Monday, July 25, 2011
Amy Winehouse - Καλό ταξίδι Κόρη της αστραπής
Wednesday, July 20, 2011
Ο Προφήτης Ηλίας μου

Monday, July 18, 2011
Μικρό παιδί σαν ήμουνα

Η πρώτη ανάμνηση που έχω από τη ζωή μου είναι συνυφασμένη με το πνιγηρό αίσθημα “δεν χωράω.”
Βρίσκομαι στο Νηπιαγωγείο ενός διώροφου Δημοτικού σχολείου χτισμένου σε έδαφος επικληνές ώστε η υπόγεια τάξη μου να βγαίνει στην αυλή. Τα μικρά τραπεζάκια είναι ενωμένα με τα καρεκλάκια μέσω ενός σίδερου που τα συνδέει απαγορεύοντας οποιαδήποτε μετακίνηση των μεν ή των δε. Η δασκάλα μας -της οποίας η εικόνα μου διαφεύγει σήμερα απολύτως- μας τακτοποιεί στα θρανία. Συμβαίνει να είμαι ένα ψηλό παιδί οπότε τα γόνατά μου χτυπούν στο κάτω μέρος του θρανίου. Είμαι υποχρεωμένη να υποστώ το στρίμωγμα για όλη τη διάρκεια της χρονιάς γέρνοντας το σώμα προς τα μπρος και βάζοντας αρκετά πίσω τα πόδια. Θέλω δεν θέλω, μου αρέσει δεν μου αρέσει, αυτό έτσι είναι και δεν αλλάζει: δεν χωράω.
Η δεύτερη ανάμνηση που διατηρώ με διαύγεια από την ίδια εκείνη χρονιά εξελίχθηκε στην πρώτη μου ανταρσία: “Βγήκα απ’ το χορό.”
Η αποχώρησή μου ήταν αποτέλεσμα της δυσάρεστης έκβασης μιας ιδιαίτερα ευτυχισμένης στιγμής. Στήθηκε το τρελό γαϊτανάκι στην αυλή γεμάτο πολύχρωμες κορδέλες. Η πρωτόγνωρη εικόνα του στα παιδικά μου μάτια ήταν στα όρια της εντυπωσιακότερης φαντασίωσης.
Κάθε παιδί έπιασε κι από μία κορδέλα κι αρχίσαμε να γυρίζουμε το γαϊτανάκι στο ρυθμό της χαρούμενης μουσικής που έπαιζε από το κασετόφωνο. Όσο πιο γρήγορα γύριζε το γαϊτανάκι άλλο τόσο ο ενθουσιασμός μου γκρεμιζόταν κατακόρυφα. Λίγο επίτηδες και λίγο κατά λάθος το ένα παιδί έπεφτε πάνω στο άλλο. Εγώ προσέχα να μην πατήσω κανένα, -το θυμάμαι πολύ καθαρά αυτό-, αλλά δεν έκαναν το ίδιο και τα άλλα παιδιά που μάλλον διασκέδάζαν το τσαλαπάτημα περισσότερο απ’ τον κυκλικό χορό.
Με τσαλαπατούνε μια, με τσαλαπατούνε δυο, την τρίτη παρατώ την κορδέλα και βγαίνω. Όσο κι αν με μαλώνει η δασκάλα, όσο κι αν με παρακινεί να ξαναμπώ, το αρνούμαι πεισματικά. Προτιμώ να κοιτώ από απόσταση τους άλλους να ευχαριστιούνται το χορό και το τσαλαπάτημα, αλλά και να βλέπω την εντυπωσιακή εικόνα του περιστρεφόμενου ονείρου, παρά να βρίσκομαι εντός της και να υποφέρω.
Σήμερα, σχεδόν πιστεύω πως αυτές οι δύο πρώτς μου αναμνήσεις καθόρισαν εφάπαξ τη ζωή μου και με οδήγησαν αδιόρατα, ανεπαίσθητα αλλά και ευθύβολα στο να αφοσιωθώ είκοσι χρόνια αργότερα στο μοναχικό άθλημα της γραφής.
Τρίτη ανάμνηση από το νηπιαγωγείο δεν έχω.
Η αμέσως επόμενη εντοπίζεται στο ξεκίνημα της πρώτης Δημοτικού. Πρόκειται για την πρώτη μου σχολική τσάντα. Ήταν κατακόκκινη με σχεδιασμένο ένα σκίτσο του αλόγου του Μέγα Αλεξάνδρου, τον Βουκεφάλα, με λευκό χρώμα. Αυτήν την τσάντα τη λάτρεψα. Μέχρι σήμερα δε θυμάμαι καμιά άλλη απ’ όσες ακολούθησαν.
Η τάξη είναι μακρόστενη σα βαγόνι τρένου. Κάθομαι στο τελευταίο θρανίο μιας κι ο δάσκαλος μάς τοποθετεί κατά ύψος. Ευτυχώς είμαι τουλάχιστον από τη μεριά των παραθύρων πλάι στο φως. Όλα τα κατοπινά χρόνια στα θρανία θα καθόμουν πάντα δίπλα στα παράθυρα και στα τελευταία θρανία.
Δίπλα μου κάθεται η Τασούλα, ένα πολύ όμορφο κορίτσι της γειτονιάς με πυκνά μαύρα μαλλιά πιασμένα ακριβώς όπως και τα δικά μου κοτσιδάκια, και μάτια γαλανά. Είχε όλες τις προϋποθέσεις να γίνει στο μέλλον περιπόθητη -όπως και έγινε.
Ο δάσκαλος είναι ψυχρός σαν κατάψυξη. Δε γελάει ποτέ. Έχει το πρόσωπο δημίου που θα συναντούσα αργότερα στις ξένες ταινίες εποχής. Η τάξη είναι κρύα και σκοτεινή σαν το πρόσωπό του. Μελαγχολική σαν την προσπάθεια ένταξής μας σε ένα σύστημα που απαιτούσε από εξάχρονα παιδιά να κάθονται καθηλωμένα στα θρανία με ίσια πλάτη και χέρια σταυρωμένα.
Είμαι ένα ζωηρό παιδί που θέλει διαρκώς να μιλάει και να γελάει. Είμαι μάλλον ένα ανυπόφορο παιδί για το δάσκαλο. Πολλές φορές με σηκώνει στον πίνακα και με προσβάλλει, με χτυπά με τη βέργα και με ξαναχτυπά, αλλά εγώ μυαλό δε βάζω. Κάποτε παρασέρνω στην κουβέντα και την Τασούλα που συνήθως κρατούσε χαρακτήρα. Για πρώτη φορά μας σηκώνει μαζί στον πίνακα. Αφού μας βάζει τη μια πλάι στην άλλη παίρνει το αριστερό κοτσίδι της μιας και το δεξί της άλλης και χτυπά με δύναμη μεταξύ τους τα κεφάλια μας. Θυμάμαι πως ζαλίστηκα. Μαθημένη στο ξύλο ήμουνα απ' το σπίτι, αλλά ξύλο από ξύλο είχε διαφορά. Τότε το κατάλαβα. Αυτό με είχε πειράξει πολύ. Η βέργα δεν με πείραζε τόσο, ούτε τα χαστούκια. Επιστρέφω το μεσημέρι στο σπίτι αλλά δε λέω τίποτα στους γονείς μου. Δεν είχαμε συναίσθηση τότε. Ο δάσκαλος ήτανε υπεράνω όλων κι εμείς δεν είχαμε διακιώματα, κι αν υπήρχαν κανείς δε ήταν πρόθυμος να μας τα πει.
