Labels

Friday, September 30, 2016

Τραγούδι του Αγίου Γρηγορίου, επισκόπου της Αρμενίας


Επί Διοκλητιανού, εκεί στην Αρμενία
έζησε ο Γρηγόριος. Ξέσπασε η μανία
του γδικιωμού επάνω του. Τον βασιλιά της χώρας
θανάτωσε ο πατέρας του, και το κακό της μπόρας
πλήρωσε ο Γρηγόριος απ' τον διάδοχό του.
Τι φταίει ο γιος, αν ο γονιός χρωστά λογαριασμό του
Δεν έχει νομοτέλεια η ηθική η πράξη 
όπως η βιολογική -κι αυτή κατά την τάξη
Μα ο Τιριδάτης θύμωσε, τον άγιο θα φωνάξει
με απειλές την πίστη του πασχίζει να αλλάξει
Ακλόνητος ο άγιος στην πίστη την αγία
σ' ένα πηγάδι θα βρεθεί με άγρια θηρία
και ιοβόλα ερπετά. Τον Δανιήλ ομοιάζει
στο λάκκο των λεόντων του. Κανένα δεν πειράζει
κι αυτόν όπως κι εκείνονα. Περνούνε τόσοι χρόνοι
μόνο με ψίχουλα ψωμιού καθώς χήρα ζυγώνει
και ρίχνει καθημερινά. Αυτά τα δεκαπέντε
χρόνια εκεί ο άγιος, μα που 'ναι ο Τιριδάτης;
Ο νους του πάει, σάλεψε. Ο άμοιρος σατράπης
τώρα τρώει τις σάρκες του και στο βουνό τους χοίρους
πάει και βόσκει σαν βοσκός που δεν κατέχει κλήρους
κι αξίωμα βασιλικό, στέμμα, δόξα δική του
Νύχτα ένας ουράνιος πάει στην αδερφή του
Αν το Γρηγόριο ευθύς δε βγάλει απ' το πηγάδι
δε θα σωθεί ο βασιλιάς και θα βρεθεί στον Άδη
της λέει κι αυτή τρέχοντας στους άρχοντες πηγαίνει
Η συνοδεία πάραυτα στο φρέαρ μεταβαίνει
Τον άγιο ακέραιο κι αλώβητο τον βγάζει
Δεν είχε πάθει τίποτα. Το φως που απαυγάζει
το ωραίο του το πρόσωπο τους κάνει και σαστίζουν
Μα εκεί που όλοι έκθαμβοι τον άγιο αντικρίζουν
αυτός θερμά προσεύχεται εις τον Θεό να δώσει
στον Τιριδάτη την υγειά, τους φρένας του να σώσει
Αυτό ποθεί γι' αναταμοιβή, κι ο βασιλέας γιάνει
Πιστεύει και βαπτίζεται και ύστερα τι κάνει
Επίσκοπο της χώρας του τον άγιο τον χρίζει
Ν' αμοίψει θέλει το καλό που του 'κάνε και χτίζει
και Εκκλησιίες πάμπολες . Των Αρμενίων όλων
γίνεται ο Γρηγόριος, ο φωτιστής, παρόλων
τόσων δεινών που τράβηξε. Κι ύστερα σύνεχίζει,
αφού Αρχιεπίσκοπο βασιλοπαίδι χρίζει,
στις γύρω χώρες να γυρνά και σ' όλους να κηρύττει
Σε γήρας έφθασε βαθύ, και επί τη αρρήτη
φιλανθρωπία του Θεού για την υπομονή του
που τόσα χρόνια πέρασε στο σκοτεινό πηγάδι
άστρο τον έκανε ο Θεός και ήλιο στο σκοτάδι



Εμπνευσμένο από το Φθινοπωρινό Συναξάρι του Αρχιμανδρίτη Ανανία Κουστένη, τόμος Α ΄, Ακτή, Λευκωσία 2008 

Wednesday, September 28, 2016

Τραγούδι του Αγίου Κυριακού του Αναχωρητή


Ο Κυριακός στην Κόρινθο, επί Θεοδοσίου 
του δεύτερου, γεννήθηκε. Ο βίος του οσίου  
αρχίζει απ' τον πατέρα του που 'τανε ιερέας
και τον Δεσπότη θείο του. Γόνος τέοιας παρέας
γαλουχημένος νάματα γλυκά και άγιους τρόπους
δεκαοχτώ χρονών τραβά για τους Αγίους Τόπους
Τα αφήνει όλα πίσω του, τόση την δίψα είχε
που απ' τα χνάρια του Χριστού δεν άντεχε να απείχε
Χάρηκε κι έκλαψε εκεί, ευφράνθηκε η ψυχή του
Στου Ευθυμίου τη μονή πάει για την ευχή του
Ο Μέγας ο Ευθύμιος αμέσως διαβλέπει
με το προορατικό χάρισμα που διαθέτει
πως ο μικρός ο Κυριακός πολύ τρανός θα γίνει
Έτσι κοντά στον άγιο και ο μικρός θα μείνει
Καλογεράκι γίνεται και τόσο προοδεύει
που ο Θεός του δώρισε χάρισμα να γιατρεύει
όπως και ο Ευθύμιος. Στην έρημο τραβούσε
κι εκεί αγωνιζότανε, τα πάθη του νικούσε
Μόνος με τον ερώμενο Χριστό να κουβεντιάζει
ήθελε κι ας ο σατανάς όλο και τον πειράζει
Η χάρη του ως τον ουρανό έφθασε και θα γίνει
στη Λαύρα του Χαρίτωνα ηγούμενος. Θα μείνει
ως τα βαθιά γεράματα εκεί κι εκεί θα λάμψει
έως τα εκατόν εφτά χρόνια δίχως να πάψει
τον Κύριό του να υμνεί μέχρι την κοίμησή του
ο του Κυρίου, Κυριακός, όνομα ταύτισή του.
Από την αγαθότητα που 'χε, όλα τα μέλη
του σώματός του μείνανε άφθαρτα και τα σκέλη
όπως σαν ήταν έφηβος. Δε γέρασε ο γέρων
την εφηβεία στο κορμί και στην ψυχή του φέρων
τιμάται και στην Κόρινθο μα και στον κόσμο όλο
και μας συντρέχει ερχόμενος απ' του ουρανού το θόλο


  Εμπνευσμένο από το Φθινοπωρινό Συναξάρι του Αρχιμανδρίτη Ανανία Κουστένη, τόμος Α ΄, Ακτή, Λευκωσία 2008 

