Labels

Wednesday, August 6, 2014

H Μεταμόρφωση του Σωτήρος



(τοῦ Γεωργίου Πατρώνου)
Εἰσαγωγικά
Ἡ σημερινή ἑορτή τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Κυρίου θεωρεῖται ὡς μία ἀπό τίς σημαντικότερές του ἐορτολογικοῦ κύκλου τῶν Δεσποτικῶν ἑορτῶν, ἰδιαίτερα στήν Ὀρθόδοξη Παράδοση, γιατί ἔχει μίαν ἄμεση ἀναφορά στήν τελείωση καί θέωση τοῦ ἀνθρώπου, πού εἶναι καί ἡ ἐσχατολογική προοπτική τῆς θείας Οἰκονομίας. Ὅλα τά γεγονότα τῆς ζωῆς καί δράσης τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἀναφέρονται στή λύτρωση καί τή σωτηρία τοῦ κόσμου.


Ἡ μεταμόρφωση, ὅμως, πέρα ἀπό τή χριστολογική σημασία πού φανέρωσε σέ ὅλους τήν ἐπί τῆς γῆς δόξα τοῦ Κυρίου, ἔχει καί μία βαθύτατη ἀνθρωπολογική σπουδαιότητα ἀφοῦ δείχνει πρός τόν σκοπό τῆς πνευματικῆς πορείας, πού εἶναι ἡ θέωση καί ἡ δοξοποίηση τοῦ καθενός ἀνθρώπου.
Ἡ σημερινή εὐαγγελική περικοπῆ εἶναι ἄκρως ἐνδιαφέρουσα γιά δυό σημαντικούς λόγους: καί γιά τόν ἱστορικό ρεαλισμό τῆς περιγραφῆς τοῦ γεγονότος τῆς μεταμόρφωσης, ἀλλά καί γιά τό βαθύτατο θεολογικό νόημα πού ἐμπεριέχει καί πού ἀναφέρεται στόν ἄνθρωπο καί στήν προοπτική της ἱστορικῆς του πορείας. Ἡ ἐορτολογική παράδοση, μάλιστα, ἐμμένει ὄχι μόνο στήν ἰδιάζουσα θεολογική ἑρμηνεία πού προβάλλεται, ἀλλά καί στή συμβολικότητα τοῦ γεγονότος μέ τήν ἀναφορά καί τή συσχέτιση τοῦ γεγονότος τῆς μεταμόρφωσης μέ τό ὄρος Θαβώρ. Ἔτσι τό
Θαβώριο ὅρος παίρνει τή θέση συμβόλου λειτουργικοῦ καί ἐπισημαίνει τό σημεῖο ἀναφορᾶς στήν ἁγιαστική καί θεοποιητική πορεία ὅλων μας.
Ἡ μεταμόρφωση τοῦ Κυρίου καί ἡ προοπτική της μεταμόρφωσης τοῦ καθενός ἀνθρώπου βρίσκονται σέ ὀργανική καί λειτουργική σχέση μεταξύ τους. Ἔχουμε συνάντηση τοῦ θείου καί τοῦ ἀνθρώπινου, τοῦ κτιστοῦ καί τοῦ ἀκτίστου . Ἡ μεταμόρφωση βρίσκεται σέ ἄμεση σχέση μέ τήν ἐνανθρώπηση. Ὁ Θεός γίνεται «ὡς εἰς ἐξ ἠμῶν» καί ἡ μεταμόρφωση φανερώνει αὐτό πού πρέπει νά γίνουμε ἐμεῖς. Στήν θαβώριο μεταμόρφωση μετέχει ὁ Θεός καί ὁ ἄνθρωπος. Μετέχει ὅλη ἡ φύση καί ἡ κτίση. Μεταμορφώνεται τό πνεῦμα ἀλλά καί τό σῶμα. Πρόκειται γιά τή μεταμόρφωση τοῦ ὅλου ἀνθρώπου καί τῆς καθόλου δημιουργίας. Ἔχει, ἑπομένως, ἡ μεταμόρφωση καθολική σημασία. Γι’ αὐτό καί δέν πρέπει νά κατανοεῖται ἡ μεταμόρφωση ὡς περιπτωσιακό γεγονός καί ὡς ἀναφερόμενο στά πνευματικά καί στά ἐπιμέρους μόνο θέματα τοῦ ἀνθρώπου καί τῆς ζωῆς του. Πολύ περισσότερο δέν πρέπει νά κατανοεῖται ὡς γεγονός πού ἀναφέρεται ἀποκλειστικά καί μόνο στό πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Ὑπ’ αὐτή τήν ἔννοια, τό σημερινό κήρυγμα, ἄν καί θά ἀναφερθεῖ σέ τέσσερα μόνο βασικά σημεῖα, σκοπός μας εἶναι νά ἐπιχειρήσουμε μία σφαιρική προσέγγιση τοῦ γεγονότος τῆς μεταμόρφωσης στήν ὁλότητά του καί στήν καθολικότητά του, φωτίζοντας θεολογικά αὐτό καθαυτό τό γεγονός ἀλλά καί τή σημασία του γιά τή δική μας πνευματική πορεία.