Λίγες μέρες μετά καθώς τρέχω στο διάλειμμα στην στρωμένη άσπρα χαλίκια αυλή, -πάντα έτρεχα και μάλιστα με μεγάλο νεύρο- σκοντάφτω, πέφτω και ανοίγει το κεφάλι μου πάνω από το αριστερό μου μάτι στη ρίζα του τριχωτου της κεφαλής. Το πρόσωπό μου γεμίζει αίματα. Δε βλέπω μπροστά μου. Πονάω, αλλά δεν το δείχνω, είμαι αρκετά σκληρό καρύδι ή τουλάχιστον έτσι θέλω να δείχνω. Έρχεται ο δήμιος και με παίρνει από το χέρι. Καθώς ανεβαίνουμε τις σκάλες μου λέει, “σκοτώθηκες παιδί μου”, κι εγώ αιμόφυρτη του απαντώ, “δεν σκοτώθηκα κύριε, είμαι ακόμα ζωντανή!”
Όταν ήρθε η μητέρα μου να ρωτήσει για την πρόοδό μου ο δήμιος της απάντησε συντετριμμένος: “Λυπάμαι που θα σας απογοητεύσω κυρία μου, αλλά η Βασούλα δεν τα παίρνει τα γράμματα, δε θα μπορέσει να συνεχίσει για πολύ το σχολείο… ενώ η Τασούλα… έχει μέλλον… φαίνονται από μικρά τα παιδιά…”
Ευτυχώς η ζωή αποδείχθηκε πιο ευφάνταστη από το δάσκαλο και περισσότερο αντάρτισσα από μένα. Αν κάτι τέτοιες προβλέψεις δεν τις αγνοεί επιδεικτικά, συνηθίζει να τις ανατρέπει εξολοκλήρου. Η Τασούλα με δυσκολια τελείωσε το Λύκειο, εγώ δεν χόρτασα να σπουδάζω. Η σχέση μου με τα γράμματα έγινε σχέση αναπνοής και εκπνοής. Ίσως τελικά ακριβώς επειδή δεν τα έπαιρνα δεν έπαψα και ποτέ να τα κυνηγάω...
(Η συνέχεια του διηγήματος εδώ: στο Αντίφωνο, όπου δημοσιεύτηκε στις 17/07/2011)
ΥΓ. Στη φωτογραφία είμαι στην α΄ Δημοτικού.
Saturday, July 16, 2011
Ο άνθρωπος της Κρίσης
Κάθε τι που ζούμε μας διαμορφώνει. Όταν δε μια κατάσταση επιτείνεται μέσα στο χρόνο και ταυτόχρονα αφορά μεγάλο πλήθος ανθρώπων, τότε η διαμόρφωση αυτή αποτελεί ένα καθολικό γεγονός και αποκτά μαζικά γνωρίσματα και χαρακτηριστικά. Ένα ερώτημα είναι τι άνθρωπο διαμορφώνει η ίδια η Κρίση. Ένα άλλο ερώτημα είναι τι άνθρωπο διαμορφώνουν όλοι όσοι διαχειρίζονται την Κρίση ή έχουν αναλάβει να μας ενημερώνουν γι’ αυτήν.
Το πρώτο ερώτημα αφορά στο πώς κάθε άνθρωπος αντιλαμβάνεται και βιώνει το γεγονός της Κρίσης μέσα στην καθημερινότητά του. Αυτό αποτελεί την ατομική του εμπειρία και την προσωπική του στάση. Το δεύτερο ερώτημα αφορά στο πώς καθοδηγούνται οι μάζες μέσω των κυβερνήσεων, των μαζικών μέσων ενημέρωσης, αλλά και των μαζικών κινητοποιήσεων, από κάποιους “ειδήμονες” που τον τελευταίο καιρό πληθαίνουν ακόρεστα και επαγγελόμενοι το εν λόγω ζήτημα εισβάλλουν στην προσωπική μας εμπειρία καθορίζοντας την προσωπική μας στάση.
Παρόλο που τα δύο ερωτήματα είναι πολύ διαφορετικά και μέχρι ενός σημείου και ανεξάρτητα, οι απαντήσεις συμπλέκονται και η διαμόρφωση του ανθρώπου χάνει το προσωπικό της στίγμα καθώς η μαζική παρέμβαση έχει έναν ιδιαίτερα επιθετικό χαρακτήρα και δύναμη που ξεπερνά τα όρια της όποιας σθεναρής αντίστασης του μεμονωμένου ατόμου.
Πάντοτε η κοινωνία επηρέαζε το άτομο, εδώ όμως πρόκειται για κάτι διαφορετικό. Αυτοί που διαχειρίζονται την Οικονομία, τα ΜΜΕ και τις πορείες στους δρόμους, θέλουν πάση θυσία να στρέψουν τη σκέψη και το βλέμμα μας αποκλειστικά στο γεγονός της Κρίσης. Το αποδεικνύει ο τεράστιος όγκος άρθρων και εκμπομπών σε παγκόσμιο επίπεδο. Ωσάν να μην υπάρχει κανένα άλλο θέμα στη ζωή του σύγχρονου ανθρώπου ή όλα τα άλλα να είναι επουσιώδη, μοιάζει οι διαχειριστές της παγκόσμιας κοινότητας να εφήυραν επιτέλους ένα ζήτημα που να μας αφορά όλους, ένα κοινό παιχνίδι που δε θα παίζουν πλέον μόνοι τους αλλά θα μας έχουν όλους μαζί τους. Τι άνθρωπο όμως θέλουν μαζί τους; Έναν ισότιμο συμπαίκτη στη σκακιέρα τους ή μήπως έναν απονευρωμένο θεατή στην αρένα που έχτισαν;
Η Κρίση από μόνη της παρέχει την ελευθερία στον άνθρωπο να την αντιμετωπίσει όπως νομίζει. Άλλος μπορεί να πέσει σε απόγνωση κι άλλος να επαναπροσδιοριστεί δημιουργικά. Να επανεξετάσει την καταναλωτική του μανία και τις επιλογές του. Να καλλιεργήσει την υπομονή και την αλληλεγγύη του προς τους άλλους. Να στρέψει το βλέμμα του από τις υλικές αξίες προς τις άυλες. Να δει το παρόν του υπό το φως μιας πνευματικής προοοπτικής. Τη ζωή του μέσα από το πρίσμα του θανάτου. Να οδηγηθεί στην αναζήτηση της ομορφιάς που ευημερεί πεισματικά ερήμην οικονομικών όρων.