Tuesday, September 27, 2016

Τραγούδι του Αγίου Χαρίτωνα


Του Ικονίου ήτανε ο όσιος βλστάρι
κι ήταν λεπτός και ευγενής σαν το ξανθό το στάρι
Τρίτο αιώνα έζησε, τόσο ευλογημένος
Χαρίτων, χαριτόβρυτος και τρισχαριτωμένος
Κήρυττε σ' όλους τον Χριστό κι ας οι διωγμοί ξεσπούσαν
του Αυρηλλιανού, κι εκεί πόσοι δε μαρτυρούσαν
Τον φώναξε ο διοικητής: "Αυτό μη μου το κάνεις,
του λέει, τη θρησκεία μας στο στόμα σου μην βάνεις
Αρχαία είν' τα είδωλα κι η πίστη των προγόνων
παίρνεις ανθρώπους στο λαιμό δικών τους απογώνων
Πάψε, λοιπον, το κήρυγμα της νέας σου θρησκείας
και κάνε κάποια πράγματα άλλης σου αρεσκείας"
"Εγώ ν' αλλάξω, δεν μπορώ. Θα ευχόμουνα ν' αλλάξεις
εσύ και η παρέα σου, διοικητά της τάξης"
Οργίστηκε ο άρχοντας, σκληρά τον βασανίζει
Με σιδερένιους όνυχες τη σάρκα του ξεσχίζει
δαυλούς ανάβει, βάναυσα το σώμα του φλογίζει
και τον οσιομάρτυρα στο τέλος φυλακίζει
(Αγιασμένες φυλακές, πόσους φιλοξενήσαν
αγίους, αδικούμενους που ούτε και προξενήσαν 
κάτι κακό οι ταπεινοί και ταλαιπωρημένοι
Μέχρι και τον Χριστό σ' αυτές ανάγκασαν να μένει) 
Περνούνε και παρέρχονται ακάθεκτοι οι χρόνοι
κι ο Αυρηλιανός, λοιπόν, πεθαίνει εις την Ρώμη
Αφήνουν τον Χαρίτωνα ελεύθερο να πάει
στους Άγιους Τόπους που ποθεί να δει όσα πατάει 
το πόδι του Κυρίου του σαν ήρθε μες στην πλάση
Στον δρόμο,  τού ορμούν ληστές, δεν πρόλαβε να φτάσει
εκεί που πόθαγε η ψυχή. Τον πάνε στη σπηλιά τους
Σε μία άκρη τον πετούν, λεφτά ζητούν, μα αλιά τους,
πού να τα βρει ο δύστυχος. Ένας ο θησαυρός του
κι αυτός ήταν πνευματικός, ο Κύριος Θεός του
Μια μέρα πάνε στη δουλειά κι αφήνουν σε δοχείο
κρασί να πιούνε ύστερα, μα ζωντανό στοιχείο,
μία οχιά φαρμακερή, θα χύσει το φαρμάκι
μέσα στο κιούπι κι ύστερα σαν πιουν στο ποτηράκι
όλο τους το παλιό κρασί, όλοι τους θα πεθάνουν
Την ίδια ώρα τα δεσμά άγγελοι θα τα κάνουν
λυμένα πια να σωριαστούν. Ο όσιος γονατίζει
με πόνο και με δάκρυα για τις ψυχές ψελλίζει
την προσευχή του τη θερμή, για να τους συγχωρέσει
ο Κύριος, και στην χαρά κι αυτούς να τους χωρέσει
Μια φώτιση τού έρχεται τ' αγίου σαν τελειώνει
την προσευχή, και τη σπηλιά έτσι μεταμορφώνει
Λοιπόν, τη μετασκέυασε, έθαψε τους ληστές του 
Τι τυχεροί που στάθηκαν να γίνουν κτίτορές του 
Έτσι εργάζεται ο Θεός. Όλων τη σωτηρία
ποθεί μ' αγάπη περισσή, τους σώζει απ' τα θηρία
Με τον καιρό προσέρχονται πλήθη πολλά να γίνουν
καλόγεροι που στη σπηλιά-μονή θα παραμείνουν
Ερωδιοί και εραστές Κυρίου που δοξάζουν
ακοίμητοι τον Πλάστη τους κι ενώ αυτοί μονάζουν
το μοναστήρι της σπηλιάς γίνεται μία Λαύρα 
μεγάλη πια όπου φυσά Ιησού Χριστού η αύρα
Ο άγιος θαυματουργεί, νερό 'πό πέτρα βγάζει
που τρέχει έως σήμερα κι όλους τους αγιάζει
Σε βαθύ γήρας έφθασε μέχρι να 'ρθει η μέρα
που έφυγε απ' τη ζωή και πήγε στον Πατέρα
Στης Καλοσύνης το θρονί σιμά, τώρα πρεσβεύει
όλες τις αστοχίες μας, Εκείνος να γιατρεύει



Εμπνευσμένο από το Φθινοπωρινό Συναξάρι του Αρχιμανδρίτη Ανανία Κουστένη, τόμος Α ΄, Ακτή, Λευκωσία 2008 

Monday, September 26, 2016

Τραγούδι του Αγίου Καλλίστρατου και των συν αυτώ 49 στρατιωτών


Επί Διοκλητιανού και στο ρωμαϊκό στρατό του
ήτανε ο Καλλίστρατος, και αν και το χωριό του
η Καρχηδόνα ήτανε, διέμενε στη Ρώμη
Ως εκ προγόνων χριστιανός, δεν είχε μόνο ρώμη
είχε πλήθος χαρίσματα που τα 'κανε όλα πράξη
Κάποιοι που τον φθονούσανε απ' του στρατού την τάξη
στον στρατηγό κατέδωσαν τον άξιο στρατιώτη 
Λένε πως είσαι χριστιανός, του λέει αυτός, και ότι
για την αγάπη στον Χριστό θα έδινες τα πάντα.
Σίγουρα είμαι χριστιανός, του απαντάει. Γιάντα
να βασανίζεσαι λοιπόν; Είμαι, κι έτσι θα μείνω
και το ποτήρι το πικρό, εγώ σαν νέκταρ πίνω
Κάνε αυτό που σκέφτηκες και μην αργοπορήσεις
Ό,τι κι αν κάνεις, τον Χριστό ποτέ δε θα νικήσεις
Φρικτά τον βασανίζουνε τον άγιο με μένος
Στα χείλη έχει προσευχή και στην καρδιά του αίνος
ξεχείλιζε για το Χριστό από τη Θεία Χάρη
που τόσο τον δυνάμωνε ώστε αυτός να άρει
με θάρρος τον βαρύ σταυρό στην πλάτη την αντρίκια
Τον δέρνουνε με βούνευρα, τον ξύνουνε με νύχια
πάνω σε θραύσματα γυαλιών το σώμα του κυλούνε
Όπως κι εμείς πολλές φορές που τόσο πλια πονούμε
σωματικά και ψυχικά και κάποιος μας κρατάει
της Παναγίας η στοργή, η ανάσα που φυσάει 
τόσων αγίων πάνω μας και του Χριστοτύ το χέρι
Σ' ένα ασκί δερμάτινο τον βάζουν και σε μέρη
της θάλασσας της άδολης τον ρίχνουν να γλιτώσουν
Μα αν δε θέλει ο Θεός, ό,τι κι αν αποσώσουν
οι άνθρωποι, δε γίνεται. Βγαίνει από το κύμα
και σώος μα και αβλαβής ο άγιος. Στο κρίμα
μα και μπροστά στο άδικο, οι σαρανταεννέα
στρατιώτες του που βλέπουνε να 'χει ο άγιος λάμψη
το θαύμα κι η υπομονή που έχει θα τους κάμψει
Μέγας ο του Καλλίστρατου Θεός, βροντοφωνάζουν
Είν' ο Χριστός αληθινός, ό,τι κι αν διατάζουν
οι στρατηγοί κι οι άρχοντες. Κι εμείς, τώρα μαζί του,
μπορούμε να πεθάνουμε σαν χριστιανοί δικοί του!
Σ' ένα μπουντρούμι όλους τους κατόπίν τους κλειδώνουν
Κι εκεί με θεϊκά κλειδιά που πόρτες ξεκλειδώνουν
ο άγιος Καλλίστρατος κηρύττει τον Θεό του
Σταύρωση και Ανάσταση, Δεύτερο ερχομό Του
Ακόμη περισσότερο τότε αυτοί πιστεύουν
Ύστερα απ' την κατήχηση, μ' επίγνωση γυρευουν
να απαντήσουν τον Χριστό ό,τι κι αν τους κοστίσει
Τους βγάζουν απ' τη φυλακή κι ο άγιος θα γκρεμίσει
μονάχα με την προσευχή ένα ναό ειδώλων
Μπροστά στη σκόνη του ναού, το γκρέμισμα αυτών όλων
ο στρατηγός διέταξε να αποκεφαλίσουν
και τους πενήντα πάραυτα, κανέναν μην αφήσουν
Μα άλλοι ογδόντα κι εκατό και πέντε στρατιώτες
το θαύμα βλέποντας σκιρτούν, τις σκόνες τις αρνούνται
κι ομολογούνε τον Χριστό. Οι υπόλοιποι φοβούνται
και πιότερο ο στρατηγός. Πάει το στράτευμά μου,
κι αν σφάξω τώρα και αυτούς, ποια θα 'ναι η δουλειά μου;
Σ' εσάς, χαρίζω τη ζωή, κάνετε ό,τι θέτε.
Συγκινημένοι παίρνουνε τα λείψανα που λέτε
όλων όσων μαρτύρησαν μ' ευλάβεια μεγάλη
ενώ την ίδια τη στιγμή εκείνη σε γη άλλη
ελάμβαναν αμάραντο στέφανο οι ψυχές τους
για τη μεγάλη πίστη τους και για τις αντοχές τους  