1. Ἡ Μεταμόρφωση ὡς ἱστορικό γεγονός
Τό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα δέν ἀφήνει καμιά ἀμφιβολία γιά τήν ἱστορικότητα τοῦ γεγονότος τῆς μεταμόρφωσης τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Κύριος παραλαμβάνει τρεῖς ἀπό τούς μαθητές του, τόν Πέτρο, τόν Ἰάκωβο καί τόν Ἰωάννη καί μεταμορφώνεται «ἔμπροσθεν αὐτῶν». Ἡ μαρτυρία τῶν τριῶν εἶναι ἰδιαίτερα σημαντική. Δέν πρόκειται, ἑπομένως, γιά θεολογικό μύθο. Βέβαια πρόκειται γιά μία πνευματική ἐμπειρία τῶν τριῶν μαθητῶν τοῦ Ἰησοῦ, ὅμως ἡ ἐμπειρία αὐτή ἑδράζεται σέ ἱστορικό γεγονός καί συνδέεται μέ ἐξωτερικά εὔληπτα φαινόμενα. Βλέπουν τόν Κύριο στήν κορυφή τοῦ ὅρους νά λάμπει τό πρόσωπο τοῦ «ὡς ὁ ἥλιος» καί τά ἐνδύματά του νά γίνονται «λευκά ὡς τό φῶς». Παρατηροῦν δίπλα στόν μεταμορφούμενο Διδάσκαλο νά παρίστανται ὡς «μάρτυρες» τοῦ γεγονότος δυό σημαντικά πρόσωπα τῆς ἰουδαϊκῆς ἀποκαλυπτικῆς καί τῆς ἐσχατολογικῆς παράδοσης τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ, τόν Μωυσῆ καί τόν Ἠλία. Ὅλα αὐτά φανερώνουν ἕνα εἶδος θεοφάνειας μέσα στόν μεσσιανολογικό χαρακτήρα τοῦ γεγονότος.
Παράλληλα ὁ λαός εἶναι συγκεντρωμένος, κατά τή διήγηση τῆς περικοπῆς, κάτω στούς πρόποδες τοῦ Ὅρους, μαζί μέ τούς ὑπόλοιπους μαθητές καί περιμένουν τόν Κύριο νά κατέβει ἀπό τό Θαβώρ, νά τούς κηρύξει τή νέα πίστη καί νά θεραπεύσει τούς βασανισμένους ἀσθενεῖς τους. Ὅλη ἡ εὐαγγελική περικοπῆ ἔχει μία θαυμαστή ρεαλιστική προσέγγιση τοῦ γεγονότος. Δέν ἀφήνει περιθώρια γιά καμιά ἀμφισβήτηση, ὅτι ἐδῶ πρόκειται γιά μία ἁπλή ἀλλά γεμάτη σαφήνεια περιγραφή ἑνός πραγματικοῦ ἱστορικοῦ συμβάντος. Αὐτό τό συμβάν πραγματοποιεῖται «ἔμπροσθεν» ὄχι μόνο τῶν μαθητῶν ἀλλά καί τοῦ λαοῦ καί ἑπομένως δέν ἐπιδέχεται καμιά ἀμφισβήτηση. Ἀντίθετα ἕνα τέτοιο ἱστορικό γεγονός ὑπόκειται σέ ἱστορική διερεύνηση καί θεολογική ἑρμηνεία, ὥστε νά ἐξαχθοῦν τά κατάλληλα συμπεράσματα πρός ἐνίσχυση τῆς πίστεως καί τῆς οἰκοδομῆς τῶν πιστῶν.
Τά εὐαγγελικά ἱστορικά γεγονότα δέν πρέπει νά ἀπομονώνονται καί νά τά ἐπενδύουμε μέ τό ἔνδυμα τοῦ θεολογικοῦ μύθου. Εἶναι μέρος τῆς γενικότερης ἱστορίας τῆς ἀνθρωπότητας, ἡ δέ ἀποκάλυψη τούς ἔχει ἄμεση σχέση μέ τήν παγκόσμια ἱστορία καί ἰδιαίτερα μέ τήν ἱστορία τοῦ σχεδίου τῆς θείας Οἰκονομίας. Τό γεγονός τῆς μεταμορφώσεως, μάλιστα, ἔχει ἄμεση σχέση μέ τό ἱστορικό γίγνεσθαι καί μέ τήν ἱστορική πορεία τῆς ἀνθρωπότητας πρός τήν τελείωση καί τή θέωση .