Γιατί η εξουσία της παγκόσμιας κοινότητας μας στερεί αυτήν την ελευθερία; Ποια είναι η σκοπιμότητα όλης αυτής της λυσσαλέας διαρκούς ενημέρωσης που οι περισσότεροι αν και δεν κατανοούμε βρισκόμαστε δέσμιοι να παρακολουθούμε;
Η ίδια η Κρίση δεν αποτελεί κίνδυνο για κανέναν μας. Αυτή είναι η αλήθεια που εν τέλει διατυπώνω. Ο κίνδυνος βρίσκεται ακριβώς στο ότι ασχολούμαστε αποκλειστικά μ’ αυτήν και μάλιστα με τον τρόπο που επιλέγουν κάποιοι. Ο κίνδυνος δεν βρίσκεται στο ότι πέφτουμε μέσα στις οικονομικές τρύπες που άνοιξαν, και που στο κάτω κάτω αφού έπεσε όλος ο κόσμος ας πέσουμε κι εμείς, αλλά στο ότι απαιτούν από μας να βιώσουμε το γεγονός της πτώσης ως απόλυτη δυστυχία για την οποία δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα. Κι έτσι είτε βγαίνοντας στο Σύνταγμα είτε μένοντας στα σπίτια μας, είμαστε το ίδιο απελπιστικά δυστυχείς.
Η επανάσταση όμως ήταν πάντα μέσα μας, όχι έξω μας. Η ζωή μας δεν ταυτίστηκε ποτέ με την οικονομια κι ας επηρεαζόταν απ’ αυτήν έως ένα βαθμό. Η δημιουργικότητα και η χαρά μας, οι στιγμές της δυστυχίας ή της ευτυχίας μας δεν είχαν και δε θα έχουν ποτέ στον πυρήνα τους οικομικούς όρους. Ακόμα κι αν χάσουμε όσα με κόπους αποκτήσαμε, μπορούμε να κρατήσουμε ανέγγιχτες τις μεγαλύτερες δυνάμεις μας. Αυτές που μας κάνουν ανθρώπους κι αυτές που θα μας οδηγήσουν σε νέα τοπία, ενδεχομένως και σε νέα υλικά αποχτήματα.
Οφείλουμε ν’ αντισταθούμε. Το οφείλουμε καθένας στον εαυτό του. Όλους αυτους που θέλουν να μας νεκρώσουν ψυχικά και πνευματικά πρέπει να τους αφήσουμε χωρίς θεατές και ψηφοφόρους. Να τους εγκαταλείψουμε μόνους στην αρένα τους να βγάλουν τα μάτια τους, πτροτού βγάλουν τα δικά μας. Να δραπετεύσουμε κρυφά από τον προσανατολισμό στον οποίο μας στρέφουν φορώντας μας παρωπίδες. Ας κάνουν ό, τι θέλουν. Έτσι κι αλλιώς ό, τι θέλουν κάνουν, δεν μας ρωτούν. Προς τι να τους κολσκεύουμε με την αφοσίωσή μας;
Είναι μικρή η ζωή. Πολύ μικρή για να μην τη ζήσουμε ή για να επιτρέψουμε να μας την νεκρώσουν. Και η ζωή είναι έξω από όλο αυτό το έρημο τοπίο που μας προσφέρουν κραυγάζοντας “η Τροία έπεσε!”. Η Τροία, ανόητοι, αλώνεται από μέσα. Ας διαφυλάξουμε λοιπόν “το μέσα μας”.
Thursday, July 14, 2011
Μια συνέντευξη του Διονύση Σαββόπουλου στον Άρη Δαβαράκη το 1983 στον "Ταχυδρόμο"

Με τα «Τραπεζάκια Εξω», τον καινούργιο του δίσκο που είναι και η μεγαλύτερη εμπορική του επιτυχία, ο Διονύσης Σαββόπουλος εισβάλλει και πάλι στα δισκάδικα, το ραδιόφωνο, και στη ζωή μας μετά από τρία χρόνια απουσίας. Στο σπίτι του στο Ψυχικό κουβεντιάσαμε για πολλά και διάφορα, αρχίζοντας βέβαια απ’ αυτή ακριβώς την τρίχρονη απουσία.
⁃ Μίλησε μου γι’ αυτά τα τρία χρόνια που ήσουν εξαφανισμένος. Πού βρισκόσουν; Τί έκανες;
– Ήταν τότε που έφυγες για να μονάσεις στο Πήλιο;
– Ποιο Πήλιο; Καθόμουνα σ’ αυτήν εδώ την πολυθρόνα και δεν σηκωνόμουνα παρά μόνο για να πάω για ύπνο. Βέβαια σκεφτόμουνα πολλά πράγματα και ταυτόχρονα – ήταν σα να τρέχει μια ταινία με γράμματα μπροστά σου κι εσύ να προσπαθείς να τη διαβάσεις. Τρομερά κουραστική προσπάθεια. Έκανα ό,τι μπορούσα για να την αποφύγω. Λόγου χάρη πήγα στον μαραγκό και του παρήγγειλα αυτήν εδώ την βιβλιοθήκη. Αλλά επειδή άργησε να μου την παραδώσει πήγα σ’ έναν άλλο και μετά σ’ έναν τρίτο. Μετά πήρα έγχρωμη τηλεόραση, έμπλεξα με την τοποθέτηση της κεραίας κι όλα αυτά με κράτησαν σε κάποια δραστηριότητα μερικούς μήνες τελοσπάντων. Μετά όμως ξαναβούλιαξα. Προσπάθησα να βγω να διασκεδάσω επειδή συν τοις άλλοις, η γυναίκα μου παραπονιότανε πως την έχω κλεισμένη. Αλλά η νυχτερινή ζωή της Αθήνας, μας δημιούργησε χειρότερη πλήξη. Ενώ βγαίναμε από το σπίτι όλο λαχτάρα, γυρνάγαμε μουτρωμένοι κι αμίλητοι. Φοβερή ήταν η στιγμή μπρος στην εξώπορτα να ψάχνουμε το κλειδί μέσα στην τσάντα με πολύ νευρικές κινήσεις λέγοντας άει σιχτίρ στο κλειδί, σαν νάφταιγε αυτό.
– Α, να ο στίχος «και μπροστά στην πόρτα ψάχνεις το κλειδί», απ’ το «μας βαράνε ντέφια»...