Εμπνευσμένο από το Φθινοπωρινό Συναξάρι του Αρχιμανδρίτη Ανανία Κουστένη, τόμος Α ΄, Ακτή, Λευκωσία 2008 


Sunday, September 25, 2016

Τραγούδι της Οσίας Ευφροσύνης


Στου Θεοδοσίου, τον καιρό, του δεύτερου, συμβαίνει
την Ευφροσύνη που ορφανή στα δυο της χρόνια μένει
από μανούλα στοργική, να την αρραβωνιάσει,
αθέλητα, ο πατέρας της, ώστε όταν γεράσει
να δει εγγόνια και χαρές. Ενώ αυτός γλεντάει
εκείνη άλλα σχέδια στο νου κλωθογυρνάει
Φοράει ρούχα αντρικά και φεύγει απ' την πόλη
Θέλει να γίνει του Χριστού νύμφη, κι ας λένε όλοι
Την πόρτα του μοναστηριού χτυπάει, την κοιτούνε
που μοιάζει σαν αγένειο παιδί και απορούνε
"Ευνούχος είμαι, αδερφοί", λέει, "του βασιλιά μας
Ήρθα να γίνω μοναχός κι άφησα τη δουλειά μας
Εγώ τον Κύριο ποθώ, παλάτια, βασιλιάδες
άφησα πίσω για να βρω πολέμων Ιλιάδες
Όσοι και αν μου χρειαστούν, εγώ για το Χριστό μου
θα υποστώ τα πάνδεινα. Είναι το ριζικό μου."
Την πήρανε οι αδερφοί, Σμάραγδο τον φωνάζουν
Σε όλα πρώτος γίνεται κι όλοι τον λογαριάζουν 
Ψαθί έχει για κράββάτο, λίθο για μαξιλάρι
Περνούνε χρόνοι και καιροί, κανείς δε θα το πάρει
είδηση, πως ο Σμάραγδος, γυναίκα είναι, κόρη
πατέρα που τριάντα οχτώ χρόνια γυρνά τα όρη
φωνάζοντας: "κορούλα μου, πού είσαι, γύρνα πίσω
Μοναχοκόρη μου γλυκειά, έλα προτού ν' αφήσω
την τελευταία μου πνοή. Έλα πια στον πατέρα"
Ο Σμάραγδος εγέρασε κι αρρώστησε μια μέρα
Μα από καιρού και εις καιρόν, δίχως να το γνωρίζει
η κόρη του πως ήτανε εκεί που όλο γυρίζει
πήγαινε ο πατέρας της σ' αυτό το μοναστήρι
να βρει κάποια παρηγοριά για το πικρό ποτήρι
που έπινε τόσο καιρό. Λιγο πρτού πεθάνει
τον κάλεσε η κόρη του και στο κελί της πιάνει
να πει το μέγα μυστικό που είχε φυλαγμένο.
"Εγώ είμαι πατέρα μου, το τέκνο το χαμένο
Σ' ευχαριστώ που μ' αγαπάς, συχώρου μου τον πόνο
που χρόνια σε επότισα και την ευχή σου μόνο
δώσε μου για ν' αναπαυθώ σ' Αυτόν που περιμένει
να πάρει την ψυχούλα μου". Άφωνος τότε μένει
ο δόλιος ο πατέρας της κι η κόρη φτερουγίζει
μες στους γαλάζιους ουρανούς. Πέφτει αυτός, λυγίζει
τα γόνατα κι ημιθανής μες στο κελί ξαπλώνει
Όταν, λοιπόν, συνέρχεται, τότε και φανερώνει
στους μοναχούς το μυστικό. Κλαίει με την ψυχή του
Πόσα χρόνια το ήθελε να κλάψει και αλί του
ήρθε η ώρα κι η στιγμή να βγει έτσι το κλάμα
που μάζευε τόσο καιρό σαν μπήκε αυτή η λάμα
του μαχαιριού μες στην καριδά. Στο τέλος τους δηλώνει:
"Να φύγω τώρα δεν μπορώ. Καρδιά δεν το σηκώνει.
Θα μείνω στο κελάκι της και πάνω στο ψαθί της
θα τρώγω, θα προσεύχομαι με την ανάμνησή της
μέχρι να έρθει η ώρα μου κοντά της για να πάω
Τίποτα δεν άγαπησα και πλιο δεν αγαπάω"
Δέκα χρόνια ο γέροντας σκληρούς αγώνες κάνει
Στον δέκατο, ο σπλαχνικός Θεός τονε προφθάνει
Και δίπλα στην κορούλα του τον βάζει να γελάει
για μια αιωνιότητα που τέλος δε χωράει 


Εμπνευσμένο από το Φθινοπωρινό Συναξάρι του Αρχιμανδρίτη Ανανία Κουστένη, τόμος Α ΄, Ακτή, Λευκωσία 2008 





Κυριακὴ Α᾽Λουκᾶ

 Αποτέλεσμα εικόνας για κυριακη α λουκα

(Λουκ. 5,1-11)

