Monday, May 23, 2011

"Το Παραμύθι της Μουσικής" 28/05/11, στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης


ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΤΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ
Κείμενο - αφήγηση: Βασιλική Νευροκοπλή
Μουσική: Κυριάκος Καλαϊτζίδης
Μουσικό σχήμα "Εν Χορδαίς"

Σάββατο 28 Μαϊου 2011, ώρα 21.00
Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης

Συμμετέχουν:
Η παιδική χορωδία της Σχολής Παραδοσιακής & Βυζαντινής Μουσικής "Εν Χορδαίς"
υπό τη διεύθυνση της Κατερίνας Λαζαρίδου
και ομάδα παιδιών στη Θεατρική αναπαράσταση υπό την καθοδήγηση της Εύης Κομπιάδου.
Εισιτήρια: 18€ και 25€
Μαθητικά, Φοιτητικά: 12€
Προπώληση: Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης

Η παράσταση εντάσσεται στην καταληκτική δράση του έργου "MORE" (Music - Orality - RootsEurope) που υλοποιείται από το "Εν Χορδαίς" σε συνεργασία με σημαντικούς ευρωπαϊκούς φορείς, εντασσόμενο στο πρόγραμμα «Πολιτισμός» της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Συντονιστής του έργου είναι η Cité de la Musique (Paris, France) καθώς και εταίροι του «Εν Χορδαίς» όπως: η Sibelius Academy (Ελσίνκι, Φιλανδία), το World Music and Dance Centre (Ρότερνταμ, Ολλανδία), το The Sage Gateshead (Gateshead, Αγγλία) και το Centre for Advanced Studies in Music, Istanbul Technical University (Κωνσταντινούπολη, Τουρκία).

Friday, May 20, 2011

Στιγμές του πρωινού μου


Ξυπνώ το πρωί. Ο ήλιος ασυγκράτητος πια με σκουντά να σηκωθώ. Δεν έχω δουλειά του λέω, άσε με λίγο ακόμα στο κρεββάτι. Όχι, η μέρα προχωρά, πιάσ' την, επιμένει. Εντάξει, καλά, μη φωνάζεις, σηκώνομαι. Ήλιος είναι αυτός, δεν μπορώ να του πάω κόντρα. Στο ήλιο και στα παιδιά δεν μπορώ τίποτα να αρνηθώ. Τους υποτάσσομαι ό,τι κι αν μου συμβαίνει, έχω δεν έχω διάθεση. Στο τραπέζι με περιμένει το κακάο μου. Τετάρτες και Παρασκευές κακάο, τις άλλες μέρες σοκολάτα. Χρόνια τώρα πριν φύγει η αγάπη μου για τη δουλειά το ετοιμάζει για μένα. Και το μέγα μυστήριο είναι πως ποτέ δεν έχει δοκιμάσει τη γεύση της, δεν έχει πιει ούτε μία φορά αυτό το ρόφημα, και όμως το φτιάχνει πάντα καλύτερο από μένα που το πίνω είκοσι χρόνια τώρα και αναγκάζομαι, -είναι δυσβάσταχτο, το ομολογώ-, να την φτιάχνω μόνη μου μόνο όταν η αγάπη μου λείπει ταξίδι.