– «Ναι, από κει το πήρα, αλλά το τραγούδι βεβαία μιλάει για άλλα πράγματα. Μιλάει για τη «σκηνή» της Δεξαμενής που λειτούργησε από το ’64 μέχρι το ’74. Απ’ αυτή τη σκηνή βγήκε ως ένα σημείο το Κ.Κ.Εσ., το φεστιβάλ κινηματογράφου και το Τρίτο Πρόγραμμα – ως ένα σημείο επαναλαμβάνω. Κάτι προσέφεραν κι αυτοί οι άνθρωποι στο κοινωνικό σύνολο (γέλια). Μόνο που ποτέ τους δεν ολοκλήρωσαν επειδή στην ουσία ποτέ τους δεν είχαν αρχίσει. Τέτοιου είδους αποτυχίες όμως με συγκινούν όσο νάναι. Γι’ αυτό αγαπώ την πλατεία Δεξαμενής – άλλωστε αποτελώ μέρος της
– Ανάμεσα σ’ αυτούς που δεν ολοκλήρωσαν γιατί ποτέ τους δεν είχαν αρχίσει είναι και οι «σκηνοθέτες που οδήγησαν μια γενιά στα πιο βαθιά χασμουρητά», όπως λες στο «Νέο Κύμα»;
– Μα το λέω με ειλικρινή συμπάθεια. Είναι βέβαια μια ειρωνεία αλλά στρέφεται και κατά του εαυτού μου επίσης. Το λέω: «Νιώθω σαν κι αυτούς». Το γεγονός πάντως είναι ότι προτιμώ – τι λέω «προτιμώ», ενθουσιάζομαι – μόνο με το παλιό εμπορικό ελληνικό σινεμά που προβάλλει συνέχεια και η τηλεόραση. Και δε χάνω ευκαιρία να το διαλαλώ διότι επιτέλους βρε αδερφέ να κι ένα πράγμα όπου μπορώ κι εγώ να είμαι με την πλειοψηφία του ελληνικού λαού. Το πρότεινα μάλιστα και στην τηλεόραση να κάνει ένα αφιέρωμα στο Λογοθετίδη το Φθινόπωρο και να προλογίζω εγώ ως Φένεκ Μικελίδης. Τι ηθοποιός! Ο Λογοθετίδης εννοώ. Μας συμφιλιώνει με τους πατεράδες μας. Οι πατεράδες μας αυτόν κάνουν όταν μαλώνουν με τη γυναίκα τους, όταν κουνούν το κεφάλι τους μουρμουρίζοντας, για την τύχη αυτού του τόπου. Όλη αυτή η παλιά ιστορία, Σακελλάριος, Λογοθετίδης, Κακογιάννης, Τζαβέλλας. Χορν, Λαμπέτη, ο Ηλίας του 16ου, οι Δοσατζήδες και λοιπά και λοιπά, μπορεί να μην είναι καμιά μεγάλη παράδοση, το θέμα εδώ δεν είναι ποσοτικό ούτε «ποιοτικό», το θέμα είναι κατά πόσον μπορούμε να δείξουμε εμπιστοσύνη σ’ αυτό το αίσθημα με το οποίο μας πότισε όλο αυτό το σινεμά όταν είμασταν παιδιά. Είναι θέμα πίστης. Πίστης σ’ ένα βίωμα, που η αλήθεια του είναι πέρα από τους κανόνες της λογικής και της αισθητικής.
Οι νέοι σκηνοθέτες δεν μπόρεσαν, ή μάλλον δε θέλησαν, να συναντήσουν αυτή τη μικρή παράδοση που υπήρξε πριν απ’ αυτούς, υπάρχει και θα υπάρχει. Όποιος έχει μάτια βλέπει. Όποιος δεν έχει, όσες ταινίες του φεστιβάλ και να δει θα παραμείνει αόμματος.
– Ας ξαναγυρίσουμε στα «Τραπεζάκια έξω». Κάπου στο «Νέο κύμα» λες πως αντιπαθείς τον εαυτό σου και τα τραγούδια σου. Αυτό είναι κυριολεξία;
– Όταν ήμουνα παιδί δεν σκεπτόμουν τίποτα καλό ή κακό για τον εαυτό μου. Ξαφνικά είδα ότι οι άλλοι λάμπανε. Πώς μιλούσαν; Πώς συμπεριφέρονταν τόσο άνετα; Τα κάναν όλα τέλεια – τους χάζευα με το στόμα ανοιχτό. Και τότε για πρώτη φορά αισθάνθηκα τον εαυτό μου σαν κάτι αδέξιο, αηδές, άσχετο, γελοίο. Στην αρχή προσπαθείς να τους μιμηθείς. Αγοράζεις την ίδια καμπαρντίνα, προσπαθείς ν’ αλλάξεις περπάτημα ή ύφος – αλλά μετά νιώθεις χειρότερα, σαν ένας φουκαράς απατεώνας. Μετά σε πιάνει μανία. «Δεν έρχομαι», τους λες. «Δεν πάω πουθενά». Κι ας χτυπάει το τηλέφωνο, κι ας υπόσχεται το πάρτυ ένα λαμπρό Σαββατόβραδο. Μένεις κλεισμένος και βουλιάζεις σε μια πολυθρόνα σαν αυτήν εδώ, ώσπου σε πιάνει μια τέτοια αηδία για τον εαυτό σου που αρχίζεις να τεντώνεις στο έπακρον τις ατομικές σου ικανότητες για να φανερώσεις κι εσύ το δικό σου πρόσωπο που όμως δεν υπάρχει, δεν έχει πρότυπο, ρέει σε μια εσωτερική βοή που όμως προκλήθηκε από το θαυμασμό για τη λάμψη του άλλου.
– Και παρ’ όλες τις επιτυχίες και τη διασημότητα συνέχισες κι αργότερα να αισθάνεσαι έτσι αδέξιος και άσχετος;
– «Ίσως όχι σε τόσο έξαλλο βαθμό. Αλλά αραιά ή πυκνά η πραγματικότητα συνεχίζει να εμφανίζεται μπροστά μου με διάφορα εκτυφλωτικά πρόσωπα – πχ μια φυσιογνωμία, ένα επεισόδιο, μια ανεπαίσθητη ή μια τεράστια κίνηση μέσα στο πλήθος. Και δεν μπορείς ν’ αρθρώσεις μιαν απάντηση σε όλα αυτά αν δεν ανάψουν μέσα σου αυτό το αίσθημα μειονεξίας.