Τῷ καιρῷ ἐκείνω, ἑστὼς ὁ Ἰησοῦς 
1. παρὰ τὴν λίμνην Γεννησαρέτ, 
2. εἶδε δύο πλοῖα ἑστῶτα παρὰ τὴν λίμνην· οἱ δὲ ἁλιεῖς ἀποβάντες ἀπ’ αὐτῶν ἀπέπλυναν τὰ δίκτυα.
3. ἐμβὰς δὲ εἰς ἓν τῶν πλοίων, ὃ ἦν τοῦ Σίμωνος, ἠρώτησεν αὐτὸν ἀπὸ τῆς γῆς ἐπαναγαγεῖν ὀλίγον· καὶ καθίσας ἐδίδασκεν ἐκ τοῦ πλοίου τοὺς ὄχλους.
4. ὡς δὲ ἐπαύσατο λαλῶν, εἶπε πρὸς τὸν Σίμωνα· ἐπανάγαγε εἰς τὸ βάθος καὶ χαλάσατε τὰ δίκτυα ὑμῶν εἰς ἄγραν.
5. καὶ ἀποκριθεὶς ὁ Σίμων εἶπεν αὐτῷ· ἐπιστάτα, δι’ ὅλης τῆς νυκτὸς κοπιάσαντες οὐδὲν ἐλάβομεν· ἐπὶ δὲ τῷ ῥήματί σου χαλάσω τὸ δίκτυον.
6. καὶ τοῦτο ποιήσαντες συνέκλεισαν πλῆθος ἰχθύων πολύ· διερρήγνυτο δὲ τὸ δίκτυον αὐτῶν. 
7. καὶ κατένευσαν τοῖς μετόχοις τοῖς ἐν τῷ ἑτέρῳ πλοίῳ τοῦ ἐλθόντας συλλαβέσθαι αὐτοῖς· καὶ ἦλθον καὶ ἔπλησαν ἀμφότερα τὰ πλοῖα, ὥστε βυθίζεσθαι αὐτά.
8. ἰδὼν δὲ Σίμων Πέτρος προσέπεσε τοῖς γόνασιν Ἰησοῦ λέγων· ἔξελθε ἀπ’ ἐμοῦ, ὅτι ἀνὴρ ἁμαρτωλός εἰμι, Κύριε. 
9. θάμβος γὰρ περιέσχεν αὐτὸν καὶ πάντας τοὺς σὺν αὐτῷ ἐπὶ τῇ ἄγρᾳ τῶν ἰχθύων ᾗ συνέλαβον, 
10. ὁμοίως δὲ καὶ Ἰάκωβον καὶ Ἰωάννην, υἱοὺς Ζεβεδαίου, οἳ ἦσαν κοινωνοὶ τῷ Σίμωνι. καὶ εἶπε πρὸς τὸν Σίμωνα ὁ Ἰησοῦς· μὴ φοβοῦ· ἀπὸ τοῦ νῦν ἀνθρώπους ἔσῃ ζωγρῶν.
11. καὶ καταγαγόντες τὰ πλοῖα ἐπὶ τὴν γῆν, ἀφέντες ἅπαντα ἠκολούθησαν αὐτῷ.

 


Friday, September 23, 2016

Τραγούδι της Αγίας Θέκλας



Η πρωτομάρτυς, ήτανε απ' τη Μικρά Ασία 
και από το Ικόνιο, η Θέκλα η αγία.
Το σπίτι της γειτόνευε με του Ονησιφόρου
που πήγε ο απόστολος ο Παύλος του αντιδώρου
της πίστεώς του την τροφή μια μέρα να κεράσει
Τρία, λοιπόν, μερόνυχτα ο Παύλος θα περάσει
κηρύττοντάς τους τον Χριστό, ο των εθνών σαγήνη
Και η ειδωλολάτρισα γειτόνισσα, θα μείνει
να κρυφακούει τα άγια, που μπαίνουν στην ψυχή της,
λόγια, που της αλλάζουνε όλη την ύπαρξή της
Τέταρτο δεν χρειάστηκε. Αφήνει τον μνηστήρα,
μάνα, πατέρα, είδωλα. "Απόφαση το πήρα"
λέει και τον ακολουθεί, μαθήτρια πιστή του
και χριστιανή βαφτίζεται με τη σεπτή ευχή του
Όταν στην Αντιόχεια, εκεί, της Πισιδίας
κάποιοι την καταδίδουνε, η χάρη της αγιάς
βγαίνει απ' τα μαρτύρια αλώβητη. Τη ρίχνει
μες στη φωτιά ο άρχοντας, όμως δε βλέπει ίχνη
από εγκαύματα φρικτά στο σώμα της επάνω
Θηρία φέρνει να τη φαν, αυτά κοιτάζουν άνω
και ούτε καν την ακουμπούν. Του διοικητή η χήρα
αν και ειδωλολάτρισσα, παίρνει η κακομοίρα
τη Θέκλα στο σπιτάκι της. Βλέπετε, η Τρυφαίνη
είχε χάσει τηνκόρη της, κι η Θέκλα, τής πηγαίνει
το νου στη Φαλκονύλλα της, και την κρατά κοντά της
σαν κόρη να μοιράζονται όλα τα υπάρχοντά της.
Το βράδυ μες στον ύπνο της, ήρθε η θυγατέρα
"Να πεις να κάνει προσευχή η χριστιανή, μητέρα,
να αλλάξει η ψυχούλα μου, να δροσιστεί λιγάκι"
παρακαλεί τη μάνα της και όλο το βραδάκι
θερμή θα κάνει προσευχή η Θέκλα στο Θεό της
κι η κόρη ξαναέρχεται στον ύπνο της μητρός της
Μιλά για τον Παράδεισο και τ' ουρανού τα κάλλη
και πόσο την βοήθησε η προσευχή. Πώς άλλη
λύση των παθημάτων της δεν είχε. Η αγία
τώρα τραβάει στο βουνό και ασκητεύει η θεία
για δυό κι εβδομήκοντα χρόνους, μέχρι την ώρα
όπου των ειδωλολατρών το μένος ωσάν μπόρα
πάλι ξεσπάει πάνω της. Πάνε να τη χαλάσουν
λεβέντες και παλίκαροι ζητούν να ατιμάσουν
τη σεβαστή γερόντισσα. "Γριά είμαι, παιδιά μου"
τους  λέει "συγχωρέστε με,καθίστε στον οντά μου
και όπου να 'ναι έρχομαι, δεν πρόκειται ν' αργήσω
Θα δείτε, περιμένετε, τίποτα 'γω δεν είμαι
Μα ο Θεός μου, σύντομα, πόσο μεγάλος είναι
θα δείτε, παλικάρια μου". Και σ' ένα βράχο πάει
έξω από το σπίτάκι της και τι παρακαλάει;
"Κάνε, Χριστέ, το βράχο σου στα δύο να ανοίξει
να μπω εγώ για να σωθώ κι ευθύς μετά να κλείσει"
Η πέτρα σχίζεται μεμιάς, η αγία μέσα μπαίνει,
και ξανακλείνει πάραυτα και η ψυχή της βγαίνει
Γλυτώνει και το χάλασμα και σ' ουρανούς πετάει
και ο Νυμφίος στοργικά στα χέρια την κρατάει





Εμπνευσμένο από το Φθινοπωρινό Συναξάρι του Αρχιμανδρίτη Ανανία Κουστένη, τόμος Α ΄, Ακτή, Λευκωσία 2008 