Ανοίγω πρώτα το ψυγείο. Κάνω το σταυρό μου και πίνω τρεις γουλιές αγιασμό, όπως κάθε πρωί. Αυτή είναι η πρώτη προσευχή της μέρας. Κάθομαι στο ψηλό τραπέζι της κουζίνας και πάνω απ' το φλυτζάνι αφήνω το πρώτο χαμόγελο της μέρας. Είναι τόσο ωραίο να σε φροντίζουν. Αρχίζω νυσταγμένη ακόμα να πίνω κάνοντας κι ένα τσιγάρο. Κοιτάζω το μπαλκόνι μου. Δούλεψα αρκετά τις τελευταίες μέρες γι' αυτό. Φύτεψα στις ζαρντινιέρες λουλούδια, μαργαρίτες, γεράνια, θυμάρια, αρμπαρόριζα, μαϊντανούς , ρόκες και πολλά άλλα. Κλάδεψα τα δεντράκια μου, δάφνες, λεμονιές και κάτι αλανιάρικα αυτοφυή που δεν ξέρω από πού κρατά η σκούφια τους και γι' αυτό τ' αγαπώ ξεχωριστά, το αναρριχώμενο σπαράγγι μου που κόντεψε να μου πεθάνει το χειμώνα και σώθηκε όταν το πετσόκοψα και το σκέπασα με αντιπαγωτικό πανί και τώρα τραβά πάλι την ανηφόρα στο ντουβάρι. Τελειώνω το κακάο και βγαίνω στο μπαλκόνι να δω ένα ένα όλα μου τα μωρά. Αλλάζω λίγο θέση στις γλάστρες, βάζω τα ψηλότερα δέντρα σαν το πλατανάκι μου τέρμα αριστερά εκεί που χτυπά ο απογευματινός ήλιος και ξαφνικά ένα άρωμα μου τρυπά την καρδιά και αποκαλύπτεται αίφνης ένα μεγάλο άσπρο εκατόφυλλο τριαντάφυλλο που πριν ήταν κρυμμένο. Αγάπη μου, του φωνάζω, πού ήσουν εσύ; Καλώς όρισες! Και το φιλώ στο στόμα. Σε κάθε άρωμα χαμογελώ κι έτσι ομορφαίνει λίγο λίγο η μέρα.
Ξανακοιτώ το ξύλινο τραπέζι και τις καρέκλες του μπαλκονιού. Ήταν όλα πολύ παλιά και φθαρμένα. Τις τελευταίες βδομάδες τα έτριψα με γυαλόχαρτο και τα έβαψα με λάδια κόκκινα και μπλε. Είναι χαρά Θεού τώρα, πώς να μην τα καμαρώσω; Μαζί με τις πάμπολλες ανθισμένες γλάστρες έχω στ' αλήθεια τον προσωπικό μου μικρό Παράδεισο...

Είναι εννιά παρά. Βάζω γρήγορα τις φόρμες και ξεκινώ για το γυμναστήριο. Είναι βέβαιο πως βαριέμαι και θα προτιμούσα να κατέβω στο γραφείο να ανοίξω τον υπολογιστή, αλλά δεν έχει σημασία. Μου κάνει τόσο καλό έκ των υστέρων που δεν ανοίγω συζήτηση με τον εαυτό μου και δεν του κάνω το χατίρι να τα παρατήσω. Βγαίνω απ' την οικοδομή. Το πρώτο που συναντώ στην απέναντι αυλή είναι ένα τεράστιο έλατο που λατρεύω. Θα χρειάζονταν δέκα άνθρωποι για να το αγκαλιάσουν. Είναι αγέρωχο σα γέροντας σοφός που δε φοβάται τίποτα. Πέρνω τον κεντρικό δρόμο, θέλω σχεδόν εφτά λεπτά για να φτάσω. Τώρα περπατώ στο δρόμο που από παιδί γνωρίζω καλά πηγαίνοντας σχολείο, κάτω από το άλσος. Σιγά σιγά ξυπνάει το σώμα. Κάνω την πρωινή μου προσευχή και στο τέλος λέω τα τροπάρια των αγίων με τη σειρά. Πρώτα των Ταξιαρχών, μετά του αγίου Νικολάου, του αγίου Δημητρίου και Πολιούχου μας, κι αν προλάβω λέω και τα δικά μας, αγίου Κυριακού, αγίας Καλλιόπης, αγίας Φωτεινής της Σαμαρείτιδας και τελευταίο και καλύτερο που λενε και στα παραμύθια, του αγίου Βασιλείου, του δικού μου προστάτη αγίου. Ακούω τα πουλιά που κελαηδούν και σταματώ πού και πού στους μικρούς κήπους των ταπεινών μονοκατοικιών που γέμισαν λουλούδια. Οπωσδήποτε μπροστά στην αναρριχώμενη τριανταφυλλιά μιας τριόροφης οικοδομής που σχηματίζει έναν υποβλητικό κόκκινο καταρράκτη.