– Σ’ αυτές σου τις απόπειρες για νυχτερινές εξόδους, εκτός από την πλήξη δεν συνάντησες και τίποτα ικανό ν’ ανάψει μέσα σου αυτό το αίσθημα; Τίποτα εκθαμβωτικό δεν βρέθηκε στο δρόμο σου αυτά τα τρία χρόνια;
– «Πως. Μ’ άρεσαν πάρα πολύ ορισμένα κέντρα λαϊκής μουσικής που στις πίστες τους ένας νέος κόσμος χόρευε πατείς με πατώ σε, υπέροχα! Τι καλαματιανά ήταν εκείνα! Τι τσιφτετέλια! Τι ζεϊμπέκικο! Και παιδιά, 20-25 χρόνων! Πού τα μάθανε; Πρώτη μου φορά είδα αυτή τη νεολαία τόσο αστραφτερή! Αγόρια, κορίτσια, σαν τα κρύα τα νερά, σαν λουλούδια του μπαχτσέ, καμιά σχέση μ’ εκείνες τις προβληματισμένες με τα ταγάρια, ούτε και με τις άλλες τις τσαπερδόνες με τα μοντελάκια. Ήταν καινούργιο πράγμα. Δεν έχει σημασία τι φορούσαν ούτε και πώς τη βγαίνανε, ό,τι και να κάνανε είχε αφέλεια, διαθεσιμότητα, έμφυτη αρμονία. Ξανασυναντούσα επιτέλους μια καινούργια αθωότητα.
– Σ’ αυτές τις εξόδους σου δεν αποπειράθηκες και καμιά ντίσκο; Κι εκεί χορεύουνε.
– «Ναι, καταλαβαίνω τι εννοείς, είσαι ντισκόΒιος εσύ και ασφαλώς θάχεις πολύ σοβαρούς λόγους για να είσαι.
Άλλωστε κι εγώ κατάγομαι απ’ τα πάρτυ κι επηρεάστηκα πολύ απ’ το ξενόγλωσσο τραγούδι, ακριβώς επειδή δεν καταλάβαινα τα λόγια του. Αυτό έκανε τη γλώσσα τού τραγουδιστή πιο μαγική και τον ήχο του σαν μουσική από ένα άλλο άστρο.
Αλλά όλα αυτά μου φαίνονται συνεχώς και πιο μακρινά. Πιο ξένα. Δεν μπορώ πια να παρακολουθήσω αυτή τη μανία να γυρεύουμε την παρηγοριά και τη λύτρωσή μας όσο γίνεται πιο μακριά από το στενό μας περιβάλλον. Βλέπω νέους μουσικούς να τοποθετούν τη δικαίωσή τους όσο γίνεται πιο μακριά – στη Νέα Υόρκη, στο Λος Άντζελες, αν μπορούσαν θα την τοποθετούσαν και στον Άρη. Ή βλέπω άλλους, που νιώθουν αίφνης μεταφυσικές ανησυχίες αλλά επ’ ουδενί δέχονται ότι μπορεί να τους αφορά ο θεός των πατέρων τους. Και πού πάνε; Μήπως σε καμιά εκκλησία ή έστω στο Άγιον Όρος; Όχι. Θέλουν τον πιο μακρινό Θεό. Όσο πιο μακριά γίνεται. Στην Ινδία, στο Όρεγκον, δεν ξέρω πού. Υπάρχουν άνθρωποι δηλαδή, ευαίσθητοι, δε λέω, που τοποθετούν τη λύση όσο γίνεται πιο μακριά, επίτηδες λες για να μείνουν εσαεί αλύτρωτοι. Μα τι απιστία είναι αυτή! Τι εβραϊσμός! Τι καινούργιος δαιμονισμός! Ζει με μια γυναίκα, έχουνε περάσει τόσα και τόσα μαζί, κι όμως ονειρεύεται μιαν άλλη της φαντασίας, που θα την συναντήσει, ας πούμε, μέσα σ’ ένα τραίνο. Αυτοί οι δίσκοι μουσικής που παράγονται στη Νέα Υόρκη, ας πούμε, μπορεί να είναι ωραίοι. Αλλά εσύ δε συμμετείχες στη διαμόρφωση αυτού του ήχου. Για να βγει ένα τραγούδι χρειάζεται μια πνευματική διεργασία στην οποία συμμετέχουν πολλές παρέες – επωνύμων και ανωνύμων. Δεν μπορούμε να συμμετέχουμε από εδώ σ’ ένα όνειρο που παίρνει σάρκα και οστά στη Νέα Υόρκη.
Είναι νομίζω ένα ελάττωμα αυτό, αδυνατίζει την κοινωνικότητα. Όσο καλά κι αν τ’ αφομοιώσουμε, όσο κι αν τα απολαύσουμε τα ξένα τραγούδια, η γνώση ότι δεν λάβαμε μέρος στην γέννησή τους θα μας αφήνει πάντα μια πίκρα και θα δυσκολεύει την επικοινωνία με τους διπλανούς μας. Θα μας κάνει μονόχνωτους. Κάπου θα χάνουμε συνεχώς,
Βλέπω τα παιδιά στις ντισκοτέκ, Υπάρχει μια προσποίηση, ένας φορμαλισμός. Δεν υπάρχει αφέλεια, που κατά τη γνώμη μου, είναι απαραίτητο στοιχείο της ομορφιάς. Γι’ αυτό προτιμώ τη νέα άνθιση της λαϊκής μας σκηνής και τα σώματα των χορευτών της,
– Κι εκεί άρχισε να βγαίνει το πρώτο τραγούδι του καινούργιου σου δίσκου, οι «Χουλιγκάνοι»;
– «Χρησιμοποίησα το παράδειγμα των Χουλιγκάνων» και της βίας στα γήπεδα σαν κάτι που συμβολίζει ακριβώς αυτή την ψυχική μας βοή. Οι «Χουλιγκάνοι» ζητούν ένα υπερθέαμα, ένα συντακτικό που να τους χωράει, κι άμα δεν το βρίσκουν τα κάνουν όλα γης μαδιάμ, Δεν μπορούμε φυσικά να τους το επιτρέψουμε, και κατά βάθος ούτε και αυτοί το θέλουνε. Η ψυχή μας, όπως και οι «Χουλιγκάνοι», θέλει τη λειτουργία του κόσμου γιατί μόνο έτσι μπορεί να εμφανιστεί. Δεν μπορούμε λοιπόν να την αφήσουμε να τα καταστρέψει όλα. Αλλά δεν μπορούμε και να την φιμώσουμε γιατί έτοι ο κόσμος θα γίνει στείρος και άψυχος,
Στο τραγούδι μου «Οι Χουλιγκάνοι» μιλά ακριβώς το ψυχικό βουητό προς το συντάκτη του. Μιλάει η ψυχή στο χέρι, που κρατάει το μολύβι. Ενώ στο αμέσως επόμενο τραγούδι του δίσκου, το «Μυστικό τοπίο», συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο: Απαντά ο συντάκτης στο ψυχικό του βουητό, το οποίο στο τραγούδι παρομοιάζεται με το κήτος, που κατάπιε τον Ιωνά – και που το θύμα αναγνωρίζει τελικά σ’ αυτό το κήτος μιαν ευλογία Θεού. Το τραγούδι που ακολουθεί μετά το «Μυστικό τοπίο» είναι ένα τσιφτετέλι, το «Χόρεψες ρυθμούς». Όταν έφτασα σ’ αυτό είπα, να λοιπόν, ο δίσκος θα βγει.
