, αυτή είναι μια ελευθερία πραγματική, που έχει τη δύναμη τη γενική ν’ αναστέλλει όλες τις επιμέρους αναστολές σου και να σε κάνει, κάθε φορά που τρως μια συναγρίδα ψητή, να τρως κι από λίγο Αιγαίο, με αντίς  λεμόνι δυο τρεις οξείς στίχους του Αρχίλοχου.

«ΕΝ ΛΕΥΚΩ» Εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ
¹Η ΜΕΘΟΔΟΣ ΤΟΥ «ΑΡΑ» (1976) δημοσιεύτηκε στο ειδικό αφιέρωμα στον Οδυσσέα Ελύτη του περιοδικού ΧΑΡΤΗΣ 21-23, 1986

Sunday, October 16, 2016

Κυριακὴ Δ᾽Λουκᾶ

Αποτέλεσμα εικόνας για δ λουκα

(Λουκ. 8,5-15)

Εἶπεν ὁ Κύριος τὴν παραβολὴν ταύτην·
5. ἐξῆλθεν ὁ σπείρων τοῦ σπεῖραι τὸν σπόρον αὐτοῦ. καὶ ἐν τῷ σπείρειν αὐτὸν ὃ μὲν ἔπεσε παρὰ τὴν ὁδόν, καὶ κατεπατήθη, καὶ τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ κατέφαγεν αὐτό·
6. καὶ ἕτερον ἔπεσεν ἐπὶ τὴν πέτραν, καὶ φυὲν ἐξηράνθη διὰ τὸ μὴ ἔχειν ἰκμάδα·
7. καὶ ἕτερον ἔπεσεν ἐν μέσῳ τῶν ἀκανθῶν, καὶ συμφυεῖσαι αἱ ἄκανθαι ἀπέπνιξαν αὐτό· 
8. καὶ ἕτερον ἔπεσεν εἰς τὴν γῆν τὴν ἀγαθήν, καὶ φυὲν ἐποίησε καρπὸν ἑκατονταπλασίονα.
9. Ἐπηρώτων δὲ αὐτὸν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ λέγοντες· τίς εἴη ἡ παραβολή αὕτη.
10. ὁ δὲ εἶπεν· ὑμῖν δέδοται γνῶναι τὰ μυστήρια τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ, τοῖς δὲ λοιποῖς ἐν παραβολαῖς, ἵνα βλέποντες μὴ βλέπωσι καὶ ἀκούοντες μὴ συνιῶσιν.
11. Ἔστι δὲ αὕτη ἡ παραβολή· ὁ σπόρος ἐστὶν ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ·
12. οἱ δὲ παρὰ τὴν ὁδόν εἰσιν οἱ ἀκούσαντες, εἶτα ἔρχεται ὁ διάβολος καὶ αἴρει τὸν λόγον ἀπὸ τῆς καρδίας αὐτῶν, ἵνα μὴ πιστεύσαντες σωθῶσιν. 
13. οἱ δὲ ἐπὶ τῆς πέτρας οἳ ὅταν ἀκούσωσι, μετὰ χαρᾶς δέχονται τὸν λόγον, καὶ οὗτοι ῥίζαν οὐκ ἔχουσιν, οἳ πρὸς καιρὸν πιστεύουσι καὶ ἐν καιρῷ πειρασμοῦ ἀφίστανται.
14. τὸ δὲ εἰς τὰς ἀκάνθας πεσόν, οὗτοί εἰσιν οἱ ἀκούσαντες, καὶ ὑπὸ μεριμνῶν καὶ πλούτου καὶ ἡδονῶν τοῦ βίου πορευόμενοι συμπνίγονται καὶ οὐ τελεσφοροῦσι. 
15. τὸ δὲ ἐν τῇ καλῇ γῇ, οὗτοί εἰσιν οἵτινες ἐν καρδίᾳ καλῇ καὶ ἀγαθῇ ἀκούσαντες τὸν λόγον κατέχουσι καὶ καρποφοροῦσιν ἐν ὑπομονῇ.
[Ταῦτα λέγων ἐφώνει· ὁ ἔχων ὦτα ἀκούειν ἀκουέτω][5].