Έχει ήδη γεμίσει το γυμναστήριο νεαρές δεσποινίδες, αλλά και μεσήλικες που πείμεναν να βγουν στη σύνταξη για να κάνουν κάτι για τον εαυτό τους ή να πεθάνει ο άντρας τους και να παντρευτούν τα παιδιά τους. Περισσότερο απ' όλες συμπαθώ την κυρία Καίτη. Είναι κοντούλα, λέει πάντα καλημέρα, έχει κάτασσπρα μαλλιά κουρεμένα καρέ, λευκό δέρμα και φυσικά κατακόκκινα χείλια, φορά μια γκρι φόρμα κι ένα φανελάκι τυπικό εσώρουχο. Είναι πάντα κάτω από το ανοιχτό παράθυρο της μεγάλης αίθουσας με το ξανθό ξύλινο πάτωμα, χειμώνα καλοκαίρι γιατί μετά την κλιμακτήριο ζεσταίνεται υπερβολικά. Εγώ αποφεύγω τα παράθυρα σαν το διάολο το λιβάνι γιατί έχω μεγάλη ευαισθησία σε αφτιά και αυχένα και παθαίνω ψύξεις με το παραμικρό αεράκι. Ήταν παιδικό απωθημένο μου η γυμναστική, μου λέει, τώρα που βγήκα στη σύνταξη μπορώ επιτέλους να την κάνω.

Μπαίνει η νεαρή δίμετρη γυμνάστρια που όσο μπόι έχει άλλο τόσο και μεγάλη καρδιά. Δεν τη λες όμορφη, αλλά λάμπει, κι αυτό την κάνει ελκυστική. Θέλεις να είσαι κοντά της όπως και σ' ένα μικρό γλυκό παιδί. Είναι αλήθεια πως οι γυμναστές συνήθως είναι πολύ ισορροπημένοι άνθρωποι. Ίσως γιατί διώχνουν τις τοξίνες απ' το σώμα τους, ίσως επειδή έχουν μάθει να μη λυπούνται τον εαυτό τους. Αναπνοές, διατάσεις και μετά αρχίζουν οι κοιλιακοί και τα βάρη, τα δαχτυλίδια, τα λάστιχα, όλα με τη σειρά. Ο ιδρώτας αρχίζει και τρέχει. Η μουσκή που βάζει η δίμετρη είναι ωραία, από ορχηστρικά κομμάτια κλασσικά μέχρι Ρεμπούτσικα και Χατζιδάκι. Βοηθάει πολύ η καλή μουσική. Σε κάνει να ξεχνάς τα τραβήγματα των μυών, σε βοηθά να βγαίνεις από τον εαυτό σου και την ευκολία ή τη δυσκολία του. Κι ύστερα πετσέτα γύρω απ' το λαιμό, μπουφάν και πίσω στο σπίτι. Το πρωινό ντουζάκι είναι η πιο ευχάριστη ώρα. Λύτρωση, ανακούφιση και είμαι πια έτοιμη να κάνω όλες τις δουλειές. Του σπιτιού και τις δικές μου, τις γραφικές και τα επαγγελματικά τηλεφωνήματα που αν δεν πάω γυμναστήρια δεν θα τα κάνω γιατί τα βαριέμαι αφόρητα.

Κι έτσι ξεκινά σχεδόν κάθε μου μέρα. Κάθε μέρα ίδια κι αλλιώτικη. Πάντοτε αγιασμός και κακάο ή σοκολάτα αναλόγως τη μέρα. Άλλοτε απ' τα αγαπημένα χέρια του συντρόφου μου κι άλλοτε απ' τα δικά μου. Πάντα μια καλημέρα στο μπαλκόνι, άλλοτε μ' ένα τριαντάφυλλο που ξυπνά και μου χαρίζεται ή με μια αρμπαρόριζα που πρέπει να χαϊδέψω για να μου χαριστεί. Σχεδόν κάθε μέρα γυμναστήριο με άλλες μουσικές και συχνά άλλες ή και ίδιες ασκήσεις. Και μια κυρία Καίτη πάντα εκεί. Κάτω απ' το ανοιχτό παράθυρο. Πάντα ένα ντουζ που με κάνει καινούρια και έτοιμη να πάρω απ' την αρχή με δύναμη την υπόλοιπη ζωή...