Το τσιφτετέλι είναι ένας ρυθμός που εκ παραδόσεως ξέρει καλά και το βουητό, και το συντάκτη του. Είναι ένας ρυθμός που ανεβάζει τον πυρετό, που αναστατώνει την ψυχή, αλλά ταυτόχρονα δεν παύει να είναι ένας ρυθμός – ένα υπέροχο καλουπάκι που σε αναστατώνει ώς το έπακρον αλλά και δεν αφήνει τίποτα να καταστραφεί. Νομίζω πως αυτά τα τρία τραγούδια πρέπει ν’ ακούγονται το ένα κατόπιν του άλλου σαν να πρόκειται για ένα τραγούδι. Είναι νομίζω η καρδιά του δίσκου. Ό,τι ακολουθεί είναι συνεχώς και πιο εύφορο, αλλά και πιο κυλιστό απ’ τη στιγμή που η αρχή είχε γίνει...».
– Πες μου για τα ναρκωτικά, Είναι κι αυτά ένας τρόπος να το ναρκώσει κανείς το βουητό όταν γίνεται ανεξέλεγκτο και δεν έχει, όπως εσύ, τη δύναμη ή την πίστη να το ελέγξει;
– «Μα δε ναρκώνεται. Χρειάζεται συνεχώς και μεγαλύτερη δόση και πάντα αυτό περισσεύει. Αλλά το πρόβλημα δεν είναι τόσο αυτό το παιδί που παίρνει ναρκωτικό, Το πρόβλημα είναι σε μας που το βλέπουμε και παγώνουμε. Στην αρχή το παιδί ήθελε να το υποδεχτούμε, αλλά εμάς δεν μας ένοιαζε. Έτσι άρχισε να αυτοβασανίζεται για να μας αναγκάσει να μιλήσουμε, να του πούμε κάτι τελοσπάντων, να ξυπνήσουμε. Βλέπεις, όταν το απέναντι δε μας μιλά τότε αρχίζουμε σκόπιμα να ταλαιπωρούμαστε μήπως και μας δει και μας απαντήσει. Το φοβερό ερώτημα είναι τι θα γίνει όταν, όσο κι αν αυξάνουμε τις δυνάμεις αυτοκαταστροφής μας, το απέναντι εξακολουθεί να σιωπά, Ε, δεν υπάρχει πια άλλος τρόπος. Θα φτάσουμε στα άκρα. θα εκραγούμε, Θα γίνει ολοκαύτωμα με την ελπίδα ότι το απέναντι ντουβάρι θα πει επιτέλους μία λέξη,
Βέβαια, όλος αυτός ο κόσμος που προσπαθεί να καταπραϋνθεί με ποτά, καπνά, χάπια, ταχύτητες, βλέποντας, τηλεόραση, σπάζοντας πιάτα ή βιτρίνες φαρμακείων ή καίγοντας γήπεδα, διαπράττει τη μεγάλη αδικία τού ότι δεν κάθεται ποτέ ν’ ακούσει το ίδιο του το βουητό και να το αναλάβει. Περιμένει πάντα κάποιον άλλον γι’ αυτά. Αλλά έχει και μια σοβαρή δικαιολογία: Η κοινωνία δεν περιέχει κανενός είδους σχολείο που να διδάσκει στους ανθρώπους από μικρούς να κάθονται ν’ ακούνε την ψυχή τους. Να γιατί πάντα ένιωθα μια έλξη για την ελληνική πνευματική παράδοση. Αυτοί οι εκ βάθους ρυθμοί της λαϊκής μουσικής, η παράδοση, η πίστη, η εκκλησία, είναι ακριβώς ένα σχολείο, που μαθαίνει στους ανθρώπους να ακούνε τι συμβαίνει μέσα ή έξω τους. Δεν έχουν σχέση αυτά με τη ρητορεία για τις ρίζες και πράσινα άλογα.
Αν το παιδί σου, ο ανιψιός σου, κάποιος δικός σου τελοσπάντων μάθεις ότι παίρνει ναρκωτικά, με όποια υψηλά παραδείγματα πολιτισμού κι αν προσπαθήσεις να τον συμβουλέψεις, αυτός είναι μεγαλύτερος και δε χωράει. Δε πα να τους λες «Η Ακρόπολη», ή «ο Θεός», ή «οι ήρωες», ή «ο πόθος του ανθρώπου για ένα καλύτερο αύριο»; Θα σε φτύσει. Τίποτε απ’ όλα αυτά. Η παράδοση δεν είναι τίποτα απ’ όλα αυτά. Η παράδοση σου μαθαίνει ν’ απαντήσεις με την προσωπική σου μικρή περασμένη ζωή, η οποία χωράει σ’ ένα-δυο έρωτες, λίγα ταξίδια, κάτι δισκάκια, μερικά φιλμ, λίγα πράγματα σ’ ένα συρτάρι – όλα αυτά σε βοηθάνε να γίνουν ένα μικρό λευκό χαρτί μέσα στο οποίο τότε έρχεται να εμφανιστεί ο βουερός πλησίον. Να τεντώσουμε τις προσωπικές μας ικανότητες στο έπακρον. Όχι όμως προς την κατεύθυνση του μεγαλείου – γιατί όσο μεγάλες κατασκευές και να φτιάξουμε, το καημένο το παιδί δε χωράει. Όχι. Πρέπει να τις τεντώσουμε προς το αντίθετο του μεγαλείου, εκεί όπου όλα γίνονται μικρά και ευρύχωρα. Δεν ξέρω αν αυτό που λέω συμπίπτει μ’ αυτό που παλιά λεγόταν «ταπεινότητα», αλλά είναι σαν ξαφνικά ν’ ανοίγει μια πόρτα και η εργασία ν’ αποκτά μια βεβαιότητα».