Ανθρωπισμός» αλά Βαλκανικά, υπό την αιγίδα του Σόρος του Γιώργου Ρακκά



Αρκούσε η δημοσιοποίηση μιας απόφασης από τον σύλλογο γονέων του 5ου Δημοτικού Συμβουλίου Ωραιοκάστρου, που αρνούνταν την τοποθέτηση παιδιών προσφύγων στο σχολείο τους για να φοιτήσουν σε ειδικές τάξεις μετά τις 2 μ.μ., για να ξεσπάσει μια πρωτοφανής υστερία στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης καταγγελίας του «φασισμού» και του «ρατσισμού», που συνοδεύονταν από ιερεμιάδες για το προσφυγικό παρελθόν της περιοχής και το υπέρτατο ανθρωπιστικό καθήκον της Ελλάδας.
Επειδή είναι σαφές ότι το ζήτημα που δημιουργήθηκε στο Ωραιόκαστρο αποτελεί μόνο την απαρχή ενός κύκλου αντιπαραθέσεων σχετικά με τις τύχες των εγκλωβισμένων προσφύγων και μεταναστών στην χώρα μας, κρίνουμε σωστό να παρέμβουμε επί του συνόλου του ζητήματος προκειμένου να ξεκαθαρίσουμε μερικά πράγματα. Η αντιμετώπιση του προσφυγικού και μεταναστευτικού ζητήματος στη χώρα μας, δεν είναι, και δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί αποκλειστικά ως, ανθρωπιστικό ζήτημα. Πόσο μάλλον όταν ο αφηρημένος «ανθρωπισμός» έχει μεταβληθεί σε πρόσχημα της συστηματικής πολιτικής συγκεκριμένων κέντρων πολιτικής και οικονομικής εξουσίας –του Σόρος, ως εκπροσώπου του ευρωατλαντισμού, στο «πεδίο» της κατά τα άλλα ισλαμοφασιστικής Τουρκίας–, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που λειτούργησε ως άλλοθι στους βομβαρδισμούς της Σερβίας, στο Ιράκ, στην ίδια τη Συρία. Eίτε το θέλουμε είτε όχι, η πραγματικότητα του εγκλωβισμού δεκάδων χιλιάδων ανθρώπων στην χώρα μας –με την προοπτική να καταστούν εκατοντάδες χιλιάδες, εφόσον η Τουρκία ξεκινήσει και πάλι να διοχετεύει πληθυσμούς στην Ελλάδα– κρίνει τη μελλοντική φυσιογνωμία της ελληνικής κοινωνίας. Ο συνδυασμός της δεινής δημογραφικής της κατάστασης, της χρεοκοπημένης οικονομίας της, καθώς και της εξαιρετικά ε υ α ί σ θ η τ η ς γεωπολιτικής θέσης της –δίπλα στην εστίατης μεγαλύτερης π ο λ ι τ ι σ τ ι κ ή ς α ν τ ι π α ρ ά θ ε σ η ς στον πλανήτη, εκείνην μεταξύ της Δύσης και του Ισλάμ– καθιστά διαφορετικό το διακύβευμα του μεταναστευτικού ζητήματος στον τόπο μας.
Η προοπτική της αναγκαστικής εγκατάστασης αρχικώς δεκάδων χιλιάδων ανθρώπων, που προέρχονται από τον μουσουλμανικό κόσμο, απειλεί μεσοπρόθεσμα να μεσανατολικοποιήσει την Ελλάδα· δηλαδή, να την μεταβάλει σε κομμάτι του πολέμου των πολιτισμών, ρίχνοντάς την στη χοάνη των πολυπολιτισμικών συγκρούσεων. Από αυτήν την εξέλιξη δεν διακυβεύεται μόνον η εθνική ή πολιτιστική συνοχή, αλλά ταυτοχρόνως υπάρχει ο κίνδυνος για μια μεγάλη οπισθοδρόμηση στη χώρα μας σε σχέση με το επίπεδο εκδημοκρατισμού της κοινωνίας, της εκκοσμίκευσής της, της ισότητας των φύλων κ.ο.κ. Για να το κάνουμε λιανά: η θεαματική αναβάθμιση της μόνιμης παρουσίας μουσουλμανικών πληθυσμών στη χώρα μας θα θέσει αναπόφευκτα ζητήματα που ούτε έχουμε διανοηθεί ότι θα αντιμετωπίσουμε. Θα επιτρέψουμε, άραγε, ένα ολοένα και μεγαλύτερο κομμάτι της κοινωνίας μας να ρυθμίζει τον ατομικό και συλλογικό του βίο από τον θείο νόμο και τη σαρία; Θα δικάζουν οι μουφτήδες με βάση το ακραία σοβινιστικό οικογενειακό δίκαιο στα τζαμιά; Τα νεαρά κορίτσια θα πηγαίνουν στα σχολεία; Θα διδάσκεται άραγε σε αυτά η Αντιγόνη, ο Δαρβίνος ή ο… ευρωπαϊκός διαφωτισμός, ή μήπως θα εξαναγκαστούμε σε αυτολογοκρισία στο όνομα του δικαιώματος στη διαφορετικότητα; Και ο κατάλογος δεν έχει τέλος, αν κρίνουμε από τις ανάλογες εμπειρίες που γνωρίζουν σήμερα άλλες μεσογειακές ή ευρωπαϊκές κοινωνίες. Την ίδια στιγμή, η κοινωνική και πολιτιστική απορρύθμιση ανοίγει την πόρτα σε έξωθεν επεμβάσεις κατά το παραδεδομένο πλέον νεο- αποικιακό πρότυπο των τελευταίων χρόνων. Αυτό ήδη συνέβη στην Ελλάδα με αφορμή τη μεγάλη εισροή προσφύγων και μεταναστών και την ανθρωπιστική κρίση που δημιουργήθηκε: πλέον, κουμάντο κάνει ο ΟΗΕ, υπό την καθοδήγηση του… Σόρος, μυστικές υπηρεσίες δρουν ανεξέλεγκτα στα camps, η Τουρκία συνεχίζει να παίζει τον δουλεμπορικό της ρόλο, συνεπικουρούμενη από μαφίες της Κεντρικής Ασίας, ελληνικά κυκλώματα αισχροκέρδειας αλλά και τη νέα διαπλοκή πολλών ΜΚΟ που αναλαμβάνουν εργολαβίες αλληλεγγύης… υπερτιμολογώντας τις συχνά κάκιστες υπηρεσίες τους. Ήδη, δηλαδή, η χώρα μας τείνει να πάρει τον δρόμο μιας αποσύνθεσης αλά Βαλκανικά, όπως συνέβη στην πρώην Γιουγκοσλαβία κατά τη δεκαετία του 1990. Ο «ανθρωπισμός» τους, επομένως, δεν είναι τόσο άδολος όσο θέλουν να πιστεύουν όσοι άκριτα και αλόγιστα σκοπεύουν να τον υιοθετήσουν με αναφορές στην… προσφυγιά του 1922, την αγάπη του Χριστού για τον «Ξένο», την αλληλεγγύη ή και την αλληλοβοήθεια ως συστατικό στοιχείο μιας προοδευτικής ιδεολογίας. Οι κλαυθμοί και οι οδυρμοί, επομένως, η υστερία, το κυνήγι των εντός κι εκτός εισαγωγικών ρατσιστικών και φασιστικών μαγισσών λειτουργεί προς όφελος αυτής της εκστρατείας· και δευτερευόντως, επειδή ακριβώς όχι μόνο δεν απαντάει αλλά αρνείται τα προβλήματα που ανακύπτουν από τη φιλοξενία των εγκλωβισμένων πληθυσμών, καταλήγει να σπονσοράρει τον πραγματικό φασισμό, τη Χρυσή Αυγή, τη διολίσθηση μερίδας της ελληνικής κοινωνίας σε ρατσιστικά αντανακλαστικά: το παράδειγμα του Αγίου Παντελεήμονα Αχαρνών είναι πρόσφατο και έχει αποδείξει τον πραγματικό αντίκτυπο αυτής της ιδεοληπτικής στάσης απέναντι στο μεταναστευτικό ζήτημα. Θα πρέπει, επομένως, να κάνουμε μια βασική διάκριση, και πάνω σε αυτήν να αναπτύξουμε μια ολόκληρη πολιτική για τους πρόσφυγες και τους μετανάστες που έχουν εγκλωβιστεί στην χώρα μας: Είναι άλλο η φιλοξενία τους, με τους πιο ανθρώπινους όρους και άλλο η εγκατάστασή τους εντός της ελληνικής κοινωνίας. Το πρώτο, όντως, είναι υποχρέωση της ελληνικής πολιτείας και κοινωνίας – ταυτόχρονα με μια πολιτική που θα αποτρέψει να εξαπλωθούν και πάλι φαινόμενα Ειδομένης στον ελληνικό χώρο, με τα προβλήματα που τα συνοδεύουν. Το δεύτερο είναι μεθόδευση υπονόμευσης της ίδιας της χώρας και της φυσιογνωμίας της ελληνικής κοινωνίας, και πρέπει να αποφευχθεί πάση θυσία.
Η διάκριση αυτή ορίζει και ποια πολιτική αντιμετώπισης των εγκλωβισμένων προσφυγικών και μεταναστευτικών πληθυσμών θα πρέπει να ακολουθήσουμε: Όλοι οι πόροι, που τεχνηέντως διοχετεύονται από τα ξένα κέντρα στην προοπτική μόνιμης εγκατάστασης αυτών των ανθρώπων στην χώρα μας, θα πρέπει να ανακατευθυνθούν στη δημιουργία ολοκληρωμένων δομών προσωρινής φιλοξενίας, στις οποίες θα συγκεντρωθούν όλοι οι πρόσφυγες και μετανάστες. Δομών που να παρέχουν τις αναγκαίες εκπαιδευτικές και ιατροφαρμακευτικές υπηρεσίες και να διασφαλίζουν την αξιοπρεπή διαμονή αυτών των ανθρώπων για όσο χρειαστεί μέχρι να καταλαγιάσει ο πόλεμος στην Συρία, ή να βρεθεί μια δίκαιη διεθνής λύση για το πρόβλημά τους.