Sunday, May 15, 2011

Γράμμα σ' ένα νέο συγγραφέα


Kαλέ μου φίλε,

η αλήθεια είναι πως δεν έχω φτάσει ακόμη σε ώριμη ηλικία -ούτε ανθρώπινη ούτε και συγγραφική- για να δικαιούμαι σήμερα να σου απευθύνω ένα τέτοιο γράμμα. Αφού όμως μου ζητάς βοήθεια δεν μπορώ να σου την αρνηθώ κι ας είναι και λειψή. Έχω μια ξεχωριστή ευαισθησία στις νεαρές, όπως και στις μεγάλες, ηλικίες, ίσως επειδή δεν συγκαταλέγομαι ούτε στις μεν ούτε στις δε, αλλά μετεωρίζομαι στο ανάμεσό τους. Και έχω ακόμα μεγαλύτερη ευαισθησία απέναντι σ' εσένα που τώρα κάνεις τα πρώτα σου βήματα στο στάδιο της γραφής και όπως είναι φυσικό για κάθε νέο αθλητή, είσαι γεμάτος ανασφάλειες γι' αυτό πο είσαι κι αυτό που κάνεις. Τίποτα απ' αυτά που θα σου γράψω δεν είναι απόλυτο. Όλα για τον καθένα είναι ξεχωριστά και μοναδικά. Μπορείς για όλα όσα θα διαβάσεις να αμφιβάλλεις ή και να τα διαγράψεις αμέσως. Δεν πρόκειται να λυπηθώ, ούτε εξαιτίας της αντίδρασής σου να σε βγάλω απ' την καρδιά μου. Ίσως μάλιστα και να χαρώ, μη σου φανεί παράδοξο. Είναι πάντα προτιμότερο να σε ακυρώνουν απ' το να σε επιβεβαιώνουν. Μέσα απ' τις ακυρώσεις προχωράμε ασφαλέστερα. Μπαίνω στο θέμα.

Γράφε άφοβα. Γράφε όσο θέλεις και όποτε θέλεις. Άφησε τη φωτιά της γραφής να σε κυριέψει. Αφού σε διάλεξε σε οδηγεί αυτή, δεν την οδηγείς εσύ. Αυτή ορίζει τις λέξεις, τις παύσεις, τα κενά, τη ροή, το τέλος, όλα. Παραδώσου στα χέρια της όπως στο πλέον περιπόθητο σώμα. Ξέχνα ολότελα τη λογοκρισία, τη λογική, τις ιδέες που φορτίζουν τη ζωή σου. Ξέχνα την πίστη σου, την απιστία σου, τους φόβους σου όλους. Και κυρίως μη σου περάσει από το νου ούτε για μια στιγμή η γνώμη του κόσμου. Ούτε την ξέρεις, ούτε να την προβλέψεις μπορείς, ούτε είναι ένας ο κόσμος, αλλά και ούτε γράφεις γι' αυτόν. Γράφε για σένα και ίσως και για δυο τρεις ακόμα αγαπημένους. Ίσως και για να νιώσεις πως αδράχνεις τη στιγμή που όλο φεύγει, τον χρόνο που αν δεν τον κλείσεις έστω και σε λίγες αράδες θα τον χάσεις απ' τη ζωή σου και θα επιστρέψει μια μέρα γεμάτος ρυτίδες κενές. Γράφε για να γεμίσεις τις ρυτίδες του χρόνου. Να μείνει το πρόσωπό του νέο σαν το δικό σου. Γράφε για να μη γεράσεις, να μην αρρωστήσεις, να μην πεθάνεις ποτέ στ' αλήθεια, -γιατί στα ψέμματα όλα αυτά θα συμβούν, μα έχει διαφορά το ψέμα απ' την αλήθεια κι ας μην ξέρουμε να πούμε τι είναι το ένα και τι το άλλο.

Αφού η φωτιά της γραφής σε κυριέψει και δεν αντέχεις άλλο μακριά της, μπες στη φωτιά και χόρεψε. Όταν όλα τελειώσουν κι ό, τι είχες να δώσεις το έδωσες, ό, τι ήταν να σου δώσει στο έδωσε, δηλαδή όταν καείς ολοκληρωτικά και η φωτιά έχει σβήσει, βγες ήσυχα απ' το χορό. Βγες σαν ζητιάνος που χόρτασε για λίγο όλα τα πλούτη του κόσμου κι επιστρέφει φορώντας πάλι τα κουρέλια του στο ερείπιό του χορτασμένος. Όσο κι αν είναι στην αρχή θλιβερό να επιστρέφεις στη φτώχεια σου μετά από ένα τέτοιο πανηγύρι, λίγο λίγο θα το συνηθίσεις. Θα εκτιμήσεις και θα χαίρεσαι το ίδιο και τη φωτιά και την απουσία της. Δε γίνεται να καίγεσαι διαρκώς. Πέφτε κάθε βράδυ στα γόνατα και παρακάλα την να μην αργήσει να ’ρθει πάλι, και αν σ' έχει αγαπήσει θα ξανάρθει. Μην αμφιβάλλεις.