2. Ἡ θεολογική ἑρμηνεία τοῦ γεγονότος
Στό γεγονός τῆς μεταμόρφωσης ἔχουμε τά ἕξης ἐνδιαφέροντα στοιχεῖα γιά μία οὐσιαστική θεολογική προσέγγιση. Καταρχήν ἔχουμε τήν ἐμφάνιση τοῦ Μωϋσῆ καί τοῦ Ἠλία, δυό προσώπων τῆς ἱερῆς ἱστορίας τοῦ Ἰσραήλ πού συνδέονται ἄμεσα μέ τήν ἔλευση καί τήν ἐμφάνιση τοῦ Μεσσία. Ὁ χαρακτήρας τοῦ γεγονότος, ἑπομένως, εἶναι σαφῶς μεσσιανολογικός καί ἄρα ἡ ὅλη εὐαγγελική διήγηση εἶναι καθαρά χριστοκεντρική . Μέ ἄλλα λόγια ἔρχεται νά φωτίσει τό μυστήριό του προσώπου τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καί νά δώσει σαφῆ ἀπάντηση στό ἱστορικό ἐρώτημα «τίς γάρ οὗτος ἔστιν ;».
Ὁ Ἰησοῦς δέν εἶναι μόνο ἱστορικό πρόσωπο, πού γεννᾶται σέ κάποιο συγκεκριμένο χῶρο καί χρόνο, «ἐν Βηθλεέμ τῆς Ἰουδαίας καί ἐν ἡμέραις Ἡρώδου τόν Μεγάλου», πού γενεαλογεῖται ὡς μέλος κάποιας συγκεκριμένης οἰκογένειας τῆς φυλῆς καί τοῦ γένους Δαβίδ, ἀλλά εἶναι καί ὁ ἀναμενόμενος διά μέσου τῶν αἰώνων Χριστός τοῦ Κυρίου πού θά ἔρθει γιά τή σωτηρία τῆς ἀνθρωπότητας. Αὐτή δέ ἡ ἔλευσή του θά ἐπιβεβαιωθεῖ, κατά τήν παράδοση, ἀπό τήν παρουσία τῶν ἀποκαλυπτικῶν προσώπων τοῦ Μωϋσῆ καί τοῦ Ἠλία.
Ἡ παρουσία δέ αὐτή τοῦ Μωϋσῆ καί τοῦ Ἠλία ἔχει μία βαθιά παράδοση στήν ἐσχατολογία καί τή μεσσιανολογία τοῦ Ἰσραήλ. Ὅπως καί ἡ ἐμφάνιση, κατά μία ἄλλη παράλληλη παράδοση, τοῦ Μωϋσῆ καί τοῦ Ἐνώχ. Τά πρόσωπα αὐτά ἀποτελοῦν τήν ἐγγύηση καί τήν ἐπιβεβαίωση μίας ἀληθινῆς μεσσιανικῆς παρουσίας ἀλλά καί θεοφάνειας . Καί δέν ἐπιβεβαιώνουν μόνο τήν παρουσία τοῦ Μεσσία -Χριστοῦ στό ἱστορικό παρόν, ἀλλά τά ἴδια τά πρόσωπα αὐτά ὑπάρχει παράδοση ὅτι θά συνοδεύσουν τόν Χριστό καί κατά τή δευτέρα καί ἔνδοξη ἐσχατολογική παρουσία. Γι’ αὐτό ἀκριβῶς καί τό γεγονός τῆς μεταμόρφωσης ἀποτελεῖ πρόγευση καί προμήνυμα καί τῆς ἔνδοξης δευτέρας παρουσίας. Ἔτσι στό γεγονός αὐτό ἔχουμε τήν ἱστορία τῆς μεταμόρφωσης, ἀλλά καί τήν προοπτική της ἐσχατολογικῆς ἐξέλιξης καί πλήρωσης.