Με λίγα λόγια, θα πρέπει να απορρίψουμε την επιλογή της μόνιμης εγκατάστασης, ψύχραιμα και συντεταγμένα, επειδή ακριβώς θέλουμε να διαφυλάξουμε το –ήδη υπονομευμένο μέσα στις συνθήκες της κρίσης– επίπεδο ανεξαρτησίας της χώρας, εκδημοκρατισμού της κοινωνίας, προσωπικών ελευθεριών. Αντίθετα, πρέπει να σπεύσουμε σε μια ολοκληρωμένη πολιτική φιλοξενίας, διότι, πέραν της αναγκαιότητας να οργανωθεί η παρουσία των εγκλωβισμένων στη χώρα μας, αναγνωρίζουμε ότι η αλληλεγγύη και η ανθρωπιά είναι συστατικό στοιχείο της κοινωνίας μας και του πολιτισμού μας. Και δεν επιθυμούμε να το απολέσουμε.
Αυτή δεν είναι η δικαιότερη και σωστότερη πολιτικά λύση «μόνον» για το Ωραιόκαστρο. Πρέπει να καταστεί πανεθνική πολιτική για το μεταναστευτικό ζήτημα σε ολόκληρη την Ελλάδα. Για να αποφύγουμε την πολιτική και κοινωνική μηχανική που προσβλέπει στην αποδόμηση της κοινωνίας μας· και για να μην στρέφεται ο ανθρωπισμός εναντίον… του ελληνικού λαού και του μέλλοντός του.



https://www.facebook.com/koumstav/posts/1529280157097851

Thursday, September 22, 2016

Τραγούδι του Αγίου Φωκά


Στα χρόνια του Τραϊανού και στης Σινώπης τόπο
ένα παιδάκι, θαύματα τελούσε δίχως κόπο
Βλαστάρι ήταν ο Φωκάς του Πέτρου και Ανδρέα
Το έργο τ' αποστολικό συνέχιζε ωραία
Έβγαζε τα δαιμόνια, σήκωνε πεθαμένους,
κήρυττε, περιόδευε, σ' όλους τους διψασμένους
Επίσκοπο τον κάνουνε όταν πια μεγαλώνει
και η Σινώπη χαίρεται, πολύ τον καμαρώνει
Μια μέρα, μέσα στο ναό, λευκό περιστεράκι
κάθεται στο κεφάλι του: "Θα πιεις το ποτηράκι
που σε κερνάω;" τον ρωτά κι εκείνος καταφάσκει
Προλέγει το μαρτύριο κι ότι αυτός θα πάσχει
Πηγαίνουν στον Αφρικανό, διοικητή της πόλης
και καταδίδουν τον Φωκά οι ειδωλολάτρες όλης
αυτής εκεί της περιοχής. Μα σαν τον βασανίζουν
σεισμοί, θεμέλια της γης, άγρια συγκλονίζουν
Από τον φόβο τον πολύ ο Αφρικανός πεθαίνει
Ο σπλαχνικός ό άγιος όμως τον ανασταίνει
αφού οι οικείοι κλαίγοντας θερμά τον ικετεύουν
"Χριστέ μου, τούτον, σήκωσ' τον, χάριν αυτών που κλαίγουν"
Λέει, και ανασταίνεται. "Άφησέ τον να ζήσει"
παρακαλούν οι συγγενείς κι αυτός θα τον αφήσει
Το έργο δε σταμάτησε ο άγιος. Κατόπι
το κήρυγμά του άκουσαν όλοι οι γύρω τόποι 
Μέχρι που ο Τραϊανός ήρθε στην εξουσία 
μα απ' την καρδιά του το καλό πάντα είχε απουσία
Παρόλο που τον άφησε άφωνο απαντώντας
εκείνος δεν επείσθηκε, και σε λουτρό σκουντώντας
τον άγιο, τον βάλανε, λουτρό φωτιά και λαύρα
Εκεί αφήνει την πνοή και τη στερνή του αύρα
ο άγιος των ναυτικών που όλες τις τρικυμίες
ησυχαζε με προσευχή και αυστηρές νηστείες
μέχρι να 'ρθει ο Νικόλαος των Μύρων της Λυκίας
Τον έθαψαν οι χριστιανοί, τον κλάψαν και γευτήκαν
τις χάρες και τα θαύματα που απ' το μνήμα βγήκαν
Παπα Νικόλας ο Πλανάς τόσο τον αγαπούσε
που στη γιορτή του πάντοτε εκείνος λειτουργούσε
Σε μια αγρυπνία κάποτε, λένε οι μαρτυρίες
τον είδαν όλοι οι πιστοί, κύριοι και κυρίες
μες στο ναό να σεργιανά, κι όταν λοιπόν ρωτήσαν
τον άγιό μας, τον Πλανά, ποιος είναι, που απορήσαν,
με το πανωκαλλύμαυχο, ετούτος που γυρνάει
μες στο ναό μας, γέροντα; Εκείνος απαντάει
Είναι ο μάρτυς ο Φωκάς π' όλους μας αγαπάει. 