Στην αρχή θα θαυμάσεις αυτό που έγραψες. Θα το θαυμάσεις αφάνταστα σαν έργο δικό σου, αλλά κυρίως γεμάτος έκπληξη θα το θαυμάσεις σαν κάτι ξένο. Αν αφεθείς γυμνός στη φωτιά της γραφής θα δεις να γράφονται λόγια που ποτέ δε σκέφτηκες. Θα ξεπηδήσουν αισθήματα που ποτέ για κανέναν δεν ένιωσες. Σκέψεις που δεν σου πέρασαν ποτέ από το νου και ποτέ δεν διάβασες ή δεν άκουσες από άλλους. Γιατί η φωτιά της έμπνευσης που δεν ορίζεις αλλά της παραδόθηκες σε αλλοίωσε. Ό, τι κι αν έμεινε από σένα μέσα στις λέξεις σου είναι κάτι πολύ περισσότερο από σένα τον ίδιο.

Κοιμήσου ύστερα φίλε μου και ονειρέψου πως έγραψες κάτι στ' αλήθεια σπουδαίο. Είναι δωρεάν τα όνειρα, μην τα τσιγκουνευτείς. Αυτό που μπόρεσες είναι για σένα μοναδικό. Θα το αγαπήσουν χιλιάδες και θα το κάνουν δικό τους. Μη προσπαθείς να ξεφύγεις από ένα τόσο φιλόδοξο όνειρο. Θα είναι πιο μάταιο κι από το ίδιο.

Κι όταν ξυπνήσεις το πρωί λησμόνησέ το. Ξέχνα ολότελα το όνειρο, ξέχνα κι αυτό που έγραψες αν το έχεις ολοκληρώσει. Πες πως πέρασες την πιο ωραία σου νύχτα με την πιο ερωτεύσιμη πόρνη που όμως δεν μπορείς να κρατήσεις δική σου την επόμενη μέρα. Της δόθηκες, σου δόθηκε, την πλήρωσες πολύ ακριβά, σου πήρε όλα τα λεφτά και τα άξιζε γιατί ήταν η καλύτερη και γιατί αυτή σε διάλεξε, και τώρα κι εσύ έμεινες άφραγκος κι αυτή έχει κι άλλους πελάτες. Καλύτερα να την ξεχάσεις μέχρι να ξαναβρείς τα χρήματα να την πληρώσεις, αλλά και μέχρι η φωτιά του πόθου σου γι' αυτήν να ξαναφουντώσει μέσα σου. Άφησέ της λίγο χρόνο να σε επιθυμήσει κι εκείνη. Σαν ξένη να την ποθήσεις ακόμη περισσότερο, σαν ξένο να σε υποδεχτεί έτοιμη να σε ανακαλύψει από την αρχή.

Τώρα είναι που αρχίζει η μεγάλη περιπέτεια. Μέχρι τώρα όλα ήταν μόνο μια πρόβα, ένα ζέσταμα στα αποδυτήρια. Τώρα αρχίζεις και ξεμυτάς στο στάδιο. Θα αντικρύσεις πρώτη φορά την απόσταση που πρέπει να διανύσεις κι όλα εξαρτώναται από την αντοχή που θα επιδείξεις. Νομίζω πράγματι πως η γραφή είναι κυρίως ένας αγώνας αντοχής στον οποίο ασκούμενος διαρκώς προεκτείνεις τα όριά σου. Αν δε σε ενδιαφέρουν οι θεατές μπορείς να μείνεις στα αποδυτήρια. Δεν είναι ανάγκη να δουλέψεις σκληρά ώστε μια μέρα να μοιραστείς και με άλλους αυτό που έγραψες. Από σένα εξαρτάται. Το να αρκεστείς ήδη στο ζέσταμα δεν είναι λίγο. Μα αν θέλεις να μιλήσεις και στους άλλους, αν δεν αντέχεις να κρατήσεις ό, τι έγραψες μέσα σου ή στα συρτάρια σου και θέλεις οπωσδήποτε να το μοιραστείς, τότε αναπόφευκτα θα βγεις στο στάδιο και θα αγωνιστείς κάνοντας πρώτα πολλές προπονήσεις πριν αυτό γεμίσει και είσαι έτοιμος να σε υποδεχτούν οι θεατές.