Τό δεύτερο ἐνδιαφέρον στοιχεῖο τῆς μεταμόρφωσης εἶναι ἡ ἐμφάνιση καί ἡ παρουσία τοῦ ἀκτίστου φωτός. Τό φῶς τῆς μεταμόρφωσης περιβάλλει κατά κύριο λόγο τόν Ἰησοῦ Χριστό καί κατ’ ἐπέκταση τούς μαθητές, τόν κόσμο ὅλο καί ὅλη τήν κτίση. Διερωτᾶται βέβαια κανείς τί εἴδους φῶς εἶναι αὐτό καί ποιά ἡ σημασία του. Μήπως πρόκειται γιά μία ἁπλή ἀνταύγεια ἀκτίνων τοῦ ἡλίου πού φωτίζουν τά πράγματα καί λαμπρύνουν τά ἀντικείμενα, ἤ πρόκειται γιά κάποιο ἄλλο «φῶς», ἄλλης φύσεως καί ἄλλης ποιότητας; Τό ἐρώτημα αὐτό πού τίθεται ἀπό πολλούς ἀπαιτεῖ ὄχι μόνο ἱστορική προσέγγιση ἀλλά καί θεολογική διερεύνηση.

Ἡ πατερική ἑρμηνευτική θεολογία κάνει ἐνδιαφέρουσες προσεγγίσεις. Εἰδικότερα ὁ Μέγας Βασίλειος στό ἔργο τοῦ «Ἑξαήμερος», σχολιάζοντας τά γεγονότα τῆς ἀρχικῆς δημιουργίας, ὁμιλεῖ σέ κάποιο σημεῖο γιά ἕνα πρωταρχικό «φῶς» τῆς πρώτης ἡμέρας. Αὐτό τό «φῶς» τό ἀποκαλεῖ «φῶς καθαρότατον », «εἰλικρινές» καί « ἄϋλον ».
Τό διακρίνει δέ μέ κάθε σαφήνεια ἀπό τό γνωστό μας φῶς τοῦ ἡλίου καί τῆς σελήνης καί ἀφήνει νά νοηθεῖ ὅτι μᾶλλον πρόκειται γιά κάποιο «ἄκτιστο» φῶς πού νά δηλώνει τήν παρουσία τοῦ δημιουργοῦ Θεοῦ. Πολύ ἀργότερα, ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς θά μιλήσει καί αὐτός πάλι μέ μεγάλη σαφήνεια γιά τήν ὕπαρξη ἑνός « ἀκτίστου φωτός» καί θά τό διακρίνει ἀπό κάθε κτιστό καί ὑλικῆς φύσεως φῶς. Τό κτιστό ἀνήκει στή δημιουργία καί στόν κόσμο μας, τό ἄκτιστο ἀνήκει στό θεό καί στήν παρουσία του. Τό ἕνα εἶναι ὑλικό καί θαμπό, τό ἄλλο εἶναι « ἄϋλο » καί «καθαρότατο». Ἑπομένως, ἡ θεολογία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου συναντᾶται μέ τήν ἑρμηνεία τοῦ Μεγάλου Βασιλείου καί μπορεῖ νά θεωρηθεῖ ὡς προηγούμενο γιά μᾶς γιά τήν κατανόηση τοῦ φωτός τῆς μεταμόρφωσης καί τοῦ φωτός τοῦ κενοῦ τάφου καί τῆς ἀνάστασης. Αὐτό τό ἴδιο φῶς πληροί τήν πνευματική μας πορεία καί μεταμορφώνει τίς ὑπάρξεις μας. Ὑπ’ αὐτή τήν ἔννοια τό φῶς τῆς μεταμόρφωσης τοῦ σημερινοῦ εὐαγγελικοῦ ἀναγνώσματος ἐπιδέχεται βαθιά θεολογική προσέγγιση καί δέν μᾶς ἐπιτρέπει μονοσήμαντες καί ἀφελεῖς ἑρμηνεῖες.