Εμπνευσμένο από το Φθινοπωρινό Συναξάρι του Αρχιμανδρίτη Ανανία Κουστένη, τόμος Α ΄, Ακτή, Λευκωσία 2008 

Wednesday, September 21, 2016

Τραγούδι του προφήτη Ιωνά


Στην πόλη Γηθ ή Ναζαρέτ, τον όγδοο αιώνα,
εκεί που σήμερα γυρνά το μάτι του κυκλώνα,
γεννήθηκε ο Ιωνάς, όνομα που σημαίνει
το περιστέρι. Ο Θεός εντέλλει να πηγαίνει
στη Νινευί, πρωτεύουσα του τότε βασιλείου
των Ασσυρίων. Μα αυτός, αντί για κει, σε πλοίου
πηγαίνει το κατάστρωμα να πάει Ισπανία
"Το ξέρω πως θα κλάψουνε, που τόση αμαρτία
έχει χορτάσει η Νηνευή και θα μετανοήσει,
και ξέρω ότι κι ο Θεός αυτούς θα συγχωρήσει.
Γι' αυτό κι εγώ δεν πρόκειται εκεί να τους κηρύξω
Τα ίδια και χειρότερα θα γίνουν και θα φρίξω
λίγο καιρό αργότερα, όταν θα τα ξεχάσουν.
Αν ο Θεός δεν τιμωρεί, εμένα θα με χάσουν"
Αυτά λοιπόν, ο Ιωνάς, λέει, και στο καράβι
μπαίνει, κι αυτό ξανοίγεται. "Γλύτωσα, κι ας ανάβει
τώρα φωτιά στη Νηνευί" μονολογεί και λέει
Πέφτει, λοιπόν, να κοιμηθεί, κι ενώ το πλοίο πλέει,
πιάνει φουρτούνα, χαλασμός, τα κύματα θηρία
αφού πολύ το ήθελε από την αμαρτία
ο Κύριος την πόλη του μ' αγάπη να τη σώσει
Μυαλό δεν είχε ο Ιωνάς, είχε ο Θεός. Θα δώσει
να βάλουν κλήρο για να δουν ποιος από όλους φταίει
Τρέχουν ξυπνούν τον Ιωνά. Τι έγινε; Τους λέει
Φταίχτη, ο κλήρος σ' έβγαλε. Αυτός καταλαβαίνει
Μία φωνούλα μέσα του, τού λέει τι συμβαίνει
Κάποιοι τη λεν συνείδηση, -ο μέγας δικαστής μας-
"Σε ρίχνουμε στη θάλασσά, είν' η απόφασή μας"
Τον ρίχνουν τότε στο νερό κι η θάλασσα μερώνει
Κήτος πελώριο έρχεται και τον κοντοζυγώνει
Τον καταπίνει, στην κοιλιά τρεις μέρες τον κρατάει
Ο Ιωνάς προσεύχεται κι ο νους του δε ρωτάει
τι θα συμβεί, τι μέλλεται και ο Θεός τι θέλει
Τώρα τον εμπιστεύεται, τίποτα δεν τον μέλλει
Την τρίτη μέρα τον ξερνά, έξω απ' την Παλαιστίνη,
το κήτος, τον προφήτη μας, κι αυτός σκηνή δε στήνει
Τρέχει ευθύς στη Νηνευί, κηρύττει τη μέτανοια
και μετανιώνουν όλοι τους. Σκουπίζουν στα φουστάνια
τα δάκρυά τους τα πικρά, νηστεύουνε τρεις μέρες
άνθρωποι και τα ζώα τους που ζουν κει στις ξέρες
Και έφυγε ο Ιωνάς σ' ερημικό τοπίο
Κάθισε και περίμενε να δει το τι. Το οποίο
σημαίνει: όταν ο Θεός συγχώρεσέ τους όλους,
πολύ στεναχωρέθηκε ο Ιωνάς. Τους θόλους
του ουρανού δεν κοίταζε. Είχε καημό μεγάλο
"Τι να σε κάνω, Ιωνά, που σ' ααγαώ; Τι άλλο;"
είπε ο Θεός κι ανέστησε κολοκυθιά σιμά του
να τον Φυλά απ' τον βοριά κι από την αντηλιά του
Ξύπνησε. Πόσο χάρηκε, δε λέγεται να πούμε
Μείγμα είναι ο άνθρωπος, γι' αυτό τον συγχωρούμε
Ένα σκουλήκι έρχεται, το κολοκύθι τρώει
ξεραίνετ' η κολοκυθιά, μα αυτό τον κατατρώει
απ' την αρχή τον Ιωνά. Λύπη θα του προσθέσει
Έτσι αυξάνετ' η ψυχή ωσότου να χωρέσει
τον Κύριο της, για δα αλλιώς, μικρή αν μείνει, πάει. 
Χωράει μόνο το κακό, κανέναν δε σχωρνάει.
"Εσύ, για μια κολοκυθιά, λυπήθηκες πια τόσο
και ούτε καν την φύτεψες. Για πες μου, εγώ πόσο,
ανθρώπους που τους έπλασα και αριθμούν μυριάδες
μαζί και με τα ζώα τους που 'ναι πόσες χιλιάδες
να λυπηθώ θα έπρεπε; Τώρα καταλαβαίνεις;"
είπε ο Θεός στον Ιωνά. "Κύριε, θα λαβαίνεις
μονάχα τη συγνώμη μου. Τώρα λέω να πάω  
στο Ισραήλ. Κηρύττοντας εκεί πια να γερνάω"
Συνέχισε ο Ιωνάς μέχρι τα γηρατειά του
Τον σπλαχνικό του Κύριο, είχε πάντα κοντά του.

   
Εμπνευσμένο από το Φθινοπωρινό Συναξάρι του Αρχιμανδρίτη Ανανία Κουστένη, τόμος Α ΄, Ακτή, Λευκωσία 2008 


