Labels

Wednesday, December 31, 2014

Σαν συναντήθηκε ο Παλιός με τον Καινούργιο Χρόνο



Φεύγει ο Χρόνος ο Παλιός και βαρυφορτωμένος
Παίρνει το δρόμο ήσυχος κι ας είναι κουρασμένος
γέρος που πλιο δεν άντεξε όσα οι νιοι αντέχουν,
οι άνθρωποι π' ανάθρεψε πλιο γνώση δεν κατέχουν
Έκανε αυτό που μπόρεσε, σκόρπισε κι εσκορπίστη,
δεν κράτησε για χάρη του μήτε ένα δράμι πίστη
Άλλοτε έμοιασε μικρός σαν σύντομη ανάσα
κι άλλοτε μέγας και τρανός σαν τ' ουρανού τα άστρα
Κι αν ίδιος ήταν πάντοτε για όλους και για όλα
άλλοι τον πήραν αγκαλιά και κάρπισαν τα δώρα
κι άλλοι τον προσπεράσανε ή τον τσαλαπατήσαν
κι ύστερα μπουρδοκλώθηκαν και όρκους αθετήσαν
Δεν ήτανε στο χέρι του κι ας τον κατηγορούνε,
ήτανε πάντα ανάλογα οι ανθρώποι τι μπορούνε
Πώς να χωρέσει ουρανός σε μια καρδιά ψηφίδα;
Πώς να γελάσουν πρόσωπα που φόρεσαν ασπίδα;
Πώς να διαρκέσει το φιλί αν δε ριζώνει αγάπη;
Δίχως ελπίδας όνειρο δεν είναι όλα απάτη;
Κι όσοι εξαπατήθηκαν είχαν το μερτικό τους,
μην τα φορτώνουν πάνω του σαν να ’ταν δουλικό τους
Δεν είναι μάγος ή γιατρός κι ας λένε τα παραμύθια
Φύλλο κάτω απ’ την πλάστιγγα κάθε ψυχής η αλήθεια,
άλλοι τ’ ανοίγουνε και ζουν κι άλλοι αναστενάζουν
τ’ απαρατούν και κλαίγονται και μοναχοί πλαντάζουν
Κι έτσι οι καλοί βγάνουν ψωμί σαν το επίγειο μάννα
κι οι άλλοι μένουν νηστικοί στου κόσμου την αλάνα
Μα τι τα θες και τι να πεις, είν’ όλα ειπωμένα
Εύκολο τα πικρά γλυκά και τ’ άγρια μερωμένα
να γίνουν καθώς εύχονται γριές που στραφταλίζουν
σαν πρόσφορα σε Τράπεζα που απαντοχή μυρίζουν;
Μα εκεί που ο γέρος πήγαινε βαθιά συλλογισμένος
να 'σου στο δρόμο νιος ψηλός στα κάτασπρα ντυμένος
που ’χε αστραπή στο πρόσωπο, το σώμα αντρειωμένο
και πριν προλάβει να τον δει, να τον καλησπερίσει,
αυτός αναδιπλώνεται για να τον προσκυνήσει
-Δος την ευχή σου γέροντα, είμαι ο Νέος Χρόνος,
φοβούμαι το ξεκίνημα, με παραλύει ο τρόμος
- Πάρ’ την ευχή, λεβέντη μου, και άφοβα προχώρα,
μη νοιάζεσαι για τίποτα, και μπες στη Νέα Χώρα
Στην Πύλη την θεόρατη άγιο θα συναντήσεις
τον Μέγα τον Βασίλειο, αυτόν να προσκυνήσεις
Μαζί του να συμπορευτείς κι όλα καλά θα πάνε
Να ’ναι απαλό το άγγιγμα σ’ ανθρώπους που πονάνε,
να ’ναι το χάδι στοργικό, πονετικό το βλέμμα,
να μη σκιαχτείς τ’ ανάποδα μήτε της γης το αίμα
Ο ουρανός σε έστειλε, ο ουρανός με παίρνει
να ’ναι ο Θεός μας βοηθός και τα καλά να φέρνει
κι όλα καλά να γίνονται ακόμα κι αν δε μοιάζουν
άγγελοι κι άγιοι μαζί όλα να τ’ αρμαθιάζουν
Σηκώθηκε το νιούτσικο, τ’ ασπάστηκεν ο γέρος
Χαμήλωσαν οι ουρανοί κι ασήμωσαν το τέλος
του Χρόνου που αποχώρησε και πίσω δε γυρίζει
και χρύσωσαν το Νιούτσικο ελπίδες να χαρίζει.





 





4 comments:

  1. Βασιλικοῦ, Βασιλική, θυμίζεις καί ὁμοιάζεις
    μά δέν μυρίζεις σάν σγουρός, τ' ἀθάνατου ταιριάζεις....


    Ἑορτάζεις ἀπό ἀπόψε.
    Εὐλογημένη.......
    στό σπίτι σου, ὁ λῶρος νά 'σαι.......

    ReplyDelete
  2. Βασιλική, χρόνια πολλά και ευλογημένα, καλή χρονιά και δημιουργική!

    ReplyDelete
  3. ΠΑΥΛΙΔΟΥ ΓΛΥΚΑJanuary 1, 2015 at 9:01 PM

    Χρόνια πολλά Βασιλική μου! Μετά τα όμορφο σχόλιο του κ Φρουδαράκη όλα τα άλλα είναι περιττά....


    ReplyDelete
  4. Γιάννη, Αντώνη και Γλύκα, σας ευχαριστώ με όλη μου την καρδιά για τις ευχές σας τις όμορφες! Να έχετε μια χρονιά γεμάτη καλούδια υλικά και άυλα!

    ReplyDelete

Σχόλια