3. Ἡ πνευματική προοπτική τῆς Μεταμόρφωσης
Ἡ μεταμόρφωση, πέρα ἀπό ἱστορικό γεγονός μέ βαθύτατη θεολογική σημασία, προβάλλεται καί ὡς πρόταση γιά ἐμπειρία ζωῆς. Ἡ ἐμπειρία αὐτή δέν πρέπει νά συσχετίζεται μόνο μέ τό πρόσωπο τοῦ μεταμορφωθέντος Χριστοῦ, ἀλλά νά ἀναφέρεται καί στήν προσωπική ζωή ὅλων μας. Ἡ θεία ἐμπειρία ἀποτελεῖ τόν τύπο καί τό σταθερό σημεῖο ἀναφορᾶς γιά μας. Ἀκριβῶς, ὅπως ἡ ἐμπειρία αὐτή, καθαρά πνευματικῆς φύσεως, χαρακτήρισε ἀρχικά τούς μαθητές τοῦ Κυρίου καί στή συνέχεια ὅλο τό λαό πού παρίσταται στό θαῦμα, ὡς συνέχεια καί ἐπακόλουθό του γεγονότος τῆς μεταμόρφωσης.
Ὁ Χριστός μέ τή μεταμόρφωση ἔδειξε στόν κόσμο τό ἀληθινό του πρόσωπο καί τό μυστήριό της παρουσίας του. Δέν εἶναι μόνο ἄνθρωπος, εἶναι καί Θεός. Προσέλαβε τήν κτίσ τή ἀνθρώπινη φύση. Ὅμως στή μεταμόρφωση φάνηκε καί ἡ ἄκτιστη θεία λαμπρότητα καί δόξα του. Στόν κόσμο μας παρουσιάσθηκε ὡς ἀνθρώπινη καί θεία παρουσία. Ἡ προαιώνια θεία φύση τοῦ εἰσέρχεται στόν κόσμο καί ἐνανθρωπίζεται . Τό ἄκτιστο συναντᾶ καί προσλαμβάνει τόν κτιστό ἄνθρωπο καί τόν θεώνει . Αὐτό εἶναι ἕνα ἀρχικό ἀλλά βαθύτατα οὐσιαστικό στοιχεῖο τοῦ γεγονότος τῆς μεταμόρφωσης.
Ὡς συνέπεια αὐτοῦ τοῦ γεγονότος ἔχουμε καί τή συγκλονιστική ἐμπειρία τῶν μαθητῶν τοῦ Κυρίου. Καί ἡ ἐμπειρία αὐτή δέν ἦταν τυχαῖα. Ἡ συγκλονιστική ἐντύπωσή τους καί ἡ ἐλκτικότητα τοῦ γεγονότος ἦταν τόσο ἰσχυρή πού ἐκφράζουν ἀμέσως τήν ἐπιθυμία τους ἡ ἐμπειρία αὐτή νά εἶναι διαρκείας καί νά τούς συνοδεύσει σέ ὅλη τους τή ζωή. Αὐτό ἀκριβῶς ἐκφράζει ἡ πρότασή τους νά φτιάξουν σκηνές καί νά παραμείνουν στό Θαβώρ, βιώνοντας ἀδιάκοπα τήν ἐμπειρία τῆς μεταμόρφωσης. Δέν γνωρίζουμε ἐπακριβῶς τό περιεχόμενο αὐτῆς τῆς ἐμπειρίας τους. Ὁ Εὐαγγελιστής δέν μᾶς περιγράφει δυστυχῶς τί ἐσήμαινε γιά τούς μαθητές ἡ κορυφαία ἐκείνη στιγμή τῆς μεταμόρφωσης τοῦ Κυρίου. Αὐτό ὅμως πού γνωρίζουμε εἶναι ἡ ἀρχική συγκλονιστική τους ἐντύπωση καί ὅτι οἱ ἴδιοι ἄρχισαν νά γεύονται τούς ἐσχατολογικούς καρπούς τῆς μεταμόρφωσης στήν προσωπική τους ζωή.
Ἡ μεταμόρφωση, ἑπομένως, στήν πνευματική διάσταση δέν πρέπει νά ἑρμηνεύεται καί νά κατανοεῖται ὡς ἀτομικό γεγονός, πού ἄφορα μόνο στό πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ . Καί οὔτε ἀκόμη περιοριστικά καί ἐπιλεκτικά, ὡσάν νά ἀναφέρεται μόνο σέ τρεῖς ἐκλεκτούς μαθητές καί σέ δυόἀποκαλυπτικές μορφές τοῦ παρελθόντος. Εἶναι ἕνα γεγονός καθολικῆς σημασίας. Ἀρχικά ξεκινάει ἀπό τόν Κύριο, συνεπαίρνει στή συνέχεια τούς τρεῖς μαθητές, προεκτείνεται πρός τούς Δώδεκα καί δι’ αὐτῶν φτάνει σέ ὅλο τόν κόσμο καί σέ ὅλη τήν κτίση. Ἔτσι, κατά συνέπεια, δικαιούμαστε νά ὁμιλοῦμε γιά τή μεταμόρφωση τοῦ ἀνθρώπου καί τοῦ κόσμου, τῆς φύσης καί τῆς κτίσης, γιά τή μεταμόρφωση ὅλης της δημιουργίας, εἴτε ὑλικῆς εἴτε πνευματικῆς.