– Και πώς ανοίγει αυτή η πόρτα;
– «Τίποτα, Έρχεται μόνο του. Όπως η αναπνοή, Αρκεί να δείξεις λίγη εμπιστοσύνη στις μικρές σου εμπειρίες, να μη λες λόγια που είναι πάνω απ’ το κεφάλι σου και να ακουμπήσεις σε όσα έζησες. Αυτά είναι ο κόσμος σου. Αυτά λοιπόν θα λευκάνεις, αυτά θα μετατρέψεις σε μια λευκή σελίδα. Έτσι συνεχίζεις να δουλεύεις, όχι όμως πια για να φτιάξεις το αριστούργημα, όχι για να αναπαραστήσεις ή να «εκφράσεις» όπως λένε την ψυχή σου. Αναπαρίσταται η ψυχή; Αναπαρίσταται η θάλασσα; Αναπαρίσταται τελοσπάντων ο οποιοσδήποτε ερεθισμός, ο οποιοσδήποτε θαυμασμός σε έβαλε να δουλέψεις; Τίποτε. Συνεχίζεις να δουλεύεις μόνο για να είσαι κοντά. Τι θαυμάσιο πράγμα η εργασία! Δεν τόξερα! Η εργασία είναι πάνω απ’ όλα, ακόμα κι όταν δεν παράγει τίποτε, ακόμα κι όταν ξεπέφτει σε δουλειά, όσο συνεχίζεται υπόσχεται ένα έργο. Ναι. Ακόμα και στη χειρότερή της φάση, όταν σε βάζει να συμπληρώνεις ωράριο, όταν σε κάνει να ξεπέφτεις στον επαγγελματισμό, τη θαυμάζω. Γιατί θα σε φέρει πάλι στην πάνω βόλτα – ο διαχωρισμός δεν είναι ποτέ σαφής. Ζητώ συγγνώμη από τους επαγγελματίες για κάθε φορά που τούς περιφρόνησα. Η εργασία πρέπει να συνεχιστεί πάση θυσία. Ακόμα κι όταν δεν υπάρχει έμπνευση. Ακόμη κι όταν το μαγαζί είναι άδειο από πελάτες εμείς πρέπει να το ανοίγουμε. Πρέπει να δουλεύονται τα εργαλεία, νάναι έτοιμα για την κατάλληλη στιγμή. Και μ’ αυτή την έννοια, όλοι οι επαγγελματίες συνεχίζουν μια παράδοση –ακόμα και οι πιο αλλοπρόσαλλοι όπως εγώ.
– Σ’ ακούω να μιλάς και θυμάμαι τους γονείς μου
– «Πραγματικά. Σε τι διαφέρουμε από τους πατεράδες μας απ’ τους οποίους κάποτε απομακρυνθήκαμε και τους αρνηθήκαμε τόσο οργίλοι; Φαίνεται πως όποιος φεύγει από αγάπη, από μια γνήσια λαχτάρα, δεν μπορεί, κάποτε θα ξαναγυρίσει. Ξαναγυρίσαμε λοιπόν: Η εργασία πρέπει να συνεχιστεί, το ζεύγος πρέπει να σωθεί πάση θυσία, οι ανήλικοι πρέπει να προστατευθούν. Αυτά δεν είναι τα πιο βασικά πράγματα; Σε τι διαφέρουμε λοιπόν απ’ τους παλιούς; Αλλά χρειάζεται πίστη».
– Πίστη, σε τι;
– «Ειλικρινά δε βρίσκω λόγια
– Σ’ ένα από τα τραγούδια σου λες «να μας έχει ο Θεός γερούς». Πιστεύεις λοιπόν πως υπάρχει Θεός;
– «Τι να σου πω... Η ερώτηση μού θυμίζει το ανέκδοτο που πάει κάποιος σε μια έκθεση ζωγραφικής και βλέπει μια ζωγραφιά, κατάμαυρη, πίσσα, δεν ξεχωρίζει τίποτα. «Τι παριστάνει αυτός ο πίνακας;», ρωτάει. Και του απαντούν «είναι ένας νέγρος μεσ’ στο σκοτάδι». Δηλαδή, πώς να στο πω, εγώ πιστεύω ότι υπάρχει πράγματι ο νέγρος. Πιστεύω ότι μέσα στο βουητό του διπλανού μου ή το δικό μου όχι μόνο υπάρχει ο Θεός, αλλά και αυτός είναι που το προκαλεί όλο αυτό το βουητό..».
– Έχεις φίλους; Στο τραγούδι σου. «Ας κρατήσουν οι χοροί» μιλάς για τις παρέες, για τις κοινότητες που χτίζουν γαλαξίες...
– «Αγαπώ τους φίλους μου όπως και οι περισσότεροι Έλληνες, νομίζω. Έχω φίλους απ’ το σχολείο ακόμα, απ’ το πανεπιστήμιο. Τους συμβουλεύομαι. Πολλές φορές δεν κάνω τίποτα χωρίς να τους ρωτήσω. Γενικά νομίζω ότι μόνο σε μικροκοινωνίες μερικών εκατοντάδων ή μερικών χιλιάδων ατόμων μπορεί ο Έλληνας να ζει και να μιλάει με τη φάτσα του και όχι με αφηρημένες ιδιότητες του τύπου «τραπεζικός», «δημοσιογράφος», δεξιός ή αριστερός, αστός ή μικροαστός. Γι’ αυτό τις αγαπώ τις παρέες. Υπάρχουν όμως παρέες που αν ήταν επιχειρήσεις θα είχαν φαλήρει, αν ήταν χωριά θα είχαν ερημώσει, κι άλλες που ανθίζουν. Τα τελευταία χρόνια πχ ανθούν οι παρέες σε στυλ «μπιού-τιφουλ», ξέρεις, γύρω από μπουτίκ, στο Κολωνάκι κλπ. Εγώ, βέβαια, το βρίσκω πολύ ανώριμο, για να μην πω σαχλό. Από τη στιγμή όμως που διαπίστωσα πως ανάμεσα σ’ αυτόν τον κόσμο λειτουργούν αισθήματα αφοσίωσης και βαθύτερης εμπιστοσύνης, μ’ αρέσει δε μ’ αρέσει είναι ένας μικρόκοσμος που μπορεί να μην έχει λογική, έχει όμως πρόσωπα – οπότε καθάρισε.
– Εσύ τι λες – πού ανήκουμε; Στη Δύση ή στην Ανατολή;
– «Μα δε νομίζω ότι ο Έλληνας έχει πραγματικό πρόβλημα με τη Δύση. Οι ειδικοί μάλιστα λένε πώς η Δύση είναι κατά βάσιν καθαρά ελληνικό πράγμα. Αλλά η απόλυτη λογικοποίηση και νομολατρεία του ευρωπαϊκού στυλ, απ’ τη στιγμή που προσπάθησε να μας επιβληθεί, μας δημιουργεί χωρίς να τόχουμε συνειδητοποιήσει, τεράστια προβλήματα. Συναντάς τεράστιες δυσκολίες αν είσαι ο Παπαδιαμάντης, ο Βαμβακάρης ή ο Θεόφιλος. Αντιθέτως διευκολύνεσαι όταν είσαι ο Παλαμάς, ο Θεόφραστος Σακελλαρίδης ή ο ζωγράφος Γουναρόπουλος.