Διάβαζε ό, τι σε συγκινεί και σε συνεπαίρνει. Θαύμασε συγγραφείς που παραδέχεσαι μεγαλύτερους και σπουδαιότερους από σένα. Αν δεν παραδέχεσαι κανέναν, καλύτερα να τα παρατήσεις τελείως. Δεν ήσουν γι’ αυτό που νόμιζες. Μα αν είσαι τότε θαύμαζε τους καλύτερους, πάντα υπάρχουν. Μείνε στη σιωπή άφοβα. Κοίτα τον κόσμο. Άκουγε τον κόσμο. Τον κάθε άνθρωπο. Το κάθε πράγμα. Δίχως να τα επικρίνεις. Όλα έχουν κάτι να σου δώσουν. Κάνε ασκήσεις γραφής ακόμα και δίχως ολοκληρωμένο νόημα, παίζε με το γράψιμο δίχως κανένα στόχο και σκοπό, όπως παίζουν ένα παιχνίδι τα παιδιά. Παίζε για το παιχνίδι. Για τη χαρά του παιχνιδιού. Και κάνε όλες τις δουλειές που κάνει ένας άλλος άνθρωπος. Πλένε, σιδέρωνε, σκούπιζε, μαγείρευε και μην ξεχνάς να περπατάς. Η κίνηση όπως και η ακινησία του σώματος θα ξετυλιχτούν στο χαρτί σου. Αν μένεις αδρανής, η αδράνεια θα κυριέψει την πένα σου.

Θα περάσει καιρός. Θα ξεχάσεις τελείως εκείνο που έγραψες και που θεωρούσες έργο τέχνης. Και θα 'ρθει μια μέρα που θα το θυμηθείς ξαφνικά και θα το ανοίξεις πάλι. Αν σε συνεπάρει από τις πρώτες κιόλας γραμμές κλείσ' το. Δεν το λησμόνησες ικανοποιητικά, μην εξαπατάς τον εαυτό σου. Ακόμα το θεωρείς δικό σου και το λατρεύεις υποδουλωμένος στην εγωιστική δουλεία των αισθημάτων που έχουμε για τα δικά μας πράγματα. Άφησε να περάσει κι άλλος χρόνος.

Όταν θα το ξαναδείς και δε θα νιώθεις πια τίποτα γι' αυτό τότε μπορείς ν' αρχίσεις να το διορθώνεις. Συγγραφέας δεν είναι αυτός που γράφει, αλλά αυτός που σβήνει. Δεν το λέω εγώ, το λέει ο Τσέχωφ. Και το λέει για μας τους ζητιάνους της γραφής, όχι για τους πρίγκιπες σαν τον Ντοστογιέφσκι και τον Παπαδιαμάντη που δεν προλάβαιναν να ρίξουν ούτε μια δεύτερη ματιά σ' αυτό που έγραφαν, δίχως αυτό να μειώνει σε τίποτα, όπως αποδείχθηκε, τα αθάνατα έργα τους. Εμείς όμως είμαστε ζητιάνοι και σαν ζητιάνοι οφείλουμε να ασκούμαστε καθημερινά και με μεγάλη υπομονή στη φτώχεια μας για να φτάσει η αυτάρκεια να μας κάνει να νιώσουμε μια μέρα πλούσιους.