Τραγούδι του Αγίου Ευσταθίου


Στα χρόνια του Τραϊανού, σπουδαίος στρατηλάτης
ήτανε ο Ευστάθιος, μα και ειδωλολάτρης
Ήτανε επίσης σπλαχνικός και τόσο ελεήμων
που εμφανίστηκε σ' αυτόν μια μέρα ο Οικτίρμων
Μέσα στο δάσος μια φορά κι εκεί που κυνηγούσε,
ένα ελάφι αλλοιώσετικο μπροστά του προχωρούσε
Βάλθηκε να το κυνηγά, μα πού να το προφθάσει
Κάποτε εκείνο σταματά κι εκείνος σαν το φθάσει
θα δει πάνω απ' τα κέρατα ένα σταυρό να λάμπει
"Είμαι ο Ιησούς Χριστός" λέει κι οι γύρω κάμποι
τον λόγο του αντιλαλούν. "Τι με καταδιώκεις; 
Πάντα δικός μου ήσουνα, στα σπλάχνα μου κατώκεις"
Γίνεται έτσι χριστιανός ο Ευςτάθιος. Μαζί του
όλη οι οικογένεια βαφτίζεται. Μα, αλί του,
αρχίζουν τόσα βάσανα που του Ιώβ θυμίζουν
Δοκιμασίες πάμπολλες που αρετές χαρίζουν
Χάνει γυναίκα και παιδιά, χρήμα, περιουσία 
τη θέση του στο στράτευμα, και μένει στην ουσία 
μόνος, φτωχός και έρημος αυτός με τον Θεό του
Σαν ζήτουλας κυκλοφορεί. Θα 'ναι για το καλό του,
σκέφτεται με υπομονή κι όλα τα υπομένει
αγόγγυστα ο ευσεβής και πάντα περιμένει
Ώσπου η Θεία Πρόνοια, που δεν εγκαταλείπει
τα σπλάχνα της αφρόντιστα, του αφαιρεί τη λύπη
Τη Ρώμη βάρβαρος εχθρός, ζητά να αφανίσει
κι ο αυτοκράτορ του ζητά να 'ρθει να βοηθήσει
Του δίνει το αξίωμα που είχε, και νικάει
έτσι, τον βάρβαρο εχθρό κι αμέσως μετά πάει
κοντά του η γυναίκα του, τα δύο τα παιδιά του
Όλοι ξαναβρεθήκανε πάλι στην αγκαλιά του
Και την περιουσία του, τού δίνουνε στη Ρώμη
και η αποκατάσταση ομοιάζει πως τελειώνει
Μα ο νέος αυτοκράτορας ζητά να θυσιάσουν
στα είδωλα που έκαναν τη μάχη να μη χάσουν,
όπως θαρρεί ο άμυαλος και όπως νουθετείται
Προστάζει ο Αδριανός, ο άγιος αρνείται
Σαν στρατηλάτης, θαρρετά, Χριστόν ομολογάει
Λέει ο αυτοκράτορας, εκείνος δε νογάει
Χάλκινο βου πυρώνουνε και τον παραγεμίζουν
μ' όλη την οικογένεια του Αγίου και φροντίζουν
να σφαλιχτεί η πόρτα του μήπως κι αυτοί γλιτώσουν
Αγάπιος, Θεόπιστος τα τρυφερά παιδιά τους
η Θεοπίστη,  μάνα τους κι ο άγιος στην ποδιά τους
τα παίρνουν, κι έτσι τις ψυχές αμέσως παραδίδουν 
στην αγκαλιά του Ιησού, του μόνου που ενδίδουν
Όταν τους βγάζουν έκπληκτοι όλοι τους αντικρίζουν
πως ούτε τρίχα κεφαλής δεν κάηκε. Σαστίζουν.
Με λύπη μα και με χαρά, οι χριστιανοί τους θάβουν
Τα μύρα αναβλύζουνε, τα θαύματα δεν παύουν. 

    
Εμπνευσμένο από το Φθινοπωρινό Συναξάρι του Αρχιμανδρίτη Ανανία Κουστένη, τόμος Α ΄, Ακτή, Λευκωσία 2008 

Tuesday, September 20, 2016

«Παράδεισος και κόλαση» παραμύθι του Πάουλο Κοέλο



Ένας άνδρας, το άλογο και ο σκύλος του περπατούσαν σε ένα δάσος. Καθώς περνούσαν κάτω από ένα δένδρο έπεσε ένας κεραυνός και τους έκανε στάχτη! Όμως ο άνδρας δεν κατάλαβε ότι είχε εγκαταλείψει αυτόν τον κόσμο και συνέχισε την πορεία του με τα δύο του ζώα. Κάποιες φορές περνάει κάποιος χρόνος μέχρι να συνειδητοποιήσουν οι νεκροί την καινούργια κατάσταση. Ο δρόμος ήταν πολύ μακρύς και ανέβαιναν σε ένα λόφο. Ο ήλιος ήταν πολύ δυνατός και αυτοί ίδρωναν και διψούσαν. Σε μια στροφή του δρόμου είδαν μια πανέμορφη μαρμάρινη πύλη, που οδηγούσε σε μια πλατεία στρωμένη με πλάκες από χρυσάφι. Ο διαβάτης κατευθύνθηκε προς τον άνθρωπο που φύλαγε την είσοδο.

- «Καλημέρα».

- «Καλημέρα», απάντησε ο φύλακας.

- «Πώς λέγεται αυτό το τόσο όμορφο μέρος;».

- «Αυτός είναι ο παράδεισος».

- «Τι καλά που φτάσαμε στον παράδεισο, γιατί διψάμε».

- «Μπορείτε, κύριε, να μπείτε και να πιείτε όσο νερό θέλετε», είπε ο φύλακας και του έδειξε την πηγή.

- «Το άλογο και ο σκύλος μου διψούν επίσης».

- «Λυπάμαι πολύ», είπε ο φύλακας, «αλλά εδώ απαγορεύεται η είσοδος στα ζώα».



Ο άνδρας αρνήθηκε με μεγάλη δυσκολία, μια και διψούσε πολύ, αλλά δεν ήθελε να πιει μόνο αυτός. Ευχαρίστησε τον φύλακα και συνέχισε την πορεία του.

Αφού περπάτησαν για αρκετή ώρα στην ανηφοριά, εξαντλημένοι πλέον και οι τρεις έφτασαν σε ένα άλλο μέρος, η είσοδος του οποίου ξεχώριζε από μια παλιά πόρτα περικυκλωμένη από δέντρα. Στη σκιά ενός δέντρου καθόταν ένας άνδρας και είχε το κεφάλι του καλυμμένο με ένα καπέλο. Μάλλον κοιμόταν.

- «Καλημέρα», είπε ο διαβάτης. Ο άνδρας έγνεψε ως απάντηση με το κεφάλι του.

- «Διψάμε πολύ το άλογό μου, ο σκύλος μου κι εγώ».

- «Υπάρχει πηγή ανάμεσα σε εκείνα τα βράχια», είπε ο άνδρας δείχνοντας το μέρος. Μπορείτε να πιείτε όσο νερό θέλετε.



Ο άνδρας, το άλογο και ο σκύλος του πήγαν στην πηγή και έσβησαν τη δίψα τους. Ο διαβάτης γύρισε πίσω να ευχαριστήσει τον άνδρα.

- «Μπορείτε να ξανάρθετε όποτε θέλετε», του απάντησε εκείνος.

- «Επί τη ευκαιρία, πώς ονομάζεται αυτό το μέρος;», ρώτησε ο άνδρας.

- «Παράδεισος».

- «Παράδεισος; Μα ο φύλακας της μαρμάρινης εισόδου μού είπε ότι εκείνο το μέρος ήταν ο παράδεισος».

- «Εκείνο δεν ήταν ο παράδεισος, αλλά η κόλαση», απάντησε ο φύλακας. Ο διαβάτης έμεινε σαστισμένος.

- «Θα έπρεπε να τους απαγορεύσετε να χρησιμοποιούν το όνομά σας. Αυτή η λάθος πληροφορία μπορεί να προξενήσει μεγάλο μπέρδεμα», είπε ο διαβάτης.

- «Σε καμία περίπτωση», αντέτεινε ο άνδρας, «στην πραγματικότητα μας κάνουν μεγάλη χάρη, διότι εκεί παραμένουν όλοι όσοι είναι ικανοί να εγκαταλείψουν τους καλύτερους φίλους τους!»



Πάουλο Κέλο, Ο διάβολος και η δεσποινίδα Πριμ, Λιβάνης, Αθήνα 2001]