Friday, October 14, 2016

Τραγούδι του αγίου Λουκιανού


Εκεί στην Αντιόχεια, τον τρίτο τον αιώνα
θα ζήσει ο Λουκιανός. Στα δώδεκά του χρόνια
θα ορφανέψει από γονείς. Θα τον περιμαζέψουν
πατέρες απ' την ξακουστή μεγάλη Εκκλησια
αφού μοιράσουν στους φτωχούς όλη την περιουσία
την πατρική, που του 'λαχε για να κληρονομίσει
Απείραστος στον πειρασμό του πλούτου θα βαδίσει
ελεύθερος κι ανάλαφρος να καρπωθεί τη γνώση
Μαθαίνει γράμματα πολλά κι όλα θα τα ενώσει
ιδρύοντας τη Θεολογική σχολή Αντιοχείας
που ερμηνεύει τις Γραφές και γίνεται ευωχίας
κέντρο μεγάλο και τρανό. Αφού χειροτονείται
πρεσβύτερος, το άστρο του πλέον δε συγκρατείται
Γίνεται όλος ένα φως όπως το όνομά του
σημαίνει, και σκορπά το φως σιμά και μακριά του
Πάει στη Νικομήδεια για να ενδυναμώσει
τους χριστιανούς που βάλλονται και να τους εμψυχώσει
Ένας στους δέκα μαρτυρεί και οι εννιά αλλάζουν
έχουν ανάγκη οι ψυχές όταν τις δοκιμάζουν
Γίνεται αλείπτης των πιστών, είναι ο προπονητής τους
και βοηθάει πάμπολλους σαν καθοδηγητής τους
Τόση είναι η χάρη του που όταν περπατάει
τον βλέπουν όσοι επιθυμεί και όσους αγαπάει
κι όσοι δεν πρέπει να τον δουν, αόρατος διαβαίνει
μπροστά από τα μάτια τους, δεν ξέρουν τι συμβαίνει
Τα 'μάθε ο Μαξιμιανός, κατ' άλλους Μαξιμίνος
Να τον καλέσει σκέφτεται, πέφτει πάνω του σμήνος
"Μην τον καλέσεις, βασιλιά, και μην τυχόν κοιτάξεις
τα μάτια του που αν σε δουν κι εσύ μετά θ' αλλάξεις"
του λεν "θα γίνεις χριστιανός προτού το καταλάβεις.
Για τούτο, βάλε παραβάν, αφότου τον συλλάβεις
κι εξέτασέ τον ύστερα". Συναίνεσε εκείνος
Κρύφτηκε και του ζήτησε ν' αλλάξει. Όμως τίνος
την αλλαγή απαίτησε; "Έβγα και κοίταξέ με",
του λέει ο Λουκιανός. "Μετά κανόνισέ με,
γιατί εγώ για αλλαγή ούτε το συζητάω.
Αν θέλεις, εσύ άλλαξε. Εγώ αυτό ζητάω"
Πού να κοιτάξει ο βασιλιάς; Είναι σπαθί, που λέει
και ο λαός, το πρόσωπο. Στη θάλασσα να πλέει
τον πέταξε, αφού πιο πριν μαρτύρια υπέστη
Μα ξάφνου μέσα από τους βυθούς το σκήνωμα ανέστη
καβάλα σε ολόγλυκο δελφίνι που τον βγάζει
ως τη στεριά, ώστε αυτό το πλήθος που κοιτάζει
να μείνει έκθαμβο, κι ευθύς σε τάφο να τον θάψουν
Όταν οι μπόρες των διωγμών κάποτε πια θα πάψουν
η αγία Ελένη θε να 'ρθει για να τον προσκυνήσει
και μες στη Νικομήδεια ναό θε να του χτίσει
Που ήταν άγιος λαμπρός, μάρτυς από τους λίγους
κι έκανε και την κριτική έκδοση της Αγίας
Γραφής με επιστημονικό τρόπο της Ιστορίας
Κάθε σελίδα τρίστηλο με σχόλια, σημειώσεις 
πλήρη αποκατάσταση και δίχως αλλοιώσεις

  
Εμπνευσμένα από το Φθινοπωρινό Συναξάρι του Αρχιμανδρίτη Ανανία Κουστένη, τόμος Α ΄, Ακτή, Λευκωσία 2008