Φτάνουμε στην ουσία της διόρθωσης, δηλαδή στην αφαίρεση. Αφού τόσο καιρό έχεις αφαιρέσει από μέσα σου προσδοκίες για επιτυχία και δάφνες λαμπρές κι αφού έχεις λησμονήσει και όλον τον κόπο που κατέβαλλες και είσαι σαν πούπουλο ελαφρύς, τώρα μπορείς να αφαιρέσεις και ό, τι είναι περιττό από το έργο σου. Δεν το λυπάσαι πια. Είναι ολοφάνερα γεμάτο ατέλειες. Γιατί να πεις με δέκα λέξεις αυτό που μπορείς να πεις με δύο; Εδώ ο ρυθμός σπάει, εκεί είναι πλαδαρό, αυτό είναι γλυκερό, αυτό μεγαλόστομο, το άλλο μια ηλιθιότητα ή μια κοινοτοπία. Εδώ λες ψέμματα, παρακάτω υπερβολές. Σε τι βοηθούν οι περίτεχνες λέξεις σου; Η πολύπλοκη σύνταξη; Έχουν στ' αλήθεια νόημα ή σε κάνουν απλώς να φαντάζεις στα μάτια των άλλων καλλιεργημένος; Κρύψε βαθιά αυτό που είσαι. Αν μπορείς εξαφάνισέ το. Δεν είσαι εσύ το θέμα, αλλά το έργο σου. Αγάπησε την απλότητα, τη σαφήνεια, την αμεσότητα. Τα λίγα λόγια. Κράτησε μόνον τα εντελώς απαραίτητα. Αδίστακτα να πετάξεις όλα τ' άλλα.

Κι αφού πετάξεις ό, τι μπορείς μετά διάβασέ το δυνατά. Δεν είναι κανείς μέσα στο δωμάτιο, αλλά η φωνή που ονομάζει δυνατά τις λέξεις φανερώνει απροκάλυπτα όλους τους σκοπέλους των ρυθμών και των λανθασμένων επιλογών λέξειων ή σημείων στίξης, συχνά και νοημάτων που η εσωτερική μας ακοή δεν μπορεί να συλλάβει. Μη γελάς, φίλε μου, αυτό είναι ίσως το πιο σοβαρό στάδιο. Ακόμα κι αν λυπηθείς να κάνεις όλα τα προηγούμενα, αυτό να μην το προσπεράσεις. Να το κάνεις αργά, προσεχτικά και δυνατά σαν να το απευθύνεις στον πιο δικό σου άνθρωπο. Όχι από μέσα σου. Δεν είναι βουβός ο κόσμος στον οποίο ζητάς να απευθυνθείς, έχει φωνή. Μόνο αν το διαβάσεις δυνατά θα νιώσεις αν όντως συντονίζεται πραγματικά με τ' αφτιά σου. Και όταν θα συντονιστεί απόλυτα και θα κυλά ήσυχο σαν ρυάκι ή και με πάταγο σαν χείμαρρος, πάντως οπωσδήποτε ανεμπόδιστα, τότε είναι πολύ πιθανό να μπορούν να το ακούσουν και οι άλλοι μέσα τους όταν θα το διαβάσουν.

Θα σου πρότεινα να το αφήσεις και πάλι να ησυχάσει. Μην εκνευρίζεσαι που σου ζητώ τόσο χρόνο. Δεν τον ζητώ εγώ, το έργο τον απαιτεί. Είσαι νέος και παρορμητικός, βιαστικός και το καταλαβαίνω. Λες ή τώρα ή ποτέ, δίχως να ξέρεις πως το ποτέ με το τώρα ταυτίζονται. Μα ξέρεις, ο χρόνος φίλε μου, αυτός ο χρόνος που θέλουμε να κρατήσουμε και ξεφεύγει, που θέλουμε να παλέψουμε και μας νικά, είναι ο πιο έμπιστος φίλος μας. Είναι ο μόνος που δεν μας προδίδει ποτέ. Όσο περισσότερο του παραχωρούμε την αρχηγία και του υποτασσόμαστε, όσο του επιτρέπουμε αυτός να αποφασίζει ποια είναι η κατάλληλη στιγμή, τόσο καλύτερα γίνονται όλα. Γιατί όλα γίνονται καλύτερα όταν υποτάξουμε το θέλημά μας στο θέλημα του αφέντη χρόνου.