Πιστεύω ότι μέοα μας λειτουργεί μια ανατολική εικόνα του κόσμου η οποία αν μπορούσε να γίνει αποδεκτή επίσημα και να προβληθεί αν μη τι άλλο ισάξια με την δυτική εικόνα, αυτό θα τόνωνε την εθνική ομοψυχία και θα απελευθέρωνε νέες δυνάμεις. Ενώ, τώρα, μέσα στην μαζική κοινωνία, ο Έλληνας γίνεται κάφρος. Αλλά αφού τόσα χρόνια μετά τη ναυμαχία του Ναυαρίνου, το περίφημο δυτικό μοντέλο εξακολουθεί να μην μπορεί ν’ αλλάξει τον Έλληνα και νά τον κάνει Άγγλο, Γερμανό ή Γάλλο, τότε πάει να πει πως το μοντέλο «για να ζούμε πιο ωραία», αποτυγχάνει – κι αυτό είναι νομίζω μεγάλη παρηγοριά. Να γιατί κατά βάθος προτιμάω το δικό μου κάφρο απ’ το δικό σου Μπονάτσο. Ή, μάλλον, δε λέω για τον άνθρωπο, δεν έχω τίποτε προσωπικό, μιλώ γι’ αυτό το στυλ το πολύ αεράτο, το πολύ άνετο, σε στυλ «η ζωή είναι μια διαφήμιση οδοντόπαστας». Κι όλο «να τη βρούμε» και «να τη βρούμε». Τι να βρεις δηλαδή; Εγώ, όλα αυτά τα θεωρώ πολύ κακόγουστα. Και τί θα πει δεν έχουμε κανένα κόμπλεξ; Τι είδους προτέρημα είναι πάλι αυτό; Όλοι οι άνθρωποι που αγαπήσαμε ή που μας εμπνεύσανε ήταν όλοι τους κομπλεξικοί. Έτσι είναι η ζωή. Κάποια πίκρα, έχει ο καθένας μας από μικρός και όλο και κάπως του βγαίνει. Λατρεύω τους κομπλεξικούς. Αυτοί που δεν έχουν κανένα κόμπλεξ μου προκαλούν πλήξη.
– Στη συναυλία σε είδαμε να τραγουδάς πάνω σε μια εξέδρα που έγραφε 114. Πες μου, τι νιώθεις γι’ αυτή τη γενιά;
– Ήταν η γενιά της αθωότητας. Δεν ένιωσε τις ενοχές της προηγούμενης – του εμφυλίου – ούτε και την καταπίεση της επόμενης, του Πολυτεχνείου.
Άκου μια αστεία εικόνα, που θυμήθηκα. Γινόταν μια τεράστια διαδήλωση, Δεκέμβρης του ’63, και κατά σύμπτωση είχε κυκλοφορήσει εκείνη την ημέρα το καινούργιο τεύχος της τότε «Πανσπουδαστικής» με εξώφυλλο την [ηθοποιό] Μόνικα Βίττι, η οποία ήταν πολύ της μόδας λόγω [του σκηνοθέτη] Αντονιόνι τότε. Έγινε ανάρπαστο. Έβλεπες χιλιάδες διαδηλωτές να συμπλέκονται με την αστυνομία ανεμίζοντας την Μόνικα Βίτι από παντού. Όλο αυτό το κίνημα δεν ήταν απλώς ένα αίτημα συμμετοχής στα κοινά, αλλά ένα αίτημα ΠΡΟΣΩΠΩΝ και όχι αφηρημένων πολιτικών όντων. Υπογράμμισέ το σε παρακαλώ το «προσώπων». Μπορεί απ’ όλα εκείνα τα παιδιά να μη βγήκαν ούτε υπουργοί ούτε βουλευτές, αλλά αυτό είναι και το πιο ενδιαφέρον τους σημείο. Φωτίσαμε την πολιτική διαμάχη σαν μια διαμάχη του Προσώπου εναντίον της απροσωπίας, που η βαθύτερή της έκβαση παραμένει για μας εκκρεμής και ελπιδοφόρος. Μόνο αυτή η σημερινή υπερκατανάλωση με ανησυχεί πραγματικά. Δεν υπάρχει άνθρωπος, ακόμα και ο πιο φτωχός που να μη ζητάει ένα σωρό γυαλιστερά κι άχρηστα πράγματα. Αναπτήρες, ματογυάλια, ρολογάκια που κάνουν “μπιπ-μπιπ”… Παρασύρονται και τα παιδιά μας. Άσε που συνήθως αυτά πρωτοστατούν. «Γιατί έχει εκείνος και δεν έχω εγώ», λένε. «Βρε σεις», λέω στους γιους μου που τις προάλλες πήγαν στη διαδήλωση για να φύγουν οι βάσεις. «Άμα μου θέλετε μηχανάκια και Αντίντας και δεν ξέρω τι, πώς θέλετε μετά να φύγουν οι βάσεις:».
Ναι, πιστεύω ότι είναι πολύ απλό. Αν παραδίνεσαι και μάλιστα για τόσο ασήμαντους λόγους στον Καίσαρα, δεν μπορεί μετά να ζητάς και την ανεξαρτησία σου».
– Η γυναίκα σου συμφωνεί μαζί σου σε όλα αυτά;
– «Τό ’χω καημό. Ό,τι βλέπει μπροστά της θέλει να τ’ αγοράζει. «Τι θα τα κάνεις όλα αυτά Χριστιανή μου;» της λέω. Μετανοιώνει, ορκίζεται πως δε θα το ξανακάνει, αλλά ύστερα από λίγο πού την χάνεις, πού την βρίσκεις σ’ αυτές τις σαχλομπουτίκ. Δε λέω, κι εγώ σπάταλος άνθρωπος είμαι. Αλλά δεν πρέπει όλα αυτά νάχουν μια αρμονία;
Άλλο είναι να ξυπνήσω ευδιάθετος και βλέποντας ένα πουλόβερ στη βιτρίνα να το πληρώσω όσο - όσο, κι άλλο είναι νάχω την αγωνία, βγήκε η καινούργια κολεξιόν, μη μείνω “άουτ”. Αυτό είναι εφιάλτης. Αλλά τι να κάνεις; Ήταν μαθημένη αλλιώς από μικρή. Και μαζί μου ταλαιπωρήθηκε η καημένη. Όσο νάναι και τη φυλακή γνώρισε μαζί μου, και την εξορία. Κι εγώ επιπλέον δεν είμαι κανένας εύκολος σύντροφος. Όλο ιδιοτροπίες, όλο έμμονες ιδέες. Ευτυχώς που βρέθηκε αυτό το κορίτσι και με ανέχεται. Αχ – αυτή είναι η πραγματικότης! Χαοτική, αντιφατική, και εν τέλει δημοκρατική – διότι μία θέση αλληλοεξουδετερώνεται από την άλλη και ό, τι απομένει είναι το καθαρό και το δίκαιο: Ένα κοινό κρεβάτι, ένα κοινό τραπέζι, μια γνωστή φωνή στο τηλέφωνο, μια θερμή χειραψία. Χάρηκα πολύ που σε γνώρισα, Κάνε ό,τι μπορείς σε παρακαλώ! Ωρεβουάρ!..».
Συνέντευξη που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Ταχυδρόμος το 1983, με την ευκαιρία της πρόσφατης, τότε, κυκλοφορίας του δίσκου «Τραπεζάκια έξω».
Tuesday, July 12, 2011
Το μυστικό της Μερέντας

Monday, July 11, 2011
Τα πέτρινα φτερά

