4. Σχέση τῆς Μεταμόρφωσης μέ τό θαῦμα
Ὁ Εὐαγγελιστής Ματθαῖος σχετίζει τό γεγονός τῆς μεταμόρφωσης μέ τό θαῦμα τῆς θεραπείας ἑνός υἱοῦ πού «σεληνιάζεται καί κακῶς πάσχει». Ἐνῶ οἱ τρεῖς μαθητές ἐπιμένουν γιά μία μόνιμη κατοίκηση στό Θαβώρ καί οὐσιαστικά γιά «ἰδιοποίηση» τοῦ γεγονότος τῆς μεταμόρφωσης, ὁ μεταμορφωθεῖς Κύριος τούς λέει ὅτι πρέπει νά κατέβουν κάτω στήν κοιλάδα, ὅπου οἱ ὑπόλοιποι μαθητές καί ὁ λαός. Ἐκεῖ κάτω ὅλοι ἀναμένουν ὄχι μόνο ν’ ἀκούσουν τό κήρυγμα ἀπό τόν Διδάσκαλο, ἀλλά καί νά γευθοῦν τούς θαβώριους καρπούς τῆς μεταμόρφωσης.

Γνωρίζουμε ἀπό τή σχετική εὐαγγελική διήγηση, ὅτι κατά τή διάρκεια τοῦ γεγονότος τῆς μεταμόρφωσης ἕνας πατέρας ἔχει μεταφέρει τόν ἄρρωστο γιό του καί οἱ μαθητές προσπαθοῦν νά τόν θεραπεύσουν χωρίς κανένα ἀποτέλεσμα. Ὅλοι καί ὅλα βρίσκονται σέ ἀδιέξοδο. Ἡ πίστη παραμένει ἀνενεργός, ἡ δύναμη τῶν μαθητῶν δέν εἶναι ἀποτελεσματική καί τό θαῦμα δέν τελεσιουργεῖται . Καί αὐτό ὀφείλεται στό γεγονός τῆς «ἀπουσίας» τοῦ Κυρίου, ἀφοῦ «ἄνευ αὐτοῦ οὐ δύνασθε ποιῆσαι οὐδέν». Ἡ μεταμόρφωση δέν εἶναι μία μαγική λέξη, ἀλλά ἐνεργός δύναμη πίστεως πού τελεσιουργεῖ τό θαῦμα.

Ἐπίλογος
Ἕνας μεγάλος ζωγράφος τῆς Ἀναγέννησης ἔχει ζωγραφίσει τόν πίνακα τῆς μεταμόρφωσης σέ δυό ἐντυπωσιακά πλάνα. Στό ἐπάνω μέρος μέ χρώματα ζωηρά καί φωτεινά παρουσιάζεται ὁ κόσμος τῆς μεταμόρφωσης. Στό κάτω πλάνο βρίσκεται ἡ κοιλάδα τοῦ κλαυθμῶνος , ἡ ὀδυνηρή καί ἀδιέξοδη ζωή τῶν ἀνθρώπων. Ἕνας κόσμος χωρίς φῶς καί ἐλπίδα. Ὁ ἐπάνω κόσμος φωτεινός, ὁ κάτω σκοτεινός. Ὁ κόσμος τοῦ Ἰησοῦ καί τῆς μεταμόρφωσης ἀπό τό ἕνα μέρος καί ἀπό τό ἄλλο ὁ κόσμος ὁ δικός μας, τῆς παραμόρφωσης καί τῆς ἀσθένειας. Οἱ δυό αὐτοί κόσμοι, κατά τήν εὐαγγελική περικοπῆ, πρέπει νά γίνουν ἕνας. Καί κρίκος σύνδεσης τῶν δυό αὐτῶν κόσμων εἶναι ὁ ἐνανθρωπήσας καί μεταμορφωθεῖς Κύριος. Αὐτός ἑνοποιεῖ τόν Θεό καί τόν ἄνθρωπο, τόν οὐρανό καί τή γῆ. Τό θαῦμα τελεσιουργεῖται μόνο κάτω ἀπό τό φῶς τῆς μεταμόρφωσης.