Κι αν περάσει κι άλλος καιρός, τότε ίσως μια μέρα που θα ξαναδείς το έργο σου να είσαι σε θέση να πεις πως είναι σχεδόν έτοιμο και με λίγες ακόμα διορθώσεις μάλλον έφτασε πια η ώρα του, ή και να πεις δεν έχει κανένα νόημα να το δημοσιεύσεις και να το μοιραστείς με άλλους. Αν φτάσεις να είσαι έτοιμος ταυτόχρονα και για τις δύο εκδοχές, αν δεν λυπάσαι πλέον καθόλου τον εαυτό σου, το ταλέντο, τον κόπο και τον χρόνο που διέθεσες, τότε νιώθεις ήδη πλούσιος μέσα σου και ιακανοποιημένος. Ακόμα κι αν δε δημοσιευτεί, ξέρεις πως όλη αυτή η περιπέτεια σε έχει μεταμορφώσει σ' έναν αυτάρκη ζητιάνο που δε ζηλεύει, δεν αγκομαχά, δε μισεί κανέναν, αλλά χαίρεται με το παραμικρό. Κι αν έφτασες εκεί τότε και η χαρά του να δεις το έργο σου στα χέρια των άλλων, κάτι που κάποτε το ονειρευόσουν σαν κάτι εξωπραγματικά μαγικό, θα μεταφραστεί σ' ένα απλό γλυκό χαμόγελο μέσα στα πολλά χαμόγελα της μέρας σου. Έχεις πλέον την επίγνωση πως σύντομα θα ξαναμπείς στο στάδιο, πως δεν έχεις χρόνο για επινίκεια, και κυρίως πως όλος ο αγώνας είναι που είχε και έχει την μεγαλύτερη σημασία. Ούτε το έργο αυτό καθεαυτό, -θα περάσουν πάρα πολλά χρόνια για να μάθεις τι πράγματι έκανες κι ίσως, όπως συνέβη με τους περισσότερους, να μην προλάβεις να το μάθεις και ποτέ-, ούτε τα μπράβο, ούτε τα χειροκροτήματα, ούτε τίποτα. Ο αγώνας έχει σημασία και ότι έστω ένα μικρό βήμα το έκανες και μακάρι να προλάβεις να κάνεις κι άλλο ένα.

Και με τον καιρό θα σφίγγουν οι μυες, θα προχωράς κάθε φορά και πιο πέρα, θα κουράζεσαι λιγότερο, θα αντέχεις περισσότερο, θα επιμένεις κι άλλο, η ανυπομονησία σου θα εξανεμίζεται, η γραφή ήδη απ' τις πρώτες γραμμές θα είναι αφαιρετικότερη, θα λιγοστεύουν οι διορθώσεις μα θα γίνονται πιο απαιτητικές, πιο ουσιαστικές, πιο συγκεντρωμένες. Σε λίγο καμιά ασφάλεια δε θα σε διακατέχει κι αυτό δεν θα σε πειράζει διόλου. Κανένα επικριτικό σχόλιο δε θα σε ταράζει, θα γίνεσαι έτοιμος ανά πάση στιγμή να ξεκινήσεις και πάλι απ' την αρχή αν το κρίνεις εσύ ή κάποιος που εμπιστεύεσαι, ώσπου μια μέρα να φτάσεις να είσαι παντελώς αδιάφορος αν αυτό που ολοκλήρωσες θα εκδοθεί ή δεν θα εκδοθεί, αν θα πουλήσει ή δεν θα πουλήσει, αν θα διαβαστεί ή δεν θα διαβαστεί.

Τελειώνοντας αυτό το γράμμα νεαρέ μου φίλε, σου εύχομαι να μη χρειαστεί ποτέ να ζήσεις απ' το έργο σου. Να είναι πάντα μια πολυτέλεια που θα μπορείς να επιτρέπεις στη ζωή σου για να μπορείς να χαίρεσαι όλα της τα στάδια ελεύθερα και ανεπητήδευτα σαν έρωτα που αξίζει γι' αυτό που είναι δίχως να μετατρέπεται σε τίποτα άλλο. Μόνον οι πρίγκιπες της γραφές κατάφεραν να υποτάξουν το δώρο στην ανάγκη δίχως να το μειώσουν.

Για μας αξίζει και μας αρκεί να είμαστε ερωτευμένοι και να ζούμε για τον έρωτά μας και όχι από τον έρωτά μας... Εξάλλου το ξέρουμε καλά, άλλο εραστής κι άλλο νταβατζής φίλε μου... Καλό αγώνα...