Σ’ αὐτή τήν προσέγγιση γιά τήν κατανόηση τῆς μεταμόρφωσης ὡς λειτουργίας ζωῆς καί γιά τήν πραγματοποίηση τοῦ θαύματος στήν προσωπική μας πορεία, ἔχουμε τά ἑξῆς πνευματικῆς φύσεως στοιχεῖα. Μεταμόρφωση σημαίνει μετάνοια καί ἀλλαγή πορείας. Σημαίνει ἀνάβαση στό Θαβώρ καί κοινωνία μετά τοῦ Ἰησοῦ. Ἡ μεταμόρφωση συνδέεται ἄμεσα καί οὐσιαστικά μέ τήν παρουσία τοῦ Κυρίου. Τό ἴδιο συμβαίνει καί μέ τό θαῦμα, πού ἔρχεται ὡς ἐπακόλουθό της μεταμόρφωσης. Τό θαῦμα δέν τελεσιουργεῖται ἀπόντος τοῦ Χριστοῦ. Γιά νά πραγματοποιηθεῖ τό θαῦμα ἀνάγκη εἶναι τό γεγονός τῆς μεταμόρφωσης νά μεταφερθεῖ ἀπό τό θαβώριο ὕφος στήν ἱστορική πραγματικότητα τῆς ζωῆς τῶν ἀνθρώπων. Κατανοεῖται, ἔτσι, γιατί ὁ Κύριος καλεῖ τούς μαθητές νά κατέβουν καί νά πορευθοῦν πρός τό λαό, ἐνῶ οἱ μαθητές ἐπιμένουν νά κατασκηνώσουν ἐκεῖ ψηλά σέ μία ἐξωιστορική πραγματικότητα. Μόνο ὅταν εἰσέλθει στήν ἱστορία καί κοινωνήσει μέ τούς ἀνθρώπους ὁ μεταμορφωθεῖς Χριστός τότε συντελεῖται τό θαῦμα.
Τό θαῦμα ἐπιφέρει τήν ἴαση καί τή θεραπεία, στήν οὐσία ὅμως εἶναι γεγονός μεταλλαγῆς καί μεταμόρφωσης. Τό θαῦμα εἶναι ἡ ἀποκατάσταση στό «κατά φύσιν ». Ἡ ὑγεία καί ἡ ἀρετή εἶναι τό κατά φύσιν τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ ἀσθένεια καί ἡ ἁμαρτία εἶναι τό «παρά φύσιν ». Ἡ φθορά καί ὁ θάνατος εἶναι ἔξω ἀπό τή φύση τῆς δημιουργίας. Τό θαῦμα οὐσιαστικά συνιστᾶ τή φύση τῆς ζωῆς. Ζωή κατά κυριολεξία εἶναι ὑγεία, μά πάνω ἀπό ὅλα εἶναι κάλλος καί ὡραιότητα. Αὐτό ἀκριβῶς πραγματοποιεῖται καί μέ τή μεταμόρφωση. Ἡ μεταμόρφωση εἶναι λάθος νά κατανοεῖται μόνο ὡς γεγονός ὑπερφυσικό καί κατ’ ἐπέκταση ὡς ἀνέφικτο γιά τήν παροῦσα ἱστορική μας ζωή. Ἡ μεταμόρφωση εἶναι κατ’ οὐσίαν λειτουργία ζωῆς καί πραγματώνεται διαρκῶς στό παρόν καί στή ζωή, ὅπως ἀκριβῶς φανερώθηκε μέ τή μεταμόρφωση τοῦ Κυρίου στό ὅρος Θαβώρ.



No comments:

Post a Comment

Σχόλια